Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Η ρωγμή στον τοίχο της εξουσίας... Το "Λάθος" του Αντώνη Σαμαράκη




«Το μυστικό, το κλειδί της επιτυχίας και της εσωτερικής γαλήνης, και για το Καθεστώς και για το άτομο, είναι η απλούστευση. Όσο λιγότερο λειτουργεί η σκέψη σας, τόσο και πιο πολύ είσαστε ευτυχείς και αποδοτικοί για το Καθεστώς. Ο υπ' αριθμόν 1 κίνδυνος είναι το να σκέφτεστε. Όχι πολλές διακρίσεις, όχι διάλογο με τον εαυτό σας. Η μία και μόνη διάκριση που επιτρέπεται στον ανακριτή της Ειδικής Υπηρεσίας, είναι η έξης: με το Καθεστώς — όχι με το Καθεστώς».


Δεν θα ξεχάσω εκείνη τη βροχερή μέρα του Γενάρη, πριν δέκα περίπου χρόνια. Ήμουν νεοσύλλεκτος φαντάρος στην Άρτα και ο καιρός είχε σταθεί εμπόδιο στην εκπαίδευσή μας. Καθόμασταν μέσα λοιπόν και μια αξιωματικός είχε αναλάβει τον άκρως εποικοδομητικό ρόλο να μας διαβάσει κάποιες «οδηγίες» σχετικές με την ορθή στρατιωτική διαγωγή. Τα λόγια της έχουν αποτυπωθεί στη σκέψη μου: «ο στρατιώτης όταν δέχεται μια εντολή δεν πρέπει να σκέφτεται ή να την επεξεργάζεται κατ’ οποιονδήποτε τρόπο στο νου του, μα να την εκτελεί».

Θυμάμαι εξάλλου το μηχανισμό της ιδανικής Γραφειοκρατίας, όπως τον περιέγραψε ο περίφημος κοινωνιολόγος Max Weber, η ουσία του οποίου είναι να εκτελείς κατά γράμμα και δίχως καμία απολύτως παρέκκλιση τις οδηγίες, αφήνοντας τον όποιο προβληματισμό και τις συναισθηματικές αποκλίσεις στην άκρη. Όσο περισσότερο ψυχρά και κατά γράμμα εκτελείς τις οδηγίες, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η συνολική απόδοση του οργανισμού. Αρκεί να σκεφτούμε κάθε μεγάλο σύγχρονο οργανισμό (για παράδειγμα, κάποια μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων) και τον τρόπο που λειτουργεί – εκεί όπου σημασία δεν έχουν οι άνθρωποι και η διαφορετικότητά τους, μα οι θέσεις και τα καθήκοντα της κάθε μιας. Οι άνθρωποι πάνε κι έρχονται, οι θέσεις όμως μένουν.

Είχε δίκιο ο Κορνήλιος Καστοριάδης όταν έθετε τη διάκριση ανάμεσα σε «διευθύνοντες και εκτελεστές» (και όχι μόνο ανάμεσα σε καπιταλιστές και εργάτες) στο επίκεντρο της πολιτικής προβληματικής του. Από τη μία βρίσκονται εκείνοι που παρέχουν τις οδηγίες… και από την άλλη εκείνοι που οφείλουν να τις εκτελέσουν κατά γράμμα. O κυρίαρχος κοινωνικός μηχανισμός είναι ένα καλούπι στο οποίο οφείλουμε να μπούμε και να πάρουμε το σχήμα του, ανεξαρτήτως αν μας ταιριάζει ή όχι. Ή όπως έλεγε ο ψυχαναλυτής Έριχ Φρομ: “Κάποτε ο κίνδυνος ήταν μήπως οι άνθρωποι μετατρεπόμασταν σε σκλάβους… τώρα όμως ο κίνδυνος είναι μήπως μετατραπούμε σε ρομπότ”.

Ένας τοίχος: σκληρός σαν πέτρα, ψηλός σαν φρούριο. Κι εσύ τον σκαρφαλώνεις και αλίμονο αν πέσεις!

Κι όμως… δες αυτά τα λουλούδια που φυτρώνουν στις χαραγματιές του τοίχου. Κι εκείνη τη ρωγμή… δες, ο τοίχος έχει μια ρωγμή! Κι άλλη, κι άλλη… Και οι πέτρες κινούνται. Δες, ο τοίχος δεν είναι τόσο σκληρός και σταθερός όσο ήθελαν να σε κάνουν να πιστέψεις! Χάσκει μια τρύπα στην τετράγωνη μαθηματική λογική του «τέλειου συστήματος»!

Ή όπως έλεγε ο Αντώνης Σαμαράκης: «Στο Σχέδιο υπάρχει ένα Λάθος. Στο Καθεστώς υπάρχει ένα Λάθος»…

Γι’ αυτό ακριβώς το «Λάθος» θα μιλήσουμε σήμερα λοιπόν.



Graffiti by Ganzeer


Ο όρκος της Ειδικής Υπηρεσίας



«Στη συνείδησή μου, έχουνε χαραχτεί για πάντα όσα μας είπε ο προϊστάμενος την ώρα — ορόσημο στη ζωή μου — πού οι οχτώ δόκιμοι ανακριτές της σειράς μου δώσαμε τον όρκο :

“Οφείλετε να γνωρίζετε πως για την Ειδική Υπηρεσία και για κείνους που την υπηρετούν ισχύει μία εντελώς αλλιώτικη φιλοσοφία. Οι άνθρωποι, σύμφωνα με την εν λόγω φιλοσοφία, δε χωρίζονται σε καλούς και κακούς, τίμιους και μη, και τόσες άλλες ανεδαφικές και άχρηστες διακρίσεις, υπόλοιπα του παρελθόντος. Ο ανακριτής της Ειδικής Υπηρεσίας παραδέχεται μία και μόνη διάκριση : με το Καθεστώς — όχι με το Καθεστώς.

Η απλούστευση αυτή είναι πολύτιμη και για την Ειδική Υπηρεσία και για τον καθέναν από σας χωριστά. Το μυστικό, το κλειδί της επιτυχίας και της εσωτερικής γαλήνης, και για το Καθεστώς και για το άτομο, είναι η απλούστευση. Όσο λιγότερο λειτουργεί η σκέψη σας, τόσο και πιο πολύ είσαστε ευτυχείς και αποδοτικοί για το Καθεστώς. Ο υπ' αριθμόν 1 κίνδυνος είναι το να σκέφτεστε. Όχι πολλές διακρίσεις, όχι διάλογο με τον εαυτό σας. Η μία και μόνη διάκριση, επαναλαμβάνω και υπογραμμίζω, που επιτρέπεται στον ανακριτή της Ειδικής Υπηρεσίας, είναι η έξης: με το Καθεστώς — όχι με το Καθεστώς».



Αφανέρωτος ολοκληρωτισμός



Το «Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη κυκλοφόρησε πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 1965. Ήταν μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για τα ελληνικά λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά δεδομένα – η εποχή του «Ζ» και του Λαμπράκη, η εποχή του Θεοδωράκη και του Νέου Κύματος, μεταξύ άλλων. Βρισκόμαστε εξάλλου δύο μόλις χρόνια πριν τη Χούντα – και το μυθιστόρημα του Σαμαράκη αποκτά τρομακτικά προφητικό χαρακτήρα.

Στο επίκεντρο του μυθιστορήματος βρίσκεται ένα σκληροπυρηνικό «Καθεστώς». Ο Σαμαράκης δεν διευκρινίζει καμία απολύτως λεπτομέρεια σχετικά με τη φύση και τις προεκτάσεις αυτού του Καθεστώτος. Το μόνο που γνωρίζουμε (και το μόνο που αρκεί) είναι πως το συγκεκριμένο Καθεστώς κυριαρχεί επί της κοινωνίας, κυνηγάει αμείλικτα τους εχθρούς του, σκορπάει παντού πράκτορες και ασφαλίτες και διαχωρίζει τον κόσμο σε «φίλους και εχθρούς».

Προσοχή όμως: δεν αρκεί καν να τηρείς κάποια φιλήσυχη στάση, τύπου ουδετερότητας. Πρέπει έμπρακτα να δείχνεις τη φιλία και την αφοσίωσή σου. Αλλιώς εύκολα μπορεί να ενταχθείς και ο ίδιος στους «υπόπτους».

Το Καθεστώς δεν επιζητά μόνο σιωπηλούς αποδέκτες, μα και ενεργούς υποστηρικτές. Είναι εκείνοι που θα επανδρώσουν την κρατική μηχανή, τους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τις υπηρεσίες, τον στρατό. Είναι τα καλολαδωμένα γρανάζια του μηχανισμού και οι μοχλοί που τον θέτουν σε κίνηση.

Πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα σκηνικό εφάμιλλο ενός «1984» - μα σε αντίθεση με το κλασικό μυθιστόρημα του Όργουελ, ο Σαμαράκης δεν εμβαθύνει στους σκοτεινούς μηχανισμούς και την ιδεολογία του Καθεστώτος. Προτιμά να δείξει στιγμές από την καθημερινή ζωή της εποχής – την πόλη, την παραλία, την κίνηση στους δρόμους, τα λούνα παρκ, τις καφετέριες, τη διασκέδαση του κόσμου. Πρόκειται για μια πραγματικότητα όμοια με τη δική μας, σαν αντανάκλαση ενός καθρέπτη, που μοιάζει να ρέει στους ρυθμούς της κανονικότητας.

Αν το «Λάθος» ήταν ένα μυθιστόρημα που αρκείται στην εξωτερική εμφάνιση και στην περιγραφή των συμπεριφορών των χαρακτήρων του (σαν άλλος μπιχεβιοριστής ψυχολόγος), θα μιλούσαμε για μια ρεαλιστική, σχεδόν, αποτύπωση μιας καθημερινής μέρας τριών αντρών που οι συνθήκες τους έφεραν σε επαφή. Τίποτα το ασυνήθιστο, ως εδώ.

Μα ο πλούτος του «Λάθους» έγκειται όχι στην εμφάνιση, μα στις υπόγειες διεργασίες που λαμβάνουν τόπο κάτω απ’ τα φαινόμενα. Σαν το νερό που σκάβει και διαβρώνει τον βράχο, σταδιακά και σε μικρές δόσεις, σαν τον κορμό του δέντρου που αφαιρεί, μία μία, τις κρούστες του, σαν τις σταγόνες που πέφτουν, λίγο λίγο, σε κάποια χημική ουσία – μέχρι που στο τέλος ο βράχος χάνεται, το δέντρο πέφτει, και η χημική ουσία εκρήγνυται σε ένα ντελίριο θορύβου και φωτιάς.
Πίσω απ’ τα φαινόμενα, λοιπόν, δεν υπάρχει η ομαλή κοινωνική κανονικότητα, μα ένα καθ’ όλα ολοκληρωτικό καθεστώς. Πίσω απ’ τις φιλικές συμπεριφορές, την άνετη εμφάνιση και τους αστεϊσμούς δεν υπάρχουν τρεις άντρες που περνούν τη μέρα τους, μα δύο πράκτορες της Ειδικής Ασφάλειας… και ένας ύποπτος καταζητούμενος για πράξεις ανατροπής του καθεστώτος.







Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου



«— Δεν αρκεί να είσαστε ένας “φιλήσυχος πολίτης” […] Το γνωρίζουμε, αυτό όμως δεν αποδεικνύει τίποτα! Και βασικά, δεν αποδεικνύει πως είσαστε αθώος. Για την Ειδική Υπηρεσία, οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο αποκλειστικά κατηγορίες : όσοι είναι με το Καθεστώς — όσοι δεν είναι με το Καθεστώς. Δε χρειάζεται να είναι κανείς δεδηλωμένος εχθρός του Καθεστώτος, φτάνει να μην είναι με το Καθεστώς, και τότε, αυτομάτως, φυσιολογικά, είναι εχθρός του. Η φιλοσοφία της Ειδικής Υπηρεσίας είναι απλή και αμείλικτη : “Ο μη ων μετ' εμού κατ’ εμού εστί”.

Είδε τα μάτια του προϊσταμένου καρφωμένα πάνω του.

— “Ο μη ων μετ' εμού κατ’ εμού εστί”, ξαναείπε ο προϊστάμενος. Το ξέρετε αυτό; Γνωρίζετε ποιός το είπε;

— Ναι, ο Χίτλερ.

Γέλασε δυνατά ο προϊστάμενος.

— Όχι, δεν το είπε ο Χίτλερ. Το είπε ο Χριστός• Μην ανοίγετε τα μάτια σας και με κοιτάτε έτσι! Το είπε ο Χριστός.»


Οι υπόγειες διεργασίες της αλλαγής



Είναι όντως ένοχος ο ύποπτος ή πρόκειται απλά για έναν φιλήσυχο πολίτη, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος; Ο Σαμαράκης αποκαλύπτει σταδιακά την πραγματικότητα, ξεδιπλώνοντας αριστοτεχνικά μία μία τις πτυχές της, που σαν άλλες Μπάμπουσκες – οι γνωστές ρωσικές κούκλες – βλέπεις να ξεπηδούν η μία μέσα από την άλλη. Πέρα από βιβλίο αμείλικτης κοινωνικής κριτικής, το «Λάθος» συνιστά ένα εξαιρετικό αστυνομικό μυθιστόρημα (δεν είναι τυχαίο πόσο άρεσε το έργο στην Αγκάθα Κρίστι).

Η υποχθόνια ξεδίπλωση της πραγματικότητας εδράζεται στον πυρήνα όχι μόνο της γραφής του έργου, μα και στην ίδια τη φιλοσοφία (και τις πρακτικές) των πρωταγωνιστών του. Πίσω από τη φαινομενικά άνετη και φιλική συμπεριφορά των πρακτόρων απέναντι στον ύποπτο βρίσκεται η εφαρμογή ενός τέλειου «Σχεδίου», μαθηματικά υπολογισμένο από τις διάνοιες του Καθεστώτος, σκοπός του οποίου είναι η σταδιακή διάβρωση του υπόπτου, ένα συγκρουσιακό παιχνίδι με την ψυχολογία του, η πρόκληση σταδιακά αυξανόμενου άγχους και πίεσης πάνω του (πάντα εσωτερικό, πάντα ψυχολογικό, ποτέ άμεσο), τέτοιο που θα οδηγήσει στην τελική «έκρηξη» - και την αποκάλυψη της αλήθειας εκ μέρους του, δίχως οι πράκτορες να έχουν ασκήσει την παραμικρή βία.

Εδώ ακριβώς έγκειται και η μαεστρία του Σαμαράκη: ο λόγος του είναι απλός, οι περιγραφές άμεσες, οι σκηνές του έργου μοιάζουν καθ’ όλα φυσιολογικές… Μα είναι στις εσωτερικές διεργασίες, τις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών του το πεδίο που γίνεται η αληθινή μάχη. Το «Λάθος», λοιπόν, συνιστά πρωτίστως ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα, ενδεδυμένο με το μανδύα κάποιου ντετέκτιβ. Ένα έργο που ψιθυρίζει στο αυτί σου (ίσα που ακούς τη φωνή, μια που δρα υπόγεια, σαν τους μηχανισμούς του): πρόσεχε, γιατί τα φαινόμενα απατούν. Ή μήπως όχι;



Buenos Aires graffiti of the Argentina dictatorship. Link


Όσο αφορά το φινάλε; Δεν θα το αποκαλύψω, αγαπητέ αναγνώστη, καθώς σκοπός της παρουσίασής μου είναι να σε ωθήσω να διαβάσεις το βιβλίο και να το ανακαλύψεις μόνος σου. Θα επαναλάβω μόνο τα λόγια της εισαγωγής: πως κάθε «τέλειο» σύστημα εμφανίζει ρωγμές στον τοίχο του. Το ίδιο ισχύει με κάθε απόπειρα να βάλουμε τα πράγματα σε μια ιδανική σειρά μες στο κεφάλι μας, και, κατ’ επέκταση, στον κόσμο έξω. Κάθε συντηρητικός θα ήθελε ο κόσμος να πάψει να κυλάει, κάθε υπέρμαχος του ολοκληρωτισμού θα επιθυμούσε η κοινωνία να λειτουργεί σαν μια τέλεια μηχανή. Μα ο κόσμος κυλάει και διαφοροποιείται είτε μας αρέσει είτε όχι – συχνά προς άγνωστες και απρόβλεπτες κατευθύνσεις. Και η τέλεια μηχανή αργά ή γρήγορα θα εμφανίσει τα σημάδια της σκουριάς. Δεν υπάρχει «τέλος της Ιστορίας», ούτε «τελικά κοινωνικά στάδια», όσο και αν πολλοί θα επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.

Είτε μας αρέσει, είτε όχι, ο τέλειος μηχανισμός είναι ένα σύστημα κλειστό στον εαυτό του, που αναπαράγει διαρκώς το ίδιο και το ίδιο. Πατάς μια φορά ένα κουμπί και αυτό ήταν – τα πάντα λειτουργούν όπως τα όρισες εξ’ αρχής. Το όνειρο κάθε δικτάτορα, με άλλα λόγια. Μα στην κοινωνική και ιστορική πραγματικότητα δεν υπάρχει επανάληψη ή τέλος – όπως στη φύση δεν υπάρχουν οι τέλειες μαθηματικές αναλογίες.

Κλείνω με ένα αγαπημένο μου απόσπασμα του Νίτσε, από το «Ανθρώπινο, πάρα πολύ Ανθρώπινο» (σε μετάφραση Ζ. Σαρίκα):

«Το αργό βέλος της ομορφιάς. – Το ευγενέστερο είδος ομορφιάς δεν είναι εκείνο που μας πάει μακριά ξαφνικά, που κάνει μια βίαιη και μεθυστική επίθεση πάνω μας (μια τέτοια ομορφιά μπορεί να προκαλέσει αηδία), αλλά εκείνο που εισέρχεται αργά σε μας, που το κουβαλούμε μαζί μας μακριά δίχως να το παρατηρήσουμε και το συναντάμε πάλι στα όνειρα, και που τελικά, αφού έχει μείνει για πολύ καιρό με διακριτικότητα στην καρδιά μας, μας κυριεύει εντελώς, γεμίζοντας τα μάτια μας με δάκρυα και την καρδιά μας με λαχτάρα».



Επίμετρο – Είπαν για το «Λάθος»



Το «Λάθος» σημείωσε μεγάλη διεθνή επιτυχία τον καιρό που κυκλοφόρησε, βραβεύτηκε και έγινε ταινία. Ακολουθούν κάποιες από τις διθυραμβικές κριτικές που απέσπασε τον καιρό που κυκλοφόρησε. Τι ειρωνεία – δύο μόλις χρόνια μετά έμελλε να ακούσουμε στη χώρα τα τανκ να βρυχώνται και τους εγχώριους δικτάτορες να ξερνούν δημόσια την παράνοια του μυαλού τους. Τουλάχιστον η ανώνυμη Εξουσία του «Λάθους» έχει κάποιο «σχέδιο», έχει μια κάποια ομάδα εγκεφάλων. Ακόμα και αν το σχέδιό της έχει ρωγμές στον τοίχο, τουλάχιστον κάνει υπολογισμούς. Η δική μας Χούντα των συνταγματαρχών και λοιπών δικτατορίσκων ήταν απλά ανεγκέφαλη.

Κι όμως… η ίδια αυτή ανεγκέφαλη και ηλίθια Χούντα έμεινε στην εξουσία για 7 ολόκληρα χρόνια. Δεν τολμώ να σκεφτώ τι θα συνέβαινε αν στη θέση της υπήρχε μια δικτατορία σαν εκείνη που περιγράφεται στο «Λάθος»… λες τελικά να έσπαγε, υπό το βάρος των ίδιων των τέλειων υπολογισμών της, όπως έσπασε η δική μας Χούντα υπό το βάρος της βλακείας της;…

Νομίζω – και μένοντας στο κεντρικό μήνυμα του Αντώνη Σαμαράκη – πως η απάντηση είναι θετική.






Graham Greene: «Αληθινό αριστούργημα. Με ιδιοφυία, δύναμη φαντασίας, και εντελώς έξοχη τεχνική, δίνει την ψυχολογική πάλη ανάμεσα σε δύο πράκτορες της Μυστικής Υπηρεσίας Ασφαλείας ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος και στον ύποπτο που έχει συλληφθεί».

Arthur Koestler: «Μου δίνει βαθιά ικανοποίηση ότι εγώ παρουσιάζω τον Σαμαράκη στο αγγλόφωνο κοινό• To λάθος έχει γρανάζια μέσα σε γρανάζια που σε φέρνουν σ' έναν Καφκικό εφιάλτη, και η λύτρωση έρχεται με το αριστουργηματικό τέλος».

Arthur Miller: «Συγκλονιστικό. To μόνο πού εύχομαι είναι να διαβάσουν To Λάθος όσοι καπηλεύονται τη δημοκρατία και να δουν τί είναι αυτά πού σήμερα υποστηρίζουν. Ζούμε όλοι σε μία εποχή όπου οι λέξεις δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα — έτσι πού να μην έχουν πια κανένα νόημα».

Agatha Cristie: «Θαυμάσιο. Έχει τεράστιο ψυχολογικό ενδιαφέρον. Συγχαρητήρια στoν Σαμαράκη. Ολοένα και λιγότεροι είναι οι συγγραφείς πού έχουν γνήσια πρωτοτυπία και δύναμη φαντασίας. To λάθος το χάρηκα».

Luis Buñuel: «Αφάνταστα μου άρεσε Το λάθος. Η δομή του είναι συγχρόνως και μυθιστορηματική και κινηματογραφική, αληθινά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. To λάθος είναι ιδεώδες για τον κινηματογράφο».

The New York Times, Νέα Υόρκη: «Ένα σκληρό χτύπημα κατά του ολοκληρωτισμού. To Λάθος συγκλονίζει άλλα συγχρόνως δίνει κουράγιο. Η τέχνη του Σαμαράκη ποτέ δεν ξεπέφτει σε αυτοεπίδειξη αλλά προχωρεί ανεπαίσθητα και χωρίς να πιέζει τον αναγνώστη». Raymond A. Sokolov

Le Monde, Παρίσι: «O Σαμαράκης επέτυχε κατά τρόπο υποδειγματικό. O αναγνώστης, παρασυρμένος από τη δεξιοτεχνία της αφήγησης, νομίζει ότι προχωρεί σε στέρεο έδαφος. Νά όμως πού έρχεται το μεγάλο απρόοπτο, που δε θα το αποκαλύψουμε γιατί το βάθος του Λάθους το συναγωνίζεται η έκπληξη. Εδώ έχουμε να κάνουμε με την πραγματικότητα την ίδια, δε χωράει συζήτηση». Gabriele Rolin

Der Tagesspiegel, Βερολίνο: «Έξοχο. Μια φωνή από την Ελλάδα εναντίον του ολοκληρωτισμού». Helmut Salzinger

New Statesman, Λονδίνο: «Μία εξαιρετικής τέχνης και ευφυΐας διερεύνηση της ψυχολογίας του διώκτη και του διωκομένου, και η κατάφαση της ελευθερίας που και οι δύο έχουν χάσει. 'Ιδιοφυία, ευστοχία ύφους, εναλλαγή τραγικού και κωμικού, και αλλεπάλληλες εκπλήξεις». Clive Jordan

The Associated Press, Νέα Υόρκη: «Συγκλονιστικό ψυχολογικό suspense. Έξοχο. Πολύ δυνατό. Ένα τοπίο Όργουελ. Δημοφιλές στις Η.Π.Α.». Miles A. Smith

Les Nouvelles Litteraires, Παρίσι: «Αριστούργημα. Συγκλονιστικό. Θαυμαστά ζωντανό. Σε αναστατώνει. To ύφος του Σ. είναι ο δικός του τρόπος που βλέπει αλλά συγχρόνως και ο τρόπος πού εκφράζεται». BoileauNarcejac

Epoca, Μιλάνο: «Προφητικό. Εντελώς πρωτότυπο. Ξεπερνάει όλες τις ως τώρα λογοτεχνικές φόρμες. To λάθος επιβεβαιώνει πώς η Ιδέα της ανθρωπιάς δεν πεθαίνει μαζί με τους ανθρώπους». Luigi Baldacci


© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18








Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

O Υποχόνδριος. Ένα λογοτεχνικό απόσπασμα και κάποιες σκέψεις





«Πράγμα πολύ παράξενο, μα δεν μπορώ να διαβάσω μια φαρμακευτική ρεκλάμα χωρίς να συμπεράνω πως πάσχω από την εν λόγω ασθένεια και μάλιστα κάτω απ’ τη χειρότερή της μορφή. Η διάγνωση μου φαίνεται, κάθε φορά, να ταιριάζει ακριβώς με όλα τα συμπτώματα που αισθάνομαι.

Θυμάμαι κάποια μέρα που είχα πάει στο Βρετανικό Μουσείο για να διαβάσω τις λεπτομέρειες μιας ελαφριάς αδιαθεσίας που με βασάνιζε... κάποιο συνάχι, υποθέτω. Μου έφεραν τον τόμο και διάβασα όλα το άρθρο που είχα έρθει για να συμβουλευτώ. Έπειτα, έτσι για να περάσω την ώρα μου, άρχισα να το ξεφυλλίζω και να ρίχνω ματιές στη μια αρρώστια μετά την άλλη. Δεν ξέρω πια από που άρχισα, — ήταν κάποια τρομερή και καταστροφική μάστιγα,— μα προτού διαβάσω τα μισά απ’ τα «προειδοποιητικά συμπτώματα», ήμουνα πεπεισμένος πως την είχα αρπάξει.

Στην αρχή έμεινα παγωμένος από φρίκη. Έπειτα, στην εγκατάλειψη της απελπισίας, ξανάρχισα να γυρίζω τα φύλλα. Έφτασα στον τύφο, διάβασα τα συμπτώματα, ανακάλυψα πως είχα τύφο και πως έπασχα από καιρό χωρίς να το έχω καταλάβει, αναρωτήθηκα τί άλλο μπορούσα να έχω, έφτασα στη χολέρα, — και διαπίστωσα, όπως το περίμενα, πως έπασχα κι απ' αυτήν. Η περίπτωσή μου άρχιζε να γίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. Αποφάσισα να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και ξανάρχισα απ' την αρχή, κατ' αλφαβητική σειρά, διάβασα το άρθρο για την αλωπεκίαση κι έμαθα πως την είχα κι αυτήν και πως η κρισιμότερη περίοδος θ' άρχιζε σε δεκαπέντε μέρες. Τη χολέρα, την είχα, με σοβαρές περιπλοκές• κι όσο για τη διφθερίτιδα, θα ‘πρεπε να την σέρνω μαζί μου εκ γενετής. Εξέτασα προσεχτικά τα γράμματα του αλφαβήτου απ' την αρχή ως το τέλος και, τελειώνοντας, η μόνη αρρώστια που δεν είχα ήταν η «υδράρθρωση της καμαριέρας».

Στην αρχή, ένιωσα προσβλημένος. Γιατί να μην πάσχω κι απ' αυτή την «υδράρθρωση της καμαριέρας»; Γιατί αυτή η αδικία; Όμως, σιγά-σιγά, κατάφερα να πνίξω την αγανάκτησή μου. Σκέφτηκα πως είχα ήδη όλες τις άλλες ασθένειες που γνώριζε η φαρμακολογία και, προσπαθώντας να είμαι λιγότερο εγωιστής, έπαψα να συλλογίζομαι την «υδράρθρωση της καμαριέρας». Είχα τη σοβαρότερη μορφή της αρθρίτιδας και η ψώρα, που την είχα κολλήσει από τότε που ήμουνα έφηβος, δε θ’ άρχιζε να εκδηλωθεί. Καθώς η ψώρα ήταν η τελευταία ασθένεια του βιβλίου, έβγαλα το συμπέρασμα πως δεν είχα τίποτ' άλλο.






Έμεινα για λίγο σκεφτικός. Τί ενδιαφέρουσα περίπτωση που ήμουνα, από ιατρικής απόψεως! Τι απόκτημα για το πανεπιστήμιο! Αν είχαν εμένα, οι φοιτητές, δε θα χρειάζονταν να τριγυρνάνε στα νοσοκομεία! Μόνος μου ήμουνα ένα ολόκληρο νοσοκομείο! Θα τους αρκούσε να μου κάνουν μια γενική εξέταση κι έπειτα θα ‘παιρναν οπωσδήποτε το πτυχίο τους!

Στη συνέχεια, αναρωτήθηκα πόσο καιρός μου απόμενε να ζήσω. Προσπαθούσα να εξεταστώ μόνος μου. Έπιασα το σφυγμό μου. Στην αρχή δεν κατάφερα να τον βρω. Έπειτα, ξαφνικά, πήρε μπροστά. Έβαλα το ρολόι μου και χρονομέτρησα τους παλμούς του. Βρήκα εκατόν σαράντα εφτά το λεπτό. Έπειτα, προσπάθησα να κάνω το ίδιο και με τους παλμούς της καρδιάς μου. Αδύνατο να διακρίνω τούς χτύπους της. Είχε σταματήσει. Φυσικά, κάπου θα ήταν και θα χτυπούσε, μα δεν ήμουνα σίγουρος. Άρχισα να ψάχνω όλο το μπροστινό μέρος του κορμιού μου, απ' τη μέση ως το κεφάλι, προχώρησα λίγο προς τα πλάγια κι έφτασα σχεδόν ως την πλάτη. Η καρδιά μου δε βρισκόταν πουθενά. Προσπάθησα να δω τη γλώσσα μου. Την έβγαλα όσο περισσότερο μπορούσα, κι έκλεισα το ένα μου μάτι για να μπορέσω να τη δω με το άλλο. Είδα μόνο την άκρη της, και το μόνο που κέρδισα ήταν να πειστώ ακόμη περισσότερο πως είχα σκαρλατίνα.

Μπαίνοντας σ' αυτό το αναγνωστήριο, ήμουνα ένας άνθρωπος ευτυχισμένος και γεμάτος υγεία. Βγήκα διπλωμένος στα δυο και σε αξιοθρήνητη κατάσταση.

Πήγα κατευθείαν στο γιατρό μου. Είναι ένας παλιός μου φίλος που μου πιάνει το σφυγμό, κοιτάζει τη γλώσσα μου και μου μιλάει για τον καιρό, όλα δωρεάν, φυσικά, κάθε φορά που φαντάζομαι πως είμαι άρρωστος. Σκέφτηκα πως η επίσκεψή μου αυτή θα του ερχόταν σαν αληθινό δώρο. «Αυτό που χρειάζεται ένας γιατρός», είπα μέσα μου, «είναι η πρακτική, θα του προσφέρω τον εαυτό μου. Κι από μένα θα μάθει όσα δε θα του πρόσφεραν όλοι οι ασθενείς του μαζί».

Χτύπησα περήφανος την πόρτα του και κείνος, βλέποντας με, μου είπε:

— Λοιπόν, τί έχεις;

Του απάντησα:

— Δε θα σ' αφήσω να χάσεις τον καιρό σου, αγαπητέ μου, αρχίζοντάς να σου απαριθμώ τα όσα έχω. Η ζωή είναι μικρή και κινδυνεύεις να μην προλάβεις να τ’ ακούσεις όλα. Γι’ αυτό θα σου πω τι δεν έχω. Δεν έχω την «υδράρθρωση της καμαριέρας». Το γιατί δεν την έχω, δεν μπορώ να στο εξηγήσω.  Όλα τ’ άλλα, εκτός απ' αυτό βρίσκονται πάνω μου και μέσα μου.

Και του διηγήθηκα με κάθε λεπτομέρεια πώς είχα φτάσει σ’ αυτό το συμπέρασμα.

Μου είπε να βγάλω τη γλώσσα μου, της έριξα μια ματιά, έπιασε το σφυγμό μου, κι έπειτα με χτύπησε στο στήθος τη στιγμή που δεν τον περίμενα καθόλου, — αυτό το ονομάζω μπαμπεσιά— κι αμέσως μετά κόλλησε σ' αυτό το αυτί του. Τέλος, κάθισε στην πολυθρόνα του, έγραψε μια συνταγή και μου την έδωσε. Την έβαλα στην τσέπη μου κι έφυγα.

Δεν την άνοιξα. Πήγα ίσια στο φαρμακοποιό και του την έδωσα. Τη διάβασε, και μου την επέστρεψε λέγοντας, πως δεν είχε όσα έγραφε. Τον ρώτησα:

— Είστε ή δεν είστε φαρμακοποιός; Μου απάντησε:

— Πραγματικά, είμαι, θα μπορούσα να σας ικανοποιήσω αν είχα κατάστημα γενικού εμπορίου, αλλά σαν φαρμακοποιός, μου είναι αδύνατο να σας εξυπηρετήσω.

Τότε, διάβασα και γω τη συνταγή:

“Ένα κιλό μπιφτέκια, και ένα μπουκάλι μπύρα κάθε έξη ώρες.
“Ένας περίπατος δεκαπέντε χιλιομέτρων κάθε πρωί.
“Ένας γερός ύπνος την ήμερα, από τις έντεκα το βράδυ.

Και μη γεμίζεις το κεφάλι σου με πράγματα που δεν καταλαβαίνεις.»

Ακολούθησα τις οδηγίες του, με το ευτυχές αποτέλεσμα — κατά τη γνώμη μου, πάντα — να σώσω τη ζωή μου, που κρατάει ακόμη.»





Ο υποχόνδριος και η ιατρικοποίηση. Κάποιες σκέψεις



Το απόσπασμα που διαβάσατε δεν είναι άλλο από την εισαγωγή του απολαυστικού μυθιστορήματος “Three Men In A Boat” [Τρεις σε μια Βάρκα] του Βρετανού Jerome K. Jerome. Ο υποχόνδριος της αφήγησής μας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον συγγραφέα, όπως παρατηρεί τα υποτιθέμενα «συμπτώματά» του και αισθάνεται πως πλησιάζει το τέλος του κόσμου!

Για όσους δεν γνωρίζουν, το “Three Men In A Boat” χρονολογείται από το 1889. Κι αν το περιεχόμενο της αφήγησης δεν μαρτυρά καμία απολύτως ένδειξη της παλαιότητάς του, ο λόγος έγκειται στο βαθιά διαχρονικό του χιούμορ – τέτοιο που έχει καταστήσει το βιβλίο ως ένα από τα ορόσημα της χιουμοριστικής λογοτεχνίας. Δεν είναι τυχαίο που σημείωσε πελώρια επιτυχία κατά τη δημοσίευσή του, όπως δεν είναι τυχαίο που φιγουράρει και σήμερα σε περίοπτη θέση ποικίλων δημοσιεύσεων σε λίστες με τα αγαπημένα βρετανικά μυθιστορήματα όλων των εποχών – παρά το γεγονός πως το βιβλίο δεν είναι εξ’ ολοκλήρου κωμικό ανάγνωσμα, ούτε ήταν η πρόθεση του συγγραφέα να δημιουργήσει κάτι κατεξοχήν χιουμοριστικό (περισσότερο ο συγγραφέας επιδίωκε να γράψει έναν τουριστικό οδηγό για τα διάφορα αξιοθέατα γύρω από τον Τάμεση!). Παρά τα σοβαρά περάσματά του όμως, ήταν το χιούμορ του εκείνο που ξεχώρισε και κατέστησε το βιβλίο αγαπητό στα πλήθη. Όσοι έχουν διαβάσει άλλα έργα του συγγραφέα με το πανομοιότυπο όνομα και επίθετο (Τζερόμ Τζερόμ, σα να λέμε Γιάννης Γιάννης) ξέρουν πως το χιούμορ συνιστά ακρογωνιαίο λίθο της γραφής του – και δεν είναι εύκολο να γελάσεις διαβάζοντας ένα βιβλίο, όπως πιθανό γνωρίζετε.

Παρά το γεγονός πως το κύριο θέμα του βιβλίου είναι το ταξίδι δύο εβδομάδων του συγγραφέα (παρέα με δυο φίλους του κι έναν σκύλο) στον Τάμεση, για σήμερα επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας μόνο την εισαγωγή – περισσότερο για να πάρουμε μια γεύση της χιουμοριστικής του διάθεσης, όσο και γιατί βρίσκω πως το θέμα της είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον για ανάπτυξη. Αλήθεια, ποιος κατορθώνει να μην είναι έστω και λίγο υποχόνδριος ειδικά στην εποχή μας! Μπορεί να αισθάνεσαι τέλεια, να απολαμβάνεις κάθε λεπτό της καθημερινότητάς σου… μα μια μικρή ενόχληση, ή κάποια αρνητική σκέψη ίσως σε ωθήσουν να διερευνήσεις τις πιθανές πηγές τους. Και αλίμονο αν δεν γνωρίζεις που χρειάζεται να ψάξεις! Ανοίγεις ένα παράθυρο στον κόσμο και μεμιάς ξεχύνονται μέσα κύματα πανικού! Ένα λάθος κλικ στο διαδίκτυο, μια λάθος επιλογή στην εγκυκλοπαίδεια με τα ιατρικά ζητήματα, η παρακολούθηση μιας αμφιβόλου επιστημονικής εγκυρότητας τηλεοπτικής εκπομπής, ή μια κακή συμβουλή από κάποιον «φίλο που ξέρει»… και αυτό ήταν, νιώθεις άρρωστος, νιώθεις κομμάτια, νιώθεις τελειωμένος!



A hypochondriac surrounded by doleful spectres. Coloured etching by T. Rowlandson after J. Dunthorne, 1788.


Προσοχή, δεν αναφέρομαι μόνο σε σωματικά/οργανικά προβλήματα, με τα οποία συνήθως ταυτίζουμε τους υποχόνδριους… μα και σε προβλήματα ψυχολογικού ή ψυχοσωματικού τύπου. Μπορεί να πετάξεις ένα εξάνθημα και αμέσως πανικοβάλλεσαι πως κόλλησες κάτι που δεν έπρεπε. Μπορεί όμως και να περνάς μια στενάχωρη φάση και να σκέφτεσαι πως έχεις «κατάθλιψη». Μπορεί να έχεις ταχυπαλμία και να σε πιάνει κρίση πανικού. Μπορούμε εξάλλου να επεκτείνουμε αυτές τις σκέψεις και στο επίπεδο της «ομαλότητας». Κάποιος μπορεί να νιώθει πως είναι «προβληματικός» ακόμα και αν κάνει σκέψεις που «δεν έπρεπε να κάνει» ή αν παρατηρεί μέσα του πτυχές που συγκρούονται με την πρέπουσα ηθική ή τις κατηγορικές κοινωνικές προσταγές. Εν τέλει εκείνο που αναζητεί απεγνωσμένα είναι η αίσθηση της σιγουριάς που μόνο ένας «ειδικός» μπορεί να του διασφαλίσει. «Έχω πρόβλημα, γιατρέ; Και αν ναι, σε τι βαθμό;»

Το χειρότερο είναι πως – ενίοτε – ακόμα και η επίσκεψη στον γιατρό (σε συγκεκριμένους γιατρούς) μπορεί να σε κάνει να αισθάνεσαι έτσι: άρρωστος, αδύναμος, προβληματικός.

Ασφαλώς υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες όντως υπάρχει πρόβλημα, όπως ασφαλώς υπάρχει και ασθένεια. Μα η ευκολία με την οποία η εποχή μας βιάζεται να κολλήσει ταμπέλες κι ετικέτες, αριστερά και δεξιά, σε ωθεί στον ακόλουθο προβληματισμό: είναι λύση η επικόλληση άλλης μιας ταμπέλας, «θεραπευτικού» τύπου αυτή τη φορά, τέτοια που να κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεσαι συνέχεια πως χρίζει θεραπείας;

Αναφέρομαι στο φαινόμενο της «ιατρικοποίησης»  (ή, μεταβαίνοντας στο ψυχολογικό επίπεδο, της «ψυχιατρικοποίησης») που τόσο χαρακτηρίζει τους καιρούς μας. H τάση να μετατρέπονται τα πάντα σε δυνάμει ιατρικά – ή ψυχιατρικά – φαινόμενα. Κάποτε πίσω από κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά δέσποζε η θρησκεία και η κυρίαρχη ηθική – και ασφαλώς το κλειδί της σωτηρίας βρισκόταν στους παπάδες. Τη θέση τους τώρα έχουν πάρει οι γιατροί. Υγεία, υγεία, υγεία, ακούμε να λένε παντού, λέμε κι εμείς το ίδιο – και ασφαλώς η υγεία συνιστά το βάθρο της ζωής μας. Είναι όμως «υγιεινό» να ασχολούμαστε διαρκώς με την υγεία, σε βαθμό εμμονής; Είναι η μόνιμη ανησυχία ένδειξη υγιούς ζωής; Ποιος ορίζει αυτή την τέλεια «ομαλότητα» λοιπόν, αν όχι εσύ ο ίδιος, και ποια είναι τα κριτήριά της;






 Νομίζω πως ο καλύτερος γιατρός ξέρει πως η υγεία συνιστά όχι μόνο οργανικό, μα και ψυχολογικό ζήτημα. Και πως κάθε άνθρωπος διαφέρει από τον άλλο – δεν είναι νούμερα σε μια λίστα ή κατηγορίες σε κάποιο επιστημονικό εγχειρίδιο. Σαν τον γιατρό του αποσπάσματος του Τζερόμ, αναγνωρίζει πως, ενίοτε, η ίδια η ζωή περιέχει μέσα της τις απαντήσεις της:

«Ένα κιλό μπιφτέκια, και ένα μπουκάλι μπύρα κάθε έξη ώρες.
“Ένας περίπατος δεκαπέντε χιλιομέτρων κάθε πρωί.
“Ένας γερός ύπνος την ήμερα, από τις έντεκα το βράδυ.

Και μη γεμίζεις το κεφάλι σου με πράγματα που δεν καταλαβαίνεις.»

Ναι, η υγεία είναι σπουδαίο πράγμα – δίχως αυτή δεν γίνεται τίποτα και το γνωρίζουμε καλά. Μα άλλο πράγμα η υγεία, και άλλο η εμμονή. Αν η ασθένεια συνεπάγεται τη βιολογική εξάρτηση και την αντίστοιχη αδυναμία που επιφέρει, αντίστοιχη εξάρτηση μπορεί να δημιουργήσουν οι ταμπέλες, οι ετικέτες και τα παιχνίδια του μυαλού.

Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη αρρώστια μας: η τάση να γεμίζουμε το κεφάλι μας με πράγματα που δεν εξυπηρετούν τίποτα άλλο, πέρα από το να μας κάνουν δυστυχισμένους. Και αυτή η τάση σήμερα είναι ασφαλώς μεγαλύτερη, απ’ ότι ήταν την εποχή του Τζέρομ.

Κλείνω με μια χιουμοριστική νότα (γιατί ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίζουμε τέτοιες καταστάσεις είναι το χιούμορ, και ο Τζερόμ το ήξερε καλά): Το ακόλουθο εξώφυλλο «περιοδικού» που βλέπετε ανήκει στα «περιοδικά των μοντέρνων καιρών» που είχα δημιουργήσει προ λίγων χρόνων για το Blog, στο πλαίσιο αυτού εδώ του σατιρικού αφιερώματος. Ο τίτλος του περιοδικού είναι «ΜΙΚΡΟΒΙΟ». Όχι, δεν θα το βρείτε στα περίπτερα! Μα αμφιβάλλει κάποιος πως θα σημείωνε πελώρια επιτυχία αν κυκλοφορούσε σήμερα;

Σας αφήνω τώρα, γιατί ένιωσα μια ενόχληση στο στομάχι και θέλω να ερευνήσω τι έχω πάθει. Ελπίζω να μην είναι κάτι σοβαρό.



© το φονικό κουνέλι

Το λογοτεχνικό απόσπασμα από το βιβλίο του Τζερόμ Τζερόμ "Τρεις σε μία Βάρκα". Για το συνοδευτικό κείμενο και τον σχεδιασμό του περιοδικού, το Φονικό Κουνέλι, 2014-2018.



Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Απόδραση από το Μαουτχάουζεν... του Ιάκωβου Καμπανέλλη





«Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ... Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.»



Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε σε βάθος τι σημαίνει ο ναζισμός, τι σημαίνει o πόλεμος, τι σημαίνουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης… γιατί δεν ήμασταν εκεί. Η γενιά μας και η γενιά των γονιών μας δεν έζησαν τη φρίκη παρά μέσω των αφηγήσεων εκείνων που την έζησαν – διαμεσολαβημένος τρόμος, μεταμφιεσμένο θέαμα, συχνά μέσα από κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές οθόνες. Και όταν μάλιστα βλέπεις ν’ αναβιώνουν μορφές του ναζισμού στη σημερινή εποχή και σε λαούς όπως ο δικός μας, που τόσο υπέφεραν, είναι ν’ απορείς: τόσο αδύναμα βαστάει η μνήμη;

Κάποιοι, όμως, ήταν εκεί. Όχι μόνο έζησαν, μα βγήκαν ζωντανοί μέσα απ’ τη φωτιά. Είδαν με τα μάτια τους και κατέγραψαν τη φρίκη.

Τη φρίκη των πτωμάτων που συσσωρεύονταν στα φορτηγά, έτοιμα να ριχτούν στους φούρνους• τη φρίκη των ανθρώπων που μετατρέπονταν σε παιχνίδια στις πιο αποτρόπαιες σαδιστικές ορέξεις, μόνο για να εξοντωθούν όταν είχαν πάψει πια να «διασκεδάζουν»• τη φρίκη να μη γνωρίζεις τι σου επιφυλάσσει η επόμενη μέρα, η επόμενη ώρα, το επόμενο λεπτό, και να εξαρτιέται η ζωή σου όλη από κάποιο παραστράτημα, κάποιο λάθος βλέμμα, κάποια κουβέντα που ξέφυγε• τη φρίκη ενός συνένοχου λαού που προσκυνούσε ευλαβικά τον Μεγάλο Αρχηγό, έτοιμος να σκοτωθεί σε ένα και μοναδικό πρόσταγμα των ανωτέρων του, έτοιμος να σκοτώσει για την τιμή και δόξα του έθνους και της εκλεκτής φυλής.

Μα όχι, αυτή η φρίκη στην οποία αναφέρομαι δεν αφορά το ναζισμό και μόνο. Δεν αφορά τον πόλεμο και μόνο… Όχι. Αφορά τις εσχατιές του ίδιου του ανθρώπινου είδους. Που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν διαιρεί τον κόσμο σε ανώτερους και κατώτερους… Μα δεν έχουμε να κάνουμε με γουρούνια και πρόβατα εδώ. Οι ναζί ήταν άνθρωποι, το ίδιο και τα θύματά τους.

Ένας απ’ τους συγγραφείς που επέζησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν ο δικός μας, Ιάκωβος Καμπανέλλης, «ο γεννήτορας του ελληνικού μεταπολεμικού θεάτρου». Έχοντας ζήσει αιχμάλωτος τρία χρόνια, απ’ το 1942 ως το 1945, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν, κατέγραψε σε ένα χρονικό τις εμπειρίες του – τις δικές του και εκείνων που έζησαν μαζί – που έμελλε να γίνει το ομότιτλο έργο (το μοναδικό του πεζογράφημα) και να εκδοθεί πρώτη φορά το 1963. Τρία χρόνια μετά ο Μίκης Θεοδωράκης θα αφιέρωνε στο «Μαουτχάουζεν» έναν απ’ τους σημαντικότερούς του δίσκους – λίγο πριν την εμφάνιση της Χούντας.

Από το «Μαουτχάουζεν», δια στόματος Καμπανέλλη, επέλεξα να σας παρουσιάσω σήμερα ένα από τα δυνατότερα, κατά τη γνώμη μου, κεφάλαιά του. Το θέμα του είναι η μαζική απόδραση πεντακοσίων περίπου Ρώσων αιχμαλώτων – και τα επακόλουθά της. Διαβάζοντας το απόσπασμα (και το βιβλίο, στο σύνολό του), θα χρειαστεί να επαναλαμβάνουμε, ξανά και ξανά στον εαυτό μας, ένα πράγμα – ένα πράγμα και μόνο:

Αυτά που διαβάζω συνέβησαν πραγματικά. Δεν είναι φανταστικά. Όλα αυτά που διαβάζω… είναι αληθινά.

Και να μην το ξεχνάμε αυτό.



Η πιο μεγάλη απόδραση



«Ανασηκώθηκα και κάθισα στο κρεβάτι. Ύστερα από τόσο καιρό στο Μαουτχάουζεν, η ελευθερία μέσα σου δεν είναι εύκολη κατάσταση. Θ' αργήσει να 'ρθει. Εκτός κι αν πάθεις αμνησία. Αλλιώς;...

Είναι πια Ιούνιος κι όμως ονειρεύτηκα πως χιόνιζε πάλι. Δεν είναι τυχαίο. Οι Ρώσοι δημοσιογράφοι και στρατιωτικοί που μαζεύουν πληροφορίες για τη «μεγάλη απόδραση», ήρθαν και σήμερα στο Μαουτχάουζεν. Απ’ όσα λέγανε, επιβεβαιώθηκε πως πράγματι κάπου ογδόντα ρώσοι δραπέτες τα είχαν καταφέρει να πάνε μέχρι κι εκατό χιλιόμετρα μακριά. Εκεί τους βρήκαν και τους «καθάρισαν» χωροφύλακες και οπλισμένοι πολίτες. Στα χωράφια και στα λιβάδια του Βάρτσμπεργκ, του Πρεγκάρτεν, του Σβέρτμπεργκ, του Πέργκ, του Γκαλλνοϊκίρχεν. Την είπανε «η μεγάλη απόδραση», αλλά θα μπορούσε να ονοματιστεί κι αλλιώς: «η μεγάλη σφαγή», «η μεγάλη απόγνωση».

Μόνο πέντε μήνες έχουν περάσει από τότε. Και η θρυλική, τώρα, παράγκα αριθμός 20 είναι λίγες μόνο παράγκες πιο πέρα. Τώρα είναι άδεια. Άδειασε στις 5 Μαΐου και κανείς δε θέλησε να την κατοικήσει πια. Έμεινε σαν ιερός αλλά και ξορκισμένος τόπος. Και τα δυο μαζί. Άμα περνάς νύχτα από κει, νιώθεις και δέος και φόβο. Το ίδιο, όπως στη σκάλα που ανηφορίζει από το βαθύ τεράστιο λάκκο του λατομείου.

Στην 20 οι Ές-Ές χώνανε όσους ήταν «υπό εκκαθάρισιν», ακολουθώντας την «οδηγία κούγκελ». Κούγκελ στα γερμανικά σημαίνει σφαίρα, κι όπως και όλες οι προηγούμενες παρεμφερείς οδηγίες, είχε σταλεί και αυτή απ' το Βερολίνο. «Άους Μπερλίν.» Την πόλη που, όταν οι Ές-'Ες αξιωματικοί λέγανε τ’ όνομά της, πάθαιναν κάτι σαν έκσταση. Νιώθανε να επικοινωνούν με τις ανώτερες δυνάμεις και τις θεότητες του ναζισμού. Η «οδηγία σφαίρα» ήταν περίπτωση τέτοιας επικοινωνίας, εντελώς ξεχωριστή και τιμητική. Όχι μόνο συνιστούσε «την με όλα τα μέσα μαζική και σε ταχύ ρυθμό εξόντωση των Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου», κάτι που όλοι οι Ές-Ές του Μαουτχάουζεν επίσης το ήθελαν, αλλά επιπλέον:

α) Ήταν πρότασις του επικεφαλής στην Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ στρατάρχη Κάιτελ.

β) Την είχε ασπασθεί ο Ές-Ές ράιχσφύρερ Χίμμλερ.

γ) Έφερε την υπογραφή του υπαρχηγού των Ές-Ές γκρουπενφύρερ Καλτενμπρούννερ.

δ) Για την οδηγία συμφωνούσε και ο ίδιος ο Φύρερ.

Ο Σνάιντερ που είχε δει το έγγραφο στα χαρτιά των ανακριτών, έλεγε «αυτό είναι ένα σπάνιο ιστορικό στοιχείο, πρέπει να μπει σε μουσείο». Για την «οδηγία» εμείς είχαμε, φυσικά, αγνοία. Βλέπαμε όμως ότι στην απομονωμένη με συρματόπλεγμα παράγκα αριθμός 20, κάτι άλλο άρχισε να γίνεται. Σαν να την γέμιζαν με ζωντανούς και να την άδειαζαν από ισάριθμους νεκρούς κάθε μία δυο βδομάδες. Η αρχή έγινε το περασμένο φθινόπωρο.

Ο φετινός χειμώνας ήταν πολύ βαρύς. Χιόνισε πολύ. Η πιο σκληρή χιονιά ήρθε κατά το τέλος Ιανουαρίου και κράτησε μέρες. Όταν σταμάτησε να πέφτει αυτός ο υγρός, άσπρος, μπαμπακερός και ύπουλος εχθρός μας, ήταν 2 Φεβρουαρίου. Το Κομμανταντούρ ήταν ενθουσιασμένο με την αφθονία του χιονιού και την παγωνιά. Αφ' ενός πολλαπλασίαζε τους θανάτους, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα, άφ’ ετέρου εξασφάλιζε «ψύξη» για τα χιλιάδες πτώματα που είχαν συσσωρευθεί στην πλατεία και αλλού.

«Ναι, αλλά τι θα γίνει άμα ζεστάνει ο καιρός; Το κρεματόριουμ δεν επαρκεί πια, πρέπει να επεκταθεί», τόνιζε με ύφος αδικημένου ο τεχνικός υπεύθυνος για την «καύση» Ές- Ές σαρφύρερ Χάνς Κάμμλερ. Αλλά η φιλοδοξία του για επέκταση σκόνταφτε στη δήλωση του Τσιράις, «δεν υπάρχει πετρέλαιο γι’ άλλους φούρνους. Κάνε υπομονή, Χάνς, η τελική νίκη είναι κοντά και τότε θα ‘χεις όσες προεκτάσεις και πετρέλαιο θέλεις». Ακόμα και ο Κάμμλερ απορούσε: «μα τότε δε θα χρειάζονται πια...». Ο κύριος διοικητής απαντούσε λακωνικά «αντιθέτως» και έκλεινε τη συζήτηση μ' ένα πονηρό χαμόγελο, δίνοντας στους παρευρισκόμενους αξιωματικούς να φανταστούν πως «ίσως να ξέρει πράγματα, για τα οποία δεν μπορεί τώρα να πει περισσότερα».


Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. 


Το χιόνι σταμάτησε να πέφτει, όταν κάναμε παράταξη για το βραδινό προσκλητήριο. Είχε στολίσει με γιρλάντες ακόμα και τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Σταθήκαμε μία ολόκληρη ώρα ακίνητοι, με τα πόδια χωμένα στο χιόνι μέχρι τις γάμπες, γιατί κάποιο εξωτερικό συνεργείο καθυστέρησε στο γυρισμό. Ύστερα, άρχισε να φυσά παγωμένος αέρας που έφερνε πόνο σ' όλο το σώμα. Δύσκολα τον ανέπνεες, οι μύξες στέκανε παγωμένες στην άκρη της μύτης. Όταν τέλειωσε το προσκλητήριο, το απάνω στρώμα του χιονιού είχε αρχίσει κιόλας να κρουσταλλιάζει. Χωθήκαμε τρέχοντας στις παράγκες μας. Τί ευτυχία! Ναι, ευτυχία, αφού όλα εδώ ήταν έως παραλογισμού σχετικά. Με τον αέρα που είχε πάρει, ο ουρανός καθάρισε, πλημμύρισε άστρα, υπόσχεση από ψηλά πως «αύριο θα ‘χουμε ήλιο». Ακόμα και στην κόλαση μια ηλιόλουστη μέρα θα μπορούσε να ‘ναι μια καλύτερη μέρα. Αλλά εμείς που τη βολεύαμε με τέτοια ψίχουλα παρηγοριάς ήμασταν έξω απ’ την «οδηγία κούγκελ».






Θα πρέπει να κοντεύανε μεσάνυχτα. Μας ξυπνήσανε ντουφεκιές που πέφτανε κατά τη μεριά του δεύτερου φράχτη, εκεί που ήταν τα περάσματα για το δάσος. Οι σειρήνες σήμαναν συναγερμό της φρουράς. Ακούσαμε και τα πολυβόλα στους πέτρινους πύργους να ρίχνουν. Ποδοβολητά από μπότες κύκλωναν τις παράγκες. Σταμάτησαν με τ’ αυτόματα αντίκρυ στα παράθυρα. «Όλοι στα κρεβάτια», φώναζαν. «Μη σαλέψει κανείς.»

Μείναμε στα κρεβάτια ασάλευτοι κι άγρυπνοι. Κάθε τόσο κάποιος δεν άντεχε και ρωτούσε: «Τί τρέχει;... Εσείς που είστε κοντά στα παράθυρα... Τί τρέχει;...» Η απάντηση ερχόταν απ' έξω κομμάτι κομμάτι. Οι προβολείς απ’ τους πύργους ανασηκώθηκαν κι άρχισαν να χτενίζουν μπρος πίσω το δάσος. Μοτοσικλέτες ακούστηκαν να τρέχουν στον περιφερειακό δρόμο, κάνοντας συνέχεια τον ίδιο γύρο. Φορτηγά αυτοκίνητα ανέβαιναν μουγκρίζοντας απ’ τη στρατώνα. Μια φωνή, που δεν καταλαβαίναμε τί έλεγε, έδινε διαταγές με τηλεβόα. Τ’ αυτοκίνητα πήγαν και στάθηκαν έξω από το φράχτη του δάσους. Άφησαν τα μεγάλα τους φώτα αναμμένα και μαζί με τους προβολείς των πύργων κάμανε ένα μακρύ φράχτη από φως. Και τίποτα άλλο.

Από δω και πέρα, ό,τι ακούγαμε, ήταν κάθε λίγο και λιγάκι η ίδια φωνή:

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς».

Πήγε μία η ώρα!

Πήγε δύο.

Πήγε τρεις.

«Όλοι στα κρεβάτια. Μη σαλέψει κανείς.»

Πήγε τέσσερις.

Πήγε πέντε η ώρα.

Πήγε έξι. Άρχισε να φωτίζει.


Η καμπάνα δε χτύπησε εγερτήριο. Οι Ές-Ές που είχαν κυκλώσει τις παράγκες, είπαν για τελευταία φορά «να μη σαλέψει κανείς», μπήκαν βιαστικά στη γραμμή και φύγαν. Θα ήταν εφτά η ώρα, όταν στο δάσος ξανάρχισαν οι ντουφεκιές. Αραιές όμως, έτσι σα να είχαν έρθει κυνηγοί στο δάσος. Κάπου κάπου ακούγαμε γαβγίσματα, γέλια η ένα ξεφωνητό που μας ανατρίχιαζε. Αρχίσαμε να μαντεύουμε τί θα ‘χε γίνει τη νύχτα. Αλλά μόνο να μαντεύουμε. Ακόμα δεν ξέραμε τίποτα.

Ήρθε διαταγή να σηκωθούμε απ' τα κρεβάτια και να παραταχτούμε αμέσως στην πλατεία. Ό,τι είχαμε μαντέψει, άρχισε να βγαίνει αληθινό. Τα νέα τα φέρανε αυτοί που μένανε στις απάνω παράγκες κοντά στην 20. Στο μεταξύ είχαμε παραταχτεί στην πλατεία. Η πύλη άνοιξε κι ένα φορτηγό αυτοκίνητο μ’ ανατρεπόμενη καρότσα, απ' αυτά που κουβάλαγαν πέτρα στο χωριό, πέρασε αργά από μπροστά μας. Στην καρότσα είχαν φορτώσει ίσα με σαράντα ντουφεκισμένους. Μερικοί δεν είχαν τελειώσει και σάλευαν. Απ’ τ’ αυτοκίνητο έτρεχε αίμα.

Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. Ένας έμπλεξε ή γραπώθηκε σε κανένα σιδερικό και δεν έπεφτε. Ο οδηγός έκανε ένα ανεβοκατέβασμα με τράνταγμα κι έπεσε κι αυτός. Το αυτοκίνητο ξαναπέρασε μπροστά μας κι έφυγε για έξω. Το αίμα που έσταζε απ’ την καρότσα, άφηνε πάνω στο κρουσταλλιασμένο χιόνι μία ροδαλή γραμμή.


Έφτασε στο κρεματόριουμ, έκανε μανούβρα κι έφερε την καρότσα του προς τη μεριά της γούρνας του φούρνου που ήταν μεγάλη σαν αυλή. Η ανατρεπόμενη καρότσα ανέβηκε ψηλά κι άδειασε τους ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας. 


Οι αραιές ντουφεκιές, οι μακρινές φωνές και τα γαβγίσματα ακούγονταν ως το μεσημέρι. Κι ως εκείνη την ώρα, πάνω από δέκα τέτοια φορτία πέρασαν από μπροστά μας, κάμανε τη μανούβρα τους κι άδειασαν ανθρώπους στην τσουλήθρα της γούρνας.

Ένα τελευταίο φορτίο ήρθε αργά το απόγεμα. Είδαμε το χέρι ενός να βγαίνει πάνω απ’ τους νεκρούς που τον πλάκωναν και να γυρεύει βοήθεια.

Σιγά σιγά άρχισαν να κυκλοφορούν και πληροφορίες. Αν και οι πιο πολλές, εκείνη την ώρα, ήταν σκέτες εικασίες, όλες τελικά αποδείχτηκαν αληθινές, ακόμα και σε λεπτομέρειες. Οι τετρακόσιοι ενενήντα μελλοθάνατοι της παράγκας αριθμός 20 είχαν αποφασίσει ομαδική απόδραση. Ήταν που ήταν χαμένοι. Έ, λοιπόν, όσοι γλιτώσουν. Μέσα στην παράγκα ήταν τρεις επιστάτες. Όταν η καμπάνα χτύπησε σιωπητήριο και τα φώτα σβήσανε, οι κρατούμενοι πιάστηκαν χέρι χέρι από κρεβάτι σε κρεβάτι και δίνανε ο ένας στον άλλον σιωπηλά σινιάλα.

Δόθηκε το σινιάλο πως οι επιστάτες κοιμήθηκαν. Τρεις ομάδες κρατούμενοι ρίχτηκαν και τους καθάρισαν, πριν προλάβουν να βγάλουν άχνα. Ύστερα όλοι μαζί άρχισαν τη μιλημένη δουλειά. Βγάλαν τα στρώματα απ’ τα κρεβάτια, τις σανίδες, τυλίξανε τα στρωσίδια σε μπόγους και τα συγκεντρώσανε κοντά στις πόρτες. Οι εκατό που θα βγαίνανε πρώτοι, κάμανε τα σακάκια τους ποδιές και βάλανε μέσα τα ξυλοπάπουτσα. Η παράγκα τους έβλεπε προς το δάσος. Αλλά είχε μπροστά έναν τοίχο τρία μέτρα ψηλό και στη ράχη ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα. Λίγα μέτρα πέρα απ' τον τοίχο, ήταν δυο ξύλινοι πύργοι με πολυβόλα. Εκατό μέτρα πιο μακριά ήταν ο πρώτος εξωτερικός φράχτης προς τη μεριά του δάσους, καμωμένος από πυκνό συρματόπλεγμα με σκοπιές κάθε εξήντα μέτρα. Ίσα μ’ ένα χιλιόμετρο πέρα, μέσα στο δάσος, ήταν κι άλλος φράχτης. Αυτός δεν είχε σκοπιές. Κι έπειτα άρχιζαν τα χωράφια, τα περιβόλια, τα χωριά, τα αγροτόσπιτα, οι εξοχικές μπιραρίες, τα πανδοχεία, οι δημοσιές, τα μονοπάτια, οι διαβάτες, οι ξωμάχοι, οι παπάδες, τα παιδιά που πάνε σχολείο, οι ποδηλάτες ταχυδρόμοι, οι ελεύθεροι πολίτες, οι άνθρωποι χωρίς στολή, οι ελεύθεροι άνθρωποι, η ελεύθερη χώρα.

Οι κρατούμενοι της παράγκας αριθμός 20 άφησαν το σκοπό που παράλαβε στις δώδεκα να βαρεθεί λιγάκι. Και μόλις τον είδαν ν' ακουμπά στο παραπέτο του πολυβολείου, οι εκατό με τα ξυλοπάπουτσα όρμησαν έξω. Βροχή τα βαριά ξυλοπάπουτσα σφεντονίστηκαν κατά τον πύργο κι ο φρουρός χτυπημένος απανωτά, κατάμουτρα, κρεμάστηκε λιπόθυμος στο παραπέτο. Με τα στρώματα, τις σανίδες, τους μπόγους, τα στρωσίδια κι ό,τι άλλο μπορούσαν να κουβαλήσουν, άρχιζαν τώρα να βγαίνουν όλοι και να τρέχουν προς τον τοίχο. Οι πέρα σκοπιές ακούσανε το σαματά, αλλά δεν καταλάβανε τί γίνεται.

Οι κρατούμενοι ρίχναν τα κουβαλημένα στα πόδια του τοίχου, φεύγανε τρέχοντας και φέρνανε κι άλλα, κι άλλα. Ο σωρός έφτασε ως τη ράχη του τοίχου. Άρχισαν τώρα να γεφυρώνουν με στρώματα το ηλεκτροφόρο συρματόπλεγμα.

Οι σκοποί είδαν επιτέλους τί γίνεται κι άρχισαν να πυροβολούν. Τότε οι κρατούμενοι χύθηκαν όλοι μαζί για να βγουν. Πολλοί μένανε κάτω και πάνω τους πατούσαν και περνούσαν οι πιο γεροί. Πολλοί απ' όσους ανέβαιναν ως πάνω σπρώχνονταν στα πλάγια απ’ το συνωστισμό, πέφτανε πάνω στα αγεφύρωτα ηλεκτροφόρα και πέθαιναν σπαρταρώντας πάνω στα σύρματα. Οι πρώτοι που τα κατάφερναν να πηδήσουν έξω, μέναν στον τόπο απ’ τις σφαίρες που ρίχναν οι κοντινές σκοπιές. Απ’ τις άλλες που ήταν εξήντα μέτρα μακριά η καθεμιά, κανείς στρατιώτης δεν έτρεξε προς τα δω, θες από φόβο, θες γιατί ο Γερμανός δεν αφήνει ποτέ το πόστο του, αν δεν έχει διαταγή.

Έτσι οι σφαίρες τους που έρχονταν από εξήντα, από εκατόν είκοσι, από εκατόν ογδόντα μέτρα μακριά, δεν κάνανε μεγάλη ζημιά. Οι κρατούμενοι πέσανε πολλοί μαζί πάνω στους κοντινούς σκοπούς που ανάμεσά τους ήταν το ανοιχτό πέρασμα προς το δάσος, τους αχρηστέψανε και τους πήρανε τα όπλα. Όλ' αυτά γίνανε μέσα σε λίγα λεπτά και παρ' όλη την αταξία και το κακό, κοντά τετρακόσιοι κρατούμενοι τρέχανε τώρα μέσα στο σκοτεινό κι αφύλαχτο δάσος.



Ρώσος αιχμάλωτος στα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα. Death of a soviet prisoner.



Το μήνυμα όμως της απόδρασης είχε κιόλας φτάσει στον Ές-Ές αξιωματικό ασφαλείας. Σήμανε συναγερμό. Ές-Ές στρατιώτες κυκλώσανε τις παράγκες. Νόμιζαν πως ολόκληρο το Μαουτχάουζεν «άδειαζε». Ταυτόχρονα, οι μοτοσικλετιστές και τ’ αυτοκίνητα της φρουράς κυκλώνανε τον περιφερειακό δρόμο και το δάσος. Όταν εξακριβώσανε πως οι φυγάδες είχαν σκορπίσει, αναπτύχθηκαν στην πέρα μεριά και κάνανε το φωτεινό φράχτη. Οι κρατούμενοι εξαντλημένοι αποκαμωμένοι, φοβισμένοι, ίσως για πρώτη φορά, κρυφτήκανε όπου κι όπως ήταν δυνατόν, για να μην τους βρίσκουν οι προβολείς. Οι Ές-Ές στρατιώτες κι οι υπαξιωματικοί με τα όπλα έτοιμα, περιμένανε να ξημερώσει. Με το πρώτο φως ξεκίνησαν για κει και οι ανώτεροι αξιωματικοί. Ήτανε κι αυτοί ταραγμένοι κι ανήσυχοι όσο ποτέ. Αυτό που έγινε ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί. Μια μαζική απόδραση χωρίς προηγούμενο και συνάμα, ο εξευτελισμός μιας «οδηγίας» χωρίς προηγούμενο. Τρέμανε για το πως θ’ αντιδρούσε το Βερολίνο. Είπανε στους στρατιώτες να σκοτώνουν φυγάδες μόνο σε περίπτωση που δε βρισκόταν αξιωματικός εκεί κοντά. Έπρεπε τώρα να αποδείξουν στο Βερολίνο πως οι αξιωματικοί του Μαουτχάουζεν ήταν εις θέσιν να διορθώσουν εις το ακέραιον το λάθος τους. Και το κυνήγι άρχισε.



Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. 


Οι φυγάδες, όσο δεν είχαν μπορέσει ν’ απομακρυνθούν, κι ήταν οι περισσότεροι αυτοί, προσπάθησαν να κρυφτούν στις ρηχές ρεματιές του λόφου, στις συστάδες των θάμνων, σε λάκκους για σκουπίδια. Κάποιοι σκαρφαλώσανε σε βελανιδιές που το φύλλωμά τους ήταν πυκνό. Μάταιες προσπάθειες, βέβαια, που τις έκανε ακόμα πιο μάταιες το χιόνι που πάνω του είχαν αποτυπωθεί τα πάντα. Οι πατημασιές τους, η πορεία τους, οι δυσκολίες τους, οι αναζητήσεις, όλες τους οι σκέψεις και οι κινήσεις. Μέχρι το απομεσήμερο, είχαν «καθαρίσει» τους φυγάδες που παγιδεύτηκαν στην περικυκλωμένη περιοχή. Συνεχίσανε το κυνήγι οι μισοί, ενισχυμένοι από τη χωροφυλακή και εθελοντές πολίτες, και οι άλλοι γύρισαν πίσω για να μη μείνει το στρατόπεδο αφύλαχτο. Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. Αλλά επιπλέον τους περίμενε εκεί ο διοικητής. Έδωσε θερμά συγχαρητήρια σε όλους και ιδιαίτερα στον ομπερστούρμφυρερ Σπατσενέγκερ. Επιπλέον, του υποσχέθηκε μισή ντουζίνα μπουκάλια κρασί από την προσωπική του κάβα και τη διάκριση να πάει αυτός στο Βερολίνο, για αναφορά στον Καλτενμπρούννερ, ευθύς μόλις εξοντωθεί κι ο τελευταίος φυγάδας. 

Ο Σπατσενέγκερ ήταν ένας σκέτος «φόβος και τρόμος», γνωστός συν τοις άλλοις για την αδυναμία του στους ανθρωποφάγους σκύλους. Στο ανθρωποκυνήγι, ο ίδιος και ο σκύλος του θριαμβεύσανε... Είκοσι οχτώ κεφάλια! Στο κούτελο κάθε «κεφαλιού» έβαζε την υπογραφή του με μολύβι μελάνης, για να μην του κλέψουν τα θηράματα οι συνάδελφοι. Τα επιδειχτικά συγχαρητήρια από το διοικητή στον Σπατσενέγκερ είχαν δυο λόγους: να παινέσει τον «φόβο και τρόμο» για τα είκοσι οχτώ κεφάλια και ταυτόχρονα να μειώσει τον υποδιοικητή Μπαχμάγερ που βασική του αρμοδιότητα ήταν η ασφαλής φρούρηση των κρατουμένων. Και πολύ θα χαιρόταν, αν η απόδραση γινόταν αφορμή να τον μεταθέσουν.


Οι ανώτεροι αξιωματικοί πήγανε κατευθείαν για φαΐ. Ο καθαρός αέρας και η σφαγή θα τους είχαν ανοίξει την όρεξη. 


Τη νύχτα, κάθε μία ώρα, μας βγάζανε έξω απ' τις παράγκες, χωρίς παπούτσια και χωρίς ρούχα. Το πρωί δε μας δώσανε το μαυροζούμι, τον ψευδοκαφέ. Δεν είχε ούτε γεύση ούτε μυρουδιά, όμως ήταν ζεστός. Εκτός που βάζαμε κάτι ζεστό μέσα μας, κολλούσαμε τα χέρια μας στα καζάνια και τα ζεσταίναμε.

Στο προσκλητήριο ανακοινώθηκε πως ούτε και σήμερα θα βγουν για δουλειά τα εξωτερικά συνεργεία. Θα σταθούν όλοι όρθιοι στην πλατεία ως το μεσημέρι. Δε θα μοιραστεί η μεσημεριανή σούπα, ούτε η βραδινή ξηρά τροφή.

Το απομεσήμερο ακούγονταν πυροβολισμοί απ’ τη μεριά της φυλακής. Μάθαμε ότι σκότωσαν όσους είχαν στα κελιά για να τα αδειάσουν και να συγκεντρώσουν στη φυλακή τους ρώσους αιχμαλώτους, ώσπου να ξαναφτιάξουν τους φράχτες στην παράγκα αριθμός 20.

Στο βραδινό προσκλητήριο είδαμε να περνάνε μπροστά μας σουρνάμενοι οι υπόλοιποι από τη «στράφ-κομπανί», «συνεργείο τιμωρημένων». Δεν ήταν ούτε πενήντα, απ' τους διακόσιους που είχαμε δει το πρωί. Γι’ αυτό, ως φαίνεται, τους πήγαν και σήμερα στο λατομείο.

      Πώς και τους βγάλανε αυτούς;

      Για να δούμε πόσοι θα γυρίσουν...

Την άλλη μέρα, τους οδηγούς των φορτηγών που κουβάλησαν τους νεκρούς φυγάδες, τους σκότωσαν πίσω απ' τα λουτρά με μία σφαίρα στο κούτελο. Πάνω απ' τα πτώματα στήσανε μία επιγραφή σε χαρτόνι: «Είναι κακό να βλέπεις, αλλά χειρότερο να λες ό,τι βλέπεις». Κάποιος τρελός κάτι θα ξεστόμισε.

Την παράλλη, όλα τα συνεργεία βγήκαν για δουλειά. Όμως, αυτό που έγινε στα εξωτερικά συνεργεία, ήταν σωστό μακελειό. Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. Ο ένας έλεγε «πήγαινε», ο άλλος σκότωνε. Άλλους τους σκότωσαν, επειδή απλά και μόνο μίλησαν μεταξύ τους.


Λοξά να κοίταζες, οι Ές-Ές το θεωρούσανε «απόπειρα απόδρασης» και πυροβολούσαν. Σκοτώσανε κρατούμενους που πήγαν πιο πέρα για να κατουρήσουν, παρ’ όλο που είχαν ζητήσει την άδεια. 


Όσο περνούσαν οι μέρες, μαθαίναμε για την απόδραση κι άλλα. Τα νέα τα φέρνανε οι Α' και Β' «καμαριέρες». Οι Α' ήταν κρατούμενοι, κυρίως Γερμανοί, τσιγγάνοι και ομοφυλόφιλοι, που δουλεύανε μάγειροι, σερβιτόροι, λαντζιέρηδες, καθαριστές στα εστιατόρια και στις καντίνες των Ές- Ές. Οι Β' ήταν υπηρέτες στην παράγκα που μένανε οι επιστάτες. Πηγαίνανε μετά το βραδινό προσκλητήριο στην παράγκα τους και για λίγο φαΐ, ψωμί, κανένα τσιγάρο, τους πλένανε τα ρούχα, τους μαγειρεύανε, σκουπίζανε και σφουγγαρίζανε το πάτωμα. Από συγκολλημένα μισόλογα που είχαν ακούσει οι καμαριέρες απ’ τους Ές-Ές και τους επιστάτες, βγήκε μία σπουδαία πληροφορία... Φαίνεται πως ογδόντα τουλάχιστον φυγάδες είχαν περάσει όλους τους φράχτες του Μαουτχάουζεν και τον κλοιό με προβολείς και περιπολίες κι είχαν σκορπίσει στην «ελεύθερη» χώρα. Αυτό έγινε στο διάστημα που οι Ές-Ές νομίζανε πως είχαν περικυκλώσει τους πάντες και περιμένανε το φως της μέρας, για να πιάσουν δουλειά.



Πάνω: Επιζήσαντες μετρούν τα πτώματα στο Μαουτχάουζεν. Survivors counting the corpses of prisoners killed in the Mauthausen concentration camp. Κάτω: Νεκρός του Μαουτχάουζεν στο χιόνι. Mauthausen inmate lies dead in the snow


Όταν διαπιστώσανε το λάθος τους, οι φυγάδες που σκοτώσανε στον κλοιό ήταν κάπου τριακόσιοι πενήντα, άρα έλειπαν καμιά εκατοσταριά, ο διοικητής ζήτησε τη συνδρομή του γκαουλάιτερ Άουγκουστ Άϊγκρούμπερ. Ο γκαουλάιτερ του Ομπερντόναου, με έδρα το Λίντς, ήταν ο κομματικός και διοικητικός περιφερειάρχης στον Άνω Δούναβη. Αφού κατσάδιασε τον Τσιράις, που άλλα του έλεγε τη νύχτα και άλλα τώρα, κινητοποίησε τις μονάδες της χωροφυλακής και της χιτλερικής νεολαίας. Διέταξε τους δημάρχους σε πόλεις και χωριά να οπλίσουν όλους τους ικανούς πολίτες, γυναίκες κι άντρες και να λάβουν μέρος στη δίωξη, στη σύλληψη, στην επί τόπου εκτέλεση.

Το μήνυμα του γκαουλάιτερ ειδοποιούσε ότι «άγνωστος αριθμός ειδεχθών κακούργων και εχθρών της γερμανικής πατρίδας, του Ράιχ και του Φύρερ, δραπέτευσαν τη νύχτα από... είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι για τον πληθυσμό και υπάρχουν πληροφορίες πως κατευθύνονται βορειοδυτικά προς την περιοχή που κατοικούν Τσέχοι». Ειδοποιούσε ακόμα ότι αρκετοί απ’ τους ειδεχθείς κακούργους είχαν τουφέκια και πιστόλια. Αυτό ήταν ψέμα. Τα τρία όλα κι όλα τουφέκια που οι δραπέτες πήραν απ' τους χτυπημένους Ές-Ές στρατιώτες βρέθηκαν στο δάσος, ευθύς μόλις άρχισε η καταδίωξη. Όμως το ψέμα επέτρεπε στον Αϊγκρούμπερ τη σύσταση «κάθε πατριώτης και υπεύθυνος πολίτης να πυροβολεί οτιδήποτε κινείται ύποπτα και να εκτελεί χωρίς δισταγμό, κυρίως για την προσωπική του ασφάλεια, κάθε κτήνος...». Οπλίστηκαν πολλοί και με μεγάλη προθυμία. Πήγαν μαζί και πολλοί που δεν είχαν όπλο, αλλά είχαν τσεκούρια, ρόπαλα, μαχαίρια. Ήθελαν οι άνθρωποι να κάνουν κι αυτοί κάτι καλό για τη γερμανική πατρίδα και το Φύρερ.

Έτσι, το ανθρωποκυνήγι που άρχισε στα όρια του Μαουτχάουζεν, απλώθηκε ως τα παλιά σύνορα με την Τσεχοσλοβακία. Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους. Ένα αγόρι της χιτλερικής νεολαίας, μόνο αυτό, σκότωσε τρεις πολίτες. Ένας ταχυδρομικός διανομέας σκότωσε το δήμαρχο του διπλανού χωρίου. Συνολικά, τέσσερις άντρες και μία γυναίκα, κυνηγός και αυτή, ήταν τα θύματα της αλληλοσφαγής τους στο βωμό της μανίας τους να έχουν να πουν «εγώ σκότωσα έναν απ’ το Μαουτχάουζεν». «Θεία Δίκη», θα το ‘λεγε ο κύριος Βαγγέλης. «Αλλά γιατί, Θεέ μου, τόση οικονομά; Θα πείραζε αν ήταν πενήντα αντί πέντε; Δε βλέπεις τί γίνεται στη μεριά μας;»


Και ήταν τόσο το πάθος των κυνηγών να διαπρέψουν και τόση η ευσυνειδησία «να πυροβολούν οτιδήποτε κινειται», που σκοτώνονταν και μεταξύ τους.


Αυτό μας το είπαν οι Ρώσοι δημοσιογράφοι που είχαν πάει μαζί με αμερικάνους στρατιωτικούς ανακριτές στο Σβάρτσμπεργκ... Ένας φυγάδας, τέλεια εξαντλημένος πια, και ξεγελασμένος ποιος ξέρει από τί, τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα σ’ ένα αγροτόσπιτο. Ο αγρότης ιδιοκτήτης κι η γυναίκα του άνοιξαν την πόρτα. Ο φυγάδας, με νοήματα παρακάλεσε για ψωμί και τίποτα κουρέλια να τυλίξει τα πόδια του. Και ενώ θα μπορούσαν, εάν νομίζανε πως κινδυνεύουν να τον φοβερίσουν και να κλείσουν την πόρτα, αυτοί αντίθετα τον καλέσανε μέσα. Τον βάλανε να καθίσει στο τραπέζι, ακούμπησαν κοντά ένα πιάτο φαΐ, ψωμί, κουτάλι, μία κούπα μηλόκρασο... Κι όταν με δάκρυα ευγνωμοσύνης άρχισε να τρώει, του ρίχτηκαν κι οι δυο με μαχαίρια και με τέτοια λύσσα, που το κεφάλι του κρέμασε στο πλάι, σαν του σφαγμένου αρνιού.

Μπορεί να σφάχτηκαν κι άλλοι κάνοντας το ίδιο λάθος. Όμως, Θεέ και Κύριε, γιατί να 'ναι λάθος; Είδε ένα σπίτι, κι είναι ωραία τα σπίτια στα αυστριακά χωριά, με κεντητά κουρτινάκια στα παράθυρα, με καλομπογιαντισμένη πόρτα. Με απλωμένα ρούχα στην αυλή, με κούνια από σκοινί στο κλαδί της φλαμουριάς, για να παίζουνε τα παιδιά. Γιατί να μη ζητήσει λίγο ψωμί και κουρέλια; Που είναι το λάθος;...

Από τη μεγάλη απόδραση, απόγνωση, σφαγή, μόνο για έναν μάθαμε ότι στα σίγουρα διέφυγε. Ο στρατιώτης Σεμιόν Στσακώβ. Για δώδεκα άλλους δε μαθεύτηκε ποτέ τί απόγιναν. Ο Γιοζέ Μπαλλίνα, που δούλευε κι αυτός στην Πολιτική Διεύθυνση, το 'χε βάλει τάμα να βρει την καρτέλα του Σεμιόν και άμα τελικά τη βρήκε, έλεγε συγκινημένος έως δακρύων για το «συντροφάκι» Σεμιόν: «σκέψου, μι κάγο δίος, είναι μονάχα είκοσι χρονών, κοντός, μαυρομάλλης, μαυρομάτης, τ’ αριστερό του χεράκι κομμένο απ' τον καρπό». Φανατικός κομμουνιστής και μαζί φανατικός καθολικός, όπως και άλλοι «εσπανιόλες ρόχος» του Μαουτχάουζεν, χάραξε τ’ όνομα του Στσακώβ σ’ ένα σανίδι του κρεβατιού του και το στόλισε μ' ένα σταυρό κι ένα σφυροδρέπανο. «Να τον φυλάνε και τα δύο» είπε, «το ένα δε φτάνει... εμείς γι' αυτό τα κάναμε σκατά στην Ισπανία».

Ο φίλος του Καζιμίρ Κλεμέντες έφριξε άμα το είδε, «πάει, αυτουνού του ‘στριψε τελείως». Πήρε το σανίδι και το 'καψε στη σόμπα, κάνοντας ότι ψήνει δυο κλεμμένες πατάτες. Κλεμέντες και Μπαλλίνα είχαν πλάι πλάι πολεμήσει στο Τερουέλ τους «κοχόνες και μιέρδας φασίστες του χιτλερίσιμο του Φράνκο».



Από το βιβλίο "Μαουτχάουζεν" του Ιάκωβου Καμπανέλλη [εκδ.Κέδρος]. Πρώτη έκδοση το 1963. Για τη μεταφορά και την εισαγωγή, το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18.




Αιχμάλωτοι του Μαουτχάουζεν μετά την απελευθέρωση. Prisoners mill about at Mauthausen after liberation


You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...