Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ο Μυστικός Κήπος του Χέρμαν Έσσε





«Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.»

Απόψε, φίλοι, θα μοιραστώ μαζί σας ένα μικρής έκτασης διήγημα του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Είναι μια ιστορία που μοσχομυρίζει άνοιξη και παρελθόν, ανάμνηση και όνειρο. Μοιάζει με κάποια μικροσκοπική, μαγική πόρτα που φωλιάζει στα κατάβαθα της ασυνείδητής μας σκέψης – μια πόρτα που ανοίγει και μεμιάς ξεχύνεται μπρος στα έκθαμβά μας μάτια ένας κόσμος που μας μεταφέρει στα βάθη της παιδικής μας ηλικίας – και ακόμα πιο πίσω, πολύ πιο πίσω.

Πολύ πριν γεννηθούμε – μα, για κάποιο λόγο, γνωρίζουμε καλά πως ήμασταν όλοι εκεί.

Στην αφήγηση του Έσσε τα πράγματα ποτέ δεν είναι μονάχα εκείνο που μοιάζουν να είναι. Είναι αυτό – μα και πολύ περισσότερα. Καθετί μοιάζει να ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο, το σύμβολο και το μύθο, το μύθο και την πραγματικότητα που χάσκει από κάτω – μια πραγματικότητα ξέχειλη με αρχέτυπα, σαν εκείνα για τα οποία μίλησε ο Καρλ Γιουνγκ.

Έτσι λοιπόν ένας περίκλειστος κήπος που φωλιάζει στην γωνιά ενός πανδοχείου ποτέ δεν είναι απλά ένας κήπος · ένας άγνωστος θαμώνας ενός μπαρ, με τον οποίο ανταλλάσσετε κάποιες μυστήριες φράσεις ποτέ δεν είναι απλά ένας θαμώνας ενός μπαρ· το δέντρο ποτέ δεν είναι ένα απλό κοινό δέντρο· το τρομακτικό κόασμα ενός βατράχου στη σιγή της νύχτας ποτέ δεν είναι απλά το κόασμα ενός βατράχου· και αυτές οι μουσικές νότες που αντηχούν από κάποιο μακρινό παράθυρο και σου θυμίζουν τα παλιά… να ξέρεις, δεν είναι τυχαίες.

«Η φύση είναι ένα δάσος με σύμβολα», έλεγαν οι συμβολιστές. Μα στον κόσμο του Χέρμαν Έσσε, όχι μόνο η φύση, μα τα πάντα σημαίνουν κάτι παραπάνω από αυτό που φαίνονται να είναι. Και όλα συνδέονται, με ένα μαγικό θα ‘λεγες τρόπο, μεταξύ τους. Και, κάπου εκεί, καταμεσής όλων αυτών, βρίσκεσαι κι εσύ.

Εσύ, ο αναγνώστης που διαβάζεις αυτό το κείμενο, που επέλεξα να μοιραστώ σήμερα μαζί σου. Δεκαετίες μετά από τον καιρό που γράφτηκε – μα και αιώνες μετά αν το διαβάσεις, το ίδιο νόημα θα έχει. Είναι μια ιστορία στην οποία ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία – παρά μόνο για εκείνα που επιλέγει να μας κρύψει. Ποιος ξέρει … ίσως διαβάζοντάς το κείμενο, η οθόνη του υπολογιστή σου να μυρίσει – για λίγο έστω – υγρό χώμα, χλόη και άρωμα παλιού βιβλίου.

Μπροστά στα μάτια σου εκτείνεται μια μικροσκοπική πόρτα. Πίσω από την πόρτα κρύβεται ένας κήπος. Και στα χέρια σου, τώρα, κρατάς ένα μικρό κλειδί.

Για να γυρίσεις το κλειδί… και να ανοίξεις την πόρτα… δεν έχεις παρά να συνεχίσεις την ανάγνωση.



Roman garden painting


“Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου”


«ΓΥΡΩ στο σούρουπο, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου, έφτασα σε μια παλιά, μικρή πόλη και κατέβηκα μπροστά σε κάποιο παλιό, ήσυχο πανδοχείο. Διάλεξα ένα ήσυχο δωμάτιο που το παράθυρο του κοίταζε σ' ένα μικρό δρομάκι και από την άλλη μεριά του δρόμου ήταν ένας παλιός τεράστιος κήπος με δέντρα και ψηλό χορτάρι.

Κατόπιν άνοιξα γρήγορα-γρήγορα τη βαλίτσα μου, έβγαλα τις πένες μου, τα μελάνια μου και το χειρόγραφο που μόλις είχα αρχίσει, τα έβαλα όλα στο στρογγυλό, ετοιμόρροπο τραπέζι και έκατσα.

Με αυτό το υπέροχο, καταραμένο χειρόγραφο, έλεγα να ξεκινήσω για μια φορά ακόμα. Εδώ και μήνες το κουβαλούσα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα, σε όλο τον κόσμο, το είχα σχεδιάσει πολύ όμορφα και το είχα αρχίσει πολύ καλά, παρ' όλα αυτά, δεν πήγαινε πιο κάτω, εδώ και καιρό δεν είχα καταφέρει να γράψω ούτε μια σελίδα που να μην τη σχίσω ύστερα από λίγο. Χιλιάδες φορές η ιδέα αυτού του ποιήματος με είχε γοητεύσει και χιλιάδες φορές την είχα καταραστεί, το ταξίδι και το χειρόγραφο κι ολόκληρη τη συγγραφική τέχνη και τα είχα στείλει στο διάολο.

Και τώρα το έπιανα για μια ακόμα φορά στα χέρια μου. Ακόμα μια φορά βυθίστηκα στο ποίημα, η ιδέα φωτίστηκε για μια ακόμα φορά και ξαναβρήκα το τελειωμένο πρώτο μέρος θαυμάσιο και για μια ακόμα φορά εμφανίστηκε μπροστά μου το άψυχο κενό, η τρύπα δίχως ζωή, στήριξα το κεφάλι στα χέρια μου και ξανάνιωσα την παράλυση, αυτή την ανυπόφορη αδράνεια να με κατακλύζει.

Όχι, κατ' αυτόν τον τρόπο, το να είσαι ποιητής ήταν σκέτο βασανιστήριο! Δε θα έπρεπε κανείς σώνει και καλά να έχει ιδέες, δε θα έπρεπε να δοκιμάζει νέα, δύσκολα και πιθανόν ακατόρθωτα πράγματα. Θα έπρεπε κανείς να γράφει τα βιβλία του σαν ένας ήσυχος, αξιοπρεπής χειρώνακτας, στέρεος και μετριόφρων, δίχως προβλήματα να ευχαριστήσει τον αναγνώστη, να ξεζουμιστεί, δίχως σφίξιμο, δίχως αγώνα, χωρίς απώλεια φαιάς ουσίας!

Αισθάνθηκα το σκοτάδι να με τυλίγει και πλησίασα το παράθυρο. Από παντού μου ερχόταν το άρωμα που αποπνέει η γαλήνη της μικρής πολιτείας. Άνθρωπε, σκέφτηκα, εάν δεν ήσουν τρελός, θα πέταγες το χειρόγραφό σου στη φωτιά, θα ξεχυνόσουνα στην πόλη, θα έψαχνες να βρεις που παίζουνε μπόουλινγκ και θα ζήταγες σε γάμο την κόρη του φαρμακοποιού!

Στο μικρό δρομάκι δεν υπήρχε τίποτε αξιοθέατο. Ο παλιός κήπος όμως εξασκούσε πάνω μου μια παράξενη γοητεία. Πίσω από έναν πελώριο τοίχο απλωνόταν μια θαυμάσια, καταπράσινη ζούγκλα μέσα στο ημίφως του δειλινού. Ψηλά, περήφανα δέντρα, μονοπάτια γεμάτα βαλτόνερα, τα πάντα παραμελημένα και άγρια, μα παρ' όλα αυτά παντού ανάπνεε το πνεύμα ενός ευγενικού σχεδίου, όμορφες συστάδες θάμνων και τα βαθιά φυλλώματα σχημάτιζαν συμμετρικούς θόλους πάνω από τα μισοκρυμμένα μονοπάτια. Αχ! Τέτοιοι παλιοί κήποι σε γεμίζουν θλίψη, μιλούν τόσο έντονα για μας και το σημερινό μας κόσμο.

Ο καμαριέρης ήρθε και με ειδοποίησε πως το δείπνο ήταν έτοιμο. Με οδήγησε σε μια άδεια τραπεζαρία με πράσινους παλιούς καθρέφτες και μαυρισμένους πίνακες στους τοίχους. Στη μέση του ταβανιού ήταν κρεμασμένος ένας πολυέλαιος και από κάτω ένα τραπέζι στο οποίο καθόταν ένας ηλικιωμένος κύριος και έτρωγε. Στο ίδιο τραπέζι, ακριβώς απέναντί του ήταν τα σερβίτσια μου. «Τι ηλίθιο! σκέφτηκα, γιατί να μην έχω ένα τραπέζι μοναχά για μένα!».

Ο ηλικιωμένος κύριος, τον οποίο χαιρέτησα σιωπηλά, με
αντιχαιρέτησε κουνώντας το κεφάλι με τα γερακίσια χαρακτηριστικά.

—Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί όλες του τις επιθυμίες, είπε με ένα κοφτερό χαμόγελο, εσείς γιατί δεν το κάνετε;

—Σεβάσμιε μου κύριε, είπα, νομίζετε πραγματικά, ότι ήρθα σ' αυτή την πόλη και ειδικά σ' αυτό το σπίτι, μόνο και μόνο για να ακούσω τη διδασκαλία σας; Δείχνω κάτι τέτοιο;

Έβαλα στο πιάτο μου σούπα, έκοψα ψωμί και γέμισα το ποτήρι με κρασί, δοκίμασα αλλά δε μου άρεσε.

— Μα δείχνετε έτσι, είπε ο γηραιός κύριος. Σαν κάποιος που καταπιέζει τις επιθυμίες του αντί να τις ικανοποιεί. Οι πιο πολλοί άνθρωποι δείχνουν έτσι, δεν το έχετε προσέξει;

Σκούπισα το στόμα μου με την πετσέτα και είπα:

—Δεν έχω προσέξει τίποτε άλλο εκτός από τη φλυαρία σας. Και επειδή μου δώσατε τη συμβουλή να ικανοποιώ τις επιθυμίες μου, επιθυμώ λοιπόν κ' εγώ να δοκιμάσω από το κρασί που πίνετε!

Άρπαξα την μπουκάλα του, έχυσα στο ποτήρι μου μια γουλιά και το δοκίμασα.

—Ω! μα είστε επιδεικτικός απ' ό,τι βλέπω! είπε ο γέρος. Αυτό το συναντάει κανείς πολύ σπάνια σήμερα. Συνεχίστε έτσι και δε θα μετανιώσετε!

— Α! όχι, έχετε απόλυτα δίκιο, το κρασί είναι πολύ ωραίο. Γκαρσόν, φέρτε μου και μένα ένα μπουκάλι από αυτό το άσπρο κρασί και πάρτε πίσω το άλλο που μου φέρατε!

Έτρωγα τώρα, πεινασμένος από το ταξίδι, σιωπηλός το φαγητό μου και δεν άφησα ούτε ψίχουλο. Μέχρι το τυρί, τα αμύγδαλα και τα σταφύλια και ο γέρος με άφησε ανενόχλητο. Στο μεταξύ η διάθεσή μου έφτιαξε, το κρασί ήταν πολύ ωραίο, όπως και το φαγητό. Καθώς άναψα το τσιγάρο μου αισθάνθηκα την ανάγκη να ξαναρχίσω και πάλι τη συζήτηση με το γείτονα μου, αλλά εκείνος σηκώθηκε απότομα, το γκαρσόνι του έφερε μπαστούνι και καπέλο και ο γέρος με χαιρέτησε με το κοφτερό του χαμόγελο και το γερακίσιο του πρόσωπο:

—Ω! φεύγετε κιόλας; είπα λυπημένος. Σκέφτηκα καλά αυτά που μου είπατε και θα ήθελα πολύ ευχαρίστως να κουβεντιάσω μαζί σας πάνω στο θέμα. Ο ηλικιωμένος κύριος, ο οποίος είχε γυρίσει κιόλας να φύγει, έστρεψε το πρόσωπο του και είπε: «Δεν υπάρχει τίποτα για να κουβεντιάσουμε». Εγώ είπα: «Οι επιθυμίες πρέπει πάντοτε να ικανοποιούνται».

Και φυσικά, το διαπιστώνετε: «Με αυτόν τον τρόπο ταχτοποιήθηκαν και ό,τι ταχτοποιείται, δε μας βασανίζει πια. Σας εύχομαι καλό βράδυ». Έφυγε ο Γαμψομούτρης. Σκέφτηκα «αστείος τύπος» και κάθισα μοναχός μου. Είδα το πρόσωπό μου ν’ αντικαθρεφτίζεται στους πράσινους καθρέπτες: έδειχνα κι εγώ σαν αρπαχτικό όρνιο με γαμψή μύτη, σαν το γέρο, ολόιδιος. Ακόμα πέντε, δεκαπέντε χρόνια και θα έμοιαζα ίδιος με κείνον.

Οι καθρέφτες μου χάλασαν τη διάθεση, ανέβηκα στο δωμάτιό μου, κάθισα κοντά στο παράθυρο και κοίταξα προς το μαγικό κήπο. Το γκαρσόνι ήρθε, τον παρακάλεσα να μου φέρει επάνω το κρασί. Ρώτησα:

—Ανήκει ο κήπος στο πανδοχείο σας;

—Όχι!

—Μπορεί να μπει κανείς μέσα;

—Όχι!

—Κρίμα!

Δεν ήξερε σε ποιον ανήκει, δεν είχε δει ποτέ κανέναν εκεί μέσα. Αργά, άρχισα να πίνω το κρασί μου, κάπνιζα, το φεγγάρι ανέβαινε ψηλά, οι σκέψεις μου ταξίδευαν μέσα από στρώματα —το ένα πάνω στο άλλο— παρελθόντων. Υπήρχαν κι άλλοι άνθρωποι σαν και μένα; Παίζανε κι αυτοί στη ζωή τους αυτόν το ρόλο, τον είχαν χάσει, τον είχαν ξεχάσει ξανά, είχαν αρχίσει κάτι νέο ή δε γνώριζαν τον εαυτό τους πια;

Όλοι ήταν έτσι. Κάθε άνθρωπος αποτελείται από μια μεγάλη δέσμη προσωπικοτήτων και ήταν απλώς θέμα χαρακτήρα ότι εγώ ήμουν μια ευλαβική περιδίνηση; Ή ήμουν μια εξαίρεση; Ένα άρρωστο αντίγραφο; Μια σαπουνόφουσκα; Ένα παιχνίδι της φύσης; Αχ! Όχι, όλοι ήταν έτσι, αλλά οι πιο πολλοί είχαν την ψευδαίσθηση της ενότητας, αυτή την παραφροσύνη. Την είχα κ’ εγώ κάποτε!



Roman garden painting


Ω! Τι ωραία που ήταν μες στο σκοτάδι του κήπου απέναντι! Πώς μπορεί κανείς να ερωτευτεί τόσο γρήγορα κάτι; Όπως μια γυναίκα! Είχα ερωτευτεί τον κήπο, τον επιθυμούσα, τον λαχταρούσα όσο τίποτε άλλο! Πόσο καιρό δεν είχα έναν κήπο δικό μου! Πόσο καιρό είχα ζήσει μέσα σε βαγόνια και δωμάτια ξενοδοχείων!

Ήταν ακόμα νωρίς, ίσως 9 η ώρα, αλλά η πολίχνη έδειχνε πως είχε αποκοιμηθεί κιόλας! Δεν ήθελα να μείνω περισσότερο έτσι, έφυγα, κατέβηκα τις σκάλες, βγήκα από το σπίτι. Διέσχισα μια μικρή πλατεία μ' ένα σιντριβάνι, ένας μικρός δρομάκος, άλλα δρομάκια ακολούθησαν, όλα ήσυχα και νεκρά και τελικά τώρα ανακάλυψα το δρομάκι που βρισκόταν ο κήπος. Πιθανόν να είχε ο τοίχος μια πόρτα, έπρεπε να ψάξω.

Δεν είχε καμιά πόρτα, τίποτα, ούτε μια τρύπα για να κοιτάξει κανείς ανάμεσα. Και τώρα, για πρώτη φορά ορθώθηκε η επιθυμία για τον κήπο και κυρίευσε την ψυχή μου; Πως το είχε πει ο αστείος ηλικιωμένος κύριος; Ο άνθρωπος πρέπει να ικανοποιεί τις επιθυμίες του. Ναι, είχε τρομαχτικό δίκιο. Ποτέ ο άνθρωπος δεν πράττει στην πραγματικότητα ό,τι θα του άρεσε, πάντοτε γυρίζει γύρω-γύρω, λοξοδρομεί, διαγράφει τόξα γύρω από τις επιθυμίες του, τις χαϊδεύει και τις εξιδανικεύει, τις μετατρέπει και τις κρύβει πίσω από ιδανικά και θρησκείες, αντί να τις βουτήξει από το λαιμό με γενναιότητα. Άρπαξα λοιπόν την επιθυμία μου από το τσουλούφι. Έψαξα να βρω στον τοίχο μια μεριά που θα μπορούσα να σκαρφαλώσω, έβαλα το πόδι μου σε μια εσοχή του τοίχου, έδωσα έναν πήδο και βρέθηκα καβάλα στην κορφή. Από κει πάνω αφέθηκα απαλά να γλιστρήσω μέσα.

Ένιωσα κάτω από τις παλάμες μου το μαλακό γρασίδι, τις έτριψα πάνω σ’ ένα θάμνο, μύριζε παράξενα, μύριζε πανάρχαια πράγματα κάπου μακριά στη σκοτεινιά της πιο παλιάς ζωής μου, στα παιδικά μου χρόνια, μύριζε κάπως έτσι. Ω! πόσο ωραίο και ερεθιστικό ήταν αυτό το άρωμα, μύριζε παμπάλαια χρόνια, τραγουδούσε για τη Μητέρα και τη Γιαγιά. Μεταμόρφωνε εμένα και τον κόσμο, δεν ήμουν πια εδώ ή εκεί, σ' αυτή την πόλη και σ' εκείνο τον κήπο, ήμουν ακριβώς στη μέση του παρθένου δάσους των περασμένων, των απέθαντων αισθημάτων και αναμνήσεων. Μύριζα γης, μιλούσε για τις πρασιές της παιδικής ηλικίας, ήμουν ένα μικρό παιδί και φύτευα ένα μυρτολούλουδο σε μια γλάστρα, έβαζα φρέσκο χώμα μέσα και το πάταγα για να κάτσει καλά, έριξα νερό, είχα φυτέψει κάτι για πρώτη φορά, κάτι ζωντανό που μου ανήκε και που μπορούσε να μεγαλώσει με τις ρίζες του μέσα στη μαύρη γη, έπινε κ' έτρωγε απ' αυτή. Εγώ ο ίδιος είχα βυθίσει τις ρίζες μου μέσα στο χώμα, βαθιά, έπινα τη γη, έτρωγα τον αρχαίο κόσμο, αναπτυσσόμουν μέσα στο γιορταστικό σκοτάδι της γέννησης, χρόνος και μορφή είχαν βουλιάξει, όλα ήταν αρχή, όλα ξεφύτρωναν και μεγάλωναν, δεν υπήρχε ακόμα ούτε άνθρωπος, ούτε φυτό!

Από το χάος που είχα βυθιστεί με ξύπνησε μια φωνή: Ένας βάτραχος αόρατος τράπηκε σε φυγή από το βάδισμά μου ακροπατώντας πάνω στις πατούσες του. Ήταν κιόλας μακριά, όταν ένα καινούργιο χάσμα άνοιξε μέσα μου, μια καινούργια άβυσσος που την ποθούσα και την αποστρεφόμουν απ' την παιδική μου ηλικία, τρομαχτική και γοητευτική.

Ο κόσμος της παγωνιάς, γλιστερές επιφάνειες, ξένοι, βάτραχοι και φίδια, το συναίσθημα της φρίκης, η απύθμενη περιέργεια, ο φόβος του κινδύνου και του απαγορευμένου. Ξανά αυτός ο κόσμος των σκοτεινών συναισθημάτων που αρχίζει με παραστάσεις της παιδικής μου ηλικίας, οδηγεί πίσω στο χάος, στο Απρόσωπο και στο Προ-ανθρώπινο, στην άβυσσο μιας τρομαχτικής, αρχαίας φρίκης, το ίδιο άγια και τρομερή, το ίδιο δημιουργική όσο και θανάσιμα καταστροφική.

Το δέντρο που έστριψα για να μην πέσω επάνω του, το χορτάρι που έφτανε ή που είχα χωθεί μέσα του ως τα γόνατα, το χορταριασμένο μονοπάτι σαν μαλλιαρό ζώο, ο χορταριασμένος τοίχος, η νυχτερινή πεταλούδα, οι γρύλοι, όλα και κάθε φύλλο στους θάμνους και κάθε πνοή του ανέμου, ήταν όλα γεμάτα μυστική συγγένεια, τόσο ερεθιστικά, γεμάτα μνήμη. Όλα με οδηγούσαν στο πιο βαθύ μου είναι και ακόμα πιο πέρα, στο άμορφο. Για μια στιγμή κατάλαβα ότι οι έννοιες του μύθου όπως χάος και δημιουργία, λέξεις της λογικής, όπως προϊστορία και ανάπτυξη, στη βάση δεν εννοούνται το ένα μετά το άλλο, αλλά είναι το ίδιο, το ένα μέσα στο άλλο. Και ο πανάρχαιος κόσμος δεν ήταν παλαιότερος από το σήμερα, δεν είχε υπάρξει: Ο παλιός κόσμος και το σήμερα ήταν το ίδιο: Κάπως αλλιώς είχα φανταστεί αυτόν τον κήπο. Τώρα δεν ήταν πια μια όμορφη και γαλήνια εικόνα πατρογονικής κουλτούρας, τώρα ήταν μια μεγαλειώδης μαγική σκηνή, παρθένος δάσος, θέατρο φαντασμάτων.
         
Η κάθε όμορφη, ποθητή γωνιά του κόσμου μπορεί να γίνει δάσος και ναός, δρομάκι και δωμάτιο, λιβάδι και σιδηροδρομικός σταθμός. Κάθε στιγμή μπορούμε να εισχωρήσουμε στις απαρχές του κόσμου, στο Μύθο, στο Άχρονο – αλλά αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, πολύ σπάνια μας χαϊδεύει η πνοή του μαγικού.

Πετούσα μαζί με τη νυχτερινή πεταλούδα μέσα σ’ ένα δάσος των Ινδιών, στο άρωμα των φύλλων, μύριζα το παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας. Καβαλούσα ένα άλογο, καθόμουν πάνω στα θρανία, ταλαντευόμουν με το φύσημα του ανέμου σε πανύψηλες κορφές δέντρων και κατάρτια ιστιοφόρων που έφταναν ως τον ουρανό, κυνηγούσα παραδεισένια πουλιά. Με κυνηγούσαν παράξενα τέρατα και τρεπόμουν σε φυγή, ήμουν νέος και γέρος, ήμουν νάνος και γίγαντας. Από τον κήπο δεν έβλεπα τίποτα πια, ήταν τόσο γεμάτος, τόσες πολλές χώρες και μέρη της γης είχαν μαζευτεί μέσα του, τόσες πολλές εποχές, τόσες πολλές πόλεις και άνθη, άστρα και χιονοστιβάδες. Πώς μπόρεσα να ζήσω τόσο καιρό δίχως να μπορώ να επιθυμήσω έναν τέτοιο κήπο; Ο κήπος δεν ήταν τίποτα και ό,τι όμορφο, περιποιημένο και άνετο, ό,τι προσπαθούσα να βρω εδώ μου ήταν τώρα ατέλειωτα μακρινό και αδιάφορο, εκτός του ότι δε μπορούσα να δω τίποτα μέσα στο σκοτάδι. Που ήμουν λοιπόν; Ήμουν στο παραμύθι, ήμουν στις απαρχές του κόσμου, όπου το κάθε πράγμα μπορεί να μεταμορφωθεί σε κάποιο άλλο, όπου κάθε πράγμα είναι ανύπαρκτο και αδιάφορο για τον εαυτό του αλλά ιερό και αιώνιο σαν αλληγορία, σαν εικόνα, σαν φευγαλέα κατοικία του Θεϊκού. Βρισκόμουν μέσα στην ίδια μου την ψυχή, γιατί αυτή που την ξέρουμε τόσο λίγο, είναι ο πρωτογενής, μαγικός μας κόσμος. Πως ήταν δυνατόν να ξέρουμε τόσα λίγα για κείνον, και τόσο σπάνια να επιστρέφουμε σ’ αυτόν.

Το αυτί μου έπιασε κανα-δυο ήχους από μακριά, κάποιος έπαιζε πιάνο μες στη νύχτα και ήταν σαν να έπαιζε πιάνο η αδελφή μου, η μακρινή μου αγαπημένη. Σαν αστραπή ένιωσα μέσα μου βαθιά τι σήμαινε μουσική για μένα, λάμψε θαυμάσιο το κρύσταλλο της για λίγα δευτερόλεπτα, Μότσαρτ, Σούμπερτ, Μπαχ, η ορχήστρα και το εκκλησιαστικό όργανο, το κουαρτέτο, η όπερα και το ορατόριο. Για μερικές στιγμές ο κόσμος μεταμορφώθηκε σ' ένα τεράστιο μωσαϊκό τόνων και ήχων. Κάθε ήχος ήταν θεός, κάθε οκτάβα η επιβεβαίωσή του, κάθε τέρτσο ο δεσμός του με τους καιρούς και τη δύναμη της μεταμόρφωσης, κάθε ακόρντο, το φευγαλέο, αστραφτερό του ρούχο.»




* Το παρόν διήγημα του Έσσε ήταν άτιτλο στην αυθεντική του μορφή. Στα ελληνικά του δόθηκε ο τίτλος «Από την Άλλη Μεριά του Τοίχου» και περιλαμβάνεται στη συλλογή ιστοριών «Ένα Βράδυ με το Δόκτορα Φάουστ και άλλα Διηγήματα», εκδόσεις Ζαχαρόπουλος. Η μετάφραση είναι του Γ. Κώνστα.


Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ζαν-Πολ Σαρτρ... Στον Στρόβιλο της Ναυτίας





«Ίσως να είναι αδύνατον να κατανοήσει κάποιος το ίδιο του το πρόσωπο. Ή μήπως το πιστεύω αυτό επειδή ζω μόνος; Οι κοινωνικοί άνθρωποι έμαθαν να κοιτάζονται στους καθρέφτες όπως εμφανίζονται στους φίλους τους. Δεν έχω φίλους: άραγε γι' αυτόν το λόγο είναι τόσο γυμνή η σάρκα μου; Θα έλεγα - ναι, θα έλεγα ότι είναι η φύση χωρίς τους ανθρώπους.»


Δεκαετία του 30, κάπου σε μια επαρχιακή πολιτεία (έχει σημασία ποια;) κάποιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας γύρω στα 30-35 (έχει σημασία τ’ όνομά του;) νιώθει τη Ναυτία. Τη βιώνει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του. Λέει «υπάρχω» - και μεμιάς συνειδητοποιεί το βάρος αυτής της φοβερής λέξης. Αυτής της τρομερής, της αδυσώπητης, της γεμάτης σημασίας, λέξης.

Και ο κόσμος ποτέ δεν είναι ίδιος πια.

Ο δικός του κόσμος – γιατί ο κόσμος των άλλων συνεχίζει να γυρίζει στους γνωστούς, καθημερινούς ρυθμούς του. Στους ρυθμούς των αστικών συναναστροφών, της ενασχόλησης με τις τακτικές συνήθειες, το σπίτι, την εργασία, τη σχόλη, την επικαιρότητα, και όλα τα γνωστά. Άνθρωποι που ποτέ στη ζωή τους δεν βίωσαν τη Ναυτία, δεν γνωρίζουν τι είναι η Ναυτία. Το μαζικό πλήθος του εφησυχασμού, το οκνηρό πλήθος της σταθερότητας, κόσμος που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.

Μα η ύπαρξη δεν γνωρίζει παρελθόν, δεν γνωρίζει μέλλον. Υπάρχει μόνο το Τώρα – και το Τώρα ποτέ δεν είναι σταθερό.

Τι είναι, λοιπόν, η Ναυτία; Σε τι ακριβώς αναφερόμαστε; Πρόκειται για μια νοητική ή μια ψυχολογική κατάσταση; Μια μορφή αντίδρασης; Μια φυσική πραγματικότητα; Είναι κάτι καλό, κάτι κακό; Και για ποιο λόγο αποφάσισε o Ζαν-Πωλ Σαρτρ [Jean-Paul Sartre], εν έτει 1938, να ονομάσει έτσι [“La Nausée”, “Nausea”] το πρώτο του βιβλίο; Το μυθιστόρημα που κατέστησε για πρώτη φορά γνωστή στον κόσμο τη φιλοσοφία του Υπαρξισμού;

Αυτό το αφιέρωμα είναι μια εισαγωγή σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ου αιώνα. Θα συνοδεύω με σχόλια κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, με σκοπό να εξιχνιάσουν το μυστήριο της Ναυτίας – να καταλάβουμε πως συνδέεται με τη φιλοσοφία του Σαρτρ, ποια η σχέση της με την εποχή που την ανέδειξε (μα και την εποχή που ζούμε τώρα) – και, εν τέλει, να παρωθήσω τον αναγνώστη να πιάσει το βιβλίο στα χέρια του και να το μελετήσει ο ίδιος.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.






Μόνος στον κόσμο.



Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι μόνος σε μια επαρχιακή πόλη. Γυρίζει εδώ κι εκεί, στα καφέ, τα πάρκα, τους δρόμους, συλλογίζεται το παρελθόν του και προσπαθεί να συγγράψει μια βιογραφία ενός ιστορικού προσώπου. Αυτό το τελευταίο είναι και το μοναδικό που του παρέχει μια κάποια αίσθηση «καθημερινής τριβής», μια αίσθηση σκοπού, σε έναν κόσμο που δείχνει, μέρα με τη μέρα, να στερείται νοήματος.

«Εγώ ζω μόνος, εντελώς μόνος. Δε μιλώ σε κανέναν, ποτέ· δεν παίρνω τίποτα, δε δίνω τίποτα. Ο Αυτοδίδακτος δεν υπολογίζεται. Υπάρχει βέβαια και η Φρανσουάζ, η αφεντικίνα του “Ραντεβού των Σιδηροδρομικών”. Όμως της μιλώ; Μερικές φορές, μετά το δείπνο, τη στιγμή που μου σερβίρει ένα μικρό ποτήρι μπίρα, τη ρωτώ:

- Έχετε χρόνο σήμερα το βράδυ;

Δε λέει ποτέ όχι και την ακολουθώ σε ένα από τα μεγάλα δωμάτια του πρώτου ορόφου που τα νοικιάζει με την ώρα ή την ημέρα. Δεν την πληρώνω: κάνουμε έρωτα με ανταλλαγή. Εκείνη ικανοποιείται (χρειάζεται έναν άντρα την ημέρα και έχει αρκετούς άλλους εκτός από μένα) κι εγώ απαλλάσσομαι από κάποιες μελαγχολίες των οποίων την αιτία γνωρίζω πολύ καλά. Όμως μόλις που ανταλλάσσουμε μερικές λέξεις. Γιατί άλλωστε; Ο καθένας για τον εαυτό του.»

Όχι μόνο οι επαφές του με τρίτους, μα και η σχέση με τον ίδιο τον εαυτό του σταδιακά προσλαμβάνει, ολοένα και περισσότερο, έναν αινιγματικό χαρακτήρα. Λες και τίποτα πια δεν είναι δεδομένο – ακόμα και τα πιο απλά πράγματα, όπως το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Ποια, λοιπόν, είναι η πραγματικότητά του;

«Στον τοίχο υπάρχει μια λευκή τρύπα, ο καθρέφτης. Είναι παγίδα. Ξέρω ότι θα παγιδευτώ. Αυτό είναι. Μόλις εμφανίστηκε στον καθρέφτη το γκρίζο πράγμα. Πλησιάζω και το κοιτάζω, δεν μπορώ πια να εξαφανιστώ.

Το γκρίζο πράγμα είναι το καθρέφτισμα του προσώπου μου. Συχνά αυτές τις χαμένες μέρες στέκομαι και το ατενίζω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα σ' αυτό το πρόσωπο. Τα πρόσωπα των άλλων έχουν νόημα. Το δικό μου όχι. Δεν μπορώ καν να αποφασίσω αν είναι όμορφο ή άσχημο. Νομίζω ότι είναι άσχημο διότι μου το έχουν πει. Όμως αυτό δε με εκπλήσσει. Κατά βάθος με αναστατώνει επιπλέον το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να του προσδώσει τέτοιου είδους ιδιότητες, σαν να αποκαλεί ωραίο ή άσχημο ένα κομμάτι γης ή ένα βράχο. […]



George Grosz - Portrait of Dr. Felix J. Weil_1926

Το βλέμμα μου χαμηλώνει αργά, βαριεστημένα, προς το μέτωπο, τις παρειές: δε συναντά τίποτα στέρεο, βαλτώνει. Προφανώς, υπάρχει μια μύτη, μάτια, στόμα, αλλά όλα αυτά δεν έχουν νόημα, ούτε καν ανθρώπινη έκφραση. Ωστόσο η Άννυ και η Βελίν θεωρούσαν ότι είχα ζωντανό ύφος• μπορεί να έχω συνηθίσει υπερβολικά το πρόσωπό μου. Η θεία Μπιζουά όταν ήμουν μικρός μου έλεγε: «Αν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη για πολλή ώρα, στο τέλος θα δεις έναν πίθηκο». Εγώ μάλλον κοιταζόμουν ακόμη περισσότερη ώρα: αυτό που βλέπω τώρα είναι πολύ κατώτερο του πιθήκου, βρίσκεται στα όρια του φυτικού βασιλείου, στο επίπεδο των πολυπόδων. […]

Στηρίζομαι με όλο μου το βάρος στην άκρη του νιπτήρα, πλησιάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη μέχρι να τον αγγίξω. Τα μάτια, η μύτη και το στόμα εξαφανίζονται: δεν έχει απομείνει τίποτε ανθρώπινο. Μαυριδερές ρυτίδες στην κάθε πλευρά του πυρετικού πρηξίματος των χειλιών, σκασίματα, εξογκώματα. Ένα μεταξένιο λευκό χνούδι διατρέχει τις μεγάλες πλαγιές των παρειών, δυο τρίχες ξεπηδούν από τα ρουθούνια: ανάγλυφος γεωλογικός χάρτης. Και παρ' όλα αυτά, αυτός ο σεληνιακός κόσμος μου είναι οικείος. Δεν μπορώ να πω ότι αναγνωρίζω τις λεπτομέρειές του. Όμως το σύνολο μου δημιουργεί την εντύπωση ενός deja vu που με αποχαυνώνει• γλιστρώ απαλά στον ύπνο. […]

Ξυπνώ απότομα γιατί χάνω την ισορροπία μου. Βρίσκομαι ιππαστί σε μια καρέκλα, και είμαι ακόμα ζαλισμένος. Άραγε και οι άλλοι άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο πολύ να κρίνουν το πρόσωπο τους; Μου φαίνεται ότι το πρόσωπο μου το βλέπω όπως νιώθω το σώμα μου, με μια βουβή και οργανική αίσθηση. […]

Ίσως να είναι αδύνατον να κατανοήσει κάποιος το ίδιο του το πρόσωπο. Ή μήπως το πιστεύω αυτό επειδή ζω μόνος; Οι κοινωνικοί άνθρωποι έμαθαν να κοιτάζονται στους καθρέφτες όπως εμφανίζονται στους φίλους τους. Δεν έχω φίλους: άραγε γι' αυτόν το λόγο είναι τόσο γυμνή η σάρκα μου; Θα έλεγα - ναι, θα έλεγα ότι είναι η φύση χωρίς τους ανθρώπους.»




Τίναγμα μιας ενοχλητικής σκέψης.




Μα σκέψεις σαν αυτές, ώρες ώρες, μπορεί να γίνουν ενοχλητικές. Η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, πέφτει πάνω σου σαν κύμα – και είναι αδύνατον να μη βραχείς. Τέτοιες στιγμές λοιπόν βάζεις τις «παράξενες αυτές σκέψεις» στην άκρη. Καιρός να καταπιαστείς πάλι με τα γνωστά, συνηθισμένα πράγματα. Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή του βιβλίου, με τη συγγραφή της βιογραφίας και τις καθημερινές του βόλτες.

Οι ενοχλητικές σκέψεις τινάσσονται πέρα, σαν κάποια μύγα που βουίζει στο αυτί σου.

«Τα αλλόκοτα συναισθήματα που ένιωθα τις προάλλες, σήμερα μου φαίνονται εντελώς γελοία: δε θα επανέλθω. Απόψε το βράδυ αισθάνομαι άνετα, πολύ αστικά βολεμένος μέσα στον κόσμο.»



George Grosz - Im Café 1922



Το μαζικό πλήθος της συνήθειας.



«Όλοι αυτοί οι τύποι περνούν το χρόνο τους συζητώντας, διαπιστώνοντας περιχαρείς ότι συμφωνούν. Πόση σημασία, προσδίδουν, Θεέ μου, στο να σκέφτονται όλοι μαζί τα ίδια πράγματα.»

Μια από τις αγαπημένες ενασχολήσεις του χαρακτήρα είναι η παρατήρηση των “άλλων”. Μόνο φαινομενικά έχουμε να κάνουμε με έναν αντικοινωνικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, η κοινωνικότητα διεισδύει από παντού στη σκέψη και το λόγο του, ενώ παρατηρεί και καταγράφει τις συμπεριφορές των γύρω του. Οι “άλλοι” λειτουργούν σαν τον έτερο πόλο μέσω των οποίων προσδιορίζει τον εαυτό του, σαν την αντίπερα όχθη στην οποία γυροφέρνει ν’ αγκυροβολήσει το καράβι του – μα για κάποιο λόγο δεν αγκυροβολεί, δεν αποβιβάζεται στη στεριά, παρά συνεχίζει να τους βλέπει από κάποια απόσταση.

Οι “άλλοι”, βλέπετε, διαφέρουν από εκείνον – και το γνωρίζει καλά. Μα εκείνοι δεν το ξέρουν – ούτε συνειδητοποιούν τη δική τους διαφορετικότητα, τη βασανιστική τους μοναδικότητα.

«Τους βλέπω να ανεβαίνουν με αργά βήματα, σχηματίζουν τρεις μαύρες κηλίδες στο αντιφέγγισμα της ασφάλτου. Έστριψα αριστερά και μπήκα στο πλήθος που παρήλαυνε δίπλα στη θάλασσα.

Ήταν πιο ανομοιογενές απ' ό,τι το πρωί. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν μάλλον τη δύναμη να στηρίξουν την ωραία κοινωνική ιεραρχία για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι πριν γευματίσουν. Μεγαλέμποροι και δημόσιοι υπάλληλοι περπατούσαν δίπλα δίπλα• διαγκωνίζονταν, σπρώχνονταν κι εκτοπίζονταν από ταπεινούς εργάτες με μίζερα πρόσωπα. Η αριστοκρατία, οι προνομιούχοι, τα επαγγελματικά σωματεία είχαν διαλυθεί σ' αυτό το χλιαρό πλήθος. Ήταν απλώς άνθρωποι μόνοι, που δεν εκπροσωπούσαν τίποτα πια. […]

Ήταν Κυριακή• το πλήθος, στριμωγμένο ανάμεσα στο κρηπίδωμα και τα κιγκλιδώματα των εξοχικών σαλέ, διέφευγε κατά μικρά κύματα, για να εξαφανιστεί σε χίλια ρυάκια πίσω από το μέγαρο της Υπερατλαντικής Εταιρείας. […] Όλα αυτά τα πρόσωπα τα είχα δει λίγες ώρες πριν, σχεδόν θριαμβευτικά, στην αυγή ενός κυριακάτικου πρωινού. Τώρα, λουσμένα στον ήλιο, αντανακλούσαν μοναχά την ηρεμία, τη χαλάρωση, κάτι σαν επιμονή.


Δε θα έπρεπε να παραπονιέμαι• το μόνο που θέλησα ήταν η ελευθερία.


Σε μερικά πρόσωπα, στα πιο χαλαρά, διαισθανόμουν κάποια θλίψη: όχι όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν θλιμμένοι, ούτε χαρούμενοι• αναπαύονταν. Τα μάτια τους ορθάνοιχτα και ακίνητα αντανακλούσαν παθητικά τη θάλασσα και τον ουρανό. Σε λίγο θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, θα έπιναν τσάι οικογενειακώς στην τραπεζαρία. Για την ώρα, ήθελαν να ζήσουν με τις λιγότερες δαπάνες, να εξοικονομήσουν χειρονομίες, λόγια, σκέψεις, να ξαποστάσουν: είχαν μόνο μια μέρα για να σβήσουν τα σημάδια του χρόνου, τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια, τις πικρές πτυχές που αφήνει η εργασία της εβδομάδας. Μία και μοναδική μέρα. Ένιωθαν τα λεπτά που κυλούσαν ανάμεσα από τα δάχτυλά τους• άραγε θα προλάβαιναν να συσσωρεύσουν αρκετή νεότητα για να αρχίσουν και πάλι τη Δευτέρα το πρωί;

Ανέπνεαν βαθιά διότι ο αέρας της θάλασσας αναζωογονεί• μονάχα οι ανάσες τους, ρυθμικές και βαθιές σαν ανάσες κοιμισμένων, μαρτυρούσαν πως είναι ακόμη ζωντανοί. Περπατούσα σαν γάτα, δεν ήξερα τι να κάνω το άκαμπτο και ψυχρό σώμα μου, μέσα σ' αυτό το αξιοθρήνητο πλήθος που αναπαυόταν.»

Πέρα απ’ τη βοή του πλήθους, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αισθάνεται σιωπή. Σιωπή και λέξεις που προσπαθούν, εδώ κι εκεί, να τη σπάσουν.

«Οι διπλανοί μου σωπαίνουν. Μετά την τάρτα, η Μαριέτ τους φέρνει ξηρά δαμάσκηνα, και η γυναίκα απασχολείται αποκλειστικά με τα κουκούτσια, μαζεύοντάς τα με χάρη στο κουτάλι της. Ο άνδρας, κοιτάζοντας το ταβάνι, παίζει με τα δάχτυλά του ένα εμβατήριο στο τραπέζι. Θα λέγαμε ότι η σιωπή είναι η φυσιολογική τους κατάσταση και η ομιλία ένας ελαφρύς πυρετός που τους κυριεύει καμιά φορά.»

Μα ο πολύς κόσμος δεν ακούει τη σιωπή. Ακούει μόνο τις φωνές. Και πείθει τον εαυτό του πως έτσι είναι τα πράγματα, πως έτσι ήταν πάντα.

«Εκπλήσσομαι πως μπορούμε να λέμε ψέματα παίρνοντας και τη λογική με το μέρος μας.»


Edward Hopper - Chop Suey, 1929


Μόνο το Παρόν υπάρχει.



«Οι αναμνήσεις μου είναι σαν φλουριά στο πουγκί του διαβόλου: όταν το άνοιξα, βρήκα μόνο ξερά φύλλα.»

«Δημιουργώ τις αναμνήσεις από το παρόν μου. Είμαι παραπεταμένος, εγκαταλελειμμένος, στο παρόν. Μάταια προσπαθώ να συναντήσω το παρελθόν: δεν μπορώ να μου γλιτώσω.»

Ο  κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου μοιάζει παράταιρος, όχι μόνο σε σχέση με το πρόσωπό του, όχι μόνο σε σχέση με τους ανθρώπους γύρω του, μα και με τις ίδιες του τις αναμνήσεις. Οι τελευταίες δείχνουν να σκορπάνε σαν φύλλα στον άνεμο και ελάχιστα απ’ αυτά δείχνουν να έχουν κάποια σημασία για τον εαυτό του τώρα. Κάποιες φορές αναπολεί μια περασμένη ερωτική του σχέση – και αυτό ήταν όλο.

Είσαι λοιπόν αυτός που ήσουν και παλιά; Ή μήπως χτίζεις κάτι καινούργιο, κάθε μέρα που περνά; Τι μετράει περισσότερο; Το άλλοτε – ή το εδώ και τώρα;

«Η υπηρέτρια ανάβει τις λάμπες• η ώρα δεν είναι ούτε καν δύο, αλλά ο ουρανός είναι κατάμαυρος, δε βλέπει να ράψει. Αμυδρό φως• οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους, σίγουρα άναψαν κι αυτοί τις λάμπες τους. Διαβάζουν, κοιτάζουν τον ουρανό από το παράθυρο. Γι' αυτούς... δεν είναι το ίδιο. Γέρασαν διαφορετικά. Ζουν ανάμεσα σε κληρονομιές, σε δώρα και όλα τους τα έπιπλα είναι αναμνήσεις. Ρολογάκια, μετάλλια, πορτρέτα, κοχύλια, πρες-παπιέ, παραβάν, εσάρπες. Τα ντουλάπια τους είναι γεμάτα μπουκάλια, υφάσματα, παλιά ρούχα, εφημερίδες• έχουν φυλάξει τα πάντα. Το παρελθόν είναι μια πολυτέλεια της ιδιοκτησίας.

Εγώ που να διαφυλάξω το δικό μου; Το παρελθόν δε χωρά σε μια τσέπη- πρέπει να έχεις ένα σπίτι για να το τακτοποιήσεις. Εμένα μου ανήκει μόνο το σώμα μου• ένας άνθρωπος ολομόναχος, με το σώμα του και μόνο, δεν μπορεί να συγκρατήσει τις αναμνήσεις• περνούν δίχως να αφήσουν τα ίχνη τους. Δε θα έπρεπε να παραπονιέμαι• το μόνο που θέλησα ήταν η ελευθερία.»


Μου είσαι απαραίτητος: εγώ αλλάζω• εσύ εξυπακούεται ότι παραμένεις αμετακίνητος και καταμετρώ τις αλλαγές μου σε σχέση με σένα.


Μα το παρελθόν συνιστά μια μορφή ταυτότητας. Όταν, κάποια στιγμή στη διάρκεια της ιστορίας, συναντά ξανά μετά από χρόνια την παλιά του ερωμένη, εκείνη του μιλά με τα ακόλουθα λόγια:

«Χαίρομαι που παρέμεινες ίδιος. Αν σε είχαν μετακινήσει, αν σου είχαν αλλάξει χρώμα, αν σε είχαν σφηνώσει στην άκρη ενός άλλου δρόμου, δε θα είχα πια τίποτα σταθερό για να προσανατολίζομαι. Μου είσαι απαραίτητος: εγώ αλλάζω• εσύ εξυπακούεται ότι παραμένεις αμετακίνητος και καταμετρώ τις αλλαγές μου σε σχέση με σένα.»

Σε έναν κόσμο που οι πάντες αλλάζουν, ποια σταθερά σημεία θα βρίσκαμε για να ορίζουμε τον εαυτό μας, συγκριτικά με αυτούς;

Μα η σταθερότητα και η Ναυτία είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Σκέψου: σε πιάνει ναυτία, σ’ ένα καράβι, όταν αυτό κινείται. Η Ναυτία είναι παράγωγο της κίνησης.

Τίποτα δεν μένει σταθερό. Ούτε ο εαυτός μας. Ούτε το παρελθόν το ίδιο.

«Ούτε κι αυτός έχει παρελθόν. Αν ψάχναμε καλά σε σπίτια εξαδέλφων του που δε συναντά πια, σίγουρα θα βρίσκαμε κάποια φωτογραφία του από ένα γάμο, με σκληρό κολάρο, πουκάμισο με πλαστρόν και σκληρό νεανικό μουστάκι. Από μένα, νομίζω πως δεν έχει μείνει ούτε καν αυτό.

Να τος, πάλι με κοιτάζει. Αυτήν τη φορά θα μου μιλήσει, αισθάνομαι εντελώς άκαμπτος. Δεν είναι συμπάθεια αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας• απλώς μοιάζουμε, αυτό είναι όλο. Είναι μόνος όπως κι εγώ, αλλά πιο βυθισμένος από μένα στη μοναξιά. Περιμένει μάλλον τη Ναυτία του ή κάτι τέτοιο. Συνεπώς τώρα πια υπάρχουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν, που, όταν κοιτάξουν προσεκτικά κι επίμονα, σκέφτονται: “Αυτός είναι δικός μας”. Και λοιπόν; Τι θέλει; Πρέπει να ξέρει καλά ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ο ένας για τον άλλο.

Οι οικογένειες είναι στα σπίτια τους, ανάμεσα στις αναμνήσεις τους. Κι εμείς εδώ, δυο ναυάγια δίχως μνήμη.»



Edward Hopper - Nighthawks, 1942


Όλο και πιο κοντά



Η Ναυτία προσεγγίζει σταδιακά τον ήρωα στη διάρκεια του βιβλίου. Συνήθως αρκεί μια μικρή, ανεπαίσθητη αφορμή, όπως η παρατήρηση ενός βότσαλου σε κάποια παραλία. Μα το καράβι έρχεται ξανά στα ίσια του και η Ναυτία υποχωρεί… ο κόσμος γυρίζει πάλι στους κανονικούς ρυθμούς του.

Μα, κάποια στιγμή, ακόμα και εκείνη η βιογραφία που είχε αναλάβει, φαντάζει δίχως νόημα. Την εγκαταλείπει – και, τώρα πια, δίχως κανένα σκοπό, είναι έτοιμος να συνειδητοποιήσει τη Ναυτία στην ολότητά της.

Οι περιγραφές του ημερολογίου του δίνουν την αίσθηση πως κάτι έχει αλλάξει – ή κάτι επίκειται ν’ αλλάξει. Από το φοβερό:

«Τίποτα. Υπήρξα.»

στο:

«Δεν πρέπει να φοβάμαι.»

Αισθάνεσαι πως επίκειται μια σημαντική αλλαγή, ένα γεγονός που αναμένεται. Και αναμένεις μαζί του… αναμένεις τον ερχομό της Ναυτίας.
 





Ο Σαρτρ και ο Υπαρξισμός



Ως τώρα επέλεξα να ταξιδέψω μαζί σας, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, πλάι στον κεντρικό χαρακτήρα, ολοένα και βαθύτερα στην πραγματικότητα της Ναυτίας.

Μα τι είναι, επιτέλους, αυτή η Ναυτία; Νομίζω ήρθε η ώρα να δώσουμε κάποιες επιπλέον πληροφορίες, που θα μας μεταφέρουν από το μυθιστόρημα στη φιλοσοφία του Υπαρξισμού – και τη σχέση της με την εποχή που την ανέδειξε.

Με τη “Ναυτία” ο Σαρτρ ουσιαστικά κατέγραψε σε μορφή μυθιστορήματος τη φιλοσοφία του Υπαρξισμού, καθιστώντας τη γνωστή στον κόσμο. Μια φιλοσοφία στα χνάρια που όρισαν συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Νίτσε, η οποία έθετε στο επίκεντρό της το μεμονωμένο άτομο – και τη σχέση του με τον κόσμο που το περιβάλλει, την αυθεντικότητα (ή μη) της ύπαρξής του, και το νόημα της ευθύνης σ’ έναν ρευστό κόσμο, στον οποίο τίποτα απολύτως δεν είναι δεδομένο.

«Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», έλεγε ο Σαρτρ, εννοώντας πως πρώτα ερχόμαστε στον κόσμο – και μετά επιλέγουμε τι θα απογίνουμε σε αυτόν. Καμία αιώνια «φύση» δεν υπαγορεύει πως πρέπει να ζούμε, τι επιλογές θα κάνουμε, τι άνθρωποι θα γίνουμε. Οι επιλογές είναι δικές μας, αποκλειστικά δικές μας. «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι».

Μα η πλειοψηφία του κόσμου δεν συνειδητοποιεί αυτή τη φοβερή πραγματικότητα. Παίρνουν ως δεδομένα εκείνα που τους παραχώρησαν οι άλλοι (συνήθειες, κοσμοθεωρίες, αντιλήψεις, τρόπο ζωής) και ουδέποτε αμφισβητούν την εγκυρότητά τους. Θεωρούν πως κάποια πράγματα είναι αναλλοίωτα και πάντα ίδια, και πως η θέση τους στον κόσμο είναι καθορισμένη, μια για πάντα. Ξεχνούν (ή, δεν έμαθαν ποτέ) πως η ύπαρξή τους είναι δική τους και μόνο – το ίδιο και οι επιλογές τους. Ζουν σ’ εκείνο που ο Σαρτρ ονόμασε «κακή πίστη» - σε μια ζωή στερημένης από αυθεντικότητα, δίχως να είναι αληθινά ο εαυτός τους, αναπαράγοντας συνήθειες και αντιλήψεις που άλλοι τους μετέδωσαν.

Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ τους δεν βίωσαν τη Ναυτία.



Edward Hopper - Automat, 1927


«Διατρέχω με το βλέμμα μου την αίθουσα. Είναι μια φάρσα! Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονται με ύφος σοβαρό· τρώνε. Όχι, δεν τρώνε· ανακτούν τις δυνάμεις τους για να φέρουν σε πέρας το καθήκον που έχουν επωμιστεί. Όλοι έχουν τη μικρή, προσωπική τους ξεροκεφαλιά, που τους εμποδίζει να αντιληφθούν ότι υπάρχουν· όλοι πιστεύουν ότι είναι απαραίτητοι σε κάποιον ή σε κάτι. […] Όλοι κάνουν κάτι ασήμαντο και κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος απ’ αυτούς για να το κάνει. Κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από τον εμπορικό εκεί πέρα για να προωθήσει την οδοντόπαστα Swan. Κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από αυτόν τον αξιόλογο νεαρό για να ψαχουλέψει κάτω από τα φουστάνια της διπλανής του. Κι εγώ βρίσκομαι ανάμεσά τους, και αν με βλέπουν, θα σκέφτονται μάλλον ότι κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από μένα για να κάνω αυτό που κάνω.

Όμως εγώ ξέρω. Δείχνω ότι είμαι κάποιος, όμως ξέρω ότι υπάρχω και ότι υπάρχουν. Και αν γνώριζα την τέχνη της πειθούς, θα πήγαινα να καθίσω δίπλα σ’ αυτόν τον ωραίο κύριο με τα λευκά μαλλιά και θα του εξηγούσα τι σημαίνει ύπαρξη. Σκέφτομαι τα μούτρα που θα έκανε και σκάω στα γέλια.»

Η Ναυτία δεν είναι κάτι ευχάριστο. Είναι τρομερό, είναι βαθιά αγχωτικό. Είναι η Ύπαρξη που σε κατακλύζει με τη μοναδικότητά της, την απέραντη ελευθερία της, το αδιάκοπο παρόν της – σου ψιθυρίζει στ’ αυτί: «ε, φίλε, υπάρχεις – υπάρχεις εδώ και τώρα. Τι κάνεις, λοιπόν, γι’ αυτό;»

Και μαζί μ’ εσένα υπάρχουν τα πάντα γύρω σου. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα ζώα – τα πάντα. Γυμνές υπάρξεις, εδώ και τώρα, μαζί με σένα.

Η “Nαυτία” γράφτηκε το 1938. Μεταξύ άλλων, το βιβλίο έπεσε στα χέρια του Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus], ο οποίος συνειδητοποίησε πόσα κοινά υπήρχαν ανάμεσα στον κεντρικό χαρακτήρα της “Ναυτίας” (τον μοναχικό, τον αποξενωμένο, εκείνον που δεν βρίσκει νόημα στα πράγματα γύρω του) με τον κεντρικό ήρωα του δικού του, εκκολαπτόμενου μυθιστορήματος: ο λόγος για τον «Ξένο».


Πως αντιμετωπίζουμε τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής μας; Ζώντας αυθεντικά – και αυτό για τον Σαρτρ σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάποιους σκοπούς, να δεσμεύεσαι για κάτι που θα μπορέσει να της δώσει νόημα.


Η φιλοσοφία του Υπαρξισμού σταδιακά εδραίωνε τη θέση της, βρίσκοντας ολοένα και περισσότερους εκφραστές – και καταξιώνοντας, εν τέλει, την παρουσία της ως μία από τις κυρίαρχες φωνές του 20ου αιώνα. Δεν θα μπορούσε παρά να είχε αναπτυχθεί εκείνην ακριβώς την εποχή, μεταξύ δυο Παγκοσμίων Πολέμων, τον καιρό που οι παραδοσιακές αξίες έμοιαζαν να καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα και ο άνθρωπος της τέχνης και των γραμμάτων προσπαθούσε να εντοπίσει κάποια μορφή νοήματος στον γενικό παραλογισμό.

Η πλειοψηφία του κόσμου απέφυγε τους σκοπέλους μιας τέτοιας αναζήτησης. Μανούβραραν το καράβι τους πέρα από τα βαθιά νερά και προτίμησαν να κολυμπήσουν στα ρηχά: μαζί με τους πολλούς, εκεί που έχει ασφάλεια. Αυτοί είναι οι άνθρωποι του πλήθους, οι άνθρωποι που τον καιρό εκείνο κατέφυγαν στη μαζική ψευδαίσθηση του φασισμού, ή στη διαβρωτική συνήθεια της αστικής καθημερινότητας.

Όλα ένα παραπέτασμα, πίσω από το οποίο κρύβεται το χάος.

Πως αντιμετωπίζουμε τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής μας; Ζώντας αυθεντικά – και αυτό για τον Σαρτρ σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάποιους σκοπούς, να δεσμεύεσαι για κάτι που θα μπορέσει να της δώσει νόημα. Κάτι που θα έχεις επιλέξει ο ίδιος. Μόνο έτσι μπορούμε να «γίνουμε αυτοί που είμαστε», όπως έλεγε ο Νίτσε.

Όσο αφορά τη σημερινή μας κατάσταση; Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε γύρω μας – και μέσα μας – για να συνειδητοποιήσουμε σε τι βαθμό ο κόσμος σήμερα νιώθει τη Ναυτία… και σε τι βαθμό την αποφεύγει.

«Υποθέτω ότι μόνο από οκνηρία ο κόσμος παραμένει σχεδόν ίδιος, από τη μία μέρα στην άλλη. Σήμερα φαίνεται να θέλουν να αλλάξουν. Λοιπόν, τα πάντα, τα πάντα είναι πιθανά.»






Υπάρχω. Η Ναυτία.



Η “Ναυτία” είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που μόνο διαβάζοντάς το εξ’ ολοκλήρου μπορείς να συνειδητοποιήσεις τη ροή και την εξέλιξη της σκέψης του συγγραφέα. Ένα βιβλίο που δεν σπρώχνει την ιστορία «παραπέρα» - όπως κάνουν τόσα άλλα, αλλά ΜΕΣΑ – όλο και πιο μέσα. Δεν έχει «πλοκή» με την αυστηρή έννοια, πέρα από καταγραφή ορισμένων καθημερινών περιστατικών στη ζωή του ήρωα. Μα δεν είναι από τα βιβλία που περιμένεις να διαβάσεις μια πλοκή – δεν είναι αυτός ο στόχος του.

Η κλασικότερη στιγμή του βιβλίου είναι η στιγμή που ο χαρακτήρας βιώνει τη Ναυτία στο έπακρο. Συμβαίνει μάλλον τυχαία, ενώ κάθεται σε κάποιο πάρκο, παρατηρώντας τον κόσμο, τα δέντρα, τα λουλούδια.

Ίσως τελικά να είναι αδύνατο να «αποκτήσεις» τη Ναυτία, κυνηγώντας τη, εν γνώσει σου. Μάλλον αυτή θα έρθει σε σένα – αν έρθει. Το ίδιο ισχύει και για το βιβλίο: θα το καταλάβεις αν έρθει εκείνη η στιγμή.

Μια στιγμή που θα είναι δική σου, και μόνο δική σου.

«Ποτέ άλλοτε, πριν απ' αυτές τις τελευταίες μέρες, δεν είχα προαισθανθεί τι σημαίνει «υπάρχω». Έμοιαζα με τους άλλους, μ' εκείνους που κάνουν περίπατο στην ακρογιαλιά με τα ανοιξιάτικα ρούχα τους. Έλεγα όπως κι εκείνοι ότι «η θάλασσα είναι πράσινη• αυτή η λευκή κουκίδα, εκεί ψηλά, είναι ένας γλάρος», όμως δεν αισθανόμουν ότι αυτό υπήρχε, ότι ο γλάρος ήταν ένας «γλάρος-ύπαρξη»• συνήθως η ύπαρξη κρύβεται. Είναι εδώ, γύρω μας, μέσα μας, είναι εμείς, δεν μπορούμε να πούμε δυο λέξεις δίχως να μιλήσουμε για κείνη και, τελικά, δεν την αγγίζουμε.

Όταν πίστευα ότι τη σκέφτομαι, πρέπει να πιστέψω ότι δε σκεφτόμουν τίποτα, το κεφάλι μου ήταν κενό, ή ότι στο κεφάλι μου υπήρχε μόνο μια λέξη, η λέξη «είναι». Ή πάλι, σκεφτομουν... πως να το πω; Σκεφτόμουν το ανήκειν, έλεγα στον εαυτό μου ότι η θάλασσα ανήκε στην κατηγορία των πράσινων αντικειμένων ή ότι το πράσινο αποτελούσε μέρος των ιδιοτήτων της θάλασσας. Ακόμη κι όταν κοίταζα τα πράγματα, απείχα παρασάγγας από το να διανοηθώ ότι υπήρχαν μου φαίνονταν σαν σκηνικό. Τα έπιανα στα χέρια μου, μου χρησίμευαν ως εργαλεία, διέβλεπα τις αντιστάσεις τους. Όμως τα πάντα συνέβαιναν στην επιφάνεια.






Αν μου είχαν θέσει το ερώτημα τι είναι η ύπαρξη, θα είχα απαντήσει καλή τη πίστει ότι δεν είναι τίποτα, ότι είναι απλώς ένα κενό σχήμα που έρχεται να προστεθεί στα εξωτερικά πράγματα, δίχως να αλλάζει τίποτα στη φύση τους. Έπειτα: ξαφνικά, ήταν εδώ, ολοφάνερη: η ύπαρξη είχε αποκαλυφθεί ξαφνικά. Είχε χάσει την ακίνδυνη μορφή του αφηρημένου: ήταν η ίδια η ζύμη των πραγμάτων, εκείνη η ρίζα ήταν ζυμωμένη με την ύπαρξη. Ή μάλλον η ρίζα, το κιγκλίδωμα του κήπου, το παγκάκι, η λιγοστή χλόη, όλα αυτά είχαν χαθεί- η ποικιλία των πραγμάτων, η ιδιαιτερότητά τους ήταν μονάχα μια επίφαση, ένα επίχρισμα. Το επίχρισμα είχε λιώσει, είχαν απομείνει τερατώδεις και μαλθακές μάζες σε αταξία - γυμνές, και η γύμνια τους ήταν τρομαχτική και χυδαία. […]

Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ανυπαρξίας κι αυτής της εκστασιασμένης αφθονίας. Αν υπήρχαμε, έπρεπε να υπάρχουμε μέχρι εδώ, μέχρι τη μούχλα, το πρήξιμο, τη χυδαιότητα. […] Ήμασταν ένας σωρός από ταραγμένες υπάρξεις, αμήχανες από τους ίδιους μας τους εαυτούς, δεν είχαμε τον παραμικρό λόγο να βρισκόμαστε εδώ, ούτε οι μεν ούτε οι δε, κάθε ύπαρξη, μπερδεμένη, απροσδιόριστα ανήσυχη, αισθανόταν περιττή σε σχέση με τις άλλες. […]


Ήξερα καλά ότι αυτό ήταν ο Κόσμος, ο ολόγυμνος Κόσμος, που μονομιάς φανερωνόταν, ασφυκτιούσα από θυμό γι' αυτό το τεράστιο παράλογο ον. 


Το ουσιώδες είναι η ενδεχομενικότητα. Θέλω να πω, εξ’ ορισμού, η ύπαρξη δεν είναι η αναγκαιότητα. Υπάρχω σημαίνει είμαι εδώ, απλά• οι υπάρξεις εμφανίζονται, αφήνονται να συναντηθούν, αλλά ποτέ δεν αποτελούν αντικείμενο συμπεράσματος. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αυτό το έχουν καταλάβει. Εντούτοις προσπάθησαν να υπερβούν αυτή την ενδεχομενικότητα επινοώντας ένα ον αναγκαίο και αυτοαίτιο. Ωστόσο, κανένα αυτοαίτιο ον δεν μπορεί να εξηγήσει την ύπαρξη: η ενδεχομενικότητα δεν είναι ένα ομοίωμα, φαινόμενο που μπορούμε να το διαλύσουμε• είναι το απόλυτο, κατά συνέπεια, η τέλεια αναιτιότητα. Τα πάντα είναι αναίτια, αυτός ο κήπος, αυτή η πόλη, κι εγώ ο ίδιος. […]

Η ύπαρξη δεν είναι κάτι που επιτρέπει τη σκέψη εκ του μακρόθεν• πρέπει να σας κυριεύσει απότομα, να πάνω σας, να συνθλίψει την καρδιά σας, σαν ένα τεράστιο, ακίνητο κτήνος – διαφορετικά, δεν υπάρχει τίποτα πια. […]

Κάθε ύπαρξη γεννιέται αναίτια, ζει από αδυναμία και πεθαίνει τυχαία. Έγερνα προς τα πίσω και έκλεινα τα βλέφαρά μου. Όμως οι εικόνες, σαν από σύνθημα, όρμησαν και ήρθαν να πλημμυρίσουν τα κλειστά μου μάτια με υπάρξεις: η ύπαρξη είναι μια πληρότητα την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκαταλείψει. […]

«Ήξερα καλά ότι αυτό ήταν ο Κόσμος, ο ολόγυμνος Κόσμος, που μονομιάς φανερωνόταν, ασφυκτιούσα από θυμό γι' αυτό το τεράστιο παράλογο ον. Δεν μπορούσε καν να αναρωτηθεί κάποιος από πού έβγαινε αυτό, όλο αυτό , ούτε πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει κόσμος αντί για το τίποτα. Αυτό δεν είχε νόημα, ο κόσμος ήταν παντού παρών, μπροστά, πίσω. Δεν υπήρχε τίποτα πριν από αυτόν. Τίποτα. Δεν υπήρχε στιγμή που θα μπορούσε να μην υπάρχει. [….]

Ήταν αδιανόητο: για να φανταστούμε το μηδέν, έπρεπε να βρεθούμε ήδη εδώ, στην καρδιά του κόσμου με τα μάτια ορθάνοιχτα και ζωντανοί• το μηδέν ήταν μόνο μια ιδέα στο μυαλό μου, μια ιδέα υπαρκτή που έπλεε σ' αυτή την απεραντοσύνη: αυτό το μηδέν δεν είχε έρθει πριν από την ύπαρξη, ήταν ύπαρξη όπως και κάθε άλλη και είχε εμφανιστεί μετά από πολλές άλλες. Φώναζα «τι χυδαιότητα, τι χυδαιότητα!» και τιναζόμουν για να γλιτώσω απ’ αυτή την κολλώδη βρόμα, αλλά εκείνη αντιστεκόταν με δύναμη, ήταν ατελείωτη, τόνοι και τόνοι ύπαρξης. […]

Σηκώθηκα, έφυγα. Όταν έφτασα στη σιδερένια πύλη, γύρισα και κοίταξα πίσω. Τότε ο κήπος μου χαμογέλασε. Στηρίχτηκα στα κάγκελα και κοίταξα για πολλή ώρα. Το χαμόγελο των δέντρων και του δαφνώνα, αυτό σήμαινε κάτι• ήταν το πραγματικό μυστικό της ύπαρξης. Θυμάμαι μια Κυριακή, δεν έχουν περάσει πάνω από τρεις εβδομάδες, είχα ήδη αντιληφθεί στα πράγματα ένα είδος συνένοχης. Άραγε σε μένα απευθύνονταν; Αισθανόμουν με πλήξη ότι δεν είχα κανέναν τρόπο να καταλάβω. Κανέναν τρόπο. Εντούτοις ήταν εδώ, εν αναμονή, έμοιαζε με βλέμμα. Ήταν εδώ, στον κορμό της καστανιάς... ήταν η καστανιά. Τα πράγματα, μάλλον σκέψεις ανολοκλήρωτες που ξεχνιόνταν, που ξεχνούσαν αυτό που είχαν θελήσει να σκεφτούν και έμεναν έτσι, μετέωρες, με ένα ασήμαντο νόημα που τα ξεπερνούσε. Αυτό το νόημα με ενοχλούσε: δεν μπορούσα να το συλλάβω, ακόμη κι αν έμενα εκατόν επτά χρόνια ακουμπισμένος στα κάγκελα• είχα μάθει για την ύπαρξη ό,τι ήταν δυνατόν να μάθω.»



King Vidor - "The Crowd"


Λίγη Τζαζ στο τέλος



« —Μαντλέν, αν είχατε την καλοσύνη να μου παίξετε μια μελωδία στο φωνόγραφο. Αυτή που μου αρέσει, ξέρετε: Some of These Days. […]

Η Μαντλέν γυρίζει τη μανιβέλα του φωνόγραφου. Αρκεί να μην έχει κάνει λάθος, να μην έχει βάλει, όπως τις προάλλες, την περίφημη μελωδία της Καβαλερία Ρουστικάνα. Όμως όχι, αυτή είναι, αναγνωρίζω τη μελωδία από τα πρώτα κιόλας μέτρα. Είναι ένα παλιό ραγκτάιμ με τραγουδιστό ρεφρέν. Άκουσα να το σφυρίζουν το 1917 κάτι Αμερικανοί στρατιώτες στους δρόμους της Λα Ροσέλ. Πρέπει να είναι προπολεμικό. Όμως η ηχογράφηση είναι πολύ πιο πρόσφατη. Ωστόσο είναι ο παλαιότερος δίσκος της συλλογής.

Σε λίγο θα έρθει το ρεφρέν: αυτό μου αρέσει κυρίως και ο απότομος τρόπος που ξεπροβάλλει, σαν απόκρημνος βράχος δίπλα στη θάλασσα. Για την ώρα ακούγεται η τζαζ• δεν υπάρχει μελωδία, μόνο νότες, μια μυριάδα μικρών δονήσεων. Δε γνωρίζουν παύση, μια άκαμπτη τάξη τις γεννά και τις καταστρέφει δίχως να τους αφήνει ποτέ την ελευθερία να ξαναρχίσουν, να υπάρξουν για κείνες τις ίδιες. Τρέχουν, βιάζονται, περνώντας μου δίνουν ένα απότομο χτύπημα και εξαφανίζονται. Πολύ θα ήθελα να τις συγκρατήσω, όμως ξέρω ότι αν κατάφερνα να γραπώσω κάποια, ανάμεσα στα δάχτυλά μου θα απέμενε μονάχα ένας παιγνιώδης και ξέπνοος ήχος. Πρέπει να αποδεχτώ το θάνατο τους• αυτόν το θάνατο οφείλω ακόμη και να τον θελήσω: εντύπωση πιο πικρή και πιο δυνατή σπάνια έχω γνωρίσει. […]

Μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και η Νέγρα θα τραγουδήσει. Φαίνεται αναπόφευκτο, τόσο έντονη είναι η αναγκαιότητα αυτής της μουσικής: τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει, τίποτα που να προέρχεται από αυτόν το χρόνο όπου ο κόσμος έχει καταρρεύσει• θα σταματήσει μόνη της, τη στιγμή που θα πρέπει. Γι’ αυτό μου αρέσει αυτή η ωραία φωνή, όχι τόσο για την έντασή της, ούτε για τη θλίψη της, αλλά γιατί είναι το γεγονός που τόσες νότες έχουν προετοιμάσει, από τόσο μακριά, πεθαίνοντας για να γεννηθεί εκείνη.

Κι όμως ανησυχώ: πόσο εύκολο θα ήταν να σταματήσει ο δίσκος: να σπάσει ένα ελατήριο, να κάνει κάποια ιδιοτροπία ο ξάδελφος Αντόλφ. Πόσο παράξενη, πόσο συγκινητική είναι αυτή η εύθραυστη διάρκεια. Τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει και τα πάντα μπορούν να τη συντρίψουν.

Το τελευταίο ακόρντο εξανεμίστηκε. Στη σύντομη σιωπή που ακολουθεί, αισθάνομαι έντονα ότι αυτό ήταν, ότι συνέβη κάτι.

Σιωπή.

“Some of these days
You’ ll miss me honey!”»




© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι. Τα αποσπάσματα και η μετάφραση του βιβλίου είναι της Ειρήνης Τσολακέλλη.






Άλλες παρουσιάσεις βιβλίων στην Κουνελοχώρα:

















You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...