Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ο ρυθμός της λήθης






«Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»


Τα λόγια ανήκουν στον Μίλαν Κούντερα και στο μυθιστόρημα-δοκίμιό του με τίτλο «Η Βραδύτητα» [“La Lenteur”, 1995]. Κεντρικός άξονας της θεματικής του βιβλίου είναι η συσχέτιση/σύγκρουση μεταξύ δύο αντιφατικών υπαρξιακών ρυθμών: της ταχύτητας από τη μία και της βραδύτητας από την άλλη. Στην αρχή του βιβλίου ο Κούντερα αντιπαραβάλλει την έκσταση που αισθάνεται ένας μοτοσικλετιστής, παραδομένος στην ταχύτητα της μηχανής του, με τους αργούς ρυθμούς ενός δρομέα ή ενός περιπλανώμενου. Η μηχανική έκσταση του πρώτου απαλείφει το παρελθόν, ζει στο Εδώ και Τώρα. Ο ρυθμός του δεύτερου όμως είναι ο ρυθμός της μνήμης: «Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του.»

Ένα παράδειγμα από την καθημερινότητά μας αρκεί για να διασαφηνίσει ακόμα περισσότερο την αντιπαραβολή ταχύτητας/βραδύτητας: Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, αν περπατάς και αναπολείς το παρελθόν η κίνησή σου, ασυναίσθητα, επιβραδύνεται· όσο συλλογίζεσαι τα περασμένα, το βήμα σου γίνεται βραδύτερο. Χάνεσαι στις σκέψεις και τις μνήμες και βαδίζεις αργά, ονειροπόλα. Από την άλλη, αν βρίσκεσαι σε κάποια κατάσταση υπερέντασης, πιάνεις τον εαυτό σου να προχωράει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο νευρωτικά: είτε διότι βιάζεσαι να φτάσεις κάπου (άρα σημασία έχει ο προορισμός και όχι η διαδρομή), είτε διότι επιθυμείς να απαλλαγείς από κάτι που σε τρώει· να ξεχάσεις· να μη σκέφτεσαι άλλο πια.

Ζούμε, άραγε, σε μια τέτοια εποχή; Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης τεχνητής ταχύτητας – πίσω από την επιφανειακή ηδονή της οποίας βρίσκεται κάποια ασυναίσθητη επιθυμία μας να παραδοθούμε σε μια μορφή λήθης; Να πάψουμε να σκεφτόμαστε – άρα και να απαλλαγούμε από το άγχος και τους προβληματισμούς;

Στη συνέχεια του κειμένου, βασιζόμενος στην κεντρική προβληματική του Κούντερα, θα επιχειρήσω να επεκτείνω αυτές τις σκέψεις, φέρνοντας διάφορα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας. Ξεκινάω παραθέτοντας το ολοκληρωμένο απόσπασμα του ίδιου του συγγραφέα.






Μίλαν Κούντερα: Ο ρυθμός της ταχύτητας και της βραδύτητας



«Η ταχύτητα είναι μορφή έκστασης πού την έκανε δώρο στον άνθρωπο η τεχνολογική επανάσταση. Ο άνθρωπος που σκύβει πάνω στη μοτοσυκλέτα του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά μόνο στην παρούσα στιγμή της πτήσης του· γαντζώνεται πάνω σ’ ένα κλάσμα χρόνου αποκομμένο και από το παρελθόν και από το μέλλον· αποσπάται από τη συνέχεια του χρόνου· είναι εκτός χρόνου· μ’ άλλα λόγια, βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης· σ’ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρει τίποτα για την ηλικία του, δεν ξέρει τίποτα για τη γυναίκα του, τίποτα για τα παιδιά του, τίποτα για τις σκοτούρες του, και ως εκ τούτου δεν φοβάται, διότι η πηγή του φόβου βρίσκεται στο μέλλον, και οποίος απελευθερώνεται από το μέλλον δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του, αφού είναι αναγκασμένος να σκέφτεται ασταμάτητα τις φουσκάλες του, το λαχάνιασμά του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του. Όλα αλλάζουν όταν ο άνθρωπος εκχωρεί την ικανότητά του για ταχύτητα σε μια μηχανή: από εκείνη τη στιγμή το σώμα του βρίσκεται εκτός παιχνιδιού και παραδίδεται σε μια ταχύτητα πού είναι ασώματη, άυλη, ταχύτητα αμιγής, ταχύτητα καθαυτήν, ταχύτητα έκσταση.

Περίεργη συμμαχία: η απρόσωπη ψυχρότητα της τεχνολογίας και οι φλόγες της έκστασης. Θυμάμαι εκείνη την Αμερικανίδα πού, πριν από τριάντα χρόνια, με όψη σοβαρή και ενθουσιώδη, μου έκανε μάθημα (παγερά θεωρητικό) για τη σεξουαλική επανάσταση· η λέξη πού επανερχόταν συχνότερα στο λόγο της ήταν η λέξη οργασμός· μέτρησα: σαράντα τρεις φορές. Η λατρεία του οργασμού: προβολή της πουριτανικής χρησιμοθηρίας στη σεξουαλική ζωή· αποδοτικότητα εναντίον αργίας· αναγωγή της συνουσίας σε εμπόδιο προς υπερπήδηση προκειμένου να φτάσει κανείς σε μια εκστατική έκρηξη, τον μόνο αληθινό στόχο του έρωτα και του σύμπαντος.

Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας; Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση; Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά: κοιτάζουν τα παράθυρα του κάλου Θεού. Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται· είναι ευτυχής.

Στον κόσμο μας η αργία μεταβλήθηκε σε αεργία, που είναι τελείως άλλο πράγμα: ο άεργος είναι στερημένος, βαριέται, αναζητάει μονίμως την κίνηση που του λείπει. […]

Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Απ’ αυτή την εξίσωση μπορούμε να βγάλουμε διάφορα πορίσματα, λόγου χάρη το έξης: η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»

Μίλαν Κούντερα, «Η Βραδύτητα», μετάφραση: Σ.Βελεντζας.

H εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία.




Η ταχύτητα στη σύγχρονη καθημερινότητα



Τρέχουμε γιατί επιθυμούμε να ξεχάσουμε; Είναι η ηδονή της ταχύτητας μια ηδονή που αποσκοπεί σ’ ένα αέναο παρόν, απαλείφοντας τη μνήμη, ξεριζώνοντας τη σχέση μας με το παρελθόν; Τρέχεις με σκοπό να φτάσεις κάπου – και αυτό το «κάπου» είναι άραγε το μόνο που μετράει, κόντρα στην ίδια τη διαδρομή; Αξίζει μόνο το φινάλε, όχι η πορεία προς αυτό;

Τι συμβαίνει λοιπόν στο πάρτι όταν οι καλεσμένοι έχουν φύγει και έχουν κλείσει πια τα φώτα; Όταν δεν παραδίδεσαι πια στην έκσταση του χορού ή του ποτού; Μη μου πεις – ξέρω τι θα κάνεις. Θα ανεβάσεις selfies στα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι ποτέ δεν είσαι μόνος – ποτέ δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου. Τα φώτα του πάρτι έχουν σβήσει – μα μένει πάντα αναμμένο το φως του υπολογιστή.

Δεν γνωρίζω πόσοι άνθρωποι περπατούν σήμερα για τη χαρά της βόλτας, δίχως προορισμό. Οι «πλάνητες» που αναφέρει νοσταλγικά ο Κούντερα. Να βγεις, να περπατήσεις, να χαζέψεις, να αφεθείς στις σκέψεις σου. Είχα διαβάσει παλιότερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο σε μια εφημερίδα: αναφερόταν στους σύγχρονους περιπλανώμενους, εκείνους που περπατούν για τη χαρά της περιπλάνησης – και τόνιζε πως σε αυτούς τους ανθρώπους ζυμώνεται μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την κοινωνία – ακόμα και για την πολιτική. Κόντρα στην αντίληψη των μέσων και των σκοπών, κόντρα στον ψυχαναγκασμό του «τελικού προορισμού», κόντρα στην εργαλειακή λογική της «αποδοτικότητας» - στην οποία σημασία έχει μόνο η κατάληξη (λιγότερο ή περισσότερο οργασμική), όχι η πορεία προς αυτήν.

Αποδοτικότητα: η μηχανοποίηση του ανθρώπου και της φύσης στο όνομα των «τελικών σκοπών». Εκεί που έχει σημασία μόνο το αποτέλεσμα – και η ταχύτητα με την οποία επιτελείται. Οι τελίτσες πάνω στο νοητό χάρτη της καθημερινότητας με τα κομβικά σημεία – όχι οι γραμμές που τις ενώνουν. Περπατάς ΓΙΑ να φτάσεις κάπου: να πας σπίτι, στη δουλειά σου, να κάνεις τα ψώνια σου. Εργάζεσαι ΓΙΑ να πληρωθείς – η εργασία δεν επιτελεί κανένα άλλο νόημα για σένα, πέρα από αυτό. Βγαίνεις ΓΙΑ να διασκεδάσεις – η «διασκέδαση» είναι κάτι που βρίσκεται «έξω» από σένα και συ την κυνηγάς, σαν επίδοξος εραστής κάποιας νύμφης του δάσους, που όσο τρέχεις ξωπίσω της, τόσο εκείνη σου ξεφεύγει.




 

Κυνηγάς μονίμως κάτι «πέρα» και «έξω» από την παρούσα στιγμή. Και η διασκέδασή σου αντανακλά ακριβώς αυτή την καθημερινότητα προσφέροντάς σου το ακριβώς αντίθετο: μια αποθέωση της παρούσας στιγμής, μια εκστατική παράδοση στο εδώ και τώρα. Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις, με απαλλάσσει απ’ το χθες και απ’ το αύριο. Ζω στο Τώρα, μα αυτό το Τώρα είναι ένα παρόν δίχως σκέψη, δίχως αναπόληση, δίχως προβληματισμό. Ένα μηχανικό παρόν.

Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις.

Ο σύγχρονος εμπορικός κινηματογράφος αντανακλά τους ξέφρενους ρυθμούς ταχύτητας. Αρκεί να σκεφτούμε μια νεότερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και πόσο πολύ βασίζεται στον εντυπωσιασμό του εφέ και της ταχύτητας: τα πλάνα διαδέχονται αστραπιαία το ένα το άλλο, το μοντάζ στοχεύει στη συρραφή ολοένα και περισσότερων εικόνων σε ολοένα και λιγότερο χρονικό διάστημα, τα πάντα μοιάζουν να έχουν μπει σ’ ένα υπερηχητικό ρόλερ κόστερ – με σκοπό την απογείωση του θεατή, την εκτόξευσή του σ’ έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να σκέφτεται. Πόσο παράταιρα μοιάζουν εκείνα τα φιλμ που στηρίζονται περισσότερο στο διάλογο ή την ανάλυση των χαρακτήρων, κόντρα στη δράση. «Είναι βαρετό» - θα πουν αμέσως κάποιοι.

Οι κυρίαρχες τάσεις στο διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook ή το Instagram, ενισχύουν ακόμα περισσότερο αυτούς τους ρυθμούς. Αρκεί ν’ ανοίξουμε την κεντρική σελίδα για να κατακλυστούμε από μια υπερπληθώρα πληροφοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων περιορίζονται σε κάποιες μεμονωμένες ατάκες ή φωτογραφίες που στοχεύουν να σου τραβήξουν την προσοχή. Ασφαλώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ανίκανος να επεξεργαστεί όλα αυτά τα ερεθίσματα ταυτόχρονα – κάνεις λοιπόν scroll down, μέχρι να βρεις κάτι που να σου ερεθίσει το ενδιάφερον, να αφιερώσεις κάποια δευτερόλεπτα (όχι πολύ χρόνο, προσοχή!) για να το δεις, να πατήσεις ένα like, και μετά να συνεχίσεις. Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική. Ποιος κάθεται να γράφει και να αναλύει.

Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική.





Εν τέλει μοιάζεις με έναν καταναλωτή σ’ ένα Πελώριο Σουπερμάρκετ. Παντού γύρω σου απλώνονται μυριάδες ερεθίσματα προς κατανάλωση, μα ο χρόνος (και το χρήμα) που διαθέτεις για να τα καταναλώσεις είναι περιορισμένος. Απλώνεις εδώ κι εκεί τα χέρια σου, λοιπόν, παίρνεις λίγο απ’ το καθένα, δίνεις έμφαση στις Νέες Προσφορές και στα Περισσότερο Πετυχημένα, και αυτό ήταν – τα καταναλώνεις και αναζητάς τα επόμενα. Γρήγορα, από το ένα στο άλλο. Μα η κατανάλωση αυτού του τύπου δεν υπηρετεί παρά το εδώ και τώρα: την αποθέωση της στιγμής, τίποτα περισσότερο.

Η παράδοση στο Εδώ και Τώρα μοιάζει να επεκτείνεται ακόμα και στον τομέα των σχέσεων. Το χτίσιμο μοιάζει να έχει λιγότερη σημασία από την άμεση απόλαυση. Γιατί να οικοδομείς, πέτρα προς πέτρα, μια σχέση, τη στιγμή που μπορείς (και πρέπει) να τα κάνεις όλα όσο το δυνατόν συντομότερα; Γιατί να επιδίδεσαι σε μια αργόσυρτη προσέγγιση, τη στιγμή που όλα «πρέπει» να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα – αλλιώς, πάει, «πέταξε το πουλί».

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. Τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε – για να φτάσουμε, πού, άραγε;

Τρέξε, λοιπόν, κυρία! Τρέξε να κατέβεις τις σκάλες του μετρό – μη τυχόν και χάσεις τον συρμό των 12.15 και χρειαστεί μετά να περιμένεις πέντε ολόκληρα λεπτά για τον επόμενο. Τρέξε κι εσύ, φίλε μου στη δουλειά, τρέξε ν’ αποδώσεις όσο το δυνατόν περισσότερα, μπας και εξοικονομήσεις δεκαπέντε λεπτά στο φινάλε, σχολάσεις νωρίτερα, γυρίσεις σπίτι σου ένα τέταρτο πιο πριν – και σκοτώσεις το ίδιο τον έξτρα χρόνο που κέρδισες στο τέλος.

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. 

Δεν υποτιμώ την ηδονή της ταχύτητας. Κάποιες φορές η παράδοση στο Εδώ και Τώρα είναι το ζητούμενο – σε μια εποχή που τείνει ακόμα και το Εδώ και Τώρα να το εξαλείφει, στο όνομα ενός υποθετικού (μα πάντα απραγματοποίητου) μέλλοντος. Μα το Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα, εκείνο για το οποίο μίλησε ο Κούντερα, δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι. Είναι η επιθυμία για λήθη που οδηγεί στην αναζήτηση της έκστασης – δεν είναι η ίδια η έκσταση το ζητούμενο.

Διότι η σκέψη είναι κακή – αν σκέφτεσαι πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αμφισβητεί όλα όσα κάνει, όλα εκείνα στα οποία συμμετέχει. Και ποιος θέλει κάτι τέτοιο. Η σκέψη οδηγεί στην κριτική και η κριτική στην αμφισβήτηση – ενίοτε και του ίδιου σου του εαυτού, της καθημερινότητάς του, των σκοπών του. Γιατί να μπαίνεις σε τέτοιες δύσκολες διαδικασίες, τη στιγμή που τα πάντα γύρω σου μοιάζουν μπλεγμένα σ’ έναν ιστό προκαθορισμένων αναγκών και συμβατικών υποχρεώσεων; Όταν ο κόσμος κινείται σε ρυθμούς ρόλερ-κόστερ είναι ευκολότερο να επιβιβαστείς κι εσύ μαζί του – παρά να μένεις παραπέρα και να κοιτάς, σωστά;

Tο Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι

Και αν το ρόλερ-κόστερ πιάσει κάποια στιγμή ταχύτητες που αδυνατεί ο οργανισμός σου να χειριστεί – τότε μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται σε σένα, ναι; Σε σένα που νοσταλγείς, παρέα με τον Μίλαν Κούντερα, τους πλάνητες των παλιών καιρών. Και επαναλαμβάνεις, ξανά, τα λόγια του: «Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;»

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη λύση. Να δοκιμάσεις να προσαρμόσεις το ρόλερ-κόστερ στους δικούς σου ρυθμούς… και όχι το αντίστροφο. Στους ρυθμούς της φύσης – όχι της υπέρβασής της. Στους ρυθμούς που αρέσκονται ν’ απολαμβάνουν το κρασί σταγόνα-σταγόνα, κόντρα στα υπερεκτιμημένα και γρήγορα φιξάκια.

Δεν είναι εύκολη μια τέτοια αναπροσαρμογή στην εποχή μας, το ξέρω. Μα – θέλω να πιστεύω – δεν είναι και ακατόρθωτη.


© Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος ‘18

"Monastiraki" © Artwork: to foniko kouneli


Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Άνθρωποι και Χρήματα. Του Τομ Ρόμπινς





«Τα λεφτά είναι κάτι το ανεξήγητο. Από την εποχή της επινόησής τους σχεδόν, είχαν μπερδέψει και σαστίσει αυτούς που τα χρησιμοποιούσαν και παρ' όλο που οι σύγχρονοι άνθρωποι τα είχαν συνηθίσει, παρ' όλο που ασχολούνταν μ' αυτά σε καθημερινή, αν όχι ωριαία, βάση, και παρ' όλο που τα χρήματα επηρεάζουν την κάθε σκέψη τους με τον ίδιο τρόπο που η μαγιά επηρεάζει το ψωμί, δεν είχαν καταφέρει ακόμη να τα καταλάβουν περισσότερο απ' όσο τα καταλάβαιναν όταν πρωτοεμφανίστηκαν. Οι άνθρωποι βλέπουν απορημένοι τα λεφτά να κυριαρχούν πάνω τους και να θολώνουν τον τρόπο που εκείνοι βλέπουν τον κόσμο σαν... ναι, το μαντέψατε, σαν ένα πέπλο.

Όταν πέσει το πέμπτο πέπλο, και μαζί του η ψευδαίσθηση της οικονομικής αξίας, οι άνθρωποι μπορεί να αρχίσουν να αναγνωρίζουν πάλι τον εαυτό τους, μπορεί να ξαναβρούν τις παλιές αξίες και να ξαναδούν ένα τοπίο που έχει χαθεί εδώ και πολύ καιρό.

Στο μεταξύ, μπορούμε να πούμε με κάποια εγκυρότητα ότι, παρ' όλη τη φασαρία και τις φοβίες που δημιουργεί το χρήμα, στην πραγματικότητα σχεδόν δεν υπάρχει. Δεν είναι παρά ένα αφηρημένο επινόημα, ένα σύμβολο, μια πράξη πίστης, ένα γραμμάτιο που στηρίζεται μόνο στο λόγο ενός τραπεζίτη. Ουσιαστικά, τα λεφτά είναι ένα υποκατάστατο. Το αστείο σ’ αυτή την περίπτωση είναι πως τα λεφτά είναι ένα υποκατάστατο για πράγματα που συχνά δεν υπάρχουν.

Τόσο τα χρήματα όσο και η τέχνη, πασπαλισμένα όπως είναι με το ρομαντισμό και την ποίηση της εποχής μας, είναι μια μαγεία. Ή μάλλον, τα λεφτά είναι ταχυδακτυλουργία, ενώ η τέχνη είναι μαγεία. Τα λεφτά είναι θεατριλίκι, είναι εξαπάτηση, είναι ένα έξυπνο κόλπο. Η τέχνη είναι ένα πλέγμα δυνάμεων και επιδράσεων που ασκούνται πάνω στις αισθήσεις μέσα από ορισμένους πρακτικούς αλλά και μονίμως ανεξήγητους δεσμούς. Βέβαια, η γραμμή που ενώνει αυτά τα δύο μπορεί να είναι λεπτή σαν δίφραγκο. Επιπλέον, οι μάγοι του καπιταλισμού ενισχύουν τη δύναμη που ασκούν πάνω στο ακροατήριό τους χρησιμοποιώντας καλλιτεχνικές εικόνες. […]
 
Είναι όμως φανερό πως ούτε τα λεφτά ούτε η αγάπη για τα λεφτά είναι η ρίζα των ανθρώπινων κακών. Οι ρίζες του κακού είναι πιο βαθιές. Άλλωστε, τα λεφτά δεν είναι «ρίζες», τα λεφτά είναι «φύλλα». Για την ακρίβεια, είναι δισεκατομμύρια φύλλα. Ένα πυκνό, θαμνώδες, πράσινο φύλλωμα που αποκρύπτει τα άστρα της πραγματικότητας με τον πλαστό του θόλο. Ποιος λέει ότι τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα;

Η εμφάνιση του χρήματος, με τις δελεαστικές, αν και αόριστες, υποσχέσεις του προσέθεσε μια νέα ζωντάνια στο σπορ της ζωής. Η ζωντάνια όμως γρήγορα μετατράπηκε σε σύγχυση όταν οι παίχτες, αποβλακωμένοι από αστάθμητους και ανεξήγητους παράγοντες, άρχισαν να μπερδεύουν τις μάρκες του παιχνιδιού με το ίδιο το παιχνίδι.

Έτσι, το πέμπτο πέπλο θα πέσει σίγουρα, ακόμη και για κείνους από μας που δεν μπορούν να δουν το χορό της Σαλώμης. Θα πέσει τη στιγμή του θανάτου μας. Καθώς θα κειτόμαστε ανήμποροι και ανεπηρέαστοι πια από όλα εκείνα τα μπιχλιμπίδια που μας αποσπούσαν την προσοχή, και ενώ ο ηλεκτρισμός θα την κοπανάει από τα κυκλώματα του εγκεφάλου μας σαν απατεώνας που την κοπανάει από τη γειτονιά του κορόιδου, πολλοί από μας θα συνειδητοποιήσουμε ότι όλα όσα κάναμε στη ζωή μας, τα κάναμε για τα λεφτά. Εκείνη τη στιγμή, λίγο προτού σβήσουν τα αστέρια (και ανάλογα με το τι άλλο έχουμε μάθει στη ζωή μας) θα μας κυριέψει μια αφόρητη λύπη και πικρία για ό,τι κάναμε – ή, αλλιώς, μπορεί να ρίξουμε ένα γερό, βουβό γέλιο σε βάρος μας.»


Ήταν ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του Τομ Ρόμπινς «Ο Χορός των Εφτά Πέπλων» [Tom Robbins, “Skinny Legs and All”, 1990]. Μετάφραση: Γ. Μπαρουξης.





Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Ο μικρός καθημερινός φασισμός





Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν ένα μεγάλο φασισμό;

Ας διευκρινίσω όμως τι εννοώ με τα επίθετα «μικρός» και «μεγάλος». Ο «μικρός, καθημερινός φασισμός», όπως τον φαντάζομαι, είναι όλες εκείνες οι καθημερινές πράξεις ή συνήθειες που μας φέρνουν εγγύτερα σε μια κατάσταση απανθρωποίησης. Εκείνα τα μικρά πράγματα που προσθέτουν κι από ένα τούβλο στον Μεγάλο Τοίχο της ανθρώπινης αποξένωσης – ένας τοίχος όμοιος με το “The Wall” των Pink Floyd, που μεταδίδει μεν μια αίσθηση ασφάλειας (είναι ασφαλής η ζωή μέσα στο τείχος σου), μα ταυτόχρονα απομακρύνει τους έγκλειστους θαμώνες του από κάθε δυνατότητα ουσιώδους επαφής και επικοινωνίας, ο ένας με τον άλλον.

Η επικοινωνία, όπως την εννοώ εδώ, δεν είναι εκείνη η επαφή που προϋποθέτει κοινή γλώσσα. Μπορείς να επικοινωνείς μια χαρά με ανθρώπους με τους οποίους δεν μοιράζεστε ούτε μια κοινή λέξη στο λεξιλόγιό σας – όπως μπορείς να επικοινωνείς σε βάθος με τα ζώα. Οι λέξεις συχνά είναι διεφθαρμένες περισσότερο και από πολιτικούς. Λες μια λέξη και εννοείς άλλη, η οποία με τη σειρά της εκλαμβάνεται αλλιώς, από κάποιον που θέλει να πει κάτι άλλο. Οι ωραιότερες λέξεις του κόσμου (αγάπη, ελευθερία, δημοκρατία, αλήθεια, δίκαιο, και μερικές ακόμα) έχουν διαφθαρεί και μπολιαστεί με μια κρούστα ψεύδους και παραπληροφόρησης. Η κατανόηση μιας γλώσσας και η κατανόηση του νοήματος των λέξεων είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Συχνά δεν καταλαβαίνεις ο ίδιος τον εαυτό σου. Ναι, ο Μύθος της Βαβέλ ήταν λάθος – δεν είναι η έλλειψη κοινής γλώσσας εκείνη που αποξενώνει τους ανθρώπους, ούτε η παρουσία της εκείνη που τους φέρνει πάντα πιο κοντά.

Τι μας αποξενώνει λοιπόν; Και γιατί η αποξένωση συνθέτει, ένα προς ένα, τα τούβλα εκείνου που αποκαλώ «ο μικρός καθημερινός φασισμός»;

Θα μιλήσω αρχικά με κάποια δυσάρεστα παραδείγματα από την πολύ πρόσφατη καθημερινότητά μου. Το ένα αφορά ένα περιστατικό που είδα στον ηλεκτρικό και το ονομάζω «ο τραμπούκος και ο γέρος». Το άλλο συνέβη έξω από το σπίτι μου και συμμετείχα άμεσα ο ίδιος. Θα παραθέσω τα συγκεκριμένα περιστατικά (τα οποία νιώθω μεγάλη ανάγκη να μοιραστώ εδώ με τον κόσμο) και στη συνέχεια θα προσπαθήσω να επεκταθώ σε γενικότερα φαινόμενα που συναντούμε – ενώ είμαι σίγουρος πως ο κάθε αναγνώστης θα μπορεί να φέρει στο μυαλό του αντίστοιχες καταστάσεις που έχει δει ή ζήσει ο ίδιος (θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον όποιοι αναγνώστες έχετε να μοιραστείτε παραπλήσιες εμπειρίες «μικρού, καθημερινού φασισμού», να τις μοιραστείτε εδώ στα σχόλια – κι εγώ μπορώ ακόμα και να τις προσθέσω στο κεντρικό κείμενο, σαν επίμετρο).

Ας ξεκινήσω λοιπόν με τα πρόσφατα παραδείγματα που έζησα.






Περίπτωση ένα: Ο τραμπούκος και ο γέρος



Ήμουν στον ηλεκτρικό, μεσημέρι. Όχι πολύς κόσμος. Ένας μεγαλόσωμος τύπος, μεταξύ τριάντα και σαράντα χρόνων, καθόταν απέναντί μου. Φορούσε ένα ξεβαμμένο στρατιωτικό τζάκετ. Ο τύπος (έτσι θα τον αποκαλώ στο εξής, «ο τύπος») είχε αγοράσει ένα τραπέζι από κάποιο κατάστημα και το τραπέζι βρισκόταν στο κουτί του – ένα μεγάλο ορθογώνιο κουτί, που στεκόταν όρθιο στη γωνία του βαγονιού, δίπλα στην πόρτα. Ο τύπος καθόταν λίγο παραπέρα, σε μια από τις θέσεις – είχε αφήσει δηλαδή το κουτί, όρθιο, εκτός επίβλεψης.

Ένας ηλικιωμένος κύριος, μεταξύ 70 και 80 χρόνων, μικρόσωμος, αδύνατος, με αραιά μαλλιά, στεκόταν μπροστά στην πόρτα (και στο κουτί) περιμένοντας να φτάσει στη στάση του και να βγει. Μόλις όμως το τρένο έφτασε στην στάση έκανε ένα ελαφρώς απότομο φρενάρισμα – και το κουτί έφυγε από τη θέση του και – παφ! – έπεσε πάνω στα πόδια του ηλικιωμένου.

«Ααα! Ποιος μαλάκας το άφησε…!», έκανε ο γέρος.
Ο τύπος σηκώθηκε, σήκωσε το κουτί από το πάτωμα που είχε πέσει και… άρχισε να βρίζει τον ηλικιωμένο. «Ποιον είπες μαλάκα ρε!». Ο γέρος, σχεδόν σε απολογητικό τόνο, απάντησε: «Με πόνεσες!» Μα ο τύπος, μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα του, άρχισε να τον φοβερίζει. «Άντε τράβα, θείο, μη βρεις το μπελά σου! Το καλό που σου θέλω, θείο, ακούς; Φύγε!»

Ο ηλικιωμένος βγήκε έξω. Μα ο τύπος συνέχισε να του φωνάζει, απ’ τα παράθυρα, υψώνοντας το κωλοδάχτυλο και γελώντας χαιρέκακα: «Θα σε γαμήσω, μαλάκα! Θα σε γαμήσω!» Ταυτόχρονα κοιτούσε αριστερά και δεξιά του, τους υπόλοιπους επιβάτες του τρένου, που παρακολουθούσαν τη σκηνή, το χαμόγελο στα χείλη του, λέγοντας συνέχεια «ρε τον μαλάκα», γυρεύοντας ίσως κάποια λεκτική υποστήριξη, κάποιο χαμόγελο τύπου «τι κωλόγεροι υπάρχουν στον κόσμο» ή κάτι σχετικό, ως επιβεβαίωση των απειλών του.

Μα δεν εισέπραξε κάποιο. Ο κόσμος δεν του έδωσε σημασία. Μόνο εγώ τον αγριοκοίταγα κάτω απ’ τα γυαλιά μου. Χτυπάς τον γέρο, τον βρίζεις και από πάνω, επειδή «τόλμησε» να ενοχληθεί που μια κούτα που είχες παρατήσει έπεσε πάνω του.

Μα κάτι έλειπε για να σφραγίσει το περιστατικό. Το κερασάκι στην τούρτα. Να που ήρθε όμως, λίγα δευτερόλεπτα μετά, κι ενώ το τρένο είχε ξεκινήσει πάλι. Περάσαμε μπροστά από μια εκκλησία και ο τύπος – ο ίδιος τύπος που λίγες στιγμές πριν απειλούσε τον γέρο πως «θα τον γαμήσει» – έκανε ευλαβικά… τον σταυρό του.

Ε, φυσικά. Ο σταυρός. Αυτό έλειπε για να δέσει το γλυκό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών.



Περίπτωση δύο: Η παρέα και η γάτα






Το περιστατικό που θα σας περιγράψω τώρα σπίλωσε τουλάχιστον για ένα εικοσιτετράωρο την ψυχολογία μου. Το σκεφτόμουν συνέχεια, δεν με έπαιρνε ο ύπνος, ένιωθα την ανάγκη να το συζητήσω – και τώρα να το μοιραστώ. Με ενόχλησε βαθιά και, ως ένα βαθμό, με προβλημάτισε με τις προεκτάσεις που θα μπορούσε να είχε πάρει.

Ήταν δύο περίπου τη νύχτα και ακούω έξω ακριβώς από το σπίτι μου, δίπλα στο παράθυρο (το παράθυρο βρίσκεται λίγο χαμηλότερα από το ύψος του δρόμου) την εύθυμη φωνή ενός νεαρού και τον ήχο ενός υγρού που πέφτει. «Δείτε, κατουράω τη γάτα», τον άκουσα να λέει.

Τινάχτηκα από τη θέση μου, το αίμα να μου ανεβαίνει στο κεφάλι. Η συγκεκριμένη γάτα είναι μία από εκείνες που ταΐζω σε καθημερινή βάση – και η οποία συχνά στέκεται και νιαουρίζει έξω από την πόρτα μου, ώστε να της ανοίξω. Έχει γούστο, σκέφτομαι, και ανοίγω απότομα την πόρτα.

Ένας τύπος γύρω στα 25 στεκόταν έξω ακριβώς από το σπίτι, το πουλί του στο χέρι, και κατουρούσε. Το έδαφος είχε γεμίσει ούρα, που είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα. Η γάτα είχε γίνει καπνός.

«ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ ΡΕ!», φωνάζω.

Ο τύπος δεν περίμενε προφανώς να ανοίξει ο ένοικος την πόρτα και να τον πιάσει στα πράσα. Σήκωσε μεμιάς το παντελόνι του και κίνησε να φύγει. Μαζί του ήταν ακόμα ένας ή δύο φίλοι του και δυο κοπέλες. Λίγο παραπέρα είχε παρκάρει το αμάξι του και κίνησε προς τα κει.

Είχα κοκκινίσει απ’ το θυμό μου. Φώναζα. Παραφερόμουν. «Καλά ρε, κατουράς πάνω στα σπίτια των ανθρώπων!», φώναζα. «Πάνω στη γάτα! ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΡΕ!»

«Εντάξει, μη δίνεις τόση σημασία» μου είπε ο φίλος του, που θα τον αποκαλώ στο εξής «ο δικηγόρος», μια που είχε την τάση να τον υπερασπίζεται. «Είναι μεθυσμένος», είπε προς δικαιολογία του.

Όρμησα στο σπίτι, βγήκα έξω με μια κάμερα στο χέρι, και άρχισα να τραβάω τη σκηνή και τα πρόσωπα. «Παίρνω τώρα τον αριθμό του αυτοκινήτου σου!», φώναξα, ενώ τα μάτια μου πετούσαν σπίθες. Ήμουν εξοργισμένος. Μα ο πρωταγωνιστής μας, ψύχραιμος, δίχως να δείχνει στο ελάχιστο μεθυσμένος, μου είπε τα εξής:

«Χάνεις τον καιρό σου με αυτό που κάνεις. Πάρε όσες πινακίδες θες. Δεν μπλέκω εγώ. Είμαστε δίπλα με τους μπάτσους, βλέπεις. Είμαι στα Ο.Υ.Κ. Εμείς σας προστατεύουμε. Μη το κάνεις αυτό, γιατί θα βρεις τον μπελά σου».

«Απλά άστο», να μου λέει παράλληλα ο φίλος του ο «δικηγόρος», παρακινώντας με σε ψύχραιμο ύφος.

Στο μεταξύ είχαν πλησιάσει στη σκηνή οι δυο κοπέλες και ένας τύπος – αγνοώ αν ήταν ή δεν ήταν στην ίδια παρέα. Με είδαν που τραβούσα πρόσωπα με την κάμερα και θύμωσαν: «σβήσε τώρα αυτά που έγραψες στην κάμερα, αυτά είναι προσωπικά δεδομένα!» μου κάνουν. Άγγιξα φευγαλέα τον ώμο της κοπέλας κι εκείνη άρχισε να ωρύεται: «ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ; ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ;!»

(μα την αλήθεια, το σουρεαλιστικό περιστατικό που σου περιγράφω, φίλε αναγνώστη, συνέβη όπως ακριβώς το διαβάζεις)

Α, δεν πάει καλά ο κόσμος, σκεφτόμουν. Μα ήμουν μόνος σε όλο αυτό. Η γειτονιά κοιμόταν.

«Ναι, σε άγγιξα, μα ήταν λες και αγγίζω γλίτσα», είπα στην κοπέλα – που δεν απάντησε. Στράφηκα στους άλλους. «Θα καθαρίσετε προτού φύγετε!», έκανα.

Ο τύπος που κατούρησε αρνήθηκε. «Δεν κάνω τίποτα». Οι κοπέλες είχαν ήδη απομακρυνθεί. Μόνος του, ο «δικηγόρος» προσφέρθηκε να καθαρίσει. «Θα το κάνω», είπε.

«Μισό λεπτό, λοιπόν», του λέω, «να φέρω έναν κουβά… και να ενημερώσω την ιδιοκτήτρια του σπιτιού». Με το που ανέφερα την ιδιοκτήτρια και κίνησα προς το σπίτι της οι τύποι έφυγαν στο λεπτό.

Και αυτό ήταν.


Street art by Banksy

***


Δεν γνωρίζω τι είναι εκείνο που με εξόργισε περισσότερο σε αυτή την ιστορία. Ο τύπος που αδιάφορος για την καημένη τη γάτα, κατουρούσε γύρω της; Η υστερική που φώναζε πως «την άγγιξα»; (λυπάμαι τους άντρες που πραγματικά αγγίζουν γυναίκες σαν αυτή). Οι έμμεσες απειλές τους, όταν με είδαν να τραβάω με την κάμερα, ώστε να σβήσω αυτά που τράβηξα; Ή το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής της πράξης μου είπε απαθώς πως «δεν έχει να φοβηθεί τίποτα απ’ τους μπάτσους, γιατί είναι το ίδιο μαγαζί»;…

Μήπως ήταν οι αντιδράσεις που, εκ των υστέρων (γιατί πάντα έτσι γίνεται) σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είχα; Λιγότερο οργισμένες, περισσότερο υπολογιστικές ενδεχομένως. (edit: όχι - μια χαρά ήταν οι αντιδράσεις μου... ο τύπος κατουρούσε πάνω στη γάτα! όσο το σκέφτομαι, τόσο θυμώνω ξανά απ' την αρχή). Όσο αφορά τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα (κάποια εξ’ αυτών) στην προσωπική μου κάμερα; Εκ των υστέρων έμαθα πως ο χώρος, όντας κοντινός σε μουσείο, βιντεοσκοπείται ούτως ή άλλως…

Τι ήθελα να πετύχω; Σε αρχική βάση, σίγουρα να σταματήσω τα χειρότερα – φοβήθηκα για τη γάτα και ήθελα να αποτρέψω οποιαδήποτε ζημιά σε βάρος της. Εν συνεχεία ήθελα να ορθώσω μια κάποια αντίδραση στην πράξη τους, έστω σπασμωδική και συναισθηματική. Ήμουν διατεθειμένος να τρέξω στην αστυνομία; Μεταξύ μας, δύσκολα θα έφτανα ως εκεί, από τη στιγμή που δεν έπαθε κανένας τίποτα. Σκέφτομαι επίσης πως θα μπορούσαν να είχαν πάρει χειρότερη τροπή τα πράγματα.

Και αν το αντιμετώπιζα περισσότερο "χαλαρά"; Σε τελική ανάλυση, "χαβαλέ" έκαναν τα παιδιά. Σύμφωνοι... Θα επιστρέψω όμως εκεί που άρχισα. Στη γάτα. Αφήνω στην άκρη τους τραμπούκους και τις απειλές και τους μπάτσους και τις κάμερες και τις υστερικές γυναίκες – μα η γάτα τι φταίει ρε παιδιά. Γιατί να μπλέκει σε αυτόν τον παράλογο κόσμο των ανθρώπων;



Ο φασισμός της καθημερινότητας



Τι είναι ο μικρός, καθημερινός φασισμός; Σε αρχική βάση είναι όλα όσα υψώνουν τείχη ανάμεσά μας. Σε δεύτερη βάση, είναι τα συρματοπλέγματα ανάμεσα στα τείχη. Η αδυναμία της επικοινωνίας· η ωμή σύγκρουση του δυνατού με τον ασθενέστερο· οι τακτικές εκφοβισμού· η επιβολή δια της εξουσίας· η στέρηση του λόγου· ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε φατρίες και ομάδες· ο πόλεμος όλων εναντίον όλων.

Ο αρχέγονος νόμος της ζούγκλας που διασπά κάθε κοινωνικό συμβόλαιο, κάθε προσπάθεια ομαδικής συμβίωσης.

Μήπως να αναφέραμε μερικά παραδείγματα ακόμα; Νομίζω κάθε αναγνώστης θα μπορούσε να σκεφτεί κάποια δικά του βιώματα – θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον αν τα μοιραζόταν, εδώ, μαζί μας, δημιουργώντας από κοινού ένα ψηφιδωτό «μικρών καθημερινών φασισμών». Θα αναφερθώ παρακάτω σε ορισμένες γενικές περιπτώσεις, από τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε να συνθέσει συγκεκριμένα – πολύ συγκεκριμένα – παραδείγματα.







Τα παιδιά που δέχονται bullying στο σχολείο και αντιδρούν υποτακτικά, με φόβο – αντλώντας το λανθασμένο συμπέρασμα πως η φυγή είναι ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης… ενώ υπάρχει και η πάλη.

Ο εργοδότης που θεωρεί πως η εταιρία είναι τσιφλίκι του και οι εργαζόμενοι δουλοπάροικοί του – ορίζοντας μόνος του νόμους και κανόνες, αψηφώντας στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα και νομικές υποχρεώσεις – και, αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι που αντιδρούν σπασμωδικά, μεμονωμένα, φοβισμένα, δίχως να σμίγουν τις φωνές τους, δίχως να λειτουργούν συλλογικά, ξεχνώντας πως οι ίδιοι συνιστούν την πηγή κάθε πλούτου.

 Οι εταιρίες που κρύβουν την ολική αδιαφορία τους για το ανθρώπινο προσωπικό τους πίσω από έναν πέπλο ανωνυμίας, απρόσωπης ιεραρχίας και αριθμών σε μία λίστα – και αντίστοιχα οι εργαζόμενοι που είναι διατεθειμένοι να αποδεχτούν τα έσχατα μέτρα υποβιβασμού τους για ένα κομμάτι ψωμί.

Οι τακτικές εκφοβισμού της αστυνομίας.

Το κύμα άγχους και τρόμου που αναπαράγεται, σε καθημερινή βάση, από κάθε τηλεοπτικό κανάλι και ένα σημαντικό μέρος του Τύπου (έντυπου και διαδικτυακού) της χώρας. Γιατί τι είναι ο φόβος, αν όχι μέσο ψυχολογικής βίας – άρα και καταστολής.

Η συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων στην ουρά στις υπηρεσίες ή στα μέσα συγκοινωνίας· των ανεύθυνων οδηγών στους δρόμους· όσων ρυπαίνουν με σκουπίδια ή βρωμιές τη γειτονιά, τα κτίρια και τη φύση· όλων αυτών που λένε «η πάρτη μου και χέστηκα για όλους τους άλλους». Μια νοοτροπία ιδιαίτερα αγαπητή στον μέσο Έλληνα, θαρρώ.

Η αδιαφορία των περαστικών, όταν μπροστά στα μάτια τους μια ομάδα ντόπιων ξυλοφορτώνουν έναν μετανάστη, έναν νεαρό με μακρύ μαλλί, ή το μέλος κάποιας μειονότητας.

Ο αδιάκοπος αυνανισμός του κινητού, της selfie, της ατάκας στο Facebook, των check-in, της κατανάλωσης και – κυρίως – της επίδειξής της. Και μη με ρωτήσετε ποια η σχέση αυτών με τα παραπάνω… ασφαλώς και έχουν σχέση και το ξέρετε καλά. Γιατί ο «μικρός, καθημερινός φασισμός» δεν αφορά μόνο τον περιορισμό δικαιωμάτων, το κλείσιμο φωνών και τον εκφοβισμό… μα σχετίζεται με κάθε μορφή απώλειας της επικοινωνίας και οχύρωσης των ανθρώπων πίσω από τείχη. Και τι είναι η εικονική πραγματικότητα της επίδειξης και των κυρίαρχων συμπεριφορών στο διαδίκτυο, αν όχι ένας ακόμα τοίχος που υψώνεται και παρεμποδίζει την ουσιώδη επαφή ανάμεσά μας;



Graffiti by Mr. Thomas in Ferentino, Italy

 
Όπως εξάλλου έχω αναφέρει ο ίδιος, κατά καιρούς, στη σελίδα μου στο Facebook… μην πατάτε μόνο like. Μιλήστε. Επικοινωνήστε. Στείλτε ένα ρημάδι μήνυμα. Μην κρύβεστε πίσω από μάσκες… Ελάτε σε επαφή. Γνωριστείτε από κοντά. Και αν δεν ταιριάζετε… δεν χάσατε και κάτι. Τουλάχιστον το επιδιώξατε. Μα πρέπει να γίνει κάπου η αρχή – και δεν θα γίνει όταν κρύβεστε μονίμως πίσω από μια οθόνη. Χαίρομαι που κάποιοι ιδιαίτερα αγαπητοί μου φίλοι προήλθαν από αυτόν ακριβώς τον «ανώνυμο» αρχικά, χώρο του διαδικτύου και από τα κοινωνικά δίκτυα. Μα θλίβομαι όταν βλέπω πως τόσος κόσμος αγνοεί την αληθινή δυναμική τους και περιορίζεται σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι της επίδειξης και του στείρου μιμητισμού.

Αν έπρεπε να φανταστώ μια συμβολική εικόνα για το «φασισμό της καθημερινότητας», εκείνη θα ήταν η εξής: πελώριες γυάλες, η μία δίπλα στην άλλη, ασφυκτικά κλειστές και αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Κάθε γυάλα περιλαμβάνει έναν άνθρωπο και το μικρόκοσμό του. Οι γυάλες είναι βουτηγμένες όλες σ’ ένα παχύρρευστο χυλό «πληροφορίας» - και αυτός ο χυλός συνιστά τον κοινωνικό τους χώρο. Ο χυλός εδράζεται σ’ ένα καζάνι που βράζει – το καζάνι λέγεται κράτος και οικονομία.

Και αυτά τα καζάνια, το ένα παραταγμένο δίπλα στο άλλο, αυστηρά διαχωρισμένα μεταξύ τους… είναι τα έθνη του κόσμου.

Και η φωτιά που σιγοβράζουν… εκείνη που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά τη ρίζα κάθε «μικρού φασισμού της καθημερινότητας» (από τον νταή που βρίζει τον ηλικιωμένο στο τρένο, στον μπάτσο που κατουράει τις γάτες, στον εργοδότη που αδιαφορεί για το προσωπικό του, στον οδηγό που αδιαφορεί για τους κανόνες ασφαλείας, στον τύπο που πετάει σκουπίδια, στον αδιάφορο περαστικό των δρόμων, στον παθητικό δέκτη των Μέσων Ενημέρωσης, στον αιώνιο καταναλωτή…)

Η φωτιά αυτή που σιγοβράζουν τα καζάνια θα μπορούσε να ονομάζεται και «ο καθένας για την ομάδα ή την πάρτη του και χεστήκαμε για όλους τους υπόλοιπους».

Θέλω να πιστεύω πως αυτή δεν είναι η κυρίαρχη τάση των καιρών μας.



Πρόσθετη ενότητα: Σχόλια και σκέψεις από τους αναγνώστες




Η παρούσα ενότητα, επιπρόσθετη στο αρχικό κείμενο, είναι το σημείο που περνάω τη σκυτάλη στους φίλους αναγνώστες του Κουνελιού. Είναι η δική τους φωνή, οι δικές τους σκέψεις, και ίσως κάποια δικά τους βιώματα, όπως τα μετέδωσαν οι ίδιοι μέσω της σελίδας στο Facebook. Κάποια από τα σχόλιά τους έχουν τόσο ενδιαφέρον, που θεώρησα σκόπιμο να τα μεταφέρω εδώ, ώστε να μη χαθούν στο σωρό του Facebook, καταμεσής των selfies και των check-in – και να προσθέσουν στον γενικότερο προβληματισμό. Θα επανέρχομαι σε αυτή την ενότητα, ανανεώνοντάς τη, με περισσότερα σχόλια αναγνωστών.

Όσο και αν η πληθώρα αυτή αρνητικών εικόνων μπορεί να φαντάζει σε κάποιους ως «πεσιμιστική» ή αποθαρρυντική, ο ίδιος δεν θεωρώ πως είναι έτσι απαραίτητα. Σκοπός μου δεν είναι να αποθαρρύνω τον κόσμο ή να μεταδώσω μια αίσθηση ηττοπάθειας. Θα έλεγα αντίθετα πως όσο παρατηρούμε τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας, δίχως ηδονοβλεπτικά συμπλέγματα, δίχως σύνδρομα παθητικής κατανάλωσης, σαν εκείνα που καλλιεργούν τα Μέσα, μα με κριτική διάθεση… τότε ίσως και να γίνει κάτι. Το πρώτο βήμα είναι να συνειδητοποιήσουμε πως υπάρχει αυτή η πλευρά. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε πως αντιμετωπίζεται όχι με στείρα αγανάκτηση – μα με κριτικό πνεύμα. Και το τρίτο είναι να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε – και να πράττουμε.

Και πάντα η πρώτη πράξη είναι να μη σιωπούμε. Να μιλάμε, όπως μπορούμε, όπου μπορούμε. Κάθε φασισμός, μικρός ή μεγάλος, φοβάται τη φωνή του κόσμου – αυτό είναι γνωστό.

Δεν είμαστε μόνοι σε αυτό – το πιστεύω.






Ας πάμε λοιπόν στα σχόλια των αναγνωστών. Βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον το σχόλιο της Νάντιας, η οποία αναφέρει:

“Ναι, πολλοί έχουμε παρόμοιες εμπειρίες, μικρές φασιστικές ιστορίες καθημερινής τρέλας. Πολλοί γίναμε "μάρτυρες" βίας προς μετανάστες και όχι μόνο στα Μ.Μ.Μ. Πολλοί έχουμε δει κακοποίηση ζώων ή και έχουμε... κακοποιηθεί... τουλάχιστον λεκτικά πολλές φορές. Θα μείνω στον προβληματισμό, μου επιτρέπεις. Είναι φορές που νιώθω ότι πνίγω με τόσο κόπο τον λυγμό μου για το ανθρώπινο είδος που αν δεν βρω τρόπο να τον εκφράσω θα εκραγώ παθαίνοντας κρίση πανικού. Και έχω πάθει πολλές φορές. Είτε γιατί κάποιον ξυλοκόπησαν μπροστά μου, είτε γιατί, αφού με όμορφο τρόπο προσπάθησα να πείσω τα νεαρά τσογλάνια να μην αναστατώνουν τη γειτονιά τα ξημερώματα κάθε ημέρας τρομάζοντας ή ενοχλώντας τον όποιο ύπνο των γειτόνων, έφαγα τα χαστούκια μου και είδα αστράκια. Δεν έχει σημασία.

Οι κρίσεις λοιπόν με οδήγησαν στην αναζήτηση της βίας προς τον εαυτό μας. Και νομίζω ότι η πρώτη μικρή φασιστική συμπεριφορά είναι από εμάς προς τον εαυτό μας. Και δεν το λέω εγωιστικά. Κατά την ταπεινή μου γνώμη όλα ξεκινούν από την έλλειψη σεβασμού κάτ αρχήν προς τον εαυτό μας. Αν κάθε άνθρωπος σεβόταν την ύπαρξη του στον χώρο και τον χρόνο, όπως όλα τα πλάσματα της φύσης, θα σεβόταν και θα υπολόγιζε και ότι ζει και υπάρχει γύρω του. Ο πρωταρχικός μικρός φασισμός είναι προς τον εαυτό μας γιατί εκπαιδευόμαστε να του συμπεριφερόμαστε έτσι, στον εξελιγμένο "πολιτισμένο" κόσμο μας. Θα μπορούσα να γράψω πολλά γι αυτό αλλά το θέτω ως προβληματισμό. Πόσο λιγότερο φασιστική θα είναι η καθημερινότητα όλων αν η συμπεριφορά μας είναι με σεβασμό και αγάπη, που σημαίνει αυτοσεβασμό, αυτοεκτίμηση και εσωτερική ανάπτυξη; Μπορεί να είναι ουτοπία αυτό που σκέφτομαι. Και βέβαια θυμώνω, εναντιώνομαι, φωνάζω, βγαίνω από τα ρούχα μου αλλά με κάποιο τρόπο γυρίζει μπούμερανγκ. Θέλω μόνο να αγαπώ.”

 Η Στέλλα προσθέτει:

“Όλα αυτά τα περιστατικά που ανέφερες επιβεβαιώνουν για ακόμα μια φορά πόσο υστερούμε στο θέμα της παιδείας. Τι να πρωτοθυμηθώ και να αναφέρω; Δυο παιδιά, ένα καλοκαίρι στην γειτονιά μου που βρήκαν εξαιρετικά αστείο το γεγονός να καταστρέψουν ξένη περιουσία σπάζοντας την τζαμαρία ενός μαγαζιού; Μια κοπέλα στη στάση του λεωφορείου να δέχεται σεξουαλική παρενόχληση από έναν μεθυσμένο χωρίς να αντιδράει κι έπειτα αυτός να κατεβάζει το παντελόνι και να κατουράει μπροστά μας; Μια παρέα ''έξυπνων'' να δένει και να πετάει ένα κουτάβι σε γκρεμό; Μια κοπέλα στο αστικό να ουρλιάζει και να στολίζει μια ηλικιωμένη με κινητικό πρόβλημα επειδή ''τόλμησε'' να καθίσει σε μια θέση; Και η λίστα συνεχίζεται και ανανεώνεται καθημερινά... Συμπεριφορές που εκτός από αναισθησία δείχνουν και προσωπική ανασφάλεια. Το ξέσπασμα σε κάθε μορφή έγινε πια επιτακτική ανάγκη μας για να νιώσουμε εμείς ανώτεροι, πιο μάγκες και να καλύψουμε το πρόβλημά μας. Ας γκρεμίσουμε τον τοίχο που χτίσαμε γύρω μας βελτιώνοντας πρώτα απ' όλα τον εαυτό μας, το ''μέσα μας'' για να μάθουμε να σεβόμαστε και τους συνανθρώπους μας.»

Ανάλογο το συμπέρασμα της Emily, η οποία αναφέρει:

«Ο αυτοσεβασμός και η αυτοεκτίμηση είναι σημάδια μιας πολιτισμένης και υγιούς κοινωνίας. Αν ο καθείς δουλέψει με τον εαυτό του, μόνο τότε μπορούμε να μιλήσουμε για ένα καλύτερο κόσμο για ένα καλύτερο αύριο!»

Αναμφισβήτητα, η στάση μας απέναντι στον εαυτό μας είναι η απαρχή – δίχως αυτοσεβασμό πως γίνεται να σεβόμαστε τους άλλους. Στο μεταξύ η Κατερίνα έθιξε μια ακόμα ενδιαφέρουσα πτυχή – εκείνη των προτύπων που επιβάλλει μια κοινωνία από τότε που είμαστε μικροί:

«Νομίζω πως από μωρά υφιστάμενα διάφορους φασισμούς!!Πρέπει-η απόλυτα φασιστική λέξη-να υπηρετούμε πρότυπα εξυπνάδας ομορφιάς μόδας!!Μεγαλώνοντας μαθαίνουμε να κρύβουμε τις ευαισθησίες μας για να προστατευτούμε και να γίνουμε αποδεκτοί!!Κατά τη γνώμη μου λοιπόν είμαστε όλοι τόσο ανελεύθεροι και όλο και λιγότερο ευτυχισμένοι!!»

Θα έλεγα πως τα «πρέπει» σε μια κοινωνία καλύπτουν άφθονους τομείς – από το lifestyle στις επαγγελματικές συνήθειες. Μια κοινωνία όμως που δεν καλλιεργεί την αποδοχή της διαφορετικότητας (στον τρόπο ζωής, στις επιλογές, στην αισθητική, σε όλα) πόσο να απέχει από το φασισμό;

Χαρακτηριστικό και το σχόλιο της Ειρήνης:

«Δυστυχώς η παιδεία έχει κατέβει (και όταν αναφέρομαι σε παιδεία ακόμα και κάποιος «αγράμματος βοσκός» πχ έχει μεγαλύτερη παιδεία από μερικά μορφωμένα ίσως ανθρωποειδή) και φυσικά τα ψυχολογικά-κόμπλεξ έχουν μια ανεξήγητη έξαρση!»

Παραθέτω και το σχόλιο του φίλου Γιάννη:

«Θα αναδιατύπωνα το ''Εκατό μικροί φασισμοί άραγε συνθέτουν έναν μεγάλο φασισμό;'' αλλάζοντας το ρήμα ''συνθέτουν'' με το ''διαμορφώνουν κατάλληλα μυαλά στο να δεχτούν τον φασισμό και σαν κοινωνική οργάνωση''.

Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό που συνέβη πριν 1 χρόνο. Ο λίντερ της ομάδας (γιατρός) κατά της διάρκεια μιας επέμβασης κυριευμένος από άγχος (που δεν απέρρεε από τη δυσκολία του περιστατικού – όπου μερικώς δικαιολογείται – αλλά από ανασφάλεια και ανικανότητα) και μην μπορώντας να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της κατάστασης έπρεπε να βρει κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο. Αυτός βέβαια ήταν κάποιος δεν θα του πει ένα ''ευχαριστώ'' στο τέλος, κάποιος που μετά θα πρέπει να πάρει το παιδί του από το σχολείο και να το κοιτάξει στα μάτια λέγοντάς του πως πρέπει να σέβεται τον συνάνθρωπό του ενώ αυτόν όχι απλά δεν τον σεβάστηκαν αλλά τον εξευτέλισαν.

Έτσι η κάθε μας μέρα πρέπει να γίνει ένα προσωπικό στοίχημα. Θέλει νεύρο και δύναμη όμως, και ελπίζω να μας έχει μείνει λίγο.»



Street art by Etam Cru


Ευχαριστώ βαθιά το φίλο Δημήτρη, για το ακόλουθο σχόλιο που μου άφησε - καταμεσής δυσκολιών, από εκείνες που ορθώνει το ("δημοκρατικότατο", όσο αφορά την επιλογή των ποστ που προβάλλει, για την οποία μοναδικό κριτήριο είναι ο βαθμός δημοφιλίας) Facebook:

«Το κείμενο σου είναι ένας μικρός θησαυρός που πρέπει να διδάσκεται σε παιδιά όσο είναι ακόμα στην ηλικία διαμόρφωσης προσωπικότητας. Δεν μπορώ να προσθέσω κάτι σε ένα τόσο σταράτο κείμενο. Θα σχολιάσω απλώς ότι ο φασισμός της καθημερινότητας έχει γερές ρίζες. Δεν μπορεί να ξεριζωθεί, μπορεί όμως με υπομονή να ελαττωθεί.

Από την αποχαύνωση των σέλφι και την λαχτάρα για αυτοπροβολή, μέχρι τα περιστατικά σε σχολεία και την κακομεταχείριση αθώων ψυχών, ζώα τα λένε κάποιοι υποτιμητικά -μακάρι να μπορούσαν λίγο να τους μοιάσουν- υπεύθυνοι είμαστε εμείς. Και αυτοί που τα κάνουν, και εγώ κούνελε, και εσύ ίσως, που ενώ πιθανότατα δείχνουμε σημάδια αντίστασης ίσως θα μπορούσαμε και καλύτερα. Θα έλεγα πως ζούμε στην βορειότερη χώρα της Αφρικής, ή την δυτικότερη της Ασίας, αλλά ποιος θα καταλάβαινε (άσε που θα αποτελούσε προσβολή ειδικά για την Αφρική).

Όλα ξεκινάνε από εμάς, τα κατάλοιπα και τα κόμπλεξ της ψωροκώσταινας, που έχουν μπολιαστεί από γενιά σε γενιά με τρόπο ευλαβικό, αρνούνται οποιαδήποτε αλλαγή προς τον ορθολογισμό και τον αντιμετωπίζουν σαν κάτι σατανικό. Δέσμιοι ιδεολογιών που προκαλούν θυμό και κατάθλιψη. Συγνώμη αν χάνω τον ειρμό μου αλλά μόλις διάβασα και το άρθρο σου και δεν ήταν ότι πιο ευχάριστο. Προφανώς δεν έπεσα από τα σύννεφα. Συνεχίζω πάντως λέγοντας πως όσο μερίδιο ευθύνης και να έχουμε, είναι καθήκον μας να μεταλαμπαδεύουμε τις αξίες του αυτοσεβασμού. της αγάπης , της λογικής , της ανθρωπιάς ντε, όπως και όποτε μπορούμε. Είτε σε κύκλους μας , είτε στα παιδιά μας αργότερα. Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που μπορεί και πρέπει να κάνει τόσο καλό γύρω του.. και όμως. Συγνώμη για τη μακρηγορία μου και ευχαριστώ ξανά για την ευκαιρία που μου έδωσες να διαβάσω το κείμενό σου. (Δυστυχώς υπάρχει και ο φεισμπουκικος φασισμός που εμφανίζει τα ποστ όπως να ναι, χωρίς σειρά)»


Συνεχίζοντας με τα σχόλια των αναγνωστών… Ευχαριστώ τη Μαγδαλίνα για το ακόλουθο σχόλιο:

«Νομίζω πως η αντίδραση κατά τη διάρκεια του περιστατικού είναι αυτό που πάνω απ’ όλα μετράει. Να μη γυρίζουμε την πλάτη, να μη μένουμε σιωπηλοί.»

Όπως και τη Νέλλυ, που θίγει εύστοχα το θέμα της συλλογικότητας – ή της απουσίας της.

«Παρατηρώ στην καθημερινότητα μας πια πως έχει χαθεί κάθε μορφή και κάθε έννοια συλλογικότητας και πως ο καθένας κοιτάζει σ αυτό που θα πεις ή θα προτείνεις τι έχει να κερδίσει και τι παγίδα πιθανόν βρίσκεται πίσω απ αυτό που προτείνεις και οι περισσότεροι αποθηκεύουν τέτοια ποσότητα άχρηστων πληροφοριών που τους διαφεύγει η πραγματική ζωή και η ανθρώπινη επικοινωνία.»

Η Θωμαΐς είχε αυτό να πει:

«Καθημερινός φασισμός είναι η φάλαινα που ψοφάει από τριάντα κιλά πλαστικό σε ακτή του τουριστικότερου νησιού της χώρας. Φασισμός είναι να νιώθεις αναίτια ανώτερος σε αξία από οτιδήποτε άλλο περπατά ,πετά δίπλα σου ,κολυμπά ή φυτρώνει στη γη.»

Η Αναστασία μίλησε για τη φύση του ανθρώπου:

«Σε ένα πιο ευρύ πλαίσιο, η διχόνοια και ο αλληλοσπαραγμός (και όχι μόνο) είναι στην φύση του ανθρώπου από τις απαρχές του είδους του. Ο σάπιενς κανιβάλισε τον Νεάντερταλ και η Ιστορία δεν έχει να δείξει κάτι διαφορετικό παρά παραλλαγές του ιδίου μοτίβου. Φασίστες εναντίον προσφύγων, Δεξιοί ενάντια Αριστερών Αμερικανοί εναντίον Ρώσων, Κινέζοι ενάντια Γιαπωνέζων, σφαγές επί Χίτλερ, σφαγές επί Στάλιν,(και σε μικροκλίματα γείτονας εναντίον γείτονα, παιδί εναντίον παιδιού, άνθρωπος εναντίον ανθρώπου). Ακόμα και ο γεράκος που λες, μπορεί άνετα να τραμπουκίσει ένα παιδάκι αν βρεθεί σε θέση ισχύος. Η φύση του ανθρώπου είναι φρικαλέα και ειδεχθή (παρ’ όλα τα επιτεύγματα της Τέχνης και της Επιστήμης) και το βλέπεις ολοκάθαρα όταν συναλλάσσεσαι με κάποιον που βρίσκεται σε θέση ισχύος. Έτσι ήταν και έτσι θα είναι. (φυσικά, τα άνωθεν είναι προσωπική άποψη και δεν έχουν σκοπό να πείσουν κανέναν :) )»

Θέλω να πιστεύω πως τα πράγματα δεν είναι τόσο ζοφερά, όσο μας παρουσιάζει η Αναστασία – πως το “homo homini lupus” του Hobbes δεν συνιστά το μοναδικό «νόμο» της ανθρώπινης κατάστασης. Ακόμα και αν ισχύουν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, οι αρπακτικές και πολεμόχαρες τάσεις που περιγράφονται, δίχως κοινωνικότητα και συνεργασία το ανθρώπινο είδος δεν θα είχε επιβιώσει ούτε 100 χρόνια στον πλανήτη. Και μερικές φορές αυτή ακριβώς η διάθεση συνεργασίας και αλληλεγγύης ήταν που επέτρεψε σε ομάδες και κοινωνίες και ιδέες να αναπτυχθούν.

Ιδιαίτερα περιγραφικό ήταν το σχόλιο του φίλου Θανάση, από το οποίο παραθέτω το τελικό συμπέρασμα:

«Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες λένε πως διέπονται από δημοκρατικά ιδεώδη, νομοθεσίες που τις στηρίζουν, ποικιλομορφία στις διατάξεις τους κ.ο.κ. Αρχίδια φίλε μου... Οχλαγωγικά καθεστώτα είναι που στηρίζονται σε αυτά τα σάπια εκπαιδευτικά τους συστήματα. Ειδικότερα στην περίπτωση της Ελλάδας η κατάσταση είναι πασιφανής. Το σύστημα για να συντηρηθεί στηρίζεται στον όχλο. Καταστρέφεις την παιδεία σου και δημιουργείς τον όχλο που χρειάζεσαι. Λένε πως έχουμε αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Ποια είναι όμως η αμοιβαία προϋπόθεση ένα δημοκρατικό καθεστώς; Ο μορφωμένος πολίτης, ο άνθρωπος με κρίση. Στη χώρα αυτή η κριτική ικανότητα σπανίζει όπως ο χρυσός. Κι έτσι είναι οι περισσότεροι, χωρίς ιδιαίτερη κριτική ικανότητα. Θύματα της κοινωνίας μα η κοινωνία είμαστε εμείς. Κούνελε, μην απελπίζεσαι και μη δυσανασχετείς! Δε μπορούνε όλοι να ακολουθήσουν αυτά τα θέματα. Ένα 5 με 10% του πληθυσμού κι αν, θα μπορούσε να τολμήσει να σκεφτεί κριτικά, μα πόσοι θα περνούσαν από τη σκέψη στη δράση; Δύσκολο να πει κανείς. Το κακό είναι πως δεν υπάρχει φορέας, κουλτούρα ή ό,τι άλλο που να δίνει το κοινωνικό όραμα στο οποίο αυτοί, οι σκεπτόμενοι, να μπορούν να στεγαστούν, να βρούνε ομοίους τους, να ανταλλάξουν απόψεις, να πάρουν δύναμη και να προσπαθήσουν να αλλάξουν τα πράματα. Δεν υπάρχει αυτό»

Πολύ ενδιαφέρον εξάλλου είχε και το ακόλουθο σχόλιο του Θανάση, έπειτα από ένα διάλογο με τη φίλη Pippi – περί αυταρχισμού, φασισμού και πολιτικών χώρων.

«Αυταρχικοί και φασίστες μπορούν να προέρχονται από κάθε πολιτικό χώρο, δεν αντιλέγω. Το θέμα είναι πως πολλές φορές αθέλητά μας ίσως να γινόμαστε κι εμείς τέτοιοι, αν όχι φασίστες με την ακριβή έννοια του όρου, αυταρχικοί σίγουρα. Είναι παρόμοια κατάσταση με αυτή του ρατσισμού, ρατσιστές λίγο πολύ είμαστε όλοι γιατί ο ρατσισμός πηγάζει από τον φόβο για τον άγνωστό. Το θέμα είναι να έχει κανείς την νηφαλιότητα και την τόλμη να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη και να πει μήπως είμαι ένας από τους πολλούς τελικά κι εγώ; Εκεί ξεκινούν όλα...»

Θα προσυπογράψω το τελευταίο σχόλιο του Θανάση. Ο φασισμός, με την πολιτική και κυριολεκτική έννοια του όρου, αφορά την ακροδεξιά - και μόνο. Ωστόσο οι "φασίζουσες συμπεριφορές" (που συνιστούν και την ουσία του παρόντος κειμένου μου) και ο αυταρχισμός μπορεί να αφορά όλο το πολιτικό φάσμα, όλους τους ανθρώπους, εμάς τους ίδιους. Εκείνο που χρειάζεται είναι μόνιμη επαγρύπνηση και διάθεση αυτοκριτικής.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


@ Το Φονικό Κουνέλι, Απρίλης του 18


Street Art, Exarxeia, by INO


You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...