Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Η Τέχνη του Εικοστού Αιώνα ~ Το Νταντά



Raul Hausmann - Dada-Cino, 1920



Wία νΕα σiΡά @phιεrομάΤω^ xεΚ1νΑει sTο κUneΛοΜπL0G!


Υποθέτω μπορέσατε όλοι να διαβάσετε - έστω και με λίγη δυσκολία - την πάνω πρόταση, η οποία διατηρεί το νόημα της παρά το παιχνίδισμα που έκανα με τα γράμματα! Υπάρχουν, βλέπετε, άφθονοι τρόποι να παίξει κάποιος με τα δεδομένα των λέξεων, να αναδιαμορφώσει την σειρά και το περιεχόμενο τους, και πάλι να  γίνονται κατανοητές στο τέλος. Ο εγκέφαλος μας είναι διαμορφωμένος ώστε να προσδίδει συνοχή και να τακτοποιεί σε γνωσιακά σύνολα πλήθος φαινομενικά αταίριαστων μεταξύ τους ερεθισμάτων, όπως για παράδειγμα την πάνω πρόταση, η οποία λίγο πολύ αναφέρει: Μία νέα σειρά αφιερωμάτων ξεκινάει στο κουνελοblog!

Αρχινώντας από σήμερα λοιπόν, θα κάνουμε μια πλούσια αναδρομή στην ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα! Σε γενικές γραμμές θα ετοιμάζω από μια σχετική ανάρτηση κάθε μήνα. Θα δώσουμε έμφαση στην τέχνη του πρώτου μισού του αιώνα, η οποία ανάμεσα σε άλλα ονομάστηκε "τέχνη της πρωτοπορίας" και χάραξε μια εποχή. Δεν θα κινηθούμε με αυστηρή χρονολογική σειρά - επέλεξα αντί αυτού να ανακατέψω τα διάφορα καλλιτεχνικά κινήματα και να τα παρουσιάσω τυχαία - ή σχεδόν τυχαία!

Ας επιστρέψουμε στην αρχική μας πρόταση. Δίνει την αίσθηση του τυχαίου παιχνιδίσματος, ωστόσο κάθε γράμμα (ή σημείο) είναι προσεκτικά επιλεγμένο, ώστε να διατηρεί στο τέλος η πρόταση το νόημα της. Πίσω από την φαινομενική αταξία διατηρείται ένα συνεκτικό όλο. Παρά την εντολή που έδωσε ο μαέστρος στα όργανα της ορχήστρας να "παίξουν ελεύθερα", εκείνος εξακολουθεί να την διευθύνει, να οργανώνει την φαινομενική τους αταξία σε μια ολοκληρωμένη σύνθεση.



Theo van Doesburg's poster for a Dada soirée (1923)



Πολλές φορές η μοντέρνα τέχνη ισχυρίστηκε πως αφήνεται πλήρως στο παιχνίδι του τυχαίου, πως δεν υπάρχει σκοπός ή νόημα πίσω από τις εκδηλώσεις της. Αν σκεφτούμε εξάλλου τους εαυτούς μας, ίσως θυμηθούμε ορισμένες καταστάσεις κατά τις οποίες αισθανόμασταν πως δεν είχαμε έλεγχο στις πράξεις μας, πως λειτουργούσαμε σχεδόν ανακλαστικά, παραδομένοι στον αυθορμητισμό της στιγμής. Κάποια φορά που είχαμε μεθύσει ενδεχομένως.

Είναι όμως έτσι? Πρόκειται για απόλυτα τυχαίες κινήσεις, ή μήπως υπάρχει τελικά κάποιο σχέδιο πίσω τους, κάποιο νόημα - ένα αόρατο χέρι που διευθύνει την ορχήστρα? Η αρχική πρόταση δίνει την αίσθηση του τυχαίου, ωστόσο δεν είναι καθόλου τυχαίες οι επιλογές των γραμμάτων της. Και είναι γνωστό πως ο μεθυσμένος λέει πάντα την αλήθεια...

Αν θελήσουμε να αφεθούμε σε έναν γνήσιο αυθορμητισμό, σε μια ολική παράδοση στις δυνάμεις του τυχαίου, θα χρειαστεί να απαλείψουμε κάθε υποψία λογικής, κάθε σκοπό, κάθε νοητικό ή συναισθηματικό περιορισμό, να γίνει η σκέψη μας σαν εκείνο το άγραφο, λευκό χαρτί, και να αρχίσουμε να ζωγραφίζουμε πάνω του, να πετάμε γράμματα, λέξεις, σημάδια, πινελιές, όλα στην τύχη, όπως μας έρχεται εκείνη την στιγμή! Σαν ένα μωρό, να απαλείψουμε κάθε ίχνος πολιτισμού και μάθησης!

Επιστρέφοντας στην αρχική μας πρόταση λοιπόν! Αν ήταν πραγματικά μια εκδήλωση τυχαίων, αυθόρμητων κινήσεων, θα έμοιαζε κάπως έτσι:

Σιθδφ! # εΕθεδ$Οων- δξδεθη%& ^ Νδ,()ΓΓρεμψ βεε:ασψ! δδδ(47&*νΚδετ!!@

Μια πρόταση χωρίς κανένα νόημα.

Υπήρξε λοιπόν ένα κίνημα, που φύτρωσε κατά την διάρκεια της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, το οποίο λίγο πολύ επεδίωξε να καταφύγει - για πρώτη φορά - στις δυνάμεις του τυχαίου και να γκρεμίσει κάθε αίσθηση νοήματος! Ένα κίνημα που είχε μοναχά έναν κανόνα, ο οποίος δήλωνε απερίφραστα: "δεν υπάρχουν πια κανόνες".

Δεν έχουμε παρά να διαπιστώσουμε αν και πόσο τελικά έμεινε πιστό στα λεγόμενα του... Για ελάτε λοιπόν μαζί μας!



Raoul Hausmann, fmsbwtözäu, poster poem, 1918


Νταντά, Νταντά, Ντα-Ντα!


Τριστάν Τζαρά: "Νταντά σημαίνει τίποτα"...



Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '10, και ένας ρουμάνος καλλιτέχνης που είχε καταφύγει στην Ζυρίχη, ο Τριστάν Τζαρά (Tristan Tzara), μας εξηγεί πως μπορεί ο καθένας μας να γράψει ένα ποίημα. Ας ακολουθήσουμε τις συμβουλές του:

1) Παίρνεις μια εφημερίδα.
2) Παίρνεις ένα ψαλίδι.
3) Επιλέγεις ένα άρθρο στην έκταση εκείνη που θέλεις να έχει το ποίημα σου.
4) Κόβεις το άρθρο.
5) Κόβεις μία-μία όλες τις λέξεις που περιλαμβάνει το άρθρο και τις βάζεις σε μια τσάντα.
6) Την ανακατεύεις απαλά.
7) Παίρνεις ένα-ένα τα αποκόμματα από την τσάντα, και τα τοποθετείς πάνω στο χαρτί, το ένα δίπλα στο άλλο, με την σειρά που τα επέλεξες...

"'Και να λοιπόν που έχεις γίνει ποιητής, απόλυτα αυθεντικός και μάλιστα με μια ευαισθησία που είναι γοητευτική, αν και πέρα από την κατανόηση των ακαλαίσθητων!"




Francis Picabia - The Cacodylic Eye (L'Oeil cacodylate), 1921.



Κάπως έτσι γράφτηκαν τα πρώτα ντανταϊστικά ποιήματα, στα οποία σημασία έχει μόνο το τυχαίο! Αν θέλουμε μπορούμε όλοι να επιχειρήσουμε την γραφή ενός τέτοιου, λαμπερού έργου, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί καν να καταφύγουμε στην μέθοδο της εφημερίδας! Εγώ, για παράδειγμα, επέλεξα την συγγραφή ενός ανάλογου ποιήματος κάνοντας κλικ στην επιλογή "random article" (τυχαία σελίδα) του wikipedia, και γράφοντας στη σειρά τις πρώτες δύο λέξεις που μου έβγαζε κάθε φορά! Με όριο τις 20 λέξεις, και επιλέγοντας να επαναλαμβάνω ορισμένες από αυτές (για να έχει μια κάποια μουσικότητα το αποτέλεσμα!) ας δούμε το... τελικό μας αριστούργημα:

Στλεγγίς κατάλογος πόλεων 
Γυναικισμός γυναικισμός
2795 Λεπάζ Θέμις Κολωνία
Μικρή Μαντίνεια
Αρχιδικαστής Σπετσοπούλας
Audi A7 Πιερ ντε Κοχλίας
Ντε κοχλίας ντε κοχλίας
Καθεδρικός ναός
Ναός

Αυτό ήταν! Πως σας φαίνεται το αριστούργημα μου? Δοκιμάστε να κάνετε κάτι αντίστοιχο λοιπόν!

Κατ' ανάλογο τρόπο, λένε, προέκυψε η λέξη "νταντά". Άνοιξαν ένα λεξικό, επέλεξαν τυχαία με το δάχτυλο τους, και έπεσαν στην λέξη "αλογάκι" ("dada" στα γαλλικά σημαίνει αλογάκι)! Το αλογάκι λοιπόν θα γινόταν η επίσημη ονομασία του νέου κινήματος!

Μια εναλλακτική εκδοχή της προέλευσης του όρου αφορά την συχνή χρήση της λέξης "da da", από τους ιδρυτές Τριστάν Τζαρά και Μαρσέλ Γιανκό (Marcel Janco), το οποίο da, φυσικά, στα ρουμάνικα σημαίνει "ναι".

Μια λέξη απαλλαγμένη από βαρύγδουπα ονόματα λοιπόν, ένα νόημα που τείνει περισσότερο στο μη-νόημα, στο ά-λογο, κατ' αντίστοιχο τρόπο με το "αλογάκι" που χρίστηκε ο νονός του νέου αυτού καλλιτεχνικού μωρού! Μπορούμε εξάλλου να κάνουμε την αντιστοιχία με την παιδική ηλικία και τον αυθορμητισμό της. Ποτέ άλλοτε η τέχνη δεν είχε αφεθεί τόσο πολύ στο ελεύθερο παιχνίδισμα της παιδικότητας, όσο στα χρόνια του νταντά!



Kurt Schwitters - The Painting Collage Das Undbild, 1919 (The And-Picture)


Τα Χρόνια του Πολέμου



Όλοι έχουμε περάσει δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μας. Ενδεχομένως να είχαμε επιθυμήσει να γινόταν, με έναν μαγικό τρόπο, να "σβήσουν όλα", να μπορούσαμε να κάνουμε "μια νέα αρχή", ένα ξεκίνημα από το μηδέν. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο - εξάλλου στην πορεία ίσως διαπιστώσουμε πως οι δυσκολίες μας έκαναν καλύτερους, συνέβαλαν ώστε να δούμε τα πράγματα από μια νέα οπτική γωνία.

Σκεφτείτε λοιπόν μια αντίστοιχη κατάσταση, μα για το σύνολο της ανθρωπότητας, έτσι όπως είχε εντυπωθεί στο συλλογικό της ασυνείδητο, εκεί στα χρόνια της δεκαετίας του 10. Το 1914 ξέσπασε ο μεγαλύτερος πόλεμος που είχε δει ως τότε ο άνθρωπος. "Μεγάλο Πόλεμο" τον αποκάλεσαν, η διάρκεια του θα έφτανε τα τέσσερα χρόνια, οι νεκροί θα άγγιζαν πρωτόγνωρα ύψη και το τραύμα που θα επέφερε στην παγκόσμια ψυχή θα ήταν βαθύτερο από ποτέ. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο με το πέρας του. Αυτοκρατορίες θα κατέρρεαν, κοινωνικά συστήματα θα έπεφταν, νέα κράτη θα σχηματίζονταν, μια καινούργια εποχή θα ανέτειλε - ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος θα σηματοδοτούσε το πέρασμα στη σύγχρονη μαζική κοινωνία.

Το Νταντά ξεπήδησε από τις στάχτες του πολέμου. Ήταν η παλινδρόμηση στην παιδική ηλικία και στην αθωότητα της, μα και μια ριζοσπαστική μορφή αντίδρασης. Διακήρυττε την καταφυγή στο ά-λογο, αντανακλώντας τον παραλογισμό της μαζικής ανθρωποσφαγής, μα πηγαίνοντας κόντρα σε αυτήν. Ο εργαλειακός νους είχε αποτύχει - ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε την νόηση του στα πλαίσια της καταστροφής, σχεδίαζε όπλα και επιθέσεις, η λογική εξυπηρετούσε τον σκοπό της δύναμης, είχε μετατραπεί σε υπηρέτη που έσκυβε ευλαβικά το κεφάλι στους αφέντες, στο φονικό ζεύγος του Εθνικισμού και της Επέκτασης. Στον ψυχρό, ορθολογικό υπολογισμό της μαζικής καταστροφής πήγε κόντρα το Νταντά, προτάσσοντας το ελεύθερο, το αυθόρμητο, το μη-νόημα σε μια εποχή που είχε χάσει κάθε νόημα.

Ο ορθός λόγος είχε αποτύχει. Ζήτω το Νταντά!


Dada poster, by Marcel Janco


Ήδη από τα μισά του 19ου αιώνα η τέχνη είχε προκαλέσει με τις καινοτομίες και τα νεωτεριστικά κινήματα της. Η αρχή είχε γίνει με τον ιμπρεσσιονισμό, για να ακολουθήσουν ο εξπρεσσιονισμός, ο κυβισμός, ο φοβισμός και άλλα. Το Νταντά ωστόσο ξεχώριζε ανάμεσα τους, όντας περισσότερο "αντι-κίνημα", και "αντι-τέχνη". Υπήρξε εξάλλου η πρώτη μορφή τέχνης που γεννήθηκε καθαρά από αντίδραση σε ένα συλλογικό καταστροφικό γεγονός - αν δεν είχε υπάρξει ο Μεγάλος Πόλεμος, δεν θα είχαμε Νταντά.

Κατ' αντίστοιχο τρόπο με τους εαυτούς μας, όταν αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και επιθυμούμε να κάνουμε ένα "νέο ξεκίνημα", έτσι έκανε και το Νταντά... Στη σκιά του πολέμου θέλησε να δημιουργήσει μια λευκή σελίδα, πάνω στην οποία θα γράφαμε ξανά - όχι με σχέδιο ή σκοπό, μα ελεύθερα, αυθόρμητα, σα να ξεκινάμε πάλι απ' την αρχή...








Cabaret Voltaire



Εκεί, στη Ζυρίχη, δέσποζε το Cabaret Voltaire. Η Ελβετία υπήρξε από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που δεν κατέφυγε στην περιπέτεια του πολέμου, και δεν είναι καθόλου τυχαίο που το αντιπολεμικό Νταντά αναπτύχθηκε εκεί.

Το συγκεκριμένο καμπαρέ λοιπόν συγκέντρωνε άφθονες από τις καλλιτεχνικές προσωπικότητες των καιρών, ανάμεσα τους και αρκετούς μετανάστες από χώρες της εμπόλεμης Ευρώπης. Οι ρουμάνοι Τριστάν Τζαρά και Μαρσέλ Γιανκό ήταν ανάμεσα τους, καθώς και ο Γερμανός Χούγκο Μπαλ (Hugo Ball), o γαλλο-γερμανός Ζαν Αρπ (Jean Arp), η Ελβετίδα Σοφί Τόιμπερ (Sophie Taeuber) και ο Γερμανός Χανς Ρίχτερ (Hans Richter).




Το Cabaret Voltaire


Κοινός συνδετικός κρίκος όλων τους ήταν η απέχθεια για τον πόλεμο που καταδυνάστευε τις πατρίδες τους, η εναντίωση τους στον εθνικισμό και την αστική τάξη που ήταν υπεύθυνη για την μαζική καταστροφή. Κατ' αντιστοιχία με τα "τυχαία ποιήματα" και την μέθοδο παρασκευής τους, θα λεγε κανείς πως ήθελαν να ρίξουν όλα τα τραπουλόχαρτα της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων, να τα ανακατέψουν, να αναταράξουν τις παραδεκτές αξίες των ευυπόληπτων αστών, των ίδιων που είχαν ωθήσει τον κόσμο στο αδιέξοδο του πολέμου. Επιθυμούσαν να προκαλέσουν, μα και να ξεκινήσουν τα πάντα απ' την αρχή.

Ένα απόγευμα του Ιουνίου, έτος 1916, ο Χούγκο Μπαλ ξεπρόβαλε στην σκηνή του Cabaret Voltaire ντυμένος εντελώς αλλοπρόσαλλα, σε ένα χάρτινο κοστούμι, και έδωσε μια παράσταση αδιαφορώντας για τις αντιδράσεις που θα προκαλέσει στον κόσμο. Το Νταντά είχε γεννηθεί.




O Hugo Ball στο χάρτινο κοστούμι του



Την ίδια περίοδο ο Μπαλ συνέταξε το Ντανταϊστικό Μανιφέστο, τονίζοντας την απαρέσκεια του για όλες εκείνες τις φιλοσοφίες και τα κινήματα που θεωρούσαν πως κατέχουν την "απόλυτη αλήθεια". Λίγο καιρό μετά έγραψε το ποίημα του "Karawane", απαρτιζόμενο πλήρως από λέξεις δίχως νόημα.

Το νόημα του ποιήματος εδράζεται στην έλλειψη νοήματος του.










Η απουσία νοήματος θα γινόταν η βασική "αρχή" του Ντανταϊσμού. Ο Μπαλ ονόμαζε το έργο του "ποίηση ήχων" (sound poetry) - σημασία δεν είχε πια το νόημα, μα οι ήχοι των λέξεων, και η μεταξύ τους σύνδεση. Υπήρχε εξάλλου μια πολιτική χροιά σε όλα αυτά: η καθιερωμένη, κοινώς παραδεκτή γλώσσα, ήταν η γλώσσα των διεφθαρμένων πολιτικών και των παρηκμασμένων δημοσιογράφων, η εκφυλισμένη γλώσσα του πολέμου. Οι λέξεις έπρεπε να απελευθερωθούν από το στενό περιοριστικό τους πλαίσιο, να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Μπορείτε αν θέλετε να πάρετε μια γεύση αυθεντικής μελοποιημένης ηχητικής ποίησης κάνοντας κλικ εδώ! Απαγγέλει-τραγουδάει ο Kurt Schwitters, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νταντά, για το έργο του οποίου θα μιλήσουμε παρακάτω. Αν αυτό που ακούσετε σας φανεί ακατανόητο ή και αλλοπρόσαλλο, να είστε σίγουροι πως ήταν τέτοιος ο σκοπός του!

To Cabaret Voltaire δέσποζε στο "1" της οδού Spiegelgasse - υπάρχει ακόμα εκεί, ως τουριστικό πλέον αξιοθέατο. Λίγο παραπέρα, στην ίδια οδό, έμενε παροδικά τότε ένας κύριος με το όνομα Βλαντιμίρ Ιλίτς Ουλιάνοφ. Ο κόσμος όμως τον γνώριζε με το όνομα Λένιν. Λέγεται πως ο συνιδρυτής του νταντά, Τριστάν Τζαρά, και ο Λένιν είχαν παίξει ουκ ολίγες παρτίδες σκάκι, εκεί, στα τραπεζάκια του Cabaret Voltaire, τα απογεύματα που σχόλαζε ο κόσμος από τον άχθο του πολέμου. Οι δρόμοι τους έμελε να χωρίσουν στη συνέχεια - όταν όμως έγινε ο επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία, έναν χρόνο μετά, λένε πως ο Τζαρά χαιρέτησε με ενθουσιασμό το γεγονός.



Μάσκα-Πορταίτο του Tzara, από τον Marcel Janco, 1919



Ο Τριστάν Τζαρά υπήρξε ένας από τους βασικότερους σημαιοφόρους του νέου στυλ. Ήδη αναφερθήκαμε στην μέθοδο του για κατασκευή ποιημάτων! Ανάμεσα σε άλλα, ενδιαφερόταν για την αφρικανική ποίηση. Σταδιακά ενσωμάτωσε στοιχεία αφρικανικών ποιημάτων στα δικά του έργα, συνδυασμένα με αποσπάσματα από εφημερίδες, φράσεις ή ομάδες γραμμάτων που παρέπεμπαν σε ήχους, προσδίδοντας στο τέλος μια κάποια αίσθηση από αφρικανική διάλεκτο. Στην πορεία ο δρόμος θα έφερνε τον Τζαρά στο Παρίσι, όπου θα μετέδιδε με ενθουσιασμό το πνεύμα της νέας αυτής αντι-τέχνης.

Τα αποσπάσματα και τα κολλάζ έμελλε να ενσωματωθούν στο νέο στυλ και να γίνουν ένα με αυτό, κάτι που έγινε φανερό στην εικαστική μορφή που έλαβε το Νταντά από τους γερμανούς καλλιτέχνες. Και εδώ ερχόμαστε στο αγαπημένο μου κομμάτι του Ντανταϊσμού.




Dada Siegt του Raul Hausmann


Γερμανία - Πόλεμος και Επανάσταση



Η Γερμανία υπήρξε μία από τις χώρες-επίκεντρα του πολέμου, καθώς και εκείνη που ανέδειξε όσο καμία άλλη τις αντιφάσεις της νέας εποχής που ανέτειλε: από τη μία ο εθνικισμός και ο μιλιταρισμός, από την άλλη η επανάσταση και η τέχνη. Και αν η εξέλιξη της Γερμανίας μετά τον πόλεμο θα παρέσυρε την ανθρωπότητα σε έναν από τους μεγαλύτερους της εφιάλτες, εκείνον του ναζισμού και του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, για ένα διάστημα, στα χρόνια της δεκαετίας του '20, η χώρα θα έπαιρνε ανάσες και θα παρέδιδε ορισμένα από τα λαμπρότερα πολιτιστικά έργα του αιώνα.

Στα τέλη της δεκαετίας του '10, εξάλλου, ο επαναστατικός αναβρασμός ήταν διάχυτος και η Γερμανία υπήρξε το επίκεντρο των εξελίξεων. Πολλοί θεωρούσαν πως θα ακολουθούσε το παράδειγμα της Ρωσίας, στην οποία πρόσφατα είχε ανατραπεί το παλαιό καθεστώς, παραχωρώντας τη θέση του στους Μπολσεβίκους.








Τα πράγματα τελικά δεν θα ακολουθούσαν τον δρόμο της επανάστασης, ωστόσο η τέχνη σαφώς επηρεάστηκε από τις εξελίξεις. Το Νταντά ευδοκίμησε στην Γερμανία, έχοντας ως επίκεντρο το Βερολίνο και την Κολωνία, και αναδεικνύοντας ορισμένους από τους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτού του στυλ - αν και η λέξη "στυλ" είναι παραπλανητική για ένα κίνημα που θέλει να μην περιορίζεται σε συμβάσεις και κανόνες!

Ενώ στην Ζυρίχη το Νταντά τόνιζε τον αρνητικό ρόλο της τέχνης, την αντίδραση σε κάθε μορφή νοήματος και στις καθιερωμένες αξίες της αστικής τάξης, στην Γερμανία πήγε ένα βήμα παραπέρα. Ακόμα πιο ριζοσπαστικό και πολιτικοποιημένο, το νταντά στην Γερμανία θα στραφεί όχι μόνο ενάντια στον εθνικισμό και στον πόλεμο, μα θα δει με θετικό τρόπο το αναδυόμενο κομμουνιστικό κίνημα και συχνά θα ενώσει τη φωνή του με αυτό. Γερμανοί ντανταϊστές θα ενώσουν τη φωνή τους με τους Σπαρτακιστές που πολεμούσαν το 1919 στα οδοφράγματα, ενώ ένας εκ των ιδρυτών του γερμανικού Νταντά, ο Γιοχάνες Μπάαργκελντ (Johannes Βaargeld) θα συμμετείχε ενεργά στα κομματικά σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά δρώμενα των καιρών.




1920: Η Έκθεση Νταντά στο Βερολίνο



To 1920 οργανώθηκε στο Βερολίνο η πρώτη Διεθνής Έκθεση Νταντά. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες και διοργανωτές οι γερμανοί George Grosz, Kurt Schwitters, John Heartfield και Max Ernst - όλοι πρωτοπόροι του νέου στυλ, που στην πορεία θα συνέδεαν το όνομα τους και με άλλα κινήματα τέχνης.

Ο πόλεμος είχε μετατρέψει σε θρύψαλα τις ανθρώπινες αξίες. Ο αστικός πολιτισμός είχε γίνει ένας συρφετός από κομμάτια, αποκόμματα σαν εκείνα που βρίσκει κάποιος στα σκουπίδια. Με αυτά τα θρύψαλα ο Κουρτ Σβίτερς (Kurt Schwitters) θα παρέδιδε ορισμένα από τα διαχρονικότερα - και ομορφότερα από αισθητική άποψη - έργα του ντανταισμού. Ο Σβίτερς εκτόξευσε σε μεγαλειώδη ύψη την τέχνη του κολλάζ. Δουλεύοντας με κόλλα και ψαλίδι, παίρνοντας κομμάτια από εφημερίδες, περιοδικά, χρησιμοποιημένα εισιτήρια και άλλα κατάλοιπα της αστικής καθημερινότητας, αναλώσιμης και πεταμένης όλης στα σκουπίδια, ο Σβίτερς τα συνέθεσε δίνοντας μας μοναδικά έργα.







Merz του Kurt Schwitters



Και αν δεν υπήρξαν και τόσο τυχαία - όπως είπαμε στην αρχή, το εντελώς τυχαίο συχνά είναι χαώδες, ενώ τα έργα του Σβίτερς ξεχειλίζουν συνθετικής ομορφιάς και μιας αίσθησης αλληλουχίας - η ουσία είναι πως ήταν μεστά νοήματος: αυτά ήταν τα υπολείμματα του αστικού πολιτισμού, παρμένα από τα σκουπίδια και δουλεμένα απ'την αρχή ξανά.

Ο Σβίτερς θα τους έδινε την ονομασία: merz. Η λέξη προέρχεται από την γερμανική "commerz" που σημαίνει εμπόριο - και αυτό δεν είναι τυχαίο, όχι. Ιδού τα θραύσματα του εμπορίου, τα αποκόμματα του, όταν έχουν χάσει πια την ανταλλακτική τους αξία, όταν παύουν να χρησιμεύουν ως αναλώσιμα προιόντα, προιόντα με ημερομηνία λήξης. Τώρα πια μπορούν να γίνουν τέχνη! Τώρα πια γίνονται αιώνια!

Η κριτική της αστικής τάξης ήταν ανελέητη. Oι George Grosz και Raoul Hausmann θα παρέδιδαν με την τεχνική του κολλάζ και του φωτομοντάζ εικόνες που παρουσίαζαν τα καθώς πρέπει πρόσωπα της εποχής απογυμνωμένα από τα στεφάνια των παραδεκτών αξιών. Το "Θύμα της Κοινωνίας" του Grosz, και ο "Κριτικός Τέχνης" του Hausmann, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά τους έργα.





Πάνω: George Grosz, A Victim of Society, 1919. Kάτω: Raoul Hausmann, The Art Critic, 1919-20



Οι ντανταιστές κριτίκαραν εξάλλου την αυξανόμενη μηχανοποίηση των καιρών. Το θέμα της μηχανής υπήρξε ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενο, συναντώντας άφθονες αντιδράσεις και ανάμεσα στον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής, από τον φρενήρη ενθουσιασμό (για παράδειγμα η εμμονή με τις μηχανές των Φουτουριστών), μέχρι την άρνηση. Ο ντανταϊσμός ωστόσο αντιμετώπιζε με αυξανόμενη επιφύλαξη την διαβρωτική δύναμη της καπιταλιστικής, μηχανοποιημένης κοινωνίας, ικανής να μετατρέψει τα μέλη της σε αυτόματα, ρομπότ στην υπηρεσία της συνεχούς παραγωγής και του κέρδους.

Μια εναλλακτική ματιά στο "Μηχανικό Κεφάλι" του Hausmann συνδέεται με τον μαρξισμό και την φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού - ή μια ερμηνεία της, αρκετά μηχανιστική θα λέγαμε. Σύμφωνα με αυτήν, οι ανθρώπινες ιδέες παράγονται σε συνάρτηση με την υλική, κοινωνικά κατασκευασμένη πραγματικότητα, εκπορεύονται από αυτήν, συνιστούν παράγωγα της. Οι ιδέες λοιπόν δεν προηγούνται της ύπαρξης, δεν τοποθετούνται πάνω από αυτήν, μα συνιστούν προιόντα της υλικής πραγματικότητας. Οι εξωτερικές δυνάμεις καθορίζουν τον άνθρωπο, ο οποίος, στην ακραία εκδοχή της, δεν είναι παρά ένα παράγωγο τους. Ένα μηχανικό κατασκεύασμα (σύμφωνα πάντα με μια περισσότερο ακραία ερμηνεία της υλιστικής φιλοσοφίας).





Πάνω: Raoul Hausmann, Mechanical Head (Spirit of Our Age), 1920
Κάτω: L'Enfant carburateur -- (The Child Carburator) του Francis Picabia, ο οποίος είχε ένα μεγάλο ενδιαφέρον για τις μηχανές


Ο πόλεμος είχε εξάλλου συνταράξει τόσο πολύ τις συνειδήσεις, που δέσποζε ως θέμα και στα περισσότερο παραστατικά έργα της εποχής. Ξεχωρίζουν τα ανεπανάλητα έργα κοινωνικής κριτικής του Otto Dix, ο οποίος συνέδεσε το όνομα του με το κίνημα του Νταντά, και στην πορεία θα πρωτοστατούσε στο απορρέον (μα περισσότερο ρεαλιστικό) κίνημα της Νέας Αντικειμενικότητας (για την οποία θα μιλήσουμε σε ένα από τα μελλοντικά μας αφιερώματα!). Οι "Χαρτοπαίχτες Παράλυτοι Πολέμου" του Dix συνδυάζει στοιχεία από την τέχνη του Νταντά (τα κολλάζ) με το στυλ που θα γινόταν χαρακτηριστικό του Dix στη συνέχεια, τα παραμορφωμένα, σε στυλ καρικατούρας, πρόσωπα.




Πάνω: Skat Players (later titled Card-Playing War Cripples, 1920. Κάτω:  The Electric Tram, 1919. Του Otto Dix



Ένα από τα επίκεντρα του Νταντά υπήρξε η Κολωνία. Υπό βρετανική κατοχή από το 1918 ως το 1926, δέκα ολόκληρα χρόνια, βίωσε όσο ελάχιστα μέρη την συλλογική ταπείνωση στην οποία επέβαλαν τη Γερμανία οι σύμμαχοι, μετά τον Πόλεμο. Το Νταντά της Κολωνίας υπήρξε βαθύτατα ανατρεπτικό. Εν έτει 1920, οι Max Ernst, Jean Arp και Johannes Baargeld διοργάνωσαν από κοινού μια άκρως αμφιλεγόμενη έκθεση, στον χώρο μιας παμπ: Οι επισκέπτες καλούνταν να βαδίσουν ανάμεσα σε πλήθος από ουρητήρια, ενώ μια γυναίκα ενδεδυμένη σε θρησκευτική ενδυμασία τους διάβαζε άσεμνη, χυδαία ποίηση.

Οι αντιδράσεις ήταν πολλές. Η αστυνομία έκλεισε την έκθεση, παροδικά ωστόσο. Το Νταντά είχε πετύχει τον στόχο του.

Ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του Νταντά της Κολωνίας ήταν ο Max Ernst. Mέσα από τα έργα του στηλιτεύεται η παραδεκτή ιεραρχία και τάξη των πραγμάτων, ενώ παράλληλα επιδιώκεται μια στροφή στις ά-λογες πτυχώσεις του νου και της ψυχής, μια καταφυγή στο ασυνείδητο. Το τελευταίο θα σηματοδοτούσε μια ριζική στροφή της τέχνης, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του '20, γεννώντας το κίνημα του σουρεαλισμού.

Ο Ernst θα σηματοδοτούσε τη γέφυρα από το ένα στυλ στο άλλο. Τα ακόλουθα έργα του εντάσσονται στην ντανταϊστική περίοδο του. Έργα που χρωστάνε πολλά στην τεχνική του κολλάζ, πηγαίνουν ωστόσο ένα βήμα παραπέρα, διεισδύοντας σταδιακά στον ρευστό κόσμο των ονείρων και του ασυνείδητου...




Πάνω: 1 Copper Sheet 1 Zinc Sheet 1 Rubber Cloth... or Two Ambiguous Figures, 1920. Kάτω: Celebes (Célèbes) or The Elephant of Celebes. (Der Elefant von Celebes), 1921. Tου Max Ernst



Οι Γυναίκες του Νταντά



Παρά τις διακηρύξεις τους περί ελευθερίας και ισότητας, οι περισσότεροι από τους ιδρυτές του Νταντά αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη την θέση της γυναίκας στο κίνημα τους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Hannah Hoch, της σημαντικότερης ίσως γυναίκας εκπροσώπου του. Η Hoch, παρέα με τον Raoul Hausmann (με τον οποίο είχαν μια ιδιαίτερα στενή σχέση), υπήρξε από τις πρωτοπόρους του φωτομοντάζ. Τα κολλάζ της ξεχειλίζουν ευρηματικότητα και διάθεση κοινωνικής κριτικής, εμποτισμένης επιπρόσθετα από ένα στοιχείο πρώιμου "φεμινισμού".




Η Hanna Hoch



Οι άντρες συνοδοιπόροι της στο κίνημα του Νταντά, ωστόσο, δεν την αποδέχονταν ως ίση. Σύμφωνα με τον Hans Richter, η συμβολή της Hoch στηριζόταν κυρίως στα "σάντουιτς, την μπύρα και τον καφέ που κατόρθωνε να τους εφοδιάζει, παρά την έλλειψη χρημάτων". Ο Hausmann την προέτρεπε να πιάσει κάποια δουλειά για να τον στηρίζει οικονομικά.

Τα πάνω δεν απέτρεψαν την Hoch να παράγει ορισμένα από τα διαχρονικότερα έργα στην ιστορία του Νταντά, ισάξια πέρα για πέρα με τα έργα των αντρών συναδέλφων της και να αποκτήσει ίδια αναγνώριση με αυτούς. Στο έργο της "Da-Dandy" εκθέτει εξάλλου την υποκρισία των συναδέλφων της, κάτι που φαίνεται από τον τίτλο του και μόνο.






Πάνω: Da-Dandy, 1919. Κάτω: Cut with the Kitchen Knife through the Last Weimar Beer-Belly Cultural Epoch in Germany, 1919-1920. Tης Hannah Höch



Υπήρξαν ορισμένες ακόμα σημαντικές γυναίκες εκπρόσωποι του Νταντά, όπως οι Sophie Tauber, η γαλλίδα Suzanne Duchamp (αδερφή του Marcel Duchamp), η αμερικανίδα Beatrice Wood, και η Baroness Else von Freytag-Loringhoven (εν συντομία: Έλσε!). Η Else προκάλεσε πολύ κόσμο της εποχής με τα ποιήματα της!






Πάνω: Sophie Taueber-Arp with Dada-Head, 1920. Kάτω: Suzanne Duchamp - Broken and Re-Established Multiplication (Multiplication brisée et rétablie), 1918-19.



Νέα Υόρκη και η Τέχνη του Έτοιμου Αντικειμένου




Ως τώρα μιλήσαμε για πολλούς από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του Νταντά, δεν έχουμε αναφερθεί όμως στον άνθρωπο που έχει δώσει τα πλέον αναγνωρίσιμα έργα αυτού του στυλ. Ο λόγος φυσικά για τον γάλλο Μαρσέλ Ντυσάν! (Marcel Duchamp, αν το "Ντυσάν" σαν φαντάζει υπερβολικά γαλλικό για τα γούστα σας, μπορείτε να τον λέτε και Ντουσάμπ!). Ο Ντυσάν είναι ο δημιουργός - ή, πιο σωστά, ο εμπνευστής - της περιβόητης "Κρήνης", ενός από τα διαχρονικότερα έργα μοντέρνας τέχνης, γνωστό λίγο πολύ σε όλους όσους έχουν ασχοληθεί έστω και επιφανειακά με αυτήν.




Η περίφημη "Κρήνη"



Η "Κρήνη" (ή "Πηγή") δεν είναι παρά ένα ουρητήριο. Ένα κοινό ουρητήριο, στο οποίο ο Ντυσάν πρόσθεσε απλά την υπογραφή "R.Mutt" και το παρουσίασε, έτσι "σκέτο", μπροστά στο άφωνο κοινό της εποχής. Τα ερωτήματα ξεπρόβαλαν αμέσως: Είναι αυτό τέχνη?

Δεν ήταν η πρώτη φορά που επέλεγε να παρουσιάσει κάτι αντίστοιχο ο Ντυσάν. Η αρχή είχε γίνει πριν ακόμα γεννηθεί το Νταντά, εν έτει 1913, όταν παρουσίαζε τον "Τροχό Ποδηλάτου" του. Ένας απλός τροχός, γερμένος ανάποδα, που γέννησε ουκ ολίγες απορίες στους επισκέπτες της έκθεσης. Μα τι είναι πάλι τούτο?








Τον καιρό εκείνο ο Ντυσάν είχε ήδη αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους και πλέον καινοτόμους μοντέρνους καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε άλλα μας είχε δώσει έργα που ανήκαν στον χώρο της ιμπρεσσιονιστικής, κυβιστικής και φουτουριστικής ζωγραφικής. Το 1915, παρέα με τους Francis Picabia και Jean Crotti, πήρε το καράβι για Νέα Υόρκη. Εκεί θα στέριωνε η νέα τέχνη τους (ή αν προτιμάτε, η "νέα αντίληψη τους για τα πράγματα"), που θα συνδεόταν σταδιακά με το αναδυόμενο στην πολεμοχαρή Ευρώπη ντανταιστικό στυλ.

Η Νέα Υόρκη παρουσίαζε πολλά κοινά με την Ζυρίχη, την γενέτειρα του Νταντά. Πέρα από καλλιτεχνικό κέντρο, συνιστούσε και καταφύγιο για πλήθος μεταναστών και ανθρώπων του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου, οι οποίοι είχαν καταφύγει εκεί για να γλιτώσουν από την λαίλαπα του πολέμου.

Το 1917 ο Ντυσάν παρουσίασε την Κρήνη η οποία συνιστούσε απλά μέρος από τα περίφημα "ready-mades" του: Έτοιμα, καθημερινά αντικείμενα, χωρίς την παραμικρή επεξεργασία, παραθέτονται αυτούσια ως τα αριστουργήματα της νέας εποχής. Η Τέχνη πέθανε, ζήτω η Τέχνη! Κι όμως, υπήρχε ένα βαθύτερο νόημα, που συνιστά και τον βασικό συνδετικό κρίκο με το κίνημα του ντανταϊσμού. Ο Ντυσάν υπήρξε εξίσου πολιτικοποιημένος με τους λοιπούς εκπροσώπους του νέου στυλ. Πίσω από το φαινομενικά κενό νοήματος έργο του, δέσποζε μια εναλλακτική ερμηνεία της πραγματικότητας, πέρα ως πέρα κριτική της αστικής μυθοπλασίας και κουλτούρας.




Paul Citroen - Metropolis - 1923



Σε μια εποχή που κάθε τι έτεινε να μετατραπεί σε εμπόρευμα, η τέχνη φάνταζε απογυμνωμένη από την καθιερωμένη, αισθητική αξία της. Ο κοινός ορθός λόγος και η παραδεκτή αισθητική εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της πολεμοχαρούς αστικής τάξης. Τα πάντα είχαν ως μέτρο της αξίας τους το χρήμα. Κάτι αξίζει μόνο αν κοστίζει. Η ανταλλακτική αξία των προιόντων (η αξία που έχουν ως εμπορεύματα) καταλήγει να εκμηδενίζει την αληθινή αξία τους, ως πράγματα που μας χαρίζουν ευχαρίστηση ή όφελος.

Και φυσικά αυτό ισχύει - όσο ποτέ άλλοτε - και για την τωρινή εποχή μας: Τα πάντα είναι εμπόρευμα. Σημασία έχει ό,τι κοστίζει, ό,τι μπορεί να πουληθεί και να αγοραστεί και η αξία του μετριέται μόνο σε χρήμα. Τι και αν μια ορισμένη τσάντα ή ένα παντελόνι εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό στο τέλος. Η ακριβότερη τσάντα, το ακριβότερο παντελόνι, είναι "καλύτερα". Όσο ακριβότερα, τόσο το καλύτερο.




Hannah Hoch - Dolls - 1916



Από την στιγμή λοιπόν που η εμπορική, καταναλωτική αξία, φτάνει να ορίζει την αληθινή αξία ενός προιόντος, γιατί να μην γίνει το αντίστροφο? Γιατί να μην ορίζεται η αισθητική αξία των αντικειμένων από το απλό γεγονός και μόνο πως συνιστούν έτοιμα εμπορεύματα? Κάθε τι που πωλείται και παράγεται σε μαζικές δόσεις μπορεί να ιδωθεί πλέον σαν έργο τέχνης!

Έτσι λοιπόν τα μαζικά παραγόμενα προιόντα του αδηφάγου αστικού πολιτισμού μπορούν να μετατραπούν στα καλλιτεχνήματα της νέας εποχής. Μια ρόδα ποδηλάτου. Ένα μπουκάλι. Μια καρέκλα. Η τέχνη είναι περιττή, υπάρχει μόνο το εμπόρευμα - η τέχνη είναι το εμπόρευμα!

Κατ' αντίστοιχο τρόπο, ο Κουρτ Σβίτερς στην Γερμανία συνέθετε έργα από αποκόμματα εφημερίδων, εισιτηρίων και περιοδικών - θραυσμάτων πεταμένων στα σκουπίδια. Τα έτοιμα αντικείμενα του Ντυσάν δεν γίνεται να αγοραστούν ή να πωληθούν στα καταστήματα - μια ρόδα ποδηλάτου είναι "άχρηστη" από μόνη της. Πεταμένες εφημερίδες, κομμένα μπουκάλια, ένα ουρητήριο, μια ρόδα... τα αποκόμματα του εμπορικού πολιτισμού, τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν την καθημερινότητα όλων μας (θα πάμε τουαλέτα, θα διαβάσουμε τα νέα, θα πιούμε, θα φάμε), εκείνα που έχουν φτάσει να ορίζουν τη ζωή μας, μετατρεπόμενα πια σε εμπορεύματα, έτοιμα να καταναλωθούν και να πεταχτούν μετά στον κάλαθο των αχρήστων.

Αυτή είναι η τέχνη του αστικού πολιτισμού, βγαλμένη πια απ'τα σκουπίδια, τοποθετημένη στο βάθρο!



Marcel Duchamp L.H.O.O.Q., 1919



Και αυτή υπήρξε η μεγάλη πρωτοπορία του Νταντά, το οποίο ξεκίνησε ως μια αντίδραση στον πόλεμο και μια στροφή στις δυνάμεις του α-λόγου, για να μετουσιωθεί σε μια ανελέητη κριτική της καθιερωμένης τάξης πραγμάτων. Στην τέχνη του Νταντά δεν υπάρχει άχρηστο αντικείμενο. Τα θραύσματα, τα αποσπάσματα, τα κομμάτια, όλα είναι σημαντικά. Τα πάντα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τέχνη, όλα επιτρέπονται.

O σημαντικότερος αμερικάνος εκπρόσωπος του Νταντά ήταν ο Man Ray. Δούλευε με πλήθος από μέσα, φωτογραφίες, φιλμ, κολλάζ, ζωγραφική, οτιδήποτε εξυπηρετούσε τον στόχο του. Ανάμεσα σε άλλα γεφύρωσε το Νταντά με το αναδυόμενο στα μισά της δεκαετίας του '20, νέο κίνημα του σουρεαλισμού...

Ας πάρουμε λοιπόν μια ιδέα από ένα ντανταϊστικό φιλμ! Η ακόλουθη ταινία χρονολογείται από το 1923. Ένας σκοτεινός λαβύρινθος από ήχο και εικόνες, δεν έχετε παρά να αφεθείτε σε αυτόν...









Εξίσου χαρακτηριστική είναι η ταινία "Vormittagspuk" ή "Ghost Before Breakfast" του Hans Richter. Οι ναζί κατέστρεψαν ένα μέρος της ταινίας, με αποτέλεσμα να χαθεί το ηχητικό κομμάτι της - ωστόσο έχουν γίνει απόπειρες να επενδυθεί εκ νέου με ήχο. Μπορείτε να δείτε την δεκάλεπτη ταινία εδώ.


Θα ήταν ψευδές αν προσπαθούσαμε να αποδώσουμε μια απόλυτα "συνεκτική" διάσταση σε όλους τους καλλιτέχνες και τα έργα που καλύψαμε ως τώρα. Υπάρχουν άφθονα συνδετικά στοιχεία, και αρκετές διαφορές ανάμεσα τους. Το Νταντά δεν υπήρξε ενιαίο κίνημα και δεν είχε τέτοιο σκοπό. Άλλοι δημιουργοί έδιναν μεγαλύτερη αξία στο Τυχαίο και στο Άλογο, άλλοι πάλι υπήρξαν περισσότερο κοινωνικά συνειδητοποιημένοι και διέκριναν έναν σκοπό πίσω από τα έργα τους.

Κοινό όλων όμως ήταν η θέληση να ανατρέψουν τον καθιερωμένο τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον κόσμο γύρω μας και αυτή η αντίδραση στο αντιδραστικό πνεύμα των καιρών.

Και φυσικά η πανταχού θέληση να προκαλέσουν!



Marcel Duchamp & Eve Babitz


Τελευταίος Σταθμός: Παρίσι



"Ο άνθρωπος πρέπει να είναι νομάς. Να διασχίζει τις ιδέες σα να ήταν χώρες ή πόλεις. Να τρώει παπαγάλους και κοτσίφια. Να καταπίνει μαιμούδες ζωντανές. Να ρουφάει το αίμα καμηλοπαρδάλεων... Να κοιμάται παρέα με γλάρους, να χορεύει με βόες... Να κάνει έρωτα με ηλιοτρόπια!" (Φράνσις Πικαμπιά)


Πόσο συνοψίζει το πάνω απόσπασμα του Φράνσις Πικαμπιά (Francis Picabia) το πνεύμα των καλλιτεχνών της εποχής! Ταξιδιάρες ψυχές, κυριολεκτικά (έκαναν άφθονα ταξίδια, διαδίδοντας τις ιδέες τους) και μεταφορικά (η τέχνη των καιρών άνοιγε νέους ορίζοντες, σαν καράβι που πλέει σε άγνωστα, πολύχρωμα νερά).

Φτάνουμε λοιπόν και στο Παρίσι! Θα ήταν αδύνατο να απουσιάζει από το αφιέρωμα μία εκ των πολιτισμικών πρωτευουσών της Ευρώπης. Το Νταντά εξαπλώθηκε στο Παρίσι κυρίως στα χρόνια μετά τον πόλεμο. Αναφερθήκαμε ήδη στους Μαρσέλ Ντισάν και Φράνσις Πικαμπιά, καλοί φίλοι μεταξύ τους, που συνέβαλαν αμφότεροι με τα ταξίδια τους στην διάδοση των νέων ιδεών, κυρίως μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, Παρισιού και Νέας Υόρκης. Ο Πικαμπιά μάλιστα, γαλλοισπανός στην καταγωγή, προώθησε την νέα τέχνη και στην Βαρκελώνη, όπου εξέδιδε το ντανταϊστικό περιοδικό "391":

"Κάθε σελίδα πρέπει να εκρήγνυται, είτε μέσα από την σοβαρότητα, την βαθύτητα, την αναταραχή, τη ναυτία, το νέο, το αιώνιο, την εκμηδενιστική ανοησία, τον ενθουσιασμό για τις αρχές, ή για την μορφή της έκδοσης. Η τέχνη πρέπει να είναι αντι-αισθητική στην ακραία της μορφή, άχρηστη και χωρίς καμια δικαιολογία". (Picabia)




Francis Picabia, Américane, "η Αμερικάνα", εξώφυλλο του 391, Ιούλιος 1917.



Ο Πικαμπιά επηρεάστηκε, όπως όλοι οι ντανταιστές, από τον πρωτοπόρο Τριστάν Τζαρά. Ο Τζαρά στο μεταξύ, εν έτει 1920, είχε φτάσει στο Παρίσι. Η επαφή του με τον Αντρέ Μπρετόν (Andre Breton), παροδικά συνοδοιπόρου του, θα απέβαινε καταλυτική για την ιστορία της τέχνης.

To 1921 o Τζαρά παρουσίασε το θεατρικό του "The Gas Heart", ένα από τα πλέον παράδοξα έργα που είχε δει ως τότε ο κόσμος (παράδοξο και για τις μέρες μας ακόμα). Οι χαρακτήρες δεν ήταν παρά μέρη ενός κεφαλιού: Το Στόμα, το Αυτί, το Μάτι, η Μύτη, ο Λαιμός και το Φρύδι. Οι διάλογοι ανάμεσα τους συχνά δεν βγάζουν άκρη, χρησιμοποιώντας μεταφορές και ιδιωματισμούς, αναφερόμενοι στις λειτουργίες που οφείλει να επιτελεί κάθε ένα από τα πάνω αναγκαία "συστατικά" του όλου... Κάποιες στιγμές μάλιστα οδηγούνται σε υπαρξιακά ζητήματα. Λέει το Στόμα: "Κανένας δεν με ξέρει. Είμαι μόνος εδώ, στην ντουλάπα μου, και ο καθρέπτης είναι κενός όταν κοιτάζω τον εαυτό μου". Μία άλλη γραμμή λέει: "Το κενό πίνει το κενό: ο αέρας γεννήθηκε με μπλε μάτια, γι' αυτόν τον λόγο καταπίνει συνέχεια ασπιρίνη". Σε ένα άλλο σημείο του έργου, το Αυτί (που είναι γυναίκα) συγκρίνει συνέχεια τον εαυτό της με ένα άλογο-βραβείο κάποιου διαγωνισμού, με το οποίο έχει πάθει κυριολεκτικά εμμονή. Στο τέλος το Αυτί μεταμορφώνεται στο άλογο, το όνομα του οποίου είναι Κλυταιμνήστρα! Μπορείτε να δείτε το έργο σε γραπτή μορφή εδώ. Και αν... δεν βγάζετε νόημα, μην ανησυχείτε, αυτό είναι το φυσιολογικό!




Από την παράσταση του "The Gas Heart"


Το Gas Heart υπήρξε και το κύκνειο άσμα του Νταντά. Ο Hans Richter, ο οποίος είχε συμμετάσχει στο ανέβασμα της παράστασης το 1923, τόνισε πως "δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσουμε, γιατί κανείς δεν βλέπει πλέον κάποιον λόγο". Η παράσταση του 1923 οδήγησε σε έναν μεγάλο καβγά κατά την διάρκεια της, με τον Αντρέ Μπρετόν να είναι ο υποκινητής και να έρχεται στα χέρια με τους συντελεστές, ενώ οι ηθοποιοί, ντυμένοι στα βαριά χαρτονένια τους κοστούμια, ήταν αδύνατο να διαφύγουν. Στο τέλος κατέφτασε η αστυνομία και διέλυσε την παράσταση. Το Νταντά δεν ήταν άλλο πια!

Οι δρόμοι του Τζαρά, του Πικαμπιά και του Μπρετόν διέλυσαν. Οι διαφωνίες τους ήταν πλέον αγεφύρωτες. Έναν χρόνο μετά, το 1924, ένα νέο κίνημα θα γεννιόταν από τις στάχτες του παλιού, και ο Μπρετόν υπήρξε ο εμπνευστής του: το όνομα του ήταν σουρεαλισμός.



Το Dada και η Επιρροή του




Το Νταντά σαν κίνημα πέθανε, οι ιδέες και η αισθητική του όμως όχι! Πόσα να χρωστάει ο μοντέρνος γραφικός σχεδιασμός στις πρωτοποριακές συνθέσεις του? Πόσοι και πόσοι καλλιτέχνες δεν επηρεάστηκαν από τις τεχνικές του κολλάζ και του φωτομοντάζ, εισάγοντας τες στη δουλειά τους? Τα "έτοιμα αντικείμενα", με την σειρά τους, έθεσαν τα θεμέλια για έναν ριζικά νέο τρόπο αντιμετώπισης της τέχνης, ενώ το πολιτικό-κοινωνικό υπόβαθρο του Νταντά παραμένει επίκαιρο και ριζοσπαστικό.

Το πρώιμο ξέσπασμα της Punk μουσικής στην Αγγλία, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '70, παρουσιάζει ουκ ολίγα κοινά σημεία με το Νταντά και τα νοήματα του. Όπως το Νταντά υπήρξε μια μορφή "αντι-τέχνης", αγγίζοντας συχνά την πλήρη άρνηση και τον μηδενισμό, ανάλογα προώθησαν και τον εαυτό τους αρκετές από τις βρετανικές punk μπάντες. Η πρόκληση, η αντίδραση, ο μηδενισμός, ο αυθορμητισμός, η αντι-κομφορμιστική στάση, ήταν όλα εκεί.








Αυτό μέχρι το punk να μετατραπεί με τη σειρά του σε άλλο ένα trend - και εδώ να πούμε πως το dada πέθανε την στιγμή ακριβώς που είχε αρχίσει να γίνεται "προσιτό" και "δημοφιλές" στο ευρύ κοινό. Δεν είναι τυχαίο.

Η μεγαλύτερη επιρροή του πνεύματος του Dada στην σύγχρονη μουσική σημειώθηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του '70, και στις αρχές της δεκαετίας του '80. Το Punk διαδέχτηκε το Post Punk και ένα στυλ που ονομάστηκε New Wave. Οι σημαντικότεροι ίσως εκπρόσωποι του new wave υπήρξαν οι Talking Heads. Στο τρίτο άλμπουμ τους "Fear of Music", και στο τραγούδι "I Zimbra" αποτίουν άμεσο φόρο τιμής στον Χούγκο Μπαλ και στην "ποιητική των ήχων" του:




Gadji beri bimba glandridi
Lauli lonni cadori gadjam
A bim beri glassala glandride
E glassala tuffm I zimbra



Στίχοι που παραπέμπουν στα αυθεντικά ντανταιστικά ποιήματα, για τα οποία μιλήσαμε στην αρχή του κειμένου. Μη ψάχνετε για μετάφραση ή ερμηνεία στις πάνω λέξεις. Δεν υπάρχουν πουθενά, πρόκειται για κατασκευάσματα, ψευτολέξεις, κατασκευασμένες στην τύχη έχοντας ως μοναδικό άξονα την φωνητική τους. Μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι εδώ.








Καταλυτική εξάλλου στάθηκε η επιρροή του Νταντά και σε ένα άλλο μουσικό κίνημα που ξεπήδησε εκείνα τα χρόνια. Το όνομα του ήταν Industrial και υπήρξε το πλέον πειραματικό από τα μουσικά στυλ των καιρών. Εκεί που τα εικαστικά έργα του Νταντά έκαναν άφθονη χρήση των κολλάζ, παραπέμποντας στα κατάλοιπα του αστικού, καταναλωτικού πολιτισμού, η πρώιμη industrial μουσική χρησιμοποιούσε ηχητικά κολλάζ, παντρεύοντας ανόμοια φαινομενικά στοιχεία, από φωνές και sound loops μέχρι ήχους του δρόμου ή της βιομηχανίας, δημιουργώντας ένα άκρως πειραματικό (και δύσκολο για το μέσο μουσικό αυτί) στυλ.

Ανάμεσα στις πρώιμες industrial μπάντες, τους πρωτοπόρους του είδους, ανήκουν οι Throbbing Gristle, Clock DVA και οι Einsturzende Neubauten. Mία ακόμα σημαντική insustrial μπάντα δεν δίστασε να αποκαλέσει τον εαυτό της με το όνομα-σημαία του κινήματος του Ντανταϊσμού: Ήταν οι Cabaret Voltaire, από τα πλέον επιδραστικά σχήματα του είδους, και φυσικά το όνομα τους είναι σαφής παραπομπή στο περίφημο Νταντά στέκι της Ζυρίχης...

Η industrial μουσική στην πορεία θα ενσωμάτωνε στοιχεία από την ηλεκτρονική και ροκ μουσική σκηνή, μεταμορφώνοντας το πρόσωπο της και εγκαταλείποντας τον αρχικό, άκρως πειραματικό της χαρακτήρα. Έτσι έχουν τα πράγματα παιδιά, κάθε τι που εξαπλώνεται αργά ή γρήγορα θα μεταμορφωθεί! Και ο κόσμος θα το γνωρίσει πλέον στην νέα του εκδοχή, αγνοώντας συχνά τις ρίζες...










...Και το Ταξίδι Συνεχίζεται...



Κάπως έτσι λοιπόν ολοκληρώνουμε το πρώτο μόλις μέρος από την σειρά αφιερωμάτων μας στην μοντέρνα τέχνη! Θα ακολουθήσουν πολλά, πολλά ακόμα, αφιερώματα που θα τα συνεχίσουμε καθ' όλη την διάρκεια του χειμώνα, πιθανό μέχρι του χρόνου, τέτοια εποχή!

Και αυτό δεν είναι παρά ένα μέρος όσων θα δούμε προσεχώς στο κουνελο-blog... το πιο ταξιδιάρικο blog που έγραψε ποτέ κουνέλι. Μείνετε στις οθόνες σας λοιπόν! Κλείνω με έναν σημαντικό αποχαιρετισμό, που λίγο πολύ συνοψίζει τα πάντα:

σΓεε! Ηεεευωπων, ψυθε, χθανφ γι τηεψ!!






Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Χθες η ΕΡΤ - Πέρυσι το Download

~







Πολύ καλημέρα σε όλον τον κόσμο! Σε όλες τις πόλεις, τις χώρες, τα χωριά, στον πληθυσμό της γης, στην πλάση ολάκερη! (εκτός από εκείνο το μέρος, στο μέρος αυτό δεν θέλω να στείλω καλημέρα - καλημέρα σε όλους εκτός από το μέρος λοιπόν).

Μία νέα μέρα ξεκινάει για μένα, αισθάνομαι ένα ελαφρύ κάψιμο κάπου εκεί στην περιοχή του εγκεφάλου, κάθομαι στον υπολογιστή μπροστά και γράφω το αποψινό μου κείμενο, ενώ παράλληλα τρώω κορν-φλέικς (σοκολατένια). Το χαζό της ιστορίας είναι πως απευθύνομαι στον κόσμο και λέω καλημέρα, ωστόσο όταν θα έχω τελειώσει το κείμενο (και όταν εσείς πιθανό να το διαβάσετε) θα έχει πάει απόγευμα ή βράδυ. Αλλά δε βαριέσαι, μπορείτε εξάλλου να διαβάσετε το κείμενο το πρωί της επόμενης μέρας, επομένως θα μπείτε στο νόημα και η καλημέρα μου θα πιάσει τόπο. Κρίμα να πάει χαμένη.

Λοιπόν, παιδάκια, σήμερα θα κάνουμε ένα ταξιδάκι πίσω στον χρόνο. (παιδάκια: "γιούπιιι!"). Ξέρετε πόσο μου αρέσουν αυτά. Για την ακρίβεια θα πάμε σε δύο χρονικές τοποθεσίες. Η πρώτη είναι... χθες. (παιδάκια: κενή έκφραση). Και για να μην νομίζετε ότι σας δουλεύω, θα πάμε και λίγο πιο πίσω, έναν χρόνο πριν για την ακρίβεια.








Χθες λοιπόν πέρασα από την ΕΡΤ, και ανάμεσα σε άλλα τραγούδησα με κάποια δόση συγκίνησης το "Άξιον Εστί". Ορχήστρα, διαχρονική ποίηση, αγωνιστική διάθεση, πανό, όμορφος κόσμος, οικογένειες, ζεστά πρόσωπα. Συνολικά έξοδα βραδιάς: ένα ευρώ για έναν χυμό που αγόρασα απ' το περίπτερο. Πέρυσι, από την άλλη, είχα δώσει το παρόν στο τριήμερο του Download Festival στην Αγγλία. Ηλεκτρική ατμόσφαιρα, σκηνές, λάσπη, σκατόκαιρος, νεολαία, μεθυσμένοι Άγγλοι, ξεσαλωμένες Αγγλίδες. Συνολικά έξοδα για το φεστιβάλ: γύρω στα 500 ευρώ (μαζί με αεροπορικά, κλπ). 

Η χθεσινή βραδιά προβλέπεται να είναι και η μοναδική συναυλιακή εμπειρία μου για το φετινό καλοκαίρι, κάτι που το φέρνει στον αντίποδα του περσινού - το Download, βλέπετε, υπήρξε το πλέον έντονο από τα συναυλιακά μου βιώματα ως τώρα. Ωστόσο, όσο απλό και αν ήταν το χθεσινό, μπορώ να πω πως κονταροχτυπάει άνετα το Download στον τομέα του συλλογικού αισθήματος. Είναι πάντα όμορφο να δίνεις το παρόν σε ένα φεστιβάλ που δεν αποσκοπεί στο κέρδος, μα στην μετάδοση κάποιου μηνύματος στον κόσμο, και να βλέπεις πλήθος ατόμων, κάθε ηλικίας, να έχει δώσει το παρόν και να τραγουδάνε όλοι μαζί. Εάν το Download Festival συνιστά μια καλοστημένη μορφή επιχείρησης και ένα μεγαλεπήβολο ροκ γλέντι, το χθεσινό ήταν μια υπενθύμιση εκείνης της αρχέγονης λαικής εκδήλωσης, στην οποία σημασία έχει η μάζωξη του κόσμου και τα συλλογικά μηνύματα, όχι το κέρδος. 

Κάπως έτσι ήταν και τα ροκ φεστιβάλ κάποιες δεκαετίες πριν. Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την δεκαετία του '60, όταν η ροκ μουσική ήταν πραγματικά "επικίνδυνη". Οι νέοι συνέρρεαν στα λιβάδια, θέλοντας όχι μόνο να απολαύσουν τους αγαπημένους τους μουσικούς, μα επιθυμώντας παράλληλα να γίνουν μέρος της συλλογικής μέθης, εκείνου του πολιτιστικού ανατρεπτικού κύματος που δίνει την αίσθηση πως μπορεί να αλλάξει τον κόσμο.

Κι αν όλα ήταν απλά ένα όνειρο, από το οποίο αργά ή γρήγορα ξυπνάς, η αίσθηση πως μοιράστηκες το ίδιο όνειρο παρέα με χιλιάδες άλλους παραμένει. Το ίδιο και οι ιδέες που το γέννησαν.




από το Woodstock



Χθες




Μία από τις πλέον χτυπητές διαφορές του χθεσινού σε σχέση με διάφορα ροκ φεστιβάλ, στα οποία έχω δώσει το παρόν, ήταν ο κόσμος. Καιρό είχα να δω τόσες οικογένειες μαζεμένες, τόσα παιδιά. Τα έβλεπα να χειροκροτάνε, ενώ η ορχήστρα παρέδιδε σε άψογη εκτέλεση τα διαχρονικά άσματα του μελοποιημένου Ελύτη. Αισθανόμουν όμορφα. Μου αποτυπώθηκε η εικόνα μιας γιαγιάς, που είχε αράξει πάνω στο δέντρο, ανάμεσα στην διχάλα του κορμού του. Ακόμα και ο κόσμος που έκανε "σσσσ, σσσ!", για να μην μιλάνε οι γύρω τους, ενώ αντηχούσαν τα αφηγηματικά περάσματα του "Άξιον Εστί". Ακόμα και αυτό με έκανε να χαμογελάσω. 

Είχαν όμορφα πρόσωπα. Ίσως πάλι έτσι φάνταζαν σε μένα, καθώς τους χρωμάτιζα με την φαντασία μου. Η διάθεση επηρεάζει την ματιά, κατευθύνει την προσοχή μας. Αν νιώθουμε όμορφα, όμορφο βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Αλλιώς συμβαίνει το αντίθετο.





από την χθεσινή συγκέντρωση-συναυλία στην ΕΡΤ



Ξεφεύγοντας λίγο από το ρομαντικό κλίμα, εστιάζοντας στις κοινωνικές εξελίξεις... Πιθανό τελικά η ΕΡΤ να μην κλείσει, όπως μου είπε η καλή φίλη μου και στέλεχος - νυν, απολυμένη. Λέγονται διάφορα περί εξυγίανσης, περί αναδιαμόρφωσης, ωστόσο τίθεται το ερώτημα: ποιός θα επιμεληθεί της λεγόμενης "εξυγίανσης"? Τι μηχανισμοί ελέγχου θα υπάρξουν? Η κρατική τηλεόραση θα μπορούσε να αναλάβει έναν αναμορφωτικό ρόλο και να γίνει μέρος μιας ευρύτερης συλλογικής προσπάθειας για ανόρθωση του πνευματικού επιπέδου του κόσμου, συμμετέχοντας συν τοις άλλοις στους κοινωνικούς αγώνες. Ωστόσο, για να συνέβαινε αυτό, θα χρειαζόταν ένας πραγματικά ανεξάρτητος φορέας που θα μπορούσε να επιμεληθεί της διαχείρισης της. Ένας φορέας που θα είχε ερείσματα στον κόσμο και δεν θα έστεκε απομονωμένος από αυτόν. Εν ολίγοις, η εκδημοκρατικοποίηση της ΕΡΤ θα μπορούσε να συμβάλλει στην αναμόρφωση της. 

Για να εκδημοκρατικοποιηθεί όμως ένας κρατικός φορέας, για να ανοιχτεί στον κόσμο και τις πραγματικές ανάγκες του, χρειάζεται να γίνει το ίδιο με το κράτος στον οποίο ανήκει... Και δυστυχώς η τωρινή κατάσταση στην χώρα μας απέχει πολύ από κάτι τέτοιο.









Συν τοις άλλοις, ανεξάρτητα αν τελικά επανέλθει η ΕΡΤ ή όχι, παραμένουν εκείνοι που θα χάσουν τη δουλειά τους. Εκατοντάδες κόσμου που, σε διάστημα δύο ωρών, πληροφορήθηκαν πως έχουν απολυθεί, απλά και απερίφραστα. Και δεν έχουμε να κάνουμε απαραίτητα με καρεκλοκένταυρους και βολεμένους, ακόμα και αν υπήρξαν ασφαλώς και κείνοι. Στο τέλος καταλήγουμε στα ίδια πάλι ερωτήματα: Ποιός αποφασίζει? Ποιός ορίζει τι θεσμοί χρειάζονται και τι όχι, ποιός καθορίζει την μορφή και το περιεχόμενο τους? Ποιός επιλέγει εκείνους που θα εργαστούν, εκείνους που δεν είναι κατάλληλοι για εργασία, και με τι κριτήρια? Ποιός ο ρόλος του κόσμου σε όλα όσα γίνονται γύρω του και τον αφορούν? 

Το θέμα με την ΕΡΤ δεν είναι παρά το δέντρο μες στο δάσος, μια σταγόνα στον ωκεανό. Η κοινωνική αδικία υπάρχει παντού, όπου και αν κοιτάξουμε. Στο τέλος απομένουμε εμείς, και ένα κράτος που αποφασίζει για εμάς χωρίς εμάς. 

Επιστρέφω λοιπόν στην χθεσινοβραδινή σκηνή. Πλήθος από όμορφα πρόσωπα, οικογένειες, γέροι και παιδιά. Τραγουδούσαν μαζί, στους διαχρονικούς ρυθμούς του Μίκη Θεοδωράκη. Αυτός είναι ο κόσμος του αύριο, του σήμερα, του χθες. Στο τέλος όλοι είναι ένα. Ίσως να μην έχουν ακόμα καταλάβει τι επιθυμούν πραγματικά, ενδεχομένως να υπάρχει διάσταση ανάμεσα στις απόψεις και τις προσδοκίες τους... Όταν όμως βλέπω εκείνα τα παιδιά, να συμμετέχουν μες στο πλήθος, να τραγουδάνε το "Ένα το Χελιδόνι"... Δεν μπορώ να μην ελπίζω. 

Πιθανό να χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια ακόμα, δεκαετίες και δεκαετίες... Κάποτε όμως θα ρθει η άνοιξη και θα απλώσει τα πολύχρωμα φτερά της.




video





Πέρυσι



Όσο απλό και αν ήταν λοιπόν το χθεσινό, άλλο τόσο βαθύ υπήρξε, σε επίπεδο νόηματος, σε επίπεδο ουσίας. 

Ας αλλάξουμε τώρα σκηνικό και κλίμα! Τέτοιες μέρες, πέρυσι, επέστρεφα από Αγγλία. Μπορείτε να δείτε σχετική ανάρτηση για το ταξιδάκι μου σε Λονδίνο και Οξφόρδη εδώ. Ήδη τότε είχα γράψει πως επίκειται συνέχεια, στην οποία θα αναφερόμουν ξεχωριστά στο δεύτερο μέρος του ταξιδιού, εκείνο του Download Festival. Συνέχεια την οποία δεν έγραψα τελικά πέρυσι, ωστόσο κάλλιο αργά παρά ποτέ! 

Το Download υπήρξε το δεύτερο φεστιβάλ στο εξωτερικό που έχω δώσει το παρόν. Η πρώτη φορά ήταν πριν τέσσερα χρόνια, όταν είχαμε πάει στο Novarock της Αυστρίας. Ωστόσο η περσινή εμπειρία ήταν σαφώς εντονότερη, για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, το πλήθος του κόσμου. Η λέξη "λαοθάλασσα" είναι πολύ μικρή για να συνοψίσει τις ορδές λαού που ατένιζε κάποιος, ως εκεί που πάει το βλέμμα και ακόμα παραπέρα. Ποτέ άλλοτε δεν έχω αντικρίσει τόσο κόσμο μαζεμένο σε φεστιβάλ, ή οπουδήποτε.






αυτό που βλέπετε δεν είναι παρά μια μικρή, ενδεικτική άποψη  του κόσμου, ο οποίος ήταν πολύ, πολύ περισσότερος, και μια φωτογραφία αδυνατεί να τον χωρέσει



Ο δεύτερος λόγος ήταν η αφάνταστη ταλαιπωρία που βιώσαμε, εξαιτίας των καιρικών συνθηκών και της ανεπαρκούς προετοιμασίας από την πλευρά μας. Πήγαμε, βλέπετε, εξοπλισμένοι λες και θα κάναμε διακοπές σε κάποιο εξωτικό νησί, μόνο το αντηλιακό μας έλειπε. Φαντασιωνόμουν πως και πως να αντικρίσω πλήθος ημίγυμνων αγγλίδων να περιλούζουν τα κορμιά τους με μπύρα και να μου φωνάζουν εκστασιασμένες "come, join us!".

Αντί αυτών είδα πλήθος κόσμου να παρελαύνει ντυμένος με αδιάβροχα, βρώμικα παντελόνια, γαλότσες και σκουφιά. Εντός μίας μέρας ανήκα και γω ανάμεσα τους, με ρούχα που αγόρασα από τα καταστήματα που είχαν στηθεί στον χώρο του φεστιβάλ - για όλους εμάς τους αφελείς που μας αιφνιδίασε η κακοκαιρία και πήγαμε με τα κοντομάνικα και τα αθλητικά παπούτσια. Οι ξέφρενες φαντασιώσεις μου, όπως καταλαβαίνετε, βίωσαν μια σχετική απογοήτευση.




Η... ηρωική είσοδος στον χώρο του φεστιβάλ, καταμεσής της μπόρας



Η απογοήτευση ήταν εντονότερη την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, όταν έστεκα κουλουριασμένος, τρέμοντας από κρύο, μέσα στην σκηνή μου, φορώντας τέσσερα ζευγάρια κάλτσες, τις μόνες που μου είχαν απομείνει και δεν είχαν βραχεί, σε αντίθεση με τα περισσότερα ρούχα μου - τα οποία αν τα έστιβες σε κάποιον λάκκο, έφτιαχνες άνετα μια μικρή πηγή.

Έξω η βροχή λυσσομανούσε ανελέητα, ασταμάτητα, σχεδόν 24 ώρες συνεχόμενες, και μαζί της το κρύο και ο δυνατός αέρας. Ξεχάστε την γραφική, ελληνική καλοκαιρινή μπόρα, εδώ μιλάμε για κρύο, συνθήκες που παραπέμπουν, όχι σε Ιούνιο, μα σε Νοέμβρη ή Δεκέμβρη. Και τα ρούχα να απομένουν βρεγμένα και πατσαβουριασμένα μες στην τσάντα - όταν στήναμε την σκηνή βλέπετε, ήδη είχε ξεκινήσει η καταιγίδα, και ήταν αδύνατο να προφυλάξουμε τα πράγματα μας από την βροχή. Σχεδόν όλα τα ρούχα λοιπόν πήραν τη δόση τους από τον ανισόρροπο βρετανικό καιρό, τσαλαβουτώντας στα νερά της τσάντας.





αυτός ο... σωρός που βλέπετε είναι τα πράγματα μου, μέσα στην σκηνή. Βρεγμένα, τσαλαπατημένα, ανάκατα, ένα όμορφο, γλυκό χάος



Την πλειοψηφία της πρώτης μέρας λοιπόν την είχα περάσει ξενερωμένος στη σκηνή, τρώγοντας από ένα κουτί μπισκότα που είχα εύκαιρο, και βγαίνοντας μόνο μια φορά έξω για τουαλέτα. Διάβαζα από ένα βιβλίο που είχα πάρει από την Αγγλία, προσπαθώντας να αξιοποιήσω κάπως τον χρόνο μου και να μετριάσω το επίπεδο του ξενερώματος. Εδώ βρισκόμουν, στο μεγαλύτερο φεστιβάλ που είχα πάει ποτέ, και περνούσα την μέρα μου σε μια σκηνή. Το Download θα αποτελούσε άνετα το μεγαλύτερο φιάσκο που μου είχε συμβεί μέχρι σήμερα.




Ανάλαφρες βόλτες στη λάσπη



Οι Άγγλοι το διασκέδαζαν βέβαια. Είναι μαθημένοι σε τέτοια, οι περισσότεροι είχαν πάει σωστά εξοπλισμένοι και ήδη από τα πρώτη στιγμή έδωσαν το παρόν στα live. Εμείς έπρεπε να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της πρώτης μέρας για να κατευθυνθούμε επιτέλους στον συναυλιακό χώρο. Χρειαζόταν να εφοδιαστούμε, βλέπετε, με τα απαραίτητα ρούχα, κλπ, τα οποία αγοράσαμε εκεί. Και εδώ να αναφέρω πως η απόσταση ανάμεσα στον χώρο του camping και εκείνον των συναυλιών ήταν περίπου μία ώρα δρόμος. Είχαμε πάει μία μέρα πριν στο φεστιβάλ, ωστόσο αυτό ήταν το κοντινότερο που μπορούσαμε να βρούμε - οι άλλες θέσεις ήταν πιασμένες, λιβάδια στα οποία εκτείνονταν ως πέρα οι σκηνές, χιλιάδες και χιλιάδες, μια ατελείωτη παρέλαση από χρώματα, ξεβαμμένα απ' το γκρίζο της βροχής.





τα καλύτερα καπέλα στις καλύτερες τιμές! θα ήθελα ένα από τα πεταμένα κάτω παρακαλώ



Φυσικά η λάσπη έκανε χειρότερα τα πράγματα. Μια απόσταση που, υπό κανονικές συνθήκες, θα διένυες σε μισή ώρα, με την λάσπη διπλασιαζόταν ο χρόνος. Το περπάτημα της πάπιας είχε καθιερωθεί. Τα παπάκια στη σειρά. Φυσικά τα ρούχα μας είχαν όλα πασαλειφτεί και - μην έχοντας άλλα να τα αντικαταστήσουμε, όντας βρεγμένα - κυκλοφορούσαμε με τα λασπωμένα. Το αστείο είναι πως, στην ίδια κατάσταση, επέστρεψα Λονδίνο και μετά Αθήνα. Είχε πλάκα να κυκλοφορώ στο αεροδρόμιο με τις γαλότσες και τα λεκιασμένα παντελόνια. Λες και είχα έρθει απ' τους βάλτους ένα πράγμα. Μεταξύ μας, το διασκέδασα.





Λασπόλουτρα? Και γιατί όχι!



Αν εξαιρέσετε την πρώτη μέρα, που την χάσαμε σχεδόν όλη, η πορεία θα μας αποζημίωνε. Η βροχή θα σταματούσε επιτέλους και θα απολαμβάναμε τις συναυλίες και τα δρώμενα του φεστιβάλ. Με τις λάσπες και όλα. Η αλήθεια είναι πως έχουν μια ομορφιά όλα αυτά τα σκηνικά. Στα δικά μας λημέρια μια βροχούλα είναι αρκετή για να ματαιώσει συναυλίες, να επιφέρει αγανάκτηση και πανικό. Εκεί ασφαλώς δεν έγινε τίποτα απ' αυτά. Όλες οι συναυλίες διεξήχθησαν κανονικά. Ο κόσμος ήταν μαθημένος, ήξερε τι να περιμένει, έδωσε κανονικά το παρόν και το διασκέδασε. Από την στιγμή που είχαμε εξοπλιστεί (έστω και αργά) με τα απαραίτητα ρούχα, χαρήκαμε την παραμονή μας στο φεστιβάλ και αφεθήκαμε και μεις στους ρυθμούς των υπολοίπων. Χάσαμε μια μέρα μεν, θα υπήρχαν όμως άλλες δύο. Άρχισε επιτέλους να ρέει η μπύρα, ξεκίνησαν τα τραγούδια.





Το πάνω κατάστημα μας έσωσε, κυριολεκτικά



Η έλλειψη λιακάδας δεν πτόησε τις Αγγλίδες, που άρχισαν από νωρίς να πετάνε τα ρούχα τους. Συνέβαινε επιλεκτικά αυτό, ανάλογα με την συναυλία και τις δονήσεις που επέφερε στο κοινό. Σε ορισμένα live οι topless εμφανίσεις έδιναν και έπαιρναν, σε άλλα πάλι όχι. Δεν έβλεπες topless στους Metallica, ήταν όμως άφθονα στους Tenacious D. Λογικό. Τους πρώτους τους παρακολουθείς με μια κάποια σοβαρή διάθεση - στους δεύτερους πάλι θες να ξεσαλώσεις. Η ευκολία με την οποία πετούσαν τα σουτιέν τους οι Αγγλίδες μου έκανε εντύπωση - στην Αυστρία και στο αντίστοιχο φεστιβάλ της, πριν τέσσερα χρόνια, δεν είχα αντικρίσει κάτι αντίστοιχο.

Όμορφες, άσχημες, ψηλές, χοντρές, δεν είχε σημασία, τις έβλεπες να στέκουν στους ώμους των φίλων τους και, αμέσως μόλις πλησίαζε η κινούμενη κάμερα, ενθουσιασμένες χαιρετούσαν τον κόσμο και φανέρωναν τα στήθη τους. Κάποιες μάλιστα απογοητεύονταν γιατί η κάμερα έφευγε πριν εκείνες προλάβουν να βγάλουν το σουτιέν!




Βροχή, βροχή, αλλά το μπούτι, μπούτι



Το κοντινότερο σε αυτή την συμπεριφορά στα μέρη μας πρέπει να είναι εκείνες οι Ελληνίδες που... τόλμησαν να βγάλουν την μπλούζα τους στην συναυλία των AC/DC. Για σουτιέν ούτε λόγος να γίνεται βέβαια. Ωστόσο αυτό μάλλον συνδέεται με την γενικότερη στάση των αγγλίδων πάνω στο θέμα της αποκάλυψης του σώματος τους. Ανεξάρτητα αν είναι άσχημες ή όμορφες, δεν διστάζουν να κυκλοφορήσουν με ιδιαίτερα αποκαλυπτικά ρούχα στον δρόμο, κάτι που για ορισμένους μπορεί να είναι αρνητικό (ποιός θέλει να βλέπει τον κώλο μιας χοντρής πρώτη θέα?), για άλλους όμως μπορεί να συνεπάγεται έναν ευρύτερο α-κομπλεξαρισμό. Έτσι είμαι, και δεν έχω πρόβλημα να το επιδείξω. Και, μεταξύ μας, γνωρίζουμε καλά πόσο υψηλά είναι τα επίπεδα των συμπλεγμάτων εξωτερικής εμφάνισης στον γυναικείο (και όχι μόνο) ελληνικό πληθυσμό.








Είναι αμφιλεγόμενο θέμα γενικά, όπως εξίσου αμφιλεγόμενο είναι το πόσο επιθυμητό είναι τελικά να κυκλοφορεί μια γυναίκα τονίζοντας τόσο πολύ την σεξουαλικότητα της. Από την δική μου σκοπιά, μπορώ να διαβεβαιώσω ως προς το εξής: όσο περισσότερο προκλητικά ντυμένη είσαι, τόσο περισσότερο θα αφυπνίσεις την σεξουαλική διάθεση μέσα μου. Δύσκολα όμως θα μπορέσω να σε πάρω στα σοβαρά και να σε αντιμετωπίσω σαν κάτι περισσότερο, πέρα από μία καυτή (ενδεχομένως) γκόμενα.

Στο φεστιβάλ όμως, εκεί δεν τίθεται θέμα σοβαρότητας! Να πέφτουν λοιπόν τα ρούχα, να ρέουν οι μπύρες!

To κάτω βιντεάκι το έφτιαξα ο ίδιος, περιλαμβάνει αποσπάσματα που τράβηξα από την συναυλία των Tenacious D, και ορισμένες... χαρακτηριστικές στιγμές με τις αγγλίδες του κοινού! Απολαύστε.









Μιλώντας για μπύρα, οι Άγγλοι πιθανό να ανήκουν στους πιο καταπιεσμένους λαούς του κόσμου σε αυτόν τον τομέα. Υπάρχουν αυστηροί νόμοι σχετικά με την κατανάλωση αλκοόλ στις πόλεις, και σίγουρα είναι ένας από τους λόγους που ξεσαλώνουν τόσο πολύ - μετά μανίας, κυριολεκτικά - στα φεστιβάλ και στις διακοπές τους (ας θυμηθούμε τα ελληνικά νησιά και τους Άγγλους τουρίστες). Η μπυροποσία αγγίζει επίπεδα λατρείας ανάμεσα τους, σχεδόν μου φαινόταν αστείο να βλέπω πόσο εθισμένοι είναι. Έπιναν συνέχεια, ασταμάτητα, ως αργά το βράδυ, μέχρι το χάραμα. Η ώρα να έχει πάει τρεις και τέσσερις τα ξημερώματα και να τους ακούω να γυροφέρνουν, έξω από την σκηνή μου, μόνοι ή σε παρέες, τραγουδώντας και - συχνότερα - φωνάζοντας διάφορα ακαταλαβίστικα, και να μου σπάνε τα νεύρα με τις αγριοφωνάρες τους. Δεν περίμενα κάτι διαφορετικό βέβαια, ωστόσο τέτοιο ξεσάλωμα δεν είχα συνηθίσει να βλέπω στα μέρη μας.






Μπύρες-τρόπαια, στημένες έξω από μια σκηνή. Πάνω βλέπουμε ορισμένους χαρακτηριστικούς και άκρως ενδιαφέροντες τύπους. Φτου σου αγόρι μου, πόσο σου πάει το λεοπαρδαλέ ροζάκι!



Υπήρξαν πάντως ιδιαίτερα φιλικοί και κοινωνικοί, σε μεγάλο βαθμό. Αρκετές φορές μας έπιασαν την κουβέντα, στο άσχετο, και είμαι βέβαιος πως αν είχα την δυνατότητα να κάτσω περισσότερες μέρες, μπορεί να προέκυπτε φιλία με κάποιον απ' αυτούς. Θυμάμαι αντίστοιχες θερμές συμπεριφορές από τους Αυστριακούς και τους Γερμανούς, στο Novarock, πριν τέσσερα χρόνια. Οι Αυστριακοί ήταν ακόμα περισσότερο φιλικοί σε σχέση με τους Άγγλους, τώρα που το σκέφτομαι.

Οι αντίστοιχοι Έλληνες θαμώνες των ροκ φεστιβάλ, συνήθως δεν κάνουν ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ούτε ιδιαίτερα θερμόαιμοι είναι, ούτε εκδηλωτικοί, ούτε κοινωνικοί, ούτε φιλικοί απαραίτητα. Φυλάνε την θερμή τους διάθεση για την ώρα της συναυλίας, όταν τραγουδούν όλοι μαζί τους στίχους των αγαπημένων τους τραγουδιών και φωνάζουν ρυθμικά το όνομα του συγκροτήματος. Ναι, είμαστε θερμό κοινό - όπως θέλουμε να καυχιόμαστε - ωστόσο αυτό μόνο όσο αφορά το καθαυτό συναυλιακό κομμάτι. Γιατί, κατα τ' άλλα, μια χαρά αγενείς, ψυχροί και δήθεν είναι οι περισσότεροι από τους ροκάδες Ελληνάρες.










Ανάμεσα στα... αξιοθέατα του φεστιβάλ υπήρξαν τα μηνύματα που προβάλλονταν στις γιγαντοοθόνες, ανάμεσα στις συναυλίες, μηνύματα που μπορούσε ο καθένας να στείλει από το κινητό του. Ανάμεσα στα "ουδέτερα" μηνύματα, τύπου "χαιρετισμοί από την τάδε χώρα", ή "φοβερή μπάντα οι τάδε", μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσίαζαν εκείνα που... έφερναν τον κόσμο πιο κοντά. Οι κάτω φωτογραφίες είναι ενδεικτικές!











Για εκείνους που βαριόντουσαν να περνάνε όλη τη μέρα τους στο camping ή στον χώρο των συναυλιών, υπήρχαν ουκ ολίγα φαγάδικα, εδώ κι εκεί, με junk food από όλες τις χώρες του κόσμου. Ποικιλία, αν μη τι άλλο. Μπορούσες να φας μέχρι σκασμού, και γιατί όχι εδώ που τα λέμε.











Δεν θα εστιάσω στο συναυλιακό κομμάτι του τριημέρου, η αποψινή ανάρτηση δεν έχει τόσο μουσικό χαρακτήρα όσο κοινωνικό. Έχει περάσει εξάλλου ένας χρόνος από τότε. Θα αναφέρω επιγραμματικά πως το αποκορύφωμα της περσινής συναυλιακής εμπειρίας ήταν ασφαλώς η μοναδική συναυλία των Black Sabbath με τον Ozzy, η δεύτερη φορά που είχα την τύχη να τους δω, ένα βίωμα με όλη την σημασία της λέξης. Η λέξη "ανατριχίλα" όταν βγήκαν στην σκηνή και αντήχησε η πρώτη, βαριά νότα της κιθάρας του Iommi, όταν δεκάδες χιλιάδες κόσμου όλοι μαζί τραγουδούσαμε "what is this, that stands before me", η λέξη αυτή είναι η μόνη που μπορεί να μεταδώσει ένα μέρος από το αίσθημα της στιγμής.








Οι Metallica υπήρξαν απολαυστικοί για άλλη μια φορά, παραδίδοντας μας live όλο το θρυλικό "Black Album", εν μέσω συγκλονιστικών φωτορυθμικών, εκρήξεων και εφέ, αποδεικνύοντας γιατί οι μεγάλες μπάντες αναδεικνύονται πάνω στην σκηνή. Ο Chris Cornell και οι επανενωμένοι Soundgarden υπήρξαν για αρκετούς το μεγαλύτερο γεγονός του τριημέρου, και η εμφάνιση τους αποζημίωσε τον κόσμο. Ανάμεσα σε άλλους, όπως είδατε, απολαύσαμε τους Tenacious D, πήραμε μια δόση από Megadeth, Shinedown (από τις ωραιότερες σύχρονες μπάντες εξ' Αμερικής), Ugly Kid Joe, Biffy Clyro (μεγάλο όνομα στην indie κοινότητα, συμπαθητικοί για μένα, αλλά ως εκεί), και διάφορους άλλους - υπήρξαν όμως και συγκροτήματα που δεν μπορέσαμε, ή δεν προλάβαμε να δούμε. Τουλάχιστον απολαύσαμε όσους είδαμε.




Τουαλέτες - Πόσιμο Νερό. Όχι, δεν είναι αυτό που φαντάζεστε!



Συνολικά, μια εμπειρία που αξίζει τον κόπο, αρκεί να έχεις πάει προετοιμασμένος. Εμείς πιαστήκαμε ανέτοιμοι αρχικά, ωστόσο τελικά το διασκεδάσαμε. Και έναν χρόνο μετά, γράφω επιτέλους γι' αυτό στο blog μου! Καιρός ήταν!











Επίλογος




Πέρυσι το Download λοιπόν, φέτος η ΕΡΤ για μένα. Από τις περιπέτειες του εξωτερικού στην συναυλία της διπλανής πόρτας. Η απόσταση ανάμεσα τους πελώρια όσο η μέρα με την νύχτα. Καθαρά μουσικό και άκρως επικερδές φεστιβάλ το ένα, λαική εκδήλωση κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα το άλλο. Ροκάδες και μεταλλάδες που ξεσάλωναν στο ένα, οικογένειες με παιδιά στο άλλο. Πολλά έξοδα από την μία, ελεύθερη είσοδος από την άλλη. Ο Tonny Iommi και τα βαριά του riff στο ένα, ο μαέστρος που διηύθυνε το Άξιον Εστί από την άλλη. 

Στο τέλος τα φεστιβάλ κοινωνικού χαρακτήρα μπορεί να είναι λιγότερο φανταχτερά, δεν ανήκουν βλέπετε στον κόσμο του marketing και της διαφήμισης, κατορθώνουν όμως να αφυπνίσουν την καταπιεσμένη συλλογικότητα του κόσμου πολύ περισσότερο σε σχέση με τα αντίστοιχα μουσικά events τύπου rockwave. Στα δεύτερα το πλήθος δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι. Πας απλά για να διασκεδάσεις, να πιείς την μπύρα σου, να δεις ζωντανά το συγκρότημα που αγαπάς. Στα πρώτα όμως, το πλήθος παύει να είναι ανώνυμο. Γίνεται το ίδιο φορέας πολιτισμού. 

Ωστόσο η εμπειρία ενός Download, ενός Wacken, ή όλων εκείνων των μεγάλων μουσικών φεστιβάλ του εξωτερικού αξίζει τον κόπο. Δεν είναι μόνο το μουσικό κομμάτι, μα και το κοινωνικό. Έχει πάντα ενδιαφέρον να παρατηρείς και να συγκρίνεις με τους ανθρώπους μιας άλλης χώρας. Ήταν ωραίοι όλοι εκείνοι οι ιδιαίτεροι τύποι που συναντήσαμε κατά την διάρκεια του φεστιβάλ, μια ιδέα των οποίων πήρατε και σεις από τις φωτογραφίες!

Κι εδώ που τα λέμε, αν δεν φας μια γλίστρα μες στην λάσπη, αν δεν πονέσουν τα πόδια σου από την πεζοπορία, αν δεν λούσεις το μαλλί σου μες στην γούρνα, έξω στο κρύο, αν δεν σου πιάσει την κουβέντα εκείνος ο μεθυσμένος του οποίου δεν καταλαβαίνεις λέξη από τα λεγόμενα του - αν δεν συμβούν αυτά, δεν ξέρεις τι θα πει ροκ φεστιβάλ της προκοπής.

Αυτά τα ολίγα λοιπόν. Τα λέμε!



ΥΓ - Συνολική διάρκεια καταγραφής ανάρτησης: Τέσσερις περίπου ώρες. Συν μία περίπου ώρα για να ανεβάσω τις φωτογραφίες. Kαι μία ώρα διάλειμμα για φαγητό. Και άλλη μία η τελική επιμέλεια και διόρθωση του κειμένου. Καλά είναι. Έξω ο ήλιος πέφτει (ξεκίνησα να γράφω μεσημέρι). Τώρα μπορώ επιτέλους να σηκωθώ απ' την θέση μου και να κάνω κάτι άλλο - θυμίζω, οι πρώτες μου λέξεις στο κείμενο ήταν "καλημέρα"!







~



You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...