Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Εισαγωγή στον Χίτσκοκ







Η αυλαία πέφτει. Τα φώτα χαμηλώνουν, η μουσική παύει να ηχεί, ο κόσμος φεύγει. Έξω τα πεζοδρόμια είναι υγρά, πνιγμένα στις σκιές. Μες στη σιγαλιά αντιλαλεί ένα εκκρεμές. Η ώρα έφτασε.

Ναι, η ώρα έφτασε για το συγκεκριμένο αφιέρωμα!

Επιθυμούσα καιρό να καταπιαστώ με αυτό – έπρεπε όμως να ωριμάσουν πρώτα οι συνθήκες. Αφενός ήταν αρκετές οι ταινίες του Χίτσκοκ που δεν είχα ακόμα δει. Αφετέρου χρειαζόταν να πιάσουν τα κρύα. Τα έργα του Χίτσκοκ έχουν ανάγκη της χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας – του αέρα που εξαναγκάζει τα δέντρα να χορέψουν σ’ έναν βίαιο χορό, της ομίχλης που ξετυλίγει αργά το απόκρυφο της πέπλο, του σιγόβροχου που χτυπάει συνθηματικά στο παράθυρο… Ίσως πάλι να μην είναι η βροχή, μα κάποιος επισκέπτης, ντυμένος βαριά, τυλιγμένος με υφάσματα, γυρεύοντας τη φιλοξενία σου για ένα μόνο βράδυ.

Το ερώτημα λοιπόν είναι: Θα του ανοίξεις? Θα του προσφέρεις την φιλοξενία σου?








Θα μπορούσαμε να εμπλουτίσουμε ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα. Ας φανταστούμε μια φιλήσυχη γειτονιά, μακριά από την οχλαβοή του κέντρου, πέρα, στα προάστια. Από κείνες με τα όμορφα σπίτια και τις ανθόσπαρτες αυλές. 

Αργά ή γρήγορα όμως, ακόμα και το πλέον γαλήνιο τοπίο θα αφεθεί στο κάλεσμα της νύχτας, της ομίχλης, του ανέμου. Τα χρώματα θα παραδώσουν σαν υπνωτισμένα τη σκυτάλη σε αργόσυρτες αποχρώσεις του μαύρου και του άσπρου. Κουράστηκαν πια, καιρός να κοιμηθούν. Οι σκιές γύρω σου λικνίζονται. Ο παφλασμός της βροχής στους δρόμους θα σε νανουρίσει, ενώ το φως που τρεμοπαίζει σε κάποια απόμερη γωνιά θα πλουμίσει τη σκέψη σου με όνειρα.








Ξάφνου ένα χτύπημα στην πόρτα θα σε ξυπνήσει από τον λήθαργο. Βρίσκεσαι στο σαλόνι  του σπιτιού σου. Η βροχή αντηχεί από μακριά, σαν από άλλο κόσμο, σαν αλλοτινή ανάμνηση. Για κάποιο λόγο προσπαθείς να μην κάνεις θόρυβο, μα τα βήματα σου αντιλαλούν στο πάτωμα. Πλησιάζεις διστακτικά και κοιτάς μέσα από το μάτι, περιμένοντας να αντικρίσεις κάποια σκοτεινή μορφή. Γουρλώνεις τα μάτια και μένεις να παρατηρείς με έκπληξη: στην πόρτα δε στέκεται κάποιος υποχθόνιος τύπος, μα μια νεαρή γυναίκα. «Σας παρακαλώ, μπορείτε να μου ανοίξετε? Με κυνηγάνε, έχω ανάγκη να κρυφτώ!»

Της ανοίγεις. Η βροχή στάζει στο μέτωπο της. Παρατηρείς τα μαλλιά της – κατάξανθα, σαν κούκλας, σχεδόν ακτινοβολούν μες στο σκοτάδι. Εκείνη σου χαμογελάει… «Ευχαριστώ πολύ», κάνει, και νιώθεις το έδαφος να πάλλεται κάτω από τα πόδια σου – ή μήπως είναι τα πόδια σου που τρέμουν? Η γυναίκα μπαίνει μέσα, τα βήματα της αντηχούν στο χολ. Ξετυλίγει με χάρη το κασκόλ της και αφήνει το παλτό στον καναπέ. Άθελα σου παρατηρείς τα μακριά, θεληματικά της πόδια, ενώ εκείνη σκύβει για να βγάλει τα παπούτσια της. Διακρίνεις τη λεπτή, εφαρμοστή της καλτσοδέτα, τους θεληματικούς της γοφούς. Τα χέρια σου έχουν ιδρώσει. Έξω ένας κεραυνός τρυπάει τη σιωπή, σκίζοντας τα σύννεφα.








Το πρωινό έρχεται κάποια στιγμή, μα είναι μουντό και ανήλεο. Ξυπνάς νιώθοντας μουδιασμένος και βαρύς, λες και έπινες όλη νύχτα… Για μια στιγμή διερωτάσαι που βρίσκεσαι. Μια σκέψη παλεύει να αποδράσει από το ασυνείδητο σου, σα θηρίο σε κλουβί, μα τη μαστιγώνεις και εκείνη μπαίνει πάλι μέσα, το κεφάλι της σκυμμένο, μα η ουρά της όρθια. Τότε ξαφνικά τα σύννεφα υποχωρούν και θυμάσαι τη γυναίκα! Κοιτάς γύρω σου, μα εκείνη είναι άφαντη. Καμία ένδειξη της παρουσίας της. Τίποτα απολύτως – λες και δεν υπήρξε ποτέ.

Η πόρτα χτυπάει επιτακτικά.

Δυνατά χτυπήματα, επαναλαμβανόμενα, μονότονα, προμηνύοντας χαμό. Τα χτυπήματα ενός σκλάβου τυμπανιστή σε μια παλιά γαλέρα – ενός μουσικού σε μια στρατιωτική παρέλαση. Πλησιάζεις, φορώντας μια ρόμπα, ανοίγεις και κοιτάς με απορία. Το θέαμα σου σκορπίζει φόβο – αν και θεωρητικά δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι. Μπροστά σου ακριβώς, στέκοντας ακίνητος, σε αντικρίζει κατάματα ένας αστυνομικός – το βλέμμα του παγωμένο, σκυθρωπό, ανέκφραστο. Πριν καλά καλά καταλάβεις τι έχει γίνει, ο αστυνομικός σου περνάει χειροπέδες. «Συλλαμβάνεσαι για τον φόνο τριών ανθρώπων. Ό,τι πεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον σου».

Και έτσι σε μεταφέρουνε στο τμήμα, ενώ εσύ ακόμα απορείς, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσεις τι έχει γίνει.






Χίτσκοκ – Μια Σκιαγράφηση, σε αποχρώσεις πέρα από το Μαύρο και το Άσπρο


“Drama is life with the dull bit cut out” (A.Hitchcock)


Το αφιέρωμα μας, το οποίο θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη, ακολουθεί το πρόταγμα και το στυλ της περίφημης εκείνης σειράς της δεκαετίας του 50 και του 60, με τίτλο «Alfred Hitchcock Presents». Δε συνιστά τόσο μια ιστορική καταγραφή, όσο μια σχεδόν αφηγηματική παρουσίαση, στο στυλ και στο ύφος εκείνο που θεωρώ πως αρμόζει στον μετρ του κινηματογραφικού σασπένς. Είναι εύκολο να αναζητήσετε πληροφορίες στο διαδίκτυο για την πορεία του Χίτσκοκ και το πλήθος των ταινιών του, ωστόσο εγώ προτιμώ να εστιάσω σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, τέτοια που να μας μεταφέρουν όσο γίνεται στην καρδιά του ύφους του. Εξ’ ου και η εισαγωγή που διαβάσατε!

Πάμε πίσω λοιπόν σε μία από τις αρχέγονες αναμνήσεις του «Χιτς», όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί – είναι γνωστό πως τα παιδικά βιώματα συχνά φτάνουν να καθορίζουν την ενήλικη συμπεριφορά μας, διαμορφώνοντας τον χαρακτήρα, παρέχοντας πρότυπα σκέψης και σχήματα αντιλήψεων.








Ο μικρός Άλφρεντ, που λέτε, μεγάλωσε σε μια βρετανική οικογένεια με αυστηρή καθολική ανατροφή – κάτι ασυνήθιστο για την πλειοψηφία του βρετανικού πληθυσμού. Ανήκε σε μια μειονότητα. Μικρός που ήταν, όπως όλα τα παιδιά, έκανε τις αταξίες του. Κάποια μέρα όμως, έχοντας κάνει μια κακή πράξη, ο πατέρας του αποφάσισε να του δώσει ένα μάθημα. Τον έστειλε σε ένα αστυνομικό τμήμα, με ένα χαρτί, το οποίο λίγο πολύ καλούσε τον αστυνόμο να συλλάβει το παιδί και να το κλειδώσει για λίγη ώρα σ’ ένα απ’ τα κελιά του τμήματος. Με αυτόν τον τρόπο θα παραδειγματιζόταν και δεν θα έκανε ξανά πράξεις σαν αυτές. Ο αστυνομικός ακολούθησε την εντολή του πατέρα, κλειδώνοντας το μικρό παιδί μέσα στο κελί, το οποίο φοβισμένο και απορημένο προσπαθούσε να ερμηνεύσει την κατάσταση. «Γιατί με φυλακίζουν? Τι έκανα?»

Κάπου εκεί πηγάζει ο αρχέγονος σχεδόν φόβος και αντιπάθεια του Χίτσκοκ απέναντι στους φορείς εξουσίας, καθώς και εκείνο το κλασικό μοτίβο που βλέπουμε να επαναλαμβάνεται  σε πολλές απ’ τις ταινίες του: ο αθώος που ενοχοποιείται για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει.



Ο αθώος, ενώ προσπαθεί να κρυφτεί από την αστυνομία που τον καταδιώκει



Μεγαλώνοντας ο «Χιτς» θα ανέπτυσσε κι άλλες ιδιαιτερότητες που θα ζωγράφιζαν με τα δικά τους χαρακτηριστικά χρώματα τα έργα του – έργα που συνιστούν πορτραίτα ορισμένων από πλέον απόκρυφες πλευρές της ανθρώπινης ψυχής. Οι ταινίες του Χίτσκοκ δεν είναι σκοτεινές επειδή ξεχειλίζουν με ποτάμια αίματος και πτώματα… Κάθε άλλο, η παρουσία έκδηλης βίας στα έργα του είναι ελάχιστη. Δε θα δούμε να παρελαύνουν μεταφυσικές οντότητες, ούτε να γίνεται τακτική χρήση εκείνου του τρικ του «τινάγματος», στο οποίο επιδίδονται τόσα και τόσα φιλμ, προκειμένου να ταρακουνήσουν τον θεατή από τη θέση του. Όχι. Το φοβερό στα έργα του Χίτσκοκ είναι η παρουσίαση της ανθρώπινης φύσης πέρα και έξω από εξιδανικεύσεις, η σκιαγράφηση ορισμένων από τις σκοτεινότερες – μα τόσο υπαρκτές – πλευρές της.








Ο παραδοσιακός ρόλος του «καλού» και του «κακού» καταργείται. Τα σύνορα ανάμεσα τους συχνά είναι ρευστά – άφθονοι από τους «κακούς» του Χίτσκοκ γίνονται συμπαθείς, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι οι «καλοί» που προβαίνουν σε αμφιλεγόμενες ενέργειες και δε διστάζουν να προβούν ως και στο έγκλημα, προκειμένου να σωθούν. Δεν απουσιάζει ολοσχερώς το ηθικό στοιχείο από τις ταινίες του Χίτσκοκ, ούτε δικαιώνεται η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου – σχεδόν πάντα ο «κακός» παίρνει αυτό που του αξίζει και ο ήρωας επιβιώνει. Η πορεία ωστόσο της ιστορίας σε βυθίζει σε προβληματισμούς γύρω από τη φύση του ανθρώπου. Είναι αδύνατο να βλέπεις ταινίες του Χίτσκοκ και να σκέφτεσαι μετά σε αποχρώσεις άσπρου-μαύρου.

Οι «κακοί» του Χίτσκοκ δεν είναι στερεότυπα. «Όσο καλύτερος ο κακός, τόσο καλύτερη η ταινία», έλεγε ο ίδιος. Οι «καλοί» του από την άλλη απέχουν πολύ από το να είναι τέλειοι και να συνιστούν πρότυπα ηθικής συμπεριφοράς. 



από το "Pleasure Garden", την πρώτη ταινία του Χίτσκοκ



Στις περιπτώσεις πάλι εκείνες που ο «ήρωας» φαντάζει ιδανικός, η πραγματικότητα γύρω του απέχει πολύ από το να είναι τέτοια – αντίθετα, συχνά στρέφεται εναντίον του, ενοχοποιώντας τον, καταδιώκοντας τον, μετατρέποντας τον σε θύμα μιας αδίστακτης, μα πάγιας κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Σε μια τέτοια κοινωνική πραγματικότητα, γυαλιστερή στην επιφάνεια, μα σάπια στο εσωτερικό της, κανείς δεν είναι ασφαλής. Η υποκρισία ξεχειλίζει και η αλήθεια συνιστά ένα θαμπό πετράδι, καταχωνιασμένο στον βυθό, τυλιγμένη στις δαγκάνες ενός αρπαχτικού ζώου.

Συχνά το στοιχείο εκείνο που συμβάλλει στο ξετύλιγμα του νήματος, στην απελευθέρωση από τα δεσμά του ψεύδους, είναι η αγάπη και ο έρωτας. Διάχυτος σε όλα σχεδόν τα έργα του Χίτσκοκ, ο έρωτας κυρίως με την ρομαντική του μορφή συνιστά καταλυτική δύναμη, καθώς και βασική κινητήρια ορμή των χαρακτήρων, προκειμένου να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο και να απομακρυνθούν από τον κίνδυνο. Στο πρώτο μισό αρκετών από τις ταινίες του ξεχωρίζει μια ρομαντική ατμόσφαιρα, ενώ ορισμένες από τις χιτσκοκικές σκηνές αγάπης ανήκουν στις διασημότερες της ιστορίας του κινηματογράφου.








Προσοχή όμως, γιατί τα φαινόμενα παραπλανούν. Σα μέσα από σπασμένο καθρέπτη, ο έρωτας συχνά παραμορφώνεται, αφήνει να διαφανούν άλλες, σκοτεινότερες πτυχές του. Δεν είναι λίγες οι ψυχαναλυτικές αναφορές στα φιλμ του Χίτσκοκ, και τις περισσότερες φορές το ερωτικό στοιχείο δεν είναι απαλλαγμένο από βαθύτερα συμπλέγματα και καθηλώσεις. 

Ένας ιδανικός σύζυγος αποδεικνύει πως δεν είναι εκείνος που φαινόταν στην αρχή. Ένας άλλος αποπειράται να βιάσει τη γυναίκα του, την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ένας μυστικός πράκτορας δε διστάζει να χρησιμοποιήσει την ερωμένη του, αναγκάζοντας τη να εκτεθεί ερωτικά σε έναν αντίπαλο, προκειμένου να αποσπάσει μυστικά. Ένα παντρεμένο ζευγάρι πηγαίνει μια κρουαζιέρα και αμφότεροι απατούν ο ένας τον άλλον. Μία γυναίκα δολοφονεί έναν επίδοξο βιαστή, με τον οποίο η ίδια φλέρταρε, και στη συνέχεια αποκρύβει το έγκλημα. Μία άλλη σκοτώνει τον σύζυγο της, όταν ανακαλύπτει πως είναι φονιάς και τρομοκράτης. Ένας άντρας εξαναγκάζει μια γυναίκα να πάρει μόνιμα τη μορφή μιας φαντασίωσης του, προκειμένου να την αγαπήσει. Ένας άλλος έλκεται περισσότερο παρακολουθώντας στα κρυφά το θέαμα των γειτόνων του, μέσα από κιάλια, παρά από την ζωντανή κοπέλα που έχει στο πλευρό του – χρειάζεται να αντικρίσει την ίδια μέσα από τα κιάλια, και ενώ βρίσκεται σε κίνδυνο, για να συνειδητοποιήσει πόσο την αγαπάει.







Το θέμα της «διπλής προσωπικότητας» συναντάται άφθονες φορές. Φιγούρες με πλευρές σαν τις όψεις ενός νομίσματος, η φωτεινή επιφάνεια και το σκοτεινό υπόβαθρο. Δύο γνωστοί αντίθετοι όπως η μέρα με τη νύχτα, συμπληρωματικοί ωστόσο μεταξύ τους, σαν άλλος δόκτωρ Τζέκυλ και μίστερ Χάιντ. Ένα πρόσωπο που σου θυμίζει έντονα κάποιο άλλο – στο τέλος υπάρχει ο κίνδυνος το πρώτο πρόσωπο να απορροφήσει εντελώς το δεύτερο, να το κάνει κτήμα του. Ήδη 100 χρόνια πριν τον Χίτσκοκ, ο συνοδοιπόρος του στον χώρο της λογοτεχνίας, Έντγκαρ Άλαν Πόε, μελετούσε το θέμα της διπλής προσωπικότητας στα δικά του έργα.








Πολλά έχουν ειπωθεί για τον ρόλο των γυναικών στα έργα του Χίτσκοκ, ιδιαίτερα για την εμμονή που παρουσίαζε ο ίδιος απέναντι στις ξανθές πρωταγωνίστριες. Στο μυαλό του δέσποζε η φαντασίωση της τρυφερής, μυστήριας, ψυχρής και ερωτικής συνάμα ξανθιάς, μιας γυναίκας που αφύπνιζε πλήθος από ένστικτα. Αγάπη από τη μία, μα και θέληση υποταγής και σεξουαλικής καθήλωσης. Οι ηθοποιοί που υποδύθηκαν τις διάφορες «ξανθιές» του λειτούργησαν σαν τον γύψο στα χέρια του γλύπτη – τις κατασκεύαζε με βάση το ιδιαίτερο εκείνο πρότυπο που είχε κατά νου, διαποτίζοντας τες με άρρητες φαντασιώσεις και εμμονές.









Έχει συζητηθεί εξάλλου ο ρόλος που επεφύλασσε συχνά στην μητρική φιγούρα. Άλλοτε τρυφερή και αναβλύζουσα αγάπη, άλλες φορές όμως σκοτεινή και επιβλητική – σχεδόν τρομακτική. Η ίδια η μητέρα του Χίτσκοκ του ζητούσε καθημερινή αναφορά, κάθε μέρα που έκανε γυρίσματα, ενώ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Στρεβλωμένος ερωτισμός και αμφιθυμική αγάπη, η Μητέρα και η Γυναίκα λειτουργούν σαν καθρέπτες της βαθιά συγκρουόμενης ψυχής.

Ο Χίτσκοκ ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο του έργου – ο σκηνοθέτης συνιστά την κεφαλή, «οι ηθοποιοί είναι κοπάδι». Μια πλαστελίνη στα χέρια του, για να τους χειριστεί με τον τρόπο που έκρινε επιθυμητό. 






Και αν με αρκετούς από τους σταρ που συμμετείχαν στις ταινίες του οι σχέσεις του ήταν άψογες, υπήρξαν άλλοι στους οποίους δε δίσταζε να φανερώσει την περισσότερο χειριστική πλευρά του. Είναι περίφημη η ερωτική-επιθετική συμπεριφορά που είχε αναπτύξει απέναντι στην Tippi Hedren, πρωταγωνίστρια των “Marnie” και  “The Birds”, απέναντι στην οποία δε δίστασε να εξαπολύσει, για μέρες και μέρες γυρισμάτων, πλήθος από αληθινά πουλιά, σε κίνδυνο της σωματικής της ακεραιότητας, έως ότου ολοκληρωθούν τα γυρίσματα της χαρακτηριστικής εκείνης σκηνής από τα «Πουλιά»… Παράλληλα, αν και ο ηθοποιός που υποδυόταν το θύμα που δολοφονείται από το πρώτο κιόλας λεπτό της ταινίας “Rope” δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά στην ταινία και βλέπουμε μονάχα ένα φέρετρο, ο Χίτσκοκ είχε απαιτήσει ο ηθοποιός να μείνει κλεισμένος στο φέρετρο για άφθονες από τις σκηνές της ταινίας – κάτι που οδήγησε σε λιποθυμίες του πρώτου, μην έχοντας αρκετό αέρα.

Αυτή όμως ήταν η μία όψη του νομίσματος. Στην άλλη θα συναντήσουμε τον εύθυμο Χίτσκοκ, τον χιουμορίστα, τον άνθρωπο που συχνά εμπλούτιζε τις ταινίες του με γνήσιο ρομαντισμό, θετικά μηνύματα, ιδεαλισμό και χιούμορ. Τα ρομαντικά ζευγάρια του ανήκουν στα κλασικότερα του κινηματογράφου, οι σκηνές «φιλιών» του είναι περίφημες. 



Cary Grant και Ingrid Bergman στο "Notorious" - από τα δημοφιλέστερα ζευγάρια του Hitchcock



Το έξυπνο χιούμορ σε αρκετά από τα έργα του εκτοξεύει τον παράγοντα της απόλαυσης. Και φυσικά είναι πασίγνωστα τα περίφημα εκείνα “cameos”, οι θρυλικές του εμφανίσεις σε ανύποπτα διαστήματα κατά τη διάρκεια των ταινιών, μια από τις δημοφιλέστερες πατέντες του σκηνοθέτη και ένα παιχνίδι με το κοινό, που κάθε φορά διερωτάτο «που να βρίσκεται ο Χίτσκοκ μέσα στην ταινία?».









Με άλλα λόγια, ο Χίτσκοκ ανήκε στις πολύ ιδιαίτερες εκείνες περιπτώσεις που ο σκηνοθέτης έφτανε να είναι και «σταρ» ο ίδιος, με λάμψη εφάμιλλη εκείνης των ηθοποιών. Ο λόγος του, το χαρακτηριστικό του βάδισμα, η προφορά του, ήταν όλα ξεχωριστά. 

Πάνω απ’ όλα όμως ήταν η σκηνοθετική του μεγαλοφυΐα, ο χειρισμός του πίσω από την κάμερα, οι τεχνικές που ανέπτυξε, η ικανότητα του να σε κρατάει στην άκρη της θέσης σου, το σασπένς, οι αντιφάσεις, η ατμόσφαιρα, το μυστήριο, οι συμβολισμοί των ταινιών του και η πολυδιάστατη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του, πέρα από το καλό και το κακό.






1) παρέα με τους Cary Grant και Joan Fontaine 2) Χίτσκοκ και Janet Leigh, στα γυρίσματα της  περιβόητης σκηνής με το "ντους" 3) με την Annie Ondra, πρωταγωνίστρια του "Blackmail"



Τεχνικές



Έχοντας ξεκινήσει ήδη από τα χρόνια του βωβού κινηματογράφου της δεκαετίας του 20, και φτάνοντας ως το τέλος της δεκαετίας του 70, η κινηματογραφική πορεία του Χίτσκοκ αντανακλά την πορεία του ίδιου του μέσου του κινηματογράφου. Στις βασικές, πρώιμες επιρροές του, ανήκε το στυλ του γερμανικού εξπρεσσιονισμού, όπως είχε αναπτυχθεί στα πρώτα χρόνια των 20’s, με τις απότομες γωνίες λήψης, τα παραμορφωμένα σκηνικά, τα άφθονα παιχνίδια του φωτός με τη σκιά.








Ακόμα σημαντικότερη ωστόσο υπήρξε η επιρροή του ρωσικού κινηματογράφου της ίδιας εποχής, από τον οποίο άντλησε την τεχνική του μοντάζ, της συνένωσης και διαδοχής των πλάνων με ορισμένο τρόπο, το κόψιμο και ράψιμο τους, ώστε να μεταδίδει εκείνες ακριβώς τις διαθέσεις που επιθυμούσε στον θεατή. 

Ο Χίτσκοκ έκανε εκτενή χρήση του μοντάζ σε όλες τις ταινίες του, το οποίο σε συνδυασμό με τις πολύ ιδιαίτερες γωνίες λήψης που χρησιμοποιούσε και τον πανέξυπνο χειρισμό του χρόνου, δημιουργούσε το μοναδικό εκείνο αποτέλεσμα με το οποίο συνέδεσε το όνομα του: το χιτσκοκικό σασπένς.





ειδικά πλάνα και πρωτοποριακές γωνίες λήψης, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα του έργου - πάνω διακρίνεται η περίφημη σκηνή με τα "γυαλιά" από το "Strangers on a Train" 



Δε δίσταζε να επιμεληθεί όλου του σκηνικού σε μια ταινία, τα έπιπλα, το φόντο, το κλίμα, κάθε λεπτομέρεια, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Πειραματιζόταν συνεχώς – και αν τα πειραμάτα του δεν πετύχαιναν πάντα, διδασκόταν μέσα από τα λάθη του. Άλλες φορές το κοινό δεν ήταν έτοιμο να δεχτεί τους πειραματισμούς του, όντας  πρωτοποριακοί για την εποχή τους και πολύ καλλιτεχνικοί για ταινίες που απευθύνονταν σε πλήθος κόσμου. Ήταν ωστόσο μάστορας του χειρισμού των αισθημάτων του κοινού – σαν οδηγός σε κάποιο όχημα μετέφερε τους επιβάτες του εκεί που ο ίδιος επιθυμούσε, μέσα από στροφές και απρόσμενες αλλαγές, μέσα από αμφιβολίες και ανατροπές, ως το τελευταίο λεπτό της ταινίας, όταν δινόταν επιτέλους η πολυπόθητη «λύση».

Ένας ζωγράφος της οθόνης που πετούσε πινελιές εδώ κι εκεί, δημιουργώντας συνθέσεις που διακρίνονται μονάχα όσο χρειάζεται, σαν ένα θέμα από το οποίο επιλέγεις να απεικονίσεις ένα πολύ συγκεκριμένο του σημείο, κάτω από ορισμένο φωτισμό και υπό τον ήχο της βροχής. Κάπως έτσι ακόμα και ένα τυπικό τοπίο μπορεί να φαντάζει τρομερό, σα μια γέφυρα που ενώνει τους εφιάλτες με τα όνειρα.








Συνεχίζεται…



Κι όμως, αυτό που διαβάσατε δεν ήταν παρά οι αρχικοί τίτλοι της ταινίας! Μια «εισαγωγή», όπως λέω στον τίτλο. Το κύριο πιάτο ακολουθεί στο δεύτερο μέρος, όταν και θα καταπιαστούμε με τις 25 (συν μία) κορυφαίες ταινίες του Χίτσκοκ, σε αντίστροφη σειρά, από την 26η ως το νούμερο ένα! Ποιές ταινίες θα παρελάσουν άραγε στην κατάταξη και ποιά θα είναι η σειρά τους? Υπομονή, και θα το διαπιστώσετε σύντομα!


Μέχρι την επόμενη φορά.... να προσέχετε!






7 σχόλια:

  1. παλι δε μου το εμφανισε στη ροη των blog :(
    θα επανελθω για αναγνωση, καλημερα κουνελε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σοβαρά μιλάς? Να γιατί δεν είχα σχόλια τόσο καιρό! Και έχω κάνει 5-6 μέρες την ανάρτηση. Βασικά μου παρουσιάζει και κάποια άλλα τεχνικά θέματα το blogger τον τελευταίο καιρό και με ενοχλεί πάρα πολύ αυτό....

      Καλά που με ενημέρωσες Γάτα, θα φροντίσω τουλάχιστον το δεύτερο μέρος να το ανακοινώσω με ξεχωριστή ανάρτηση, για να φανεί στη ροή των blogs τουλάχιστον.

      Διαγραφή
    2. Έκανα μόλις ένα δοκιμαστικό, βάζοντας το blog μου στα ιστολόγια παρακολούθησης και μου εμφάνισε την ανάρτηση κανονικά. Τι να πω, δε ξέρω.

      Διαγραφή
  2. Κανείς δε μπορεί να αναλυσει ένα θέμα σε τόσο βάθος όσο εσύ... Αυτό είναι χάρισμα... και συνάδει με ένα διεισδυτικό πνεύμα...
    Από την άλλη ποτέ δεν κατάλαβα γιατί όλοι έχουνε συσχετίσει τόσο πολύ τον Χιτσκοκ με τα "πουλιά" μιας και είναι έργο της Δάφνη Ντι Μωριε... ίσως μάλλον επειδή έγινε ταινία από κείνον ... ωστόσο δε παύει αυτό να με ενοχλεί όπως όταν γνωρίζουν τον ερμηνευτή ενός τραγουδιού και ξεχνούν τον σημαντικό συνθέτη, ή στιχουργό.
    Ευχαριστούμε για μια ακομη φορά, :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ ευχαριστώ Λιακάδα για τα λόγια σου, για άλλη μια φορά! Ισχύει αυτό που λες για τα "Πουλιά", η αλήθεια είναι πως αρκετά από τα φιλμ του Χίτσκοκ έχουν σενάρια βασισμένα σε βιβλία! Όπως όμως συμβαίνει με ορισμένους πολύ μεγάλους σκηνοθέτες, ο κόσμος τείνει να ξεχνάει την αρχική πηγή, η οποία έπαιξε ασφαλώς τον ρόλο της στην επιτυχία της ταινίας...

      Χαιρετώ!

      Διαγραφή
  3. Πολυαγαπημένος ο κύριος Hitchcock, και νομίζω είναι στους αγαπημένους κάθε σινεφίλ. Ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν καταφέρει να συνδυάσουν την εμπορικότητα με την ποιότητα όπως αυτός ή ο Kubrick. Το Vertigo είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών, και φαντάζομαι θα "παίξει" πολύ ψηλά στη λίστα σου. Επίσης λατρεύω το The rope (ή λέγεται αλλιώς, δε θυμάμαι - Η θηλιά στα ελληνικά) Περιμένω με χιτσκοκική αγωνία τη συνέχεια του πολύ ωραίου άρθρου σου φίλε κούνελε ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι πίθηκε, Rope! Θέλω πως και πως να σχολιάσω αυτό, το Vertigo και τις υπόλοιπες ταινίες, αλλά θα το φυλάξω για την επόμενη ανάρτηση! Πάντως αμφότερα τα έργα που ανέφερες χτυπάνε ψηλές θέσεις στη λίστα. ;)

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...