Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Pollock


"Number 8" - 1947


Είχε αποβληθεί από δύο διαφορετικά σχολεία. Ένα από τα πρώιμα επαγγέλματα του ήταν να καθαρίζει τα αγάλματα στο Central Park της Νέας Υόρκης από τις κουτσουλιές των περιστεριών.

Αντιμετώπιζε σοβαρή εξάρτηση από το αλκοόλ, ενώ βίωνε έντονες καταθλιπτικές περιόδους. Κάποια στιγμή στράφηκε προς την ψυχανάλυση και μελέτησε το έργο του Γιουνγκ. Παράλληλα τον συνάρπαζε το αρχέγονο, συμβολικό πνεύμα της τέχνης των αυτοχθόνων Αμερικανών - των Ινδιάνων, κοινώς. Σε αυτό έβρισκε διέξοδο και ανακούφιση το ανήσυχο του πνεύμα.

"Ο σαμανισμός στην αμερικανική κουλτούρα βρίσκεται πολύ κοντά στο ασυνείδητο", είχε πει κάποτε. Τα παλιότερα του έργα θυμίζουν εκείνα των Μεξικανών ζωγράφων του καιρού του, μα και των υπερρεαλιστών. Δεν έτυχαν, όμως, αναγνώρισης.



Τρία έργα που φανερώνουν την εξέλιξη της τέχνης του. Πάνω "Going West" του 1934-35. Στη μέση "Blue (Moby Dick)" του 1943. Κάτω "The Key" του 1946.


Όσο εισχωρούσε βαθύτερα στα άδυτα του ασυνείδητου και των παγκόσμιων συμβολισμών του, τόσο η τέχνη του γινόταν περισσότερο και περισσότερο αφηρημένη. Κάποια στιγμή έπιασε ένα πινέλο, στάθηκε πάνω από έναν πελώριο καμβά και... άρχισε να το τινάζει. Πλιτς, εδώ, πλιτς, εκεί... Κάτι νέο είχε αρχίσει να ξετυλίγεται στη σκέψη του, σαν απόμακρο όραμα, ή ενδεχομένως μια υπόμνηση απ' τα παλιά - τα πολύ, πολύ παλιά, χιλιετίες και χιλιετίες πριν...

Μία νέα τεχνική είχε γεννηθεί και το αποτέλεσμά της έκανε τον κόσμο να απορήσει. Μα εκείνος συνέχισε. Σταδιακά όλο και περισσότερος κόσμος έβρισκε συναρπαστικά τα παράξενα, αφηρημένα αυτά έργα, με τις ατελείωτες, πολύχρωμες πιτσιλιές που πάνε προς πλήθος κατευθύνσεων, διασταυρώνονται εδώ κι εκεί, αποχωρίζονται η μία την άλλη, για να ενωθούν ξανά, κάποια ανύποπτη στιγμή... Στο τέλος σχηματιζόταν ένα ρευστό μωσαϊκό που σχεδόν νόμιζες πως κινείται, μπροστά στα μάτια σου.



"Number 1 Lavender Mist" - 1950
"Lucifer", 1947


Ονομάστηκε αφηρημένος εξπρεσιονισμός - για όσους επιθυμούν να τοποθετούν σε κλειστά καλούπια την αέναη δημιουργική γλώσσα. Ο εμπνευστής του όμως είχε βρει πια τη γλώσσα του - τη γλώσσα εκείνη που θεωρούσε παράθυρο στο ασυνείδητο.

Θα έφευγε από τη ζωή σε ηλικία 44 ετών, θύμα του αλκοολισμού. Είχε όμως κατορθώσει τον σκοπό του... Να επικοινωνήσει πέρα από τις λέξεις. Να μεταδώσει ένα αρχέγονο μήνυμα στον κόσμο. Το μήνυμα, ναι. Εκείνο ήταν το πιο σημαντικό.


Το όνομα του ήταν Τζάκσον Πόλοκ.




Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

"Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα..."





"Στο απέραντο γκρίζο του ουρανού γλιστρούσε κάποιος με παγοπέδιλα.

Ήταν με το κεφάλι κάτω και τα πόδια επάνω και το κασκόλ του ανέμιζε. Μπορούσε να το κάνει αυτό, επειδή ο ουρανός ήταν παγωμένος.

Με μύτες κόκκινες απ' το κρύο και στόματα ορθάνοιχτα, τον κοιτούσε το πλήθος από κάτω, απ' τη γη. Όλοι τον έδειχναν και τον χειροκροτούσαν, όταν κατάφερνε κάποια δύσκολη φιγούρα (αφού μάλιστα τα έκανε όλα ανάποδα).

Διέγραφε μεγάλα τόξα και καμπύλες, ακολουθώντας συνέχεια τον ίδιο δρόμο, ώσπου τα βήματα του χορού του χαράχτηκαν βαθιά στον ουρανό. Τώρα πια φάνηκε ότι έγραφε γράμματα: ίσως κάποιο επείγον μήνυμα. Αμέσως ύστερα γλίστρησε και χάθηκε στον ορίζοντα.

Το πλήθος εξακολουθούσε να κοιτάζει τον ουρανό, αλλά κανείς δε γνώριζε το αλφάβητο, κανείς δε μπορούσε να διαβάσει το μήνυμα. Σιγά-σιγά τα ίχνη χάθηκαν κι ο ουρανός ξανάγινε ένα απέραντο γκρίζο.

Οι άνθρωποι γύρισαν σπίτια τους και δεν άργησαν να ξεχάσουν το περιστατικό. Στο κάτω-κάτω ο καθένας έχει τις δικές του έγνοιες. Εξάλλου, ποιος ξέρει; Μπορεί το μήνυμα να μην ήταν και τόσο σημαντικό..."


- Μίχαελ Έντε


***


Ο Μίχαελ Έντε είναι γνωστός για τα αριστουργήματα του, "Μόμο" και "Ιστορία Χωρίς Τέλος"... Το μικροσκοπικό διήγημα που διαβάσατε πάνω προέρχεται από τη συλλογή σουρεαλιστικών κειμένων που τιτλοφορείται "Ο Καθρέφτης μες στον Καθρέφτη" - κείμενα στα οποία ο Έντε ξετυλίγει σε όλο το ονειρικό τους φάσμα το πολύχρωμο, αινιγματικό, ανατρεπτικό κουβάρι της φαντασίας του...

Όσο αφορά το μήνυμα που χάθηκε... Είναι σαν εκείνα τα όνειρα. Που είδαμε κάποια φορά, ξυπνήσαμε με την εικόνα τους να αχνοπαίζει στ' ακροδάχτυλα του νου μας, θελήσαμε ν' αποκρυπτογραφήσουμε το μήνυμά τους, μα, δες, ένα τηλέφωνο χτυπάει, μια κουβέντα ενός προσώπου, η φευγαλέα σκέψη των υποχρεώσεων της ημέρας... λίγα λεπτά μετά και η εικόνα του ονείρου έχει ξεθωριάσει, το περιεχόμενό του έχει πια χαθεί από τη μνήμη σου. 




Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

To Χαλί





Η μουσική μιλά με νότες, αποτυπώματα σε παρτιτούρες και στίχους προχειρογραμμένους σε χαρτιά μιας νύχτας… Μα κάποιες φορές περισσότερη σημασία έχουν οι στίχοι που δεν γράφτηκαν. Οι νότες που έμειναν απ’ έξω. Τα ρεφρέν που δεν ειπώθηκαν ποτέ.

Σ’ ένα βιβλίο διαβάζουμε τα κείμενα, τρένα λέξεων που παρελαύνουν σε νοερά τοπία, ξέχειλα με σκέψεις και ιδέες… Μα συχνά πιο ενδιαφέροντα είναι τα τοπία εκείνα που δε μπορούμε να δούμε. Τα νοήματα ανάμεσα στις λέξεις. Τα σημεία στίξης... Η ώρα που το τρένο ξεχύνεται στο τούνελ.

Ο λόγος είναι σύγχρονη εφεύρεση. Η μη λεκτική επικοινωνία όμως πιάνει ρίζες πιο βαθιά, πάει πολύ πιο πίσω. Ο λόγος είναι το χαλί που στρώνουμε πάνω στην άβυσσο. Οι λέξεις είναι η προσπάθειά μας να κατονομάσουμε τ' αστέρια. Μα τις στιγμές που δε μιλάμε, τις στιγμές που κατορθώνουμε να επικοινωνήσουμε πέρα από τις λέξεις, τότε είναι λες και σηκώνουμε εκείνο το χαλί κάτω απ’ τα πόδια μας.


Και για δες… Αν επικοινωνούμε χωρίς λόγια… Αν η σιωπή δε μας φοβίζει… Τότε μπορούμε να αφήσουμε εκείνο το χαλί και απλά να αφεθούμε. Τότε μπορούμε να πετάξουμε.




Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Μάρκο Πόλο και οι Μονόκεροι


Picture Source


Ένα από τα πλέον εύθυμα ιστορικά ντοκουμέντα, σχετικό με τις αντιλήψεις των ανθρώπων του Μεσαίωνα, σχετίζεται με τον θρύλο του Μονόκερου και τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο.

Ήδη από τους πρώτους αιώνες μ.χ., από την εποχή της Φυσικής Ιστορίας του Πλίνιου του Πρεσβύτερου και των πρώιμων εγκυκλοπαιδειών, ήταν άφθονες οι περιγραφές φαντασμαγορικών και τερατόμορφων όντων, τα οποία υποτίθεται ζούσαν στις μακρινές και ανεξερεύνητες ακόμα, περιοχές του κόσμου. Ανάμεσα στα εκπληκτικά αυτά πλάσματα, ξεχώριζαν ασφαλώς και οι Μονόκεροι - τα ευγενή αυτά, πανέμορφα ζώα, που τα προσέλκυε το άρωμα μιας παρθένας, η εικόνα των οποίων κατόρθωσε να φτάσει ως τις μέρες μας και να διαποτίσει τη σκέψη και τη φαντασία μας - μέσα από βιβλία, εικονογραφήσεις και ταινίες...






Στα χρόνια του Μεσαίωνα όμως οι άνθρωποι πίστευαν πως οι Μονόκεροι υπάρχουν όντως - μα ζουν απλά σε κάποια μέρη πολύ, πολύ μακρινά. Μεταξύ εκείνων που θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξή τους ήταν και ο Μάρκο Πόλο. Κάποια μέρα λοιπόν, στη διάρκεια ενός απ' τα μεγάλα ταξίδια του στην Ανατολή, ο Μάρκο Πόλο θεώρησε πως αντίκρισε όντως τα θρυλικά αυτά πλάσματα. Τα περιγράφει, μάλιστα, με απόλυτο ρεαλισμό. Γράφει λοιπόν στο ημερολόγιό του:

"Φεύγοντας από το Φίρλεκ, ο ταξιδιώτης μπαίνει στη Μπάσμαν που είναι ξεχωριστό βασίλειο με δική του γλώσσα. Ο λαός της Μπάσμαν δεν έχει άλλους νόμους, εξόν από τους νόμους που επικρατούνε στα άγρια ζώα. (...) Όλος ο πληθυσμός του νησιού παραδέχεται την υποταγή του στον Χαν και μερικές φορές με περαστικούς ταξιδιώτες βρίσκουν την ευκαιρία να του στείλουνε με τη μορφή δώρων αντικείμενα εξαιρετικής ομορφιάς.

Έχουν άγριους ελέφαντες και πολλούς μονόκερους, που είναι λίγο πιο μικροί από τους ελέφαντες. Το τρίχωμα των μονόκερων είναι σαν του βούβαλου και τα πόδια τους μοιάζουνε με του ελέφαντα. Έχουν ένα μεγάλο, μαύρο κέρατο, στη μέση του μετώπου τους. Δεν κάνουν επίθεση με το κέρατό τους, παρά μονάχα με τη γλώσσα τους και τα γόνατά τους, γιατί οι γλώσσες τους είναι ενισχυμένες με μακριά, κοφτερά αγκάθια, γι' αυτό όταν θέλουν να επιτεθούνε σε κάποιον, πρώτα τον λειώνουνε γονατίζοντας απάνω του και ύστερα τον ξεσκίζουνε με τις γλώσσες τους.

Το κεφάλι τους είναι σαν του άγριου κάπρου και πάντοτε το έχουν κατεβασμένο στο χώμα. Περνούν τον καιρό τους προτιμώντας να κυλιούνται στη λάσπη και τη γλίτσα".

~ από τα "Ταξίδια" του Μάρκο Πόλο. 12ος αιώνας.



Aπό εγκυκλοπαίδεια του 16ου αιώνα. Picture Source


Αυτοί λοιπόν υπήρξαν οι μονόκεροι που αντίκρισε ο Μάρκο Πόλο! Βρώμικοι, επιθετικοί, επιδιδόμενοι σε ατελείωτα, ηδονικά λασπόλουτρα! Πόση διαφορά μεταξύ της προσδοκίας και της πραγματικότητας, της φαντασίας και του ρεαλισμού...!


***

Εκείνο που ο Μάρκο Πόλο δε γνώριζε ωστόσο... Εκείνο που δε γνώριζε κανένας τον καιρό εκείνο... Ήταν πως τα εξωτικά πλάσματα εκείνα, που ο Μάρκο Πόλο είχε περάσει για μονόκερους, τα πλάσματα με το κέρατο στη μέση του μετώπου τους... ήταν στην πραγματικότητα ρινόκεροι!



Ρινόκερος και Μονόκερως. Εικονογράφηση από χειρόγραφο του 15ου αιώνα. Picture Source

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Περί Προγονολατρείας... Από τον Ψυχάρη στον Ραφαηλίδη


Χαρακτηριστική γελοιογραφία του 1915, απεικονίζοντας τα εθνικιστικά μίση ανάμεσα στους λαούς - ο κάθε ένας με την "παραδοσιακή του" φορεσιά, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Picture source


Το φαινόμενο της παρελθοντολαγνείας και η συχνά απεγνωσμένη προσπάθεια αναζήτησης ριζών σε «ένδοξους προγόνους», συνιστούν στην εποχή μας όχι μόνο ένδειξη μιας βαθιάς σύγχυσης ταυτότητας, απόρροια λαών που βρίσκονται σε κρίση και επιζητούν μια κάποια ψυχολογική ανάταση μέσω της σύνδεσης τους με ένα υποτιθέμενο «χρυσό παρελθόν»... Μα, στην περίπτωση της έξαρσης του εθνικισμού, το φαινόμενο αυτό αγγίζει όρια επικίνδυνης βλακείας. 

Να το πω απλούστερα: Είμαστε «μεγάλοι» και «περήφανοι», επειδή κάποιοι, κάποτε, πριν 2500 χρόνια (πολύ, πολύ καιρό πριν), δημιούργησαν έναν σπουδαίο πολιτισμό. Μάλιστα. Για την ακρίβεια, δεν είμαστε απλά «μεγάλοι» για τον πολιτισμό που εκείνοι είχαν τη μαγκιά να δημιουργήσουν και να μας τον παραχωρήσουν απλόχερα, για να του αλλάξουμε τον αδόξαστο… Μα θεωρούμε τους εαυτούς μας «μεγαλύτερους» και από τους άλλους! Τέτοιο θράσος. Τόση ύβρις – για να χρησιμοποιήσω την αρχαιοελληνική αυτή λέξη, που τόση σημασία είχε για τους αρχαίους Έλληνες.

Το τραγικό είναι πως η εθνικιστική αυτή εκδοχή της μωρίας επηρεάζει μια μερίδα, απαίδευτου και συγχυσμένου, πλην «περήφανου», κοινού. Και αυτό δεν ισχύει μόνο με την εγχώρια εκδοχή του εθνικισμού, μα με τον εθνικισμό σαν ιδεολογία, σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Οι Αμερικάνοι «πατριώτες» καυχιόνται για τις αξίες του «παλιού καλού καιρού» και των λευκών προτεσταντών που μετοίκισαν από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Οι Γάλλοι σοβινιστές περιφρονούν βαθύτατα όσους δεν είναι σαν αυτούς και δε μοιράζονται τη μοναδική, γαλλική κουλτούρα. Οι Γερμανοί, στα χρόνια του Χίτλερ, μιλούσαν συνέχεια για τις ένδοξες ρίζες της «αρίας φυλής» και τις αξίες των «ανόθευτου γερμανικού πνεύματος», με ιστορία τόσο παλιά όσο η φύση η ίδια και καταγωγή ως τα βάθη της μυθολογίας. Οι Ιρανοί φανατικοί υπεραμύνονται των δικαίων της παράδοσης, της θρησκείας και του φονταμενταλισμού. 

Κάθε χώρα έχει τους «εθνικούς της ήρωες» και κάθε λαός έχει τους «προαιώνιους εχθρούς» του (εκτός από τους λαούς εκείνους που έπιασαν το νόημα – ευτυχώς για μας, υπάρχουν, εδώ και κει, στον ταλαίπωρο αυτόν πλανήτη). Εξάλλου, χωρίς την ύπαρξη ενός εχθρού, πώς να ορίσεις τον εαυτό σου; Ποιος είμαι, αν δεν έχω κάποιον για να αντιστρατεύομαι;






Και ασφαλώς οι εθνικιστές κάθε χώρας μισούν όλοι ο ένας τον άλλον. Μα σα να μην αρκεί το μίσος ανάμεσα στα έθνη, καθώς βλέπετε ξεχειλίζει και χρειάζεται να διοχετευτεί προς πάσα κατεύθυνση, οι εθνικιστές μισούν και όλους εκείνους τους συμπατριώτες τους που μιλούν για ειρήνη, για αλληλεγγύη, για ανθρώπινα δικαιώματα και άλλα τέτοια… ξεπερασμένα. Μίσος αδέρφια, μόνο μίσος! Μίσος για τους ξένους, μίσος για τους αριστερούς, μίσος για τους φιλελεύθερους, μίσος για τους μαύρους, μίσος για τους «προαιώνιους εχθρούς», μίσος για όλους και για όλα. Η μηχανή να είναι καλολαδωμένη μόνο, τα χρήματα να ρέουν στις πολεμικές βιομηχανίες, να εξολοθρεύσουμε τους άθεους κομμουνιστές και δόξα να χει ο θεός. Ναι, ο θεός εκείνος που έλεγε «αγαπάτε αλλήλους» - δόξα να χει.

Ας είναι καλά οι «ένδοξοι πρόγονοι». Τώρα ο Κίτσος, ο Κίτσος που δε γνωρίζει ορθογραφία, δεν έχει ιδέα από τέχνες, ποίηση, ιστορία και λογοτεχνία, ο Κίτσος που δε ξέρει να μιλήσει καν τη γλώσσα του την ίδια και ενδιαφέρεται μόνο για ποδόσφαιρο και σπάσιμο πιάτων στα σκυλάδικα… ο Κίτσος μπορεί να αισθάνεται «περήφανος»! «Έχω ένδοξους προγόνους εγώ!», σου λέει και καμαρώνει. «Κάποτε, ένας τύπος που τον έλεγαν Αισχύλο έγραψε κάποια έργα, και ένας άλλος τύπος που τον έλεγαν Φειδία έπλασε ορισμένα αγάλματα. Και ένας άλλος, κάποιος Σωκράτης, ήπιε κάποτε το κώνειο και δίδασκε την… πως τη λένε – τη διαλεκτική! Ναι λοιπόν, εγώ, ο Κίτσος είμαι απόγονός τους, και γι’ αυτό είμαι περήφανος, είμαι ανώτερος από εσάς όλους! Ο πολιτισμός είναι δικός μου, ανήκει σε μένα και τους ομοεθνείς μου, γιατί εγώ είμαι απόγονος ένδοξων προγόνων!».


Αχ, Κίτσο. Ο πολιτισμός ανήκει στην ανθρωπότητα όλη... όχι σε σένα. Και σε αυτούς που τον παράγουν, επί του παρόντος – όχι πριν δυο χιλιάδες χρόνια.


Picture Source

***


Εκατό και βάλε χρόνια πριν, ένας Έλληνας, και μάλιστα, ένας από τους σημαντικότερους στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας - ο άνθρωπος που συνέβαλε καθοριστικά στην καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας – είχε πει αυτά για το αίσθημα της προγονολατρείας:


"Σαν το παιδί που τη μάννα του δεν μπορεί ναφήσει, γιατί νοιώθει πως είναι αδύνατο ακόμη, έτσι και μεις μόλις έχουμε πόδι να πατήσουμε κατά γης. Άντρες δε γίναμε ακόμη. Έχουμε ανάγκη οι πρόγονοι να μας βαστούν από το χέρι και να μας πηγαίνουν. Όλο προγόνους φωνάζουμε. Έπαινό μας θαρρούμε ίσια ίσια κείνο που δείχνει τη λίγη μας δύναμη. Έθνος αυτεξούσιο δε γίναμε, κ' ίσως δε θα γίνουμε ποτές. Η δόξα μας η παλιά θα καταντήσει ο χαμός μας. Δε μας αφήνει να μεγαλώσουμε, να περπατούμε με τα δικά μας τα ποδάρια, να συλλογιούμαστε με το κεφάλι μας, να βλέπουμε με τα μάτια μας, να μιλούμε δική μας γλώσσα (...). Σ' ένα μόνο δεν τους μιμηθήκαμε: προγόνους εκείνοι δεν είχαν! Εμείς δε θα ταξιωθούμε ποτές και μας μια μέρα προγόνους άλλοι να μας λεν. (...)

Τάλλα τα έθνη, όσο περίφημοι και αν είταν οι πατέρες τους, άφησαν πίσω την παλιά τους ιστορία. Ξανάκαμαν καινούργια, δική τους. Η Ιταλία κ' η Γαλλία ξέχασαν τη Ρώμη και της είπαν: "Όσο μεγάλη είσουν εσύ, τόσο και μεις θα γίνουμε μεγάλοι. Μας φτάνει το δικό μας το μυαλό και το αίμα που πήραμε από σένα.

Βγήκαν τότες από παντού, άπειρα σαν τα λουλούδια που την άνοιξη ορμούν από μέσα από τη γις, βγήκαν έργα κάθε λογής, της τέχνης, των γραμμάτων, της επιστήμης. Βγήκε και μια γλώσσα καινούρια. (...) Η μια σπίθα άναψε την άλλη, διαδώθηκαν ιδέες, τέχνες, επιστήμες, ο καθείς έφερνε το μερτικό του και το δάνειζε ταλλουνού. Έτσι μορφώθηκε μια Ευρώπη και ανάμεσα στους λαούς έπιασε συγκοινωνία διανοητική.

Εμείς πίσω, όλο πίσω! Που η δύστυχη πατρίδα, με των παιδιών της την αμάθεια, την περηφάνεια και την τρέλλα, να μπορέση και κείνη να ζήση το μεγάλο, το χαρούμενο βίο της ξαναγεννημένης Ευρώπης!"


Γιάννης Ψυχάρης.

Από το "Ταξίδι Μου" (εκδ. της Εστίας). Πρώτη έκδοση το 1889.



Γιάννης Ψυχάρης

***


Πολύ καιρό μετά, ένας άλλος διανοητής, αρκετά διαφορετικού ύφους και προσανατολισμού συγκριτικά με τον Ψυχάρη, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, έγραψε τα ακόλουθα:

«Ο ταλαιπωρημένος ανθρωπάκος αρχίζει να νιώθει καλύτερα, καθώς διαπιστώνει πως έχει κάποια σχέση με μυθοποιημένους, σπουδαίους προγόνους. Και όσο πιο άθλιος είναι κανείς, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει από το «προγονικό μεγαλείο», που άλλωστε ανασύρεται από την ιστορική ναφθαλίνη κυρίως κατά τις δύσκολες ιστορικές περιόδους, προκειμένου να δημιουργηθεί από τους δημαγωγούς μια «ανάταση», αναγκαία για έναν ευκολότερο θάνατο στη μάχη».

Από τη «Νεοελληνική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» (εκδ. του Εικοστού Πρώτου).

Ενώ στη «(Μυθ)ιστορία των Βάρβαρων Προγόνων των Σημερινών Ευρωπαίων», ο Ραφαηλίδης συμπληρώνει: «Ουδεμία σημασία έχει πως διαμορφώθηκε η σημερινή λαότητα των Νεοελλήνων και αν οι Νεοέλληνες είναι ή δεν είναι απόγονοι του ενός ή του άλλου. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει στη γη «καθαρός λαός». Άλλωστε, σημασία έχει τι πέρασε και τι κληρονομήθηκε σαν πολιτισμός και σαν ήθος, και όχι το, από φυλετικής απόψεως, «καθαρό» αίμα που υπάρχει στις φλέβες ενός σημερινού λαού. (…). 

Όσοι κατοικούμε σήμερα σε αυτόν τον υπέροχο τόπο, που τον κατάντησαν ρεντίκολο, είμαστε απαξάπαντες Νεοέλληνες, όχι Έλληνες. Ας αφήσουμε τον χαρακτηρισμό του Έλληνα για κείνον τον μεγάλο λαό, αν στ’ αλήθεια τον σεβόμαστε. Άλλωστε, απ’ την στιγμή που δεν τα καταφέραμε να μάθουμε αρχαία ελληνικά και διαβάζουμε τη γλώσσα των Ελλήνων από μεταφράσεις, όπως και κάθε άλλος λαός, χάσαμε και την τελευταία ελπίδα πως θα ήταν δυνατό να αποχτήσουμε μία απ’ ευθείας επαφή με κείνον τον εκπληκτικό πολιτισμό, που ούτε σαν ιστορία δεν τον ξέρουμε καλά καλά, πόσο μάλλον σαν βιωμένη παιδεία. 

Σέβομαι και αγαπώ τόσο πολύ τους αρχαίους Έλληνες, που ούτε καν διανοούμαι πως θα ήταν δυνατό να παραστήσω τον απόγονό τους. Θα το θεωρούσα βλασφημία».


~

* Το κείμενο αναδημοσιευμένο και στο TVXS.


Βασίλης Ραφαηλίδης

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

Γκάντι vs Χίτλερ, σημειώσατε Ένα





Βρισκόμαστε κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20, όταν ο Χίτλερ γράφει το “Mein Kampf”, επαινώντας την «ανωτερότητα της Αρίας Φυλής». Παράλληλα εκφράζει τη βαθιά του περιφρόνηση για τους λαούς του Τρίτου Κόσμου, που αγωνίζονταν επί δεκαετίες για την ανεξαρτησία τους. Η αίσθηση της δύναμης είναι εκείνη που τον προσελκύει, η ιδέα του Μεγάλου Έθνους, της «ανώτερης φυλής» και της Αυτοκρατορίας – οι λαοί του Τρίτου Κόσμου και η προσπάθειά τους να αποτινάξουν τον ζυγό των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής, του προκαλούν μονάχα γέλια. Ας παραθέσουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο, σχετικό με την Ινδία, στο οποίο, μας λέει ο Χίτλερ, θυμάται

«κάποιον Ασιάτη ή άλλον, φακίρη, ή ίσως, κάποιους αληθινούς Ινδούς «αγωνιστές της ελευθερίας» που γύριζαν την Ευρώπη προσπαθώντας να πείσουν, ακόμη και κείνους που έβλεπαν ξεκάθαρα, με την ιδέα πως η Βρετανική Αυτοκρατορία, που τη βάση της αποτελεί η Ινδία, βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ακριβώς στην Ινδία… Οι Ινδοί αντάρτες όμως ποτέ δεν θα το καταφέρουν αυτό… Είναι εντελώς αδύνατο ένας συνασπισμός σακάτηδων να κυριεύσει ένα ισχυρό κράτος. Γνωρίζοντας τη φυλετική τους κατωτερότητα, ποτέ δε θα συνέδεα τη μοίρα του έθνους μου με τη μοίρα των λεγόμενων «καταπιεζόμενων εθνών». 

(από το "Mein Kampf")


Για δες όμως. Οι «σακάτηδες» εκείνοι και ένας ειρηνιστής επαναστάτης, όχι πολλή καιρό μετά, κατόρθωσαν να γκρεμίσουν την αυτοκρατορία από το βάθρο της, αποκτώντας την ανεξαρτησία τους και συνιστώντας πρότυπο για πλήθος λαών που θα εμπνέονταν από το παράδειγμά τους. Κάπως έτσι διαψεύστηκε πανηγυρικά η πάνω πρόβλεψη του Χίτλερ… Είχαν, βλέπετε, τον τρόπο τους. 

Γκάντι vs Χίτλερ, σημειώσατε Ένα.


«Κάθε φορά που απελπίζομαι, θυμάμαι πως ο δρόμος της αλήθειας και της αγάπης πάντα επικρατούσε. Μπορεί να είναι τύρρανοι και δολοφόνοι, και μπορεί για κάποιο διάστημα να φαίνονται ακατάβλητοι, μα στο τέλος πάντα πέφτουν. Σκέψου το. Πάντα».

Μαχάτμα Γκάντι





Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Το Λουλούδι και η Κοπέλα


picture source


Σάββατο βράδυ στο τρένο, καθόταν απέναντι μου μια κοπέλα που κρατούσε ένα λουλούδι. Ήταν ίσως το κλίμα μιας ευχάριστης βραδιάς, ή μια γενικότερη διάθεση ευφορίας από την πλευρά μου, μα μου άρεσε πολύ αυτό που είδα. Η κοπέλα ήταν καλή – μα ήταν το λουλούδι εκείνο που την ομόρφαινε ακόμα περισσότερο. Αν κρατούσε ένα ολόκληρο μπουκέτο δε θα ήταν το ίδιο – περισσότερο θα σου τράβαγε το βλέμμα το πλήθος των λουλουδιών, παρά η κοπέλα. Μα το ένα και μοναδικό λουλούδι – εκείνο έκανε τη διαφορά.

«Ποια ιστορία να κουβαλάει άραγε;», σκέφτηκα. Ίσως να είχε βγει με το αγόρι της και να της το έδωσε – προφανώς μια σχέση που βρίσκεται στην πρώιμη, θερμότερη της φάση, καθώς μετά από χρόνια ποιος δίνει λουλούδια – σπάνιο. Πιθανό όμως να της το έδωσε κάποιος θαυμαστής, από εκείνους τους ρομαντικούς που σπιθοβολούν τα μάτια τους και μικρότερες ή μεγαλύτερες προσδοκίες σιγοκαίουν, σα φωτιά, τρώγοντας τους σα το κούτσουρο. Το λουλούδι αυτό μπορεί να συνιστά την πράξη ενός ερωτευμένου, ενός απογοητευμένου, κάποιου επίδοξου ή παρόντος εραστή, ή ενδεχομένως και ενός φίλου – η έννοια «φίλος» πάντα με το αναγκαίο ερωτηματικό δίπλα.

Βέβαια υπάρχει και η πεζή ερμηνεία. Μπορεί να πέρασε απλά ένας πλανόδιος από το τραπέζι που καθόταν και να της το έδωσε, επαινώντας τη για την ομορφιά της και άλλα τέτοια, λιγότερο ή περισσότερο γραφικά (μα ποια γυναίκα δε θέλει να ακούει πως είναι όμορφη, ακόμα και αν προέρχεται από έναν πλανόδιο πωλητή).


***


Έχω ακούσει γυναίκες να μου λένε πόσο τις συγκινούν πράξεις σαν αυτές, μα και το αντίθετο. Γυναίκες να λένε πόσο χαζές τις θεωρούν, πως αυτού του τύπου ο ρομαντισμός δεν έχει κανένα νόημα απολύτως. Δε βγάζεις άκρη. Ας ερχόταν στις δεύτερες ο άντρας που πάντα επιθυμούσαν, να τους παραχωρήσει ένα λουλούδι, και θα έλιωναν σα παγωτό στον ήλιο. Και ας ερχόταν στις πρώτες ένας αδιάφορος τύπος που τους κολλάει σα τσιμπούρι και μοιράζει λουλούδια εδώ κι εκεί, γιατί δε ξέρει τι καλύτερο να κάνει, και πιθανό να έμεναν παγερά αδιάφορες. Ορισμένες φορές δεν κάνει η πράξη τον άνθρωπο – μα ο άνθρωπος την πράξη.

Υπάρχει μια διαδεδομένη ερμηνεία εκείνου που λέμε «ρομαντισμός» από πλήθος κόσμου. Ρομαντισμός γι’ αυτούς είναι βόλτες στην ακρογιαλιά ενώ δύει ο ήλιος, απαγγελία ποιημάτων υπό τον ήχο της βροχής και ανταλλαγή γλυκανάλατων κουβέντων. Ένας ρομαντισμός όπως αυτός φαντάζει υπερβολικά μαλθακός για εκείνους που η καρδιά τους πάλλεται σε ξέφρενους ρυθμούς, που ξεχειλίζουν ενέργεια και γυρεύουν ανθρώπους ικανούς να τους εμπνεύσουν, να τους αφυπνίσουν – όχι να τους νανουρίζουν. Γυρεύουν βράχους, όχι χόρτα.


***


Μα ο αληθινός ρομαντισμός ποτέ δεν ήταν τέτοιος. Ο γνήσιος ρομαντικός ήταν πάντα, κατά βάθος, ένας εξεγερμένος. Τα συναισθήματα μέσα του δεν είναι μια γαλήνια θάλασσα στο ηλιοβασίλεμα, μα φουρτούνα, καταρράκτης. Η πράξη του ποτέ δεν είναι τυπική. Είναι η φύση εκείνη που μιλάει μέσα του, η απλότητά της. Αν μάθαινε πως οι πάντες δίνουνε λουλούδια, εκείνος δε θα το κανε. Αν μάθαινε πως οι πάντες πολιορκούν με δώρα και ποιήματα εκείνη που γουστάρει, θα της έδινε να καταλάβει πως δεν είναι σαν τους άλλους. Η πράξη του συμβολίζει την ιδιαίτερη ατομικότητα του – σα να λέει «είμαι ξεχωριστός, όπως είσαι και συ το ίδιο για μένα». Και στο τέλος θα απέμεινε η δική της κρίση – το ναι ή το όχι.

Γιατί, ό,τι και να λέμε, η γυναίκα στον τομέα του έρωτα (μα όχι μόνο) υπήρξε πάντα το ισχυρό φύλο. Και αν ορισμένες αισθάνονται ανίσχυρες, είναι επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ακόμα τη δύναμη που έχουν.


Ναι. Μου άρεσε το λουλούδι αυτό που είδα να κρατάει αυτή η κοπέλα, στο τρένο. Μου άρεσε γιατί κάποιος της το είχε δώσει. Μου άρεσε γιατί συμβολίζει μια πράξη φυσική, σε έναν κόσμο υπερβολικά ξενέρωτο και δήθεν. Αυτό το ένα, το απλό λουλούδι, περισσότερο από οποιοδήποτε δώρο, που θα μπορούσε κάποιος να της είχε χαρίσει, περισσότερο από κάθε κόσμημα. Αυτό το λουλούδι, ανεξάρτητα της πηγής προέλευσης του, ανεξάρτητα του ποιος το είχε δώσει. Αυτό το λουλούδι την ομόρφαινε.



picture source

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το ταξίδι της γνώσης


Artwork by Henryca Citra, Indonesia


Στην έκτη είχα έναν δάσκαλο που έβρισκε πάντα χρόνο, μεταξύ των μαθημάτων, να μας μιλήσει για λογοτεχνία και ειδικά τον αγαπημένο του, Νίκο Καζαντζάκη. «Να διαβάζετε Καζαντζάκη όταν μεγαλώσετε, έχετε τόσα να μάθετε», μας έλεγε και συνέχιζε έπειτα παραδίδοντας μαθηματικές ασκήσεις, γραμματική, ιστορία και οτιδήποτε άλλο κάνουν όλοι οι δάσκαλοι του κόσμου. Μας είχε μάλιστα αναθέσει να διαβάσουμε τα «Παλάτια της Κνωσού», το οποίο υπήρξε και η πρώτη μου επαφή με το έργο του Κρητικού συγγραφέα. Ακόμα θυμάμαι να ταξιδεύω στις πολυδαίδαλες μινωικές στοές, παρέα με τους χαρακτήρες του βιβλίου, να περιπλανιέμαι μαζί με τον Θησέα και να προσπαθώ, με την παιδική μου φαντασία, να ξεπλέξω τον μίτο της Αριάδνης.

Τόσα και τόσα πράγματα διδαχτήκαμε στα χρόνια του σχολείου, μα τόσο λίγα μου άφησε σα γνώσεις! Μαθήματα που διαβάζαμε ίσα για να δώσουμε εξετάσεις και να πάρουμε έναν βαθμό. Δυο μήνες μετά και τα πάντα είχαν, ως δια μαγείας, ξεχαστεί. Εργαλειακή αντίληψη της γνώσης, που εκτραχύνθηκε στο Γυμνάσιο, εκτροχιάστηκε στο Λύκειο και, έπειτα, στο Πανεπιστήμιο… ε, εκεί ήταν θέμα τύχης πλέον που θα πήγαινε το τρένο σου. Θέμα τύχης και ορισμένων επιλογών.

Μα το βιβλίο εκείνο που μας πρότεινε ο δάσκαλος στην έκτη… το βιβλίο αυτό, από όλες τις ατελείωτες πληροφορίες των σχολικών χρόνων, ήταν κάτι που δεν ξέχασα. Γιατί ο δάσκαλος γνώριζε πως, την ώρα που σταματάει η καταναγκαστική παράδοση, τη στιγμή που γκρεμίζονται τα τείχη... Τότε είναι καιρός να ξεκινήσει το ταξίδι. Και η γλώσσα του αποκτούσε άλλο τόνο όταν μας αφηγούνταν ιστορίες πέρα από τα πλαίσια του προδιαμορφωμένου σχολικού προγράμματος. Σα να γινόταν περισσότερο ζεστή και ανθρώπινη. 

Κάποτε, θυμάμαι, μας είχε πει να κλείσουμε όλοι τα μάτια μας και να φανταστούμε πως βρισκόμαστε κάπου αλλού. Μας ρώτησε έναν-έναν, που νομίζουμε πως είμαστε. Θα έλεγε κανείς πως ήταν ένα διαφορετικού είδους τεστ, από κείνα που δε θα δεις να παίρνουν βαθμό στον έλεγχο.

Ήταν ένα τεστ για τη φαντασία μας.



art by Marc Chagall


Γιατί ένας από τους τομείς που πάσχει βαθιά η παιδεία και το εκπαιδευτικό μας σύστημα (και αυτοί οι τομείς, δυστυχώς, είναι πολλοί) δεν είναι άλλος από την συστηματική κατακρεούργηση της φαντασίας. Τον περιορισμό της εντός ασφυκτικών, καλά τετραγωνισμένων πλαισίων, την υποταγή της σε κανόνες, μέτρα και σταθμά, την αποστήθιση και απομνημόνευση ατελείωτων πληροφοριών χωρίς ουσία. Και να πως το μαγικό ταξίδι της γνώσης μετουσιώνεται σταδιακά σε μια κακογραμμένη, άχρωμη εγκυκλοπαίδεια, η εγκυκλοπαίδεια σ’ ένα γκρίζο σχολικό βοήθημα και το σχολικό βοήθημα σε σκονάκι, προκειμένου ν’αποκτήσεις έναν βαθμό και να τελειώνεις με τα ηλίθια τα βιβλία μια ώρα αρχύτερα.

Πώς να αγαπήσεις το διάβασμα μετά; Πώς να ενδιαφερθείς για γνώση; Όχι… Θα γίνεις ένας ακόμα από όλους εκείνους, που λίγα μόλις χρόνια μετά το σχολείο έχουν πια αποκτήσει την «κοσμοθεωρία» τους (όσοι έχουν) και νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Γιατί είναι ο περιορισμός της φαντασίας εκείνος που καλλιεργεί τον δογματισμό. Ο δογματικός, πάνω απ’ όλα, είναι ένας άνθρωπος που δε φαντάζεται. Η γνώση γι’ αυτόν σημαίνει επανάληψη εκείνου, που, ασυναίσθητα, του άφησαν τα χρόνια του σχολείου: συλλογή πληροφοριών, εδώ κι εκεί, βολική ένταξη τους σ’ ένα καλώς ορισμένο, τετραγωνισμένο πλαίσιο, και αντιμετώπιση των πάντων, έπειτα, υπό αυτό το πρίσμα.



Art by Wasilly Kandinsky


Με ενοχλούν οι δογματικοί, γιατί είναι υπερβολικά τετράγωνοι. Και μια ζωή προσπαθούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο. Να σε πείσουν για την ορθότητα του δόγματος τους.

Μα και το αντίθετό τους, εκείνοι που δεν αναπτύσσουν ποτέ καμία άποψη, που άγονται και φέρονται όπως το φτερό στον άνεμο, αναπαράγοντας τις αντιλήψεις των γύρω τους... Όχι, δεν είναι αυτό το ταξίδι της γνώσης – αυτό δεν είναι καν η αφετηρία. Μαθαίνω δε σημαίνει αφήνομαι στον άνεμο, να με πάει όπου θέλει.

Από τη μία οι δογματικοί – τα βαριά και ασήκωτα θωρηκτά. Και από την άλλοι οι ελαφριές σαν πούπουλα βάρκες. Πώς να ταξιδέψεις έτσι;

Γι’ αυτό δε θα ξεχάσω τον δάσκαλο μου εκείνον, της έκτης, και την αγάπη που είχε για τον Καζαντζάκη. Γιατί ήξερε πως γνώση σημαίνει εξερεύνηση. Σημαίνει ταξίδι. Όχι πάντα ευχάριστο, κάποιες φορές κακοτράχαλο, μα ταξίδι όσο να ναι. Σημαίνει ξεπέρασμα του τετραγώνου, μετατροπή του σε κύκλο, στρογγυλός όπως η γη, όπως ο κόσμος όλος, χωρίς αρχή και τέλος. Και το όχημα σου για το ταξίδι αυτό – το βασικότερο εργαλείο που χρειάζεσαι, δεν είναι άλλο από τη φαντασία. Γιατί έτσι μπορείς και βλέπεις τον κόσμο απ’ την αρχή ξανά – Έτσι μπορείς να τον μετασχηματίζεις, σαν παιδί.


«Η φαντασία είναι σημαντικότερη απ’ τη γνώση»… όπως έλεγε και ο γερο-Άινσταϊν.



"Imagination", art by Victor Bregeda

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Τολστόι και Πατριωτισμός


Πορτραίτο του Τολστόι, από τον Leonid Osipovich Pasternak (1908)


Καθώς σήμερα είναι η επέτειος της γέννησης του Τολστόι, σκέφτηκα να παραθέσω ορισμένες σκέψεις του πάνω στο φαινόμενο του "πατριωτισμού".

Ο Τολστόι δεν ανέπτυξε τις απόψεις του από τη μια στιγμή στην άλλη. Έζησε μια μακρά ζωή, στο μεταίχμιο δύο αιώνων, βίωσε την εποχή της βιομηχανικής ανάπτυξης, έζησε σα στρατιώτης και σαν αριστοκράτης, διέγνωσε το αδιέξοδο του κοινωνικο-οικονομικού οικοδομήματος της εποχής του και παρατήρησε με ανησυχία τα γκρίζα σύννεφα που μαζεύονταν πάνω από τους ουρανούς των κρατών, εκεί, στις αρχές του 20ου αιώνα. Σύννεφα γεμισμένα με βροχή πολέμου.


***


Ο Τολστόι έβλεπε πως τα μίση ανάμεσα στα έθνη υποκινούνται από οικονομικούς μηχανισμούς και εξυπηρετούν πάντα τα συμφέροντα των ισχυρών. Μα αν το χέρι που τρέφει τη φλόγα του πολέμου φέρει οικονομικές ρίζες, η φωτιά που φλογίζει τους πολεμόχαρους λαούς, λέγεται "πατριωτισμός".

"Ο πατριωτισμός, στην απλούστερη, γνησιότερη και περισσότερο αδιαμφισβήτητη μορφή του, δεν είναι τίποτα περισσότερο για τους κυβερνώντες, παρά ένα μέσο προκειμένου να φέρουν σε πέρας τις φιλοδοξίες και τα συμφέροντα τους. Για τους κυβερνώμενους δε, συνιστά αποποίηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της νοημοσύνης, του αισθήματος συνείδησης, καθώς και μια δουλοπρεπής υποταγή στους ηγεμόνες. Όπου και αν υπεραμύνεται ο πατριωτισμός, κηρύσσεται αναπόφευκτα σε αυτή τη μορφή. Ο πατριωτισμός είναι σκλαβιά".

~ The Open Court, Jul. 16, 1896


***


Σε ένα γράμμα του ξεκαθαρίζει τι εννοεί λέγοντας "πατριωτισμό":

"Λέγοντας “πατριωτισμό” εννοείται, όχι απλά η αυθόρμητη, γνήσια αγάπη ενός ανθρώπου για το έθνος του, μα και η τοποθέτηση του συγκεκριμένου έθνους πάνω από τα υπόλοιπα, καθώς και η πίστη πως μια τέτοια αγάπη και προτίμηση είναι καλές και χρήσιμες".

~ Γράμμα σε έναν Πολωνό δημοσιογράφο. Σεπτ. 1895

Με άλλα λόγια, ο Τολστόι δεν αναφέρεται στο απλό αίσθημα ενός ανθρώπου για τον τόπο που γεννήθηκε... Ένα αίσθημα, το οποίο, σε τελική ανάλυση, τρέφουν αρκετοί από τους ήρωες των ξακουστών μυθιστορημάτων του... Μα σε εκείνο το μόρφωμα που αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και εκτινάχτηκε στο πρώτο μισό του 20ου: Στη μισαλλοδοξία του έθνους, τον φανατισμό, την αίσθηση πως υπάρχουν ανώτεροι και κατώτεροι λαοί, τη θέληση εξάλειψης του διαφορετικού, μια ιδεοληψία που τρέφεται με μίσος και γνώρισε το αποκορύφωμα της με το φαινόμενο του ναζισμού ("Εθνικός Σοσιαλισμός", όπως ονομαζόταν "επίσημα" από τον Χίτλερ).

Φαινόμενο που αναβιώνει στην εποχή της σύγχρονης κρίσης, με την έξαρση του εθνικισμού - και αυτό δεν ισχύει στη χώρα μας μόνο, μα σε πλήθος κοινωνιών δυτικού τύπου.




art by Ilya Repin


Περί ορολογίας: Είναι φανερό πως ο "πατριωτισμός", όπως τον εννοεί ο Τολστόι, αφορά τον "εθνικισμό", όπως τον εννοούμε σήμερα - "η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους, η οποία φτάνει ως την περιφρόνηση και την εχθρότητα προς άλλα έθνη (πρβ. σοβινισμός)" - αυτή είναι η ερμηνεία του "εθνικισμού" στο νεοελληνικό Λεξικό και αποτελεί τον βασικό άξονα πάνω στον οποίο οι κοινωνιολόγοι σήμερα διαχωρίζουν τις έννοιες του "εθνικισμού" από τη μία και του "πατριωτισμού" ή "εθνισμού" από την άλλη. Ενώ ο δεύτερος αφορά την αγάπη ενός ατόμου προς την πατρίδα του, χωρίς αναφορά σε τρίτους, ο πρώτος είναι επιθετικός και εχθρικός απέναντι στα άλλα έθνη - τα οποία φτάνει να θεωρεί υποδεέστερα.

Αυτή ακριβώς η επιθετικότητα υπήρξε η διάκριση που είχε κατά νου ο Τολστόι - μα στην εποχή του ο όρος "εθνικισμός" δε χρησιμοποιείτο όπως σήμερα, επομένως καταφεύγει στο αίσθημα εκείνο που τόσοι έχουν, κατά καιρούς, επικαλεστεί: τον πατριωτισμό. Ένα αίσθημα το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, γίνεται η φωτιά που τρέφει την εστία του σοβινιστικού φανατισμού και της εθνικιστικής έξαρσης - διαιωνίζοντας τα μίση ανάμεσα στους λαούς.


***


Κλείνω με ένα ακόμα απόσπασμα, του ανθρώπου που ο Μαχάτμα Γκάντι αποκάλεσε "τον μεγαλύτερο απόστολο της μη-βίας της εποχής μας".

"Στις μέρες μας το αίσθημα του πατριωτισμού είναι ένα αφύσικο, ανορθολογικό και βλαβερό αίσθημα, και αίτιο μεγάλου μέρους των κακών από τα οποία υποφέρει η ανθρωπότητα. Συνεπώς το αίσθημα αυτό δε θα έπρεπε να καλλιεργείται, όπως γίνεται σήμερα, μα αντίθετα, να περιορίζεται με κάθε τρόπο που είναι δυνατός σε ορθολογικούς ανθρώπους".

~ Λέων Τολστόι, "Γράμματα και Δοκίμια"




Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Μήτσος και η Κική έβλεπαν Τιβί





Ο Μήτσος και η Κική έβλεπαν Τιβί.


«Δες χάλι, δες κακό, τι αίσχος είναι αυτό;», έκανε ο Μήτσος, κρατώντας το κοντρόλ.

«Παιδιά σκοτώθηκαν σε μάχη χθες, σε πόλεμο, στης ερήμου τη μεριά», είπε η Κική. «Αλήθεια, μεγάλη συμφορά!»

«Δες εδώ, κόσμος άνεργος, κόσμος δουλειά αποζητά, μα εκείνοι το νου τους στον πλούτο, στα λεφτά».

«Πωπω! Βόμβα, λέει, εξερράγη, εκατοντάδες οι νεκροί! Δες πως τρώγονται, μεταξύ τους, οι πολιτικοί».

«Άνθρωπος ξυλοκοπήθηκε, γιατί είχε άλλο χρώμα. Φασίστες στρατιωτικά βαδίζουν, σε ματωμένο χώμα».

«Νέοι διαδήλωσαν για καλύτερη παιδεία, δες, τους κατέστειλε η αστυνομία».

«Συνταξιούχος αποζητά τα φάρμακα του, υπάλληλος χάνει τη δουλειά του».

«Σκάνδαλο εκατομμυρίων, επιχειρηματίας με φανταχτερές γραβάτες, πολυεθνικές με ξεχειλίζοντα ταμεία και αναλώσιμους εργάτες».

«Είδηση για του Ομπάμα το κανίς, τον σκύλαρο του Πούτιν, να κάτι μ’ ενδιαφέρον».

«Δες εδώ, γνωστής τραγουδίστριας το βρακί στο τραπέζι απάνω εφάνη, την ώρα που ανέβηκε το κέφι της να κάνει».

«Διακοπή πάνω στο καλύτερο. Έκτακτη είδηση. Νέα βόμβα εξερράγη. Πάρε μάτι τα συντρίμμια».

«Δακρυγόνα στη διαδήλωση, κοίτα δω καπνός, άνθρωποι σκορπίσαν σα λαβωμέν' αγρίμια».

«Δημοσιογράφοι στα παράθυρα, παπαγάλοι στα κλουβιά τους… μα την αλήθεια βρε Κική, με κούρασαν τα πρόσωπα τους».

«Αχ, Μήτσο μου, τι πόνος, τι στενοχώρια είναι αυτή. Πρέπει κάτι να κάνουμε, να γίνουμ' ενεργητικοί».

«Συμφωνώ Κική μου, συμφωνώ. Χρειάζεται ο κόσμος πια ν’ αλλάξει, τα ίδια να μη κάνουμε ξανά. Να πάρουμ’ αποφάσεις, τον εαυτό μας να ορίσουμε αλλιώς - όπως έλεγε κείνος ο σοφός».

«Μήτσο μου, πόσο σωστά μιλάς, αλήθεια, λόγια ενός σοφού! Μα πες μου, έχεις κάτι κατά νου;»

«Ασφαλώς Κική μου, ασφαλώς. Δες εδώ, τώρα, πως θα κινηθώ, απ’ τα χέρια μου πως ξεπηδά το μαγικό».


Και ο Μήτσος, ηρωικά πατώντας το κουμπί πάνω στο κοντρόλ, άλλαξε κανάλι.



Ο Μήτσος και η Κική, έβλεπαν Τιβί…




Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Της Νύχτας





Ήθελα να γράψω κάτι, μα ήλπιζα να επέστρεφα νωρίς... Τώρα είναι αργά. Αργά για κείμενα. Αργά για σκέψη. Η αυριανή μέρα αδημονεί, οι υποχρεώσεις της το ίδιο. Το ρολόι μας κοιτάζει και το βλέμμα του προκλητικό, ενοχλητικό. Χαμογελάει με νόημα: "Εμπρός, κάνε με πέρα αν μπορείς. Αγνόησε με. Πράξε σα να μην υπάρχω". Κι έπειτα αρχίζει πάλι να χτυπάει, τάκα-τούκα, και συ απορείς πως ένα τόσο μικρό πράγμα ασκεί τόσο μεγάλο έλεγχο πάνω σου.

Η μέρα στέκεται επίμονα στ' ακροδάχτυλα της νύχτας. Και εμείς την παρατηρούμε από μακριά, γοργόνα καταμεσής ενός νησιού, την κοιτάζουμε και λέμε: "Περίμενε λίγο - όχι ακόμα. Όχι ακόμα...". Και εκείνη αποκαλύπτεται σταδιακά, το νησί γίνεται ήπειρος, γίνεται χώρα, και μεις θέλουμε να κλείσουμε τα μάτια, να φράξουμε τ' αυτιά, να μην ακούμε το τραγούδι που φωνάζει "τάκα-τούκα"... Να μην ακούμε το ρολόι.

Γιατί η νύχτα είναι ομορφότερη όταν η μέρα απλά απέχει - και μαζί με αυτήν οι υποχρεώσεις της. Κανένας ήχος, μόνο ο ήχος των βημάτων σου στον δρόμο. Δες, περπατάς σε ένα μέρος που άλλες ώρες σφύζει από κόσμο, μα τώρα είναι άδειο... Ή πιο σωστά, τώρα ζει, ζει πραγματικά, μα με έναν τρόπο που δε θα καταλάβαινες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Κάθε μικροσκοπικός ήχος, μια σκιά, ένα θρόισμα, κάποιο ζωύφιο, μια γάτα που τρέχει. Όλα αποκτούν ένα διαφορετικό νόημα τη νύχτα. Και οι σκέψεις σου, δες πόσο ζωντανές είναι, πως αναπνέουν, πως τραγουδούν, τώρα που αισθάνονται ελεύθερες! 

Και συ βαδίζεις, όχι από το μέρος Α προς το μέρος Β, τόξο με σκοπό προδιεγραμμένο, καλοκουρδισμένο αυτόματο, ο άνθρωπος που πάει στη δουλειά-που πάει σπίτι-που πάει στη δουλειά... Μα βαδίζεις χωρίς σκοπό, χωρίς προορισμό, απλά γιατί το απολαμβάνεις!

Και αυτή την ώρα, την ώρα που ο κόσμος αφήνεται στην αγκαλιά του ύπνου, παραδίδεται στο τραγούδι της γοργόνας... Εσύ ξαγρυπνάς και ο κόσμος όλος σου ανήκει! Για λίγο μόνο έχεις ξεφύγει από την παραγωγική νοοτροπία, από την καλολαδωμένη μηχανή, από το αδιάκριτο βλέμμα του ήλιου και του πλήθους...

Αυτή είναι η ομορφιά της νύχτας. Γι' αυτό την αγαπάς. Όπως είχε πει ο Milton στον "Χαμένο Παράδεισο"... “What hath night to do with sleep?"


Τελικά ποτέ δεν είναι αργά.







You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...