Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές για το νέο χρόνο






"Εύχομαι στο νέο χρόνο που έρχεται να κάνεις λάθη. Γιατί αν κάνεις λάθη, τότε κάνεις καινούργια πράγματα, προσπαθείς καινούργια πράγματα, μαθαίνεις, ζεις, σπρώχνεις τον εαυτό σου, αλλάζεις τον κόσμο σου. Κάνεις πράγματα που δεν έκανες ξανά, μα πιο σημαντικό όλων - κάνεις κάτι".


Neil Gaiman

***


Έτσι, με αυτή την ενδιαφέρουσα κουβέντα του Νιλ Γκέιμαν σκέφτηκα να αποχαιρετήσω μαζί σας το νέο χρόνο και να καλωσορίσω τον καινούργιο.

Δεν ξέρω αν είναι πάντα καλό να κάνουμε λάθη - πόσο μάλλον να τα επαναλαμβάνουμε. Ξέρω όμως πως χωρίς αυτά δεν γίνεται να μάθουμε ποτέ. Χωρίς τα λάθη δεν προχωρούμε, παρά μένουμε συνέχεια στάσιμοι. Και το ζητούμενο είναι να κάνουμε ένα βήμα προς τα μπρος. Αν το κάνουμε δίχως λάθη, τόσο το καλύτερο βέβαια... μα η προοπτική του λάθους δεν θα έπρεπε να μας φοβίσει απ' το να προχωρήσουμε. Ο φόβος ποτέ δεν είναι καλός οδηγός.

Νομίζω λοιπόν πως συμφωνώ με τον αγαπητό κύριο Γκέιμαν.

Καλή χρονιά να ευχηθώ σε όλους, παιδιά. Ας είναι το 2016 λίγο καλύτερο από το 15 - σε όποιο επίπεδο επιθυμούμε. Αν εξαρτάται από μας, ας κάνουμε μια μικρή προσπάθεια γι' αυτό. Και αν δεν εξαρτάται... ε, ας μας χαμογελάσει λίγο περισσότερο η τύχη - αρκεί να μη βασιζόμαστε μονάχα πάνω της, γιατί ως γνωστόν έχει τα μάτια της κλειστά.

Συνήθως τέτοιες μέρες σκεφτόμαστε όλα εκείνα που θέλουμε να αλλάξουμε... μα εγώ θα έλεγα να σκεφτούμε και αυτά που θέλουμε να μείνουν ίδια. Που ήδη διαθέτουμε και χρειάζεται να εκτιμήσουμε - γιατί μερικές φορές δεν εκτιμούμε όσο έπρεπε εκείνα που διαθέτουμε.

Όσο αφορά εμάς εδώ, στη σελίδα... πιστεύω πως θα πούμε πολλά όμορφα πράγματα μέσα στο 2016. Ίσως να μη τα λέμε συνεχώς ή κάθε μέρα (ο χρόνος δεν επαρκεί γι' αυτό, αλίμονο!)... μα να είστε βέβαιοι πως όποτε αυτό το Λαγούμι ανοίγει τις πόρτες του στον κόσμο, θα φοράει πάντα τα καλά του. H ποσότητα και η ποιότητα είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα - συχνά μάλιστα βρίσκονται σε αντίθεση η μία με την άλλη.



Να είστε καλά, φίλοι μου! Καλή χρονιά σε όλους!!!




Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς





Σύμφωνα με μια διαδεδομένη αφήγηση της εποχής, ήταν 1870 όταν μια νεαρή κοπέλα κάπου στους δρόμους του Λονδίνου πληροφορήθηκε το θάνατο του συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε και αναφώνησε μεμιάς: «Ο Ντίκενς νεκρός; Αυτό σημαίνει δηλαδή πως θα πεθάνει και ο Άι Βασίλης;»

Γιατί, βλέπετε, ο Κάρολος Ντίκενς υπήρξε κάτι εφάμιλλο του Άι Βασίλη στις συνειδήσεις πλήθους κόσμου τον καιρό εκείνο. Ήταν εκείνος που με τη δύναμη της πένας και το εύρος της φαντασίας του έφτασε να ανασύρει από την απύθμενη φωλιά του χρόνου το πνεύμα των Χριστουγέννων· να φυσήξει τους ιστούς απ’ τις καταχωνιασμένες ευχετήριες κάρτες και να ανορθώσει στη βάση του, πλάι στο αναμμένο και πλουμισμένο με ροδοκόκκινες γιρλάντες τζάκι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο· εκείνος που έκανε ν’ αντηχήσει ζωηρότερα από ποτέ το κρυστάλλινο, διαυγές τραγούδι απ’ τα Κάλαντα· εκείνος που διακόσμησε το αιώνιο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της φαντασίας μας, ξέχειλο λαχταριστά φαγητά και μυρωδικά ποτά· εκείνος που έθεσε την οικογενειακή θαλπωρή και τη ζεστασιά των φίλων στο επίκεντρο της σκέψης του· εκείνος που τόνισε όσο κανένας άλλος πως τα Χριστούγεννα συνιστούν πρωτίστως μια γιορτή κοινωνικής συνείδησης και ανθρωπιάς, σ’ έναν κόσμο συχνά απάνθρωπο.

Θα περιγράψω μια σκηνή και θέλω να προσπαθήσετε να τη φέρετε στο νου σας. Είναι νύχτα· ο αέρας λυσσομανά και το κρύο θερίζει· οι χιονισμένοι δρόμοι της πόλης βουλιάζουν στην ομίχλη, σαν να βυθίζονται σε κάποιο όνειρο. Μα στο μικρό διαμέρισμα βασιλεύει φως· τα αναμμένα κεριά κάνουν τη νύχτα μέρα· η φωτιά τριζοβολά χαρούμενη στο τζάκι, ξεπετώντας σπίθες στα καψαλισμένα κούτσουρα· το γκι – γνωστό στη χώρα μας και ως Ιξός – περιφέρεται παιχνιδιάρικα στο χώρο, φιδογυρίζοντας μέσα από στολισμένα έπιπλα και διακοσμημένους με στεφάνια τοίχους. Και οι φίλοι κάθονται γύρω απ’ το τραπέζι, πλάι στην εστία. Τρώνε και μιλάνε και γελάνε. Έξω κάνει κρύο, μα εκείνοι γιορτάζουν την ανάσταση του φωτός στο καταχείμωνο. Και οι ευχές τους είναι αληθινές, οι καρδιές τους γνήσιες. Και η πόρτα τους είναι πάντα ανοιχτή, το σπίτι τους φιλόξενο για κάθε έναν που έχει ανάγκη. Και το τραγούδι αντηχεί κρυστάλλινο· και τα τσουγκρίσματα θυμίζουν κουδούνισμα κάποιας χαρμόσυνης καμπάνας· και νιώθεις πως ακούς το έλκηθρο να αρμενίζει στην παγωμένη θάλασσα του ουρανού, σκορπώντας γύρω του αστέρια.






Δεν ήταν δύσκολο να φανταστείτε την ζεστή αυτή σκηνή – είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Υπάρχει, βλέπετε, μέσα στον καθένα από μας, σαν κατάλοιπο κάποιας μακρινής συλλογικής ανάμνησης. Πρόκειται για την αρχέτυπη χριστουγεννιάτικη σκηνή – εκείνη που έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε από τα παιδικά μας κιόλας χρόνια. Εκείνη που περιγράφουν τα τραγούδια, οι κάρτες, οι ζωγραφιές και οι ταινίες.

Μα πριν 200 χρόνια η σκηνή αυτή δεν ήταν καθόλου δεδομένη. Τα Χριστούγεννα, ως παράδοση, ως θεσμός, μα πάνω απ’ όλα ως εικόνα (όπως εκείνη που σας περιέγραψα) είχαν εξασθενήσει. Οι χιονισμένοι δρόμοι, τα Κάλαντα, τα στολισμένα αστικά διαμερίσματα, η σύναξη γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι, το χριστουγεννιάτικο δέντρο... τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δεδομένο. Χρειάστηκε η φαντασία ενός νεαρού συγγραφέα για να τα δημιουργήσει, ξανά απ’ την αρχή. Ήταν Δεκέμβρης του 1843 όταν ο Κάρολος Ντίκενς έγραψε τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» - και τα Χριστούγεννα ποτέ δεν θα ήταν ίδια ξανά.

Η τεράστια απήχηση της ιστορίας και η εμβληματική φιγούρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ έμελλε να μεταμορφώσουν τον τρόπο που έβλεπε ο κόσμος τη γιορτή των Χριστουγέννων. Δεν επρόκειτο απλά για μια επιστροφή στις παραδόσεις ή μια καταφυγή στις ρίζες – μα για μια νέα κοινωνική θεώρηση, βαθιά μαχητική και ριζοσπαστική στο πνεύμα της. Ποτέ άλλοτε ως τότε δεν είχε ενταχτεί η παραδοσιακή (και μισοξεχασμένη) αυτή γιορτή στο σύχρονο πλαίσιο της αστικής μεγαλούπολης – ένα πλαίσιο ξέχειλο αδικία, φτώχεια και εκμετάλλευση. Ποτέ δεν είχε αντιμετωπιστεί ως εφαλτήριο μιας ριζικής αναθεώρησης και μεταμόρφωσης του κόσμου, ξεκινώντας από την ανασύσταση της χαμένης ανθρωπιάς μας.

Δεν ήταν μια καινούργια (ή παλιά) θρησκεία, ούτε κάποιος ιερωμένος. Δεν ήταν κάποιο πολιτικό μανιφέστο, ούτε κάποια απαρχαιωμένη καταφυγή στις παραδόσεις. Όχι – ήταν ένας συγγραφέας, με μοναδικό όπλο τη φαντασία και τη γλώσσα του. Λένε πως ακόμα και η φράση “Merry Christmas” καθιερώθηκε στην Αγγλία μετά την επιτυχία του βιβλίου του. Λένε πως η επίδραση του έργου του ήταν τόσο μεγάλη, που ο κόσμος έφτασε να ζει τα Χριστούγεννα όπως ακριβώς τα είχε περιγράψει στις σελίδες του – και να νομίζει πως ήταν πάντα έτσι.

Ήταν ο συγγραφέας στον οποίο χρωστά τα περισσότερα το ταλαίπωρο πνεύμα των Χριστουγέννων – διπολικά διαταραγμένο σήμερα ανάμεσα στον ξέφρενο καταναλωτισμό και στην κοινωνική αδικία. Αλήθεια, τι θα έλεγε αν ζούσε σήμερα ο Κάρολος Ντίκενς; Τι μορφή να είχαν οι σύγχρονες χριστουγεννιάτικες ιστορίες του; Θα εξαπέλυε την επίθεσή του στην υποκρισία των καιρών; Θα έφτανε μήπως να αποκηρύξει την ίδια τη γιορτή που, σχεδόν, ανέσυρε απ’ τις στάχτες της;

Δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ωστόσο μπορούμε να θυμηθούμε, για άλλη μια φορά, τι ήταν εκείνο που έκανε τις χριστουγεννιάτικες ιστορίες του Ντίκενς τόσο ξεχωριστές. Και για ποιο λόγο έφτασαν να πουν – σαφώς με κάποια δόση υπερβολής, μα υπερβολής δίκαιης – πως ο Κάρολος Ντίκενς ήταν «ο άνθρωπος που εφηύρε τα Χριστούγεννα». 




Εικονογράφησή μου για τα "Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα" ©the Lethal Rabbit


Τα Χριστούγεννα πριν τον Ντίκενς



Τα Χριστούγεννα φέρουν ρίζες στα βάθη της ιστορίας, εκεί που η παράδοση σμίγει με το μύθο, παραδομένη στην αχλή του χρόνου. Από τα παγανιστικά ρωμαϊκά Σατουρνάλια στο γερμανικό Yule, από τις πρωτοχριστιανικές παραδόσεις στις μεσαιωνικές γιορτές με φαγοπότια και γλέντια, τα Χριστούγεννα έζησαν πολλές μεταμορφώσεις στη μακρόχρονη, ως σήμερα, πορεία τους. Αντίστοιχες με τις μεταμορφώσεις του Άι Βασίλη: από το ιστορικό πρόσωπο του Αγίου Νικολάου της Μικράς Ασίας, στον γερμανικό Santa Klaus και τον βρετανικό Father Christmas, μέχρι τον εμπορικό Άι Βασίλη της Κόκα Κόλα... κι όμως, όπως θα δούμε στη συνέχεια του αφιερώματός μας, ο Άι Βασίλης χρωστάει την ύπαρξή του όχι μόνο στις φιγούρες των μύθων και των παραδόσεων, μα και στη δημιουργική φαντασία των συγγραφέων και των εικονογράφων του 19ου αιώνα – ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ντίκενς.

Με ή χωρίς γλέντια, με ή χωρίς χριστουγεννιάτικο δέντρο, με ή χωρίς διασκοσμήσεις ή κάλαντα ή στολίδια, με ή χωρίς πίστη στη χριστιανική θρησκεία, τα Χριστούγεννα (και οι προγενέστερες μορφές τους) γιορτάζονται ανελλιπώς εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια. Μα η πουριτανική και καλβινιστική θρησκεία από τον 16ο αιώνα και μετά είχε επιφέρει σημαντικά χτυπήματα στην ίδια την καρδιά τους: η διακόσμηση και το φαγοπότι θεωρούνταν αντίθετα στο πνεύμα των Γραφών, ενώ οι παγανιστικές τους ρίζες όφειλαν να εξαλειφθούν πλήρως. Φυσικά ούτε λόγος να γινόταν για κοινωνική συνείδηση, αγαθοεργίες και άλλα τέτοια... αντιχριστιανικά.

Η Βιομηχανική Επανάσταση είχε επιφέρει ακόμα περισσότερα χτυπήματα: ο κόσμος μετανάστευε πλέον μαζικά στις πόλεις και δεν υπήρχε ούτε χρόνος, ούτε διάθεση για εορτασμούς. Πνιγμένοι σε μια αδιάκοπη, καθημερινή εργασία, συνωστισμένοι στα μικροσκοπικά, βρόμικά τους αστικά διαμερίσματα, οι εργάτες της βικτωριανής εποχής δεν είχαν δυνάμεις για γιορτές. Τα Χριστούγεννα θάβονταν ολοένα και περισσότερο στη σκόνη μιας λησμονημένης, απαρχαιωμένης παράδοσης.

Ήταν οι Ρομαντικοί εκείνοι που επιχείρησαν να ανασύρουν απ’ τα βάθη του χρόνου το θαμμένο πνεύμα των γιορτών – όχι η Εκκλησία. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο ποιητής Robert Southey μιλούσε με νοσταλγική διάθεση για «παλιές παραδόσεις και γιορτές» που χάθηκαν. Αντίστοιχη διάθεση είχε εκδηλώσει ο Αμερικανός συγγραφέας Ουάσινγκτον Ίρβινγκ. Ο Ουόλτερ Σκοτ περιέγραφε στο ποίημά του “Marmion” τη σκηνή από ένα χριστουγεννιάτικο γεύμα, στο επίκεντρο του οποίου δέσποζε ένα επιβλητικό Ψητό στη φωτιά, γύρω απ’ την οποία συνωστίζονταν άνθρωποι κάθε τάξης. Ο ζωγράφος Daniel Maclise, φίλος του Ντίκενς, έμελλε τρεις δεκαετίες μετά να ζωγραφίσει μια αντίστοιχη σκηνή από χριστουγεννιάτικο γεύμα, σε ένα γνωστό του έργο.

Ανήσυχοι εξάλλου από την εξάπλωση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, οι Συντηρητικοί επιθυμούσαν μια επιστροφή στις ρίζες· μια ανασύσταση του πνεύματος των παραδόσεων του «παλιού καλού καιρού», πριν τον εξαστισμό και τον ερχομό της βιομηχανίας. Επιστροφή στο παρελθόν σήμαινε γι’ αυτούς επιστροφή στην ομαλότητα· σταθερότητα σ’ έναν κόσμο που μεταμορφωνόταν με τρομακτικούς ρυθμούς. Αυτό ήταν τα Χριστούγεννα κατά την άποψή τους: μια καταφυγή στην ασφάλεια του παρελθόντος.

Μέχρι που έκανε την εμφάνισή του ο Κάρολος Ντίκενς...






Τα “Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα” και η Μεταμόρφωση των Χριστουγέννων



Τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» (“A Christmas Carol”) γράφτηκαν το 1843. Σήμερα, μετά από σχεδόν 170 χρόνια, λογοτεχνικές μορφές όπως ο σπαγγοραμένος Εμπενίζερ Σκρουτζ, ο καλοκάγαθος υπάλληλος Μπομπ Κράτσιτ και ο μικρούλης, άρρωστος Τιμ, έχουν υπερβεί τα όρια της λογοτεχνικής φαντασίας και έχουν πλέον γίνει συνώνυμα της δημοφιλούς, μαζικής κουλτούρας. Ακόμα και αν δεν έχει διαβάσει κάποιος το διήγημα του Ντίκενς, σαφώς αναγνωρίζει τους πρωταγωνιστές του μέσα από τις αναρίθμητες διασκευές που έχουν γίνει – σε κινηματογράφο, θεατρικά, μιούζικαλ, σειρές, καρτούν και άλλα. Η νυχτερινή επίσκεψη από τα Τρία Φαντάσματα των Χριστουγέννων, το αγαθό Φάντασμα του Παρελθόντος, το επιβλητικό Φάντασμα του Παρόντος και το τρομακτικό Φάντασμα του Μέλλοντος έχουν χαραχτεί στις συνειδήσεις μας. Σχεδόν ακούμε ν’ αντηχεί τα βράδια ο ήχος απ’ τις αλυσίδες του Τζέικομπ Μάρλεϊ – του τσιγκούνη πρώην συναδέλφου του Σκρουτζ, πάνω στον οποίο κρέμονται τα βάρη από κλειδαριές και χρηματοκιβώτια.

Κλειδαμπαρωμένα όπως η καρδιά του.

Θυμάμαι μικρός να μαθαίνω πρώτη φορά την ιστορία του Ντίκενς μέσα από μια διασκευή κινουμένων σχεδίων – επρόκειτο για την τηλεοπτική διασκευή της Disney, και στο ρόλο του Εμπενίζερ Σκρουτζ δεν ήταν άλλος απ’ τον Σκρουτζ Μακ Ντακ – ο γνωστός πάπιος του Καρλ Μπαρκς είναι ένας ακόμα που οφείλει την ύπαρξή του στο αρχέτυπο λογοτεχνικό δημιούργημα του Ντίκενς. Η ιστορία είχε χαραχτεί στη μνήμη μου και με είχε εντυπωσιάσει για τους σκοτεινούς της τόνους – ασυνήθιστοι για ένα κινούμενο σχέδιο. Λίγο καιρό μετά είδα την πρώτη, από τις άφθονες κινηματογραφικές διασκευές του έργου, που έμελλε να δω: ήταν το μιούζικαλ “Scrooge” του 1970, με τον Albert Finney. Η ιστορία πλέον με είχε συνεπάρει. Το ταξίδι στο χρόνο απ’ τη μία και στις ομιχλώδεις, χιονισμένες αλέες του Λονδίνου απ’ την άλλη, είχε απορροφήσει τη φαντασία μου όσο καμία άλλη χριστουγεννιάτικη ιστορία.





Με το πέρασμα των χρόνων συνειδητοποίησα πως η μικρή αυτή ιστορία ήταν, απλά, η ωραιότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ. Δεν ήξερα τίποτα για την επιρροή που άσκησε, ούτε για την καθοριστική επίδρασή της σε εκείνο που σήμερα ονομάζουμε «Χριστούγεννα». Γνώριζα μόνο πως ήταν μια ιστορία μαγική. Τρομακτική σαν το βαθύτερο σκοτάδι και φωτεινή σαν το αγαθότερο φως – στο τέλος, λυτρωτική και συγκινητική όσο ελάχιστες.

Φαίνεται πως ο ίδιος ο Ντίκενς είχε επίγνωση πως είχε χτίσει κάτι ιδιαίτερο, κάτι ξεχωριστό. Σε ένα γράμμα προς ένα φίλο του περιέγραφε τη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν τις εβδομάδες που έγραφε το έργο: άλλοτε έκλαιγε, άλλοτε γελούσε, άλλοτε επιδιδόταν σε πολύωρους, ατελείωτους περιπάτους στα στενά του Λονδίνου, η καρδιά του χτυπώντας σαν το ταμπούρλο του μικρού Τυμπανιστή· προαισθανόταν πως είχε δημιουργήσει κατι που θα άφηνε εποχή.

Κι όμως, το έργο αυτό που έκανε τον κόσμο να πάλλεται στο ρυθμό της χριστουγεννιάτικης μαγείας του, χρωστά την ύπαρξή του στις οικονομικές ανάγκες του Ντίκενς. Έχοντας γνωρίσει μεγάλη δόξα σε πολύ νεαρή ηλικία (δεν είχε ακόμα κλείσει τα τριάντα) χάρη στην απήχηση των πρώιμων έργων του όπως ο «Όλιβερ Τουίστ» και ο «Νίκολας Νίκλεμπι», ο Ντίκενς έβλεπε σταδιακά τη φήμη του να φθίνει και τις ιδέες του να μην έχουν πια την ίδια απήχηση στον κόσμο. Το έργο του “Martin Chuzzlewit” δεν συγκίνησε το κοινό και η προοπτική μιας σημαντικής περικοπής των οικονομικών του ήταν πλέον πιθανή. Πανικόβλητος, ο Ντίκενς είχε σκεφτεί ως και να εγκαταλείψει το σπίτι του στο Λονδίνο και να μετακομίσει με την οικογένειά του στο εξωτερικό.

Τότε λοιπόν συνέλαβε την ιδέα της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας». Ή μήπως θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως η Ιδέα τον επισκέφτηκε, όμοια με κάποιο απ’ τα Φαντάσματα την Παραμονή των Χριστουγέννων; Όποια και αν είναι η πραγματικότητα, ο Ντίκενς χάρη στην ιστορία αυτή έσωσε τον εαυτό του από την οικονομική καταστροφή. Και παράλληλα έσωσε, σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον, το ταλαίπωρο πνεύμα των Χριστουγέννων, που παρέπαιε σε μια ατελείωτη θάλασσα αδιαφορίας. Όχι και άσχημα, τι λέτε.


Η παιδική ηλικία του Ντίκενς και ο Εμπενίζερ Σκρουτζ



Ο νεαρός Ντίκενς, λίγα χρόνια πριν γράψει τα "Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα"


"Ας πεθάνουν λοιπόν! Καλύτερα, καθώς έτσι θα μειωθεί ο παραπανίσιος πληθυσμός"... λέει με περιφρόνηση ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, αναφερόμενος στους φτωχούς και άπορους, στο ξεκίνημα του διηγήματος. Και εν συνεχεία πετάει την ξακουστή φράση του, την οποία είναι σωστό να αποδώσουμε στην αυθεντική της γλώσσα: Bah! Humbug!”

Η φιγούρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ στέκει ανάμεσα στις εμβληματικότερες που γέννησε η ιστορία της λογοτεχνίας. Η μεταμόρφωση του μισανθρώπου σε φιλάνθρωπο, του αδίστακτου κεφαλαιούχου σε στοργικό γεράκο, είναι ισάξια με τα ωραιότερα παραμύθια που γράφτηκαν ποτέ. Μα στον Ντίκενς τίποτα δεν είναι τυχαίο – όπως και σε κάθε δημιουργό όταν χτίζει μια ιστορία με τη φαντασία του. Η βαθιά αντιφατική μορφή του Σκρουτζ έχει τις ρίζες της στις εμπειρίες του μικρού Ντίκενς με τον πατέρα του και στην αμφιθυμική στάση απέναντί του.

Εν έτει 1824 ο δωδεκάχρονος Ντίκενς είχε δει τον πατέρα του να φυλακίζεται και είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σχολείο, να βάλει ενέχυρο όλα τα βιβλία του και να πιάσει δουλειά σε ένα εργοστάσιο, υπό τις χειρότερες εργασιακές συνθήκες. Έχοντας γνωρίσει την εξαθλίωση και την εκμετάλλευση από τα παιδικά του χρόνια, ο Ντίκενς προσέδωσε σε αυτό το θέμα κυρίαρχη θέση στα έργα του. Τα συναισθήματα που έτρεφε για τον πατέρα του ήταν απολύτως αντιφατικά· τον αγαπούσε και τον μισούσε ταυτόχρονα. Στη φαντασία του ο πατέρας του δέσποζε σαν εξουσιαστικός δυνάστης και σαν αγαθοποιός δύναμη. Σκληρόκαρδος απ’ τη μία, προστατευτικός από την άλλη, μια φιγούρα ανάμεσα στο καλό και στο κακό, το λογοτεχνικό ισοδύναμο της οποίας βρήκε την έκφρασή του στον χαρακτήρα του Εμπενίζερ Σκρουτζ. Δεν θα είχε υπάρξει ο Σκρουτζ αν δεν τον είχε ζήσει ο ίδιος ο Ντίκενς, μέσα από τα προσωπικά του βιώματα.

Σε αυτόν λοιπόν, τον σκληρόκαρδο Εμπενίζερ Σκρουτζ, που περιφρονητικά χωρίζει τους ανθρώπους σε κατηγορίες, σε ανώτερους και κατώτερους λόγω της κοινωνικής τους θέσης, φτάνοντας να θεωρεί μια μερίδα ανάμεσά τους «παραπανίσιο πληθυσμό», το Πνεύμα των Χριστουγέννων του Παρόντος τονίζει λέξη προς λέξη τα ακόλουθα:

"Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο Παραπανίσιος Πληθυσμός; Που βρίσκεται; Θα αποφασίσεις εσύ ποιοι άνθρωποι θα ζήσουν και ποιοι θα πεθάνουν; Ποιος ξέρει, πιθανό υπό το βλέμμα τ' Ουρανού εσύ να είσαι περισσότερο άχρηστος και λιγότερο άξιος για να ζεις, σε σύγκριση με εκατομμύρια σαν το παιδί αυτού του φτωχού ανθρώπου. Ω, Θεέ! Να ακούς το Έντομο πάνω στο φύλλο να διακυρρήτει πως τα φτωχά αδέρφια του στο χώμα ζουν παραπανίσια!"



Χριστούγεννα και Κοινωνική Συνείδηση






Τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» δεν είχαν ως στόχο να σώσουν τα Χριστούγεννα ή να αναβιώσουν τις μισοξεχασμένες παραδόσεις, όπως επιθυμούσαν οι συντηρητικοί της εποχής. Ο Ντίκενς δεν ενδιαφερόταν να περιγράψει την ιστορία της εσωτερικής μεταμόρφωσης ενός ανθρώπου που ενδεχομένως παραστράτησε. Ούτε στόχευε απλά στην εξύμνηση του οικογενειακού δείπνου και της θαλπωρής της μονιασμένης οικογένειας, συμβολικά παρουσιασμένη μέσα από τη μορφή του μικρού Τιμ – η φράση του οποίου And God Bless Us, Everyone έφτασε να γίνει σλόγκαν και να επισκιάσει το βαθύτερο περιεχόμενο του έργου.

Όπως τόσα έργα του Ντίκενς, έτσι και τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» συνιστούν, πρωτίστως, μια γροθιά του συγγραφέα στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής του. Ακόμα και αν ήταν πλουμισμένη με γκι, σταφίδες και κεράσια, ακόμα και αν αστραποβολούσε υπό τις αχτίδες της φωτιάς στο τζάκι, ακόμα και αν αντιλαλούσε το τραγούδι απ’ τα Κάλαντα και τον ήχο από χαρμόσυνες καμπάνες, η ιστορία του Ντίκενς παρέμενε μια γροθιά. Ένα μέσο να μιλήσει για την κοινωνική αδικία των καιρών. Ασφαλώς και επιθυμούσε να εξάρει τις αρετές της χριστιανικής αγάπης, του ζεστού σπιτικού και της δεμένης οικογένειας... μα όλα αυτά λειτουργούσαν ως αντιπαραβολή με την απάνθρωπη, συχνά, πραγματικότητα γύρω του. Μια πραγματικότητα παραδομένη στο χρήμα, την αδιαφορία και την εκμετάλλευση. Τότε... και τώρα.

Όχι, κύριοι. Το έργο του Ντίκενς δεν συνιστά διακοσμητικό γύρω απ’ το χριστουγεννιάτικό σας δέντρο. Δεν είναι απλά μια όμορφη ιστοριούλα για να λέτε γύρω από το τζάκι. Είναι αυτό – μα είναι και πολλά περισσότερα. Όλοι θυμούνται τα τρία Φαντάσματα και τον μικρό Τιμ και τα ξέχειλα φαγητά τραπέζια και τους χορούς... μα πόσοι, άραγε, θυμούνται την ακόλουθη σκηνή από την ιστορία;

"Ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Χλωμά, πενιχρά, κουρελιασμένα, βλοσυρά, αγριωπά. Εκεί που η κομψή νιότη όφειλε να είχε προσδώσει βάρος στα χαρακτηριστικά τους και να τα συμπληρώσει με τις ελαφρότερες των αποχρώσεων, ένα μπαγιάτικο, ζαρωμένο χέρι, όπως εκείνο της ηλικίας, τα είχε τσιμπήσει και παραμορφώσει και κόψει σε κουρέλια. Εκεί που άγγελοι θα μπορούσαν να κάθονται θρονιασμένοι, διάβολοι παραφύλαγαν και κοιτούσαν απειλητικά.

Καμία αλλαγή, καμια εξαθλίωση, καμία διαστροφή της ανθρωπότητας, σε κανέναν βαθμό, μέσα απ' όλα τα μυστήρια της υπέροχης ύπαρξης, δεν είχε να επιδείξει τέρατα τόσο φοβερά και τρομακτικά.

Ο Σκρουτζ έκανε πίσω, τρομαγμένος. (...)

"Πνεύμα! Είναι δικά σου;", είπε, μα δεν μπορούσε να πει άλλα.

"Είναι του Ανθρώπου", απάντησε το Πνεύμα, κοιτάζοντάς τα. "Το αγόρι είναι η Άγνοια. Το κορίτσι είναι η Ανάγκη. Να προσέχεις και τα δύο και όλα σαν αυτά, μα πάνω απ' όλα να προσέχεις το αγόρι, καθώς στο μέτωπό του πάνω βλέπω γραμμένο τον Όλεθρο, εκτός αν το γράψιμο σβηστεί. Αρνήσου το, λοιπόν!", φώναξε το Πνεύμα, απλώνοντας το χέρι του προς την μεριά της πόλης. "Συκοφάντησε εκείνους που στο λένε! Παραδέξου το για τους διχαστικούς σκοπούς σου και κάνε το ακόμα χειρότερο. Και προετοιμάσου για το τέλος".






Η περιγραφή των δύο παιδιών – της Ανάγκης και της Άγνοιας απουσιάζει από τις περισσότερες διασκευές της ιστορίας του Ντίκενς. Μα δεν είναι μόνη – απουσιάζουν εξίσου σκηνές όπως η απεικόνιση των ανθρώπων που προσπαθούσαν να ζεσταθούν με φωτιές στους δρόμους... των μοναχικών ναυτικών που σαλπάρουν σε απόμακρες, φουρτουνιασμένες θάλασσες... των εργατών στα ορυχεία που δουλεύουν ασταμάτητα... μα και του πλήθους εκείνων που προσπαθούν να αρπάξουν και να πουλήσουν τα αντικείμενα του πεθαμένου, πλέον, Σκρουτζ (όπως ο ίδιος παρακολουθεί έντρομος στο μέλλον του), μπας και βγάλουν κανένα παραπάνω φράγκο.

Και αυτό ενώ οι αρουραίοι μασουλούν το άψυχο κορμί του.

Όλα αυτά συνιστούν μέρος της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας»... και δεν πρέπει να το λησμονούμε. Σκοπός του Ντίκενς ήταν η μεταμόρφωση της κοινωνίας – και ο μισοξεχασμένος, ως τότε, θεσμός των Χριστουγέννων, παραδομένος στη λήθη της βιομηχανικής εποχής, υπήρξε το ιδανικό εφαλτήριο για να οικοδομήσει το ριζοσπαστικό του μήνυμα. Κανένας άλλος συγγραφέας ως τότε δεν είχε συλλάβει στη σκέψη του τα Χριστούγεννα με αυτόν τον τρόπο. Η ιδέα και μόνο ενός πλούσιου κεφαλαιούχου όπως ο Εμπενίζερ Σκρουτζ, να μεταμορφώνεται και να δειπνεί παρέα με την οικογένεια του φτωχού υπάλληλου του... στον οποίο μάλιστα χαρίζει απλόχερα αύξηση αποδοχών... και η ταύτιση αυτής της ιδέας με την παραδοσιακή γιορτή των Χριστουγέννων... Η ιδέα αυτή ήταν ικανή να προκαλέσει σκάνδαλο την εποχή εκείνη. Μια εποχή που όχι μόνο λόγος δεν γινόταν για «πνεύμα των Χριστουγέννων»... μα ο κόσμος δεν γιόρταζε καν, στην πλειοψηφία του, τα Χριστούγεννα.

Τα κοινωνικά μυνήματα θα παρέμεναν στο επίκεντρο του έργου του Ντίκενς καθ’ όλη τη συγγραφική του διαδρομή. Ας επαναλάβουμε: σκοπός του δεν ήταν κάποια μορφή υποκριτικής φιλανθρωπίας, στο όνομα της καλής συνείδησης. Μα η μεταμόρφωση της κοινωνίας, μέσα από τη μεταμόρφωση των ανθρώπων της. Μιας κοινωνίας που έμελλε να ζωγραφίσει με ακόμα μελανότερους τόνους σε μελλοντικά του έργα, όπως ο «Ζοφερός Οίκος», τα «Δύσκολα Χρόνια» και το (εν μέρει αυτοβιογραφικό) «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», ή σε μεταγενέστερες χριστουγεννιάτικες ιστορίες του όπως οι «Καμπάνες».


Η Επίσκεψη από το Φάντασμα του Μέλλοντος. Ένα απόσπασμα.






"Το Πνεύμα έστεκε ανάμεσα στους τάφους και έδειχνε τον Έναν. Ο Σκρουτζ πλησίασε τρέμοντας. Το Φάντασμα παρέμενε ίδιο και απαράλλαχτο, μα εκείνος έτρεμε διακρίνοντας κάποιο καινούργιο νόημα στην αγέλαστη μορφή του.

"Προτού πλησιάσω στην ταφόπλακα που μου υποδεικνύεις", είπε ο Σκρουτζ, "απάντησε μου σε μια ερώτηση. Αυτές όλες είναι οι Σκιές των Πραγμάτων που Θα γίνουν, ή οι Σκιές των Πραγμάτων που Πιθανό να γίνουν μόνο;"

Ωστόσο το Φάντασμα συνέχιζε να δείχνει προς τον τάφο, δίπλα στον οποίο έστεκε. (...)

Ο Σκρουτζ πλησίασε τρεμάμενος - και ακολουθώντας την κατεύθυνση που έδειχνε το δάχτυλο, διάβασε πάνω στην πέτρα του παραμελημένου τάφου τ' όνομα του: ΕΜΠΕΝΙΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ.

"Όχι Πνεύμα! Όχι, όχι!"

Το δάχτυλο παρέμενε εκεί.

"Πνεύμα!", φώναξε σπαρακτικά ο Σκρουτζ, αγκστρωμένος πάνω στον μανδύα του. "Άκουσε με! Δεν είμαι ο άνθρωπος που ήμουν! Δεν θα γίνω ο άνθρωπος που θα γινόμουν, αν δεν είχε υπάρξει αυτή η συναναστροφή! Γιατί να μου τα δείχνεις αυτά, αν δεν έχω πια ελπίδα;"

Για πρώτη φορά το χέρι φάνηκε να τρέμει.

"Καλό μου Πνεύμα", συνέχισε, πεσμένος στο χώμα. "Η φύση σου παρεμβαίνει για μένα και με λυπάται. Βεβαίωσε με πως έχω ακόμα τη δυνατότητα να αλλάξω τις σκιές αυτές που μου έδειξες, με μια διαφορετική ζωή!"

Το ευγενικό χέρι έτρεμε.

"Θα τιμώ τα Χριστούγεννα με όλη μου την καρδιά και θα προσπαθώ να τα τηρώ όλο τον χρόνο. Θα ζω στο Παρελθόν, στο Παρόν και στο Μέλλον. Τα πνεύματα και των τριών θα αγωνίζονται μέσα μου. Δε θα διώξω πέρα τα μαθήματα που μου παρέχουν. Ω, πες μου πως μπορώ να σβήσω τα γράμματα πάνω σ' αυτήν εδώ την πέτρα!"





«Ο άνθρωπος που εφηύρε τα Χριστούγεννα»;


Όχι, δεν εφηύρε ο Ντίκενς τα Χριστούγεννα. Μα η επιρροή του έργου του στα Χριστούγεννα όπως τα ζούμε και όπως τα γνωρίζουμε σήμερα υπήρξε καταλυτική. Χωρίς να συνιστά το πρώτο έργο με θέμα του τα Χριστούγεννα, τα «Κάλαντα» του Ντίκενς υπήρξαν η πρώτη ιστορία στην οποία παρουσιάζονται τα Χριστούγεννα σε ένα σύγχρονο, αστικό περιβάλλον. Κι αυτό σε μια εποχή που οι πόλεις έτειναν να τα ξεχάσουν, παραδομένες στο κυνήγι του κέρδους και της βιομηχανοποίησης. Οι ήρωες του είναι χαρακτήρες της σύγχρονης καθημερινότητας, όχι φιγούρες βγαλμένες από κάποιο λησμονημένο, εξωραϊσμένο παρελθόν. Βλέπουμε κεφαλαιούχους, εργοδότες, εργάτες, ναυτικούς, υπαλλήλους, οικογένειες που ζουν σε διαμερίσματα, απόβλητους των δρόμων και του περιθωρίου – όλοι ενταγμένοι στο ίδιο χριστουγεννιάτικο πλαίσιο.

Σε επίπεδο διαμόρφωσης εικόνων η επιρροή του έργου του Ντίκενς υπήρξε εξίσου καταλυτική. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ένα μεγάλο μέρος από χριστουγεννιάτικες καρτ ποστάλ, σαν εκείνες που στολίζουμε τα σπίτια μας ή βλέπουμε στα καταστήματα, έλκουν τις ιδέες τους από τις εμπνεύσεις του Βρετανού συγγραφέα. Στο έργο του ο Ντίκενς παρουσιάζει μια πολιτεία παραδομένη στο κρύο, την ομίχλη και το χιόνι, με κατάφωτες όμως βιτρίνες ξέχειλες φρούτα και νόστιμους ξηρούς καρπούς· εσωτερικά σπιτιών διακοσμημένα με στολίδια και μοσχομυρισμένα μαγειρευτό φαγητό· ξέφρενα γλέντια και χορούς· οικογένειες μονιασμένες γύρω απ’ το τραπέζι, στο κέντρο του οποίου δεσπόζει η περίφημη βρετανική πουτίγκα· και ανθρώπους διατεθειμένους να προσφέρουν μια χείρα βοηθείας στον συνάνθρωπό τους.

Τίποτα απ’ αυτά δεν ήταν δεδομένο εν έτει 1843. Ούτε οι διακοσμήσεις· ούτε τα οικογενειακά φαγοπότια· ούτε οι πολύχρωμες βιτρίνες· ούτε τα γλυκίσματα· ούτε το κρύο και το χιόνι (δε χιόνιζε απαραίτητα στις βρετανικές πόλεις τα Χριστούγεννα)· ούτε η διάθεση κάποιας, μικρής έστω, αγαθοεργίας, λόγω ημερών.

Μα από το 1843 και έπειτα η μορφή των Χριστουγέννων άρχισε ν’ αλλάζει. Η επιτυχία του διηγήματος του Ντίκενς υπήρξε τόσο μεγάλη, που ο κόσμος άρχισε να μετατρέπει σε πραγματικότητα ό,τι είχε διαβάσει στις σελίδες του βιβλίου. Οι επόμενες δεκαετίες γνώρισαν μια σημαντική αναβίωση – ή πιο σωστά, αναδιαμόρφωση – των Χριστουγέννων στην Αγγλία, ενώ αρχέγονα ευρωπαϊκά έθιμα επανήλθαν στο προσκήνιο.

Όσο αφορά τον κεφάτο, γενειοφόρο γίγαντα που συμπαρασύρει τον Εμπενίζερ Σκρουτζ στους δρόμους και τα σπίτια του Λονδίνου; Λένε πως ο Ντίκενς εμπνεύστηκε τη μορφή του από την πατροπαράδοτη, βρετανική φιγούρα του "Father Christmas"... αντίστοιχη στον γερμανικό "Santa Klaus" και στον Άγιο Νικόλα της ιστορικής παράδοσης...

Μπορεί να τον ονόμασε "Φάντασμα των Χριστουγέννων του Παρόντος"... μα όλοι ξέρουμε πως το πραγματικό του όνομα είναι Άγιος Βασίλης.



Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο







Τον καιρό που ο Dickens έγραφε τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» το Δέντρο δεν είχε καθιερωθεί ακόμα ως το κατεξοχήν στολίδι και σύμβολο των Εορτών – γι’ αυτό και δεν το συναντούμε πουθενά στο συγκεκριμένο διήγημα. Λίγα χρόνια μετά ωστόσο, εν έτει 1850, ο Ντίκενς έγραψε μια από τις πιο ιδιαίτερες ιστορίες του, τιτλοφορούμενη «Το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο», στην οποία περιγράφει το δέντρο ως «εκείνο το όμορφο γερμανικό παιχνίδι».

Ουσιαστικά το Δέντρο, ως έθιμο, έλκει την καταγωγή του από τις παραδόσεις της βόρειας και κεντρικής Ευρώπης. Την ίδια εποχή που ο Ντίκενς παρέδιδε τα «Κάλαντα» κάποιο μέλος της αγγλικής βασιλικής οικογένειας λέγεται πως έφερε μαζί του ένα Δέντρο από τη Γερμανία – στολισμένο με κεριά, όπως συνηθιζόταν τότε. Σε λίγα μόνο χρόνια, κι ενώ η επιρροή του έργου του Ντίκενς εξαπλωνόταν, καθιερώθηκε και η διακόσμηση του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Κάποια στιγμή θα ερχόταν και στη χώρα μας...

Το «Χριστουγεννιάτικο Δέντρο» ανήκει στα πιο ταξιδιάρικα διηγήματα του Ντίκενς. Μικροσκοπικό σε έκταση, ολίγων μόνο σελίδων, συνιστά μια μαγική εξόρμηση στα βάθη της παιδικής ηλικίας, συμβολίζοντας όλους εκείνους τους αθέατους κόσμους που απλώνονται μπροστά στα μάτια μας κάθε φορά που αφηνόμαστε στη θέα του φωταγωγημένου δέντρου – αρκεί να διαθέτουμε το αναγκαίο όχημα για να τους επισκεφτούμε: τη φαντασία.

Κόσμοι ξέχειλοι παιχνίδια ζωντανεύουν μπρος στα έκπληκτα μάτια μας, στρατιωτάκια και άλογα και νεράιδες και νύμφες, κουκλόσπιτα και άμαξες, ξωτικά και δράκοι, τρομακτικές ιστορίες γύρω από το τζάκι και φιγούρες απ’ τις Χίλιες και Μια Νύχτες... Και τα φώτα στο δέντρο μοιάζουν με πυγολαμπίδες. Και τα κλαδιά του δέντρου απλώνονται πέρα ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, όμοια με τη Φασολιά που σκαρφάλωσε ο Τζακ στο παραμύθι· και συ σκαρφαλώνεις μαζί του, ο προορισμός σου κάποιο θεόρατο κάστρο τ’ ουρανού, κατοικημένο από γίγαντες, ιππότες και θεσπέσιες καλλονές...

Μην υποτιμάτε τη δύναμη της φαντασίας, κύριοι. Η φαντασία ενός μόνο συγγραφέα ήταν αρκετή για να αναβιώσει το πνεύμα των Χριστουγέννων. Η φαντασία ορισμένων ποιητών, μια φορά κι έναν καιρό στα αρχαία χρόνια, δημιούργησε τη θρησκεία ενός ολόκληρου λαού – τότε, τον καιρό που τις θρησκείες δημιουργούσαν οι ποιητές, όχι οι προφήτες.

«Αθώοι και ευπρόσδεκτοι ας είναι πάντα, κάτω απ’ τα κλαδιά του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου, τα οποία ποτέ δε ρίχνουν ζοφερές σκιές».



Το δεύτερο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ντίκενς: Οι Καμπάνες






"Ο Τόμπι ξεδίπλωσε την εφημερίδα από την τσέπη του. "Είναι γεμάτη παρατηρήσεις! Γεμάτη παρατηρήσεις! Θέλω να γνωρίζω και γω τα νέα, όπως κάθε άνθρωπος", είπε σιγανά, διπλώνοντας τη πάλι και βάζοντας τη πίσω στην τσέπη, "μα σχεδόν πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα για μένα αν διαβάζω τώρα εφημερίδα. Με φοβίζει περίπου. Δε ξέρω που μπορεί να καταλήξουμε οι φτωχοί και μεις. Κάνε, Κύριε, ώστε να δούμε κάτι καλύτερο τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς! (...)

Τίποτα, φαίνεται, δεν μπορούμε να κάνουμε σωστά, ούτε να βρούμε το δίκιο μας. Δεν έλαβα μεγάλη εκπαίδευση ο ίδιος όταν ήμουν μικρός και δεν μπορώ να καταλάβω αν έχουμε τελικά καμιά δουλειά στο πρόσωπο της γης, ή όχι. Κάποιες φορές νομίζω πως πρέπει να έχουμε - λιγάκι. Κάποιες άλλες όμως μου φαίνεται πως παρεμβαίνουμε, σαν καταπατητές. Μπερδεύομαι τόσο πολύ ώρες ώρες που δεν μπορώ αληθινά να καταλήξω αν υπάρχει ίχνος καλού μέσα μας, ή αν γεννιόμαστε κακοί. Φαίνεται να είμαστε απαίσια πλάσματα. Φαίνεται να προκαλούμε συνέχεια τον μπελά. Πάντα μας κατηγορούν και πάντα μας υπερασπίζονται. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο γεμίζουμε τα πρωτοσέλιδα. Ωραία παραμονή Πρωτοχρονιάς, μα την αλήθεια!", είπε θρηνητικά ο Τόμπι. (...) "Ίσως τελικά να μην έχουμε δικαίωμα στην Πρωτοχρονιά - ίσως να είμαστε όντως καταπατητές..."

"E, πατέρα! Πατέρα!", ακούστηκε μια ευχάριστη φωνή.

Ο Τόμπι ταράχτηκε. Σταμάτησε. Και εστιάζοντας την προσοχή του, ήρθε σε επαφή με την ίδια του την κόρη, κοιτάζοντας κοντά στα μάτια της.

Φωτεινά μάτια ήταν αυτά. (...) Μάτια αληθινά και όμορφα, που ακτινοβολούσαν ελπίδα. Ελπίδα νέα και φρέσκια. Ελπίδα φωτεινή και δραστήρια, παρά τα είκοσι χρόνια εργασίας και φτώχειας που είχαν αντικρίσει. Αυτά τα μάτια έγιναν φωνή και είπανε του Τόμπι:

"Νομίζω έχουμε και μεις κάποια δουλειά εδώ, στον κόσμο - κάποια λίγη!"

****

Ήταν ένα απόσπασμα από το διήγημα του Ντίκενς «Οι Καμπάνες» ("The Chimes"), του 1844. Επρόκειτο για το δεύτερο χριστουγεννιάτικο έργο του, γραμμένο ένα χρόνο μετά το "Christmas Carol", στο οποίο και εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στα προβλήματα της εργατικής τάξης. Αν τα «Κάλαντα» εξελίσσονται τη μέρα πριν απ' τα Χριστούγεννα, η πλοκή των «Καμπάνων» μας μεταφέρει μια εβδομάδα μετά – την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Και αν το πρώτο φέρνει σε επαφή τον πρωταγωνιστή του, Εμπενίζερ Σκρουτζ, με τέσσερα φαντάσματα, το δεύτερο φέρνει σε επαφή τον πρωταγωνιστή του, Τόμπι, με παράξενα τελώνια, που κρύβονται στις κορυφές ενός παλαιού κωδωνοστασίου... Τελώνια που χαρίζουν στον πρωταγωνιστή του έργου νεφελώδη οράματα μιας μέλλουσας ζωής, στην οποία ο ίδιος δεν υπάρχει πια.

Συγκριτικά με τα «Κάλαντα», η διάθεση στις «Καμπάνες» είναι σκοτεινότερη και η πολεμική που εξαπολύει ο Ντίκενς απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα των καιρών του ακόμα πιο σφοδρή. Κάποιες συντηρητικές εφημερίδες είχαν μάλιστα φτάσει να κατηγορήσουν τον Ντίκενς πως, με το διήγημά του αυτό, υποδαυλίζει τη σύγκρουση ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Στα τέσσερα κεφάλαια της ιστορίας (τιτλοφορούμενα «τέταρτα», συμβολίζοντας το πέρασμα των δεικτών του ρολογιού – στα τέσσερα τέταρτα ο δείκτης περιστρέφεται μια φορά γύρω απ’ τον εαυτό του και οι καμπάνες χτυπούν) βλέπουμε να παρελαύνουν χαρακτήρες που συγκρούονται με το νομικό σύστημα και οδηγούνται στις φυλακές, γυναίκες που εξωθούνται στην πορνεία, άντρες που βρίσκουν παρηγοριά στο αλκοόλ, ενώ μια απ’ τις ηρωίδες αποφασίζει, πάνω στην απελπισία της, να αυτοκτονήσει.

Όλα αυτά συνιστούν μέρος των τρομακτικών οραμάτων που παρακολουθεί, έντρομος, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας. Μα στο τέλος οι καμπάνες αντηχούν ξανά και τα φοβερά όνειρα εξασθενίζουν σαν τοπίο στην ομίχλη... Και ο ήρωας συνειδητοποιεί πως έχει ακόμα χρόνο μπροστά του, για να αλλάξει την πραγματικότητα που ζει... και να αποκαταστήσει έτσι τη χαμένη πίστη του στον άνθρωπο.



Το τρίτο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Ντίκενς: Ο Γρύλος στο Τζάκι






«Και τώρα, αγαπημένε μου σύζυγε, πάρε με πάλι πίσω στην καρδιά σου! Αυτό είναι το σπίτι μου· και μην σκεφτείς ποτέ ξανά να με στείλεις σε άλλο!»


Με το τρίτο από τα χριστουγεννιάτικα διηγήματά του, ο Ντίκενς έμελλε να επιστρέψει στο θερμό πλαίσιο της οικογενειακής θαλπωρής. Ο «Γρύλος στο Τζάκι» (“The Cricket On The Hearth”), γραμμένο το 1845, σημείωσε μεγάλη επιτυχία, και παραμένει το διασημότερο, μετά τα «Κάλαντα», χριστουγεννιάτικο έργο του.

Τα πάντα εδώ θυμίζουν κάποιο θεατρικό. Σχεδόν όλες οι σκηνές εξελίσσονται στο στενό πλαίσιο δυο σπιτιών και το επίκεντρο είναι οι ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των κατοίκων τους. Ένα αντρόγυνο μ’ ένα μικρό μωρό από τη μία, ένας πατέρας με την τυφλή του κόρη από την άλλη. Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ το αντρόγυνο δέχεται μια επίσκεψη από έναν λιγομίλητο, μυστηριώδη γέρο... και η ιστορία ξεκινά. Και αν στα «Κάλαντα» το μεταφυσικό στοιχείο εκπροσωπείται στα Φαντάσματα, αν στις «Καμπάνες» το ίδιο στοιχείο φανερώνεται στα ζωηρά τελώνια του καμπαναριού, εδώ αποκαλύπτεται με τη μορφή ενός γρύλου στο τζάκι. Ενός γρύλου που συμβολίζει την αιώνια Εστία: φωτιά, ζεστασιά και σπιτικό μαζί· η αγάπη που αναβλύζει στις ξέχειλες καρδιές, όμοια με φωτιά. Η αγάπη που μπορεί να υπερβεί κάθε εμπόδιο.

Ο Ντίκενς εγκαταλείπει παροδικά την κοινωνική κριτική. Όλα στο συγκεκριμένο διήγημα σχετίζονται με τις ανθρώπινες σχέσεις: αγάπη, πίστη, φιλία, φιλοξενία, προδοσία, απάτη, μοναξιά. Δεν απουσιάζει εξάλλου εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό στοιχείο της «ντικενσιανής αποκάλυψης», σύμφωνα με το οποίο τα πρόσωπα του έργου δεν είναι απαραίτητα αυτό που φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Ήταν κάτι που θα βλέπαμε να επαναλαμβάνεται σε πλήθος άλλων έργων του συγγραφέα.

Μια μερίδα κόσμου θεώρησε τον «Γρύλο στο Τζάκι» υπερβολικά συναισθηματικό – η πλειοψηφία όμως αγάπησε τους χαρακτήρες του βιβλίου και δέθηκε μαζί τους. Το αποτέλεσμα ήταν η μεγάλη επιτυχία που σημείωσε το διήγημα και το πλήθος θεατρικών μεταφορών του – έφτασαν να ξεπεράσουν μάλιστα εκείνες των «Καλάντων»!

Προσωπικά θεωρώ πως η ιστορία αυτή ανήκει στις πλέον συναισθηματικές και τρυφερές του συγγραφέα. Είναι εξάλλου εκείνη που διαθέτει το ομορφότερο, κατά τη γνώμη μου, τέλος. Ένα τέλος που μοιάζει με τη φωτιά που σιγοκαίει στο τζάκι... ξέρεις πως κάποια στιγμή θα σβήσει, μα αυτό καθιστά ακόμα γλυκύτερη τη λάμψη της.







Ντίκενς και Χριστούγεννα



Ο Ντίκενς έμελλε να γράψει αρκετές ακόμα χριστουγεννιάτικες ιστορίες. Αυτές που αναφέραμε ωστόσο παραμένουν οι ωραιότερές του. Οι ζοφερές «Καμπάνες»... το τρυφερό «Γρύλος στο Τζάκι»... το παραμυθένιο «Χριστουγεννιάτικο Δέντρο»... και φυσικά τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» - η γνωστότερη και διασημότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία που γράφτηκε ποτέ.

Και τα χρόνια πέρασαν. Και ο Ντίκενς ωρίμασε μέσα απ’ τα γραπτά του. Και αν κάποια στιγμή κουράστηκε να γράφει κατά παραγγελία ιστορίες για τα Χριστούγεννα, δεν εγκατέλειψε ποτέ το πνεύμα που τον ώθησε να καταπιαστεί, πρώτη φορά, με αυτά. Ο κόσμος είχε πια αλλάξει – τα Χριστούγεννα πλέον γιορτάζονταν παντού και είχαν περάσει πλέον στην εποχή της εμπορευματοποίησης. Μα οι σπίθες που πρώτος πέταξε ο Ντίκενς είχαν πια εξαπλωθεί. Τα Χριστούγεννα θα διατηρούσαν, έστω καταχωνιασμένο στα βάθη κάποιας ιστορίας, λίγη απ’ τη φλόγα που τους προσέδωσε. Πέρα απ’ τις ταινίες, τα τραγούδια, τις διακοσμήσεις, τις γιορτές και τα πακέτα. Πέρα απ’ το παραμύθι και πίσω απ’ το εμπόριο... Μια διάθεση αλλαγής, μια θέληση να αλλάξει ο κόσμος – να μεταμορφωθεί σε κάτι καλύτερο, γνησιότερο, ευγενικό. Δίκαιο.


Το δίκαιο που λάμπει σαν αστέρι στην κορφή κάποιου δέντρου. Η αγάπη που ακτινοβολεί μες στις καρδιές. Αυτά είναι τα Χριστούγεννα του Καρόλου Ντίκενς.







Επίλογος



...Και ο Σκρουτζ έγινε άλλος άνθρωπος. Και ξημέρωσε 25η του Δεκέμβρη.


Ο Σκρουτζ ταξίδεψε σε παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ο τρόμος που ένιωσε ωστόσο δεν ήταν υπερφυσικός - δε φοβήθηκε πως έχανε τον παράδεισο ή τη χάρη κάποιου θείου πνεύματος. Όχι - το νόημα της Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας του Καρόλου Ντίκενς είναι βαθιά ανθρώπινο και, παρά τις υπερφυσικές του διαστάσεις, ουσιαστικά πατάει με τα δυο πόδια του στη γη.

Ήταν η αγάπη των ανθρώπων εκείνο που ο Σκρουτζ διαπίστωνε πως έχανε. Οι άνθρωποι που όχι μόνο δεν αισθάνονταν θλίψη με το θάνατό του, μα έβρισκαν αφορμή για πανηγύρια. Χρειάστηκε να διαπιστώσει με τα ίδια του τα μάτια πόσο αχρείαστος ήταν, πόσο ασήμαντος, πόσο βλαβερός - όλα στα μάτια των συνανθρώπων του, όπως τον είχαν ζήσει μέσα από τις πράξεις του.

Γιατί στο τέλος εκείνο μόνο έχει σημασία - οι πράξεις και η σημασία τους για τους ανθρώπους γύρω μας.


Γι' αυτό και το έργο αυτό του Ντίκενς αγγίζει τον πυρήνα εκείνου που θα έπρεπε να είναι τα Χριστούγεννα. Μια αφορμή να θυμηθούμε πως είμαστε όλοι μικροί και θνητοί - μα γινόμαστε μεγάλοι μέσα από τις πράξεις και την ανθρωπιά μας.





Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Η Δύναμη που Σκορπάς





Επιστροφή σπίτι με τον ηλεκτρικό. Δυο νέοι – ένα αγόρι και μια κοπέλα – συνομιλούσαν. Ήταν-δεν ήταν 20 χρονών. Η κουβέντα περιστρεφόταν γύρω από κινητά τηλέφωνα. «Το συγκεκριμένο μοντέλο έχει την καλύτερη οθόνη». «Ναι, έτσι έχω ακούσει κι εγώ». Ένα γρήγορο βλέμμα μου στο χώρο, την ίδια στιγμή, ήταν αρκετό για να εντοπίσει με μια ματιά μόνο άφθονα άτομα με το κινητό στο χέρι, το βλέμμα χαμένο μέσα του σαν ψαρόβαρκα σε θαλασσινή ρουφήχτρα.

Στη συνέχεια η κουβέντα των νέων περιστράφηκε γύρω από ένα άλλο, εξίσου ενδιαφέρον θέμα: αμάξια. «Αυτό είναι το καλύτερο στο είδος του». «Τι μου λες». Σα να μην έφτανε αυτό, η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα κάτι κοπελιές, αφοσιωμένες στη δική τους συζήτηση: «Αυτά τα παπούτσια μπορείς να τα βρεις στο Μοναστηράκι». «Α, είναι πολύ ωραία».

Πόσες φορές. Πόσες φορές μπορεί να ακούω γύρω μου τις ίδιες ακριβώς συζητήσεις… τις ίδια ακριβώς θέματα… τις ίδιες αντιλήψεις και τις ίδιες κοσμοθεωρίες… από τόσα και τόσα διαφορετικά άτομα. Σχεδόν αισθάνεσαι πως είναι όλοι ένα άτομο και μοναδικό, σε άφθονες παραλλαγές. Αλλά μια φορά να μπω στο τρένο και να κρυφακούσω μια συζήτηση δυο νέων για βιβλία… ή για κινηματογράφο… ή για μουσική… αυτό είναι σπάνιο φαινόμενο. Πάντα για κινητά και αυτοκίνητα και ρούχα.

Δεν αναφέρομαι σε ενήλικες μιας ηλικίας και πάνω – χαμένη η γενιά τους, τους έφαγε ο κόσμος της τηλεόρασης, των κομμάτων, των πιστωτικών, και της καριέρας που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Μα όταν βλέπω παιδιά 20 χρονών να χαραμίζονται σε κάθε ανουσιότητα που τους περιβάλλει, θλίβομαι. Ρούχα, κινητά, selfies, καλλυντικά και αμάξια. Πόση ζημιά τους έχει κάνει πια αυτό το σχολείο για να αντιπαθήσουν τόσο τα βιβλία. Με πόση ασημαντότητα έχουν γεμίσει το κεφάλι τους τα Μέσα Ενημέρωσης και οι μόδες.

Και μετά σας φταίει η οικονομική κρίση και η ανεργία. Μα αν δουλεύεις, βγάζεις χρήματα και τελικά τα σκορπάς σε ολοένα και καλύτερα κινητά και σε ολοένα ακριβότερα ρούχα… τότε, φίλε μου, το ίδιο θύμα είσαι όπως και τον καιρό που ήσουν άνεργος.

Πότε θα συνειδητοποιήσεις πως έχεις δύναμη στα χέρια σου… Πως είσαι κάτι παραπάνω από ένα νούμερο σε μια ατελείωτη λίστα καταναλωτών κάποιας πολυεθνικής; Πως είσαι κάτι περισσότερο από μια γλάστρα που επιθυμεί να καλλωπίζεται με περιώνυμες μάρκες για να καλύψει την ανωνυμία της ομοιομορφίας της – την ολική έλλειψη προσωπικότητας που την χαρακτηρίζει; Πως μπορείς να είσαι κάτι περισσότερο από αιώνιος πελάτης και πως η ζωή μπορεί να σου παρέχει κάτι ανώτερο από «Tις Kαλύτερες Προσφορές»;

Όμως όχι. Δεν επιθυμώ να βλέπω τα πάντα αρνητικά… Κρατώ μέσα μου την εικόνα ενός άλλου εικοσάχρονου που πέτυχα στο τρένο πριν κάποιους μήνες. Διάβαζε τον «Δον Κιχώτη». Και μιας κοπέλας που, αν θυμάμαι καλά, κράταγε στα χέρια της ένα αγαπημένο μου βιβλίο.


Ήθελα να την πλησιάσω και να της πω: “είσαι όμορφη, το ξέρεις;”.






Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Ο Αμφιλεγόμενος κύριος Γκρίφιθ - Ιστορία του Βωβού Κινηματογράφου #2





Ήταν σχεδόν ειρωνικό. Η ίδια Ευρώπη που γέννησε στις αρχές του νέου αιώνα αξιοθαύμαστες νέες μορφές τέχνης και επέκτεινε τους πνευματικούς ορίζοντες της πέρα από τα συμβατικά όρια των καιρών, έμελλε να αναλωθεί, σε βαθμό αυτοκαταστροφικό, στην συμβατική – τόσο συμβατική – περιπέτεια ενός μάταιου πολέμου. Ο κόσμος είχε δώσει πνοή στον Πικάσο και τον Προυστ, τον Φρόυντ και τον Αϊνστάιν, μα φαίνεται αυτό δεν ήταν αρκετό· δες πόσο χαμογελαστοί εξορμούσαν οι στρατιώτες για το μέτωπο εν έτει 1914, βαδίζοντας με γοργό βήμα προς την κόλαση των χαρακωμάτων και έναν πρόωρο τάφο. Θα έλεγε κάποιος πως όσο υψηλότερα άγγιζε η γηραιά ήπειρος τα ύψη, τόσο βαθύτερα βούλιαζε στο βούρκο.

Μα οι πληγές που άφησε ο Μεγάλος Πόλεμος στην Ευρώπη έμελλε να αποβούν καθοριστικές. Στα τέλη της δεκαετίας του 10 η ενισχυμένη – οικονομικά και γεωπολιτικά – Αμερική παρέλαβε πια την σκυτάλη. Οι τέχνες ασφαλώς έμελλε να καρποφορήσουν στην παλαιά ήπειρο την εποχή του Μεσοπολέμου (αποπνέοντας αέρα εξέγερσης και μια διάθεση εξερεύνησης του αχανούς εσωτερικού κόσμου), μα σε επίπεδο μαζικής κουλτούρας και ψυχαγωγίας ήταν οι Αμερικάνοι πλέον εκείνοι που κατεύθυναν τις εξελίξεις. Καθοδηγούμενοι από το επιχειρηματικό τους πνεύμα και αυτόν τον ανελέητο ατομικισμό που χαρακτηρίζει την κουλτούρα τους, σχηματίζοντας πελώριες επιχειρηματικές ενώσεις – τα λεγόμενα Τραστ – και μονοπωλώντας τις Αγορές, έμελλε να μεταμορφώσουν τον Κινηματογράφο σε έμβλημα της νέας εποχής: της εποχής των μαζών.

Από ταπεινή μορφή διασκέδασης των κατώτερων τάξεων, ο κινηματογράφος μετεξελίχτηκε στο απόλυτο Μέσο Φυγής και Απόδρασης. Οι κινηματογραφικές αίθουσες – μεγάλες και διακοσμημένες σαν παλάτια, εξοπλισμένες με πλούσιο προσωπικό μουσικών και υπαλλήλων – ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια στο γόνιμο έδαφος των πόλεων, πλάι στα πανύψηλα κτίρια, τις ανυψωμένες γέφυρες, τις αλυσίδες καταστημάτων και τους πολύφωτους δρόμους που ξεχείλιζαν, πλέον, αυτοκίνητα. Η βιομηχανία του κινηματογράφου καθοδηγούσε τη βιομηχανία του θεάματος – και το θέαμα κατέκλυζε τον διψασμένο γι’ αυτό κόσμο. Τα αστέρια είχαν κατέβει απ’ τον ουρανό και πλούμιζαν τα κινηματογραφικά πανιά, σκορπίζοντας αστραφτερά χαμόγελα και μάταιες υποσχέσεις.

Ήταν μόλις 1910 όταν γυρίστηκε η πρώτη ταινία σ’ ένα μικρό, ηλιόλουστο χωριό βόρεια του Λος Άντζελες, το κλίμα του οποίου διευκόλυνε τα γυρίσματα των έργων· η ταινία ονομαζόταν «Στην Παλιά Καλιφόρνια» (“In Old California”). Σκηνοθέτης της ένας νεοφερμένος αμερικάνος στον χώρο του κινηματογράφου: Ο David Llewelyn Wark Griffith – γνωστότερος με το συντομότερο D.W. Griffith. Όσο αφορά το όνομα εκείνου του μικροσκοπικού χωριού, το οποίο έμελλε να μεγαλώσει και να φουσκώσει σαν μπαλόνι, να υψωθεί στους ουρανούς και να ταξιδέψει σε όλο το μήκος της γης… ήταν Hollywood.

Καλώς ήρθατε στον εικοστό αιώνα.






Ο D.W. Griffith και το υπερτροφικό μωρό



Κάθε μικρό παιδί, όταν κάνει τα πρώτα του βήματα, χρειάζεται έναν ενήλικα να το πάρει από το χέρι και να το βοηθήσει να στηριχτεί στα δυο του πόδια. Ήταν ο Γκρίφιθ εκείνος ο ενήλικας και το παιδί φυσικά δεν ήταν άλλο από τον κινηματογράφο. Βέβαια έρχεται και η στιγμή που το παιδί πρέπει να απαλλαγεί απ’ τον ενήλικα – να κατορθώσει να βαδίσει μονάχο του (αν του το επιτρέπει το κράτος με την ανεργία και τους χαμηλούς μισθούς του!). Στα χέρια του Γκρίφιθ το βλαστάρι μας σημείωσε εντυπωσιακά βήματα που μετεξελίχτηκαν κυριολεκτικά σε άλματα – μα η πατρική σκιά του Γκρίφιθ έφτασε να δεσπόζει, σχεδόν ανησυχητική, απάνω του, καθοδηγώντας το, μα παράλληλα αντιμετωπίζοντάς το μονίμως σαν ένα μικρό παιδί. Ο κινηματογράφος δεν ενηλικιώθηκε απότομα με τον Γκρίφιθ· παρέμεινε παιδί, μα ένα παιδί γιγαντωμένο σε υπέρογκες διαστάσεις, εντυπωσιάζοντας τον κόσμο με τις μοναδικές του δυνατότητες. Ένα υπερτροφικό μωρό που μιλάει ήδη ξένες γλώσσες, μα συναισθηματικά δεν έχει ωριμάσει.

Ο Γκρίφιθ υπήρξε ο σημαντικότερος αμερικανός σκηνοθέτης της δεκαετίας του Πολέμου. Οι καινοτομίες που καθιέρωσε, οι πρωτοποριακές του επινοήσεις και η απήχηση των έργων του δεν είχαν προηγούμενο. Ο κινηματογράφος ποτέ ξανά δεν θα ήταν ίδιος μετά από αυτόν. Παράλληλα όμως ξεχωρίζει για ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα έργα στην ιστορία του κινηματογράφου, μια ταινία που όσο θαυμασμό προκάλεσε τον καιρό εκείνον που προβλήθηκε, άλλη τόση αποδοκιμασία επέφερε σε μια μεγάλη μερίδα του κόσμου. Ο λόγος για την «Γέννηση Ενός Έθνους»: ένα από τα σημαντικότερα και, ταυτόχρονα, πιο αμφιλεγόμενα φιλμ όλων των εποχών.







6 # Η Γέννηση Ενός Έθνους (“Birth Of A Nation”, ΗΠΑ, 1915)
Σκηνοθεσία: D. W. Griffith




Η «Γέννηση Ενός Έθνους» υπήρξε το πιο πετυχημένο εμπορικά φιλμ μέχρι το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» του 1939 - για ένα διάστημα σχεδόν 25 χρόνων, διανύοντας ορισμένες από τις λαμπρότερες μέρες στην ιστορία του κινηματογράφου. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Καταλαμβάνοντας τρεις ώρες, επρόκειτο για ένα έπος που ξετυλίγεται στα χρόνια του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, μα και στην περίοδο της Ανοικοδόμησης που ακολούθησε. Επηρεασμένος από τα ιταλικά επικά φιλμ της εποχής του, ο Γκρίφιθ επέκτεινε το κινηματογραφικό ιστορικό δράμα σε πρωτόγνωρα ύψη για τα δεδομένα των καιρών. Οι θεατές που εξορμούσαν κατά χιλιάδες στις αίθουσες έμεναν αποσβολωμένοι από τα φαντασμαγορικά σκηνικά, τα πιστά στην εποχή κουστούμια, τις απεικονίσεις των μαχών, τα εντυπωσιακά γενικά πλάνα, τις μοναδικές κοντινές λήψεις στα πρόσωπα των ηθοποιών, την ίδια την παρουσίαση της δολοφονίας του Αβραάμ Λίνκολν – τόσο ρεαλιστικά δοσμένη που ένιωθες που άνοιγε ένα παράθυρο στην εποχή εκείνη και πως αυτό που παρακολουθούσες δεν ήταν μια κινηματογραφική ταινία, μα ρεπορτάζ, πιστή καταγραφή μιας εποχής, που κάπως ξεπήδησε μέσα στο χρόνο.

Να αναφέρουμε ορισμένες από τις τεχνικές καινοτομίες της ταινίας; Οι εναλλαγές μεταξύ σκηνών που εκτυλίσσονται παράλληλα (cross-cutting)· η διαδοχή ανάμεσα σε μακρινά (γενικά) και κοντινά πλάνα· η εμβάθυνση στην ψυχολογία των ηθοποιών μέσα από τις εκφράσεις τους· ο ρεαλιστικός φωτισμός και τα απολύτως πειστικά εφέ (για παράδειγμα στη διάρκεια των μαχών, στις οποίες τα γενικά πλάνα, οι καπνοί και οι εκρήξεις δίνουν την αίσθηση πως αυτό που βλέπεις είναι αληθινό και όχι αποτέλεσμα ενός στούντιο)· οι ιδιαίτερες γωνίες λήψης· η χρήση των flashback, του fade in και του fade out· το travelling της κάμερας· μα πάνω απ’ όλα, η αίσθηση πως εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου ένα αληθινό ιστορικό δράμα, δοσμένο μέσα από τα μάτια των βασικών του χαρακτήρων, περιγράφοντας την προσωπική τους ιστορία, τα πάθη, τους έρωτες, τα μίση, τους κινδύνους τους… ο κινηματογράφος ως αφηγηματικό μέσο ποτέ άλλοτε δεν είχε κάνει τόσο σθεναρή την παρουσία του. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως με τον Γκρίφιθ το σινεμά καθιερώθηκε πλέον ως το μεγάλο οπτικό μυθιστόρημα της νέας εποχής – όπως το γνωρίζουμε σήμερα.






Μα αν είχε μάθει να πετάει πρόωρα, το μωρό παρέμενε μωρό – όσο καινοτόμο και αν ήταν το έργο οπτικά και αφηγηματικά, άλλο τόσο ανώριμο παρέμενε σε επίπεδο περιεχομένου. Η «Γέννηση Ενός Έθνους» σκόρπισε τότε τον ενθουσιασμό (ανάμεσα στους θαυμαστές της υπήρξε και ο αμερικανός πρόεδρος Woodrow Wilson), μα σήμερα βλέποντας την δεν μπορούμε παρά να αγανακτούμε μπροστά στο κατάφωρο ρατσιστικό της περιεχόμενο. Βασισμένη στο βιβλίο του Thomas Dixon The Clansman: An Historical Romance of the Ku Klux Klan, η ταινία παραμένει ως σήμερα ένα από τα πιο αντιδραστικά φιλμ όλων των εποχών: ήδη από την πρώτη κιόλας σκηνή, ο μαύρος πληθυσμός των ΗΠΑ παρουσιάζεται ως «ο σπόρος που έσπειρε τη διχόνοια» στη χώρα. 

Το δεύτερο μέρος του έργου, το οποίο ασχολείται με την περίοδο της Ανοικοδόμησης, είναι τόσο έκδηλα ρατσιστικό, που σχεδόν σε πιάνουν τα γέλια βλέποντάς το. Γελάς για να αποτρέψεις την αίσθηση της αηδίας με αυτά που ξετυλίγονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια σου: οι μαύροι παρουσιάζονται ως τεμπέληδες, ανίκανοι, βίαιοι και επικίνδυνοι, ορμώμενοι από τα χαμηλότερα δυνατά ένστικτα· η χώρα κυλούσε αρμονικά τον καιρό που ο λευκοί κατείχαν τα ηνία, μα από την εποχή που οι μαύροι αποτίναξαν τις αλυσίδες τους τα πράγματα ακολούθησαν την κατιούσα. Εν τέλει είναι η ηρωική Κου Κλουξ Κλαν εκείνη που σώζει την κατάσταση. Η Κου Κλουξ Κλαν, τα μέλη της οποίας παρουσιάζονται σαν ιππότες σε λευκές στολές, αληθινοί ήρωες καβάλα στ’ άλογά τους, ικανοί να ανοικοδομήσουν τη χώρα πάνω στις σωστές αξίες, που τόσο κινδύνεψαν στα χέρια των μαύρων.

Ανάμεσα στους μαύρους χαρακτήρες, εκείνοι που παρουσιάζονται ως «καλοί» είναι οι υπάκουοι (πρώην) σκλάβοι και υπηρέτες. Εκείνοι που αρνούνται να προδώσουν τον άξιο, λευκό αφέντη τους, μα μένουν πιστοί στην παλαιά τάξη πραγμάτων. Τα αιώνια παιδιά, έχοντας ανάγκη κάποιος να τους κρατάει από το χέρι – ένας λευκός αφέντης να τους ποδηγετεί, προκειμένου να μην ξεστρατίσουν. Αξίζει εξάλλου να αναφέρουμε πως τους σημαντικότερους μαύρους χαρακτήρες στο φιλμ δεν τους υποδύονται αληθινοί μαύροι – μα λευκοί, έχοντας βάψει το πρόσωπό τους – μια παράδοση από τον παλιό καιρό των αμερικανικών θεατρικών παραστάσεων, που έμελλε να επιζήσει περίπου μια εικοσαετία ακόμα.






Μετά από όλα αυτά είναι άραγε άξιο απορίας το γεγονός πως η ταινία συνέβαλε στην ενδυνάμωση της (αληθινής) Κου Κλουξ Κλαν, η οποία είδε τα μέλη της να αυξάνονται με αλματώδεις ρυθμούς και φρόντιζε για πολλά χρόνια να προβάλλει το φιλμ στους νεοφερμένους, ως προπαγανδιστικό εργαλείο; Πως ξεδιπλώθηκαν ρατσιστικά φαινόμενα σε πλήθος πόλεων; Μα και πως το έργο αποκηρύχτηκε από την NAACP (Εθνική Οργάνωση Για Την Πρόοδο Των Εγχρώμων), καθώς και από μια μερίδα αγανακτισμένου κόσμου – πολύ λιγότερου όμως από το πλήθος εκείνων που είχαν ενθουσιαστεί μαζί της, μετατρέποντάς την στη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου.

Μπορούμε άραγε να υπερασπιστούμε με οποιονδήποτε τρόπο τον δημιουργό της; Είχε επίγνωση ο Γκρίφιθ των κοινωνικών επιπτώσεων του φιλμ, ή ήταν απλά θύμα μιας λιγότερο ευαισθητοποιημένης εποχής; Η αλήθεια είναι πως ο Γκρίφιθ δεν υπήρξε «ρατσιστής» με τη μεταγενέστερη φυλετική έννοια – μα με μια διάχυτη στην εποχή του πατερναλιστική αντίληψη: οι μαύροι δεν είναι κατώτεροι απαραίτητα, απλά ανώριμοι. Παιδιά. Καλοί ως υπηρέτες ή διασκεδαστές, μα ανίκανοι για «σοβαρότερες» δουλειές. Το ίδιο, κατά μία έννοια, ισχύει και για τις γυναίκες του έργου. Οι γυναίκες παρουσιάζονται με έναν συντηρητικό τρόπο, δίνοντας έμφαση στην αξία της παρθενίας και της υπακοής. Εν τέλει το έργο του Γκρίφιθ αντανακλά τις παραδοσιακές αξίες των συντηρητικών του Νότου: οικογένεια, παρθενία, παράδοση, εργασία, ιεραρχία, σταθερότητα.

Μα ο Γκρίφιθ θέλησε να αποτινάξει το στίγμα του ρατσιστή από πάνω του. Η ταινία ήταν πλέον ιστορία και οι συνέπειές της αναπόφευκτες. Σκέφτηκε όμως πως με ένα νεότερό του φιλμ θα μπορούσε ίσως να αντιστρέψει την κατάσταση προς όφελος περισσότερο κοινωνικά αποδεκτών κοινωνικών μηνυμάτων. Παράλληλα η πελώρια επιτυχία της «Γέννησης Ενός Έθνους» τον ώθησε να πάρει ακόμα μεγαλύτερα ρίσκα σε επίπεδα παραγωγής – το αποτέλεσμα ήταν το πιο φαντασμαγορικό και μεγαλεπήβολο έργο των καιρών του. Ταυτόχρονα όμως, ένα έργο που τον καταχρέωσε και τον οδήγησε στη χρεωκοπία.



"Η Γέννηση Ενός Έθνους" αναβιώνει την Κου Κλουξ Κλαν". Πανό από διαμαρτυρία της εποχής



7 # Μισαλλοδοξία (“Intolerance”, ΗΠΑ, 1916)
Σκηνοθεσία: D. W. Griffith



Ο τίτλος του έργου είναι ενδεικτικός. Αν το “Birth of a Nation” υπήρξε το πλέον αντιδραστικό και ρατσιστικό φιλμ των καιρών του, η «Μισαλλοδοξία» ήταν ένα έργο που μιλούσε για τη σημασία της αποδοχής της διαφορετικότητας και τη σπουδαιότητα της ειρήνης – καταμεσής μιας πολεμόχαρης εποχής. Βρισκόμαστε στο έτος 1916, τον καιρό που οι Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονταν να εισχωρήσουν με τη σειρά τους στην υπερατλαντική περιπέτεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Και την εποχή εκείνη τα πλέον αποδεκτά και εμπορικά επιτυχημένα φιλμ ήταν εκείνα που προπαγάνδιζαν τις αξίες του πολέμου – όχι το αντίθετό τους! Θα έλεγε κάποιος πως το νεότερο, πασιφιστικό επιχείρημα του Γκρίφιθ ήταν καταδικασμένο σε αποτυχία εξαρχής.

Επρόκειτο για το μεγαλύτερο έπος που είχε γυριστεί ως τότε. Μια φαντασμαγορική παραγωγή, υπερβαίνοντας τις τρεις ώρες, μπολιασμένη με συγκλονιστικά σκηνικά, χιλιάδες κομπάρσους, επικές μάχες, φαντασμαγορικά πλάνα, ανυπέρβλητες εικόνες. Παρουσιάζοντας παράλληλα τέσσερις ιστορίες σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, από την αρχαία Βαβυλώνα στη Γαλλία της Σφαγής του Αγίου Βαρθολομαίου, και από την εποχή του Χριστού στη σύγχρονη κοινωνία του 20ου αιώνα, το έργο ξετυλίγει το πασιφιστικό του μήνυμα, τονίζοντας τη σπουδαιότητα της καθολικής αγάπης και της αποδοχής της διαφορετικότητας. Παράλληλα προσφέρει στο θεατή το πλέον εντυπωσιακό θέαμα που είχε αντικρίσει ως τότε – κανένα άλλο έργο δεν ήταν τόσο λαμπρό σε σκηνικά, σε τοπία, σε κοστούμια, σε εφέ. 

Σκηνές εξάλλου όπως της Lilian Gish, η οποία παρουσιάζεται ως αιώνια Μάνα που νανουρίζει το μωρό στην Κούνια – τότε και τώρα και για πάντα, χαρίζοντάς μας μία από τις εμβληματικότερες εικόνες στην ιστορία του κινηματογράφου, έχουν χαραχτεί για πάντα στη μνήμη. Το έργο σχεδόν εξιλεώνει το δημιουργό του από το κατάφωρα ρατσιστικό, προηγούμενο εγχείρημά του.






Μα δες ποια ήταν η ειρωνεία. Η «Μισαλλοδοξία» απέτυχε εμπορικά. Ο κόσμος δεν ενδιαφερόταν να δει ένα έπος με ανθρωπιστικά μηνύματα. Βρισκόμασταν σε εποχή πολέμου! Η πολύπλοκη δομή του εξάλλου, και η εναλλαγή ανάμεσα σε τέσσερις διαφορετικές ιστορίες λειτούργησαν αρνητικά, μπερδεύοντας τους θεατές, οι οποίοι αδυνατούσαν να παρακολουθήσουν ένα τόσο μπλεγμένο αφηγηματικά φιλμ. Οι κριτικές που δέχτηκε η ταινία ήταν αντιφατικές και εν τέλει, το υπέρογκο κόστος παραγωγής στάθηκε αδύνατο να ξεπεραστεί. Το στούντιο χρηματοδότησης του Γκρίφιθ είδε τα ταμεία του ν’ αδειάζουν και κατέληξε στη χρεοκοπία. 

Εν τέλει έμελλε να είναι η «Γέννηση Ενός Έθνους» το φιλμ εκείνο για το οποίο θα θυμόταν ο περισσότερος κόσμος τον Γκρίφιθ – το έργο που θα σάρωνε τα ταμεία και τις κριτικές. Η ρατσιστική και αντιδραστική «Γέννηση Ενός Έθνους» και όχι η ανθρωπιστική «Μισαλλοδοξία».

Με την εμπορική αποτυχία της «Μισαλλοδοξίας» τελείωνε μια εποχή. Ποτέ ξανά δεν θα αναλάμβανε ο Γκρίφιθ τόσο φαντασμαγορικές παραγωγές. Και ο κινηματογράφος θα εστίαζε σε μικρότερες ιστορίες, λιγότερο επικές, δίνοντας έμφαση στις προσωπικές ιστορίες των χαρακτήρων του. Η ίδια η λογοτεχνία εξάλλου ξεκίνησε μεν απ’ το Έπος, μα στη συνέχεια προχώρησε αλλού… πως θα μπορούσε η κινηματογραφική αφήγηση να κάνει διαφορετικά.







8 # Το Σπασμένο Κρίνο (“Broken Blossoms”, ΗΠΑ, 1919)
Σκηνοθεσία: D.W. Griffith



Κάποιες φορές το απλό είναι το περισσότερο όμορφο. Όχι το εντυπωσιακό, όχι το φαντασμαγορικό – σίγουρα όχι το ακριβό. Στις λεπτομέρειες κάποιες φορές βρίσκεται η ομορφιά. Σε μια απαλή μελωδία, όχι σε ήχους πομπώδεις και επικούς. Σ’ ένα φυσικό τοπίο κάποιας παλιάς γειτονιάς, περιχυμένο στο ημίφως, όχι σε περίλαμπρα, επιβλητικά στην όψη σκηνικά. Σ’ ένα απλό χαμόγελο, μια χειρονομία, μια λεπτομέρεια του σώματος – όχι στη γενική εικόνα, όχι σε πολύπλοκες στάσεις και προκατασκευασμένες λέξεις. Ίσχυε τότε. Ισχύει και τώρα.

Η ταινία “Broken Blossoms” δεν είναι η γνωστότερη ταινία του Γκρίφιθ, ούτε η πιο επιβλητική. Δεν είναι το έργο που άλλαξε την πορεία του κινηματογράφου, ούτε η ταινία που εντυπωσίασε με τις τεχνικές καινοτομίες της. Είναι όμως σίγουρα το ομορφότερο από τα φιλμ του. Δώστε μου τον Γκρίφιθ του «Σπασμένου Κρίνου» - και κρατήστε τον άλλον, τον αμφιλεγόμενο, για τα χρονικά. Ο πρώτος είναι που με αγγίζει περισσότερο.

Πρόκειται για ένα απλό στη δομή του φιλμ, που αφηγείται τη συνάντηση και την αγάπη δύο περιθωριακών φιγούρων στις συνοικίες μιας ξένης γι’ αυτούς, πόλης. Καταμεσής του ομιχλώδους λιμανιού, κακόφημων κρησφύγετων οπίου και παρακατιανών, φτωχικών σπιτιών, συναντιούνται ένας Κινέζος και μια νεαρή κοπέλα. Το κορίτσι υπόκειται στη συνεχή κακομεταχείριση του βάρβαρου πατέρα της και αποζητά στον Κινέζο ένα καταφύγιο από έναν κόσμο σκληρό και επικίνδυνο. Ο ίδιος ο Κινέζος, καταμεσής μια πολιτείας που τον αντιμετωπίζει σαν περιθωριακό στοιχείο, βλέπει στην κοπέλα ένα ραγισμένο άνθος, τα πέταλα του οποίου προσπαθεί, όπως μπορεί, να ανασυγκροτήσει.






Το έργο είναι χαρακτηριστικό του στυλ του «Μελοδράματος». Περισσότερο ποιητικό, παρά ρεαλιστικό, προβαίνει σε απόλυτες αντιθέσεις «καλού» και «κακού», μοιάζοντας σε σημεία με μια παιδική ιστορία – απλά δοσμένη και βασισμένη στο συναίσθημα. Η κοπέλα συνιστά την προσωποποίηση του «αγαθού κοριτσιού», θύματος ενός σκληρού κόσμου, το καθάριο βλέμμα της οποίας ξεχειλίζει με αγνότητα – όμοια με λευκό λουλούδι. Ο Κινέζος έλκεται από το λουλούδι, μα αποφεύγει να το κόψει – να το κάνει δικό του. Η ταινία σαφώς εξιδανικεύει την πραγματικότητα, θυμίζοντας κάποιο όνειρο κάποιας άλλης εποχής – ενώ παράλληλα καθιστά φανερή την αντίληψη των καιρών (και του ίδιου του Γκρίφιθ) περί κοριτσίστικης αγνότητας.

Μα περισσότερο από την απλή ιστορία, είναι η μοναδική του εικόνα εκείνη που εκτοξεύει το έργο. Χαρακτηριστική μιας τεχνικής που ονομάστηκε “Soft Style”, η φωτογραφία απαλύνει τις έντονες αντιθέσεις και σκορπίζει παντού έναν απαλό τόνο, ένα καθάριο φως, που φαίνεται να περιλούζει με μια ονειρική διάθεση τους χαρακτήρες και τα σκηνικά. Η ομορφιά της Lilian Gish – που υποδύεται την νεαρή κοπέλα και η οποία είχε μετατραπεί πλέον σε μούσα του Γκρίφιθ – είναι εξωπραγματική, διάφανη, αγγελική, όπως αχνοφέγγει πάνω της το φως. Η εκφραστικότητά της αποκαλύπτει τη δύναμη της ηθοποιού να αποδώσει συναισθήματα δίχως να πει κουβέντα – τη δύναμη του βωβού κινηματογράφου, ο οποίος πια διαπίστωνε πως μπορούσε να πει μεγάλα πράγματα με τον πλέον απλό τρόπο. Για την τεχνική του “Soft Style” χρησιμοποιήθηκαν ως και σεντόνια που κρέμονταν από το ταβάνι, προκειμένου να απαλύνουν την εικόνα και να αποδώσουν το υπερκόσμιο αυτό συναίσθημα.

Το «Σπασμένο Κρίνο» είναι το πρώτο κινηματογραφικό ποίημα – το πρώτο έργο που μετουσίωσε σε εικόνα την εξιδανικευμένη ομορφιά ενός άλλου κόσμου. Ενός κόσμου περισσότερο συγγενικού στο όνειρο, παρά στην πραγματικότητα.







Το μωρό στα χέρια του Γκρίφιθ είχε μάθει πρόωρα να πετά, η πτήση του ήταν εντυπωσιακή και ανώριμη συνάμα. Μα κάποια στιγμή έπεσε και άρχισε πια να βλέπει τον κόσμο με τα καθάρια μάτια, όχι ενός ενήλικα, μα ενός παιδιού. Και ο κόσμος φάνταζε φρέσκος και γεμάτος προκλήσεις. Ήταν καιρός πια να παραδώσει τη σκυτάλη στον επόμενο. 

Η ιστορία του D.W. Griffith στο αφιέρωμά μας φτάνει πια στο τέλος της. Μα η ιστορία του κινηματογράφου συνεχίζεται…


Τέλος 2ου Μέρους. Για όσους το έχασαν, μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο μέρος του αφιερώματος εδώ:







You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...