Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Έργα και Ημέρες του Stanley Kubrick, μέρος 1


Stanley Kubrick, part I


“However vast the darkness, we must supply our own light.”

Stanley Kubrick


Ήθελε, μικρός, να γίνει ντράμερ. Συγκεκριμένα ντράμερ της τζαζ. Πράγμα καθόλου εύκολο, καθώς η τζαζ απαιτεί υψηλές ικανότητες συγχρονισμού και αυτοσχεδιασμού ταυτόχρονα. Μα ο μικρός Στάνλεϊ αντιμετώπιζε την πρόκληση ως κάτι θετικό. «Ας φαίνεται δύσκολο σε κάποιους», μπορεί να σκεφτόταν, ενώ τα μάτια του εξαπέλυαν σπίθες, σαν τσακμάκι. «Εγώ θα προσπαθήσω και θα τα καταφέρω».

Κάποια μοιραία μέρα όμως, κι ενώ ο μικρός Στάνλεϊ έκλεινε τα δώδεκα του χρόνια, ο πατέρας του πήρε δώρο για τα γενέθλια του όχι ένα σετ με τύμπανα – μα μια φωτογραφική κάμερα. «Μπορείς να αποτυπώσεις σε εικόνες την εντύπωση σου για τον κόσμο», μπορεί και να του είχε πει. Ο μικρός κοίταξε μέσα από το μικροσκοπικό παραθυράκι της κάμερας – και ένα πελώριο παράθυρο φάνηκε να ξανοίγεται στη φαντασία του. «Έτσι λοιπόν φαντάζει ο κόσμος μέσα από το βλέμμα μου…», πιθανό να σκέφτηκε ο μικρός. Η ιδέα να μπορεί να αποτυπώνει σε εικόνες την εξωτερική πραγματικότητα τον γοήτευσε.

Σύντομα μάλιστα θα διαπίστωνε πως η εικόνα είναι πάντα κάτι παραπάνω από μετάδοση μιας όψης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Μέσω των κατάλληλων χειρισμών η φωτογραφία μπορεί όχι μόνο να αναπαράγει την πραγματικότητα – μα να την εμπλουτίσει, να τη γεμίσει νόημα, να την εξυψώσει σε τέχνη. Όλα σχετίζονται με το βλέμμα πίσω από την κάμερα.

Ευτυχώς για όλους μας, ο μικρός Στάνλεϊ γοητεύτηκε τόσο από τον φωτογραφικό φακό, που εγκατέλειψε τις μουσικές φιλοδοξίες του. Ποιος ξέρει. Ίσως να κατόρθωνε να γίνει ντράμερ της τζαζ, αν προσπαθούσε… Μα ο κόσμος του κινηματογράφου θα γινόταν πολύ φτωχότερος. Και εσείς δε θα διαβάζατε τώρα αυτό το αφιέρωμα… παρά ένα άλλο, με τον τίτλο: «Οι Λευκοί Ντράμερ της Τζαζ που Δεν Γνωρίζατε».






Η φωτογραφική εμπειρία


Στα χρόνια της δεκαετίας του ’40, στο επαύριο του πολέμου, ο νεαρός Στάνλεϊ Κιούμπρικ συνήθιζε να περιδιαβαίνει τους δρόμους της Νέας Υόρκης, με τη φωτογραφική μηχανή του στο χέρι, αναζητώντας οπτικά ερεθίσματα. Εργαζόταν τότε ως φωτορεπόρτερ, στα πλαίσια του περιοδικού “Look”. Δε θα μπορούσε να είχε βρεθεί σε περισσότερο ενδιαφέρον μέρος. Η Νέα Υόρκη των καιρών ήταν μια πόλη που ξεχείλιζε ερεθίσματα και αντιθέσεις. Και είναι η αντίθεση, όπως το κοντράστ του άσπρου με το μαύρο στην εικόνα, εκείνη που εμπλουτίζει μια σκηνή, εκείνη που αναδεικνύει το φως συγκριτικά με το σκοτάδι, το εύθυμο σε σχέση με το σοβαρό, το βαθύ συγκριτικά με το ανούσιο – μέσα από τις αντιθέσεις είναι που εξυφαίνεται το πέπλο της ζωής.

Η ιδέα της αντιπαραβολής των αντιθέτων θα χάραζε τη δική της πορεία στο σκεπτικό του νεαρού φωτογράφου. Με το πέρασμα των χρόνων, κι ενώ η φωτογραφική κάμερα θα παρέδιδε τη θέση της στην κινηματογραφική, η αέναη σύγκρουση των αντιτιθέμενων όψεων της ύπαρξης θα καρποφορούσε, ως ιδέα και κοσμοθεωρία, μες στη σκέψη του. Θα τη συναντούσαμε, μεταμορφωμένη σε άφθονες παραλλαγές, σε όλα σχεδόν τα κινηματογραφικά έργα που τον καταξίωσαν.

Δε θα ήταν όμως υπερβολή αν λέγαμε πως ο σπόρος είχε ήδη φυτευτεί, εκεί, στα χρόνια της δεκαετίας του ’40, κι ενώ ο νεαρός Στάνλεϊ γύριζε στις πλατιές λεωφόρους και στα στενά της Νέας Υόρκης, σε παλιές βιβλιοθήκες και σε μεγάλα καταστήματα, σε εργασιακούς χώρους και νυχτερινά καμπαρέ. Από την κοσμοσυρροή και τη βαβούρα του μετρό σε κάποιο έρημο δρομάκι, όπου δυο παιδιά γυροφέρνουν γυαλίζοντας παπούτσια… Από το καμαρίνι κάποιας φιλόδοξης χορεύτριας στο εργαστήρι ενός επιστήμονα, ενώ διεξάγει τα πειράματά του… Και από τον αλητάκο του δρόμου, όπως αράζει σα γάτος πάνω σ’ έναν φράκτη, στον… αλήτη της πολιτικής: τον πρόεδρο Αϊζενχάουερ – ο φακός του Κιούμπρικ γύριζε παντού.






Οι φωτογραφίες του ξεχωρίζουν για την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που μεταδίδουν, μέσα από τα εξαιρετικά κοντράστ του φωτός με το σκοτάδι. Παράλληλα αποτυπώνουν όψεις της καθημερινότητας της εποχής με έναν ανάγλυφο τρόπο, μιλώντας σε μια γλώσσα πέρα από τον χρόνο. Η τέχνη της φωτογραφίας, για εκείνον που γνωρίζει πώς να τη χειρίζεται, ποτέ δεν συνιστά «απλά» μια αποτύπωση της πραγματικότητας – μα κάτι πολύ περισσότερο. Και αυτό το είχε κατανοήσει ο Κιούμπρικ. Πρόκειται ουσιαστικά για μια μορφή γλώσσας, όπως κάθε τέχνη, ένα εκφραστικό μέσο που ζωγραφίζει τον κόσμο, την ίδια στιγμή που τον παρουσιάζει σε μια επίπεδη επιφάνεια.

Με το πέρασμα των χρόνων, κι ενώ είχε πια καταξιωθεί ως σκηνοθέτης, ο Κιούμπρικ θα εξηγούσε πως η φωτογραφική εμπειρία επηρέασε με τη σειρά της τη σκηνοθετική του ματιά: «Χάρη στο υπόβαθρο μου στη φωτογραφία, μπορούσα εύκολα να διακρίνω ποιος είναι ο καλύτερος οπτικά τρόπος για να αποτυπώσω μια σκηνή στην οθόνη» (πηγή). Και αν στην ίδια συνέντευξη ο Κιούμπρικ τόνιζε πως, «σημαντικότερα και απ’ τη φωτογραφία σε ένα έργο, είναι το σενάριο και η υποκριτική», εμείς με τη σειρά μας δε μπορούμε παρά να διακρίνουμε τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε η οπτική εμπειρία της φωτογραφίας, στο σύνολο των έργων του. 

Αρκεί να φέρουμε στο νου μας τις υπέροχες αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι στα ασπρόμαυρά του φιλμ, όπως η «Λολίτα» και το “The Killing”… Τα ατμοσφαιρικά του πλάνα σε έργα όπως η «Λάμψη» και το «Κουρδιστό Πορτοκάλι», με την χαρακτηριστική, αργή κίνηση της κάμερας μέσα από τέλεια σχεδιασμένα σκηνικά και τη μοναχική φιγούρα που περιδιαβαίνει ανάμεσά τους… Καθώς και εκείνες τις κινηματογραφικές εικόνες που φαντάζουν βγαλμένες από κάποιον πίνακα ζωγραφικής, όπως στο «2001» και το “Barry Lyndon”… Αρκεί να φέρουμε κατά νου όλες εκείνες τις σκηνές, για να κατανοήσουμε πόσο είχε επηρεάσει η εμπειρία της φωτογραφίας τον Στάνλεϋ Κιούμπρικ.






Σαν πίνακας ζωγραφικής


Στην πραγματικότητα όλες οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Και οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες πάντα το γνώριζαν αυτό. Και αν στον 20ο αιώνα ήταν οι τέχνες της Φωτογραφίας και του Κινηματογράφου εκείνες που προσπάθησαν, κατά κύριο λόγο, να αποτυπώσουν μια ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας των καιρών τους, γυρνώντας πίσω στον χρόνο διαπιστώνουμε πως τον ρόλο αυτόν τον κατείχε – για αιώνες – η ζωγραφική.

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, η σύνθεση, η περιγραφή σκηνών μέσω εικόνας, το σημείο τομής, η αίσθηση βάθους, η απόδοση της ατμόσφαιρας, η παρουσίαση της πραγματικότητας μέσα από διαφορετικές τεχνικές... όλα εντάσσονται στην πλούσια ζωγραφική παράδοση, που κληροδότησε με τη σειρά της τις γνώσεις της στον ανήσυχο 20ο αιώνα. Και τα έργα του Κιούμπρικ συχνά ανατρέχουν στις ρίζες – συχνά αποτίουν φόρο τιμής στην ίδια την ιστορία της εικαστικής σύνθεσης με σκηνές που θα φάνταζαν βγαλμένες από κάποιο πίνακα ζωγραφικής.

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα όλων είναι η ταινία “Barry Lyndon” - το αρτιότερο εικαστικά επίτευγμα του Κιούμπρικ. Εκεί που η ζωγραφική, η φωτογραφία και ο κινηματογράφος σμίγουν μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα ευτυχές... τρίο.

Προκειμένου να χτίσει τα πανέμορφα σκηνικά της ταινίας ο Κιούμπρικ ανέτρεξε σε πλήθος ζωγραφικών έργων του 18ου αιώνα, σε απεικονίσεις τοπίων και ανθρώπων των καιρών, με επίκεντρο τη σατιρική ζωγραφική του William Hogarth. Ο Hogarth απεικόνιζε ανθρώπινους τύπους της εποχής του μέσα από καυστικές, συχνά, προβολές της καθημερινότητας (περισσότερα για τον Hogarth μπορείτε να δείτε στο 2ο μέρος του αφιερώματος μας για την Ιστορία της Ζωγραφικής – κλικ εδώ). Η επιρροή του έργου του Hogarth γίνεται ολοφάνερη στη σκηνή της ταινίας που βλέπουμε στην εικόνα. Πάνω βλέπουμε μια σκηνή από το φιλμ του Κιούμπρικ – και κάτω το έργο του Χόγκαρθ από το οποίο και εμπνεύστηκε ο σκηνοθέτης τη σύνθεση του πλάνου.






Πραγματικά, μας δίνεται η αίσθηση πως το ζωγραφικό έργο έχει έρθει στη ζωή. Οι φιγούρες και η θέση τους στον χώρο, ο ρουχισμός, η στάση του σώματος, ο φωτισμός (για τον οποίο θα μιλήσουμε εκτενέστερα στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος), τα έπιπλα... όλα παραπέμπουν σε μια ζωγραφική σύνθεση. Εκεί που η ματιά του σκηνοθέτη συναντάει το βλέμμα του ζωγράφου.


Ένα διάλειμμα - Η προσωπική εμπειρία


Η πρώτη μου εμπειρία με ταινία του Κιούμπρικ έμελλε να είναι και η περισσότερο τρομακτική – ο λόγος για τη «Λάμψη», την οποία και είδα πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί (δε θυμάμαι ακριβώς ηλικία). Σκηνές όπως τα δίδυμα κοριτσάκια που έστεκαν σα σκιάχτρα στη μέση του διαδρόμου, το ασανσέρ που πλημμύριζε αίμα και φυσικά το ψυχωτικό βλέμμα του Τζακ Νίκολσον, ενώ παραδίδει τη διαχρονική ατάκα «Heeeeres Johnny!” είχαν καρφωθεί μέσα στη μνήμη μου. Δεν ήταν λίγα τα φιλμ τρόμου που είχα δει μικρός, παρεμπιπτόντως – μα η «Λάμψη» ξεχώριζε από τα υπόλοιπα εξαιτίας αυτής της τόσο χαρακτηριστικής της εικόνας. Η σκηνή που ο πατέρας συνομιλεί με τον μπάρμαν στο πολυτελές σαλόνι του ξενοδοχείου – άδειο, αφιλόξενο κι έρημο, όπως άδειο, αφιλόξενο κι έρημο φάνταζε το χιονισμένο τοπίο έξω… Ή οι ατελείωτοι διάδρομοι του ξενοδοχείου, που βλέπουμε από την μικροσκοπική οπτική γωνία του παιδικού ποδηλάτου… πολυδαίδαλοι και επικίνδυνοι, όπως ακριβώς ο αληθινός λαβύρινθος που δέσποζε έξω. Εικόνες και σκηνές σαν αυτές γεννούσαν συναισθήματα, που δε συναντούσες εύκολα σε άλλα φιλμ τρόμου της εποχής.

Με άλλα λόγια ήταν η ατμόσφαιρα και η αισθητική του έργου εκείνα που έκαναν τη διαφορά – περισσότερο ίσως και από το σενάριο, βασισμένο σε ένα βιβλίο του Στήβεν Κινγκ, μα διαφοροποιημένο σε τόσο μεγάλο βαθμό, που ο συγγραφέας του έφτασε να αποκηρύξει το φιλμ του Κιούμπρικ.






Η «Λάμψη» υπήρξε η πρώτη εμπειρία μου με τον κόσμο του Κιούμπρικ, μα θα περνούσαν πολλά χρόνια μέχρι τη δεύτερη. Ο λόγος είναι απλός: τα φιλμ του Κιούμπρικ δε προβάλλονταν εύκολα στα κανάλια της τηλεόρασης τον καιρό που ήμασταν μικροί, ή αν προβάλλονταν, δεν ήταν από τις ταινίες που θα επιλέγαμε να δούμε ως παιδιά. Η «Λάμψη» ανήκε στα πλέον δημοφιλή και εμπορικά όμως (σίγουρα η παρουσία του Τζακ Νίκολσον έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτό), γι’ αυτό και την ήξεραν οι πάντες. Μα μεγαλώνοντας και κατορθώνοντας πλέον να ανατρέξω πίσω στον κινηματογραφικό χρόνο και να παρακολουθήσω την ιστορία των ταινιών του, θα διαπίστωνα πως η «Λάμψη» δεν είναι απαραίτητα το πιο τρομακτικό από τα έργα του.

Τυπικά μιλώντας, είναι η μοναδική ταινία «τρόμου» που γύρισε ποτέ. Ωστόσο αφήνοντας τους τύπους και εισχωρώντας στην ουσία, πείτε μου αλήθεια: δεν είναι περισσότερο τρομακτικό, αν το καλοσκεφτούμε, το θέαμα ενός ανθρώπου που πανηγυρίζει εξαπολύοντας μια ατομική βόμβα, ενώ εκείνη κατευθύνεται για να σκοτώσει εκατομμύρια; (Dr Strangelove) Ή η εικόνα ενός υπερανεπτυγμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή, κατειλημμένου από αισθήματα ζήλιας απέναντι στην ανθρωπότητα, ο οποίος φτάνει να ξεπετάξει έναν άνθρωπο καταμεσής του αχανούς διαστήματος, προκειμένου να τον ξεφορτωθεί; (2001: A Space Odyssey) Μήπως είναι λιγότερο τρομακτική η περιγραφή ενός στρατηγού που δε διστάζει να θυσιάσει τους στρατιώτες του στο “όνομα της πατρίδας”, ενάντια στη θέλησή τους, προκειμένου να σώσει την υπόληψή του; (Paths of Glory) Ή μήπως στερείται τρόμου η εκπαίδευση των στρατιωτών που οδεύουν στη μάχη και η σταδιακή μετατροπή τους σε μηχανές πολέμου, στερημένες αισθημάτων και ποτισμένες προπαγάνδα; (Full Metal Jacket)

Ένα είναι βέβαιο: Το σύμπαν του Στάνλεϋ Κιούμπρικ δεν είναι ένα σύμπαν αγαθό κι αγγελικά πλασμένο.






Ήμουν φοιτητής πια, 19 χρονών, όταν είδα στον κινηματογράφο το «Κουρδιστό Πορτοκάλι». Ούτε που θυμόμουν πως υπήρξε έργο του ίδιου σκηνοθέτη που είχε γυρίσει τη «Λάμψη». Μα βγαίνοντας από την αίθουσα, με το πέρας της ταινίας, ένιωθα λες και είχα βιώσει μια κινηματογραφική Αποκάλυψη. Καμία άλλη ταινία, μέχρι τότε, δε με είχε συγκλονίσει έτσι. Κάθε σκηνή, κάθε εικόνα, κάθε ατάκα, κάθε ήχος της – τα πάντα είχαν εντυπωθεί μέσα μου. Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα ποια είναι η δύναμη του Κινηματογράφου. Τα επόμενα χρόνια έμελλε να δω πολλά ακόμα έργα που θα αποκάλυπταν αυτήν ακριβώς τη δύναμη του φιλμ και της εικόνας – μα το «Κουρδιστό Πορτοκάλι» υπήρξε το φιλμ που προηγήθηκε, χρονικά, των άλλων – και ως τέτοιο πάντα θα κατέχει ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Και αν δεν εντάσσεται στην κατηγορία των «ταινιών τρόμου», πείτε μου, αλήθεια – πόσο περισσότερο «τρομακτικό» μπορεί να γίνει ένα έργο, στην ουσία του, όταν σου αποκαλύπτει τη γυμνή ωμότητα της ανθρώπινης φύσης; Τα επιθετικά ένστικτα που διψούν για ικανοποίηση; Ένα έργο που παρουσιάζει τους ανθρώπους σα τέρατα, μα όχι λιγότερο τέρατα από την κοινωνία και το κράτος που τους περιβάλλει; Ακόμα χειρότερα – ένα έργο που δε φαίνεται να παρέχει καμία απολύτως λύση, κανένα συμβιβασμό, καμία απολύτως κάθαρση, κανένα happy ending;

Ήταν πια φανερό: Δεν είμαστε πια στο Hollywood. Και αυτή δεν ήταν η ταινία της Κυριακάτικης τηλεόρασης.






This is not Hollywood



Αν το Χόλυγουντ ήταν γυναίκα, θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε τη σχέση του με τον Κιούμπρικ ως εξής: αρχικά προσέγγιση και αμοιβαία έλξη, σε επίπεδο έντονου ενδιαφέροντος. Σύντομα η έλξη και το φλερτ θα έδιναν τη θέση τους σε μια αστραπιαία, σχεδόν αναπάντεχη σχέση. Η σχέση θα συνέχιζε για κάποιο διάστημα, μα θα αντιμετώπιζε διάφορες φουρτούνες και θα τη χαρακτηρίζαμε άστατη και ενδεχομένως εκκεντρική (ή παράδοξη) στις επιλογές της. Παράλληλα ο κύριος Κιούμπρικ θα διατηρούσε παράλληλο δεσμό με μια άλλη τύπισσα, στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, πολύ μακριά από τη χλιδάτη, χολυγουντιανή κοπέλα του – Σταδιακά, η δεύτερη σχέση θα γινόταν γυναίκα του και η πρώτη – η φανταχτερή, χρυσοποίκιλτη γκόμενα του Χόλυγουντ – θα κατέληγε ένας εξωτερικός δεσμός. Το Χόλυγουντ θα εξελισσόταν σε μια πόρνη πολυτελείας, την οποία ο σκηνοθέτης επισκεπτόταν που και που  – μα ο αληθινός δεσμός του βρισκόταν πέρα και μακριά.

Το Χόλυγουντ δεν ενδιέφερε τον Κιούμπρικ, παρά στον βαθμό που γινόταν ικανό να φέρει σε πέρας τα σκηνοθετικά του οράματα. Μα τα οράματα και οι φιλοδοξίες του απείχαν πολύ από εκείνα του εμπορικού κινηματογράφου. Ασφαλώς και τον ενδιέφερε η προβολή και φήμη – ποιον δεν τον ενδιαφέρουν. Μα ποτέ δε θα θυσίαζε την προσωπική του ματιά στο όνομα του κέρδους. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Κιούμπρικ, βλέπετε, υπήρξε η αποκλειστική του θέληση για έλεγχο – σε βαθμό εμμονής. Ήταν ένας από τους λόγους, εξάλλου, που δε γύρισε πολλές ταινίες κατά τη διάρκεια της ζωής του. Δούλευε και επεξεργαζόταν ξανά και ξανά τα έργα του, γύριζε ασταμάτητα τις σκηνές του, αναζητούσε συνεχώς την τέλεια γωνία λήψης, τη σωστή ατμόσφαιρα, την ιδανική ερμηνεία από την πλευρά των ηθοποιών του. Υπήρξε αδιόρθωτα τελειομανής, μέχρι την τελική λεπτομέρεια. Επιθυμούσε όλα να αποτυπώσουν το όραμα που είχε κατά νου – η άυλη εκείνη, σα φάντασμα, Ιδέα, πηγή κάθε δημιουργίας, να μετουσιωθεί σε Πράξη, να υλοποιηθεί και να αποκτήσει σάρκα και οστά – με εκείνον ακριβώς τον τρόπο που είχε ο ίδιος κατά νου.

Και εδώ το Χόλυγουντ δεν είχε λόγο. Το Χόλυγουντ το ενδιαφέρουν οι Ιδέες στον βαθμό και μόνο που παράγουν χρήμα. Μα ο Κιούμπρικ υπήρξε δημιουργός – ήταν η προσωπική του ματιά, το όραμα του, εκείνο που είχε σημασία – τίποτα άλλο. Αν το Χόλυγουντ μπορούσε να το εξυπηρετήσει, έχει καλώς. Αν όχι όμως… τότε αρμενίζουμε για άλλες παραλίες, περισσότερο καθαρές, λιγότερο πυκνοκατοικημένες.



Stanley Kubrick & Sue Lyon - η "Λολίτα"


Ουσιαστικά η επίσημη σχέση του Κιούμπρικ με το Χόλυγουντ τελείωσε πολύ νωρίς. Ήδη από την εποχή των γυρισμάτων της «Λολίτα» (μιας ταινίας πέρα και έξω από τη λογική του Χόλυγουντ), στις αρχές της δεκαετίας του 60, ξεκίνησε να γυρίζει τα φιλμ του εκτός ΗΠΑ. Αυτό θα συνέχιζε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Ήδη από την εποχή εκείνη είχε καταστήσει φανερό σε συνεντεύξεις του πως επιθυμεί να αποδεσμευτεί από τον έλεγχο των μεγάλων στούντιο. Μόνο αν ο δημιουργός παράγει έξω από τα ασφυκτικά πλαίσια της μεγάλης Φίρμας μπορεί να δημιουργήσει ελεύθερα – έξω, στον ήλιο, εκεί που τα Στούντιο και η Βιομηχανία του Θεάματος δεν απλώνουν τη Σκιά τους. Και ο Κιούμπρικ ήθελε πάντα να έχει αυτός τον έλεγχο – κανένα στούντιο, καμιά βιομηχανία.

Ο Κιούμπρικ κέρδισε την ανεξαρτησία του, μα το τίμημα ήταν τα έργα του να αντιμετωπίζονται πάντα με επιφύλαξη από τους «επίσημους» κριτικούς. Όλα σχεδόν τα φιλμ του από τη δεκαετία του 60 και έπειτα (τα ¾ της φιλμογραφίας του, με άλλα λόγια) είχαν αντιφατικές κριτικές τον πρώτο καιρό που προβάλλονταν και κατόρθωναν να διχάζουν το κοινό – υπήρχαν εκείνοι που τα λάτρευαν και εκείνοι που τα έθαβαν. Το παράδοξο – ένα παράδοξο που μάλλον δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του κινηματογράφου – είναι πως τα ίδια αυτά έργα που συγκέντρωναν αντιφατικές, ως και αρνητικές κριτικές, τον πρώτο καιρό που προβάλλονταν, κατέληξαν με την πάροδο των χρόνων να υψωθούν σε διαχρονικά αριστουργήματα και ορόσημα στην ιστορία του κινηματογράφου. 



στα γυρίσματα του "Barry Lyndon"


Το «2001» είχε συγκεντρώσει, στην πλειοψηφία του, αρνητικές κριτικές όταν προβλήθηκε, στη διάρκεια των παλλόμενων και αντιφατικών 60’s. To έργο πλέον αναγνωρίζεται ως η σημαντικότερη ταινία επιστημονικής φαντασίας. Το “Barry Lyndon” είχε σχεδόν περάσει στην αφάνεια τον καιρό που βγήκε, εκεί, στα μισά των 70’s. Μα οι κριτικοί το αναγνωρίζουν πλέον ως ένα από τα κρυμμένα διαμάντια του σκηνοθέτη. Τα «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» απογοήτευσαν πολύ κόσμο όταν προβλήθηκαν – μα όσο περνάν τα χρόνια, τόσο και αναγνωρίζεται η αξία της ταινίας. Όσο αφορά το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»… Νομίζω τα πολλά λόγια είναι περιττά, για μια από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ – η οποία προβλήθηκε στους βρετανικούς κινηματογράφους μόλις το 2000 – σχεδόν μια εικοσαετία μετά το γύρισμα της, ανήκοντας, βλέπετε, στα έργα που έφτασαν να απαγορευτούν.

Σε μια συνέντευξη του στα τέλη της δεκαετίας του '80 είχε αναφέρει: “Είναι αλήθεια – οι πρώτες κριτικές για το 2001 ήταν προσβλητικές, για να μη πω τίποτα χειρότερο. Ένας σημαντικός κριτικός του Λος Άντζελες με κατηγόρησε γιατί στο “Paths of Glory” οι ηθοποιοί δεν μιλούσαν με γαλλική αξάν. Όταν το “Dr. Strangelove” βγήκε στις αίθουσες, μια εφημερίδα στη Ν. Υόρκη είχε μια κριτική με τον τεράστιο τίτλο: “Η ΜΟΣΧΑ ΔΕ ΘΑ ΕΥΡΙΣΚΕ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΒΛΑΨΕΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ”. Όμως οι κριτικές γνώμες για τις ταινίες μου διασώζονται απ' αυτό που εγώ λέω επακόλουθη κριτική. Γι' αυτό και θεωρώ τους θεατές πιο σωστούς κριτές, τουλάχιστον αρχικά”. (από συνέντευξη στον Τιμ Κάιλ, 1988, “Περιοδικό”, τεύχος 33)

Δεν ήταν ο σκηνοθέτης των βραβείων – ούτε των αποθεωτικών αρχικών κριτικών. Μετά από καιρό όμως, τα έργα του χρίζονταν αριστουργήματα, το ένα μετά το άλλο. Ήταν εν μέρει το τίμημα της ανεξαρτησίας και της δέσμευσης του Κιούμπρικ στο προσωπικό του όραμα. Μα η ιστορία τον δικαίωσε.






Οι επιρροές


Μία και μοναδική φορά κατέθεσε ο Κιούμπρικ λίστα με τις δέκα αγαπημένες του ταινίες και αυτή χρονολογείται από το 1963. Η λίστα είναι η ακόλουθη:

1. I Vitelloni (Fellini, 1953)
2. Wild Strawberries (Bergman, 1957)
3. Citizen Kane (Welles, 1941)
4. The Treasure of the Sierra Madre (Huston, 1948)
5. City Lights (Chaplin, 1931)
6. Henry V (Olivier, 1944)
7. La notte (Antonioni, 1961)
8. The Bank Dick (Fields, 1940)
9. Roxie Hart (Wellman, 1942)
10. Hell’s Angels (Hughes, 1930)

Τρία χρόνια μετά, το 1966, σε μια συνέντευξή του, είχε δηλώσει: «Υπάρχουν πολύ λίγοι σκηνοθέτες για τους οποίους θα έλεγε κάποιος πως πρέπει να δεις, χωρίς δεύτερη σκέψη, όλες τις ταινίες που κάνουν. Θα έβαζα τον Φελίνι, τον Μπέργκμαν και τον Ντέιβιντ Λιν στη κορυφή της λίστας με τους πρώτους μου και τον Τρυφώ στη κορυφή του αμέσως επόμενου επιπέδου».






Πρώτη βασική επιρροή του στην τέχνη του κινηματογράφου υπήρξε ο Πουντόβκιν. «Το πρώτο πραγματικά σημαντικό βιβλίο που διάβασα για τη δημιουργία των φιλμ ήταν η «Τεχνική του Φιλμ» του Πουντόβκιν. Αυτό ήταν καιρό πριν ακόμα πιάσω κινηματογραφική κάμερα στα χέρια μου και μου άνοιξε τα μάτια, όσο αφορά το κόψιμο και τη συρραφή του μοντάζ» (από συνέντευξη του 1960 στο “Popular Photography”). Αρκετά χρόνια μετά, εν έτει 1987, είχε πει: «Η φαντασιακή εικόνα που απέκτησα για τον κινηματογράφο ουσιαστικά δημιουργήθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, όταν είδα έργα του Στροχάιμ και του Γκρίφιθ και του Αϊζενστάιν. Μαγεύτηκα από τις φανταστικές αυτές ταινίες. Μαγεύτηκα όχι με την έννοια “πω, πρέπει να πάω στο Χόλυγουντ και να βγάζω 5000 δολάρια τη βδομάδα και να μένω σ’ ένα φοβερό μέρος και να έχω ένα σπορ αμάξι». Είχα πραγματικά ερωτευτεί αυτές τις ταινίες. Θυμάμαι πως τον καιρό εκείνο σκεφτόμουν πως δεν ήξερα τίποτα από ταινίες, μα είχα δει ωστόσο τόσο πολλές κακές ανάμεσά τους, που έλεγα: “Ακόμα και αν δεν ξέρω τίποτα, δεν πιστεύω πως δε μπορώ να βγάλω μια ταινία τουλάχιστον το ίδιο καλή με αυτές”. Και γι’ αυτόν τον λόγο ξεκίνησα, γι’ αυτόν τον λόγο προσπάθησα». (από συνέντευξη στη “Washington Post”, 1987).

Σε ερώτηση που του είχε τεθεί το 1960 (κλικ), σχετικά με τους σκηνοθέτες που τον επηρέασαν, η απάντηση που είχε δώσει ήταν: «Πιστεύω πως ο Μπέργκμαν, ο Βιτόριο ντε Σίκα και ο Φελίνι είναι οι μόνοι σκηνοθέτες στον κόσμο που δεν είναι καλλιτεχνικοί οπορτουνιστές». Μεταξύ μας, ίσως ήταν λίγο αυστηρός στην κρίση του.



στα γυρίσματα του "Σπάρτακου"


Ακόμα και στο τυπικότερο χολυγουντιανό του φιλμ (και εκείνο στο οποίο ο ίδιος είχε τον μικρότερο βαθμό ελέγχου), τον «Σπάρτακο», ο Κιούμπρικ αναγνώριζε πρώτα την επιρροή του Αϊζενστάιν και του επικού έργου του «Αλέξανδρος Νιέφσκυ», παρά του «Μπεν Χουρ» - ταινία με την οποία πολύς κόσμος παρομοιάζει τον «Σπάρτακο». Μα για τον ίδιο τον Αϊζενστάιν είχε αντιφατική γνώμη. Σε σχετική ερώτηση είχε πει: «Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Αϊζενστάιν είναι η πανέμορφη οπτική σύνθεση των πλάνων του και το μοντάζ. Μα όσο αφορά το περιεχόμενο, τα έργα του είναι χαζά και οι ηθοποιοί του ξύλινοι». Στην ίδια συνέντευξη προχωράει σε μια ενδιαφέρουσα σύγκριση του Αϊζενστάιν με τον Τσάρλι Τσάπλιν, αναφέροντας πως «τα έργα του Αϊζενστάιν είναι όλο μορφή, μα όχι περιεχόμενο, ενώ τα έργα του Τσάπλιν είναι όλο περιεχόμενο, μα όχι μορφή». Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη εδώ.

Σε συνέντευξη του 1988 (στον Τιμ Κάιλ) είχε αναφέρει πως τα τρία βασικά συστατικά για τη δημιουργία ενός έργου είναι “το γράψιμο, το γύρισμα της ταινίας και το μοντάζ”. Και εν συνεχεία, συμφωνώντας με τον Πουντόβκιν, τόνιζε πως το μοντάζ είναι ουσιαστικά η μοναδική και βασική μορφή τέχνης σ' ένα φιλμ. “Οτιδήποτε άλλο προέρχεται από αλλού. Το γράψιμο, φυσικά, είναι γράψιμο, η ηθοποιία έρχεται απ' το θέατρο και ο κινηματογράφος έρχεται απ' τη φωτογραφία. Το μοντάζ είναι μοναδικό σε μια ταινία. Μπορείς να δεις κάτι, ταυτόχρονα από διαφορετική οπτική γωνία και να δημιουργήσεις διαφορετικές εμπειρίες. Ο Πουντόβκιν δίνει ένα παράδειγμα. Βλέπεις κάποιον να κρεμάει ένα κάδρο στον τοίχο. Εκείνο το ίδιο κλάσμα του δευτερολέπτου, ο άνθρωπος πέφτει από την καρέκλα. Εσύ όμως βλέπεις το κάδρο. Δεν υπάρχει τρόπος να δεις τον άνθρωπο να πέφτει, παρά μόνο μέσα απ' το κατάλληλο μοντάζ. Οι διαφημίσεις στην τηλεόραση το έχουν καταλάβει αυτό. Αν ξεχάσεις το περιεχόμενο, θα δεις ότι μερικά απ' τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα της κινηματογραφικής τέχνης βρίσκονται μέσα στις τηλεοπτικές διαφημίσεις”.






Βασικά χαρακτηριστικά



Υπάρχουν στοιχεία στη φιλμογραφία του Στάνλεϋ Κιούμπρικ που θα χαρακτηρίζαμε ως «αντιπροσωπευτικά» του σκηνοθέτη; Σήματα κατατεθέντα; Σημάδια στον πελώριο χάρτη της ιστορίας του κινηματογράφου, που θα βάφαμε με ένα χαρακτηριστικό χρώμα, εντελώς δικό του; Αναγνωρίσιμα ίχνη για τα οποία ίσως λέγαμε: “Αυτό είναι Κιούμπρικ και φαίνεται”.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι εύκολο. Κι αυτό γιατί αν χαρακτηρίζει κάτι τον Στάνλεϋ Κιούμπρικ, αυτό είναι η εκπληκτική πολυμέρεια των έργων του – η αστείρευτη ποικιλία τους. Υπάρχουν σκηνοθέτες που έχουμε συνδέσει με συγκεκριμένες κατηγορίες ταινιών – για παράδειγμα τον Μάρτιν Σκορτσέζε ή τον Ταραντίνο – φαντάζεστε τον δεύτερο να γύριζε ρομαντικές κομεντί; Έτσι λοιπόν έχουμε σκηνοθέτες που φημίζονται για τα θρίλερ τους, άλλοι για τα κοινωνικά τους φιλμ, άλλοι για κωμωδίες και η λίστα δεν τελειώνει. Ε λοιπόν, ο Κιούμπρικ ανήκει στην ακριβώς αντίθετη κατηγορία. Πρόκειται για κάτι σπάνιο στα χρονικά του κινηματογράφου: ο άνθρωπος δε γύρισε ούτε μια ταινία που να μοιάζει με την άλλη! Κάθε έργο του Κιούμπρικ λες ότι εντάσσεται και σε διαφορετικό είδος ταινιών… 

Στην φιλμογραφία του βρίσκει κάποιος θρίλερ, δυστοπικά φιλμ, έργα τρόμου, διαστημικά έπη, ρωμαϊκά έπη, μαύρες κωμωδίες, ταινίες εποχής, φιλμ νουάρ, πολεμικά έργα… και ακόμα πιο φοβερό είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία των έργων του είναι αριστουργήματα! Εκεί που η τελειομανία συναντά την αστείρευτη διάθεση εξερεύνησης του ανεξάντλητου κινηματογραφικού χάρτη και των δυνατοτήτων που παρέχει, κάνει την εμφάνιση του ο Stanley Kubrick. Δεν τον ενδιέφερε να περιχαρακωθεί εντός ενός συγκεκριμένου τύπου έργων… μα να διασχίσει τη θάλασσα των κινηματογραφικών δυνατοτήτων, σαν θαλασσοπόρος, αρμενίζοντας στα νερά του προσωπικού δημιουργικού του οράματος. Κάθε είδος ταινιών φάνταζε σα νησί, στο οποίο άραζε το καράβι του για λίγο, εξοπλιζόταν μ’ εφοδιασμό και έπειτα μπάρκαρε ξανά…

Αυτή ακριβώς η θεματική πολυμέρεια συνιστά και το πλέον ελκυστικό, από τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.






Εισχωρώντας λοιπόν βαθύτερα στα άδυτα του κόσμου του και αφήνοντας την εξωτερική αυτή ποικιλομορφία στην άκρη, ποια θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι τα βασικά γνωρίσματα του σκηνοθετικού του στυλ;

Εκείνα που μας έρχονται κατά νου είναι 1) τα αργόσυρτα, γενικά πλάνα… 2) η δημιουργία έντονης ατμόσφαιρας… 3) η καλλιτεχνική επιμέλεια μιας σκηνής, ο εξαντλητικός σχεδιασμός της, η τοποθέτηση των αντικειμένων και των ανθρώπων μέσα στο κάδρο λες και είναι στοιχεία σε μια ζωγραφική σύνθεση, τέλεια κατανεμημένα ως την παραμικρή τους λεπτομέρεια. Αλλά και οι συχνά αλλόκοτες οπτικές γωνίες που επέλεγε, θέλοντας να εισχωρήσει όσο βαθύτερα γίνεται στον (συχνά) διαταραγμένο κόσμο των χαρακτήρων του… Έδινε εξάλλου πολύ μεγάλη σημασία στο ρεαλιστικό σκηνικό και στην παρουσία αντίστοιχα ρεαλιστικού φωτισμού, προκειμένου η ταινία να “γίνει πιστευτή”, όπως έλεγε. Παρομοίαζε τα έργα του με το στυλ γραφής του Κάφκα ή του Μπόρχες – ακόμα και στις “φανταστικές” στιγμές τους, η αίσθηση ρεαλισμού και πειστικότητας είναι έντονη: νιώθεις πως αυτό που βλέπεις ή διαβάζεις συμβαίνει όντως.

Ανάμεσα στα χαρακτηριστικά αυτά, εκείνο του αργού ρυθμού και της ατμόσφαιρας είναι ένα από τα πλέον βασικά και έφτασε να ξεχωρίζει όλο και περισσότερο, όσο περνούσαν τα χρόνια – όσο ο κινηματογράφος έμπαινε σε μια εποχή που πρώτο ρόλο έπαιζε η ταχύτητα και τα φλύαρα εφέ… πόσο παράταιρη ανάμεσα τους φαινόταν μια ταινία όπως τα «Μάτια Ερμητικά Κλειστά», γυρισμένη στα τέλη της δεκαετίας του 90;

Ο Κιούμπρικ ήξερε εκείνο που πλήθος νεότερων σκηνοθετών δεν ξέρουν: η ταχύτητα στον κινηματογράφο, όπως ακριβώς η ταχύτητα σ’ ένα όχημα που επιβαίνεις, μπορεί να είναι συναρπαστική… μα δε σου επιτρέπει να απολαύσεις τη διαδρομή και να αφεθείς στις λεπτομέρειές της. Ενίοτε δε σε αφήνει ούτε να σκεφτείς. Τι σχέση μπορούν να έχουν τα ατελείωτα εφέ και οι ταχύτητες που βλέπουμε σε μια σύγχρονη παραγωγή φαντασίας… με τους βασανιστικά αργούς ρυθμούς ενός «2001»; Μα το διάστημα έτσι είναι ακριβώς – ατελείωτο, ανεξάντλητο… αχανές. Δεν ταιριάζει η ταχύτητα εδώ.

Και αυτό το ήξεραν και οι Tangerine Dream όταν έγραφαν τη διαστημική τους μουσική, εκεί, στη διάρκεια της δεκαετίας του 70. Είμαι βέβαιος πως είχαν επηρεαστεί από το φιλμ του Κιούμπρικ (click)






Η ανθρώπινη φύση



Εισχωρώντας βαθύτερα στο πολυσύμπαν (κυριολεκτικά) του Στάνλεϋ Κιούμπρικ, ένα από τα πλέον συναρπαστικά και πολυσυζητημένα χαρακτηριστικά των έργων του είναι οι χαρακτήρες τους – και η απεικόνιση της ανθρώπινης φύσης, γενικά. Είναι επίσης ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη, για το οποίο είχε δεχτεί και δέχεται ακόμα κριτική.

Οι άνθρωποι στις ταινίες του Κιούμπρικ, ακόμα και οι πρωταγωνιστές, απέχουν πολύ από το να είναι «καλοί και αγαθοί». Μάλλον συμβαίνει το αντίθετο. Συνήθως έχουμε να κάνουμε με βαθιά αντιφατικούς και προβληματικούς χαρακτήρες, των οποίων οι θετικότερες όψεις συχνά ωχριούν μπροστά στην ανάδειξη της σκοτεινής πλευράς τους. Θα λέγαμε πως οι ήρωες του Κιούμπρικ δεν είναι καν συμπαθείς – ή αν είναι, αυτό γίνεται απέχοντας πολύ από τον τυπικό ρόλο του «ήρωα». Αν γίνονται συμπαθείς, αυτό συμβαίνει γιατί μπορούμε να ταυτιστούμε οι ίδιοι με τις αντιφατικές αυτές πλευρές τους και την προσπάθειά τους να επιβιώσουν μέσα σε αυτή τη ζούγκλα στην οποία έχουν ριχτεί. Ζούγκλα, όπως διαβάσατε. Το σύμπαν του Κιούμπρικ επιβεβαιώνει περίτρανα τον αγώνα για την επιβίωση του ισχυρότερου – όλοι είναι ζώα, δεν υπάρχει καλό και κακό, τα πάντα επιτρέπονται.






Οι χαρακτήρες του συχνά φαντάζουν ψυχροί και απόμακροι. Ο κόσμος του Κιούμπρικ είναι ένας κόσμος με θερμοκρασίες υπό του μηδενός. Ζεστές οικογενειακές στιγμές; Αληθινοί έρωτες; Ανιδιοτελής αγάπη; Αμοιβαιότητα; Κατανόηση; Συμπόνια; Βρίσκεστε σε λάθος σκηνοθέτη, κύριοι, παρακαλώ απευθυνθείτε αλλού. Εξαίρεση σε αυτά θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε μονάχα τον «Σπάρτακο» – μα ήταν το φιλμ στο οποίο ο Κιούμπρικ είχε και τον πιο περιορισμένο έλεγχο, συγκριτικά με τα υπόλοιπα. Με εξαίρεση τον “Σπάρτακο”, ο Κιούμπρικ, βλέπετε, αναλάμβανε όχι μόνο το κομμάτι της σκηνοθεσίας, μα και εκείνο του σεναρίου στα έργα του. Σενάριο που ήταν, σχεδόν σε όλα τα φιλμ, βασισμένο σε κάποιο βιβλίο που είχε προηγηθεί και το οποίο ο Κιούμπρικ διασκεύαζε για τη μεγάλη οθόνη.

Βρισκόμαστε σ’ ένα ψυχρό, κυνικό και ανταγωνιστικό κλίμα – μια ανθρώπινη ζούγκλα, που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αισιοδοξία. Και για τον λόγο αυτό ο σκηνοθέτης δέχτηκε άφθονες κριτικές. Τον είπαν απαισιόδοξο, είπαν πως βλέπει μονάχα την αρνητική πλευρά της ανθρώπινης φύσης – σαν άλλος Χομπς, ο οποίος έγραφε, πριν μερικούς αιώνες, πως οι άνθρωποι είναι «κακοί από τη φύση τους».

Από τα πρώιμα πιθηκοειδή (τους προγόνους του ανθρώπου) που παρατηρούμε να συνασπίζονται σε φυλές και να πολεμούν η μία την άλλη στην «Οδύσσεια του Διαστήματος»… ως την κοινωνία της ανεξάντλητης βίας στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι»… από την κυνική «Λολίτα» που φτάνει να εκμεταλλεύεται τον γνήσιο (μα προβληματικό) έρωτα του κατά πολύ μεγαλύτερού της πρωταγωνιστή του έργου… στους αδίστακτους ληστές του “The Killing”, συμμάχους τη μία στιγμή και αντιπάλους την άλλη… Και από τον ψυχρά υπολογιστικό και εγωιστή Barry Lyndon στο ερωτικά προβληματικό ζευγάρι του “Eyes Wide Shut”… ναι, ο κόσμος του Κιούμπρικ φαίνεται να απογυμνώνει κάθε ιδανικό και αίσθημα και να παρουσιάζει τον άνθρωπο εντελώς απογυμνωμένο από εξιδανικεύσεις.






Ακόμα και στις στιγμές που επιφέρει γέλιο, όπως στα μοναδικά καμώματα του Peter Sellers στο “Dr. Strangelove”, o Kubrick ουσιαστικά παίζει με τη φωτιά – γελάμε ενώ ο κόσμος βρίσκεται στη κόψη του ξυραφιού, ένα βήμα πριν το πυρηνικό ολοκαύτωμα. Όσο αφορά τον Χαλ, τον ευφυή ηλεκτρονικό υπολογιστή στην «Οδύσσεια του Διαστήματος», ο οποίος τελικά κατορθώνει να κλέψει την παράσταση; Δεν ήταν λίγοι οι κριτικοί τότε που είχαν πει πως «ο Χαλ έχει περισσότερα συναισθήματα από τους ανθρώπους πρωταγωνιστές του φιλμ»

Μα ο Κιούμπρικ αυτό ακριβώς ήθελε. Αυτόν τον κόσμο επιθυμούσε να αποδώσει. Θεωρούσε τον εαυτό του ρεαλιστή. Σε ερώτηση που του είχε γίνει, αν δυσπιστεί απέναντι στο συναίσθημα, είχε πει (σαν άλλος Μακιαβέλι): «Δεν δυσπιστώ απέναντι στο συναίσθημα, όχι. Το ερώτημα όμως είναι – οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον τρόπο που συμπεριφερόμαστε όλοι, ή με τον τρόπο που θα επιθυμούσαμε να συμπεριφέρονται; Εννοώ πως ο κόσμος δεν είναι όπως παρουσιάζεται στα έργα του Φρανκ Κάπρα. Ο κόσμος αγαπάει αυτά τα έργα – τα οποία πραγματικά είναι πολύ όμορφα – μα δε θα τα περιέγραφα ως πιστή απεικόνιση της ζωής. Το ερώτημα που τίθεται είναι: είναι αληθινό; είναι ενδιαφέρον;» (διαβάζετε τη συνέντευξη εδώ).

Ας μη βιαστούμε πάντως να κατηγοριοποιήσουμε τον Κιούμπρικ στους δημιουργούς που υπερτόνιζαν την «αρνητική» όψη των χαρακτήρων του και μόνο. Ο Barry Lyndon εκμεταλλευόταν μεν όλους τους ανθρώπους προς όφελος του… μα παρουσίασε μια στιγμή γνήσιας ανθρωπιάς κατά τη διάρκεια της περίφημης μονομαχίας του… Ο Alex στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι», όπως και ο ταλαίπωρος χοντρούλης Pyle στο “Full Metal Jacket” είναι θύτες και θύματα ταυτόχρονα – νιώθεις συμπόνια γι’ αυτούς, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζεις πόσο επικίνδυνοι είναι. Ο καθηγητής τρέφει αληθινά συναισθήματα για τη «Λολίτα» στο ομότιτλο φιλμ (και στο μεγαλειώδες βιβλίο του Ναμπόκοφ)… μα είναι καταδικασμένα, λόγω του αμφιλεγόμενου της κατάστασης και της ίδιας της στάσης του κοριτσιού απέναντί του. Το ζευγάρι του “Eyes Wide Shut” οχυρώνεται στο κάστρο της σχέσης του – δε συνιστά τέλεια ή εξιδανικευμένη σχέση και ο καθένας φαντασιώνεται κάτι περισσότερο… μα γνωρίζουν πως είναι απαραίτητοι, ο ένας για τον άλλο, σε έναν κόσμο σκοτεινό και αφιλόξενο. Όσο αφορά τους άτυχους στρατιώτες στο “Paths of Glory”; Ο αγώνας που δίνει προς υποστήριξή τους ο Kirk Douglas συνιστά μία επιβράβευση των ιδανικών της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης, σε έναν κόσμο που δεν είναι ραμμένος στα μέτρα τους.

Μπορεί να συνιστούν νησίδες σε μια θάλασσα πελώρια, εχθρική και επικίνδυνη… μα οι φωτεινές στιγμές υπάρχουν, έστω και μεμονωμένες, έστω σκόρπιες, στο σύμπαν του Στάνλεϋ Κιούμπρικ. Μα για τον δημιουργό τους έτσι είναι η πραγματικότητα, σε τελική ανάλυση.

“However vast the darkness, we must supply our own light.”






Κοινωνία και Πολιτική



Τίποτα δε θα ήταν περισσότερο παραπλανητικό, από το να προσπαθήσουμε να εντάξουμε την φιλμογραφία του Kubrick σε κάποιο κοινωνικό, φιλοσοφικό ή πολιτικό “καλούπι”. Πόσο μάλλον να απλοποιήσουμε, σε δυο ή τρεις περιληπτικές γραμμές, το πολυσύνθετο των έργων του. Είχε πει ο ίδιος (σε συνέντευξη του 1988): “Ακούω ανθρώπους που προσπαθούν να το κάνουν – δίνουν αυτές τις περιλήψεις πέντε γραμμών – όμως, αν ένα φιλμ έχει κάποια ουσία και κάποιο λεπτό νόημα, ό,τι και να πεις γι' αυτό ποτέ δεν είναι ολοκληρωμένο. Η αλήθεια έχει απίστευτα πολλές όψεις για να μπορείς να την κλείσεις σε πέντε γραμμές”.

Έχει νόημα λοιπόν να συζητήσουμε για τον “ιδεολογικό προσανατολισμό” του σκηνοθέτη; Υπάρχει, αλήθεια, τέτοιος;

Στην πραγματικότητα διαφορετικές περίοδοι του Κιούμπρικ άφηναν να διαφανούν διαφορετικές αντιλήψεις γύρω από τον άνθρωπο, την κοινωνία και τη φύση. Κοινός άξονας όλων είναι πως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπαν “ρεαλιστικό”, όχι ρομαντικό και εξιδανικευμένο. Ωστόσο ο “ρεαλισμός” ο ίδιος ποικίλει, όσο αφορά τις κοινωνικές του επεκτάσεις.

Σε γενικές γραμμές τα πρωιμότερα φιλμ του σκηνοθέτη φαντάζουν περισσότερο φιλελεύθερα (με την αμερικανική απόδοση του “liberal”) και προοδευτικά σε σχέση με τα ύστερα, που δείχνουν περισσότερο συντηρητικά και απαισιόδοξα. Το “Paths of Glory” ή το “Dr. Strangelove”, μέσω της δριμείας κριτικής που ασκούν απέναντι στην παράνοια του μιλιταρισμού και του πολέμου (θερμού ή ψυχρού) ανήκουν στα προοδευτικότερα και ριζοσπαστικότερα έργα των καιρών τους. Η ανθρωπιά των άτυχων στρατιωτών στο “Paths of Glory” έρχεται σε σύγκρουση με το σκληρό κοινωνικό πλαίσιο που τους περιβάλλει – αντίστοιχα το “Dr. Strangelove” παραθέτει καρικατούρες των πολιτικών, κρατικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, διακωμωδώντας τους αλύπητα.

Η “Οδύσσεια του Διαστήματος” αναφέρεται μεν στις ρίζες της επιθετικότητας και του ανταγωνισμού, ως βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης (θυμηθείτε τους ανθρωπίδες πιθήκους στην αρχή του φιλμ), μα στην πορεία παρουσιάζει μια ελπιδοφόρα κοσμοθεωρία πάνω στη δυνατότητα του ανθρώπου να μετέχει στη Συμπαντική Νοημοσύνη (που συνιστά κάτι πολύ μεγαλύτερο και βαθύτερο) και να εξελιχθεί σε κάτι ανώτερο.






Μα αν τα φιλμ των 60's αντανακλούσαν μια πίστη στη δύναμη του ανθρώπου να αντισταθεί στις συνθήκες που τον καταπιέζουν, η δεκαετία του 70 φανέρωσε ένα περισσότερο ζοφερό πρόσωπο του σκηνοθέτη. Η αρχή έγινε με το “Κουρδιστό Πορτοκάλι” - το σκοτάδι και το φως πλέον βρίσκονταν σε μια διαμάχη χωρίς κανέναν να επικρατεί ανάμεσά τους. Ακόμα χειρότερα, οι ανθρώπινοι χαρακτήρες του παρελθόντος παραχωρούσαν τη θέση τους σε πλάσματα σκληρά και αναίσθητα – χαρακτήρες που έμοιαζαν να έχουν απολέσει τη συναισθηματικότητά τους. Βασικό κίνητρο των ανθρώπων γινόταν πλέον η ικανοποίηση των εγωιστικών τους ενστίκτων και η κοινωνία παρουσιαζόταν σαν το πεδίο του ανταγωνισμού – όλοι εναντίον όλων.

Και αν το “Κουρδιστό Πορτοκάλι” φανέρωσε μια ζοφερή άποψη γύρω από την ανθρώπινη φύση, παραδομένη πλήρως στις ενορμήσεις της ηδονής και της επιθετικότητας (αντανακλώντας τον Φρόυντ), η φύση αυτή δεν ήταν περισσότερο σκληρή από την κοινωνία που την περιέβαλε. Κάθε άλλο – το κράτος αποδεικνύεται ένα Τέρας ακόμα μεγαλύτερων διαστάσεων.

Τα επόμενα έργα του Κιούμπρικ δεν εξάλειψαν αυτή τη γενικευμένη αίσθηση – πως ο κόσμος είναι αφιλόξενος και επιθετικός, μια ζούγκλα στην οποία οι πάντες ανταγωνίζονται για την επιβίωση τους. Είναι λοιπόν οι άνθρωποι “κακοί από τη φύση τους”; Ζώα έτοιμα να κατασπαράξουν ο ένας τον άλλον, μα ταυτόχρονα επιρρεπείς σε διαμόρφωση από τους διαβρωτικούς και προπαγανδιστικούς κοινωνικούς θεσμούς τους; Ζώα εκ φύσεως, πειραματόζωα στην κοινωνία; (όπως ο Άλεξ στο “Κουρδιστό Πορτοκάλι”, ή οι στρατιώτες του “Full Metal Jacket”).







Μάλλον η πραγματικότητα για τον σκηνοθέτη βρίσκεται εγγύτερα στον ήρωα του, στρατιώτη Τζόκερ, από το “Full Metal Jacket” και στο χαρακτηριστικό εκείνο κράνος του. Το κράνος που αναφέρει στη μία του πλευρά: “Born to Kill” και στην άλλη έχει το σήμα της ειρήνης. Και το οποίο κράνος ο ίδιος ο στρατιώτης στην ταινία δικαιολογεί, αναφερόμενος στο δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης, κατά Γιουνγκ.

Πολιτικά ο Κιούμπρικ χαρακτήριζε τον εαυτό του υποστηρικτή των φιλελεύθερων αντιλήψεων και της δημοκρατίας. Σε μια συνέντευξη του είχε αναφέρει πως “το να καταπιέζεις τον άνθρωπο δε σημαίνει πως τον εξιλεώνεις. Θεωρώ ότι ο κίνδυνος δεν βρίσκεται στην κατάρρευση της εξουσίας, μα στο γεγονός πως, προκειμένου να εξασφαλίσει τον εαυτό της, μπορεί να γίνει πολύ καταπιεστική. Ο νόμος και η τάξη δεν είναι δικαιολογία για τη Δεξιά, για να πάει ακόμα δεξιότερα”.  Ακόμα και αν πίστευε στην έμφυτη “κακία” του ανθρώπου, τη θεωρούσε προτιμότερη από εκείνη ενός καταπιεστικού κράτους και ήταν ενάντιος σε κάθε μορφή φασιστικού και απολυταρχικού καθεστώτος. Με άλλα λόγια, είναι προτιμότεροι οι άνθρωποι-ζώα, παρά οι άνθρωποι-σκλάβοι.

Εξάλλου, ακόμα και αν ο κόσμος είναι σκοτεινός και αφιλόξενος, παραμένει ισχυρή η δύναμη του έρωτα – το σεξ είναι πάντα μια πανίσχυρη δύναμη, όπως και οι συναισθηματικοί δεσμοί ανάμεσα στους ανθρώπους. Το έσχατο καταφύγιο σ' έναν κόσμο ξένο και σκληρό. Αυτή εξάλλου είναι και η κατάληξη στα “Μάτια Ερμητικά Κλειστά” - το τελευταίο έργο του. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι συνειδητοποιεί τη μοναξιά του και επιβεβαιώνει πως ο κόσμος φαντάζει σαν είσοδο σε κάποιο σκοτεινό όνειρο, από το οποίο ίσως δεν υπάρχει διαφυγή. Η λύση;

Let's fuck”, λένε.

Και έτσι, δια της ένωσης τους, υψώνονται πέρα από το τείχος της προσωπικής τους απομόνωσης και τα σύννεφα του ονείρου ξεδιαλύνουν. Η επόμενη μέρα ξεπροβάλλει και ο κόσμος συνεχίζει να γυρίζει.





Αντί επιλόγου – η δυνατότητα εξέλιξης



Σε ερώτηση αν ο άνθρωπος μπορεί να εξελιχθεί προς κάτι ανώτερο, ο Κιούμπρικ είχε απαντήσει: «Η οπτική μου είναι πως ο άνθρωπος θα παραμείνει πάνω κάτω όπως είναι τώρα. Οι άνθρωποι δεν γίνονται περισσότεροι αντικειμενικοί ή ορθολογικοί. Είμαστε ακόμα προγραμματισμένοι, κατά βάση, με τα ίδια πρωτόγονα ένστικτα με τα οποία ξεκινήσαμε πριν 4 εκατομμύρια χρόνια. Κάποιος είχε πει πως ο άνθρωπος είναι ο χαμένος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους πρωτόγονους πιθήκους και στους πολιτισμένους ανθρώπους. Θα μπορούσες να πεις πως αυτό είναι εγγενές στην ιστορία. Είμαστε πολιτισμένοι μέχρι ενός σημείου, ικανοί για συνεργασία και στοργή, μα χρειαζόμαστε ακόμα ένα είδος μεταμόρφωσης προς κάποια ανώτερη μορφή ζωής… Το πρόβλημα είναι ουσιαστικά ηθικό και πνευματικό. Ενδεχομένως είναι και πρόβλημα που έχει να κάνει με την ανάπτυξη την ίδια, όχι απλά τεχνικής φύσεως…» (πηγή).

Και αν ο κόσμος όλος και το σύμπαν φαντάζουν δίχως νόημα και πλασμένοι όχι στα μέτρα του ανθρώπου – για τον Κιούμπρικ αυτό είναι κάτι θετικό. Το άγνωστο του σύμπαντος συνιστά όρο της ίδιας της ανάπτυξης. Γιατί τότε είναι που μπορεί ο άνθρωπος να δώσει ένα νόημα στο άγνωστο – όταν του παρουσιάζεται χωρίς κανένα νόημα απολύτως. Και έτσι επιστρέφουμε εκεί που ξεκινήσαμε.

However vast the darkness, we must supply our own light.” – «Όσο απέραντο και αν είναι το σκοτάδι, χρειάζεται να το γεμίσουμε με το δικό μας φως».



Συνεχίζεται…



Το αφιέρωμα μας στον Stanley Kubrick έχει και συνέχεια! Ακολουθούν τα έντεκα έργα-ορόσημα της φιλμογραφίας του: 

Έργα και Ημέρες του Stanley Kubrick, μέρος 2: Οι 11 καλύτερες ταινίες

...Μη χάνετε το βλέμμα σας από τα αστέρια.





9 σχόλια:

  1. Άλλο ένα grande αφιέρωμα κούνελε! Πάντα τον έβρισκα τον Κιούμπρικ περισσότερο εικαστικό παρά κλασικό σκηνοθέτη. Άλλοτε για καλό κι άλλοτε για κακό. Έχει αφήσει ιστορία όμως.

    Θέλω επίσης να σου πω πως η Κουνελοχώρα είναι ανάμεσα στα τιμώμενα ιστολόγια του γαλαξία. http://andromeda-mygalaxy.blogspot.gr/2015/02/blog-post.html σε αυτόν τον σύνδεσμο έλα αν θες να παραλάβεις το βραβειο-δωράκι σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σε ευχαριστώ Χριστίνα. Μα επέτρεψε μου να απέχω από αυτά τα "βραβεία των blogs" και τις σχετικές αναρτήσεις. :)

      Διαγραφή
    2. ναι Κούνελε μην αγχώνεσαι, απλά έφτιαξα για όλους :))))

      Διαγραφή
  2. Πολύ καλό το πρώτο μέρος του αφιερώματος. Πόσα δεν ήξερα! Περιμένω το δεύτερο εναγωνίως.
    Πολύ ωραίος, λιτός και περιγραφικός λόγος. Μπράβο, κουνέλι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να' σαι καλά Εύα! Είναι πάντα ευχάριστο να σε βλέπω να γυρίζεις στο Λαγούμι μου. :)

      Διαγραφή
  3. Ένα ακόμα εκπληκτικό συγκροτημένο αφιέρωμα σε έναν μεγάλο σκηνοθέτη και δημιουργό. Πραγματικά μεγάλο αφιέρωμα φίλε μου. Αυτά καταχωρούνται ως ντοκουμέντα γνώσης.
    Καλό βράδυ να έχεις

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εξαιρετική δουλειά για μία ακόμη φορά φίλε κούνελε !
    και αν σκεφτεί κανείς οτι είναι μόνο το πρώτο μέρος ...

    Φυσικά ο Kubrick επιδέχεται και αξίζει τέτοιας ενδελεχούς ανάλυσης, αφού συγκαταλέγεται στους 3-5 σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, ένας από τους ελάχιστους δημιουργούς των τελευταίων δεκαετιών με προσωπικό καλλιτεχνικό όραμα και "σφραγίδα".

    Η τελειομανία στον υπερθετικό βαθμό, κάθε κάδρο και ένας πίνακας ζωγραφικής, κάθε ταινία και ένα αριστούργημα όπως πολύ σωστά αναφέρεις. Κι ας ήταν δύσκολος άνθρωπος και κακότροπος με τους συνεργάτες του, το αποτέλεσμα τον δικαιώνει πανηγυρικά. Ακόμη και η Shelley Duvall την οποία πραγματικά "σταύρωσε" στη Λάμψη, είμαι σίγουρος οτι όταν είδε την ταινία θα είπε "χαλάλι" (καλά, δεν ορκίζομαι κιόλας).

    Συγχαρητήρια και πάλι αγαπητέ κούνελε, περιμένω και το δεύτερο μέρος για να τα ξαναπούμε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ομολογώ το περίμενα το σχόλιο σου φίλε Πίθηκε! Όπως ακριβώς λες, ο Kubrick ήταν απίστευτα τελειομανής και αυτό δυσχέραινε τη συνεργασία του σε φάσεις... μα είμαι βέβαιος πως οι ηθοποιοί είπαν το "χαλάλι" τους στο τέλος (αν και είναι γεγονός πως ο Malcolm McDowell ταυτίστηκε τόσο με τον ρόλο του στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι" που ίσως να εμπόδισε την περαιτέρω εξέλιξή του... μα αυτό είναι θέμα για συζήτηση!)

      Θα τα πούμε λοιπόν στο δεύτερο μέρος - υπολογίζω τέλη αυτού του μήνα, αρχές Μαρτίου.

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...