Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ανάμνηση σε νότες μιας καλοκαιρινής βραδιάς





Ο ήλιος βυθιζόταν νωχελικά στην πορφύρα του ουρανού. Η θάλασσα, η αιώνια μνηστή του, περίμενε σαν κάθε μέρα να τον υποδεχτεί στο βάθος του ορίζοντα. Οι σκιές είχαν πλατύνει στο νησί της Σύρου. Ήταν η ώρα που οι τελευταίοι λουόμενοι εγκατέλειπαν την παραλία και οι παραθεριστές ξεκινούσαν τη βραδινή τους έξοδο. Μια ράθυμη διάθεση επικρατούσε, ποτισμένη στην υγρασία μιας ζεστής μέρας του Ιούλη.

Μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνω και θέλοντας να αξιοποιήσω κάπως τις ολιγοήμερες διακοπές μου, γύριζα εδώ κι εκεί με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, παρατηρώντας τον κόσμο, αναζητώντας ερεθίσματα ικανά να μου τραβήξουν την προσοχή. Ένας παλιός μόλος, μια στενόμακρη λουρίδα αμμουδιάς, κάποια φωτεινή λάμπα στην άκρη της προκυμαίας. Τα φωτογράφιζα σε ποικίλες πόζες, κάνοντας πειραματισμούς, παίζοντας με το λιγοστό φως και τις σκιές – περνούσε κάπως η ώρα. Το χωριό δεν προσφερόταν για μεγάλη εξερεύνηση – μισή ώρα ήταν αρκετή για να κάνεις το γύρο του και να βρεθείς πάλι στην αρχή. Γύριζα σε κύκλους λοιπόν, επιζητώντας κάτι παραπάνω, μα αγνοώντας τι μπορεί να είναι αυτό.

Στην άκρη της προκυμαίας ήταν κάτι βράχια. Δεν υπήρχε κόσμος εκεί – ήταν μια καλή ευκαιρία να αποτραβηχτώ και να χαζέψω το δειλινό με την ησυχία μου, μόνος με τις σκέψεις μου. Σκαρφάλωσα λοιπόν τα βράχια και βρήκα ένα σημείο που μπορούσα να κάτσω. Δεν ήμουν μακριά από τον κόσμο – τους έβλεπα πέρα να κάνουν τις βόλτες τους. Τώρα όμως δεν τους άκουγα. Είχα εξασφαλίσει μια κάποια απαραίτητη απόσταση για να αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε ένα δικό μου, κατάδικό μου χώρο, ένα χώρο ικανό να φιλοξενήσει τη φευγάτη διάθεσή μου.

Το φως της μέρας είχε σχεδόν υποχωρήσει. Οι μελανές κηλίδες του σούρουπου σκορπούσαν ολοένα και περισσότερο στο βάθος του τοπίου, χωρίζοντας τον κόσμο σε μαύρο και σε λιγότερο μαύρο. Το σκηνικό προσφερόταν για ορισμένες τελευταίες φωτογραφίες, πριν χαθούν και οι τελευταίες ακτίνες του φωτός. Τότε ήταν που έβγαλα και τη φωτογραφία αυτή του εαυτού μου, τοποθετώντας τη μηχανή σε ένα σταθερό σημείο του βράχου και ορίζοντας την προγραμματισμένη λήψη. Το αποτέλεσμα με ικανοποίησε.

Είχε πια βραδιάσει. Ο βράχος είχε αποδεχτεί φιλόξενος, μα κάποια στιγμή θα τον βαριόμουν και αυτόν. Πάντως ήταν καλή η συντροφιά του, όσο κράτησε.

Τότε ήταν που άκουσα να αντηχούν από μακριά κάποιες γνώριμες νότες. Τέντωσα τ’ αυτιά μου – μήπως με γελάνε; Ήταν ένα τραγούδι που είχα να ακούσω πολλά χρόνια, μα κάποια περίοδο της ζωής μου το άκουγα ανελλιπώς – αυτό και το συγκρότημα που το είχε γράψει. Φαινόταν να έρχεται πέρα από τη θάλασσα, από κάποιο απόμακρο μέρος της ακτής.






Τα λόγια έφταναν πεντακάθαρα στ’ αυτιά μου, το χιλιοτραγουδημένο ρεφραίν, η ταξιδιάρα αυτή κιθάρα προς το τέλος. Ένα τραγούδι που μιλάει για πτήσεις και, για δες, οι νότες του φαινόταν να πετούν πάνω από τα σκοτεινά θαλασσινά νερά, φτάνοντας σε μένα, σα πουλιά που μεταφέρουν κάποιο άγνωστο μήνυμα. Αποκλείεται το τραγούδι αυτό να έπαιζε σε κάποιο μπαρ, σκέφτηκα – δεν υπήρχε τέτοιο μέρος στο χωριό και αν υπήρχε, δε θα έπαιζε το συγκεκριμένο τραγούδι. Όχι, το τραγούδι προερχόταν από κάποιο δωμάτιο, κάποιου σπιτιού, πέρα μακριά. Ήμουν βέβαιος. Κάποιος ή κάποια το άκουγε με δυνατή την ένταση, απολαμβάνοντάς το και – εν άγνοιά του – μοιράζοντας το τώρα με έναν άγνωστο τύπο που άραζε πάνω σε κάτι βράχια και αναπολούσε.

Να λοιπόν που η έξοδος μου αυτή είχε αποκτήσει ενδιαφέρον. Ταξίδευα πάλι στις γνώριμες μελωδίες του τραγουδιού, όπως ταξίδευε σίγουρα και εκείνος ή εκείνη που το άκουγε. Δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους, χωρισμένα από τη θάλασσα και τους τοίχους των σπιτιών, μοιραζόμασταν την ίδια πτήση, με διαφορετικό όχημα. Και τα θαλασσινά νερά φαινόταν να λικνίζονται στους ταξιδιάρικους, μελαγχολικούς ρυθμούς του, δρώντας ως διαμεσολαβητές ανάμεσά μας, ως ένας ακόμα συνδετικός κρίκος.

Και – για δες. Περίπου ένα χρόνο μετά γράφω για τη στιγμή αυτή και τη μοιράζομαι με τόσο άλλο κόσμο στο διαδίκτυο. Άλλα νερά μας χωρίζουν εδώ, άλλες θάλασσες, μα οι ίδιες είναι που μας φέρνουν και κοντά, κατά κάποιον τρόπο. Που να φανταζόταν εκείνος ή εκείνη που άκουγε τότε το τραγούδι αυτό πως θα γινόταν μέρος ενός κειμένου και πως τώρα θα το διάβαζαν άλλοι, εξίσου άγνωστοι με μένα, εξίσου διασκορπισμένοι. Μα, τώρα που το σκέφτομαι… τα πάντα μπορούν να γίνουν μέρος ενός κειμένου, μιας αφήγησης. Δε χρειάζεται να είναι κάτι εξωφρενικό – μερικές φορές τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα προσφέρονται καλύτερα. Αυτά που μας ενώνουν περισσότερο, εμάς, τους σκορπισμένους.

Οι νότες είχαν πια σιγήσει – δεν υπήρχε συνέχεια. Ήταν αυτό και μόνο το τραγούδι. Μα αρκούσε. Έριξα ένα σιωπηλό χαιρετισμό και σηκώθηκα, έτοιμος να συνεχίσω τη βόλτα μου.






14 σχόλια:

  1. Ωραίες οι φωτογραφίες σου, κουνελάκι, και η ανάρτησή σου πολύ τρυφερή, όπως ήταν προφανώς εκείνη η νύχτα στη Σύρο. Και τώρα, φαντάσου, την στιγμή που μοιράζεσαι αυτή σου την ανάμνηση με τόσους αγνώστους ανθρώπους, ένας ή μία από αυτούς να σου γράψουν "βρε συ, εγώ είχα βάλει αυτό το τραγούδι και το άκουγα εκείνο το βράδυ!". Λες;
    Καληνύχτα, με όμορφες μουσικές και αναμνήσεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το σενάριο αυτό που περιέγραψες Pippi θα έλεγα πως είναι βγαλμένο από κάποιο μυθιστόρημα ή ενδεχομένως μια ταινία! Εκεί είναι που γίνονται κάτι τέτοια συνήθως. Πάντως, ναι, θα είχε πλάκα. Καληνύχτα και από μένα :)

      Διαγραφή
  2. Πόσες και πόσες φορές δεν το άκουσα κι εγώ αυτό το τραγούδι με θέα το Θερμαϊκό. Οι άτιμοι έχουν πάντα ο χάρισμα να σκάνε από το πουθενά στις πιο νοσταλγικές και μελαγχολικές στιγμές. Άλλοτε πάλι σε κάνουν να νιώθεις πως πάντα κάτι σου λείπει...

    Μονάχα σε καλό να μας βγει,, Καλό ξημέρωμα κούνελε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι κάποιοι δίαυλοι ακόμη
    που μας κρατούν όρθιους...

    Καλό σ.κ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Κούνελε, κάτσε καλά!
    Βράχια, πτήσεις, Σύρος, προσωπική ανάσα και ενδοσκόπηση ατενίζοντας ένα πανέμορφο νυχτερινό θαλασσινό τοπίο. Τα βράχια, οι πτήσεις, σκέφτομαι και ξεχνιέμαι είναι και δικά μου, όπως και η Σύρος, πρώτος τόπος εργασίας μου... Κλέβεις, Κούνελε, κλέβεις... (αστειεύομαι με τα κοινά στοιχεία που βλέπω)!
    Κάποιες στιγμές ρομαντζάρουμε, κουνελόπαιδο, και μόνοι μας! Κι αυτό είναι συχνά υπέροχο... να χάνεσαι μέσα στη σιωπή, σ' ένα ειδυλλιακό τοπίο, στις νοσταλγικές σκέψεις με τη συνοδεία ενός απίθανου τραγουδιού, όπως το παραπάνω! Έχω ταξιδέψει ήδη κι εγώ με την μουσική σου και την περιγραφή σου.
    Με την selfie διαφοροποιούμαι (δεν τις συμπαθώ καθόλου), αν και μπορώ να παραδεχτώ ότι είναι από τις πιο συναισθηματικές και καλλιτεχνικές αυτού του είδους που έχω δει...
    Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν θα χαρακτήριζα "selfie", με την διαδεδομένη τουλάχιστον έννοια, τη συγκεκριμένη φωτογραφία, μα... περί ορέξεως που λένε.

      Ευχαριστώ Γλαύκη που πέρασες για άλλη μια φορά απ' τη φωλιά μου. Χαίρομαι που εντόπισες κοινά στοιχεία. Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή
    2. Κούνελε, δεν θα ήθελα να έχεις στενοχωρηθεί με όσα είπα για την "selfie". Μάλιστα έγραψα ότι είναι μια πολύ συναισθηματική φωτογραφία και ιδιαίτερα καλλιτεχνική.
      Ήταν ένα πολύ προσωπικό κείμενο με τρυφερό τρόπο δοσμένο και με στενοχωρεί που ασχολήθηκα με το συγκεκριμένο είδος φωτογραφίας. Κράτησε τα υπόλοιπα που σου είπα και το νοσταλγικό ύφος που αποπνέει το κείμενό σου μαζί με το πολύ αγαπημένο τραγούδι.

      Διαγραφή
    3. Μην ανησυχείς. Καταλαβαίνω απόλυτα τι έγραψες. Μόνο απέναντι στη λέξη "selfie" είχα μια αντίρρηση, κυρίως λόγω της συσχέτισής της με όλον αυτόν τον κόσμο που είναι διαρκώς με ένα κινητό στο χέρι, φωτογραφίζοντας μονίμως τον εαυτό του (σε πόζες όχι απαραίτητα καλού γούστου) και το γενικότερο μοδάτο ρεύμα που κυριαρχεί. Μα αυτός δεν είναι λόγος να φτάνουμε στο άλλο άκρο και να αποφεύγουμε κάθε φωτογραφία του εαυτού μας, ειδικά αν συμπληρώνει το κείμενο. Στην περίπτωση του παρόντος κειμένου, δε θα μπορούσα να το ανεβάσω χωρίς τη συγκεκριμένη εικόνα, που σημαίνει για μένα τόσα, όσα και το κείμενο.

      Να έχεις μια όμορφη εβδομάδα!

      Διαγραφή
  5. Κοίτα να δεις που τις τελευταίας μέρες που τριβελούσε το μυαλό και μένα κάτι παρόμοιο που έζησα και ήθελα να το γράψω...όχι δεν ήμουν εγώ στη Σύρο, αλλά ήμουν μια άγνωστη απέναντι από κάποιον άγνωστο Χ που μοιραζόμασταν κάτι κοινό με διαφορετικό μέσο, αλλά με το ίδιο συναίσθημα, και έρχεσαι εσύ τώρα να δημοσιεύεις σε αγνώστους την ιστορία σου και να πιάνεις ακριβώς τον παλμό μου.... φοβερό!
    Καλημέρα πλέον (πώπω πάλι το έκαψα) κούνελε! Ωραία ταξιδιάρικα, τα λόγια σου....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Τελικά ίσως δεν έχει σημασία ποιος είναι ποιος και που βρίσκεται γεωγραφικά, αγαπητή Λάχεσις. Μα το γεγονός της μοιρασιάς με αυτόν τον "άγνωστο" - που έχει πάντα πολλά πρόσωπα, είναι ένας και είναι και πολλοί ταυτόχρονα....

      Χαίρομαι που ταξίδεψες για λίγο μαζί μου.

      Διαγραφή
  6. Από τις όμορφες στιγμές που πλάθει η ζωή αλλά κάποια σκόρπια μοναχικά δειλινά....
    Η Σύρος για μένα αγαπημένος τόπος, συνεπώς το βίωμά σου αποκτά μια πρόσθετη βαρύτητα στο διάβασμά σου.
    Το τραγούδι από αυτά που λέμε σπάνια, μη εμπορικά, ένα τραγούδι που το "άγνωστό" του γεμίζει την ψυχή και το είναι μας.
    Αν βάλω ολόγυρα τα μοναδικά χρώματα του Συριανού δειλινού τότε γεννιέται κάτι υπέροχο.....
    Και, καθώς λες, μετά από καιρό, το μοίρασμα πήρε το δρόμο του, την άγουσα στην κοινοποίση.....

    Κούνελε, από τα πιο όμορφα γραπτά και μοιρασμένα σου βιώματα εδώ.
    Καλή Κυριακή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σίγουρα Γιάννη ήταν μια από τις πλέον προσωπικές αναρτήσεις που έχω κάνει εδώ και καιρό και χαίρομαι που τη μοιράστηκα μαζί σας. Κάπως έτσι το μικρό εκείνο καλοκαιρινό μου βίωμα και το άγνωστο εκείνο πρόσωπο που άκουγε το τραγούδι άφησαν τον δικό τους, χαρακτηριστικό αποτύπωμα...

      Αφού γνωρίζεις τη Σύρο τότε σίγουρα θα έχεις απολαύσει και ο ίδιος τα μοναδικά της δειλινά... Με το καλό και σε άλλα τέτοια λοιπόν!

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...