Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #2: Τσουκνίδες και ποτά





Βραδινή ώρα, κι ενώ το ημερολόγιο σημαίνει επίσημα χειμώνα. Και για δες, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τις πόρτες του για άλλη μια φορά. Ένας υποχθόνιος κόσμος, σκαμμένα τούνελ ξέχειλα χαρτόδετους χαρακτήρες και φλογερές ιδέες, απευθυνόμενα σε σένα, ανήσυχε, βιβλιοφάγε· σε σένα, άγνωστε συνοδοιπόρε επισκέπτη.

Να λοιπόν που βρίσκεσαι πάλι στο αχνοφώτιστο, φορτωμένο με βιβλία λημέρι. Το πλήθος των έργων που σε περιβάλλουν είναι ανεξάντλητο, μα ο χρόνος που μπορείς να αφιερώσεις στο λαγούμι λίγος. Αλίμονο – ακόμα και εδώ ο χρόνος κυλάει! Δεν μπορώ παρά να σου προσφέρω, τουλάχιστον (σαν καλός οικοδεσπότης), μια γεύση από κάποια αγαπημένα έργα και συγγραφείς. Τα υπόλοιπα είναι δουλειά δική σου. Μόνο ερεθίσματα μπορώ να σου δώσω – το εισιτήριο, όχι το ταξίδι. Μα για αυτό το λίγο έστω, θα χαρώ να σε δω να βαδίζεις στο πλευρό μου. Και αν οι δρόμοι μας χωρίσουν, να είσαι βέβαιος πως θα ανταμώσουμε πάλι – κάπου, στις σελίδες κάποιου αγαπημένου συγγραφέα.


Πάμε λοιπόν να δούμε τι καλό έχουμε σήμερα.



Το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων






"Σκέφτομαι, άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές, που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δε διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα, λίγο πολύ, μεταθέτοντας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Αν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ μόνο που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη, αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων. Μέσα στον πόνο ούτε μια γάτα δε μπορεί να αμφιβάλλει για το μοναδικό της και μη ανταλλάξιμο εγώ.

Ο πόνος είναι η μεγάλη του εγωκεντρισμού Σχολή."


Μίλαν Κούντερα. Από την "Αθανασία" (Nesmrtelnost), σε μετάφραση Κ.Δασκαλάκη. Πρώτη δημοσίευση το 1990.



Ο Ουγκώ, η Αράχνη και η Τσουκνίδα






"Την αράχνη αγαπώ και τη τσουκνίδα,
Επειδή όλος ο κόσμος τις μισεί,
Τους πόθους τους κανείς δεν εισακούει
Και πάντοτε γι' αυτούς τις τιμωρεί.
Καταραμένες, λεν πως είναι, τιποτένιες,
Έρποντα όντα, σκοτεινά,
Στην ίδια την παγίδα τους πιασμένες,
Αιχμάλωτες, έρμαια θλιβερά.
Κατάδικοι στο ίδιο τους το έργο,
Στης μοίρας τους μπλεγμένες τον ιστό,
Με φίδι λεν πως μοιάζει η τσουκνίδα,
κι η αράχνη με ρακένδυτο πτωχό.
Της αβύσσου η σκιά πως τις βαραίνει,
κι όλοι τις προσπερνούν μ' αποστροφή,
Πως θύματα κι οι δυο τους έχουν πέσει
Μέσα σε μαύρη νύχτα, ζοφερή...
Διαβάτες, σπλαχνιστείτε το τριβόλι,
κι αυτό το άμοιρο το ζωντανό
Για την ασχήμια και το τσίμπημα τους!
Δείξτε το έλεος σας στο κακό!
Παντού δε βρίσκεται η μελαγχολία;
κι όλοι ένα φιλί δεν προσδοκούν;
Στη φρίκη τους την άγρια φτάνει μόνο
Να πάψουν πια να τα πατούν,
Με καταφρόνια πια να πάψουν να τα βλέπουν,
Εκεί, στη σκοτεινή τους τη γωνιά,
Τόσο το ζωύφιο, όσο και το ζιζάνιο,
"Αγάπη θέλω!", λεν ψιθυριστά."


Βίκτωρ Ουγκώ, "Les Contemplations" (1856). Μετάφραση Γιάννη Στρίγκου.


Ήταν το κίνημα του Ρομαντισμού εκείνο που, για πρώτη φορά, έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε εκείνους που, ως τότε, ανήκαν στο περιθώριο και τα ψιλά γράμματα της τέχνης και της λογοτεχνίας... Στους απόκληρους. Τους άρρωστους. Τους άσχημους. Τους ανάπηρους. Τους αδικημένους.

Τους μετέτρεψε όχι μόνο σε πρωταγωνιστές - μα σε ανθρώπους αναβλύζοντες μιας βαθύτερης, γνήσιας ομορφιάς.

Ο Ουγκώ θα το αποδείκνυε εξάλλου με τον Κουασιμόδο της "Παναγίας των Παρισίων"... Περισσότερα για το σπουδαίο αυτό έργο είπαμε πρόσφατα εδώ:




Τολστόι, Εκκλησία και Επανάσταση






"Ακόμα και στην κοιλάδα της σκιάς του θανάτου, δύο και δύο δεν κάνουν έξι".

Έτσι είπε ο Τολστόι, ενώ διένυε τις τελευταίες του στιγμές, αρνούμενος να συμφιλιωθεί με την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, που τον είχε αφορίσει.

Ο συγγραφέας των "Άννα Καρένινα" και "Πόλεμος και Ειρήνη" είχε αναπτύξει μια δική του, προσωπική φιλοσοφία και στάση ζωής, πέρα από τους δογματισμούς της Εκκλησίας. Βαθιά επηρεασμένος από τον χριστιανισμό (όχι στην εκκλησιαστική, μα στην ουσιαστική του, αρχέγονη μορφή), μα και από την σκέψη της Ανατολής (βουδισμός, ινδουισμός, κομφουκιανισμός), υπήρξε επίσης υποστηρικτής των προοδευτικών και ριζοσπαστικών κοινωνικών θεωριών της εποχής του. Οραματιζόταν μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας, στα πρότυπα κυρίως της αναρχικής σκέψης - η επιρροή του Προυντόν και του Κροπότκιν υπήρξε καθοριστική πάνω του.


Ωστόσο διέφερε από σημαντική μερίδα των αναρχικών πάνω στο θέμα της επαναστατικής βίας. "Οι Αναρχικοί έχουν δίκιο σε όλα", έγραφε προς το τέλος της ζωής του. "Στην άρνηση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων και στη διαπίστωση πως, χωρίς Εξουσία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερη βία, απ' ότι ήδη εμφανίζεται κάτω από τις παρούσες εξουσιαστικές δομές. Μόνο τους λάθος είναι πως η Αναρχία θα μπορούσε να επέλθει βίαια με επανάσταση. Θα καθιερωθεί, αντίθετα, όταν περισσότερος και περισσότερος κόσμος δεν θα έχει πια ανάγκη από την προστασία κάποιας κυβερνητικής εξουσίας...

Mία μονάχα μόνιμη επανάσταση μπορεί να υπάρχει - μία επανάσταση ηθική: η διαρκής ανανέωση του ανθρώπου μέσα μας".


Μεταξύ άλλων, η επιρροή του Τολστόι υπήρξε καθοριστική στη σκέψη και πρακτική του Μαχάτμα Γκάντι, με τον οποίο και αλληλογραφούσαν. "Ο μεγαλύτερος απόστολος της μη-βίας της εποχής μας", είχε πει ο Γκάντι για τον Τολστόι.



Ο Ένας στους Χίλιους






"Αν ήμουν χριστιανός, ίσως ξομολογιόμουν το μαρτύριό μου. Αυτό είναι το πλεονέκτημα των θρησκειών. Μπορείς ν' ανοίγεις την ψυχή σου σ' έναν άνθρωπο, προετοιμασμένο ν' ακούσει τα πιο παράξενα πράματα, και που προσπαθεί να σε γαληνέψει με άφθονες παρηγορίες. Μα αυτό το ξαλάφρωμα είναι δυσκολόβρετο έξω από τις μεταφυσικές λατρείες. Ο συνάνθρωπός σου - ο κοινωνικός σου σύντροφος, με τη τετράγωνη, υγιήλογική - θα γελάσει με τις εκμυστηρεύσεις σου. Κι ίσως φροντίσει να προφυλάξει την κοινωνία από τις αιρετικές σου σκέψεις και τα παράξενα αισθήματα σου, κλείνοντας σε στη φυλακή, ή το φρενοκομείο.

Ίσως πάλι να υπάρχει κάποιος, σ' ολόκληρο τον κόσμο, που να μπορεί να καταλάβει την περίεργη ψυχοτροπία μου. Μα είναι δύσκολο να τον βρω. Θα έπρεπε να ρθω σ' επαφή με χίλιους κοινούς ανθρώπους, για να βρω τον ένα, τον εξαιρετικό.

Το έπαθλο δεν αξίζει τον κόπο..."


Μ. Καραγάτσης, δια στόματος του χαρακτήρα του Κωστή Ρούση, από το μυθιστόρημα "Ο Κίτρινος Φάκελος". Γραμμένο το 1956, ένα από τα πλέον ιδιαίτερα μυθιστορήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (σε επίπεδο αφηγηματικής τεχνικής και ύφους)...

Ήταν εξάλλου το μοναδικό, από όλα τα μυθιστορήματα του Καραγάτση, που ο ιδιος είχε πει πως "αδυνατεί να περιγράψει"...



Περί Βαρεμάρας ο λόγος...





"Τα ανθρώπινα όντα κάνουν τη ζωή τόσο ενδιαφέρουσα. Αφού να καταλάβεις, σ' ένα σύμπαν γεμάτο με τόσα θαύματα, κατόρθωσαν να εφεύρουν τη βαρεμάρα".

Terry Pratchett 


"Δεν πιστεύω στη ζωή μετά το θάνατο, επομένως δεν χρειάζεται όλη μου τη ζωή να φοβάμαι την κόλαση, ή ακόμα περισσότερο, να φοβάμαι τον παράδεισο. Γιατί όποια και αν είναι τα μαρτύρια της κόλασης, νομίζω πως η βαρεμάρα του παραδείσου θα ήταν ακόμα χειρότερη".
Isaac Asimov 


"Βαρεμάρα. Η επιθυμία για επιθυμίες".


Λέων Τολστόι


"Ένα θέμα για κάποιον μεγάλο ποιητή θα μπορούσε να είναι η βαρεμάρα του Θεού μετά την έβδομη μέρα της δημιουργίας".


Νίτσε


"Βαρεμάρα είναι να αισθάνεσαι πως τα πάντα είναι χάσιμο χρόνου. Γαλήνη είναι το ακριβώς αντίθετο".


Thomas Szasz


"Aυτή είναι η κατάρα της εποχής μας, ακόμα και οι πιο παράξενες παρεκκλίσεις δε θεραπεύουν τη βαρεμάρα".


Σταντάλ


"Στις ΗΠΑ πρέπει ή να παρεκκλίνεις απ' τη νόρμα, ή να πεθάνεις απ' τη βαρεμάρα".


William Burroughs 


"'Ισως το δεύτερο μεγαλύτερο έγκλημα του κόσμου να είναι η βαρεμάρα. Το πρώτο είναι να είσαι βαρετός".


Ζαν Μπωντριγιάρ


"Μονάχα οι βαρετοί άνθρωποι βαριούνται".


Τσαρλς Μπουκόφσκι



Πίνοντας παρέα με τον Μπουκόφσκι







"Το να πίνεις είναι μια συναισθηματική κατάσταση. Σε ταρακουνά πέρα από τις νόρμες της καθημερινής ζωής, έξω από κάθε τι που είναι ίδιο. Σε βγάζει από το σώμα και το νου σου και σε πετά στον τοίχο. 

Έχω την αίσθηση πως το να πίνεις είναι μια μορφή αυτοκτονίας, κατά την οποία όμως μπορείς να επιστρέψεις πίσω στη ζωή και να ξεκινήσεις πάλι απ' την αρχή, την επόμενη μέρα. Είναι σα να σκοτώνεις τον εαυτό σου και μετά ν' αναγεννιέσαι.

Υποθέτω έχω ζήσει γύρω στις δέκα ή δεκαπέντε χιλιάδες ζωές ως τώρα".



Τσαρλς Μπουκόφσκι



συνεχίζεται...............


Ps – Για όσους το έχασαν, το πρώτο μέρος της καθόδου στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας εδώ:








Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

Το Χρονικό της Τζαζ, μέρος ΙΙ: Τα Φώτα της Νέας Ορλεάνης





Εισαγωγή: Σε μια κακόφημη συνοικία της Νέας Ορλεάνης…



Ήταν μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, μα στη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων δεν είχαν ανάγκη από ήλιο. Τα φώτα που ξεπηδούσαν απ’ τα στενά και τα σοκάκια έβαφαν με ερυθρόχρωμες ακτίνες τους σκονισμένους δρόμους μέρα-νύχτα. Δρόμοι υγροί, νοτισμένοι φτηνή επιθυμία και ξοδεμένες συνουσίες. Οι πόρνες της Συνοικίας είχαν εξαπλώσει τη φήμη τους πέρα από τη Νέα Ορλεάνη· κόσμος ερχόταν από διάφορα μέρη του αμερικανικού Νότου, προκειμένου να χαρεί τις ηδονές τους. Η περιοχή είχε αποκτήσει σχεδόν μυθιστορηματικό χαρακτήρα – γι’ αυτό και την ονόμασαν “Storyville”. Εκεί που εξιστορείται η παλιότερη απ’ όλες τις ιστορίες.

Ένας νεαρός νέγρος τριγύριζε στα στενά της Συνοικίας, πουλώντας κάρβουνο στα σπίτια. Ήταν-δεν ήταν 11 χρονών. Δεν τον εξέπληττε η φήμη της περιοχής, ούτε έσκυβε το βλέμμα μπροστά στα εργαζόμενα κορίτσια· τα κοιτούσε μες στα μάτια και το χαμόγελό του άστραφτε. «Να’ τος πάλι, χαμογελά ο μικρός Λούι! », έκαναν εκείνες γελώντας, πετώντας του ίσως κανένα πουρμπουάρ. Θα’ λεγε κανείς πως γεννήθηκε με το χαμόγελο στα χείλη.

Η μάνα του εξάλλου είχε εργαστεί ως πόρνη. Τον έκανε στα 15 της και έπρεπε με κάποιο τρόπο να τα βγάλει πέρα. Όσο αφορά τον πατέρα του; Τους είχε εγκαταλείψει όλους για να ζήσει με την ερωμένη του. Συνηθισμένες καταστάσεις για τους μαύρους της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνον – στις αρχές του 20ου αιώνα.






Μια μέρα λοιπόν, εκεί που γύριζε ανέμελος στα κακόφημα στενά, από πόρτα σε πόρτα διαλαλώντας την πραμάτειά του, άκουσε κάποιους ήχους να ξεπηδούν από ένα σπίτι. Δίπλα απ’ το διαμέρισμα μιας πόρνης κατοικούσε ένας μουσικός που έπαιζε κορνέτα. Ο μικρός έστησε αυτί, συνεπαρμένος. Δεν είχε ακούσει τίποτα πιο συναρπαστικό σε όλη τη ζωή του. Ο ήχος της κορνέτας ήταν μαγικός, το παίξιμο του μουσικού θεσπέσιο. Οι νότες ξεπετάγονταν σα νύμφες απ’ τα δέντρα κάποιου δάσους, απλώνοντας το χέρι τους, σηκώνοντας παιχνιδιάρικα τη φούστα τους. «Θεέ μου, βρίσκομαι σίγουρα στον παράδεισο!», σκέφτηκε ο μικρός. «Τι υπέροχη μουσική, τι μαγική μουσική! Ω, η ζωή είναι ωραία!».

«Τι θα γίνει μ’ εκείνο το κάρβουνο; Ξεπάγιασε ο κώλος μας!», αντήχησε η βροντερή φωνή μιας παχουλής πόρνης απ’ το διπλανό διαμέρισμα.

Ο μικρός βγήκε απ’ την ονειροπόλησή του. Οι νότες όμως έπαιζαν ακόμα στο κεφάλι του. «Να μπορούσα να παίξω και ‘γω έτσι!», σκέφτηκε, την ώρα που παρέδιδε το κάρβουνο. Η πόρνη τον κοίταξε με απορημένο βλέμμα. «Που τρέχει το μυαλό σου;», ρώτησε.

Μα ο μικρός απλά χαμογέλασε, όπως συνήθιζε. Πώς να περιγράψεις με λόγια τον παράδεισο; Παρέδωσε λοιπόν το κάρβουνο, πήρε την αμοιβή και συνέχισε το δρόμο του, μέσα από τις ερυθρόχρωμες αλέες.

Κάπως έτσι αποφάσισε ο μικρός πως όταν μεγαλώσει, θα γίνει σαν το μουσικό που άκουσε σ’ εκείνο το διαμέρισμα. Που να ήξερε πως μια δεκαετία μετά θα έπαιζε στη μπάντα του. Το όνομα του μουσικού ήταν Τζο Όλιβερ· μα επειδή υπήρξε ο καλύτερος κορνετίστας της Νέας Ορλεάνης, τον αποκαλούσαν “King” – ο Βασιλιάς.

Όσο αφορά το μικρό πρωταγωνιστή της ιστορίας μας, με το κάρβουνο και το ονειροπόλο βλέμμα; Τ’ όνομά του ήταν Λούις Άρμστρονγκ.






To Μεγάλο Χωνευτήρι



Δεν υπήρξε περισσότερο μπασταρδεμένη πόλη στη διάρκεια του 19ου αιώνα από τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ. Στους δρόμους της έβλεπες λευκούς, μιγάδες, ισπανόφωνους, αγγλόφωνους, γαλλόφωνους, κρεολούς, μαύρους. Παραδόσεις από ποικίλες κουλτούρες συναντιόνταν μεταξύ τους, φλέρταραν, έσμιγαν και χώριζαν, υπό τους ήχους της αδιάκοπης μουσικής που αντηχούσε σε δρόμους και πλατείες. Το μουσικό πεντάγραμμο ξεδίπλωνε τη λεωφόρο της ζωής.

Και η μουσική της πόλης μαρτυρούσε την ποικιλόμορφη πολιτισμική καταγωγή της: Οι ευκατάστατοι λευκοί (πολλοί απόγονοι Ισπανών και Γάλλων αποίκων) εντρυφούσαν στην ευρωπαϊκή κουλτούρα – πήγαιναν σε όπερες και θέατρα, χόρευαν βαλς και πόλκες, μελετούσαν την συμφωνική μουσική. Οι μιγάδες Κρεολοί είχαν ευρωπαϊκή παιδεία και αγαπούσαν το βιολί και το πιάνο, ακολουθώντας την κλασική παράδοση, λοξοκοιτάζοντας όμως και προς τις νέες τάσεις που σχηματίζονταν.

Όσο αφορά το Πάνω Μέρος (Uptown) της πόλης… εκεί αντηχούσε ο παλμός των μαύρων κατοίκων της. Οι ρυθμοί του αναδυόμενου Ράγκταϊμ (βλέπε το πρώτο μέρος του αφιερώματος < κλικ) είχαν αρχίσει να πλημμυρίζουν με ενέργεια τους ανερχόμενους μαύρους μουσικούς, ενώ εδώ κι εκεί γινόταν λόγος για μια εναλλακτική προσωπική έκφραση, την οποία είχαν βαπτίσει με το όνομα: Μπλουζ.

Οι κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στις διαφορετικές περιοχές της Νέας Ορλεάνης ήταν πελώριες. Το Κάτω Μέρος της πόλης (Downtown), η κατοικία των λευκών, ήταν περισσότερο εκσυγχρονισμένο και διέθετε όλες τις ανέσεις μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: καλοκτισμένα κτίρια, όμορφους δρόμους, πάρκα και πλατείες. Το Πάνω Μέρος όμως έμοιαζε παρατημένο στην τύχη του. Κι όμως – εκεί αντηχούσε ισχυρότερος από πουθενά αλλού ο δημιουργικός παλμός της εποχής.

Στις Κοινωνικές Επιστήμες ονομάζουμε «Χωνευτήρι» τις κοινωνικές εκείνες δομές που απαρτίζονται από ποικίλα και διαφορετικά εθνικά και πολιτισμικά σύνολα. Έτσι λοιπόν η αμερικανική κοινωνία ταιριάζει περισσότερο στον χαρακτηρισμό, συγκριτικά με μια παραδοσιακή κοινωνία της Μέσης Ανατολής για παράδειγμα, στην οποία οι κλειστές φονταμενταλιστικές αντιλήψεις αποκλείουν την ύπαρξη μειονοτήτων και εξαλείφουν τη διαφορετικότητα. Λοιπόν, ας ξεκαθαρίσουμε σε αυτό το σημείο κάτι πολύ σημαντικό: η μουσική Τζαζ θα ήταν αδύνατο να είχε αναπτυχθεί σε ένα εθνικιστικό κράτος ή μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία. Κι αυτό γιατί η πολιτισμική και εθνική ποικιλομορφία υπήρξαν τα βασικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που κατέστησαν δυνατή τη δημιουργία της.

Στην πραγματικότητα η Τζαζ είναι η περισσότερο μπασταρδεμένη μουσική που υπήρξε ποτέ. Τα βασικά συστατικά της απαρτίζουν ένα πελώριο, πολύχρωμο μωσαϊκό, η ένωση των οποίων σχηματίζει ένα Σύνολο που σύνιστα κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επί μέρους μερών του – όπως έλεγε η θεωρία Gestalt. Και η μουσική αυτή δεν θα μπορούσε παρά να έχει αναπτυχθεί στην πιο μπασταρδεμένη, πιο ανάμεικτη εθνικά και πολιτισμικά πολιτεία της εποχής της: τη Νέα Ορλεάνη των ΗΠΑ.






Χορεύοντας στο χείλος του Γκρεμού



Παρά τις διαφορές της (ίσως μάλιστα εξαιτίας αυτών), συθέμελη η πολιτεία δονούνταν στο ρυθμό της μουσικής· δεν υπήρχε στα χρόνια εκείνα, πουθενά αλλού στον κόσμο, πόλη άλλη τόσο παραδομένη, ψυχή και σώμα, στη μουσική. Σχεδόν νόμιζες πως γίνεται, κάθε μέρα, μια γιορτή. Περπατούσες στους δρόμους και τ’ αυτιά σου έπιαναν πάντα τον ήχο κάποιας κόρνας, ενός βιολιού, κάποιου πιάνου, ή ενός ντραμ. Οι πλατείες και τα πάρκα ξεχείλιζαν με μπάντες από χάλκινα – ήταν οι περιβόητες Brass Bands, το σήμα κατατεθέν της πόλης. Παρατηρούσες μπάντες με χάλκινα με την ίδια συχνότητα που βλέπουμε σήμερα περίπτερα στο κέντρο της Αθήνας. «Μια πόλη χωρίς τη δική της μπάντα Χάλκινων είναι για λύπηση, το ίδιο όπως και μια εκκλησία δίχως χορωδία – το Πνεύμα μιας Πολιτείας αναγνωρίζεται στη μπάντα της», είχε ειπωθεί τότε.

Κι όμως, η ίδια αυτή πολιτεία που είχε κάνει τη μουσική σήμα κατατεθέν της, υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες σε θνησιμότητα πόλεις των ΗΠΑ. Το 1878 είχε ξεσπάσει μια φοβερή επιδημία κίτρινου πυρετού, εξαλείφοντας ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Και αν οι λευκοί κάτοικοι του Κάτω Μέρους της πόλης προσπαθούσαν να αναπαράγουν συνθήκες μιας ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, ο μαύρος πληθυσμός υπέφερε: το 45% των μαύρων βρεφών έχει υπολογιστεί πως πέθαιναν στη γέννα. Οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν άθλιες και η περιφρόνηση που γνώριζαν (όχι μόνο απ’ τους λευκούς, μα και από τους Κρεολούς μιγάδες) ήταν γενικευμένη. 

Χρειάζεται να έχουμε πάντα κατά νου πως, λίγες μόλις δεκαετίες πριν, οι μανάδες και οι πατεράδες των ίδιων αυτών μαύρων κατοίκων δούλευαν ως σκλάβοι στις φυτείες και τα σπίτια των λευκών. Ο φτωχός νέγρος γυρολόγος της πόλης θυμόταν τις αφηγήσεις των γονιών του για τα χρόνια της σκλαβιάς. Και ίσως έφταναν ακόμα στ’ αυτιά του οι υπνωτιστικοί εκείνοι ήχοι από τα τύμπανα που σκορπούσαν τη μαγεία τους τις Κυριακές στην πλατεία Κονγκό – όταν οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστατικά, επιδιδόμενοι στις λατρευτικές τους τελετές, τρομάζοντας τους λευκούς με το ρυθμό της μουσικής τους… (βλέπε το πρώτο μέρος του αφιερώματος < κλικ).

Κι όμως – η ίδια εκείνη μουσική που άλλοτε είχε ταυτιστεί με το βουντού και τη μαύρη μαγεία ήταν εκείνη που τώρα πλέον παρείχε τη μοναδική, ίσως, κοινωνική διέξοδο στην πλειοψηφία του αφροαμερικανικού πληθυσμού. Οι μπάντες των Χάλκινων υπήρξαν τόσο δημοφιλείς, που πλήθος νεαρών μαύρων επιθυμούσαν να μάθουν μουσική και να γίνουν μέλος κάποιας απ’ αυτές. Κάπως έτσι ίσως κατόρθωναν να ξεφύγουν απ’ τα παρηκμασμένα στενά της γειτονιάς τους, να αποδράσουν απ’ τη φτώχεια και την περιφρόνηση – η μουσική υπήρξε το πανεπιστήμιο των μαύρων, το μέσο της κοινωνικής ανόδου τους.







Κάποιοι μάλιστα απ’ τους πρωταγωνιστές των ορχηστρών με τα Χάλκινα έφταναν να γίνουν ινδάλματα της γενιάς τους. Ο κόσμος μαζευόταν και τους άκουγε να παίζουν την τρομπέτα τους με τις ώρες. Κέρδιζαν έτσι φήμη και αναγνώριση – όπως για παράδειγμα πετυχαίνουν στη σύγχρονη εποχή οι μεγάλοι αθλητές των σπορ. Πώς να μην επιθυμεί λοιπόν ένας νέος έφηβος να γίνει σαν αυτούς. «Μαμά, όταν μεγαλώσω θέλω να παίζω τρομπέτα σε μια ορχήστρα», έλεγε τότε ένας μικρός και η μητέρα του τον καμάρωνε. Δυστυχώς σήμερα, στη χώρα μας τουλάχιστον, αν κάποιο παιδί επιθυμεί να γίνει μουσικός, μάλλον αποθάρρυνση θα γνωρίσει παρά ενθαρρυντικά σχόλια… Δεν ταιριάζει η τέχνη με τους τεχνοκράτες της νέας εποχής, που τόσο έχουν στερήσει τη ζωή από το χρώμα της…

Έτσι λοιπόν, παρά τις αντιξοότητες, παρά την υψηλή θνησιμότητα, παρά τις φρικτές συνθήκες διαβίωσης μιας μερίδας του πληθυσμού, η πόλη της Νέας Ορλεάνης διαρκώς χόρευε και παλλόταν στο ρυθμό της μουσικής. Αν οι πολιτείες ήταν άνθρωποι, ίσως να υπήρχε μια ψυχολογική εξήγηση για το φαινόμενο. Κάποιες φορές χορεύεις καλύτερα όταν βρίσκεσαι στο χείλος του γκρεμού – όταν ξεπροβάλλει από κάτω σου το χάος.


Γιατί υπάρχουν δύο τουλάχιστον τρόποι να ξορκίσεις το κακό· ο ένας είναι να απομένεις τρέμοντας στη γωνιά σου, φοβούμενος κάθε σκιά, κάθε αληθινή ή φανταστική απειλή, ξεχειλίζοντας απαισιοδοξία, πνιγμένος στη μιζέρια και την παραίτηση. Και ο άλλος είναι να λες «δε πάει στο διάολο. Η ζωή είναι μικρή! Ας χορέψουμε λοιπόν».



Μπάντι Μπόλντεν. Μεταξύ Μύθου και Πραγματικότητας



Ο μύθος δεν είναι παραμύθιασμα. Χτίζει κενά, καλύπτει τρύπες, αποκαλύπτει κρυφές πόρτες εκεί που νόμιζες πως υπήρχε μόνο τοίχος. Σαν τον Θεό του Βολταίρου, χρειάζεται κάποιες φορές να τον εφευρίσκουμε – μέχρι να καλύψει τις ανάγκες μας, μέχρι να μην τον χρειαζόμαστε πλέον.

Η Τζαζ έχει τους δικούς της μύθους. Ένας από αυτούς είναι πως γεννήθηκε στα μπουρδέλα της Νέας Ορλεάνης – στην περίφημη Συνοικία των Κόκκινων Φώτων, το Storyville, για την οποία μιλήσαμε ήδη. Στην πραγματικότητα η Τζαζ γεννήθηκε σε πολλά μέρη ταυτόχρονα – και αν στα πορνεία αντηχούσαν οι εύθυμες νότες του πιάνο, ακόμα περισσότερο πάλλονταν στους ρυθμούς της μουσικής οι πλατείες, τα θέατρα, τα καμπαρέ και τα music hall – στα τελευταία ήταν που γεννήθηκε το μπάσταρδο, όχι στα μπουρδέλα. Τα δεύτερα όμως το αγάπησαν, σαν μάνα που περιθάλπει ένα υιοθετημένο μωρό.

Ένας αντίστοιχος, μα αναγκαίος ίσως μύθος, είναι εκείνος του Γενάρχη. Του μουσικού από τον οποίο Όλα ξεκίνησαν. Κάτι που φυσικά θα ήταν αδύνατο – η τέχνη ποτέ δεν ξεπηδά από ένα άτομο μόνο, όπως αντίστοιχα η Ιστορία δεν συνιστά αφήγηση των κατορθωμάτων ενός προσώπου, ούτε υπόκειται στις βουλές του. Μα κάπου θεωρήθηκε χρήσιμο να αποδώσουμε τη γέννηση της Τζαζ σ’ ένα μουσικό από τον οποίο επηρεάστηκαν όλοι οι υπόλοιποι. Πρόκειται για μύθο – μα μύθο ευχάριστο στην αφήγηση, αν μη τι άλλο. Κάθε μύθος εξάλλου εμπεριέχει μέσα του σπέρματα αλήθειας.

Ο λόγος για τον Μπάντι Μπόλντεν (Buddy Bolden). Τον πρώτο δημοφιλή μουσικό για τον οποίο μπορούμε να πούμε με σιγουριά πως έπαιζε Τζαζ – όχι ράγκταϊμ, όχι μπλουζ, όχι πόλκες ή συμφωνικά ή εμβατήρια. Μα Τζαζ. Αυτό το νέο είδος μουσικής, το οποίο είχε πλέον γεννηθεί, κάπου εκεί, στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα. Και δες πως χαμογελούσε το άτιμο! Έκλαιγε και γέλαγε ταυτόχρονα. Κάθε τσιρίδα του θύμιζε τον διαπεραστικό ήχο μιας τρομπέτας.

Θα μπορούσε να είναι ο ήχος της κορνέτας του Μπάντι Μπόλντεν. Η κραυγή της γέννησης. «Υπάρχω!».

Όπως περιγράψαμε ήδη, οι δρόμοι της Νέας Ορλεάνης τον καιρό εκείνον ξεχείλιζαν με μπάντες Χάλκινων. Σε γενικές γραμμές υπήρχαν λευκές, κρεολικές και μαύρες μπάντες – αυστηρά διαχωρισμένες μεταξύ τους. Ποτέ δεν έβλεπες επιμειξίες την εποχή εκείνη. Συνήθως απαρτίζονταν από τρεις τρομπέτες ή κορνέτα, δύο τρομπόνια, ένα ή δύο κλαρινέτα, ένα βαρύτονο πνευστό ή κάποια τούμπα και ένα ή δύο τύμπανα. Η μουσική τους δεν ήταν Τζαζ – περισσότερο έπαιζαν εμβατήρια, ορχηστρικά κομμάτια, πόλκες, βαλς, μπαλάντες και άλλα διάσημα άσματα της εποχής. Που και που ενσωμάτωναν στους ρυθμούς τους (οι μαύρες μπάντες κυρίως) στοιχεία από το αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Ράγκταϊμ.






Ανάμεσα στις ορχήστρες των λευκών ξεχώριζε ο ντράμμερ “PapaJack Laine, το στυλ του οποίου επηρέασε καθοριστικά εκείνο που, μερικά χρόνια μετά, θα ονομαζόταν “Ντίξιλαντ” (Dixieland). Μεταξύ των Κρεολών δέσποζε η μπάντα του βιολιστή και ντράμμερ John Robichaux. Και ανάμεσα στις μπάντες των μαύρων, εκείνος που έκλεβε την παράσταση ήταν ο Buddy Bolden.

Ήταν ίσως ο καλύτερος όλων. Λένε πως το παίξιμό του ήταν τόσο δυνατό, που έκλεβε τα ακροατήρια από τις άλλες μπάντες στα πάρκα της Νέας Ορλεάνης. Ήθελαν όλοι να δουν ποιος είναι αυτός ο κορνετίστας με το διαπεραστικό εκείνο παίξιμο. Λένε πως μπορούσε να ακουστεί τόσο δυνατά, που οι νότες έφταναν να σκίζουν τον ουρανό, φτάνοντας ως και 14 μίλια απόσταση. Ταυτόχρονα όμως – λένε – το παίξιμό του μπορούσε να γίνει τόσο απαλό, τόσο συναισθηματικό, που έφερνε δάκρυα στα μάτια.

Είχε μάλιστα ένα τραγούδι δικό του, με στίχους βαθιά αντισυμβατικούς, για το οποίο ο μουσικός Sidney Bechet έλεγε πως «η αστυνομία σε έβαζε στη φυλακή, αν σε άκουγε να το τραγουδάς». Το τραγούδι είχε πολλά ονόματα – μεταξύ των οποίων τα “Buddy Boldens Blues”, “Buddy Bolden Stomp”, “Funky Butt” και “I Thought I Heard Buddy Bolden Say”. Μα αν ήταν παράνομο, το τραγούδι παρέμενε ιδιαίτερα δημοφιλές στο μαύρο πληθυσμό της πόλης – ιδιαίτερα στο νεαρόκοσμο, που είχαν δημιουργήσει το ίνδαλμά τους στη μορφή του Μπάντι Μπόλντεν. Και ολοένα και περισσότεροι μαύροι μουσικοί αποφάσιζαν ν’ αρπάξουν μια κορνέτα ή μια τρομπέτα και να παίξουν σαν αυτόν.

Μα ποιος ήταν όμως ο μυστήριος αυτός μουσικός; Πραγματικά, εκεί που ο μύθος τελειώνει και αρχίζει η πεζή εξιστόρηση της πραγματικότητας, πολύ λίγα στοιχεία είναι γνωστά γι’ αυτόν. Ένα ιστορικά καταγεγραμμένο γεγονός είναι η σύλληψή του τον Μάρτιο του 1906 από τις τοπικές αρχές, επειδή είχε επιτεθεί στην… πεθερά του μ’ ένα κανάτι του νερού! Αυτή υπήρξε και η μοναδική φορά στα χρονικά που τον ανέφεραν οι εφημερίδες. Ναι – ο άνθρωπος για τον οποίο λέγεται πως υπήρξε ο Πατέρας της Τζαζ αναφέρθηκε στις εφημερίδες μια και μοναδική φορά όσο ζούσε – όχι για τη μουσική του, όχι για τις καινοτομίες του, όχι για τα ρίγη ενθουσιασμού που σκορπούσε στους νέους που τον άκουγαν… μα επειδή επιτέθηκε στην πεθερά του με μια κανάτα.

Μια φωτογραφία του διασώζεται εξάλλου. Σκονισμένη, κιτρινισμένη, ξέθωρη όπως η παρουσία του.






Κι όμως – φαίνεται πως ήταν από τους πρώτους που απελευθέρωσε το παίξιμο της κορνέτας από τους συμβατικούς εμβατηριακούς ρυθμούς και τα βαλς που είχαν πέραση ως τότε. Ήταν από τους πρώτους που ενσωμάτωσε τις περιβόητες «μπλε νότες» (blue notes) και τους λεγόμενους «χοτ» ρυθμούς στο Ράγκταϊμ – παράγοντας, από τη σύνθεσή τους, κάτι εντελώς καινούργιο. Ενώνοντας μεταξύ τους τους παραδοσιακούς ήχους από τη μία, το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ από την άλλη, ο Μπάντι Μπόλντεν ανήκει στους γεννήτορες της Τζαζ.

Γιατί (έφτασε η ώρα να το πούμε) η Τζαζ υπήρξε το αποτέλεσμα της πρόσμιξης όλων αυτών των διαφορετικών μουσικών: Μια σούπα στην οποία ρίχνουμε μια δόση από ευρωπαϊκή παράδοση, ένα φακελάκι εμβατήρια από χάλκινες ορχήστρες, μια ιδέα θεατρικών μουσικών (όπως η παράδοση των Minstrel Show), μια γερή δόση Ράγκταϊμ και μια απαραίτητη κουταλιά Μπλουζ. Γι’ αυτό και η ιστορία της Τζαζ θα ήταν αδύνατη αν δεν έχουμε πρώτα αναφερθεί σε όλους αυτούς τους προπάτορές της – σε όλες αυτές τις μουσικές που, μέσα στη διαφορετικότητά τους, συνδυάστηκαν και δημιούργησαν ένα Σύνολο που είναι διαφορετικό από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Χρειαζόταν η παιδεία της Ευρώπης· η θεατρικότητα των μίνστρελ σόου· ο ξέφρενος ρυθμός του Ragtime· η πέραση που είχαν οι μπάντες με τα Χάλκινα· και, τέλος, ο προσωπικός ρυθμός και οι μουσικές φόρμες των Blues… ήταν όλα αναγκαία, προκειμένου να δημιουργηθεί η Jazz.

Και αν ο Buddy Bolden δεν υπήρξε ο μοναδικός της δημιουργός… ήταν σίγουρα ένας από τους βασικούς κρίκους, που συνέβαλαν στην ανάμιξη όλων αυτών των μουσικών ειδών που αναφέραμε.

Και ο μύθος κάποια στιγμή τελειώνει… και η πραγματικότητα μας αποκαλύπτει το αδυσώπητό της πρόσωπο. Ο Μπάντι Μπόλντεν – εκείνος για τον οποίο αναφέρθηκαν μια και μοναδική φορά οι εφημερίδες, όταν επιτέθηκε στην πεθερά του – πέθανε μόνος και εγκαταλελειμμένος σε μια ψυχιατρική κλινική.

Αν η ζωή δεν σε δικαίωσε, φίλε Μπάντι… το έκανε, τουλάχιστον η ιστορία. Κάποιες φορές είναι δικαιότερη απ’ την πραγματικότητα. Και για την ιστορία της Τζαζ, μπορούμε να πούμε πια με βεβαιότητα πως «αν δεν είχε υπάρξει ο Μπάντι Μπόλντεν, θα έπρεπε να τον εφεύρουμε».





Πιάνο, Πόρνες και Διαμάντια



Του άρεσε να ντύνεται με ακριβά ρούχα. Λένε πως επιδιδόταν σε καθημερινές αλλαγές στην γκαρνταρόμπα του, φροντίζοντας πάντα να είναι κομψός και φινετσάτος. Και όταν χαμογελούσε έβλεπες ν' αστράφτει ένα μικροσκοπικό διαμάντι που είχε βάλει μπροστά στα δόντια του. Μαζί με το διαμάντι πετούσαν σπίθες και τα μάτια του, όμοια με εκείνα ενός αιλουροειδούς.

Γιατί ο Jelly Roll Morton δεν ήταν κανένα τυχαίος στη γειτονιά. Από μικρός είχε αγαπήσει τη ζωή της νύχτας. Πόρνες, χαρτοπαίχτες, τζογαδόροι, συμμορίτες... ήταν όλοι γνώριμοί του. Λένε μάλιστα πως υπήρξε ο ίδιος προαγωγός των γυναικών με τις ελαφριές ενδυμασίες και τις ακόμα ελαφρότερες συνήθειες. Ήταν ένα “μούτρο”, με όλη τη σημασία της λέξης, συνώνυμος με όσα έτρεμε κάθε ηθικολόγος της εποχής. Ένας καλοντυμένος αλητάμπουρας, σκληρός σαν το αστραποβόλο του διαμάντι.

Κι όμως – που να ήξερε ο συντηρητικός Αμερικανός πατέρας, την ώρα που το αγνό παρθένο κοριτσάκι του έπαιζε το πιάνο στο σαλόνι του σπιτιού... πως το ίδιο μουσικό όργανο έμελλε να εκτιναχτεί σε νέα επίπεδα στα χέρια αυτού του νυχτόβιου αλήτη. Γιατί, βλέπετε, ο Τζέλι Ρολ Μόρτον ήταν ένας από τους σημαντικότερους πιανίστες των καιρών του. Δες πως αυτός ο σκληραγωγημένος τύπος, γνώριμος κάθε πουτάνας και κάθε παρανόμου, άγγιζε το πιάνο με την αίσθηση των φτερών ενός κύκνου. Πως φτερούγιζαν τα χέρια του σαν βάρκες στην ασπρόμαυρη ακροθαλασσιά των πλήκτρων.

Αυτός ήταν ο Τζέλι Ρολ Μόρτον. Ο άνθρωπος που συνέβαλε όσο κανένας άλλος πιανίστας, στα πρώτα εκείνα χρόνια του 20ου αιώνα, στην ανάδειξη της Τζαζ μέσα από το Ράγκταϊμ και τα Μπλουζ. Ήταν η Τζαζ που φοβόταν ο κόσμος. Το διαμάντι που αναδείχτηκε απ' τα βάθη των ορυχείων, απ' το πλέον ακατέργαστο πέτρωμα, μέσα από τις λάσπες και το χώμα.






Παλιά θεωρούσα ότι το πιάνο ήταν ένα μουσικό όργανο για γυναικούλες. Δεν ήθελα να είμαι αδερφή, ήθελα να μεγαλώσω σαν άντρας, να κάνω οικογένεια και παιδιά... Μέχρι που άκουσα ένα καταπληκτικά παιγμένο κομμάτι Ragtime... Τότε συνειδητοποίησα πως το πιάνο αρμόζει εξίσου σε έναν άντρα”, είχε πει ο “βαρύμαγκας” Τζέλι Ρολ σε μια απ' τις συνεντεύξεις του. Και με ελαφρύ στόμφο πρόσθετε: “δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Νέα Ορλεάνη υπήρξε το λίκνο της Τζαζ... κι εγώ ο δημιουργός της”.

Υπερέβαλε ασφαλώς. Ο Τζέλι Ρολ Μόρτον δεν υπήρξε ο δημιουργός της Τζαζ. Οι αναγνώστες του αφιερώματος θα έχετε καταλάβει ως τώρα πως η μουσική αυτή υπήρξε σημείο συνάντησης πλήθους παραδόσεων – όπως κάθε ιστορικό γεγονός ποτέ δεν έχει μία και μοναδική αιτία. Μα ας του συγχωρέσουμε αυτόν τον κομπασμό. Γιατί η επιρροή του Τζέλι Ρολ Μόρτον σε όλους τους μεταγενέστερους μουσικούς υπήρξε καθοριστική. Ήταν ο πρώτος πιανίστας που εισήγαγε στο πιάνο τις μουσικές κλίμακες των Blues, παντρεύοντας τις κλασικές με τις νεότερες μουσικές τάσεις. Δημιούργησε μια γέφυρα ανάμεσα στην καταγεγραμμένη μουσική και τον αυτοσχεδιασμό. Προσέδωσε εξάλλου ένα εξωτικό στοιχείο στη μουσική, αναμφίβολα επηρεασμένο από τις λατινικές του ρίζες.

Γιατί ο Jelly Roll Morton ήταν Κρεολός – ανήκε δηλαδή στο πλήθος των μιγάδων ευρωπαϊκής και αφρικανικής καταγωγής που κατέκλυζαν τη Νέα Ορλεάνη τον καιρό εκείνο. Οι Κρεολοί κατέχουν το δικό τους ξεχωριστό μερίδιο στην ιστορία της Τζαζ· οι ρίζες τους ανάγονται στους γαλλόφωνους και ισπανόφωνους αποίκους που εγκαταστάθηκαν στο Νέο Κόσμο απ' τη μία – και στους αφροαμερικανούς με τους οποίους επιμίχθηκαν απ' την άλλη. Συχνά ήταν κάποιος ευκατάστατος Ευρωπαίος άποικος με μια αφροαμερικανή σκλάβα. Το αποτέλεσμα ήταν ο Κρεολός – ένας μιγάς που περηφανευόταν για τις ευρωπαϊκές του ρίζες, μα ταυτόχρονα κατεχόταν από εκείνο το πνεύμα νεωτερισμού – την άγρια εκείνη δημιουργικότητα – που ενέπνεε τόσους και τόσους μαύρους κατοίκους της Νέας Ορλεάνης τα χρόνια εκείνα.






Πολυπολιτισμικότητα και τέχνη



Οι Κρεολοί στη διάρκεια του 19ου αιώνα προσπαθούσαν να διαχωρίσουν τη θέση τους από εκείνη των μαύρων συμπολιτών τους. Ντύνονταν σαν Ευρωπαίοι, μιλούσαν στη γλώσσα των Ευρωπαίων, είχαν τις συνήθειες των Ευρωπαίων: επισκέπτονταν θέατρα, όπερες, συναυλίες. Το δέρμα τους όμως τους έκανε να ξεχωρίζουν – δεν ήταν μαύροι, δεν ήταν λευκοί, μα κάτι ενδιάμεσο. Και βρισκόμαστε σε μια εποχή που το χρώμα του δέρματος ήταν κόκκινο πανί στα μάτια κάθε ταύρου ρατσιστή. Οι Κρεολοί με τη σειρά τους ξεσπούσαν για τις διακρίσεις σε βάρος τους απέναντι στους μαύρους, που λειτουργούσαν σαν αποδιοπομπαίος τράγος... μα έτσι ήταν η κοινωνία τότε: χωρισμένη σε κάστες, εκ των οποίων η μία προσπαθούσε να διαχωρίσει τη θέση της απ' την άλλη και ξεσπούσαν η μία πάνω στην άλλη... Ασφαλώς έχουμε αλλάξει από τότε – το ερώτημα όμως είναι: Πόσο;

Να όμως που ήταν η επιμειξία – όχι ο διαχωρισμός – εκείνη που έκανε δυνατή τη δημιουργία της Τζαζ. Γιατί δεν θα είχε υπάρξει αυτή η μουσική αν δεν γινόταν αυτό το υπέροχο μπαστάρδεμα φυλών, λαών, τεχνών και παραδόσεων. Και η Νέα Ορλεάνη πρώτη έδωσε τα φώτα για τη δημιουργία της – όντας η πλέον μπασταρδεμένη απ' όλες τις πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, εκεί που λευκοί, μαύροι και κρεολοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και γέννησαν ένα αποτέλεσμα διαφορετικό από τη σύνθεση των μερών του. Γιατί το Σύνολο είναι πάντα κάτι παραπάνω από το άθροισμα των Επί Μέρους Σημείων του – όπως διδάσκει η θεωρία Gestalt.

Λέγεται εσφαλμένα πως η Τζαζ είναι “αμερικανική” μουσική. Πρόκειται για ισχυρισμό παραπλανητικό· η Τζαζ δεν είναι αμερικανική, μα παγκόσμια μουσική. Θα ήταν αδύνατο να υπάρξει δίχως εκείνες τις πινελιές της ευρωπαϊκής κλασικής παράδοσης από τη μία, και χωρίς την καθοριστική συνεισφορά των απογόνων της Αφρικανικής ηπείρου. Θα ήταν σωστότερο αν λέγαμε πως η Τζαζ είναι μια παγκόσμια μουσική που δεν θα μπορούσε να είχε αναπτυχθεί πουθενά αλλού, τον καιρό εκείνον, παρά στην Αμερική. Γιατί μόνο στην Αμερική ευδοκιμούσαν εκείνες οι συνθήκες που επέτρεψαν τη δημιουργία της. Ο ήλιος που έθρεψε τους σπόρους της.

Και ο ήλιος αυτός ονομαζόταν πολυσυλλεκτικότητα· πολιτισμική ποικιλία· ένα χωνευτήρι λαών και παραδόσεων. Ένας ακόμα λόγος που δεν αγάπησαν ποτέ την Τζαζ οι συντηρητικοί: τους θύμιζε πως έθνη με κλειστά σύνορα και σφιχτές παραδόσεις θα ήταν αδύνατο να την είχαν δημιουργήσει· εκείνη, την υπέροχη εταίρα των μουσικών, τη μεγάλη πόρνη που κάθε λαός περνούσε απ' τα πόδια της.






Εν έτει 1894 τέθηκε σε ισχύ ένας ιστορικής σημασίας νόμος, σύμφωνα με τον οποίο οι Κρεολοί μετατρέπονταν σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Συγκεκριμένα ο νόμος αυτός έλεγε πως “είναι Νέγρος όποιος έχει αφρικανική καταγωγή”. Κάπως έτσι λοιπόν, με τον άκρως ρατσιστικό αυτό νόμο, οι Κρεολοί διαχωρίστηκαν ακόμα περισσότερο στα μάτια των συμπολιτών τους. Οι μπάντες λευκών μουσικών δεν τους δέχονταν στα μέλη τους. Κάπως έτσι όλο και περισσότεροι Κρεολοί έφτασαν να συναγωνίζονται τους μαύρους – που ως τότε απέφευγαν – για εύρεση εργασίας. Κρεολοί και μαύροι ήρθαν σε επαφή και ο καθένας έφερε τις δικές του μουσικές επιρροές: οι Κρεολοί την παιδεία τους και την ικανότητα να διαβάζουν μουσική· οι μαύροι την πηγαία δημιουργικότητά τους.

Το συλλογικό πνεύμα της Νέας Ορλεάνης

Στο σημείο συνάντησης των διαφορετικών αυτών παραδόσεων συναντούμε τη μορφή του Τζέλι Ρολ Μόρτον. Γνώστης της μουσικής, ικανότατος στη σύνθεση, αντλώντας παράλληλα από τα στοιχεία της καθαρόαιμης μαύρης μουσικής (του Ράγκταϊμ και των Μπλουζ), όσο και από το λεγόμενο “hot” στυλ των μαύρων μουσικών, ο Τζέλι Ρολ ήταν ο πρώτος που κατέγραψε στο πιάνο εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε “Πρώιμη Τζαζ” ή Τζαζ της Νέας Ορλεάνης. Δεν ήταν πλέον Ράγκταϊμ, δεν ήταν μόνο Μπλουζ – ήταν κάτι νέο. Ήταν η Τζαζ.

Πως να μη χαμογελάει μετά, με το αστραφτερό του διαμάντι στο δόντι, ο μυστηριώδης αυτός αλήτης με τα ακριβά ρούχα, που, σαν έφηβος, έπαιζε πιάνο στις πόρνες του Storyville.

Κάποια στιγμή ο Τζέλι Ρολ Μόρτον θα ενσωμάτωνε το μουσικό του στυλ σε ευρύτερα σχήματα. Ως σήμερα παραμένει ο βασικότερος εκπρόσωπος του κλασικού ύφους της Νέας Ορλεάνης – της πρώτης μορφής Jazz που γνώρισε ο κόσμος. Στη δεκαετία του 20 σχημάτισε την περίφημη μπάντα των “Red Hot Peppers” (ναι, κύριοι, οι Red Hot Chily Peppers από εκεί εμπνεύστηκαν το όνομά τους). Οι Red Hot Peppers παρέδωσαν εξαιρετικά δείγματα πρωταρχικής, ξέφρενης Τζαζ, στα οποία δεσπόζει το αίσθημα της ομαδικότητας και του συλλογικού πνεύματος. Αυτή ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης: κανένας μουσικός δεν ξεχώριζε ακόμα, ούτε δέσποζε η φωνή του σολίστα. Υπεράνω όλων ήταν η ομάδα. Κάτι που θα άλλαζε για πάντα στα μισά της δεκαετίας του 20... μα αυτό είναι μέρος μιας ιστορίας που θα πούμε κάποιον άλλο καιρό.

Στο μεταξύ μπορούμε να απολαύσουμε τη μουσική του Jelly Roll Morton και των Red Hot Peppers... και να αφεθούμε στον αέρα της Νέας Ορλεάνης, στην τρέλα του συλλογικού αυτοσχεδιασμού, στο άρωμα της συνοικίας των Κόκκινων Φώτων και στη λάμψη ενός μυστηριώδους διαμαντιού.




Jelly Roll Morton's Red Hot Peppers


1917. Η πρώτη ηχογράφηση



Φτάσαμε αισίως στην πρώτη ηχογράφηση. Από το σημείο εκείνο και έπειτα η ιστορία της μουσικής δεν θα ήταν πια ίδια. Ηχογραφημένη πλέον, η Τζαζ θα ακουγόταν στα σπίτια όλης της χώρας – ή για να ακριβολογούμε, στα σπίτια εκείνα που διέθεταν φωνόγραφο. Έτσι θα γινόταν γνωστή σε κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών, που ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να παρευρεθούν σε κάποια ζωντανή συναυλία της Νέας Ορλεάνης.

Η τραγική ειρωνεία όμως ήταν πως η πρώτη μπάντα που έμελλε να ηχογραφήσει τη νέα μουσική ήταν μια μπάντα λευκών – οι οποίοι έφτασαν μάλιστα να ισχυριστούν πως υπήρξαν οι “δημιουργοί” της. Το αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο της ηχογράφησης, βλέπετε, τους έδινε το αβαντάζ. Στ' αυτιά χιλιάδων ακροατών, που δεν είχαν ιδέα από τις μπάντες της Νέας Ορλεάνης, δεν ακούσει ποτέ Μπλουζ, ούτε φυσικά γνώριζαν μορφές όμως ο Μπάντι Μπόλντεν και ο Τζέλι Ρολ Μόρτον... στα δικά τους αυτιά πρώτη Τζαζ ήταν εκείνη που ηχογραφήθηκε πρώτη.

Το όνομα της μπάντας που πρώτη ηχογράφησε τη Τζαζ – του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει το παλαιότερο ηχητικό ντοκουμέντο που διαθέτουμε – είναι Original Dixieland Jass Band – Jass” ή “Jazz” ήταν όροι που αμφότεροι χρησιμοποιούνταν τον καιρό εκείνο. Οι Original Dixieland Jazz Band λέγονται και εν συντομία ODJB. Ο όρος “Dixieland” παραπέμπει στην πρώιμη Τζαζ της Νέας Ορλεάνης, όπως την έπαιζαν οι λευκοί μουσικοί. Μια Τζαζ λιγότερο δημιουργική συγκριτικά με εκείνη των Κρεολών και μαύρων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν καθιερώσει το δικό τους, επονομαζόμενο “hot” στυλ. Αυτό δεν μειώνει την αξία και την γενικότερη συνεισφορά της, ωστόσο, στην εξέλιξη της μουσικής.

Υπήρξε, σε τελική ανάλυση, η πρώτη Τζαζ που άκουσε η πλειοψηφία του κόσμου. Που και εμείς, σήμερα, μπορούμε να ακούσουμε.









Η τύχη παίζει πάντα περίεργα παιχνίδια και – δυστυχώς – δεν μοιράζει ισόποσα τα δώρα της. Το 1915 η εταιρία Victor πρότεινε στον κορνετίστα Freddie Keppard ένα συμβόλαιο ηχογράφησης. Ο Κέπαρντ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κορνετίστες των καιρών του, μα φοβόταν διαρκώς μήπως οι άλλοι μουσικοί... κλέψουν τις ιδέες του. Έφτανε μάλιστα να παίζει βάζοντας μπροστά στην κορνέτα το χέρι του, θέλοντας να κρύψει τις κινήσεις του. Έτσι λοιπόν όταν προτάθηκε η ιδέα της ηχογράφησης, εκείνος την απέρριψε, σκεπτόμενος πως οι πάντες θα τον αντέγραφαν μετά. Έτσι αυτός – ένας μαύρος μουσικός, εκπρόσωπος του κλασικότερου ύφους της Νέας Ορλεάνης – έχασε την ευκαιρία. Και τη δόξα άρπαξαν οι Original Dixieland Jazz Band, δυο χρόνια μετά.

Είμαστε οι αναρχικοί της μουσικής”, έλεγαν οι Original Dixieland Jazz Band, αναφερόμενοι στο ξέφρενο συλλογικό τους πνεύμα. Ακούγοντας τους σήμερα πιθανό να μην εντυπωσιαστούμε από μάλλον χαζοχαρούμενο, σε σημεία, στυλ τους – στυλ διαφορετικό από εκείνο των μαύρων μουσικών της Νέας Ορλεάνης, διαποτισμένο από μια “χωριάτικη” διάθεση θα μπορούσαμε να πούμε. Αρκεί να ακούσουμε το κομμάτι “Livery Stable Blues” (βλέπε το τέλος του κειμένου) για να καταλάβουμε. Ζώα, κότες, αγελάδες, ανακατεμμένες με τρομπόνια και τρομπέτες – μια ηχητική πανδαισία, χαρακτηριστική μιας εποχής που η δημοφιλής μουσική δεν είχε αποκοπεί ακόμα από τον κόσμο του θεάτρου. Και στις ζωντανές εμφανίσεις τους οι ODJB ήταν εξίσου θεατρίνοι – παραπέμποντας στις μέρες του Vaudeville. Η Τζαζ τους ήταν μια Τζαζ που δεν μπορούσες να πάρεις πολύ στα σοβαρά – μουσική κατάλληλη για ψυχαγωγία και λαϊκή διασκέδαση, δίνοντας τροφή ίσως σε εκείνους που ταύτιζαν τη νέα μουσική με τα ελαφριά ήθη των καιρών.

Η Τζαζ είχε μόλις γεννηθεί – μα ασφαλώς έμελλε να περάσει ακόμα καιρός μέχρι να ωριμάσει.

Αρχηγός της μπάντας ήταν ο κορνετίστας Nick La Rocca. Μέχρι το τέλος θεωρούσε πως η Τζαζ ήταν δικό τους δημιούργημα – κάτι αντίστοιχο έλεγε και ο Jelly Roll Morton για τον εαυτό του, αν θυμηθούμε. Όλοι ήθελαν μια μερίδα από την πίτα – και μάλιστα την αρχική μερίδα. Όλοι έσφαλαν – μα μπορούμε να τους καταλάβουμε. Η Τζαζ δεν ανήκε σε κανέναν. Ήταν μια γυναίκα που ανήκε σε όλους. Όμοια με τις γυναίκες που σύχναζαν στα ερυθρόχρωμα σπίτια της Νέας Ορλεάνης.

Και επιστρέφουμε στο ξεκίνημα του κειμένου. Στο νεαρό αυτό αγοράκι που άκουσε εκείνη την κορνέτα, σε κάποιο σπίτι εκείνης της συνοικίας. Το αγοράκι το οποίο προσπέρασε τρέχοντας τις πόρνες που το κοιτούσαν με απορία, η καρδιά του φτερουγίζοντας στο ρυθμό της ανακάλυψής του.

Τα φώτα της Νέας Ορλεάνης κάποια στιγμή έμελλε να σβήσουν. Μα για τον Λούις Άρμστρονγκ η φωτιά της μουσικής είχε μόλις ανάψει.


συνεχίζεται.......


Μουσικές επιλογές








Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Αντίδοτο στη Θλίψη






Μια αληθινή ιστορία θα σας πω, βγαλμένη από το μεγάλο χρονικό της Λογοτεχνίας. Στον απόηχο των ημερών και των γεγονότων, νομίζω μπορεί να σας πει κάποια πράγματα – όπως είπε σε μένα όταν ξετύλιξε το νήμα της στη σκέψη μου.

Πάμε αρκετούς αιώνες πίσω. Στα σκληρά χρόνια του Μεσαίωνα, κάπου στα μισά του 14ου αιώνα, τον καιρό που η Πανούκλα – γνωστή και ως «Μαύρος Θάνατος» – θέριζε το μισό πληθυσμό της Ευρώπης. Ένας Ιταλός συγγραφέας που είχε ζήσει από κοντά την εξάπλωση της φρίκης αποφάσισε να γράψει γι’ αυτήν στο νεότερο έργο του. Βρισκόμαστε στο έτος 1348.

Στο ξεκίνημα του βιβλίου ο συγγραφέας περιγράφει με ανατριχιαστικό τρόπο την σπορά του θανάτου. Διαβάζουμε με τρόμο για τα εκατοντάδες πτώματα που σκόρπιζαν στους δρόμους, βουτηγμένα στη λάσπη· για τους κατοίκους που δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, από φόβο μην κολλήσουν· για τις σιχαμερές μυρωδιές που εξαπλώνονταν σε κάθε στενό, κάθε συνοικία· για εκείνους που καλούσαν φίλους και γλεντούσαν, κλειδαμπαρωμένοι, γνωρίζοντας πως ίσως ζουν τις τελευταίες μέρες τους· για όσους δεν είχαν πλέον χώρο για να θάψουν τους συγγενείς, που σαν τα ζώα ψοφούσαν μες στα πόδια τους· για τα νεκρά κορμιά που πετούσαν απ’ τα σπίτια, σα νά ‘ταν σκουπίδια· για φίλους που εγκατέλειπαν φίλους· γονείς που εγκατέλειπαν παιδιά. 

Ήξεραν πως ο ένας στους δύο είναι χαμένος.






Θα έλεγε κάποιος πως θέλω να σας πω μια θλιβερή ιστορία – όμως όχι, δεν είναι αυτός ο σκοπός μου. Ούτε ήταν ο σκοπός του συγγραφέα, όταν ξεκίνησε (απολογούμενος μάλιστα στους αναγνώστες), στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, να περιγράφει το σκηνικό της φρίκης.

Γιατί το τρομακτικό εκείνο πλαίσιο έγινε αφορμή (στο βιβλίο) για μια παρέα νεαρών (αντρών και γυναικών) να σχηματίσουν μια συντροφιά και να καταφύγουν, για λίγες μέρες, μακριά, στην εξοχή. Σκοπός τους ήταν να κάνουν οτιδήποτε περνούσε από το χέρι τους, προκειμένου να περάσουν όμορφα. Μέσα στον γενικευμένο φόβο, να απολαύσουν τη ζωή. Σε καταπράσινες χλόες, πλάι σε κελαρυστά σιντριβάνια, χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν μουσική, έπαιζαν παιχνίδια, έτρωγαν και έπιναν και φλέρταραν.

Και αφηγούνταν ιστορίες, ο ένας στον άλλο. Κάθε μέρα της παραμονής τους έλεγαν ιστορίες, ξέχειλες περιπέτεια, έρωτα και χαρούμενη τρέλα. Συνολικά έμειναν δέκα μέρες. Δέκα μέρες γεμάτες ιστορίες.

Ο συγγραφέας ήταν ο Βοκάκιος. Και το βιβλίο είναι το «Δεκαήμερο». Ένα έργο ξέχειλο ζωή και έρωτα – γραμμένο στη σκοτεινότερη περίοδο της ιστορίας. Ένα έργο που έσκισε στα δύο το σκοτάδι του Μεσαίωνα – και δες τι φως ανέβλυσε από μέσα του! Πέταξε στα σκουπίδια την απονεκρωμένη ηθική της εποχής, ύμνησε τις ηδονές του σώματος, αποθέωσε τη φύση και σαν άλλος θεός Παν έσυρε τα λάγνα τραγοπόδαρά του στον πιο ηδονικό χορό, παρασέρνοντας μαζί του κάθε νύμφη του δάσους.






Και στις ιστορίες αυτές, για πρώτη φορά στα χρόνια εκείνα, ακούστηκε το ρητό «Κάνετε έρωτα, όχι πόλεμο». Και νεαρά ζευγάρια όπως εκείνο της φωτογραφίας με την οποία ανοίγω το κείμενο – παρμένη από την κινηματογραφική διασκευή του Παζολίνι – έκαναν αυτό ακριβώς: έρωτα. Γυμνά, φυσικά, δίχως ντροπή. Έτσι γυμνούς και όμορφους ήθελα και εγώ να τους τοποθετήσω στην κορυφή της ανάρτησής μου.

Έτσι αγαπιόντουσαν, καταμεσής της φρίκης, της αρρώστιας, του θανάτου.

Έχουμε πολλά να διδαχτούμε, κύριοι. Έχουμε πολλά να μάθουμε. Κόντρα στους κήρυκες του φόβου, δεν θα ζαρώσουμε ποτέ μες στη γωνιά μας. Άφησε τα τρομολάγνα ΜΜΕ να αντλούν ηδονή από το κάθε δάκρυ, κάθε ανθρώπου που τόσο άδικα πια χάθηκε, κόβοντας και ράβοντας, βάζοντας ζωές στη ζυγαριά. Άφησε τους να πουλούν τρόμο περιτυλιγμένο σε πακέτα ανθρωπισμού. Παράτα τους, τους σιχαμένους. Η ζωή είναι αλλού.

Και αν μας βρει το κακό – ε, μας βρήκε, τι να γίνει! Πουτάνα τύχη, που λένε – πάντα διαχρονικό. Μα ως τότε δεν θα αντιμετωπίζουμε την κατήφεια με ακόμα περισσότερη κατήφεια. Είμαι απόλυτα σύμφωνος στο να είμαστε κατηφείς – μα για προσωπικούς μας λόγους! Η θλίψη είναι όμορφο συναίσθημα κάποιες φορές – αρκεί να είναι δική σου. Όταν όμως σερβίρεται μαζικά από τα Μέσα Ενημέρωσης και αναπαράγεται από ειδήμονες του φόβου, ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.

Το αντίδοτο της καταστροφής δεν είναι η καταστροφή, ούτε η γενικευμένη στενοχώρια – μα η δημιουργία, η τέχνη… και πάνω απ’ όλα, η ζωή. Όσοι έφυγαν έφυγαν. Όσοι χάνονται κάθε μέρα, εδώ κι εκεί, με ή χωρίς τους προβολείς στραμμένους πάνω τους, χάνονται. Το θέμα είναι τι κάνουμε με τον κόσμο αυτόν που ζει, που αναπνέει.

Κάποτε η μισή Ευρώπη είχε γκρεμιστεί, κύριοι. Ο ένας στους δύο Ευρωπαίους είχε πεθάνει, θύμα της αρρώστιας. Μα αυτό δεν απέτρεψε τον Βοκάκιο να γράψει το «Δεκαήμερό» του… Πάνω στα συντρίμμια φύτεψε τους σπόρους του. Έναν αιώνα μετά οι σπόροι άνθισαν – και το φυτό ονομάστηκε «Αναγέννηση».

Κλείνοντας, μια που η επικαιρότητα τις μέρες αυτές περιστρέφεται γύρω απ’ τη Γαλλία, τι θα λέγατε να θυμόμασταν λίγο τον Καμύ; Ας κλείσω με ένα δικό του απόσπασμα λοιπόν.






"Καταμεσής του μίσους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη αγάπη.

Καταμεσής των δακρύων, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, ένα αδιόρατο χαμόγελο.

Καταμεσής του χάους, ανακάλυψα πως υπήρχε, μέσα μου, μία αθέατη γαλήνη.

Και συνειδητοποίησα, από όλα αυτά, πως...

Καταμεσής του χειμώνα, υπήρχε μέσα μου ένα αθέατο καλοκαίρι.

Και αυτό μου δίνει χαρά. Γιατί φανερώνει πως, όσο δυνατά και αν σπρώχνει ο κόσμος εναντίον μου, μέσα μου, πάντα θα υπάρχει κάτι δυνατότερο - κάτι καλύτερο, σπρώχνοντας αμέσως πίσω".


Albert Camus, "Return to Tipasa", 1952



Συνεχίζουμε.





You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...