Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Ο Αντίλαλος της Παναγίας των Παρισίων...





« - Η δυστυχία μου είναι πως μοιάζω ακόμη πολύ με άνθρωπο. Θα’ θελα να ‘μουν κανονικό ζώο, σαν αυτή εδώ την κατσίκα».

Ο Κουασιμόδος, σε μια από τις λιγοστές κουβέντες του.


Εισαγωγή. Οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ.



Απ’ τα βάθη του Μεσαίωνα οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ σκορπίζουν τον κρυστάλλινό τους ήχο. Και αν η έδρα τους βρίσκεται στο κέντρο του Παρισιού, ο αντίλαλός τους φτάνει ως τ’ αυτιά μας, σήμερα, αιώνες μετά το πρώτο τους κουδούνισμα. Δεν είναι από τους ήχους που προσλαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας – η απόσταση είναι μεγάλη, ο χρόνος το ίδιο. Μα αρκεί να αφεθούμε στο πνεύμα της εποχής τους, να τεντώσουμε τ’ αυτιά μας, να αφουγκραστούμε όχι με τη σκέψη, μα με την καρδιά, τους απόηχους και τις φωνές ανθρώπων που έζησαν, αγωνίστηκαν, αγάπησαν και πέθαναν, σε μια εποχή τόσο διαφορετική, μα τόσο όμοια με τη δική μας.

Το ίδιο έκανε, πριν περίπου 180 χρόνια, ένας νεαρός Γάλλος συγγραφέας: αφουγκράστηκε με την καρδιά του τους απόηχους απ’ τις σκονισμένες κωδωνοκρουσίες του Μεσαίωνα. Και μεμιάς ανάβλυσαν μέσα του μορφές. Μορφές που έμοιαζαν να αναδεύονται, να παίρνουν σάρκα και οστά, να ζωντανεύουν, με κάθε χτύπημα της καμπάνας: Μια όμορφη τσιγγάνα που λεγόταν Εσμεράλδα· ένας αποκρουστικός κωδωνοκρούστης, ο Κουασιμόδος· ένας απεγνωσμένος ιερέας που λεγόταν Κλωντ Φρολό· ο μικρότερός του αδερφός, Ζαν, ένας ανέμελος αλητάκος· ένας φτωχός φιλόσοφος που ονομαζόταν Γκρενγκουάρ· μια δύστυχη μάνα, η Γκυντύλ, που είχε χάσει το παιδί της· ένας πλάνος στρατιωτικός, ο Φοίβος· μια κατσικούλα, η Τζαλί.

Ο συγγραφέας ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ. Και η ιστορία που ξεχείλισε μέσα του, στο άκουσμα των καμπάνων, ονομάστηκε Notre Dame de Paris – μα σε εμάς έγινε γνωστή ως «Η Παναγία των Παρισίων».






Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1831, το βιβλίο αποτέλεσε έργο-ορόσημο για το κίνημα του Ρομαντισμού. Μα ο Ρομαντισμός εκείνος δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το νόημα της καθομιλουμένης λέξης, όπως την χρησιμοποιούμε σήμερα. Σύμβολό του η εξέγερση, σημαία του το πάθος. Παραδομένος σ’ έναν έρωτα καταστροφικό και απελευθερωτικό συνάμα, αποζητώντας δικαιοσύνη και αλήθεια, αγαπώντας μα δίχως να εξιδανικεύει τον Μεσαίωνα, υμνώντας το περιθωριακό κόντρα στην υποκρισία μιας κοινωνίας που εξυμνεί τους τίτλους και τη δύναμη, ικανός να γκρεμίσει καθεστώτα, διεπόμενος από ένα βαθύ αίσθημα ελευθερίας και ένα αυθεντικό δημοκρατικό φρόνημα.

Αυτός ήταν ο Ρομαντισμός του Βίκτωρος Ουγκώ. Αυτό ήταν το πνεύμα της «Παναγίας των Παρίσιων». Ξεχάστε τις διασκευές και τα κινούμενα σχέδια – εδώ έχουμε να κάνουμε με το αυθεντικό έργο. Ένα έργο που θα εκσφενδονίσει, αδίστακτα, αλύπητα, αδυσώπητα, την καρδιά σου στον τοίχο.

Κι ενώ οι καμπάνες της Νοτρ Νταμ αρχίζουν πάλι τον τρελό χορό τους…



Εσμεράλδα, η τσιγγάνα.



« - Μόνο, αγάπα με! Εμείς οι τσιγγάνες, αυτό θέλουμε απ’ τη ζωή: ν’ αναπνέουμε ελεύθερες και ν’ αγαπάμε».


Η όμορφη μελαχρινή τσιγγάνα συνιστά τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας. Γυρίζοντας εδώ κι εκεί με το ντέφι και την κατσικούλα της, ντυμένη στα πολύχρωμά της ρούχα, χορεύοντας για λίγα χρήματα μπροστά στο κοινό της πόλης. Και το κοινό τη θαύμαζε για την ομορφιά της, για την δροσιά, τη φρεσκάδα και αγνότητα της νιότης της, μα – αλίμονο, βρισκόμαστε στον κόσμο του Μεσαίωνα – με την παραμικρή αφορμή μπορούσε να δει σε αυτήν όχι ένα δροσερό κορίτσι, μα μια μάγισσα, ύπουλη και καταχθόνια.

Η Εσμεράλδα, βλέπετε, δεν ανήκε σε κάποια κοινωνική τάξη που να την προστατεύει. Έχοντας χάσει τους γονείς της, αναθρεμμένη απ’ τους φτωχούς και απόκληρους του Παρισιού, μεγάλωσε με τα ήθη των τσιγγάνων – των περιθωριακών, που σαν αδέσποτα σκυλιά γύριζαν εδώ κι εκεί στην πόλη. Και ο λαός της εποχής, παραδομένος πλήρως σ’ ένα κλίμα φόβου και δεισιδαιμονίας, αντιμετώπιζε ως δαιμονικό οτιδήποτε ξέφευγε απ’ το φάσμα της συνήθειας και της κατανόησής του.






Μιλώντας με σύγχρονους όρους, η Εσμεράλδα ήταν μια ξένη στην πόλη. Και αν σήμερα οι ξένοι βαδίζουν στη σκιά του ρατσισμού, τότε ήταν η σκιά της κρεμάλας εκείνη που δέσποζε απάνω τους. Η σκιά της κρεμάλας – και μιας θεόρατης Ιεραρχίας από αξιωματούχους, ιερείς, παπάδες, δικαστικούς, άρχοντες. Όλοι επιθυμώντας να διαιωνίσουν την εξουσία τους, υπενθυμίζοντας στον κόσμο πως η εξουσία, ο φόβος και η δεισιδαιμονία βαδίζουν χέρι χέρι. Αρκεί να κρατάς το λαό δέσμιο του φόβου, για να τον έχεις πάντα στο χέρι σου.

Μα εδώ υπεισέρχεται το απρόοπτο της ιστορίας: Ένας ιερέας, από τους σημαντικότερους στην ιεραρχία, ένας παπάς με αιρετικές αντιλήψεις, κάποια μέρα αντικρίζει την όμορφη τσιγγάνα. Και κόντρα στις πεποιθήσεις του, κόντρα στην ίδια του τη θέληση, την ερωτεύεται παράφορα. Και η ιστορία που μας αφηγείται ο Ουγκώ υφαίνει το πιο δραματικό της νήμα. Γιατί, βλέπετε, δεν είναι ο μόνος που είναι ερωτευμένος μαζί της…

Την όμορφη, αθώα - μα αφελή - τσιγγάνα, με το ντέφι και την κατσικούλα της, την έχουμε στο μεταξύ ερωτευτεί και εμείς – οι αναγνώστες.



Art by Francois Flameng


Η αφήγηση του Κλωντ Φρολό.



« - Μια μέρα, λοιπόν, ήμουν ακουμπισμένος στο παράθυρο του κελιού μου… Το παράθυρο έβλεπε σε μια πλατεία. Ακούω ήχους από ντέφι και μουσική. Ενοχλημένος που τάραξαν την ονειροπόλησή μου, κοιτάζω στην πλατεία. Υπήρχαν κι άλλοι εκτός από μένα που έβλεπαν ό,τι είδα, κι ωστόσο δεν ήταν θέαμα καμωμένο για ανθρώπινα μάτια. Εκεί, καταμεσής στο πλακόστρωτο – ήταν μεσημέρι, ο ήλιος έλαμπε – ένα πλάσμα χόρευε. Μια ύπαρξη τόσο όμορφη, ώστε ο Θεός θα την είχε προτιμήσει απ’ την Παρθένο, θα την είχε σίγουρα διαλέξει για μητέρα Του, και απ’ αυτή θα είχε θελήσει να γεννηθεί, αν εκείνη βρισκόταν στη ζωή στην εποχή της ενανθρώπισής Του!

Τα μάτια της ήταν μαύρα και λαμπερά και τα σκούρα της μαλλιά ξάνθιζαν στον ήλιο τούφες τούφες, σαν χρυσές κλωστές. Τα πόδια της χάνονταν όπως τα κινούσε, σαν ακτίνες ρόδας που γυρίζει γρήγορα. Γύρω απ’ το κεφάλι της, στερεωμένα στις μαύρες της κοτσίδες, αστραφτερά μεταλλικά στολίδια σπιθοβολούσαν στον ήλιο, σχηματίζοντας στο μέτωπό της μια κορώνα από αστέρια. Το σπαρμένο με πούλιες φόρεμά της λαμποκοπούσε γαλαζωπό· έφεγγε με χιλιάδες λάμψεις, σαν καλοκαιριάτικη νύχτα. Πως ξεχώριζε το ολόλαμπρο πρόσωπό της! Θα ‘λεγες πιο φωτεινό κι απ’ τον ίδιο τον ήλιο ακόμη!

Αλίμονο, ήσουν εσύ, κοπέλα μου. Έκπληκτος, μεθυσμένος, μαγεμένος, καθόμουν και σε κοιτούσα. Σε κοιτούσα τόσο, ώστε ξαφνικά ρίγησα από τρόμο· ένιωσα το χέρι της μοίρας να με αδράχνει».



Art by Nicolas Eustache Maurin



Σκιερό βλέμμα, πύρινα μάτια.



«Τι να’ ταν αυτή η εσωτερική φωτιά που έλαμπε καμιά φορά στο βλέμμα του, σε βαθμό που το μάτι του να μοιάζει με τρύπα ανοιγμένη σε τοίχωμα καμινιού;»


Υπό συμβατικούς όρους, θα μιλούσαμε για τον «κακό» της ιστορίας. Μα, αλίμονο, ο Ουγκώ γνωρίζει καλά πως δεν υπάρχουν απόλυτα μαύροι και απόλυτα άσπροι χαρακτήρες. Ο Κλωντ Φρολό ανήκει περισσότερο στους αντιήρωες της λογοτεχνίας, στις απελπισμένες εκείνες υπάρξεις τις οποίες μισείς και συμπονάς ταυτόχρονα. Επιθυμείς τη λύτρωση και το χαμό του, παραπαίεις ανάμεσα στην αγάπη και το μίσος – τα συναισθήματα που έπνιγαν τον ίδιο.

Στο ξεκίνημα του έργου, ο Φρολό φανερώνεται ως ένας πανέξυπνος, βαθιά μορφωμένος μύστης των γραμμάτων και των επιστημών της εποχής του. Η θρησκεία δεν είναι παρά το περίβλημά του – συνειδητοποιείς πως δεν έχει τίποτα το κοινό με τους κοινούς παπάδες και τις δογματικές αντιλήψεις των καιρών. Ουσιαστικά πρόκειται για έναν αναζητητή της Αλήθειας, έναν παθιασμένο επιστήμονα σε μια εποχή που η επιστήμη ακροβατούσε ανάμεσα στη θρησκεία, την παράδοση και τη μαγεία.

«Ο Κλωντ, περίλυπος και απογοητευμένος απ’ την προσωπική του εμπειρία με τα ανθρώπινα συναισθήματα, είχε ριχτεί με ακόμη μεγαλύτερο πάθος στις αγκάλες της επιστήμης, της αδελφής αυτής, που τουλάχιστον δεν σε κοροϊδεύει κατά πρόσωπο και που πάντοτε σε ανταμοίβει, αν και ενίοτε με νόμισμα δίχως αντίκρισμα, για τις φροντίδες που της επιδαψίλευσες».

Είναι εξάλλου ο άνθρωπος που χάρισε τη μόρφωση στον μικρότερό του αδερφό, τον Ζαν. Μα και εκείνος που περιμάζεψε και μεγάλωσε το δύσμορφο Κουασιμόδο, όταν ήταν ένα παρατημένο βρέφος, μεγαλώνοντάς τον σαν θετός πατέρας.

Αλίμονο όμως. Τη μέρα εκείνη που αντίκρισε την Εσμεράλδα, απ’ το παράθυρο της εκκλησίας, τα πάντα άλλαξαν μέσα του. Ο έρωτας ξεχείλισε στην καρδιά του και σαν σεισμός έριξε στα τάρταρα κάθε ίχνος λογικής, κάθε φιλοδοξία, κάθε γνώση, κάθε αξιοπρέπεια… Ήταν ο έρωτας ενός απεγνωσμένου, για μια γυναίκα που δεν τον αγαπά.


Ήταν ο έρωτας που ύμνησαν οι Ρομαντικοί στα έργα τους.



Art by Francois Joseph Aime de Lemud
Art by Louis Boulanger


Έρωτας δίχως αντίκρισμα. Ο οδυρμός του Κλωντ Φρολό.



« - Μακάριος αυτός που τον πριονίζουν ανάμεσα σε δυο σανίδες, που τον διαμελίζουν τέσσερα άλογα! Ξέρεις τι μαρτύριο είναι νύχτες ατέλειωτες το αίμα σου να κοχλάζει, η καρδιά σου να σκίζεται, το κεφάλι σου να ραγίζει, τα δόντια σου να δαγκώνουν τα χέρια σου; Βασανιστές παθιασμένοι να σε γυρίζουν ακατάπαυστα πάνω από αναμμένα κάρβουνα, να καίγεσαι από έρωτα, ζήλια, απελπισία. Έλεος, κορίτσι μου! Μια στιγμή ανάπαυλας, έστω! Λίγη στάχτη πάνω στη χόβολη! Σε ξορκίζω, σκούπισε τις χοντρές σταγόνες ιδρώτα που κυλάνε στο μέτωπό μου! Βασάνισέ με με το ένα χέρι, όμως με το άλλο χάιδεψέ με! Σπλαχνίσου με, κοπέλα μου, σπλαχνίσου με!

Αχ, αν ήθελες!... Αχ, πόσο ευτυχισμένοι θα μπορούσαμε να είμαστε! Θα φεύγαμε μακριά, θα σε φυγάδευα, θα πηγαίναμε κάπου αλλού, θα βρίσκαμε το μέρος της Γης με τον περισσότερο ήλιο, με τα περισσότερα δέντρα, με τον πιο γαλάζιο ουρανό. Θ’ αγαπιόμασταν, θα ενώναμε τις ψυχές μας, θα νιώθαμε μια ακόρεστη δίψα ο ένας για τον άλλο και θα τη σβήναμε ακατάπαυστα στην αστείρευτη κούπα του έρωτά μας!»


Μα τα χέρια του Φρολό ήταν πασαλειμμένα με αίμα. Ο λόγος βρίσκεται στις σελίδες του βιβλίου. Και η απάντηση της Εσμεράλδας μοιάζει με χίλιες μαχαιριές – δίνοντάς μας μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές στην ιστορία της Λογοτεχνίας.


« - Εγώ να γίνω δική σου, παπά; Ποτέ! Ποτέ! Τίποτε δεν θα μας ενώσει, ούτε η Κόλαση! Φύγε, καταραμένε! Φύγε!»



από τα "Κλασικά Εικονογραφημένα"


Κουασιμόδος. Η ψυχή της Νοτρ Νταμ.



«Δεν θα επιχειρήσουμε να δώσουμε στον αναγνώστη μια ιδέα για την τετράεδρη εκείνη μύτη, για το στόμα σαν πέταλο αλόγου, για το μικρό αριστερό μάτι που το έκλεινε ένα ξανθοκόκκινο δασύτριχο φρύδι ενώ το δεξί το σκέπαζε εντελώς μια τεράστια κρεατοελιά, για τα ακανόνιστα, αραιά δόντια, σαν πολεμίστρες, για τα γεμάτα ρόζους χείλη που τα καβαλούσε ένα δόντι σαν χαυλιόδοντας, για το διχαλωτό σαγόνι, αλλά κυρίως για την έκφραση που ήταν διάχυτη σε όλη τη φυσιογνωμία, μείγμα μοχθηρίας, έκπληξης και θλίψης».


Αυτός είναι ο Κουασιμόδος – μία απ’ τις εμβληματικότερες μορφές που γέννησε ποτέ η φαντασία λογοτέχνη. Αξίζει να σημειώσουμε πως η συνολική του παρουσία, στο βιβλίο του Ουγκώ, καταλαμβάνει λιγότερο από το μισό της έκτασής του. Μα όσο ξετυλίγεται η πλοκή, τόσο συνειδητοποιείς πως ο δύσμορφος, τερατώδης αυτός κουφός, αποτελεί την ψυχή της ιστορίας.

Η παρουσία του μοιάζει βγαλμένη απ’ τα βάθη του χρόνου, φτάνοντας πίσω, ως τις απαρχές, στα χρόνια πριν τον πολιτισμό, πριν τις κοινωνίες, πριν την ίδια τη γλώσσα. Έχοντας χάσει την ακοή του απ’ το αδιάκοπο κουδούνισμα των καμπάνων της Νοτρ Νταμ, ο Κουασιμόδος μιλάει πολύ λίγο – μοιάζει έτσι με άγριο αλλοτινών καιρών, κάτι ανάμεσα σε άνθρωπο και ζώο.

Όταν όμως μιλάει, είναι πάντα ευγενικός. Και παραμένει άνθρωπος, στις ανάγκες και τις επιθυμίες του… Και όπως κάθε άνθρωπος, έτσι κι αυτός αποζητά αγάπη, φιλία, ζεστασιά – σε έναν κόσμο που τον αντιμετωπίζει με γέλιο ή με φρίκη. Κάποιες φορές και με τα δύο μαζί ταυτόχρονα.


« - Η δυστυχία μου είναι πως μοιάζω ακόμη πολύ με άνθρωπο. Θα’ θελα να ‘μουν κανονικό ζώο, σαν αυτή εδώ την κατσίκα».






Ο Ουγκώ αγαπούσε βαθιά το Μεσαίωνα – τον αγαπούσε όπως όλοι οι Ρομαντικοί, δίχως να τον εξιδανικεύει, μα αποζητώντας την ομορφιά στις αντιθέσεις του. Αναγνώριζε πως τα γοτθικά Τέρατα που διακοσμούν τους πυλώνες της Νοτρ Νταμ είναι εξίσου σημαντικά με τις περίλαμπρες γλυπτές μορφές των ιερέων. Αμφότερα χαρίζουν στο ναό το μεγαλείο του, τη διαχρονική του ομορφιά.

Μα στα τέρατα ειδικά φανερώνεται η προσωπικότητα του καλλιτέχνη, το σπάσιμο της παράδοσης, το ξεπέρασμα της θεοκρατίας και της ιεραρχίας, η σπίθα της ελευθερίας, η προσωπική πινελιά. Στα τέρατα και τις ελεύθερες διακοσμήσεις της γοτθικής αρχιτεκτονικής, η οποία, όπως μας εξηγεί ο Ουγκώ, συνδέθηκε με την εποχή της αστικής αφύπνισης. Μια εποχή που ο κοιμισμένος κόσμος του Μεσαίωνα άρχισε επιτέλους να ξυπνά από έναν ύπνο αιώνων.

Ο Κουασιμόδος είναι ένα τέτοιο τέρας, σαν εκείνα που κοσμούν τις γοτθικές εκκλησίες, ζωντανεμένο, με σάρκα και οστά. Όλο το πνεύμα της εποχής του βρίσκεται σε αυτόν εδώ, τον παραμορφωμένο κουφό κωδωνοκρούστη.

Και η περίλαμπρη Νοτρ Νταμ ήταν ο κόσμος του, η χώρα, η μόνη του πατρίδα. Το σπίτι του, ένα νησί θαλπωρής καταμεσής μιας τρομακτικής ανθρωποθάλασσας.


«Γι’ αυτόν ο καθεδρικός ναός δεν ήταν μόνο η κοινωνία, αλλά και ο κόσμος, και η φύση ολόκληρη. Δεν ονειρευόταν άλλες πέργκολες, παρά μόνο τα αδιαλείπτως ανθισμένα βιτρώ· δεν υπήρχαν γι’ αυτόν άλλα σκιερά δάση απ’ τα πέτρινα φυλλώματα που θάλλουν γεμάτα με πουλιά στις κορυφές των σαξονικών κιονόκρανων, άλλα βουνά απ’ τους γιγάντιους πύργους της εκκλησίας, άλλος ωκεανός απ’ το Παρίσι που βούιζε από κάτω».


Ο Κουασιμόδος ήταν η ψυχή της Νοτρ Νταμ, η ψυχή του ίδιου του Μεσαίωνα. Όχι, δεν πρόκειται για δημιούργημα της φαντασίας του Ουγκώ – υπήρξε όντως.


«Η Αίγυπτος θα τον είχε χρίσει θεό του ναού, ο Μεσαίωνας τον θεωρούσε δαίμονά του· ουσιαστικά όμως, ήταν η ίδια η μεσαιωνική ψυχή».

«Για όσους ξέρουν ό,τι ο Κουασιμόδος υπήρξε, η Νοτρ Νταμ είναι σήμερα έρημη, άψυχη, νεκρή. Αισθάνεται κανείς ότι κάτι έχει χαθεί. Το τεράστιο σώμα της είναι κενό, σκελετός· το πνεύμα έχει εγκαταλείψει το σώμα, αφήνοντας εμφανή τα σημάδια του, αλλά τίποτε άλλο. Σαν κρανίο, με τις κόγχες των ματιών ορατές, αλλά δίχως πια βλέμμα».


Άραγε σήμερα, αν επισκεφτούμε το Παρίσι και περάσουμε από την περίφημη Εκκλησία, θα νιώσουμε κάτι από το πνεύμα του; Θα τον δούμε, φευγαλέα έστω, σαν φάντασμα, να πηγαινοέρχεται χαρούμενος στις σκαλωσιές και να σκαρφαλώνει στους πύργους, τινάσσοντας τα πόδια του και χορεύοντας στον ήχο των καμπάνων; Τη μοναδική μουσική που γνώρισε;






Εσμεράλδα και Κουασιμόδος.



«Την άλλη μέρα, το πρωί, η Εσμεράλδα είδε στο φεγγίτη, μαζί με τον ήλιο, κάτι που την τρόμαξε: την αποκρουστική μορφή του Κουασιμόδου. Άθελά της ξανάκλεισε τα μάτια· όμως είχε την αίσθηση συνεχώς πως, μέσα απ’ τα ροδαλά της βλέφαρα, έβλεπε τη μουτσούνα αυτού του μονόφθαλμου και ξεδοντιάρη καλικάντζαρου. Τότε, ενώ εξακολουθούσε να κρατάει τα μάτια της κλειστά, άκουσε μια τραχιά φωνή που έλεγε, πολύ τρυφερά:

- Μη φοβάστε. Φίλος είμαι. Ήρθα να σας δω να κοιμάστε. Δεν σας πειράζει που ήρθα να σας δω να κοιμάστε; Τι μπορεί να σας πειράζει αν είμαι εδώ όταν έχετε τα μάτια κλειστά; Τώρα φεύγω. Να, κρύφτηκα πίσω απ’ τον τοίχο. Μπορείτε να ξανανοίξετε τα μάτια. (…)

Ο τόνος του φανέρωνε απόλυτη συναίσθηση της κατάστασής του. Η Εσμεράλδα δεν βρήκε τη δύναμη ν’ αρθρώσει λέξη.

- Ποτέ δεν είχα δει την ασχήμια μου, όπως τώρα, συνέχισε εκείνος. Όταν συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί σας, νιώθω τέτοια λύπηση για το φτωχό και δυστυχισμένο τέρας που είμαι! Πρέπει να σας δίνω την εντύπωση ζώου. Πείτε την αλήθεια. Εσείς, εσείς είστε ηλιαχτίδα, δροσοσταλίδα, κελάηδημα πουλιού. Εγώ είμαι κάτι το απαίσιο· ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, κάτι πιο τραχύ, πιο ποδοπατημένο κι από πέτρα ακόμη!»







Το τραγούδι του Κουασιμόδου.



«Αλίμονο! Τι ωφελεί να το λέω;
Ό,τι δεν είναι όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει.
Η ομορφιά την ομορφιά μονάχα αγαπάει.
Ο Απρίλης τον Δεκέμβρη ούτε που τον προσέχει.
Η ομορφιά είναι τέλεια και όλα τα μπορεί.
Και δεν υπάρχει ομορφιά που να ‘ναι μισή.

Μέρα πετάει ο κόρακας
Η κουκουβάγια νύχτα
Μα ο κύκνος νύχτα-μέρα.»


Έτσι αντηχεί το τραγούδι του ερωτοχτυπημένου Κουασιμόδου. Και οι νότες του αφήνονται να σκορπίσουν στον σκοτεινό ουρανό της νύχτας. Νύχτας παρήγορης, που κρύβει τη μορφή του από τα βλέμματα και τις αποδοκιμασίες.







Ένας φτωχός, πλην φευγάτος φιλόσοφος.


« - Δεν βλέπω, είπε ο Γκρενγκουάρ, γιατί οι ποιητές να μην συγκαταλέγονται στους αλήτες. Και ο Αίσωπος, αλήτης ήταν· ο Όμηρος, ζητιάνος· ο Ερμής, κλέφτης».


Ο λόγος για τον Γκρενγκουάρ, η ιστορία του οποίου χαρίζει μια περισσότερο ανάλαφρη νότα στο έργο. Από κάποιες απόψεις ο Γκρενγκουάρ είναι ο ίδιος ο συγγραφέας μεταμφιεσμένος. Περισσότερο παρατηρητής παρά δράστης, βλέποντας να εξελίσσονται τα γεγονότα σαν θεατής σε μια ταινία (στην οποία, εντελώς συμπτωματικά, συμμετέχει και ο ίδιος και, συμπτωματικά επίσης, δυο και τρεις φορές κινδυνεύει να χάσει το κεφάλι του), ο Γκρενγκουάρ σχολιάζει με τον δικό του, ιδιαίτερο τρόπο, το σκληρό εκείνο θέατρο που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Κάποιες στιγμές ίσως γελάει κιόλας, με την αθεράπευτη εκείνη Κωμωδία που επαναλαμβάνεται αδιάκοπη, μέσα στους αιώνες…

Σαν αναγνώστης οφείλω να ομολογήσω ότι συμπάθησα ιδιαίτερα τον φτωχό εκείνο φιλόσοφο και ποιητή, που μοιάζει να έχει πιάσει το νόημα, καταμεσής μιας κοινωνίας που κάνει τα πάντα να το χάσει. Και παρά τις αντιξοότητες δεν χάνει ποτέ το χιούμορ του…


« - Δηλαδή, Γκρενγκουάρ, ποτέ σας δεν ζηλέψατε αυτούς τους μορφονιούς με τις στρατιωτικές τους στολές;

- Να ζηλέψω τι, κύριε αρχιδιάκε; Τη δύναμή τους, την αρματωσιά τους, την πειθαρχία τους; Καλύτερα φιλοσοφία και ανεξαρτησία, κι ας φοράω κουρέλια. Προτιμώ να ‘μαι κεφάλι μύγας, παρά ουρά λιονταριού. (…)

- Τι σε κρατάει τόσο δεμένο με τη ζωή;

- Χίλιοι δυο λόγοι!

- Και ποιοι είναι αυτοί, παρακαλώ;

- Ποιοι; Ο αέρας, ο ουρανός, το πρωί, το βράδυ, το φεγγαρόφωτο, οι καλοί μου φίλοι οι αλήτες, τα καλαμπούρια μας με τις γριές στρίγγλες, τα όμορφα κτίρια του Παρισιού που τα μελετάω, τρία μεγάλα έργα που σκοπεύω να γράψω, εκ των οποίων ένα εναντίον του επισκόπου και των μύλων του, κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Ο Αναξαγόρας έλεγε πως βρισκόταν στον κόσμο για να θαυμάζει τον ήλιο. Εξάλλου, έχω την ευτυχία να περνάω τις μέρες μου απ’ το πρωί ως το βράδυ μ’ έναν πνευματώδη άνθρωπο, εμένα, κι αυτό είναι εξαιρετικά ευχάριστο».



Théodore de Banville_Gringoire


Η κοινωνική συνείδηση του συγγραφέα.



Ο λόγος για τον οποίο η «Παναγία των Παρισίων» ανήκει στα κορυφαία μυθιστορήματα που γράφτηκαν ποτέ δεν εδράζεται μόνο στους μοναδικούς του χαρακτήρες, την καταιγιστική ιστορία και τους γεμάτους αίσθημα διαλόγους του. Σημαντικό μερίδιο του βιβλίου καταλαμβάνει ένας ακόμα χαρακτήρας, που υψώνεται πέρα και πάνω απ’ τους υπόλοιπους του έργου: είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, η φωνή του οποίου σχολιάζει τα κακώς κείμενα της εποχής, προβαίνει σε συγκρίσεις με το παρόν, αξιολογεί θετικά ή αρνητικά τα γεγονότα και – ευτυχώς για εμάς – δείχνει να συμπάσχει μαζί μας στις πιο σκληρές στιγμές του βιβλίου.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο μελετητής αυτός του Μεσαίωνα, κατόρθωσε να ζωντανέψει μέσα από την πένα του μια κοινωνία πολλών αιώνων πριν, δίχως να την εξωραΐζει όμως. Το βιβλίο του δεν συνιστά ιστορικό μυθιστόρημα φυγής, μα μια κριτική ματιά τόσο στην εποχή που περιγράφει, τα ήθη και τις συνήθειές της, όσο και μια έμμεση αναφορά στο παρόν.

Σκοπός του Ουγκώ δεν ήταν απλά να πει μια ιστορία – μα να αφυπνίσει συνειδήσεις. Ο Ρομαντισμός, του οποίου υπήρξε και ο κορυφαίος στη Γαλλία εκπρόσωπος, δεν ήταν ένα κίνημα απόδρασης· μα μια θέαση του κόσμου, με σκοπό να τον αλλάξει. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η ένθερμη υποστήριξη τόσο του Ουγκώ, όσο και του Μπάιρον και άλλων Ρομαντικών, στα επαναστατικά κινήματα της εποχής – μεταξύ άλλων και στον ελληνικό αγώνα.

Στην «Παναγία των Παρισίων» αποκαλύπτονται τα κακώς κείμενα της εποχής: η διαφθορά των δικαστικών υπαλλήλων και η υπολειτουργία του νομικού συστήματος· η παράνοια της θρησκοληψίας και της δεισιδαιμονίας· ο ανταγωνισμός των εκπροσώπων της εξουσίας, για το ποιος θα έχει μεγαλύτερο μερίδιο απ’ την πίτα· η μετατροπή του λαού σε όχλο, ικανό για το καλύτερο και για το χειρότερο· η δίψα για άρτο και θεάματα, κόντρα στη γνώση και το πνεύμα· η στρατιωτική βία· η υποκρισία εκείνων που διψάνε για μια θέση, για κάποια ανώτερη εύνοια· η επιβολή της απόλυτης εξουσίας, κόντρα στο δίκαιο και τη λογική.

Στην αρχή του βιβλίου ο Γκρενγκουάρ προσπαθεί να μυήσει ένα πλήθος κόσμου στις αρετές μιας θεατρικής παράστασής του. Μάταια όμως· ο ένας μετά τον άλλο, οι θεατές απομακρύνονται. Την ίδια ώρα, βλέπετε, έχει ξεκινήσει πιο πέρα ένα γλέντι με σκοπό να αναδειχτεί η πιο γελοία γκριμάτσα. Ο Γκρενγκουάρ κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, προκειμένου να μη χάσει το κοινό του. Διερωτάται: «Θα δούμε ποιος θα τους κερδίσει: οι γκριμάτσες ή η λογοτεχνία;»

Μα ο κόσμος στρέφει τις πλάτες του στη τέχνη και τρέχει ν’ απολαύσει το θέαμα:

«Αλίμονο, είχε απομείνει μοναδικός θεατής του έργου του».


Μην έχετε καμία αμφιβολία πως αν χαρίζαμε σε ένα πλήθος κόσμου στις μέρες μας τέχνη από τη μία και φτηνή διασκέδαση από την άλλη, και τους ρωτούσαμε ποιο από τα δύο προτιμούν, η συντριπτική πλειοψηφία θα επέλεγε το δεύτερο.


Art by Luc Olivier Merson


Η φτώχεια περιγράφεται με ανάγλυφα γράμματα, συχνά μάλιστα με καυστικό χιούμορ:


«Με ό,τι του είχε απομείνει απ’ τη γνωστή συναδελφική αλληλεγγύη που ποτέ δεν εγκαταλείπει τελείως την καρδιά ενός πότη, ο Φοίβος έσπρωξε τον Ζαν με το πόδι σ’ ένα από κείνα τα μαξιλάρια των φτωχών, που η θεία πρόνοια φροντίζει να υπάρχουν σε όλες τις γωνιές του Παρισιού και που οι πλούσιοι τα αποκαλούν περιφρονητικά “σωρούς σκουπιδιών”».

«Να σε πια κατάσταση βρισκόταν ο Γκρενγκουάρ! Ούτε ψωμί, ούτε στέγη. Έβλεπε τις στερήσεις να τον ζώνουν από παντού, πιεστικά. Καιρό τώρα είχε ανακαλύψει αυτή την αλήθεια, πως δηλαδή ο Δίας δημιούργησε τους ανθρώπους σε κρίση μισανθρωπίας και πως, καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου ενός σοφού, η μοίρα κρατάει έγκλειστη τη φιλοσοφία του, σε κατάσταση πολιορκίας».


Οι φτωχοί δεν αποτελούν μόνο θύματα ωστόσο. Ανάμεσά τους γυρίζουν οι αλήτες που έκαναν επάγγελμά τη ζητιανιά και σαν άλλοι ηθοποιοί, υποδύονται με μαεστρία τους ρόλους τους, χτίζοντας μια οργανωμένη κοινωνία στα θεμέλια της μιζέριας τους. 100 χρόνια μετά ο Μπρεχτ θα έδινε για άλλη μια φορά πρωταγωνιστικό ρόλο στο πλήθος των οργανωμένων ζητιάνων στην «Όπερα της Πεντάρας» - ενώ ο Καρκαβίτσας θα σκιαγραφούσε έναν μοχθηρό εκπρόσωπό τους στον περίφημο «Ζητιάνο» του.

Η περιγραφή της παρακμιακής «Πολιτείας των Ζητιάνων» είναι ανατριχιαστική.

«Ο δύσμοιρος ποιητής έριξε μια ματιά γύρω του. Βρισκόταν, πράγματι, στην τρομερή Αυλή των Θαυμάτων, εκεί όπου ποτέ αξιοσέβαστος άνθρωπος δεν είχε μπει τέτοια ώρα (…) Πολιτεία κλεφτών, αποκρουστική κρεατοελιά στο πρόσωπο του Παρισιού· υπόνομος απ’ όπου ξεχυνόταν κάθε πρωί και όπου ερχόταν να καταλαγιάσει κάθε βράδυ αυτό το τρομερό ρυάκι βίας, φαυλότητας, επαιτείας και αλητείας, που συναντάμε πάντοτε να ξεχειλίζει στους δρόμους κάθε μεγαλούπολης· τερατώδης κυψέλη, όπου κάθε βράδυ επέστρεφαν με τα λάφυρά τους όλοι οι κηφήνες της κοινωνίας (…) Ένα απέραντο καμαρίνι, όπου έβαζαν κι έβγαζαν τότε τα κοστούμια τους όλοι οι ηθοποιοί αυτής της αιώνιας κωμωδίας που παίζεται στη σκηνή του παρισινού πλακόστρωτου, με πρωταγωνιστές την κλοπή, την πορνεία και το φόνο».






Και όταν ο Γκρενγκουάρ αναγκάζεται να συμπεριληφθεί στα μέλη τους, προκειμένου να γλιτώσει την καταδίκη και το κρέμασμα, ακολουθεί μια μεγαλοπρεπής (και αποκαλυπτική, μέσα στη σάτιρά της) τελετή μύησης.


« - Δέχεσαι, είπε ο Κλοπέν, να καταταγείς στους σουγιαδάκηδες;
- Στους σουγιαδάκηδες; Ασφαλώς, απάντησε ο Γκρενγκουάρ.
- Ανακηρύσσεις τον εαυτό σου μέλος της συντεχνίας “ελεύθερων επαγγελματιών;”, συνέχισε ο βασιλιάς της Θούνης.
- Των “ελεύθερων επαγγελματιών”.
- Υπήκοο του βασιλείου της Αληταρίας;
- Του βασιλείου της Αληταρίας.
- Αλήτη;
- Αλήτη.
- Στην ψυχή;
- Στην ψυχή.
- Λάβε υπόψη, όμως, ξαναμίλησε ο βασιλιάς, ότι αυτό δεν θα σε γλιτώσει απ’ την κρεμάλα.
- Διάβολε! είπε ο ποιητής.
- Απλώς, συνέχισε ο Κλοπέν ατάραχος, θα κρεμαστείς αργότερα, με μεγαλύτερη επισημότητα, με έξοδα της καλής μας πόλης του Παρισιού, σε μια ωραία πέτρινη κρεμάλα, και από τίμιους ανθρώπους. Είναι κι αυτό μια παρηγοριά».


Εν τέλει, εκείνο που διαχωρίζει τους μεν από τους δε, είναι ο τρόπος που θα κρεμαστούν… Γιατί άλλο να σε καταδικάζουν και να σε κρεμούν οι αλήτες και ο όχλος, και άλλο να σε κρεμά η εξαιρετική δικαιοσύνη των αρχόντων της πόλης.

Το αποκορύφωμα της σατιρικής και καυστικής σκιαγράφησης του Μεσαίωνα από τον Ουγκώ έρχεται στη διάρκεια της Δίκης της Εσμεράλδας, όταν αποφασίζουν να οδηγήσουν στο έδρανο του κατηγορουμένου την… κατσίκα της. Και οι δικαστές είναι πραγματικά αδίστακτοι απέναντι στην κατσικούλα, την οποία και αντιμετωπίζουν ως ενσάρκωση του Βελζεβούλ.


« - Αν ο δαίμονας που εξουσιάζει την κατσίκα αυτή και που αντιστάθηκε έως τώρα σε όλους τους εξορκισμούς επιμένει στις μαγγανείες του, αν προτίθεται να τρομοκρατήσει με αυτές το δικαστήριο, τον προειδοποιούμε ότι θα αναγκαστούμε να τον αντιμετωπίσουμε δια της αγχόνης και της πυράς».

Όσο αφορά την κατσικούλα; Δεν μπορεί παρά να βελάζει με απορία. «Μα είναι όλοι τους τρελοί;», θα μπορούσε ν’ αναρωτιέται.






Επίμετρο: «Αυτό Θα Σκοτώσει Εκείνο»...



Πρόκειται για μία από τις διασημότερες φράσεις του βιβλίου, ερχόμενη από το στόμα του Κλωντ Φρολό, και δίνοντας αφορμή στο συγγραφέα για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη πάνω στην εξέλιξη της ιστορίας της αρχιτεκτονικής, της τέχνης και της δημιουργικής ελευθερίας. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μορφή «Βιβλίου-Μέσα-Στο-Βιβλίο», ένα Δοκίμιο που παρεμβάλλεται στην κανονική ιστορία, μην έχοντας άμεση σχέση με αυτή, μα εμπλουτίζοντας το φιλοσοφικό και ιστορικό υπόβαθρο του έργου – και χαρίζοντάς μας ένα μοναδικό ταξίδι στην ιστορία της τέχνης παράλληλα.

Κεντρικός άξονας της ανάλυσης του Ουγκώ είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Αρχιτεκτονικής, ως δημιουργική μορφή έκφρασης, μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα και την εφεύρεση της Τυπογραφίας. Για τον Ουγκώ τα μεγάλα αρχιτεκτονικά μνημεία δεν συνιστούν τόσο ατομικά έργα, όσο αντανακλάσεις του πνεύματος των πολιτισμών που τα ανέδειξαν.


«Τα μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα είναι λιγότερο προσωπικά και περισσότερο συλλογικά έργα, γέννημα λαών μάλλον, παρά καρπός μεγαλοφυών ατόμων, κληρονομιά που αφήνει ένα έθνος, συνονθύλευμα που δημιουργούν οι αιώνες, κατάλοιπο διαδοχικών εξατμίσεων μιας ανθρώπινης κοινωνίας· ένα είδος γεωλογικού σχηματισμού, με δυο λόγια. Κάθε εποχή αποθέτει την πρόσχωσή της, κάθε φυλή καταθέτει το δικό της στρώμα στο μνημείο, κάθε άτομο εναποθέτει το λιθάρι του. Έτσι κάνουν οι κάστορες, έτσι κάνουν οι μέλισσες, έτσι κάνουν οι άνθρωποι. Το μεγάλο σύμβολο της αρχιτεκτονικής, η Βαβέλ, είναι μια κυψέλη.»

«Τα μεγάλα οικοδομήματα, όπως και τα μεγάλα βουνά, είναι δημιουργήματα των αιώνων (…) Ο χρόνος είναι ο αρχιτέκτονας, ο λαός είναι ο χτίστης».


Η αρχιτεκτονική συνιστά μια ζωντανή γλώσσα. Τα μνημεία της αποτελούν βιβλία που αφηγούνται τις ιστορίες των πολιτισμών τους.


«Απ’ τις απαρχές του κόσμου ως και τον 15ο αιώνα της χριστιανικής εποχής, η αρχιτεκτονική υπήρξε αναμφισβήτητα το μεγάλο βιβλίο της ανθρωπότητας, το κύριο μέσο έκφρασης του ανθρώπου στα διάφορα στάδια της σωματικής και διανοητικής του εξέλιξης».


«Έτσι, ως τον Γουτεμβέργιο, η αρχιτεκτονική είναι η κύρια, η παγκόσμια γραφή. Σ’ αυτό το γρανιτένιο βιβλίο, που το άρχισε η Ανατολή, που το συνέχισε η ελληνική και η ρωμαϊκή Αρχαιότητα, ο Μεσαίωνας έγραψε την τελευταία σελίδα».






Σε εποχές που ο γραπτός λόγος ή οι εικαστικές δημιουργίες ήταν επιρρεπείς στις διαθέσεις κάθε δυνάστη και κάθε τυραννικού πολιτεύματος, τα μνημεία, με τον όγκο και τη διαχρονικότητά τους, διασφάλιζαν κάποια μορφή ελευθερίας της έκφρασης, για τον δημιουργό που συμμετείχε στην κατασκευή τους.


«Το να εγγράφεται ατόφια σ’ αυτά τα βιβλία που ονομάζονταν οικοδομήματα ήταν τότε ο μόνος τρόπος ελεύθερης έκφρασης της σκέψης. Δίχως την κτιριακή αυτή υπόστασή της, αν δεν είχε επιδείξει τη σχετική σύνεση και είχε διακινδυνέψει να παραμείνει στη χειρόγραφη μορφή της και μόνο, σύντομα θα είχε καεί δημόσια απ’ το χέρι του δήμιου. Η σκέψη-πυλώνας θα γινόταν έτσι μάρτυρας στην επιθανάτια αγωνία της σκέψης-βιβλίο».


«Τότε, όποιος γεννιόταν ποιητής, γινόταν αρχιτέκτονας. Το διάχυτο στις μάζες πνεύμα, καταπιεσμένο λόγω της φεουδαρχίας, μη βρίσκοντας διέξοδο παρά μόνο προς την κατεύθυνση της αρχιτεκτονικής, αναδυόταν στην επιφάνεια μέσω αυτής της τέχνης. Οι Ιλιάδες έπαιρναν τη μορφή καθεδρικών ναών. Όλες οι άλλες τέχνες υπάκουαν και πειθαρχούσαν στην αρχιτεκτονική· ήταν οι χειρώνακτες του μεγάλου έργου».

Διαφορετικές μορφές αρχιτεκτονικής αντανακλούν διαφορετικές κοινωνικές δομές – ξεκινώντας απ’ τη θεοκρατία και καταλήγοντας στη δημοκρατία, την οποία ο Ουγκώ προάσπιζε ως το ανώτερο από τα πολιτεύματα.

«Κάθε πολιτισμός αρχίζει με τη θεοκρατία και τελειώνει με τη δημοκρατία. Ο δρόμος της ελευθερίας που διαδέχεται την αρχική ομοιομορφία εγγράφεται και στην αρχιτεκτονική».


«Αν τραβήξουμε μια οριζόντια γραμμή, συναντάμε στις τρεις μεγαλύτερες αδελφές, την Ινδουιστική, την Αιγυπτιακή και τη Ρομανική αρχιτεκτονική, τη θεοκρατία, την κάστα, την ομοιομορφία, το δόγμα, το μύθο, τον Θεό. Αντίθετα, στις τρεις μικρότερες αδελφές, τη Φοινικική, την Ελληνική και τη Γοτθική αρχιτεκτονική, ανεξάρτητα απ’ τις όποιες, εγγενείς στην ίδια τη φύση τους, μορφολογικές διαφορές, συναντάμε την ελευθερία, το λαό, τον άνθρωπο».





Μέχρι που έφτασε η τυπογραφία. «Αυτό θα σκοτώσει εκείνο» - η Τυπογραφία θα σκοτώσει την Αρχιτεκτονική. Ο νεότερος κόσμος τον παλιό.


«Η εφεύρεση της τυπογραφίας είναι το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας. Είναι η μητέρα όλων των επαναστάσεων που θ’ ακολουθήσουν».


Η αρχιτεκτονική πέρασε στο παρασκήνιο. Οι άλλες τέχνες πήραν τα ηνία. Και η μεγάλη γλώσσα της ανθρωπότητας πλέον τυπώνεται, αναπαράγεται, διαμοιράζεται, δίχως να φοβάται σεισμούς και επιδρομές. Η δυνατότητά της για αντιγραφή και διάδοση της πληροφορίας είναι η μεγάλη της δύναμη, απέναντι σε κάθε εξουσία, σε κάθε τύραννο που επιθυμεί να της κλείσει τη φωνή. Άλλοτε τα χειρόγραφα ήταν μοναδικά και στοιβάζονταν σε μια βιβλιοθήκη – μια πυρκαγιά αρκούσε να τα κάψει, να τα εξαφανίσει. Τότε τα μνημεία έσωζαν την πολιτισμική κληρονομιά των ανθρώπων. Μα από τον Γουτεμβέργιο και έπειτα, ο λόγος τυπώνεται, κυκλοφορεί, γίνεται κτήμα όλων. Απέναντι σε κάθε τζιχαντιστή επιδρομέα – απέναντι σε κάθε φασίστα δημαγωγό… ο λόγος που μπορεί και διαμοιράζεται σε χιλιάδες αντίγραφα υψώνει την ασπίδα του. Είναι η φωνή της ελευθερίας κόντρα στη σιωπή των τυράννων.

Γι’ αυτό ο Ουγκώ έλεγε πως η τυπογραφία αποτελεί το μεγαλύτερο γεγονός της ιστορίας. Μέσα απ’ την ποικιλομορφία της, την αστείρευτη διάδοση της πληροφορίας, την δυνατότητα συμμετοχής, αναδεικνύεται η γνήσια δημοκρατική κοινωνία του μέλλοντος. Περιττό να πούμε πως το Διαδίκτυο έχει εκτοξεύσει ακόμα παραπέρα αυτή τη δυνατότητα στις μέρες μας.

Αρκεί να μη χαθούμε στον κυκεώνα της πληροφορίας. Να διψούμε για γνώση. Να μη μετατρέψουμε την εύκολη πληροφόρηση σε ημιμάθεια (όπως συχνά γίνεται). Να μη μπλέξουμε στους λαβύρινθους του νέου αυτού, πελώριου Οικοδομήματος. Του μεγαλύτερου από τα αρχιτεκτονικά έργα.






«Το οικοδόμημα αυτό είναι κολοσσιαίο. Δεν θυμάμαι ποιος στατιστικολόγος μέτρησε ότι, στοιβάζοντας τον ένα πάνω στον άλλο όλους τους τόμους που έχουν τυπωθεί απ’ την εποχή του Γουτεμβέργιου, θα μπορούσε να καλύψει κανείς την απόσταση απ’ τη Γη ως τη Σελήνη (…) Είναι η μυρμηγκοφωλιά του ανθρώπινου νου. Είναι η κυψέλη όπου οι δημιουργίες της ανθρώπινης φαντασίας, οι χρυσές αυτές μέλισσες, έρχονται να φέρουν το μέλι τους. Το οικοδόμημα έχει χίλιους ορόφους (…) Εδώ κάθε ατομικό έργο, όσο ιδιόρρυθμο και αποκομμένο κι αν μοιάζει, έχει τη θέση του και το βάθρο του. Απ΄ τον καθεδρικό ναό του Σαίξπηρ ως το τέμενος του Μπάιρον, χίλια δυο μικρά καμπαναριά συνωστίζονται φύρδην μίγδην σ’ αυτή τη μητρόπολη της παγκόσμιας σκέψης (…) Στη βάση έχουν ξαναγραφτεί ορισμένοι παλιοί τίτλοι της ανθρωπότητας, που η αρχιτεκτονική δεν τους είχε καταγράψει. Στην είσοδο, αριστερά, βρίσκουμε εντοιχισμένο το ομηρικό πρότυπο ανάγλυφο από λευκό μάρμαρο· δεξιά, η πολύγλωσση Βίβλος ορθώνει τις επτά κεφαλές της. Η Λερναία Ύδρα του Ρομανσέρο αναδεύεται πιο πέρα, όπως και μερικές άλλες υβριδικές μορφές, οι Βέδες και τα Νιμπελούνγκεν. Κατά τ’ άλλα, το θαυμαστό εκείνο οικοδόμημα παραμένει πάντοτε ημιτελές. (…)

Ολόκληρο το ανθρώπινο γένος βρίσκεται στις σκαλωσιές. Κάθε πνεύμα κι ένας χτίστης. Ακόμη και το πιο ταπεινό, κάποια τρύπα βουλώνει, βάζοντας κι αυτό το πετραδάκι του (…) Άλλωστε, εκτός απ’ την πρωτότυπη και ατομική κατάθεση κάθε συγγραφέα, υπάρχουν και συλλογικές συνεισφορές. Ο 18ος αιώνας δίνει την Εγκυκλοπαίδεια, η Επανάσταση δίνει τον “Moniteur” (εφημερίδα της εποχής).

Βέβαια, κι εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ ένα οικοδόμημα που υψώνεται σε ατέρμονες σπείρες· κι εδώ συναντάμε γλώσσες που συγχέονται, αέναη δραστηριότητα, ακάματο μόχθο, επίμονη συνεργασία ολόκληρης της ανθρωπότητας, καταφύγιο για το πνεύμα σε περίπτωση νέου κατακλυσμού ή νέας επιδρομής βαρβάρων. Πρόκειται για τον δεύτερο Πύργο της Βαβέλ του ανθρωπίνου γένους».


Victor Hugo


Επίλογος. Ο αντίλαλος των καμπάνων.



Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος της παρουσίασής μας. Ήταν ένα αφιέρωμα και ένας προσωπικός φόρος τιμής μου, αν θέλετε, στην «Παναγία των Παρισίων» - από εκείνα τα βιβλία που με ταξίδεψαν, με μάγεψαν, με προβλημάτισαν και, εν τέλει, με τσάκισαν ψυχολογικά! Διαβάζοντας το έργο, είχα βλέπετε κατά νου τις… διασκευές του στα κινούμενα σχέδια! Πόσο απροετοίμαστος ήμουν λοιπόν! Ένα έργο τόσο υπέροχο, όσο και αδίστακτο, πραγματικά. Σαν την πραγματικότητα που περιγράφει… εδώ δεν χωράνε παραμύθια. Καημός θα μου μείνει.

Όσο αφορά τον Βίκτωρ Ουγκώ; Στη χώρα μας, τον καιρό που γράφτηκε η «Παναγία των Παρισίων», πολύ λίγοι τον γνώριζαν ακόμα… Τριάντα όμως χρόνια μετά, εν έτει 1862, ο Ουγκώ θα παρέδιδε ένα έργο που θα τον έκανε γνωστό και αγαπητό στους πάντες. Ένα έργο που συνέχιζε στα χνάρια που πρώτοι χάραξαν ο Κουασιμόδος και η Εσμεράλδα. Ήταν γεμάτο αλησμόνητους χαρακτήρες και παλλόταν με κοινωνική συνείδηση. Το όνομά τους ήταν Les Miserables” – οι Άθλιοι.

Μα όλα ξεκίνησαν από εκείνες τις καμπάνες. Τις καμπάνες που αντηχούν, και σήμερα, στ’ αυτιά μας.


«Δείτε πως, μ’ ένα σύνθημα του ουρανού, σταλμένο απ’ τον ήλιο που ανατέλλει, οι δεκάδες αυτές εκκλησίες σκιρτούν ταυτόχρονα. Πρώτα ακούγονται σκόρπια καμπανίσματα, απ’ τη μια εκκλησιά στην άλλη, όπως κάνουν οι μουσικοί λίγο πριν αρχίσουν να παίζουν· ύστερα, ξαφνικά, “κοιτάξτε”, μια και κάτι τέτοιες στιγμές το αφτί μοιάζει να’ χει κι αυτό την όρασή του, κοιτάξτε πως υψώνεται, απ’ όλα τα καμπαναριά συγχρόνως κάτι σαν στήλη ήχου, σαν καπνός αρμονίας (…)

Έπειτα λίγο λίγο, πληθαίνοντας, οι δονήσεις εκτείνονται, αναμειγνύονται, σβήνουν η μία μέσα στην άλλη, συγχωνεύονται σε μιαν εξαίσια συναυλία. Δεν αποτελούν πια παρά μια μάζα ηχητικών δονήσεων, που ξεχύνεται ακατάπαυστα απ’ τα αμέτρητα καμπαναριά, που επιπλέει, κυματίζει, σκιρτάει, στροβιλίζεται πάνω απ’ την πόλη, απλώνοντας πολύ πιο πέρα απ’ τον ορίζοντα τον εκκωφαντικό κύκλο των ταλαντώσεών της. Ωστόσο αυτή η θάλασσα αρμονίας πολύ απέχει απ’ το χάος· όσο ταραγμένη και βαθιά κι αν είναι, δεν έχει χάσει στο παραμικρό τη διαφάνειά της. Βλέπετε μέσα της να φιδογυρίζει ξέχωρα η κάθε ομάδα από φθόγγους που παράγουν τα καμπανίσματα· μπορείτε να παρακολουθήσετε το διάλογο, πότε υπόκωφο, πότε κραυγαλέο, ανάμεσα στο σήμαντρο και τη μεγάλη καμπάνα· βλέπετε τις οκτάβες να χοροπηδούν απ’ το ένα καμπαναριό στο άλλο· τις κοιτάζετε, φτερωτές, ανάλαφρες, να ξεπηδούν σφυρίζοντας απ’ την ασημένια καμπάνα, να πέφτουν σπασμένες και κουτσές απ’ την ξύλινη (…)

Σίγουρα πρόκειται για μια όπερα που αξίζει να την ακούσει κανείς. Συνήθως, η βουή που ανεβαίνει απ’ το Παρίσι τη μέρα είναι η πόλη που μιλάει· τη νύχτα, είναι η πόλη που ανασαίνει· εδώ, είναι η πόλη που τραγουδάει. Αφουγκραστείτε, λοιπόν, αυτή τη συγχορδία των καμπαναριών, σκορπίστε πάνω της το μουρμουρητό μισού εκατομμυρίου ανθρώπων, τον αέναο θρήνο του ποταμού, τις ατέρμονες ριπές του ανέμου, το βαθύ και απόμακρο κουαρτέτο των τεσσάρων δασών που απλώνονται στον ορίζοντα σαν τεράστιοι αυλοί εκκλησιαστικού οργάνου. Σβήστε απ’ όλα αυτά, σαν να τα βυθίζατε στο ημίφως, οποιονδήποτε υπερβολικά τραχύ και διαπεραστικό ήχο της κεντρικής καμπάνας και πείτε αν είδατε ποτέ κάτι πιο πλούσιο, πιο χαρούμενο, πιο χρυσαφένιο, πιο εκθαμβωτικό απ’ αυτό το πανδαιμόνιο από καμπάνες και καμπανίσματα· απ’ αυτό το καμίνι της μουσικής· απ’ αυτές τις χιλιάδες μπρούντζινες φωνές που τραγουδούν συγχρόνως, μέσα σε πέτρινους αυλούς και σ’ εκατό περίπου μέτρα ύψος· απ’ αυτήν την πολιτεία, που είναι όλη μια ορχήστρα· απ’ αυτή τη συμφωνία, που μαίνεται σαν καταιγίδα».


*Τα αποσπάσματα του βιβλίου που κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Σμίλη είναι σε μετάφραση Ανδρέα Παππά και Βάνας Χατζάκη.




12 σχόλια:

  1. Εξαίσιο!!!!
    Το διάβασα χωρίς ανάσα, ενθουσιάστηκα και με έχει κατακλύσει...
    Θα επανέλθω ψυχραιμότερη και με περισσότερο χρόνο να πω τις εντυπώσεις μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετική ανάλυση, κουνελάκι! Με έκανες να θέλω να διαβάσω το βιβλίο. Μέχρι στιγμής, το μόνο που έχω διαβάσει ήταν μια απλουστευμένη εκδοχή για παιδιά (όχι της Ντίσνεϊ, εννοείται), η οποία δεν ήταν και τόσο για παιδιά, αλλά μου είχε αφήσει έντονες εντυπώσεις. Όταν μου δοθεί η ευκαιρία θα διαβάσω την πλήρη εκδοχή (προς το παρόν, προηγούνται οι Άθλιοι). Και αυτό θα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε εσένα, να το ξέρεις.
    Πολλά φιλιά

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δεν υπάρχει ουδεμία σύγκριση, με καμία απολύτως διασκευή... όπως νομίζω άφησα να φανεί από το αφιέρωμα και όπως κατάλαβες, Pippi. Να το διαβάσεις χωρίς δεύτερη σκέψη (μαζί τους Άθλιους)!

      Διαγραφή
  3. "Κούνελε" το έχω ξαναπεί και το ξαναλέω. Η Παρέμβαση και η ανάλυσή σου ξεπερνά κατά παρασάγγας μια ερασιτεχνική παρουσίαση.
    Δεν έχω διαβάσει πουθενά από "επαγγελματίες" λογοτέχνες ή μελετητές ανάλογη μελέτη. Δεν ξέρω ποια παρόρμηση σε παρακινεί να κάνεις κάτι τέτοιο ειλικρινά.
    Εγώ, σαν αναγνώστης τέτοιας δημιουργίας ζητώ ή μάλλον απαιτώ την αναγνώρισή. Και εν προκειμένω την ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ.....!
    Δεν μπορεί τέτοια κέιμενα, τέτοια δουλειά, τέτοια έμπνευση να μένει φίλε στα πλαίσια ενός μπλογκ.
    Οφείλει να διαχυθεί στην κοινωνία.
    Θα μου πεις εύλογα "ποιος ρε φίλε θα ασχοληθεί τη σήμερον ημέραν με ανάλυση της Παναγίας των Παρισίων"
    Σε αυτό στην Ελλάδα θα σου απαντήσω αρνητικά.
    Καλό βράδυ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με χαροποιεί, μα ταυτόχρονα με στεναχωρεί κάπως το σχόλιό σου Γιάννη. Ίσως γιατί αρχίζω με τη σειρά μου τις συγκρίσεις... Όπως και να' χει, ας πω αυτά τα λόγια: Ό,τι βλέπετε εδώ μέσα σε επίπεδο αφιερώματος δεν συνιστά "απλά" ένα αφιέρωμα στα πλαίσια του διαδικτύου και των blogs. Για μένα είναι πολύ περισσότερα - είναι μέρος ενός δρόμου. Ενός δρόμου προσωπικού, μα και για εκείνους τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν.

      Η πορεία του δρόμου θα έχει πολλά ακόμα αφιερώματα σαν αυτό... μα κάποια στιγμή ευελπιστώ (και θα κάνω τις αντίστοιχες κινήσεις) ο δρόμος αυτός να πάει παραπέρα. Και έχω συγκεκριμένα σχέδια κατά νου - μα αυτό σε έκταση χρόνων. Προς το παρόν όμως είμαστε εδώ... ας χαρούμε τη διαδρομή!

      Καλό βράδυ φίλε μου

      Διαγραφή
  4. Οι Άθλιοι είναι από τα αγαπημένα μου βιβλία, πρέπει να το έχω διαβάσει 3-4 φορές. Μόλις με παρακίνησες να διαβάσω και την Παναγία των Παρισίων!
    Επίσης, δεν θυμάμαι αν σου έχω δώσει συγχαρητήρια για το ωραιότερο μπλογκ (και γενικότερα ιστότοπο) του ελληνικού διαδικτύου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να' σαι καλά φίλε Βατ Τάιλερ! Ασφαλώς με τιμάει πολύ αυτό που λες... και με ωθεί να συνεχίσω δυναμικά. Οι "Άθλιοι" είναι πολυαγαπημένο βιβλίο, ξακουστό και διαβασμένο από πολύ κόσμο. Η "Παναγία των Παρισίων" από την άλλη είναι περισσότερο γνωστή από τις... διασκευές της. Μα το πρωτότυπο είναι το κάτι άλλο, πραγματικά. Όταν το διαβάσεις θα το καταλάβεις!

      Διαγραφή
  5. Δίχως ρομαντισμό η καρδιά δεν φτερουγίζει, ο νους δεν κάνει όνειρα, με αποτέλεσμα να μένουμε σε μια αέναη στασιμότητα, έναν τρομακτικό κυνισμό και έναν παγερό και αυτοκαταστροφικό υλισμό! Καμία επανάσταση, όποιας μορφής κι αν είναι, δεν θα ερχόταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν κάποιοι ρομαντικοί στον κόσμο ετούτο! Ευτυχώς...!!!
    Εδώ έγινες κι εσύ - έντονα αυτή την φορά - ένας ρομαντικός, εντελώς παρασυρμένος από αυτό το ανάγνωσμα, όπου και έδωσες μια ανάλυση γεμάτη πάθος και διάχυτο ερωτισμό για τα πάθη, τις αδυναμίες και την εσωτερική πάλη του ανθρώπου, για τον ανεκπλήρωτο έρωτα προς ένα πρόσωπο, προς την άπιαστη ελευθερία, για μια ολόκληρη εποχή που αποζητούσε εναγωνίως αλλά υποσυνείδητα το λαμπερό φως μέσα από το βαθύ σκοτάδι χωρίς να γνωρίζει τον τρόπο που θα το επιτύχει!
    "Μα όλα ξεκίνησαν από εκείνες τις καμπάνες"...!
    Μακάρι να γίνει και σήμερα κάτι παρόμοιο!

    Όταν βρέθηκα έξω από την Νοτρ Νταμ πριν από πέντε χρόνια, πραγματικά έψαχνα τον Κουασιμόδο...!!
    Έπλαθα με τον νου μου εικόνες και μικρά σενάρια γύρω από την ιστορία του! Αισθάνομαι σαν με έπιασες όπως τα παιδιά που έχουν κάνει μια σκανδαλιά ή κάποιες κακές σκέψεις...

    Δεν έχω διαβάσει το πρωτότυπο και με βάζεις σε πειρασμό!!!
    Ο ενθουσιασμός σου φαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τον τρόπο γραφής σου εδώ! Και θα έλεγα ότι είναι το καλύτερο από όσα μετρημένα έχω διαβάσει βέβαια!
    Μας παρέσυρες και αυτό τα λέει όλα!!!
    Μπράβο!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το μόνο που έχω να συμπληρώσω, Γλαύκη, είναι.... να διαβάσεις το βιβλίο. Νομίζω όλα τα άλλα ειπώθηκαν! Χαίρομαι πραγματικά που ένα αφιέρωμα στο οποίο δόθηκα με τόση θέρμη είχε εξίσου θερμό αντίκτυπο. Να' σαι καλά.

      Διαγραφή
  6. Επιτέλους βρήκα λίγο χρόνο για να διαβάσω ολόκληρο το κείμενό σου. Οι προλαλήσαντες τα είπαν όλα. Απλώς ελπίζω πως θα συνεχίσεις να γράφεις αυτές τις καταπληκτικές αναλύσεις και ότι κάποτε θα τις εκδώσεις για κάθε πολίτη που ενδιαφέρεται να καταλάβει τέχνη και λογοτεχνία.
    Καλή σου νύχτα, Κούνελέ μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να 'σαι καλά αγαπητέ μου Λωτοφάγε... Σ' ευχαριστώ πολύ.

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...