Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2015

Ίχνη στην Έρημο




Η προτομή ενός αρχαίου βασιλιά της Μεσοποταμίας αντικρίζει την απέραντη έρημο. Δες πως απλώνεται αχανής μπροστά του. Κοίτα πως υψώνεται η σκόνη σε κύματα, νεφελώδη λιοντάρια έτοιμα να ρουφήξουν στην αέρινη μανία τους κάθε ίχνος ζωής. Nα πνίξουν κάθε λογική, κάθε σκέψη, παρασυρμένα απ' την τυφλή οργή τους.

Η έρημος απλώνεται ως πέρα. Ποιος ξέρει. Ίσως υπάρχουν ερείπια πόλεων θαμμένα στο εσωτερικό της. Ίχνη πολιτισμών που τώρα έχουν χαθεί. Λαμπρά παλάτια και πλατιές λεωφόροι, μεγαλοπρεπείς αψίδες και κρεμαστοί κήποι. Αστρονόμοι που μελετούσαν τις κινήσεις των άστρων, ιέρειες που χόρευαν αισθησιακούς χορούς, μαθηματικοί που υπολόγιζαν τη διάμετρο του κύκλου.

Υπήρχε πράσινο κάποτε εδώ, ξέρεις. Πριν το καταπιεί όλο το τέρας της ερήμου. Το τέρας που ζει και βασιλεύει.

Ίσως ο βασιλιάς της εικόνας βρίσκεται σε αναζήτηση κάποιου ίχνους απ' τα παλιά. Που είναι ο πολιτισμός που ήξερα, αναρωτιέται. Που βρίσκεται θαμμένος; Γιατί 3000 χρόνια μετά, το μόνο που αντικρίζω είναι άμμος και σκόνη.

Αυτό σημαίνει εξέλιξη λοιπόν; Ο πολιτισμός να παραχωρεί, αέναα, τη θέση του στον τυφλό φανατισμό του δόγματος και στον βαρβαρισμό της καταστροφής; Ένας κύκλος που αναπαράγεται διαρκώς; Χτίζεις μόνο για να γκρεμίσεις ό,τι έχτισες;

Ο βασιλιάς κοιτάζει την έρημο. Συνεχίζει ν' αναζητά ίχνη στην άμμο. Κάποιες ενδείξεις πως η κληρονομιά του δε πήγε χαμένη.

Μαζί του κοιτάζουμε και μεις.


***


Το κείμενο το έγραψα με αφορμή εκείνο το βίντεο που έχει διαδοθεί, με τις καταστροφές αρχαίων γλυπτών από φονταμενταλιστές φανατικούς. Μεταξύ της τυφλής δογματικής προσήλωσης (φανατικοί μουσουλμάνοι) και της κυριαρχικής αλαζονείας (επεκτατική δύση), θέλω να πιστεύω πως υπάρχει τρίτος δρόμος... Σε αρχική βάση, θα ήταν καλό και χρήσιμο να θυμηθούμε όλοι (σε Δύση και Ανατολή) πως ο πολιτισμός, σε τελική ανάλυση, ξεκίνησε από τη Μέση Ανατολή.



Αλλιώς η έρημος, να ξέρεις, δεν απέχει και πολύ.



Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

"Years Of The Rabbits"... Μια Αλληγορική Οπτικοακουστική Παράσταση





Την ερχόμενη Παρασκευή 27 Φλεβάρη θα διεξαχθεί στο Γκάζι, στο Kookoo music bar, η οπτικοακουστική παράσταση Years of the Rabbits. Μια «under(the)ground opera», όπως εύστοχα δηλώνει, σε μουσική και σύλληψη του Κώστα Δημουλέα. 

Πρόκειται για μια σχεδόν μυσταγωγική εμπειρία, βυθισμένη σε χρώματα υπνωτιστικά, φευγάτες μουσικές νότες και αποκαλυπτικό 3d animation. Ταυτόχρονα όμως συνιστά μια πολιτική αλληγορία της σύγχρονης κοινωνικής κατάστασης. Και ενώ εσύ νομίζεις πως παρευρίσκεσαι σε μια υπόγεια φωλιά, παρέα με πλήθος κουνελόμορφων τρωκτικών, κάπου στο μεταίχμιο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στην πραγματικότητα εκείνο που αντικρίζεις μπρος στα μάτια σου είναι το ξετύλιγμα της ίδιας της καθημερινότητάς σου.

Και αν το χαριτωμένο κουνέλι που αντικρίζεις στον καθρέφτη είσαι συ ο ίδιος, πρόσεξε πολύ – γιατί σαν σκοτεινιάζει, το μικροσκοπικό, φοβισμένο και αθώο αυτό πλάσμα μπορεί να μεταμορφωθεί μπροστά στα μάτια σου. Η γούνα του να γίνει μαύρη και η φωνή του άγρια. Και αν δεν αναγνωρίζεις πια τον εαυτό σου, δεν έχει σημασία – αρκεί που θα είναι κι άλλοι έτσι, σαν εσένα. Όλοι ίδιοι. Έτσι δε θα φοβάστε πια.

Η παράσταση συνδυάζει την καλλιτεχνική έκφραση με την κοινωνική καταγγελία. Και αυτό είναι που καθιστά το “Years of the Rabbits” τόσο ενδιαφέρον και το τοποθετεί στην κατηγορία εκείνων των δημιουργικών εκφράσεων που επέλεξαν την αλληγορία, προκειμένου να καθρεφτίσουν την πολιτική πραγματικότητα των καιρών τους (όπως η οργουελική «Φάρμα των Ζώων»), ή χρησιμοποίησαν συμβολικά χαρακτήρες σε μορφή ζώων, σε πλαίσια αμιγώς ανθρώπινα (για παράδειγμα το θρυλικό “Maus” του Art Spiegelman, με θέμα του το ναζιστικό Ολοκαύτωμα). Σε αντιστοιχία λοιπόν το “Years of the Rabbits” φέρει ως πρωταγωνιστές κουνέλια. Και – για δες – η χώρα που διεξάγεται ονομάζεται – πως αλλιώς;… Κουνελοχώρα.






Ήταν παράξενη η αίσθηση για μένα, συνειδητοποιώντας τη θεματική της παράστασης και τους πρωταγωνιστές της. Μη ξεχνάτε πως εδώ μέσα βρισκόμαστε στη δική μου, προσωπική Κουνελοχώρα – το λημέρι του φονικού κουνελιού. Και το φονικό κουνέλι αντιπροσωπεύει, μέσω της αντιφατικής, διττής του φύσης, τον υπερρεαλισμό, τη διαλεκτική, την πτήση στο παράδοξο, τη δύναμη της εξέγερσης και της φαντασίας – το άνοιγμα στη Χώρα των Θαυμάτων. Μα ο τόπος εκείνος που περιγράφει η παράσταση του Κώστα Δημουλέα αντανακλά την ανθρώπινη πραγματικότητα – όχι τον κόσμο της φαντασίας. Και αφορά αληθινά, πολύ αληθινά κουνέλια. Τα συμπαθέστατα αυτά ζώα που σκάβουν τρύπες μες’ στο έδαφος και τρέχουν γρήγορα για να φυλαχτούν απ’ τους εχθρούς τους.

Στην «Κουνελοχώρα» της παράστασης, τόσο διαφορετική από εκείνη της Αλίκης, επικρατεί ο φόβος. Φόβος απέναντι σε απειλές της καθημερινότητας, φόβος για το άγνωστο, φόβος για το μέλλον και επικείμενες «καταστροφές», φόβος για τον κόσμο, φόβος για τον γείτονα, φόβος για τα πάντα. Δεν έχει σημασία αν το αίσθημα αυτό του φόβου είναι ανορθολογικό – αν τρέφεται από φαντάσματα που εδράζουν μες’ στη σκέψη σου, χωρίς καμία απολύτως υλική υπόσταση. Αρκεί που πιστεύεις ο ίδιος πως είναι αληθινά. Είσαι εσύ που τους φυσάς πνοή – εσύ και ένα πελώριο κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικό σύμπλεγμα που ορθώνεται πέρα και έξω από σένα, μα για κάποιο λόγο, είσαι μέρος του ο ίδιος.

Σκοπός του συμπλέγματος αυτού είναι η διαιώνιση του φόβου, πάση θυσία. Γιατί με τον τρόπο αυτόν είναι ικανό να σε κρατά καθηλωμένο. Εκεί μέσα, στην ασφάλεια της κουνελοφωλιάς σου, στην αναπαυτική βολή του καναπέ. Δε χρειάζεται, μικρό μου κουνελάκι, να βγεις έξω απ’ το σπίτι σου. Φυσάει άνεμος πολύς και το κρύο είναι τσουχτερό. Δε χρειάζεται να αντιδράς, αν κάτι δε σ’ αρέσει. Δε χρειάζεται να ψάχνεσαι, να μελετάς. Ο King Sharp ξέρει τι είναι καλό για σένα. Σαν υπεύθυνος Πατέρας θ’ αναλάβει την προστασία σου, θα πάρει όλα τ’ αναγκαία μέτρα. Ασχολήσου απλά με τον μικρόκοσμό σου. Πρόσεξε όμως, γιατί αν αντιδράσεις και επιχειρήσεις να ξεφύγεις απ’ την προστατευτική αγκάλη του… αν επιχειρήσεις να βγάλεις φτερά και να πετάξεις… θα σε τιμωρήσει.

Που ακούστηκαν εξάλλου κουνέλια να πετούν.

"Hey, Roger, do you wanna learn to fly?
Hey, Roger, do you wanna reach the sky?
Trust yourself, Roger
All you have to do is
Spin, spin, spin around
Spin, spin, leave the ground
You see, Roger, it's not so hard
Even a rabbit can fly."





Ο φόβος τρέφει την απάθεια και μαζί διαιωνίζουν τις κυρίαρχες εξουσιαστικές δομές. Και αν στην εποχή μας δεν υπάρχουν «βασιλιάδες» ή άμεσα «κυρίαρχοι», τη θέση τους παίρνουν τα πελώρια είδωλα της Οικονομίας και του Ατομικισμού. Στο τέλος καταλήγουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο – καταλήγουμε να εξοικειωνόμαστε με το κλίμα της παθητικότητας και να το ενισχύουμε με τη στάση μας. Τρέφουμε την ίδια την εξουσία, μετατρεπόμενοι σε φορείς της.

Ποιος είναι, ο Φόβος;
Δεν μπορώ να τον πουλήσω ή να τον αγοράσω
Δεν μπορώ να κάνω έρωτα μαζί του
Δεν μπορώ ούτε να τον φορέσω για να ζεσταθώ, όταν μ’ αφήσουν γυμνό
Όμως τον μυρίζω με την πολύτιμη, ροδαλή μου μύτη
Τον χρειάζομαι πραγματικά;
«Ο θρήνος του Ιπτάμενου Κουνελιού»
(Απ’το Μεγάλο Βιβλίο των Κουνελοτραγουδιών)”

Η διαλεκτική αυτή συναντά την πιο σκληρή απόληξή της στη διαδικασία της μεταμόρφωσης. Εκεί που τα κουνέλια φτάνουν να μαυρίσουν την ίδια τους τη γούνα και να ξυρίσουν τα κρανία τους. Βαδίζοντας όλα σε γραμμή κατανικούν το φόβο. Νιώθουν πλέον δυνατά. Δεν έχει σημασία αν σκόρπισαν τη διάθεση τους να πετάξουν, ούτε αν τα χαρακτηριστικά τους δείχνουν πλέον ίδια και παραμορφωμένα. Δε φοβούνται πλέον, έχοντας πια ταυτιστεί με τις ίδιες τις εξουσιαστικές δομές που άλλοτε τους τρόμαζαν.

Καλώς ήρθες, Roger! Όλα κυλουν ομαλά εδώ στην Κουνελοχώρα, και τα μεγάλα σου χνουδωτά αφτιά ξεκουράζονται στους ώμους σου. Μέχρι που κάποιος ανάβει τους προβολείς στα μάτια σου, Roger, και συ παγώνεις. Και είσαι τόσο παγωμένος που δεν βλέπεις αυτόν τον παράξενο ιό που εξαπλώνεται στον φράχτη, ούτε τους μαύρους κούνελους που μαδάνε τις νεαρές lesbunnies ερωμένες και ξυρίζουν τα κεφάλια τους μήπως βρουν τη χαμένη τους μάτσο αξιοπρέπεια.”






***


Aυτά, συνοπτικά, με το θέμα της παράστασης. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο συνδυάζει τη μουσική, το τραγούδι, τον υποβλητικό φωτισμό, τα εφέ και το 3d animation. Οι βασικοί συντελεστές του έργου είναι οι:

Σύλληψη, μουσική, στίχοι: Κώστας Δημουλέας
3D animation, composition: Δημήτρης Γαλανός
Σκηνοθεσία, φωτισμοί: Γιάννης Κωνσταντακόπουλος
Τραγούδι, τσέλο: Έλενα Παπαδημητρίου
Πλήκτρα, background electronics: Κώστας Δημουλέας
Σοπράνο σαξόφωνο, effects: Παναγιώτης Ράπτης

Η σειρά φωτογραφιών “Mad Bunny” είναι χορηγία του φωτογράφου Yves Lecoq. Όσο αφορά τις φωτογραφίες από το live (περσινό), είναι της Κατερίνας Ρουκά (πηγή: Socartes.gr)

H σελίδα του event στο Facebook είναι η ακόλουθη:


Η παράσταση θα διεξαχθεί στο Γκάζι, στο Kookoo music bar, οδός Ιάκχου 17. Η ώρα έναρξης είναι 22.30, η διάρκεια 70 λεπτά και η γενική είσοδος 10 ευρώ.

Το κουνέλι αυτό που γράφει το κείμενο θα δώσει το παρόν… και καθώς η δική του, προσωπική Κουνελοχώρα συνιστά μια πύλη προς έναν εναλλακτικό κόσμο, πολύχρωμο και ανατρεπτικό ταυτόχρονα… ελπίζει πραγματικά πως τα κουνέλια αυτά θα κατορθώσουν, όσο δύσκολο και αν φαίνεται, κάποια μέρα να πετάξουν.


«..Ξέρεις κάτι; Καμιά φορά ακόμα και ένα κουνέλι μπορεί να πετάξει...»




Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

Πίσω στα Fifties... Μια αφήγηση και ένα αφιέρωμα.






Δες πόσο παράξενο είναι. Οι φωτογραφίες μας από τον καιρό εκείνο είναι όλες ασπρόμαυρες. Μα οι αναμνήσεις μου ξεχειλίζουν χρώμα, ρε γαμώτο. Ξεχειλίζουν χρώμα.

Πηγαίναμε συχνά με την παρέα στου "Τζο". Ο Μπέρνι ο σπυριάρης, ο χοντρο-Πιτ, ο Νικ ο αρχηγός και εγώ. Ακολουθούσα πίσω σα σκυλί. Σα σκυλί που περιμένει ένα ρημαδιασμένο κόκαλο.

Παρατηρούσα το Νικ - τον ζήλευα και τον θαύμαζα, το κάθαρμα. Όλα τα κορίτσια αυτόν πρόσεχαν. Ο Νικ ο ετοιμόλογος, ο Νικ με το λευκό χαμόγελο, ο Νικ με την κάντιλακ (του πατέρα του ουσιαστικά, μα δεν είχε σημασία), ο Νικ με τις κινήσεις που θύμιζαν Έλβις. Μα αν του την έμπαινες - τσακ! - ο σουγιάς ήταν στο χέρι του. Δεν σ' έπαιρνε να κάνεις μαγκιές στο Νικ. Τόσο πρώτος ήταν.






Και 'γω ο μαλάκας; Προσπαθούσα με τα χίλια ζόρια να κολλήσω λίγη μπριγιαντίνη στο μαλλί, καθόμουν μία ώρα μπροστά στον καθρέπτη, έχανα το σχολείο (μα ποιος χέστηκε για το σχολείο) και στο τέλος πετούσε ένα τσουλούφι σα κοκόρι. Σκατά ήμουν σου λέω. Και αυτό το δερμάτινο μπουφάν μου είχε μια τρύπα δεξιά, στο σημείο της τσέπης. Προσπαθούσα να την κρύψω βάζοντας τα χέρια στη τσέπη μου συνέχεια - κυκλοφορούσα σα μαλάκας με το χέρι στην τσέπη όλη την ώρα. Με είχε ρωτήσει τις προάλλες η Μπέττυ γιατί περπατώ συνέχεια έτσι - της είπα "γιατί είναι μαγκιά". Μα το βλέμμα μου έλεγε άλλα. Πόσο καραγκιόζης ένιωθα.

Μου είχαν δώσει και παρατσούκλι γι' αυτό το λόγο. Ο "Τσέπης". Δεν ήταν άσχημο.

Στου "Τζο" είχε ένα Τζουκ Μποξ. Έπαιζε Elvis, Chuck Berry, Little Richard, Bobby Darin, Buddy Holly, Eddie Cochran, Gene Vincent και άλλους. Καλά ήταν τότε. Τα κορίτσια χόρευαν και παίρναμε μάτι ενώ σηκώνονταν οι φούστες τους, ως πάνω από το γόνατο - μερικές φορές ακόμα ψηλότερα. Ο Νικ ήταν πρώτος στον χορό. Το ζήλευα το κάθαρμα, μα τον θαύμαζα ταυτόχρονα. (Κλικ)






Κοιτούσα με την άκρη του ματιού μου τη Τζέην. Πόσο ήθελα να της προτείνω να χορέψουμε - μα ήξερα πως δεν θα το έκανα ποτέ. Κάθε φορά που πλησίαζα προς το μέρος της, για κάποιο περίεργο λόγο ο δρόμος με έβγαζε αλλού. Έτσι λοιπόν πρότεινα σε κάποια άλλη κοπέλα που τύχαινε να κάθεται κοντά - μα στη Τζέην ποτέ.

Η Μαίρη πάντως με γούσταρε. Το έβλεπα στα μάτια της. Με κοιτούσε δειλά και μια φορά μου πρότεινε να πιούμε μαζί μια σοκολάτα. Καθόμασταν και κοιταζόμασταν αμήχανα, ενώ ρουφούσαμε το ρόφημα μέσα από τα σπειροειδή μας καλαμάκια - σπιράλ σαν τις καρδιές μας, που γυρόφερναν εδώ κι εκεί.

Κάποια μέρα θυμάμαι είχε παίξει το ακόλουθο τραγούδι: Κλικ.

Η Μαίρη μου ζήτησε δειλά να χορέψουμε. Χορέψαμε λοιπόν (της πλάκας ο χορός), ενώ σε κάποια φάση προσπάθησε να μου πιάσει το χέρι. Την έπιασα, μα ο νους μου βρισκόταν στη Τζέην. Και γαμώ τα ρομάντζα, λέμε.






Λίγες μέρες μετά όμως πρόσεξα πως η Μαίρη έκανε τα γλυκά μάτια - σε ποιον λέτε; - στον Μπέρνι τον σπυριάρη! Ένα κορίτσι είχα και γω που ενδιαφερόταν για μένα και με τη στάση μου το είχα διώξει! Καλός μαλάκας είμαι τελικά. Γυρνούσα σπίτι μου, κλεινόμουν στο δωμάτιό μου και άκουγα τους δίσκους μου, προσπαθώντας να ξεχάσω. Και οι γονείς μου να μου λένε "τι πράγματα είναι αυτά που πας και ακούς". Δε τους άρεσε αυτή η μουσική. Σκατά όλα.

Έτσι έγραφα πριν πολλά χρόνια, τότε που ήμουν έφηβος. Τώρα που κοιτάζω πίσω μου, για δες… αναπολώ. Σκέφτομαι το τζουκ μποξ, τις κάντιλακ, τα drive-in, το δερμάτινο που ακόμα κρύβω στη ντουλάπα.. Σκέφτομαι το Νικ τον αρχηγό (τώρα πια φαλακρός και με κοιλιά), τη Τζέην που γούσταρα και τώρα έχει  δυο παιδιά.

Σκέφτομαι και τη Μαίρη. Τη Μαίρη που πίναμε μαζί σοκολάτα. Τη Μαίρη που τελικά παντρεύτηκε τον Μπέρνι τον σπυριάρη, τον χώρισε, βρήκε κάποιον άλλον. Τη Μαίρη που βλέπω ακόμα, που και που. Μου χαμογελάει πάντα και με κοιτάζει με μάτια πλημμυρισμένα γλύκα.

Κάποιες φορές ακούω τους παλιούς μου δίσκους. Πως η μουσική ζωντανεύει τόσες αναμνήσεις είναι άξιο θαυμασμού. Κλικ.





***


Μα ακόμα πιο παράξενο είναι πως η μουσική ζωντανεύει αναμνήσεις που… δεν έζησες ποτέ. Σαν το κείμενο που έγραψα και σεις τώρα διαβάσατε. Ένα κείμενο που έγραψα λες και ζούσα τότε, εκεί, στην Αμερική της δεκαετίας του ’50. Λες και ήμουν ένας απ’ τους εφήβους των καιρών. Όχι, μη σας μπερδεύω άλλο – δεν έζησα τότε. Το κείμενο και οι χαρακτήρες του ήταν φανταστικοί.

Μα είναι η δύναμη της μουσικής αυτή – σε μεταφέρει σε εποχές που δεν έζησες, μα σου φαίνονται παράξενα οικείες. Είναι η δύναμη των τραγουδιών που θα ακούσουμε στην αποψινή μας εκπομπή – βράδυ Πέμπτης, στις 22.00, ως ένα λεπτό μετά τα Μεσάνυχτα. Απόψε κι πάλι σε δυο βδομάδες με το καλό έχουμε ένα μεγάλο μουσικό αφιέρωμα στη μουσική της δεκαετίας του 50 και του 60 (ως τα μισά της δεκαετίας). Από το rock nroll, στο doo-wop, από τη bubblegum pop της εποχής στο rockabilly. Με αφορμή την εκπομπή αυτή λοιπόν, συλλέγοντας υλικό, ακούγοντας τις μουσικές, ανέβλυσε μέσα μου το κείμενο.

Το link που μπορείτε να μας ακούσετε είναι αυτό:

CRRadio

Σας περιμένω να ταξιδέψουμε παρέα στα παλιά.



Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ο "Σκλάβος που Ξυπνά". Ένα γλυπτό του Μιχαήλ Άγγελου


Michelangelo - Awakening Slave



Ο "Σκλάβος που Ξυπνά". Έτσι ονομάζεται το ξακουστό αυτό γλυπτό που βλέπουμε στην εικόνα και χρονολογείται από τα χρόνια της όψιμης Αναγέννησης (1525-30). Δημιουργός του δεν είναι άλλος από τον Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni - κοινώς, τον Μιχαήλ Άγγελο.

Κάποιες φορές τέχνη δεν είναι το "ολοκληρωμένο", καλογυαλισμένο και "τελειωμένο" προϊόν... μα εκείνο που, σκόπιμα, αφήνεται ατελείωτο. Εκείνο που αποτίει φόρο τιμής στο ίδιο το υλικό της δημιουργίας του και αποκαλύπτει τα στάδια της εξέλιξής του. Εκείνο που ανοίγει ένα παράθυρο στη φαντασία, επιτρέποντας σου να δεις με τα μάτια της σκέψης σου εκείνο που δε φαίνεται δια γυμνών οφθαλμών.

Λένε πως ο Μιχαήλ Άγγελος έστελνε έναν άνθρωπο του για να "αναζητήσει τα αγάλματα του μέσα από τις πέτρες". Μεταξύ εκατοντάδων μαρμάρων και πετρών, στην πολύ πρώιμη, ακατέργαστη εκδοχή τους, έψαχνε εκείνα που αποκάλυπταν στα μάτια της φαντασίας του το έργο του. Πριν ακόμα τα σμιλέψει, πριν ακόμα παρέμβει πάνω τους. Σε ένα κοινό, απλό κομμάτι πέτρας έβλεπε την πρωταρχική τέχνη της φύσης - μέσα από τις γωνίες, τους σχηματισμούς της, το σχήμα της, τις σκιές και τα φώτα πάνω στην επιφάνειά της... Τίποτα ποτέ δεν ήταν μια "κοινή πέτρα" στα μάτια του.

...Σμιλεύοντας την ύλη, της προσέδιδε μορφή, απελευθερώνοντας το "εν δυνάμει" από την αρχική του βάση. Έτσι έγινε και με τον "Σκλάβο που Ξυπνά".... η ίδια η πέτρα του αποκάλυψε το έργο του. Ο ίδιος απλά της έδωσε την τελική μορφή της.

Και ο "σκλάβος" της εικόνας επιτέλους αφυπνίζεται, βγαίνοντας σταδιακά από το υλικό που τον κρατούσε δέσμιο μέσα του...


Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Σαν τα Χιόνια. Το Χρονικό μιας Μέρας, από τις Γειτονιές στο Σύνταγμα





Σαν τα χιόνια… έκφραση συνδεδεμένη με εκείνο που δε βλέπουμε συχνά και μας εκπλήσσει ευχάριστα με την παρουσία του. Ε λοιπόν, η Τετάρτη, 11 του Φλεβάρη, έμελλε να είναι τέτοια: μια μέρα ασυνήθιστη, σχεδόν παράδοξη, μα ταυτόχρονα ιδιαίτερη. Μια μέρα βαμμένη στο άσπρο του χιονιού και το πολύχρωμο του πλήθους.

«Την πιο κρύα μέρα του χρόνου βρήκαν να κάνουν τη συγκέντρωση», άκουσα να λέει κάποιος στο Σύνταγμα, με διάθεση περιπαιχτική. Ήταν πράγματι καιρός που παρέπεμπε στο κλίμα κάποιας βορειοευρωπαϊκής χώρας – ενώ παράλληλα πλήθη κόσμου είχαν συγκεντρωθεί για να στείλουν στην Ευρώπη ένα μήνυμα. Μα είχε κι άλλα παράδοξα η μέρα. Και τώρα που ανήκει πια στο χθες, θα προσπαθήσω να κάνω μια μικρή ανασκόπηση της διαδρομής. Το τρένο στο οποίο θα επιβιβαστούμε θα έχει βαγόνια ξέχειλα με φωτογραφικό υλικό και κάποια λόγια να τα συνοδεύουν. Μένουν μονάχα οι επιβάτες, προκειμένου ν’ αρχίσει η αναδρομή – αναφέρομαι σε σας, που τώρα διαβάζετε το κείμενο.

Για πάμε λοιπόν.


Σταθμος Πρώτος – Χειμωνιάτικη Νύχτα


Ξεκινάμε το ταξίδι μας νύχτα – για την ακρίβεια, την ώρα που οι δείκτες του ρολογιού σημαίνουν μεσάνυχτα και εισερχόμαστε τυπικά στην 11η του Φλεβάρη. Έξω χιόνιζε. Η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη, μα προκλητική, πλουμισμένη με λευκόχρωμα εσώρουχα. Τα σύννεφα επιδίδονταν σ’ ένα μυστηριακό στριπτίζ, ξεπετώντας παιχνιδιάρικες, υγρές νιφάδες. Αισθανόμουν μια ακαταμάχητη ανάγκη να ξεμυτίσω απ’ το λαγούμι μου και να πιάσω τους δρόμους. Να βαδίσω υπό το φως της νυχτερινής λάμπας, να βυθίσω τα πόδια μου στο χιόνι, να σμίξω με τη νυχτερινή, χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα. Έτσι κι έκανα λοιπόν.


Το πρώτο πράγμα που αισθάνθηκα βγαίνοντας έξω ήταν το κρύο να με διαπερνά. Κρύο τσουχτερό, κρύο υγιές. Ανασαίνεις και νιώθεις ελαφρύτερος. Σαν τις νιφάδες που βολοδέρνουν ‘δω κι εκεί, ελαφριές σαν πούπουλα, γίνεσαι σαν αυτές και αφήνεσαι στην ατμόσφαιρα της νύχτας.






Οι δρόμοι είναι ντυμένοι στα λευκά, μα βαμμένοι στο φως από τις λάμπες. Η χρυσαφιά απόχρωση προσδίδει μια νότα μυστηρίου. Σαν άλλο μπαρ, πλουμισμένο από χαμηλό, θερμό φως και παραδομένο σε cool jazz νότες, το φως από τις λάμπες χαρίζει μια μουσικότητα στο νυχτερινό τοπίο. Τα χιονισμένα σημεία μοιάζουν με σωρούς από διαμάντια, όπως λαμποκοπούν πετώντας σπίθες. Και το φως που ξεχύνεται είναι λες και ρέει πάνω τους ρευστό χρυσάφι.






Πρώτο και βασικό αξίωμα με το χιόνι είναι το ακόλουθο: μεταμορφώνει το τοπίο, εξωραΐζοντας ακόμα και το πιο αδιάφορο σημείο του δρόμου. Είναι πραγματικά το νέκταρ των θεών, όπως διασκορπίζεται από τον ουρανό και ομορφαίνει τα πάντα που αγγίζει. Ακόμα και εκείνη η γωνία με τον κάδο σκουπιδιών. Ακόμα και εκείνο το αδιάφορο πέρασμα με το κακόγουστο σπίτι. Ακόμα και ένας ασήμαντος τοίχος με σωλήνες – τα πάντα ομορφαίνουν, σαν τα αγγίζει το μαγικό άγγιγμα του χιονιού.

Βαδίζεις στη γειτονιά σου, γνώριμη και συνηθισμένη, μα δες πως έχει αλλάξει! Δε χόρταινα να κοιτάζω γύρω μου, ρουφώντας το νυχτερινό τοπίο με τα μάτια μου, απορώντας πως γίνεται τόση ομορφιά να βρίσκεται έξω από το ίδιο μου το σπίτι. Και αυτό γινόταν σε κάθε γειτονιά αυτή τη νύχτα.

Σκέφτομαι πως αν ζούσα σε κάποια χώρα που καιρικά φαινόμενα όπως αυτό είναι συνηθισμένα, θα το απολάμβανα σαφώς λιγότερο. Είναι η σπανιότητα του φαινομένου εκείνη που το καθιστά ιδιαίτερο στα μάτια σου. Σκεφτείτε το παράδειγμα ενός Εσκιμώου που πηγαίνει διακοπές σε κάποιο νησί. Πόσο σπουδαία και σπάνια θα του φαίνεται η θάλασσα.






Βάδιζα μόνος. Οι δρόμοι μου ανήκαν. Δεν είχα προορισμό, δεν είχα χρονικό όριο. Κανένα βλέμμα γύρω μου, κανένας μοναχικός διαβάτης – είναι αργά εξάλλου και έχει κρύο. Ένιωθα ελεύθερος. Μα δεν ήμουν μόνος – η φύση παλλόταν με ζωή. Κάποια γάτα που ψαχουλεύει μέσα στο χιόνι. Ο ήχος από τις νιφάδες που νωχελικά παραδέρνουν στον σιγανό αέρα. Μαζί τους βάδιζα και γω, αφηνόμουν στο νυχτερινό ρυθμό.

Όσο πλησίαζα σε αγαπημένα μου, δεντροφυτεμένα και πλούσια σε βλάστηση λημέρια, τόσο ένιωθα τη νυχτερινή θαλπωρή. Το πάρκο, η παιδική χαρά, η πλατεία, το δασάκι. Γνώριμα μέρη, μα απόψε φάνταζαν αλλιώς. Όλα ήσυχα, όλα ξέχειλα με το ίδιο, χρυσαφένιο φως, όλα καλυμμένα από το αφράτο στρώμα του χιονιού. Εκείνη η ξύλινη πόρτα, που τόσες φορές βλέπεις κάθε μέρα, έμοιαζε σχεδόν σαν πύλη προς έναν άλλο κόσμο, κατοικημένο από ξωτικά, τελώνια και νάνους. Και οι νιφάδες που παράδερναν γύρω από το φως έδειχναν σαν πυγολαμπίδες, χορεύοντας μεθυσμένες στο τραγούδι της νύχτας.






Ασυναίσθητα έπιασα τον εαυτό μου να καθυστερώ, φιδογυρίζοντας από στενά και από δρομάκια, βγάζοντας φωτογραφίες, απολαμβάνοντας τη χειμωνιάτικη γαλήνη. Ο χρόνος κυλούσε αργά. Οι δείκτες του ρολογιού έμοιαζαν να πετούν αριστερά και δεξιά σαν τις νιφάδες, απολαμβάνοντας την πτήση τους, αδιαφορώντας αν θα φτάσουν στον προορισμό τους. Κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο χιόνι και τη βροχή – η δεύτερη πέφτει με φόρα προς το έδαφος. Η κατεύθυνση της είναι ευθεία και προς τα κάτω, πάντα. Μα το χιόνι πάει μια εδώ, μια εκεί, σάμπως δε το νοιάζει αν και που θα καταλήξει – του αρκεί που χαίρεται τη διαδρομή του.

Κάθε διαδρομή κάποια στιγμή τελειώνει όμως. Ήταν δύο τη νύχτα και επέστεψα σπίτι. Ένα βραδινό email με ενημέρωσε πως την επόμενη δε θα πήγαινα δουλειά – στάθηκα τυχερός. Ποιος ξέρει λοιπόν. Ίσως να επαναλάμβανα τη βόλτα, υπό το φως της μέρας αυτή τη φορά.

Όπως και έκανα. Η 11η του Φλεβάρη ουσιαστικά τώρα ξεκινούσε…






Σταθμός Δεύτερος – Πρωινό ντυμένο στα Λευκά


Το πρωινό της 11ης ήταν βγαλμένο από κάτι παλιές, παιδικές ταινίες – όταν ο μικρός πρωταγωνιστής ξυπνάει και διαπιστώνει έκπληκτος πως τη νύχτα χιόνισε και έξω το τοπίο είναι βαμμένο στα λευκά. Βέβαια σε αυτές τις ταινίες η μέρα που περιγράφω συνήθως είναι ανήμερα των Χριστουγέννων – μα δεν μπορούμε να τα έχουμε και όλα.

Δεν ήταν Χριστούγεννα, μα και χωρίς το δέντρο στη γωνιά, η απόλαυση του πρωινού ξυπνήματος ήταν εξίσου υψηλή. Ομολογώ περίμενα πως θα είχε λιώσει το χιόνι – μα το θέαμα που αντίκρισα ξυπνώντας ήταν ακριβώς το αντίθετο. Τα πάντα γύρω μου ολόλευκα και το χιόνι έπεφτε, αφράτο και πληθωρικό. Ήταν κάποτε καιροί που βλέπαμε θεάματα σαν αυτό τουλάχιστον μια ή δυο φορές τον χρόνο – μα πόσο μας είχε λείψει τα τελευταία χρόνια.

Έφαγα κάτι στα γρήγορα, ντύθηκα και εξόρμησα για άλλη μια φορά απ’ το λαγούμι μου. Και αν η νυχτερινή έξοδος έφερε μια διάσταση μυστηριακή και υπνωτική συνάμα, η πρωινή βόλτα φάνταζε βγαλμένη από όμορφες παιδικές αναμνήσεις. Εικόνες χιονάνθρωπων πλημμύρισαν το νου μου και μυρωδιές από ζεστό ψωμί και σοκολάτα κατέκλυσαν τις αισθήσεις μου. Λίγα μόλις λεπτά χρειάστηκαν για να αντικρίσω μια παρέα παιδιών που έπαιζαν χιονοπόλεμο, θυμίζοντας μου τον καιρό που έκανα το ίδιο. Λίγο παραπέρα, σε μια έκταση που φάνταζε λες και έχουν απλώσει πάνω της ένα πελώριο, λευκόχρωμο χαλί, δυο κοπέλες έβγαζαν βόλτα τα σκυλιά τους. Χαρούμενα εκείνα, επιδιδόμενα σε κυνηγητό χιονόμπαλων, έτρεχαν εδώ κι εκεί, η γλώσσα έξω, τα βήματα τους μπερδεμένα μες’ στο χιόνι. 






Είδα πολλά παιδιά και πολλά σκυλιά το πρωινό αυτό. Όλα μες στην καλή χαρά. Μα ας είμαστε ειλικρινείς – δεν ήταν λιγότερο χαρούμενοι από εμάς που γυροφέρναμε απολαμβάνοντας το σκηνικό, με μια φωτογραφική μηχανή ή ένα κινητό στο χέρι. Οικογένειες έβγαζαν βόλτα τα μικρά τους και τους αποκάλυπταν τα μυστικά του χιονιού – και εκείνα αφήνονταν με ζήλο στο παιχνίδι. Κάποια ανάμεσα τους ήταν πολύ μικρά σε ηλικία – σκέφτηκα πως ίσως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν στρωμένο χιόνι στη ζωή τους. Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει ανόητους συλλογισμούς όπως: πως μαθαίνει ένα παιδί να παίζει χιονοπόλεμο; Ή πως γίνεται και φτιάχνουν όλα τους χιονάνθρωπους; Πρόκειται για γνώση που μεταδίδεται ανάμεσα στις γενιές; Ασφαλώς οι συλλογισμοί μου ήταν ανόητοι, όπως σας ανέφερα.

Γύρισα σε αρκετά από τα μέρη που είχα πάει το περασμένο βράδυ – η αίσθηση ασφαλώς ήταν διαφορετική, μα η απόλαυση καθόλου μικρότερη. Το τοπίο τώρα φάνταζε αρχοντικά λευκό και επιβλητικό. Δεν ήμουν πλέον μόνος – αρκετός κόσμος γύριζε εδώ κι εκεί, αυτοκίνητα στους δρόμους, άνθρωποι στα καταστήματα και στις δουλειές. Η παραγωγική μηχανή δεν σταματά τα χιονισμένα πρωινά. Τύχαινε να είναι η μέρα της λαϊκής αγοράς – περνώντας και τραβώντας μια φωτογραφία, άκουσα κάποιον από τους πωλητές να λέει: «όλοι φωτογραφίες μας τραβάνε!».





Ποτέ άλλοτε δε θα έβρισκα ενδιαφέρον στη φωτογράφιση συνηθισμένων αυτοκινήτων, που διασχίζουν έναν συνηθισμένο δρόμο – μα το χιόνι έκανε τη διαφορά.

Στο δασάκι αντηχούσε πέρα για πέρα το τραγούδι του κεφιού και της πρωινής δροσιάς. Εδώ μια κοπέλα κι ένα αγόρι έβγαζαν βόλτα τον σκύλο τους. Εκεί μια παρέα παιδιών έπαιζαν με έλκηθρο. Πιο πέρα μια ηλικιωμένη γυρνούσε με τον δικό της σκύλο, ενώ παράλληλα τραβούσε φωτογραφίες με το κινητό της. Σκέφτηκα πως αν είχα την ανάλογη διαθέσιμη παρέα (πράγμα δύσκολο, όσο μεγαλώνεις και εργάζεσαι), θα επιδιδόμουν χωρίς δεύτερη σκέψη σε ξέφρενα παιχνίδια στο χιόνι, όπως κάναμε μικροί. 

Κάποια στιγμή έφτιαξα έναν μικρό χιονάνθρωπο – για το καλό. Στην πραγματικότητα ήταν ένα λευκό κουνέλι, όπως βλέπετε και στη φωτογραφία.






Ναι, ήταν διαφορετική η αίσθηση της πρωινής βόλτας. Περισσότερο προσδεμένη στην πραγματικότητα, λιγότερο φευγάτη και ποιητική όπως εκείνη της νύχτας. Μα όχι λιγότερο ευχάριστη.

Μεταξύ άλλων, έπρεπε να τακτοποιήσω κάποιες δουλειές εδώ κι εκεί. Ορισμένες αγορές, ένα πέρασμα απ’ την τράπεζα, μια επίσκεψη στο κατάστημα των ηλεκτρονικών ειδών. Κύλησαν τρεις ώρες και το χιόνι είχε αρχίσει πια να λιώνει. Ένας σκύλος παρέστεκε στη μέση ενός δρόμου σα φρουρός – φυλάγοντας, ποιος ξέρει τι αρχαία μυστικά.







Σ’ ένα άλλο σημείο εντόπισα μια παρέα από γάτες. Με κάρφωσαν με το διαπεραστικό, προκλητικό τους βλέμμα. Ποιος ξέρει τι είχαν ανακαλύψει θαμμένο κάτω απ’ το χιόνι.








Μα το χιόνι σταδιακά μετατρεπόταν σε νερό και το λευκό τοπίο παρέδιδε τη θέση του στα γνώριμα μας χρώματα. Τα μυστικά του αναχώρησαν μαζί του. Δεν πειράζει – για λίγο έστω αφεθήκαμε στην αρχέγονη του γλώσσα και ταξιδέψαμε στο λευκόχρυσό του άρμα – και αυτό ήταν αρκετό. Σα φίλος απ’ τα παλιά, ξέρουμε πως κάποια στιγμή θα επιστρέψει.







Μια παρένθεση από τη χώρα των θαυμάτων



"Aκούς το χιόνι που χτυπάει στο τζάμι, Ψιψίνα; Πόσο όμορφο και μαλακό ηχεί! Λες και κάποιος φιλάει το παράθυρο απ' έξω. Αναρωτιέμαι αν το χιόνι αγαπάει τα δέντρα και τα λιβάδια και γι' αυτόν το λόγο τα φιλάει τόσο τρυφερά; Και στη συνέχεια τα καλύπτει ζεστά, ξέρεις, μ' ένα απαλό πάπλωμα. Και ενδεχομένως τους λέει: "πηγαίνετε για ύπνο, αγαπημένα μου, μέχρι να έρθει ξανά το καλοκαίρι".

Και όταν ξυπνήσουν πια το καλοκαίρι, Ψιψίνα, ντύνονται στα πράσινα και πιάνουν τους χορούς - σε όποια μεριά και αν φυσάει ο άνεμος".


Lewis Carroll, "Η Αλίκη Μέσα από τον Καθρέπτη"
Το μπρούντζινο γλυπτό στην εικόνα βρίσκεται στο Central Park της Νέας Υόρκης. Πηγή φωτογραφίας/Photosource.



Source


Σταθμός Τρίτος – Συγκέντρωση στο Σύνταγμα


Προς το μεσημέρι ο δρόμος μου με έβγαλε στο κέντρο. Είχα πληροφορηθεί για τη συγκέντρωση και ομολογώ ήμουν περίεργος να κόψω κίνηση. Μα πρώτος μου προορισμός ήταν το βιβλιοπωλείο – μια ένοχη συνήθεια, στην οποία επιδίδομαι πολύ τακτικά, ειδικά τους τελευταίους μήνες και το μοναδικό είδος καταστήματος το οποίο επισκέπτομαι συχνά.

Το πλήθος των βιβλίων στα ράφια φαντάζουν σαν άλλες χιονονιφάδες και το συνολικό θέαμα – εκείνο των δεκάδων, πολύχρωμων βιβλιοθηκών – είναι εξίσου όμορφο με την εικόνα του χιονοσκέπαστου τοπίου.

Είχε πάει έξι. Κίνησα προς την πλατεία Συντάγματος, παρατηρώντας τον κόσμο στην πορεία. Τίποτα το αξιοπερίεργο – κανονική η κίνηση στους δρόμους, οι ρυθμοί ίδιοι. Σου δινόταν η αίσθηση πως δεν αναμενόταν καμία συγκέντρωση απολύτως. Σκέφτηκα πως ίσως ο κόσμος να μην ήταν αρκετός.





Μα φτάνοντας στην πλατεία διαψεύστηκα. Μπροστά απ' τη Βουλή ξεχείλιζε το πλήθος και ο κόσμος όλο και ερχόταν. Χώθηκα στον κόσμο και άρχισα τις βόλτες, παρατηρώντας εκφράσεις, ηλικίες, σκόρπια λόγια. Επικρατούσε μια ήρεμη ατμόσφαιρα. Φοβόμουν πως θα αντίκριζα σημαίες, τραγούδια στη διαπασών και λοιπά καραγκιοζιλίκια, ικανά να εξάπτουν τα μαζικά ένστικτα, όμοια με τα οποία έχουμε δει τόσες φορές στο παρελθόν, στα χρόνια της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ – αρκεί να θυμηθούμε τις αλησμόνητες, προεκλογικές τους συγκεντρώσεις στα χρόνια τα παλιά, που τόσο προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας στη θύμηση τους και μόνο.

Μα ήταν διαφορετικός κόσμος αυτός.

Κάποιοι αναφέρθηκαν στους “αγανακτισμένους” και την επιστροφή τους, μα θεωρώ λανθασμένη τη σύγκριση. Οι αγανακτισμένοι έκαναν την εμφάνισή τους στις απαρχές της κρίσης και διακρίνονταν σε μεγάλο βαθμό από την απολιτική τους στάση (όχι όλοι, μα ένα ποσοστό ανάμεσά τους). Αρκετοί άγονταν και φέρονταν, σα πούπουλα στον άνεμο. Διαμαρτύρονταν, μα δεν πρόβαλαν συγκεκριμένες διεκδικήσεις. Ήταν μια αντανάκλαση μιας εποχής σε σύγχυση και ενός κόσμου που γυρεύει κάτι διαφορετικό, μα αδυνατεί να πάει παραπέρα. Και η ιστορία έχει αποδείξει πως διαμαρτυρία δίχως συγκεκριμένες διεκδικήσεις είναι καράβι δίχως προσανατολισμό.

Ενα γκρινιάρικο καράβι που αφήνεται στο ρεύμα και στα κύματα.






Δεν ήταν το πλήθος των αγανακτισμένων αυτό. Ούτε όμως ήταν ένα κομματικό πλήθος. Ασφαλώς υπήρχαν ανάμεσά τους αρκετοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, μα έβλεπε κανείς αριστερούς από άφθονες μικρότερες παρατάξεις και δημοκράτες πέρα από κόμματα, που είχαν δώσει το παρόν, εκφράζοντας τη διαμαρτυρία τους απέναντι στις ευρωπαϊκές πολιτικές της λιτότητας και των μνημονίων και επιδοκιμάζοντας την προοπτική μιας εναλλακτικής πορείας για τη χώρα – και την Ευρώπη.

Κι εδώ ερχόμαστε στο παράδοξο και αξιοπερίεργο της ιστορίας. Εκείνο που καθιστά το πλήθος στο Σύνταγμα εξίσου ασυνήθιστο, όσο το φαινόμενο του χιονιού. Και είναι πραγματικά παράξενη η σύμπτωση τους, την ίδια κιόλας μέρα.

Επρόκειτο για μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας που δεν... εναντιωνόταν στις επιλογές της κυβέρνησης. Ασφαλώς ανάμεσα στον κόσμο διέκρινε κανείς εναλλακτικές απόψεις – μια μερίδα ανάμεσα τους ισχυριζόταν πως πρέπει να βγει η χώρα απ' το ευρώ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μα σε γενικές γραμμές, δεν ήταν μια αντικυβερνητική συγκέντρωση – μάλλον το αντίθετο. Ήταν μια διαμαρτυρία... επιδοκιμασίας. Άνθρωποι που έχουν συνηθίσει μια ζωή να εναντιώνονται στις κραταίες και κυβερνητικές πολιτικές έφτασαν να διαμαρτύρονται... υπέρ τους.

Πόσες φορές έχουμε δει κάτι αντίστοιχο τις τελευταίες δεκαετίες; Σε επίπεδο μετεκλογικό, όχι προεκλογικό. Έχω την αίσθηση καμία. Και αυτό ήταν το ασυνήθιστο και σπάνιο της ιστορίας. Σαν τα χιόνια, κυριολεκτικά.





Έβλεπες κάθε λογής κόσμου. Νέοι, γέροι, λιγότερο ή περισσότερο πολιτικοποιημένοι. Όσο περνούσε η ώρα ο κόσμος αυξανόταν.

Κάποιοι συζητούσαν σοβαρά, άλλοι αστειευόμενοι. Μια γυναίκα σχολίαζε “δεν αρκεί μόνο το θέμα με τα 750 ευρώ” - προφανώς αναφερόμενη στο θέμα του μισθού και εκφράζοντας τις επιφυλάξεις της. Ένας σαραντα-πενηντάρης έλεγε χαμογελώντας “δεν πετάμε τίποτα ν' ανάψουμε τα αίματα; Πολύ φλώροι είναι όλοι τους”, προφανώς αστειευόμενος. Ναι, ήταν παράξενη η αίσθηση αυτής της μαζικής συγκέντρωσης, από την οποία απουσίαζαν τα ΜΑΤ.

Κάποιοι ικανοποιούσαν τις ορέξεις τους, τρώγοντας σουβλάκια και λουκάνικα. Η διαμαρτυρία και ο έρωτας εξάλλου περνούν απ' το στομάχι – και με αδειανό στομάχι πως να διεκδικήσεις φτηνότερα βρώμικα για όλους. Άλλοι τραβούσαν... selfies με φόντο τον κόσμο και τη βουλή. Ιδανικές για κάρτα στην κυρία Μέρκελ με αφιέρωση και πολλά φιλιά και για άφθονα like στο facebook. Τα σημεία των καιρών... να δούμε που θα οδηγήσουν όλα αυτά, μα την αλήθεια.

Πάντως αν αντικατασταθούν οι φρικτές αυτές αφίσες με το σκυλολόι της νύχτας από την πλατεία, θα έχει γίνει μια καλή αρχή, αν μη τι άλλο. Δείτε τον... μικρό ήρωα της αφίσας, το πρόσωπο του βυθισμένο στο σκοτάδι, πως αντικρίζει τον κόσμο με παράπονο. "Μα γιατί κανένας δεν ασχολείται μαζί μου", φαίνεται να σκέφτεται. "Ξύλο στους ναζί", λέει το μπαλονάκι - σαφέστατα περισσότερο ενδιαφέρον από τον ίδιο.






Το πλήθος ήταν ετερόκλητο, με απόψεις διαφορετικές στα σημεία – μα αν οι απόψεις διέφεραν στα παρακλάδια τους, ο βασικός κορμός ήταν ο ίδιος. Κοινό όλων ήταν η εναντίωση στις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές πολιτικές της ευρωπαϊκής ελίτ και η υποστήριξη μιας εναλλακτικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσωπο – για την Ελλάδα, μα και την Ευρώπη, θυμίζοντας στους Ευρωπαίους πως το φαντασιακό της κοινωνικής αλληλεγγύης, της δημοκρατίας και της συμμετοχής στα κοινά συνιστούν γέννημα-θρέμμα της ίδιας της Ευρώπης. Και αυτό ακριβώς είναι που έχει φτάσει να απειλείται, μπροστά στα πελώρια τείχη της Οικονομίας (που έχει αντικαταστήσει την πολιτική) και του Ατομικισμού (που οδηγεί στην απάθεια και την αδιαφορία για τα κοινά – και η αδιαφορία για τα κοινά είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για κάθε δημοκρατικό πρόταγμα και κλείνει με νόημα το μάτι σε κάθε φασισμό).

Είναι αδύνατο να επιχειρήσουμε οποιαδήποτε πρόβλεψη για το μέλλον. Ποια θα είναι τα αποτελέσματα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αν το ένα χρέος παραχωρήσει τη θέση του στο άλλο, αν οδηγηθούμε σε μια νέα μορφή εξάρτησης, ή οτιδήποτε σχετικό, όπως λένε κάποιοι. Μα η παρουσία του κόσμου είναι ελπιδοφόρα – θυμίζει στην Ευρώπη πως οι διεκδικήσεις δεν σταματούν ποτέ... πως το κοινωνικό της πρόσωπο χρειάζεται να αναδυθεί από τις στάχτες του. Πως δεν κοιμούνται όλοι τον ύπνο του δικαίου. Σε τελική ανάλυση, αν πάρουμε την κατιούσα, καλύτερα να γίνει ενώ το έχουμε επιλέξει οι ίδιοι – ενώ είμαστε όρθιοι και υψώνουμε το ανάστημα και τη φωνή μας. Παρά αν λυγίζουμε συνέχεια τα γόνατα και σκύβουμε μονίμως το κεφάλι.

Η μελλοντική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ θα επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από την ύπαρξη εναλλακτικών συμμαχιών – και την τυχών ανάδειξη ενός αντίστοιχου κοινωνικού ρεύματος σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πέραν της δικής μας. Ο καλύτερος τρόπος να πνιγεί η πολιτική του είναι να πνιγούν τα ίδια τα κινήματα σε ευρωπαϊκό επίπεδο – ή να μη τους επιτραπεί καν να αναδειχτούν, στο όνομα της “ανυπαρξίας εναλλακτικής πολιτικής”.






Και φυσικά τα κοινωνικά κινήματα ποτέ δεν ήταν υπόθεση ενός κόμματος, ή ενός πολιτικού (όσο και αν μιλάνε γι' αυτόν όλα τα “μοδάτα” Μέσα Ενημέρωσης, εξατομικεύοντας την πολιτική για άλλη μια φορά – ο λόγος για τον κύριο Βαρουφάκη). Το καλύτερο που θα μπορούσε να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το άνοιγμα ενός παραθύρου. Δεν μιλάμε για αλλαγή του κόσμου εδώ – μα η αρχή από μόνη της είναι σημαντική. Ο προορισμός δεν είναι άλλος από το πρόσωπο που η ίδια η Ευρώπη φρόντισε να λησμονήσει, σκλαβωμένη στις επιταγές των οικονομικών ελίτ: το κοινωνικό της πρόσωπο. Ο απώτερος στόχος πηγαίνει πολύ πέρα ενός κοινωνικού κράτους και καταλήγουμε στο πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας και της αυτοδιαχείρισης.

Μα χρειάζεται να γίνει η αρχή. Από κει και πέρα η συνέχεια επαφίεται στον κόσμο και τις συνεχείς διεκδικήσεις του – όχι στα κόμματα.

Δεν επιθυμώ να κάνω καμία πρόβλεψη για το μέλλον – τα πάντα είναι πιθανά. Μου αρκεί προς το παρόν να διαπιστώνω πως υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που συμμετέχουν ενεργά και επιζητούν κάτι διαφορετικό. Μένει να δούμε και την πολιτική εφαρμογή του. Όσο αφορά τη συνέχεια... εδώ θα είμαστε και θα τα λέμε.






Επίλογος. Σαν τα χιόνια.


Ήταν μια ιδιαίτερη μέρα, μια χιονισμένη μέρα. Και αν τις μικρές ώρες της νύχτας η διάθεση ήταν ποιητική... και αν το πρωινό η ατμόσφαιρα ήταν ντυμένη σε περίλαμπρο λευκό και ξέχειλη αναμνήσεις... το απόγευμα και το βράδυ το χιόνι είχε πια μετατραπεί σε πλήθος. Πλήθος που κατέκλυσε το Σύνταγμα και άλλες γωνιές της χώρας. Πλήθος που, κυριολεκτικά... το έστρωσε. Ένας κόσμος του οποίου η διαμαρτυρία και το μήνυμα είχαν μια απόχρωση χιονιού.

Και το χιόνι φάνταζε σαν αγγελιοφόρο, ερχόμενο απ' τις βόρειες χώρες της Ευρώπης, θέλοντας να ενημερωθεί άμεσα για τις εξελίξεις. Να πάρει μια γεύση τους, να στείλει ίσως το δικό του μήνυμα – πως η Ευρώπη είναι εδώ, η καρδιά της χτυπάει στα λημέρια μας. “Την πιο κρύα μέρα του χρόνου βρήκαν να κάνουν τη συγκέντρωση”, είπε ένας μες' στο πλήθος... Μάλλον δεν ήταν τυχαίο τελικά.

Και αν το χιόνι λιώσει... (γιατί πάντα λιώνει, αργά ή γρήγορα). Ε, κάποια στιγμη, μελλοντικά, θα ρίξει πάλι. Να είστε σίγουροι γι' αυτό.




You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...