Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Μπωντλαίρ ~ "Ο Τρελός και η Αφροδίτη"






"Τι εξαίσια μέρα! Το απέραντο πάρκο λιγοθυμάει κάτω από το καυτό μάτι του ήλιου, όπως η νεότης κάτω από την κυριαρχία του Έρωτος.

Η καθολική έκστασις των πραγμάτων δεν εκφράζεται με κανέναν θόρυβο· ως και τα νερά μοιάζουν αποκοιμισμένα. Αντίθετα από τις ανθρώπινες γιορτές, εδώ εκτυλίσσεται ένα σιωπηρό όργιο.

Θα έλεγε κανείς ότι ένα φως, συνέχεια αυξανόμενο, κάνει τα αντικείμενα να ακτινοβολούν ολοένα και περισσότερο· ότι τα ερεθισμένα άνθη διακαίονται από τον πόθο ν' ανταγωνισθούν το γαλάζιο τ' ουρανού με τη λαμπρότητα των χρωμάτων τους, και ότι η ζέστη, κάνοντας ορατά τα αρώματα, τα κάνει ν' ανεβαίνουν σαν καπνοί προς το άστρο της ημέρας.

Ωστόσο, μέσα σ' αυτήν την γενική ευφορία, διέκρινα ένα πλάσμα θλιμμένο.

Στα πόδια μιας κολοσσιαίας Αφροδίτης, ένας από αυτούς τους τεχνητούς τρελούς, ένας από αυτούς τους εθελοντές γελωτοποιούς, τους επιφορτισμένους να κάνουν τους βασιλείς να γελούν, όταν η Τύχη ή η Πλήξη τους βασανίζει, στολισμένος μ' ένα κουστούμι πλουμιστό και γελοίο, το κεφάλι του καλυμμένο με κέρατα και κουδουνάκια, κουβαριασμένος μπροστά στο βάθρο, σηκώνει τα μάτια γεμάτα δάκρυα προς την αθάνατη θεά.

Και τα μάτια του λένε: "Είμαι ο τελευταίος και ο πιο έρμος από τους ανθρώπους, στερημένος από έρωτα και φιλία, και σ' αυτό πολύ κατώτερος και από το πιο ατελές ζώο. Ωστόσο είμαι φτιαγμένος, και εγώ, για να αντιλαμβάνομαι την αθάνατη Ομορφιά! Ω! θεά! Σπλαχνιστείτε τη θλίψη και το παραλήρημά μου!"

Αλλά η άσπλαχνη Αφροδίτη ατενίζει μακριά, άγνωστο τι, με τα μαρμάρινα μάτια της".


***


Σαρλ Μπωντλαίρ


"Ο Τρελός και η Αφροδίτη" (σε μετάφραση. Στ.Βαρβαρούση). Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Η Μελαγχολία του Παρισιού" - "Le Spleen de Paris". Έτος, 1869.




Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ανάμνηση σε νότες μιας καλοκαιρινής βραδιάς





Ο ήλιος βυθιζόταν νωχελικά στην πορφύρα του ουρανού. Η θάλασσα, η αιώνια μνηστή του, περίμενε σαν κάθε μέρα να τον υποδεχτεί στο βάθος του ορίζοντα. Οι σκιές είχαν πλατύνει στο νησί της Σύρου. Ήταν η ώρα που οι τελευταίοι λουόμενοι εγκατέλειπαν την παραλία και οι παραθεριστές ξεκινούσαν τη βραδινή τους έξοδο. Μια ράθυμη διάθεση επικρατούσε, ποτισμένη στην υγρασία μιας ζεστής μέρας του Ιούλη.

Μην έχοντας τίποτα καλύτερο να κάνω και θέλοντας να αξιοποιήσω κάπως τις ολιγοήμερες διακοπές μου, γύριζα εδώ κι εκεί με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι, παρατηρώντας τον κόσμο, αναζητώντας ερεθίσματα ικανά να μου τραβήξουν την προσοχή. Ένας παλιός μόλος, μια στενόμακρη λουρίδα αμμουδιάς, κάποια φωτεινή λάμπα στην άκρη της προκυμαίας. Τα φωτογράφιζα σε ποικίλες πόζες, κάνοντας πειραματισμούς, παίζοντας με το λιγοστό φως και τις σκιές – περνούσε κάπως η ώρα. Το χωριό δεν προσφερόταν για μεγάλη εξερεύνηση – μισή ώρα ήταν αρκετή για να κάνεις το γύρο του και να βρεθείς πάλι στην αρχή. Γύριζα σε κύκλους λοιπόν, επιζητώντας κάτι παραπάνω, μα αγνοώντας τι μπορεί να είναι αυτό.

Στην άκρη της προκυμαίας ήταν κάτι βράχια. Δεν υπήρχε κόσμος εκεί – ήταν μια καλή ευκαιρία να αποτραβηχτώ και να χαζέψω το δειλινό με την ησυχία μου, μόνος με τις σκέψεις μου. Σκαρφάλωσα λοιπόν τα βράχια και βρήκα ένα σημείο που μπορούσα να κάτσω. Δεν ήμουν μακριά από τον κόσμο – τους έβλεπα πέρα να κάνουν τις βόλτες τους. Τώρα όμως δεν τους άκουγα. Είχα εξασφαλίσει μια κάποια απαραίτητη απόσταση για να αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε ένα δικό μου, κατάδικό μου χώρο, ένα χώρο ικανό να φιλοξενήσει τη φευγάτη διάθεσή μου.

Το φως της μέρας είχε σχεδόν υποχωρήσει. Οι μελανές κηλίδες του σούρουπου σκορπούσαν ολοένα και περισσότερο στο βάθος του τοπίου, χωρίζοντας τον κόσμο σε μαύρο και σε λιγότερο μαύρο. Το σκηνικό προσφερόταν για ορισμένες τελευταίες φωτογραφίες, πριν χαθούν και οι τελευταίες ακτίνες του φωτός. Τότε ήταν που έβγαλα και τη φωτογραφία αυτή του εαυτού μου, τοποθετώντας τη μηχανή σε ένα σταθερό σημείο του βράχου και ορίζοντας την προγραμματισμένη λήψη. Το αποτέλεσμα με ικανοποίησε.

Είχε πια βραδιάσει. Ο βράχος είχε αποδεχτεί φιλόξενος, μα κάποια στιγμή θα τον βαριόμουν και αυτόν. Πάντως ήταν καλή η συντροφιά του, όσο κράτησε.

Τότε ήταν που άκουσα να αντηχούν από μακριά κάποιες γνώριμες νότες. Τέντωσα τ’ αυτιά μου – μήπως με γελάνε; Ήταν ένα τραγούδι που είχα να ακούσω πολλά χρόνια, μα κάποια περίοδο της ζωής μου το άκουγα ανελλιπώς – αυτό και το συγκρότημα που το είχε γράψει. Φαινόταν να έρχεται πέρα από τη θάλασσα, από κάποιο απόμακρο μέρος της ακτής.






Τα λόγια έφταναν πεντακάθαρα στ’ αυτιά μου, το χιλιοτραγουδημένο ρεφραίν, η ταξιδιάρα αυτή κιθάρα προς το τέλος. Ένα τραγούδι που μιλάει για πτήσεις και, για δες, οι νότες του φαινόταν να πετούν πάνω από τα σκοτεινά θαλασσινά νερά, φτάνοντας σε μένα, σα πουλιά που μεταφέρουν κάποιο άγνωστο μήνυμα. Αποκλείεται το τραγούδι αυτό να έπαιζε σε κάποιο μπαρ, σκέφτηκα – δεν υπήρχε τέτοιο μέρος στο χωριό και αν υπήρχε, δε θα έπαιζε το συγκεκριμένο τραγούδι. Όχι, το τραγούδι προερχόταν από κάποιο δωμάτιο, κάποιου σπιτιού, πέρα μακριά. Ήμουν βέβαιος. Κάποιος ή κάποια το άκουγε με δυνατή την ένταση, απολαμβάνοντάς το και – εν άγνοιά του – μοιράζοντας το τώρα με έναν άγνωστο τύπο που άραζε πάνω σε κάτι βράχια και αναπολούσε.

Να λοιπόν που η έξοδος μου αυτή είχε αποκτήσει ενδιαφέρον. Ταξίδευα πάλι στις γνώριμες μελωδίες του τραγουδιού, όπως ταξίδευε σίγουρα και εκείνος ή εκείνη που το άκουγε. Δύο πρόσωπα άγνωστα μεταξύ τους, χωρισμένα από τη θάλασσα και τους τοίχους των σπιτιών, μοιραζόμασταν την ίδια πτήση, με διαφορετικό όχημα. Και τα θαλασσινά νερά φαινόταν να λικνίζονται στους ταξιδιάρικους, μελαγχολικούς ρυθμούς του, δρώντας ως διαμεσολαβητές ανάμεσά μας, ως ένας ακόμα συνδετικός κρίκος.

Και – για δες. Περίπου ένα χρόνο μετά γράφω για τη στιγμή αυτή και τη μοιράζομαι με τόσο άλλο κόσμο στο διαδίκτυο. Άλλα νερά μας χωρίζουν εδώ, άλλες θάλασσες, μα οι ίδιες είναι που μας φέρνουν και κοντά, κατά κάποιον τρόπο. Που να φανταζόταν εκείνος ή εκείνη που άκουγε τότε το τραγούδι αυτό πως θα γινόταν μέρος ενός κειμένου και πως τώρα θα το διάβαζαν άλλοι, εξίσου άγνωστοι με μένα, εξίσου διασκορπισμένοι. Μα, τώρα που το σκέφτομαι… τα πάντα μπορούν να γίνουν μέρος ενός κειμένου, μιας αφήγησης. Δε χρειάζεται να είναι κάτι εξωφρενικό – μερικές φορές τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα προσφέρονται καλύτερα. Αυτά που μας ενώνουν περισσότερο, εμάς, τους σκορπισμένους.

Οι νότες είχαν πια σιγήσει – δεν υπήρχε συνέχεια. Ήταν αυτό και μόνο το τραγούδι. Μα αρκούσε. Έριξα ένα σιωπηλό χαιρετισμό και σηκώθηκα, έτοιμος να συνεχίσω τη βόλτα μου.




Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Το "Μεγάλο μας Τσίρκο"... Όταν το Θέατρο πολέμησε τη Χούντα





Εισαγωγή.


Η 21η του Απρίλη έχει καθιερωθεί ως η «μαύρη επέτειος» της Χούντας. Η μέρα που τα τεθωρακισμένα των συνταγματαρχών βύθισαν τη χώρα στην άχρωμη άβυσσο της δικτατορίας. Ωστόσο αναρωτιέμαι: γιατί μόνο η 21η του Απρίλη; Γιατί όχι και η 22η του μήνα; Η 23η; Η 24η; Πες την πρώτη μέρα σε πιάσανε στον ύπνο. Βγήκαν τα τανκς, δεν το περίμενες, έγιναν όλα πολύ γρήγορα – πάει στο καλό. Τις επόμενες μέρες τι έκανες όμως; Που βρισκόσουν όταν το καθεστώς κάλυπτε με τα μαύρα φτερά του ξεχαρβαλωμένου φοίνικα τον ήλιο; Μήπως ήσουν στη σκιά; Μήπως αναπαυόσουν, αποζητώντας λίγη τάξη και ησυχία;

Γιατί έπρεπε τόσοι να σιωπήσουν, για τόσον πολύ καιρό; Και γιατί τόσοι φοβόντουσαν να αντιδράσουν;

Τελικά η 21η Απριλίου ποτέ δεν ήταν το πρόβλημα – το πρόβλημα ήταν όλες οι μέρες που τη διαδέχτηκαν. Οι μέρες, οι μήνες… τα χρόνια. Μα για κείνες δεν έχουμε αντίστοιχες, μαύρες επετείους. Χάνονται στη δίνη της σιωπής που, σαν πέπλο μαγικό, τύλιξε την πλειοψηφία των φιλήσυχων πολιτών.

Ανάμεσα σε εκείνους που επιζήτησαν να σπάσουν τη σιωπή – που γύρεψαν να αποτινάξουν τα σύννεφα του ύπνου – ήταν η Τζένη Καρέζη. Ήταν 1973 όταν ζήτησε από τον Ιάκωβο Καμπανέλλη να γράψει ένα θεατρικό έργο με αντιδικτατορικό θέμα· ένα έργο στο οποίο θα πρωταγωνιστούσε η ίδια, παρέα με τον συνέταιρο και σύντροφό της, Κώστα Καζάκο. Ο Καμπανέλλης ανέλαβε το εγχείρημα με περίσσεια διάθεση. Ήταν ασφαλώς κάτι παράτολμο· το καθεστώς δεν επέτρεπε την ελευθερία έκφρασης και ασκούσε αυστηρό έλεγχο σε κάθε μορφή καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως επεδίωκε να ελέγχει τον Τύπο και τα Μέσα. Οποιαδήποτε ανοιχτή πρόκληση κατά του καθεστώτος ήταν καταδικασμένη στη σιωπή της λογοκρισίας – ή της φυλακής. Πως γίνεται λοιπόν να γράψει κάποιος ένα θεατρικό έργο ενάντια στη Χούντα και να μην υπογράψει ταυτόχρονα την καταδίκη του;

Την απάντηση την έδωσε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο».





ΡΩΜΙΟΣ: «Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας. Επειδή η παράστασή μας ανατρέχει σε πολλά γεγονότα, επεισόδια, εποχές, η μικρή από δω και εγώ θα σας πληροφορούμε μέσες άκρες που βρισκόμαστε και γιατί… Πριν προχωρήσουμε, επιτρέψτε μου να σας δώσω μια πληροφορία για το άτομό μου: είμαι τρόφιμος ψυχιατρείου. Αλλά ουδείς λόγος ανησυχίας, είμαι εντελώς ακίνδυνος. Άλλωστε η πάθησίς μου είναι πολύ κοινή, έχει αρκετά εθνικά γνωρίσματα, θα μπορούσα μάλιστα να τη χαρακτηρίσω και αρκετά πατριωτική… Με λίγα λόγια, Κυρίες και Κύριοι, οι πάθησις μου έγκειται εις το ότι – όπως και τόσοι άλλοι Έλληνες – ήθελα να γίνω πρωθυπουργός.»



Τα φαινόμενα απατούν


Επρόκειτο για μια παράσταση που συνδύαζε μουσική και λόγο. Στη σκηνοθεσία ήταν ο Κώστας Καζάκος. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν ο συνθέτης. Ο Νίκος Ξυλούρης ο τραγουδιστής. Παρέα με την Τζένη Καρέζη και τον Καζάκο παρέλαυνε ένα πλήθος ηθοποιών – ανάμεσα στους οποίους ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Σπύρος Κωνσταντόπουλος, ο Χρήστος Καλαβρούζος και ο Νίκος Κούρος. 

Φαινομενικά, το θέμα της παράστασης ήταν ιστορικό – μια αναδρομή σε άφθονους ιστορικούς σταθμούς, από τα χρόνια της Μακεδονίας του Φιλίππου στο Βυζάντιο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α’ Κομνηνού, από τον βασιλιά Όθωνα της μετεπαναστατικής Ελλάδας στο Σύνταγμα του 1843 και από τη Μικρασιατική Καταστροφή στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης… Φαινομενικά, η παράσταση είχε χιουμοριστικό χαρακτήρα. Παρουσιάστηκε στους ιθύνοντες του Καθεστώτος ως «ιστορική κωμωδία». Η διάθεση ήταν ανάλαφρη, τα τραγούδια ξέφρενα, ενώ στους πρωταγωνιστικούς ρόλους δέσποζε η φιγούρα του Κολοκοτρώνη – πως θα μπορούσε μια παράσταση με ήρωα της τον Κολοκοτρώνη να στρέφεται ενάντια στο καθεστώς; 

Όλα φαινομενικά. Μα τα φαινόμενα αρκούν για όσους είναι μύωπες στο μυαλό και το πνεύμα.

Οι εκπρόσωποι της Χούντας ψάρωσαν. Αποζητούσαν αφορμή για να ανακηρύξουν το έργο παράνομο – μα αφορμή δεν έβρισκαν. Έψαχναν εξονυχιστικά μεταξύ των γραμμών του – μα τα νοήματα του έργου παρέμεναν γι’ αυτούς σκιώδη. Έτσι λοιπόν το έργο ανέβηκε επίσημα το καλοκαίρι του 1973. Ο κόσμος προσήλθε με περιέργεια. Τι να είναι πάλι αυτό το «Μεγάλο Μας Τσίρκο»; Σε τι να απευθύνεται; Η παράσταση υπήρξε αρκετά πετυχημένη – μα ήμαστε ακόμα στην αρχή.





ΒΑΣΙΛΙΑΣ: «Τον βλέπετε αυτόν εκεί πάνω που μοιάζει με δράκο; Δεν είναι δράκος! Ειν’ ο μεγαλοδύναμος θεός Κρόνος! Βλέπετε κι αυτή την κυρά πλάι του, που μοιάζει με δράκαινα; Δεν είναι δράκαινα. Είναι – μεγάλη η χάρη της – η θεά Ρέα, η γυναίκα του. Τώρα ο Κρόνος βρίζει τη Ρέα! Της λέει πως θα την πνίξει, πως θα την κομματιάσει, πως θα την ρίξει στα Τάρταρα! Κι αυτή σφίγγεται και του φωνάζει: «παρά να μ’ έχεις να σου κάνω παιδιά να τα τρως, προτιμώ τα Τάρταρα! Μπεκρούλιακα, δικτάτορα, κοιλιόδουλε, τέρας αχόρταγο». Όσο για μας – θα ρωτήσετε και με το δίκιο σας – τι μας νοιάζουν αυτοί οι καβγάδες εκεί ψηλά;! Αν είστε Έλληνες και σεις και πονάτε τον τόπο σας, μη βιάζεστε, και θα τα καταλάβετε όλα.»

ΡΑΒΔΟΥΧΟΣ: «Ο θεός Κρόνος έχει ένα θεάρεστο χούι! Θέτε διότι δεν του αρέσουν τα παιδιά, θέτε διότι δεν εμπιστεύεται τη νέα γενιά, θέτε διότι δε θέλει διαδόχους, μόλις η Ρέα του γεννήσει κανένα παιδί, αυτός το παίρνει, το τρώει κι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Εμείς σαν ευσεβείς πιστοί ακολουθήσαμε το παράδειγμά του και είδαμε πολλά καλά! Όποιος δικός μας δεν είναι του χεριού μας, τον τρώμε κι έχουμε κι εμείς την ησυχία μας».

Με κέφι και στυλ, ηθοποιοί και μουσικοί συμπαρέσυραν το κοινό σε ένα ταξίδι στον χρόνο – και η επιλογή του θεού Κρόνου, ως εναρκτήριο λάκτισμα, μόνο τυχαία δεν ήταν. Ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του – σύμβολο μιας χώρας σε αδιέξοδο, με πολίτες που είχαν λησμονήσει τις διδαχές της ιστορίας· αν τη γνώρισαν ποτέ. Πολίτες που ξεπουλάνε πρόθυμα την ελευθερία τους, για μια ψευδαίσθηση ασφάλειας. Και ένα καθεστώς που καμαρώνει για τα μοναδικά του κατορθώματα, τέτοια που οφείλουν να κάνουν τους πάντες υπερήφανους. Είμαστε οι Καλύτεροι, το Μεγαλύτερο Έθνος, η Ενδοξότερη Φυλή, το Ωραιότερο Κράτος. Στον κόσμο του Μεγάλου Αδερφού οι πάντες είμαστε χαρούμενοι – σε όλους τους κόσμους, όλων των Μεγάλων Αδερφών.






Ο ζητιάνος


Και αν κάποιος φτωχός ζητιάνος γυροφέρνει ‘δω κι εκεί, ντροπιάζοντας την ένδοξη καθαρότητα του κόσμου με το χάλι του… ε, ας μη του δίνουμε σημασία. Ας τον αφήσουμε να προσπεράσει. Δεν είναι παρά ένας τρελός – όπως τέτοιος ήταν σίγουρα εκείνος ο ζητιάνος της παράστασης, όταν πια βρισκόμαστε στα χρόνια του αυτοκράτορα Ανδρόνικου.

ΖΗΤΙΑΝΟΣ: «Ελεήστε με, έχω να φάω μέρες! Έχω να δω μεροκάματο από πέρυσι! Τα σωθικά μου πονάνε από την πείνα και τα πλευρά μου από το ξύλο. Πως με ανέχεστε, χριστιανοί, να σας ρεζιλεύω με το χάλι μου; Δεν ακούτε τον Αντρόνικο που σας λέει ότι ποτέ άλλοτε δεν ήσαστε έτσι πλούσιοι! Έτσι καλοί! Έτσι τέλειοι! Έτσι υπέροχοι! Τέτοιο καμάρι της ιστορίας μας και παράδειγμα για όλον τον κόσμο! Ή μήπως δεν πιστεύετε τον αυτοκράτορά μας, αχάριστοι, κακόπιστοι, ανικανοποίητοι Έλληνες; Πότε άλλοτε είδατε τόσα καλά; Εεε; Θυμηθείτε, επιλήσμονες, πως ήταν η αυτοκρατορία μας πριν έρθει… ο Αντρόνικος. Είχαμε γίνει Σόδομα και Γόμμορα, ο Θεός μας είχε ξεχάσει. Η γη δεν έβγαζε ούτε χαμομήλι! Η θάλασσα δεν έκανε ψάρια! Ο ήλιος έβγαινε όποτε του κάπνιζε, ο αέρας είχε γίνει άφαντος, έβρεχε διαρκώς! Οι πολίτες, άεργοι όλοι και ρεμπεσκέδες, καθόντανε όλοι στα καπηλειά και κάνανε σχέδια πώς να καταστρέψουνε το κράτος! Οι νέοι μένανε αγράμματοι! Οι φοιτητές μαζεύονταν στα πανεπιστήμια και κουτσομπολεύανε την κοινωνία! (…) 

Ήρθε όμως… ο Αντρόνικος!... Δεν είχαμε ούτε νερό, ούτε δρόμους, ούτε λιακάδες, ούτε πανσέληνο, ούτε σχολεία, ούτε λιμάνια, ούτε γεφύρια, ούτε σημαίες, ούτε τίποτα!... Ώσπου ήρθε… ο Αντρόνικος και τα ‘φτιαξε όλα! Και δημιούργησε κράτος και σας έκαμε ανθρώπους… ο Αντρόνικος!

Θα μου δώσετε τώρα μια ελεημοσύνη;»



Καζάκος - Καμπανέλλης - Καρέζη - Θεοδωράκης


Ο ποντικός και η Γάτα


Στο μεταξύ, ο Ρωμιός της παράστασης (Καζάκος) και το Ρωμιάκι (Καρέζη) λένε τα δικά τους. Και προβληματίζονται. Και απορούν. «Μα κάτι μου θυμίζουν όλα αυτά» - επαναλαμβάνει το Ρωμιάκι, μα ο Ρωμιός του λέει σθεναρά: «Σσς! Πολλά λές!». Και έτσι σιωπούν, μπροστά σε ένα κοινό, που είχε κρατημένη την ανάσα του.

Οι λογοκριτές της Χούντας πάσχιζαν να εντοπίσουν ανοιχτές αντιδικτατορικές φράσεις ή σκηνές. Μα εδώ είχαμε πραγματικά μια μάχη της γάτας ενάντια στο ποντίκι. Οι συντελεστές του έργου παρέδιδαν αποσπάσματά του στη Χούντα σε μπερδεμένη σειρά, αναμειγνύοντάς τα με εμβόλιμες, ψεύτικες σκηνές, που δεν είχαν σκοπό να ανεβούν στη σκηνή – υπήρχαν εκεί ως μορφή αντιπερισπασμού, ανοιχτά προκλητικές, ώστε να διαγραφούν αυτές και να σωθούν οι άλλες – οι κανονικές σκηνές της παράστασης.

Όσο αφορά τις αληθινές σκηνές και τα αποσπάσματα που στρέφονταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ενάντια στις διάφορες εξουσίες των καιρών; Οι συντελεστές απαντούσαν απλά: πρόκειται περί αληθινών ιστορικών γεγονότων. Κανείς δεν αμφιβάλλει πως στη Μυθολογία ο Κρόνος έτρωγε τα παιδιά του και πως ο Δίας του πήγε κόντρα. Ή πως οι Έλληνες αντιστάθηκαν στο Φίλιππο. Ή πως τον Όθωνα τον έφεραν οι ξένες δυνάμεις. Ή πως ο Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε και παραλίγο να καταδικαστεί. Ή πως, κάποτε, κάπου, μια μέρα του Σεπτέμβρη, ένας λαός μαζώχτηκε στην πλατεία μπροστά απ’ τα ανάκτορα και απαίτησε Σύνταγμα.



3η του Σεπτέμβρη


ΡΩΜΙΟΣ : Δε μου λες. Τι είναι η 3η Σεπτεμβρίου;

ΡΩΜΙΑΚΙ : Σιγά! Οδός. Την οδός 3η Σεπτεμβρίου δεν ξέρουμε;

ΡΩΜΙΟΣ : Ορίστε! Γιατί τη λένε 3η Σεπτεμβρίου; Τι έγινε στις 3 του Σεπτέμβρη;

ΡΩΜΙΑΚΙ : Γιορτάζει κανένας άγιος;

ΡΩΜΙΟΣ : Όχι!

ΡΩΜΙΑΚΙ : Καμιά αγία;

ΡΩΜΙΟΣ : Ούτε!

ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι θρησκευτική εορτή;

ΡΩΜΙΟΣ : Μωρέ άμα ήτανε θρησκευτική γιορτή θα την ήξερες κι απ' το σχολειό σου κι απ' τη μαμά σου.

ΡΩΜΙΑΚΙ : Είναι τίποτα σαν εθνική εορτή;

ΡΩΜΙΟΣ : Όχι σαν!

ΡΩΜΙΑΚΙ: Πρώτη φορά το ακούω!






Άρωμα Εξέγερσης


Σταδιακά όλο και περισσότερος κόσμος άρχισε να προσέρχεται στο θέατρο. Το «Μεγάλο Μας Τσίρκο» είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε θεατρικό φαινόμενο – διαδεδομένο από στόμα σε στόμα, ενώ η φωτιά της αντίστασης έβραζε για τα καλά· βρισκόμαστε λίγο καιρό πριν το Πολυτεχνείο. Ο Τύπος των καιρών φυσικά παρουσίαζε «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» ως μια χιουμοριστική, ιστορική παράσταση – δεν αναφερόταν στον εμφανή αντιεξουσιαστικό του χαρακτήρα, ούτε στο γεγονός πως το πλήθος συνέρεε πλέον μαζικά, με διαθέσεις εμφανώς πολιτικές. 

Η παράσταση είχε πια μετατραπεί σε μια έμμεση μορφή πολιτικής διαδήλωσης. Διάφορα συνθήματα που αντηχούσαν κατά τη διάρκεια της παράστασης – όπως «ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και «ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ», έμελλε να γίνουν σήματα κατατεθέντα των επομένων μηνών. Η προσέλευση του κόσμου – κατά χιλιάδες – υπήρξε η μαζικότερη αντιδιδακτορική ενέργεια, μέχρι το Πολυτεχνείο.

Και αυτό ενώ η γκιλοτίνα ακόνιζε το μέταλλό της…



Πηγή σκίτσου 1, Πηγή σκίτσου 2



Η Γκιλοτίνα, αγαθό ελευθερίας



ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Διότι πρέπει να το ξέρετε αυτό, συγχωριανοί! Η γκιλοτίνα είναι αγαθόν της ελευθερίας! Πριν, όταν δηλαδή είχαμε τον Τούρκον εδώ, δεν ήτο δυνατόν να έχομεν και γκιλοτίνες. Τώρα όμως που τον εδιώξαμεν και μπορούμεν να καταπιαστούμε με τα του οίκου μας, θα ήτο έλλειψη μεγάλη να μην έχομεν γκιλοτίνα. Διότι γκιλοτίνες έχουν όλα τα πολιτισμένα βασίλεια. Ελεύθεροι το λοιπόν κι εμείς μπορούμεν τώρα να χαρούμε τα αγαθά του πολιτισμού! Στο κάτω κάτω, συγχωριανοί, αυτό δα μας το χρωστάνε! Διότι από δω, λέει, επήρανε όλοι τους τα φώτα του πολιτισμού. Θα ‘τανε αχαριστία να μη μας το ξεπληρώσουν εν τω μέτρω των δυνάμεών τους. Με την γκιλοτίνα, συγχωριανοί, θα’ χομε από δω και μπρος γλυκύτερο θάνατο. Οι Τούρκοι μας παλουκώνανε, μας σουβλίζανε, μας κομματιάζανε με τις χατζάρες. Πάνε αυτά! Τώρα είμαστε ελεύθεροι Έλληνες κι έχουμε την γκιλοτίνα μας, που θα μας κόβει το κεφάλι ωραία, σα να γίνεται η δουλειά σε φάμπρικα.»

Α’ ΑΠΟΣΤΑΛΜΕΝΟΣ: «Μας τη στείλανε οι ξένοι φίλοι
Που μας αγαπούν
Και δεν παύουνε με κάθε τρόπο
Να μας βοηθούν
Μηχανές και εφευρέσεις
Για συλλήψεις και εκτελέσεις.»

Γ’ ΑΠΟΣΤΑΛΜΕΝΟΣ: «Κόψανε πολλούς στη Μάνη
Και στου Βάλτου τα χωριά
Φωνακλάδες καπετάνιους
Πειναλέα κλεφτουριά
Μερδικό το σκυλολόι
Γύρευε απ’ το αφεντολόι».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Θα με ρωτήσετε: Διατί γλυκήτερον θάνατον και όχι γλυκητέραν ζωήν; Διότι, συγχωριανοί, είμαστε βέβαια Έλληνες και οι Έλληνες αγαπάνε τη ζωή! Αλλά είμαστε και χριστιανοί. Και σαν Έλληνες χριστιανοί πρέπει να σκεφτόμαστε πως θα αποθάνομεν και όχι πως θα ζήσομεν».





Πέρα από τα κάγκελα


Στις 22 Νοεμβρίου, λίγες μέρες μετά το Πολυτεχνείο, κι ενώ το καθεστώς έγλειφε τις πληγές του, η Τζένη Καρέζη συλλαμβάνεται και οδηγείται στις φυλακές της ΕΑΤ-ΕΣΑ. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Λίγες μέρες μετά συνελήφθη και ο Κώστας Καζάκος. Στη φυλακή υπέστησαν όχι σωματικά, μα ψυχολογικά βασανιστήρια. Αποφυλακίστηκαν στα μέσα του Δεκέμβρη.

Μα οι παραστάσεις συνεχίστηκαν, μαζικότερες από ποτέ. Κάθε βράδυ η Χούντα έστελνε μυστικούς αστυνομικούς να εποπτεύουν, αναζητώντας την παραμικρή ένδειξη αναταραχής ή κάποιο σήμα εξέγερσης. Το έργο περνούσε μονίμως υπό έλεγχο – κομμάτια έφευγαν, κομμάτια ράβονταν, έμπαιναν εμβόλιμα, έβγαιναν άλλα. Μα το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι συνεχιζόταν. «Κι άρχισε ένας κλεφτοπόλεμος», είχε πει ο Ιάκωβος Καμπανέλλης, όταν πια η Χούντα είχε πέσει. «Τη μία κόβαμε, την άλλη λέγαμε ότι ο ηθοποιός ξεχάστηκε και τα ξανάπε, την άλλη…».

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παράστασης μετά την αποφυλάκιση της Καρέζη, στις 22 του Δεκέμβρη, οι θεατές έραναν τη σκηνή με μια βροχή από κόκκινα γαρύφαλλα. Τα είχαν κρυμμένα στα παλτά, στα πανωφόρια τους. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι αξιωματικοί της Χούντας δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν – πώς να ερμηνεύσουν μία τέτοια κίνηση; Ήταν επιτρεπτό κάτι τέτοιο; Μπορούσαν να το ανεχτούν; Πως μπόρεσε το πλήθος αυτό των λουλουδιών να γλιτώσει τη λογοκρίσια;

Η Τζένη Καρέζη στη σκηνή ήταν βαθιά συγκινημένη. Όταν έπεσε η αυλαία είπε σιγανά: «ναι, τώρα μπορώ να ξανακάνω φυλακή, αν χρειαστεί».






Επίλογος


Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Κολοκοτρώνη – που ως «άγαλμα», κάνει την εμφάνισή του στο έργο. Σε καιρούς πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής συσκότισης, λόγια σαν αυτά φωτίζουν το σκοτάδι. Όπως ακριβώς «Το Μεγάλο Μας Τσίρκο» περιέλουσε με φως και ελπίδα τα σκοτάδια των καιρών του, σκορπίζοντας σπίθες ανατροπής και ελευθερίας σε κάθε κοιμισμένο. Τότε και τώρα.

ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ: «Αύριο ξημερώνει πάλι 25 του Μάρτη… Θα ‘ρθουνε με στεφάνια και τούμπανα… Εγώ θα ‘μαι εκεί πάνω σαν άγαλμα… Και σαν έρθει η στιγμή να βγει μπροστά ο μαγκούφης που θα βγάλει το λόγο… «Στάσου»… θα του πω!… «Κάθε χρόνο το λόγο τον εβγάνατε εσείς!… Φέτος θα τον βγάλουμε εμεί… Για ακούτε βρε τωρινοί Έλληνες. Άμα σας φέρνουνε για παράδειγμα εμάς τους πεθαμένους, μάθετε να ξεχωρίζετε με ποια πονηριά σας το λένε… Κι άμα σας λένε για την ελευθεριά που πολεμήσαμε, να τη βλέπετε πρώτα αν έχει τέσσερα μάτια. Δυο μπροστά για να βλέπει τον κατακτητή και δυο πίσω για να βλέπει εκείνον που θέλει να φύγει ο κατακτητής, για να γίνει αφέντης αυτός. Προσέχετε Έλληνες, εμείς οι παλιοί όσο ζούσαμε πολλά επικραθήκαμε κι αδικηθήκαμε… Κι αν θέτε στ’ αλήθεια να τιμήσετε εμάς τους παλιούς, μη μας τηράτε πλέον. Κάμετε το δικό σας δρόμο, πάτε μπροστά και αγωνιστείτε! Εμάς το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε και δε μοιάζει με το δικό σας. Μη σας λένε πως εμείς αγράμματοι, μ’ ένα ξεροκόμματο και με την πίστη στο Χριστό κάναμε θαύματα ! …Που ‘σαι ορέ Καραϊσκάκη να τα πεις καλύτερα !…

Εμείς επολεμήσαμε για να ‘χετε εσείς τα γράμματα και το ψωμί που δεν είχαμε και να μη χρειάζεστε θάματα για να ζήσετε μια ζωή ανθρωπινή… Έι Παπαφλέσσα, σήκω κι έλα βοήθα. Αφήστε το δικό μας αγώνα και κοιτάτε το δικό σας. Που είναι η 3 του Σεπτέμβρη; Που είναι το Σύνταγμα σας; Ο Σεπτέμβρης είναι παιδί του Μάρτη και σεις παιδιά δικά μας! Οι πεθαμένοι με τα πεθαμένα και οι ζωντανοί με τα ζωντανά! Εμείς τι άλλο να θέμε;...»





Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Η αληθινή ιστορία ενός μικρού φυσιολάτρη





Είχε παππού γιατρό και πατέρα γιατρό. Ο παππούς μάλιστα ήταν ξακουστός την εποχή του. Ο θείος του, επίσης, παραλίγο να είχε ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο, μα κάπου συνέβη ένα ατύχημα και την έκανε νωρίς για τα άνω διαμερίσματα. Μα δεν είχε σημασία αυτό - το παιδί όφειλε να γίνει γιατρός, τέλος· όπως ο παππούς του και όπως ο πατέρας του. Έτσι έλεγε η παράδοση, έτσι έλεγαν οι κοινωνικές προτεραιότητες.

Ή, αν προτιμάτε, έτσι έλεγε ο μπαμπάς στον κανακάρη του και ο κανακάρης του τον κοιτούσε σκυθρωπός, το βλέμμα του χαμηλωμένο, τα χέρια του πασαλειμμένα από τις λάσπες και τις τρεχάλες στους αγρούς.

Ο πατέρας ήταν πολύ απογοητευμένος μαζί του. Μα τι θα καταντήσει αυτός ο γιος, αναρωτιόταν. Αντί να πορευτεί στο δρόμο της οικογένειας, στο δρόμο που χτίσαμε τούβλο προς τούβλο, οι γονείς του και οι γονείς των γονιών του... αυτός, τίποτα. Το χαβά του. Αναίσθητος. Πραγματικά, τούβλο σκέτο.


***


Δυστυχώς το στομάχι του γιου δε... σήκωνε και πολύ τη διαδικασία της εγχείρησης. Όσο και αν προσπαθούσε, διαπίστωνε πως δεν κατείχε το σπορ της ιατρικής, μα ούτε και της φαρμακευτικής. Τα βαριόταν αφόρητα. Κι όταν κάποια μέρα μελλοντικά θα κατέληγε σε μια σχολή για κληρικούς, θα συνειδητοποιούσε πως βαριόταν εξίσου τη θρησκευτική μελέτη.

Προτιμούσε να περνά τις ώρες του έξω, στη φύση. Έτρεχε με τα ζώα, μάζευε και μελετούσε φυτά και ορυκτά, σκαρφάλωνε εδώ κι εκεί, αδιαφορώντας για το Μέλλον - με "Μ" κεφαλαίο, όπως η Μαγκούρα που τριβέλιζε στη σκέψη του - ο καταναγκασμός να ακολουθήσει τον ενδεδειγμένο, τον κοινωνικά αποδεκτό δρόμο.

Μια μέρα ο πατέρας του έφτασε στα όριά του. Τον μάζεψε κοντά του και του είπε:

"Το μόνο που σε νοιάζει είναι να κυνηγάς σκυλιά και ποντικούς. Είσαι ένα χαμένο κορμί και μια ντροπή για τον εαυτό σου και για την οικογένειά σου!"



***


Μα ο νεαρός αντάρτης συνέχισε να κάνει αυτό που αγαπά... Να γυρίζει στη φύση και να περνά την ώρα του με τα φυτά και με τα ζώα. Και μεγαλώνοντας έμελλε να εντατικοποιήσει τις μελέτες και τις έρευνες του – κόντρα στις επιθυμίες του μπαμπά. Να προσθέσουμε, τέλος, πως η σύντομη αυτή ιστορία και τα λόγια είναι αληθινά.


Α - ξέχασα να σας πω το όνομά του. Λοιπόν, ο νεαρός αυτός ονομαζόταν Κάρολος Δαρβίνος.






Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Όταν ο Τσέχωφ ανέβαζε το "Γλάρο"...





Πέτρες και Χρυσός. Μια Εισαγωγή.



Οι άνθρωποι που μας περιβάλλουν και με τους οποίους συναναστρεφόμαστε είναι σαν τα χαλίκια και τα βότσαλα της άμμου. Χρειάζεται να ψάξεις ανάμεσά τους για να εντοπίσεις τα κοχύλια. 

Κάποιες φορές θα μπορούσαμε να τους παρομοιάσουμε και με τα πετρώματα σ’ ένα ορυχείο, σκοτεινό και αχανές. Κανείς ποτέ δεν αποκρυπτογραφεί το ορυχείο στην ολότητά του, παρά ένα μόνο μέρος του. Και αν κάπου στο βάθος βρίσκεται χρυσός, θέλει τύχη για να τον εντοπίσεις. Αρκετές φορές πας για χρυσό και μένεις με τις πέτρες. Κάποιες φορές διαπιστώνεις πως τα γυαλιστερά εκείνα πετραδάκια που έλαμπαν στα χέρια σου δεν ήταν παρά κάρβουνο επικαλυμμένο με χρυσόσκονη. Άλλες φορές συνειδητοποιείς πως τα πολύτιμα ορυκτά βρίσκονται ανακατεμένα με πλήθος περιττών αντικειμένων, πως ο χρυσός σπάνια συναντάται σε καθαρή μορφή – συνοδεύεται από χώμα και από άμμο και από γκρίζους λίθους, όλα ενωμένα σ’ ένα, σμίγοντας την ουσία με την ανουσιότητα, το υψηλό με το ευτελές.

Στο τέλος χρειάζεται να κοσκινίσεις τους ανθρώπους – σαν τα ορυκτά, να αναδείξεις το χρυσό από τις πέτρες.

Στο κόσκινο είμαστε όλοι, αναζητώντας εκείνους που θα αναδείξουν από μέσα μας τυχόν ίχνη χρυσού. Αλίμονο, η πλειοψηφία δεν ενδιαφέρεται για χρυσό, παρά για πέτρες που λαμποκοπούν. Και αναδεικνύουν σε σένα μόνο τα λιθάρια. Στο τέλος φτάνεις να νομίζεις πως είσαι και συ ένα τέτοιο – μια πέτρα, κοινή, αδιάφορη, ασήμαντη. Μα αν συναντήσεις κάποιον που γνωρίζει πώς να κοσκινίζει – που είναι ικανός να ξεχωρίζει το πολύτιμο μέταλλο απ’ το πέτρωμα… τότε ίσως ξεπροβάλλει και ο δικός σου ο χρυσός. Γιατί είμαστε καθρέφτες ο ένας του άλλου. Χρειαζόμαστε κάποιον ν’ αναδείξει τις θετικές και όχι τις αρνητικές ιδιότητές μας. Αλίμονο, υπάρχουν και οι δύο – ο χρυσός είναι πάντα μπλεγμένος με τη σκόνη και στον κόσμο αυτόν η σκόνη καλύπτει τα πάντα σαν ομίχλη.

Μα κάποιοι μπορούν να κοσκινίζουν και κάποιοι δε μπορούν – κάποιοι ξεχωρίζουν εκείνο που αξίζει, ανασύροντας τις θετικές πλευρές σου – ενώ άλλοι δεν ανασύρουν παρά τα αρνητικά. Οι πρώτοι είναι που θα σε βοηθήσουν να ανέβεις πιο ψηλά. Στους πρώτους να στοχεύεις, αυτούς να έχεις γύρω σου.

Ένα τέτοιο ακατέργαστο πέτρωμα ήταν ο Άντον Τσέχωφ. Έκρυβε μέσα του πολύτιμο χρυσάφι, μα χρειαζόταν εκείνον που θα τον βοηθούσε να το αναδείξει. Έναν ειδήμονα στην τέχνη της μεταλλουργίας, θα μπορούσαμε να πούμε. Τον άνθρωπο εκείνον που θα συλλάμβανε την έκταση του οράματός του, θα επικοινωνούσε σε έναν κοινό γλωσσικό κώδικα μαζί του, θα φανέρωνε στον κόσμο τον χρυσό που ακτινοβολεί πίσω απ’ την πέτρα.

Ο άνθρωπος αυτός ονομαζόταν Κονσταντίν Στανισλάφσκι.


Ο Τσέχωφ είχε επιχειρήσει να μεταμορφώσει τον κόσμο του θεάτρου – μα ο κόσμος δεν τον καταλάβαινε. Τα δύο πρώτα πολύπρακτα έργα του (ο «Πλατόνωφ» και ο «Ιβάνωφ») είχαν περάσει σχεδόν απαρατήρητα τον καιρό που ανεβάστηκαν. Ο Τσέχωφ συνέχισε πυρετωδώς την προσπάθειά του, καταμεσής των προβλημάτων της υγείας του – από τα νεανικά του χρόνια τον βασάνιζε η φυματίωση. Ήταν 1895 όταν αφοσιώθηκε στη συγγραφή του τρίτου πολύπρακτου θεατρικού του – το όνομα αυτού ήταν «Ο Γλάρος». 






Στα Φτερά του Γλάρου


Ήταν ένα ασυνήθιστο για τα δεδομένα των καιρών θεατρικό. Απουσίαζαν οι πομπώδεις πράξεις, οι παθιασμένοι διαξιφισμοί, οι αχαλίνωτες ερμηνείες. Το σκηνικό ήταν απλό, οι χαρακτήρες βγαλμένοι απ’ την καθημερινότητα. Οι επαφές ανάμεσά τους χαρακτηρίζονταν από εξομολογήσεις που άφηναν να διαφανούν τα λεπτά ψυχολογικά και συναισθηματικά νήματα που τους έδεναν όλους μεταξύ τους. Συνομιλούσαν και ένιωθες πως ακούς ανθρώπους οικείους, φίλους από τα παλιά που εμπιστεύονται σε σένα τις σκέψεις και τα όνειρά τους. Η επαφή τους δεν έμοιαζε καθόλου εξωπραγματική – κάθε άλλο, χαρακτηριζόταν από έναν πρωτοφανή ρεαλισμό. Σχεδόν αισθανόσουν πως βλέπεις τον εαυτό σου ανάμεσά τους, μοιράζοντας τις φιλοδοξίες και τις απογοητεύσεις τους. Ήσουν και συ ένας απ’ αυτούς.

Το σκηνικό ήταν όμορφο, ονειρικό και καθημερινό συνάμα – μα πάνω απ’ όλα, απλό. Μια λίμνη, ένα εξοχικό βυθισμένο στο πράσινο. Και εκείνος ο γλάρος, ο συμβολισμός του οποίου επανέρχεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Όσο αφορά τους χαρακτήρες και το υπόβαθρο του έργου; «Γράφω αυτό το έργο, όχι χωρίς ευχαρίστηση, μόλο που αισθάνομαι ότι παραβιάζω σημαντικά τις θεατρικές παραδοσιακές συμβάσεις», είχε πει ο ίδιος ο Τσέχωφ τον καιρό εκείνο, σ’ ένα γράμμα στον εκδότη του. Και συνεχίζει: «Είναι μια κωμωδία με τρεις γυναικείους ρόλους και έξι αντρικούς. Με τέσσερις πράξεις, ένα τοπίο (μια λίμνη), πολλή συζήτηση περί λογοτεχνίας, λίγη δράση και πέντε τόνους έρωτα».


Μια λίμνη, συζητήσεις περί τέχνης και έρωτας – έρωτας ανεκπλήρωτος, έρωτας απραγματοποίητος, έρωτας που φτερουγίζει σε απόσταση σαν τον γλάρο που χάνεται πέρα από τα σύννεφα. Σαν τη ζωή την ίδια και τις φιλοδοξίες της, φτερουγίζοντας κι αυτή, καταμεσής ενός ουρανού συννεφιασμένου. Οι χαρακτήρες του έργου, άντρες και γυναίκες, νεαροί και ηλικιωμένοι, επιθυμούν να ζήσουν, να δημιουργήσουν, να εκφραστούν, να αναδειχτούν – και να ερωτευτούν, να αγαπήσουν και να αγαπηθούν βαθιά. Μα η ζωή τα φέρνει έτσι ώστε πάντα βρίσκονται πίσω από τον στόχο και τις επιθυμίες τους – εκείνος ξεπροβάλλει γαλήνιος και ονειρικός σαν την λίμνη στο βάθος του σκηνικού. Μια λίμνη που σκορπά αστέρια στα μάτια τους και πόνο στην καρδιά τους.





Την ίδια στιγμή η λίμνη αποκαλύπτει ένα νατουραλισμό σπάνιο για τα θεατρικά δεδομένα των καιρών. Εκείνος ακριβώς ο νατουραλισμός, συνδυασμένος με τον ψυχολογικό ρεαλισμό των χαρακτήρων και την ποιητική, ονειρική τους διάθεση (όλα μαζί συνδυασμένα), ήταν που προσέδωσε στο θέατρο του Τσέχωφ την ιδιαιτερότητά του – που το καθιστούσε κάτι εντελώς ξεχωριστό. Μόλις την ίδια εποχή είχε επιχειρήσει κάτι αντίστοιχο ο Ερρίκος Ίψεν στη Νορβηγία – μα όταν δοκιμάζεις κάτι νέο, είναι αναπόφευκτες οι αντιδράσεις, σε μια εποχή που πατούσε με το ένα πόδι της στο παρελθόν και την παράδοση.

Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Τσέχωφ, το έργο του έχει «λίγη δράση». Ο διάλογος κυριαρχεί, ένας διάλογος που υφαίνει τα όνειρα, τις επιθυμίες και τις απογοητεύσεις των χαρακτήρων – όλοι χαρακτήρες δοσμένοι με μια μοναδική ψυχολογική διεισδυτικότητα, ονειροπαρμένοι και ταυτόχρονα προσγειωμένοι στη γη, συνδυάζοντας το καθημερινό με το ιδεατό, το φθαρτό με το αιώνιο. Οι συνομιλίες τους φαντάζουν τόσο απλές, μα τόσο διαχρονικές ταυτόχρονα. Δεν έχει σημασία αν το έργο γράφτηκε το 1895 – θα μπορούσε να είχε γραφτεί και χθες, οι χαρακτήρες του βρίσκονται πέρα από τον χρόνο. Οι χαρακτήρες του είμαστε εμείς οι ίδιοι, τα όνειρά τους και δικά μας όνειρα, οι απογοητεύσεις τους και δικές μας απογοητεύσεις. Και όλα αυτά σε ένα έργο στο οποίο η «δράση» απουσιάζει σχεδόν ολοσχερώς. Στιγμές έντονου δράματος (όπως ο θάνατος ενός χαρακτήρα) εκτυλίσσονται εκτός σκηνής – ο σκοπός του Τσέχωφ δεν ήταν να εξάψει συναισθήματα και εύκολες συγκινήσεις.


Όπως αναφωνεί κάποια στιγμή ο ήρωας του έργου του, Τρέπλιεβ – ένας νεαρός, ανήσυχος δραματουργός, που φιλοδοξεί να πραγματοποιήσει τα όνειρά του: «Χρειαζόμαστε νέους τρόπους έκφρασης! Χρειαζόμαστε νέους τρόπους, και αν δε μπορούμε να τους δημιουργήσουμε, καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα!»






Αποτυχία και Παραίτηση



Μα ο κόσμος δεν ήταν ακόμα έτοιμος για κάτι τέτοιο, φαίνεται. Και ο ίδιος ο Τσέχωφ, βλέποντας την παταγώδη αποτυχία που σημείωσε αρχικά το έργο του, ένιωσε να απελπίζεται. Πιθανό να είχε σταματήσει εκεί κάθε αντίστοιχη απόπειρα. Τα έργα του ποτέ δε θα γίνονταν γνωστά και ο κόσμος του θεάτρου θα έχανε έναν από τους σημαντικότερούς του εκφραστές.

Ήταν 17 Οκτώβρη του 1896, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά ο «Γλάρος» στο θέατρο Αλεξαντρίνσκι της Πετρούπολης. Στο ρόλο της Νίνας – της νεαρής, ονειροπαρμένης συμπρωταγωνίστριας του έργου – ήταν η διάσημη ηθοποιός Βέρα Κομισαργέφσκαγια. Θεωρητικά το έργο έπρεπε να επιτύχει – η πραγματικότητα ήταν το ακριβώς αντίθετο. Οι αποδοκιμασίες και η εχθρότητα του κοινού ήταν τέτοιες, που η Βέρα έχασε τη φωνή της. Ο Τσέχωφ παράτησε τις θέσεις των θεατών και πέρασε τις δύο τελευταίες πράξεις του έργου πίσω απ’ τη σκηνή. Η αποδοκιμασία του Τύπου τις επόμενες μέρες δεν είχε προηγούμενο – το πνεύμα του έργου δεν είχε αποδοθεί σωστά, η σκηνοθεσία ήταν εκτός τόπου και χρόνου, οι ερμηνείες των ηθοποιών ξεκομμένες απ’ το ύφος που επιθυμούσε ο συγγραφέας του. Δεν ήταν απλά μια αποτυχημένη παράσταση, μα μια από τις μεγαλύτερες αποτυχίες στα θεατρικά χρονικά.

Η υγεία του Τσέχωφ επιδεινώθηκε. Γιατρός ο ίδιος στο επάγγελμα, ασκούσε τη συγγραφή παράλληλα με την ιατρική. Μια περίοδο υπέγραφε τα διηγήματά του με το ψευδώνυμο «Γιατρός Δίχως Πελάτες»… Το χιούμορ του, η αγάπη του για τη ζωή και η ικανότητα του να συλλαμβάνει τα καθημερινά όνειρα και να τα μεταμορφώνει σε λέξεις τον είχαν κάνει αγαπητό από τον καιρό που έγραψε τα ξακουστά διηγήματά του. Μα το θέατρο ήταν κάτι άλλο – το θέατρο δεν ήταν απλά ο συγγραφέας και οι αναγνώστες του, μα περιελάμβανε ένα ολόκληρο επιτελείο από σκηνοθέτες, ηθοποιούς, σκηνογράφους – καθώς και το ζωντανό εκείνο κοινό που προσέρχεται να παρακολουθήσει μια παράσταση. Πως ήταν δυνατό να αποδώσει πάνω στη σκηνή ο Τσέχωφ εκείνο που απέδιδε στα κείμενά του, αν δεν υποστηριζόταν από ανθρώπους που συμμερίζονταν το όραμά του;


Ο χρυσός κινδύνευε να χαθεί μέσα στο ακατέργαστο μετάλλευμα. Η λάμψη του να σβήσει από τη σκόνη του πετρώματος.





«Να σταματήσει η εκτύπωση των θεατρικών έργων μου. Δε θα λησμονήσω ποτέ τη χτεσινή βραδιά!», έγραψε την επομένη της αποτυχίας της παράστασης ο Τσέχωφ στον εκδότη του. Και αποθαρρυμένος, αποκαρδιωμένος συνεχίζει: «Δε θα δώσω το έργο μου να παιχτεί στη Μόσχα. Δε θα γράψω ποτέ πια θέατρο και δε θα ξαναδώσω έργα μου να παιχτούν ακόμα και αν ζήσω εφτακόσια χρόνια!».

Το θέατρο του Τσέχωφ θα μπορούσε να είχε σταματήσει εκεί. Η προσπάθεια του να πάει χαμένη – όπως οι προσπάθειες τόσων ανθρώπων, τότε και τώρα, πάντα και παντού, που καθημερινά γυρεύουν να αναδείξουν το χρυσάφι τους μέσα από τη λάσπη, μα στο τέλος η λάσπη τους καταπίνει. Η λάσπη μιας κοινωνίας στηριγμένης σε συμβάσεις και συνήθειες, μιας κοινωνίας εχθρικής στους δημιουργούς και φιλικής προς τους εμπόρους, ενός κόσμου ανίκανου να εκτιμήσει τη διαφορετικότητα και να αναδείξει τον χρυσό από τις πέτρες.

Όπως στην καθημερινότητα την ίδια, δε μπορεί κάθε άνθρωπος που μας περιβάλλει να συμβάλλει ώστε να ανασύρουμε τις θετικές, τις δημιουργικές, τις ιδιαίτερες όψεις του εαυτού μας. Πολλοί αρκούνται στην ανάδειξη εκείνης ακριβώς της γκρίζας, καθημερινής, αδιάφορης επιφάνειας που μας πνίγει. Αντανακλούν εκείνη μόνο την όψη του εαυτού σου · τη μέτρια, τη συνηθισμένη, την ελαττωματική – και συ νομίζεις πως αυτή η όψη υπάρχει μόνο, γιατί εκείνη μόνο σου αποκαλύπτουν πως υπάρχει. Και η θάλασσα της μετριότητας ξεβράζει τα κύματά της στη στεριά, πνίγοντας την πασπαλισμένη με χρυσόσκονη άμμο σου με γκρίζες πέτρες και χαλίκια.


Ο Τσέχωφ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει το θέατρο. Προσπάθησε, μα η προσπάθειά του δεν βρήκε ανταπόκριση. Ο λογοτέχνης και γιατρός θα έβαζε στην άκρη τις λογοτεχνικές ανησυχίες του – σε κάποιο ράφι ίσως, αφήνοντας τες ν’ αραχνιάσουν, να σβήσουν στα άδυτα του χρόνου. Η υγεία του είχε επιδεινωθεί.






Το Πέταγμα του Γλάρου



Τότε όμως εμφανίστηκε ο άνθρωπος που έμελλε να αναδείξει τον χρυσό από τις πέτρες… Ήταν 1898 όταν ξεκίνησε να λειτουργεί επίσημα το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας – συνιδρυτής του ήταν ο Κονσταντίν Στανισλάφσκι. 

Ο Στανισλάφσκι ήταν ένας σκηνοθέτης το όραμα του οποίου συναντούσε εκείνο του Τσέχωφ. Πρωτοποριακός και ρηξικέλευθος, ικανός να αναδεικνύει τις λεπτές ψυχολογικές συγκρούσεις μέσα από τους ηθοποιούς του, να φανερώνει τα όρια και τα βάθη χαρακτήρων ρεαλιστικών, χαρακτήρων που εισέδυαν στο πετσί του ρόλου τους και μεταμορφώνονταν σε μορφές γνήσιες και διαχρονικές. Ήταν ο Στανισλάφσκι εκείνος που έπεισε τον απογοητευμένο Τσέχωφ να ανεβάσει μια φορά ακόμα το έργο του, με σκηνοθέτη τον ίδιο αυτή τη φορά. Ο χώρος θα ήταν το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, οι ηθοποιοί καινούργιοι, η παραγωγή δική του. «Άσε το πάνω μου», ήταν σα να του έλεγε.

Και ο Τσέχωφ τον άφησε. Γιατί όχι, ίσως σκέφτηκε. Χειρότερα να πάει είναι αδύνατο..



Πάνω - ένας από τους ηθοποιούς της παράστασης του Στανισλάφσκι διαβάζει τον "Γλάρο". Κάτω - ο Στανισλφάσκι


Ο «Γλάρος» ανέβηκε για άλλη μια φορά. Μα τώρα ήταν ένας γλάρος μεταμορφωμένος · ένας γλάρος που τίναζε τα φτερά του με χαρά, σκορπώντας γύρω του εύθυμα φτεροκοπήματα! Η επιτυχία του έργου ήταν πρωτοφανής. Ποιος το περίμενε – το ίδιο έργο, που είχε γνωρίσει την γενική αποδοκιμασία δύο χρόνια πριν, γνώριζε πια μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες των καιρών του. 

Μα αυτός δεν ήταν ο αρχικός «Γλάρος» - όχι, η παράσταση που ανέβηκε τιμούσε το πρωτοποριακό πνεύμα του συγγραφέα. Οι παλιές θεατρικές συνήθειες, οι μανιέρες και οι υπερβολές είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε έναν καινοτόμο ψυχολογικό ρεαλισμό, που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη. Το έργο αποδόθηκε με τον τρόπο που του άρμοζε, κοντά στο ύφος που είχε οραματιστεί ο δημιουργός του. Και αυτό ήταν ένα καινούργιο Θέατρο, ένα Θέατρο που μόλις τότε είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή του.


Έτσι ο Στανισλάφσκι ανέδειξε το έργο του Τσέχωφ απ’ την αφάνεια, παραχωρώντας του την αναγνώριση που του άξιζε – και αντλώντας ο ίδιος αναγνώριση από την επιτυχία του. Γιατί πολλές φορές ένας μόνος δεν αρκεί – χρειάζεται η βοήθεια ενός δεύτερου για να κάνεις το επόμενο βήμα. Είναι εκείνος που θα κοσκινίσει το μετάλλευμα. Εκείνος που θα ξεχωρίσει τον χρυσό από τη σκόνη. Εκείνος που θα σου δώσει την απαραίτητη ώθηση, λέγοντας σου: «εμπρός, κίνα! Μπορείς!».


Το προσωπικό που απάρτιζε την περίφημη παράσταση του "Γλάρου" στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας. Στο κέντρο ο Τσέχωφ διαβάζει το έργο του - δεξιά του, ο Στανισλάφσκι.



Ο Τσέχωφ, χαρούμενος που ο «Γλάρος» είχε πια σημειώσει επιτυχία, αποφάσισε να συνεχίσει τη συγγραφή. Το παγκόσμιο θέατρο σύντομα θα μεταμορφωνόταν και ο ίδιος θα στεκόταν βασικός καταλύτης στη μεταμόρφωση αυτή. Αμέσως μετά την θετική ανταπόκριση που γνώρισε ο «Γλάρος», ο Τσέχωφ καταπιάστηκε με ένα νέο θεατρικό έργο – το όνομα του ήταν «Θείος Βάνιας». Η αρχή είχε γίνει. Θα ακολουθούσαν οι «Τρεις Αδερφές» και ο «Βυσσινόκηπος». Και ο εικοστός αιώνας θα χαιρετούσε πλέον έναν από τους σημαντικότερούς του πρωτοπόρους.

Κλείνω με ένα απόσπασμα του Άγγελου Τερζάκη.


«Ο Τσέχωφ έμπασε στο χώρο του Δράματος τη ροή, το υγρό αυτό στοιχείο, που ήτανε πριν προνόμιο του αφηγηματικού λόγου. Με τη ροή, μπήκε στο Θέατρο και ο κυματισμός, η άνεση, η αοριστία της Μουσικής. Ένας φθόγγος σπαραγμού, το αίσθημα του «ανεπιστρεπτί», κρύβεται στο βάθος κάθε μύθου του Τσέχωφ (…) Πέρα και δόθε από το Χρόνο, εκείνο που δίνει γεύση ιδιαίτερη στο Θέατρο του Τσέχωφ είναι η χαμηλόφωνη ποίηση του καθημερινού. Αλλά και το αίσθημα της καθημερινότητας, τι άλλο είναι γι’ αυτόν παρά μια άλλη όψη της έννοιας Χρόνος; Η φθορά: να το σύμβολο που προβάλλει το Χρόνο μέσα στην καθημερινότητα, την καθημερινότητα μέσα στο Χρόνο. 

Δεν έχουμε όμως να κάνουμε εδώ με την διεξοδική, μικρολόγα, νατουραλιστική καταγραφή περιστατικών της τρεχούμενης ζωής. Πίσω από το περιστατικό, όπως και πίσω από το εξωτερικά ασύνδετο, το αρμονικά μετέωρο, το μουσικά κυματερό του τσεχωφικού διαλόγου, ανακρούεται μια μελωδία ενδόμυχη, που υποβάλλει άλλα από εκείνα που προφέρει. Τα πρόσωπα, διαλεγόμενα, μονολογούν. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι συχνά παράφορα απελπισμένες, είναι ωστόσο σαν δίχως επαφή: σάμπως κάτι το αγεφύρωτο, το αθεράπευτα ερημικό, να τα χωρίζει. Έτσι το καθημερινό, το φαινομενικά ασήμαντο, παίρνει στα χέρια του Τσέχωφ ένα νόημα κρυφό και βαθύ. 

Κι έχουμε την εντύπωση πως ακούμε μέσα μας ένα διάλογο, όχι πια σε έκταση, παρά σε βάθος, που είναι η ίδια η μουσική των ψυχών» 

Άγγελος Τερζάκης (1960)





Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Η Ομπρέλα και η Συνήθεια





Απ' το ημερολόγιο του κούνελου, Τετάρτη κάπου στο πρώτο δεκαήμερο του Απρίλη. Λίγες μέρες πριν το Πάσχα.

Ήταν ένα συννεφιασμένο πρωινό που μόνο άνοιξη δε θύμιζε. Είχα ξεμυτίσει απ' τη φωλιά μου και γύριζα εδώ κι εκεί, όταν παρατήρησα μια γυναίκα που περπατούσε κρατώντας ανοιγμένη πάνω απ' το κεφάλι της μια ομπρέλα. Όλα καλά ως εδώ, θα πει κάποιος. Το περίεργο της ιστορίας είναι όμως πως... δεν έβρεχε. Καθόλου. Εδώ και ώρα.

Η γυναίκα όμως δεν έδειχνε την οποιαδήποτε διάθεση να κλείσει την ομπρέλα. Με είδε να περνώ μπροστά της (χωρίς να κρατώ ομπρέλα ο ίδιος), ενδεχομένως να παρατήρησε πως γύρω της η βροχή είχε κοπάσει εδώ και μισή ώρα τουλάχιστον. Τα πεζοδρόμια ήταν στεγνά, ούτε ψιχάλα στον ουρανό - μα εκείνη κρατούσε σταθερά την ομπρέλα ανοιχτή. Και συνέχισε έτσι τον δρόμο της.

Ποιος ξέρει - ίσως φοβόταν μήπως της πέσει καμιά σταγόνα που ξέμεινε πάνω σε κανένα δέντρο.


***


Μεγάλη η δύναμη της συνήθειας τελικά - μεταξύ μας, αρκετοί το έχουμε πάθει αυτό. Σου έχει μείνει ανοιχτή η ομπρέλα στο χέρι, περπατάς, απορροφημένος στη σκέψη σου, που να καταλάβεις πως γύρω σου δε βρέχει. Αλλά με αφορμή εκείνο το περιστατικό με την ομπρέλα, ας πούμε δυο λόγια περί συνήθειας.

Η Συνήθεια είναι η δίδυμη αδερφή της Επανάληψης. Η μαμά τους λέγεται Σταθερότητα και η γιαγιά τους Ασφάλεια. Είναι μια αξιότιμη οικογένεια παλαιών αρχών.

Όλοι έχουμε τις μικρότερες ή μεγαλύτερες συνήθειές μας. Βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η σταδιακή ενσωμάτωσή τους στην καθημερινότητά μας. Μας παρέχουν μια αίσθηση συνέχειας, συνοχής, ηρεμίας, σιγουριάς. Σταδιακά κάποιες απ' τις συνήθειές αυτές γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητάς μας.

Επαναλαμβάνουμε κάτι όταν το αγαπούμε. Και η επανάληψη συνδέεται με κάποια αίσθηση ψυχολογικής ασφάλειας. Κανένας δεν θα άντεχε να ζει κάθε μέρα ξεχωριστά απ' την προηγούμενη, χωρίς ένα ορισμένο άτυπο "πρόγραμμα", κάποιες σταθερές που επαναλαμβάνονται σε τακτική βάση. Η συνήθεια είναι απαραίτητη για την ψυχική μας ισορροπία.


***


Η Συνήθεια όμως έχει και μια στριμμένη δίδυμη αδερφή. Ονομάζεται Ρουτίνα. Η Ρουτίνα έχει κακές παρέες. Μεταξύ των φίλων της (μια κακόφημη συμμορία που κανείς δεν κάνει κέφι, μα έχουν άφθονες διασυνδέσεις), είναι η Σκουριά, η Μούχλα, η Ανία και η Παθητικότητα.

Και για δες - καθώς η Συνήθεια είναι δίδυμη με τη Ρουτίνα, μερικές φορές κοροϊδεύουν τον κόσμο που επιλέγει να τις φλερτάρει (είναι ελκυστικά κορίτσια, αμφότερα). Δίνεις ραντεβού με τη Συνήθεια, μα καταλήγεις να βγαίνεις με τη Ρουτίνα. Και άντε να βρεις τη διαφορά, έτσι όπως έχεις κολλήσει με την πάρτη της.

Πόσοι άραγε σήμερα διατηρούμε σχέσεις με τη μία και πόσοι με την άλλη; Και αν έχουμε εντάξει τη Ρουτίνα στη ζωή μας, πόσο εύκολο μας είναι να την αποτινάξουμε; Η Ρουτίνα και το κύκλωμά της δρουν υπογείως και εξαπλώνονται σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας – σκοπός της είναι να διατηρήσουν πάση θυσία την υπάρχουσα κοινωνική συνοχή, σκορπώντας υπνόσκονη στα μάτια σου. Η ενεργητική στάση και η αλλαγή συχνά είναι επίφοβη και ανησυχητική – μα αν βαριέσαι, ένα είναι βέβαιο: δεν ανησυχείς. Απλά κοιμάσαι και σκουριάζεις.

Συνέχισε λοιπόν να βαδίζεις με την ομπρέλα ανοιχτή και τα μάτια σου κλειστά. Ποιος ξέρει. Μπορεί να βρέξει πάλι.



***



…Κάπως έτσι λοιπόν είπα να ξεπροβάλλω πάλι απ’ τη φωλιά μου και να μπαρκάρω με το πειρατικό μου στα γνώριμα λημέρια του διαδικτύου. Η Κουνελοχώρα άνοιξε ξανά τις πόρτες στο λαγούμι της. Τον επόμενο καιρό θα μιλήσουμε για λογοτεχνία, θα προσθέσουμε ορισμένες δόσεις ιστορίας της τέχνης, μια τζούρα κινηματογράφου και κάποιες νότες μουσικής εδώ κι εκεί.


Εμπρός για νέες θάλασσες λοιπόν!




You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...