Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

Σιωπηλές Συμφωνίες... Μια Ιστορία του Βωβού Κινηματογράφου, μέρος Ι


©the Lethal Rabbit



Φαντάσου. Είναι Σάββατο βράδυ και έχεις βγει με την παρέα σου για σινεμά. «Τι λες για μια παλιά ταινία;», σε ρωτούν. Αμέ, γιατί όχι, σκέφτεσαι. Καιρός να ξεμουδιάσεις λίγο από την οθόνη του υπολογιστή. Φτάνοντας στον κινηματογράφο παρατηρείς το πόστερ του έργου – η ταινία είναι ασπρόμαυρη και φαίνεται πως αριθμεί κάποιες δεκαετίες. Διαπιστώνεις πως ο κόσμος γύρω σου είναι διαφορετικός από εκείνον που συνήθως βλέπεις στα blockbuster του εμπορικού κέντρου. Λιγότερος αριθμητικά, χωρίς ατελείωτες παρέες εφήβων να ξεπηδούν σαν άγουρα μανιτάρια, περισσότερο εναλλακτικός στα γούστα. Δεν σου κάνει εντύπωση – η πλειοψηφία δεν θα πήγαινε, Σάββατο βράδυ, να δει μια τόσο παλιά ταινία. Αναρωτιέσαι αν άξιζε τον κόπο.

Κάθεσαι στη θέση σου, έτοιμος να δεις περί τίνος πρόκειται. Οι τίτλοι του έργου κάνουν την εμφάνισή τους. Μα – τι είναι αυτό; Οι ηθοποιοί μιλούν χωρίς να βγαίνει ήχος απ’ το στόμα τους. Επεξηγηματικές καρτέλες με διαλόγους εμφανίζονται ανάμεσα στις σκηνές. Η ταινία αυτή δεν είναι απλά παλιά – είναι παμπάλαια! Πρόκειται για έργο του βωβού κινηματογράφου! Πιθανό να αριθμεί ως και 100 χρόνια ζωής!

Η έκπληξή σου γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν διαπιστώνεις πως ο χώρος γύρω σου αλλάζει – ή μήπως είναι απλά αποκύημα της ταραγμένης φαντασίας σου; Η αίθουσα σταδιακά μεταμορφώνεται – απλώνεται σε έκταση και ύψος, τα τείχη της πλουμίζονται με εντυπωσιακά διακοσμητικά, ενώ θεωρεία ξεπετάγονται εδώ κι εκεί, λες και βρίσκεσαι σε κάποια Όπερα του παλαιού καιρού. Οι θέσεις γεμίζουν ασφυκτικά με κόσμο – άτομα κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης ξάφνου κάθονται ολόγυρά σου, τα βλέμματά τους καρφωμένα στην κεντρική ασπρόμαυρη οθόνη, ρουφώντας το περιεχόμενό της με τα σπινθηροβόλα μάτια τους – μια οθόνη που περιβάλλεται τώρα από δύο πελώριες κουρτίνες. Και δες – ο κόσμος είναι ντυμένος τόσο αλλόκοτα! Οι γυναίκες φορούν κάτι περίεργα ριχτά φορέματα και στρογγυλά καπέλα, ενώ οι άντρες είναι όλοι γραβατωμένοι με κουστούμια. Κόσμος που απλώνεται ως εκεί που φτάνει το μάτι σου, εκατοντάδες! Τρίβεις τα μάτια σου, βέβαιος πως ονειρεύεσαι, μα το θέαμα παραμένει ίδιο.

Και η μουσική – ω, η μουσική! Σίγουρα το αποκορύφωμα όλων. Οι ήχοι του έργου δεν βγαίνουν πια από ηχεία – μα από ζωντανή ορχήστρα, που δεσπόζει μπροστά στην κεντρική σκηνή! Ξεχωρίζει το πιάνο, οι λυρικές νότες του οποίου απλώνονται σαν θεσπέσιο άρωμα στο χώρο. Βλέπεις την οθόνη – το φιλμ ξετυλίγεται, η μανιβέλα γυρίζει, οι ηθοποιοί μιλούν, μα ήχοι δεν βγαίνουν απ’ το στόμα τους. Μα τι σημασία έχει πια, όταν ολόκληρη ορχήστρα συνοδεύει κάθε τους στιγμή, όταν πλουμίζει τις αισθήσεις σου με αρχέγονη μαγεία;






Μαγεία. Αυτό είναι. Δεν ξέρεις πως έφτασες εδώ, μα έχεις μαγευτεί. Και το ίδιο συμβαίνει με όλα τα πρόσωπα που παρατηρείς γύρω σου. Ταξιδεύουν σ’ έναν άλλον κόσμο, κυριολεκτικά. Τα μάτια των γυναικών λάμπουν και οι συνοδοί τις κρατούν από το χέρι τους. Ο κινηματογράφος γι’ αυτούς δεν είναι απλά μορφή ψυχαγωγίας – μα πύλη σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, απόδειξη πως τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν – έστω για λίγο, όσο κρατά η διάρκεια μιας ταινίας.

Ξεκίνησες απλά για να δεις ένα παλιό έργο. Και δες – βρέθηκες σε μια άλλη εποχή. Στα χρόνια τα παλιά. Τότε που ο κινηματογράφος συμβόλιζε την αρχέγονη μαγεία, όπως ζωντάνευε επί της οθόνης. Τότε που η ζωντανή μουσική, η παντομίμα και το θέατρο συνόδευαν τις εξορμήσεις του. Τότε που πειραματιζόταν ενθουσιασμένος, όπως ένα μικρό παιδί όταν ανακαλύπτει πρώτη φορά τον κόσμο.

Βρίσκεσαι στον κόσμο του Βωβού Κινηματογράφου. Το πρώιμου σινεμά – εκείνου από το οποίο ξεκίνησαν όλα.

Και στην ιστορία αυτού του σινεμά θα εξορμήσουμε. Στα άδυτα των Φιλμ, εξερευνώντας όλες τις σημαντικές πτυχές των πρώτων 30 χρόνων τους. Θα μιλήσουμε για 50 από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου, μα ταυτόχρονα θα ιχνηλατήσουμε την πορεία του – από τις απαρχές ως τα χρόνια που η εμφάνιση της ομιλίας έριξε την αυλαία στον παλαιό κόσμο – και ένας νέος κόσμος πια ανέτειλε, μια άλλη εποχή.

Πιάστε λοιπόν μια θέση. Αφήστε τις νότες του πιάνου να σας κατακλύσουν. Και απολαύστε το ταξίδι.






Κινηματογράφος – Οι Απαρχές



Η επιθυμία του ανθρώπου να μιλήσει με εικόνες είναι παλιά όσο ο άνθρωπος ο ίδιος, φτάνοντας ως τα χρόνια της Παλαιολιθικής εποχής. Η ιστορία της Τέχνης, στο σύνολό της, συνιστά έκφραση της επιθυμίας του αυτής και παράλληλα φανερώνει τους θαυμαστούς τρόπους με τους οποίους μεταμορφώνονταν κάθε φορά τα εκφραστικά μέσα, ανάλογα με την εποχή και την εξέλιξη της τεχνολογίας. Φτάνοντας πια στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ τα αστικά κέντρα ολοένα και μεγάλωναν κι ενώ ο θαυμαστός ηλεκτρισμός είχε πια κάνει τη νύχτα μέρα, η βιομηχανία και η τέχνη ενώθηκαν για να δημιουργήσουν ένα νέο μέσο έκφρασης – ένα μέσο που αφενός άνοιγε καινούργιους δημιουργικούς δρόμους στους πρωτοπόρους καλλιτέχνες των καιρών, μα παράλληλα συνιστούσε (ενδεχομένως) μια επικερδή επένδυση για τους παραγωγούς.

Τα πειράματα με τις κινούμενες εικόνες αριθμούσαν αρκετά χρόνια πίσω, μα ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα όταν οι Γάλλοι αδερφοί Λυμιέρ κατόρθωσαν να φυσήξουν πνοή στο θαυμαστό νέο επίτευγμα του ζωντανού – επί της οθόνης – φιλμ. Ήταν συγκεκριμένα το έτος 1985 όταν ο Λουί και ο Ωγκίστ Λυμιέρ (Lumière Brothers) παρέδωσαν στον απορημένο κόσμο τη νεότερη εφεύρεσή τους: το Cinématographe, όπως το αποκαλούσαν. Επρόκειτο για μια φορητή μηχανή, ικανή να τραβάει και να αποτυπώνει εικόνες σε ταινία, την οποία με τη σειρά της μπορούσε να την προβάλλει επί μιας οθόνης. Και να που οι εικόνες πια ζωντάνευαν!

Οι αδερφοί Λιμιέρ δεν ήταν υπήρξαν αποκλειστικοί πρωτοπόροι. Ήδη ο Τόμας Έντισον στις ΗΠΑ (γνωστός για τις μισές εφευρέσεις της ανθρωπότητας – με κάποια δόση υπερβολής!), λίγα χρόνια πριν, είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο μηχάνημα, με το χαρακτηριστικό όνομα Kinetograph – μα του Έντισον ήταν δύσχρηστο, ενώ των αδερφών Λυμιέρ εύκολο στη χρήση και φορητό. Γαλλία-ΗΠΑ, σημειώσατε Ένα και οι Γάλλοι έμελλε να πάρουν τα πρωτεία όσο αφορά την ιστορία του κινηματογράφου – μέχρι που στις ΗΠΑ δημιουργήθηκαν τα μεγάλα βιομηχανικά τραστ και το αμερικανικό Κεφάλαιο επικράτησε – και μαζί του ο κόσμος του αμερικανικού κινηματογράφου. Μα αυτό θα το δούμε στην πορεία. Για την ώρα είχαν πολλούς λόγους να χαμογελούν στην πρωτεύουσα του Φωτός.

Καθώς αφηγούμαστε την ιστορία μας, ας ξεκινήσουμε και τη χρονολογική παρεμβολή των σημαντικότερων ταινιών. Παρατίθεται ο τίτλος του έργου, η χρονολογία, το όνομα της χώρας παραγωγής και το όνομα του σκηνοθέτη.



Οι αδερφοί Λυμιέρ


1 # La Sortie de lUsine («Εργάτες Αποχωρούν Από Το Εργοστάσιο», Γαλλία, 1895)
Σκηνοθεσία: Louis Lumiere



Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησαν όλα. Το μικροσκοπικό αυτό φιλμ, συνολικής διάρκειας περίπου ενός λεπτού, συνιστά επισήμως το πρώτο έργο στην ιστορία του κινηματογράφου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μέρος μιας σειράς από φιλμάκια που γύρισε ο δημιουργός του, Λουί Λυμιέρ, προκειμένου να επιδείξει στους θεατές τις δυνατότητες της νεότερης εφεύρεσής του – του Cinématographe.

Στη διάρκεια του φιλμ παρατηρούμε ένα πλήθος από εργάτες (άντρες και γυναίκες) την ώρα του σχολάσματός τους από το εργοστάσιο – εργοστάσιο φωτογραφίας που ανήκε στον δημιουργό του έργου, Λουί Λυμιέρ. Ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα (όχι τα ρούχα εργασίας), αποχωρούν χαμογελώντας, έτοιμοι να υποδεχτούν τις απογευματινές ελεύθερές τους ώρες, περνώντας μπροστά από την κάμερα που κατέγραφε την αποχώρησή τους. Να ήξεραν άραγε πως συνιστούν μέρος του πρώτου κινηματογραφικού φιλμ; Πως συνιστούν μέρος ενός ιστορικού ρεύματος, που μόλις τότε είχε γεννηθεί; Ίσως τα χαμογελαστά τους πρόσωπα να μαρτυρούν αυτό ακριβώς – «ναι, γνωρίζουμε», είναι σα να σου λένε. «Και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό».



Εργάτες Αποχωρούν Από Το Εργοστάσιο


Η Πρώτη Κωμωδία. Το Πρώτο Φιλί



Η αρχή είχε γίνει. Και το ρεύμα πίσω δεν γυρίζει – μόνο τρέχει ασταμάτητο μπροστά. Ως το 1898 οι αδερφοί Λυμιέρ είχαν στο ενεργητικό τους περίπου 1000 ταινίες! Όλες μικρής διάρκειας, όλες απεικονίζοντας σύντομα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Μεταξύ άλλων ξεχωρίζει η πρώτη ίσως κωμωδία Σλάπστικ (Slapstick comedy), με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Ποτιστής Που Ποτίστηκε». Ουσιαστικά επρόκειτο απλά για την απεικόνιση ενός ποτιστή που αδυνατούσε να ποτίσει τον κήπο του, επειδή ένα παιδαρέλι στα κρυφά είχε πατήσει πάνω στο λάστιχό του. Πλησιάζει τότε ο ποτιστής να δει τι συμβαίνει, το παιδί αφήνει το πόδι απ’ το λάστιχο, το νερό εκσφενδονίζεται απότομα και ο ποτιστής καταβρέχεται. Και αυτό ήταν όλο – η πρώτη κωμωδία.

Με τον όρο “Slapstick” κατηγοριοποιούνται πλήθος κωμωδίες του παλιού καιρού. Φαρσοκωμωδίες, ουσιαστικά, με ρίζες στο αποκαλούμενο Μπουρλέσκ (Burlesque), δίνοντας έμφαση στα παθήματα του πρωταγωνιστή και προκαλώντας το γέλιο μέσα από τις κινήσεις και τις γκάφες του. Μα αν στο έργο των αδερφών Λυμιέρ η ατυχής κατάσταση του κεντρικού χαρακτήρα επέφερε το γέλιο στο κοινό, στις προθέσεις των δημιουργών του δεν ήταν να αφηγηθούν μια ιστορία – απλά να απεικονίσουν μια πραγματικότητα. Ο Λουί Λυμιέρ ήταν πρωτίστως ένας βιομήχανος και εφευρέτης. Δεν ήταν παραμυθάς. Οι εκατοντάδες ταινίες των αδερφών Λυμιέρ απεικόνιζαν όλες σκηνικά της καθημερινής ζωής της εποχής · δεν είχαν ηθοποιούς · δεν είχαν σενάρια. Επρόκειτο ουσιαστικά για μικροσκοπικά ντοκυμανταίρ – παράθυρα στον κόσμο των καιρών τους.

Ο κινηματογράφος ως παράθυρο – αυτή υπήρξε η πρώτη του μορφή. Θα ακολουθούσε ο κινηματογράφος ως αφήγημα.

Και δες – με τι θαυμασμό συνέρεε ο κόσμος για να δει από το παράθυρο αυτό! Κινούμενες εικόνες. Ζωντανές εικόνες. Φωτογραφίες εν κινήσει. Όσο δεδομένο μας φαίνεται τώρα αυτό, για τους ανθρώπους του λυκόφωτος του 19ου αιώνα υπήρξε κάτι μοναδικό, κάτι αξιοπερίεργο, κάτι θαυμάσιο. Μα η δύναμη της εικόνας, στην σύγχρονη εποχή του διαδικτύου, παραμένει το ίδιο ισχυρή όπως τότε.



Ο Ποτιστής Που Ποτίστηκε


2 # The Kiss («Το Φιλί», ΗΠΑ, 1896)
Σκηνοθεσία: William Heise (Thomas Edison)



Δεν είχε προλάβει να γεννηθεί ο κινηματογράφος, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εξαγριωμένες αντιδράσεις – και τα πρώτα σκάνδαλα. Το «Φιλί» γυρίστηκε για λογαριασμό της εταιρείας του Τόμας Έντισον και διαφημίστηκε ως εξής: «Προετοιμάζονται να φιληθούν, ξεκινούν να φιλιούνται, και φιλιούνται, και φιλιούνται, και φιλιούνται τόσο, που γκρεμίζουν τα πάντα γύρω τους!». Ήταν ένα από τα πρώτα έργα που προβλήθηκαν σε μαζικό κοινό και αντίστοιχα, ένα από τα πρώτα που διαφημίστηκαν. Μα το σκάνδαλο που προκάλεσε υπερέβαινε την πενιχρή διάρκεια του φιλμ – μόλις 18 δευτερόλεπτα!

Και τι απεικόνιζε το έργο; Ένα ζευγάρι να φιλιέται. Αυτό ήταν όλο.

«Το θέαμα του μακροσκελούς θωπεύματος των χειλιών, μεγεθυμένο σε υπέρογκες διαστάσεις και επαναλαμβανόμενο τρεις φορές, είναι απολύτως αηδιαστικό!», είχε γράψει ένας εξαγριωμένος κριτικός της εποχής! Καλά καλά δεν γεννήθηκε ο κινηματογράφος, κατέφτασαν και οι κριτικοί. Και μαζί τους όλη η πουριτανική κοινωνία εξέφραζε την αηδία της, απαιτώντας να λογοκριθεί το φιλμ (πως γίνεται να λογοκριθεί ένα έργο 18 δευτερολέπτων, με μια και μοναδική σκηνή; - πολύ απλά, δείχνεις μόνο τους τίτλους αρχής και τέλους). Ως και την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων απαίτησαν, στα μέρη προβολής του έργου, «δια την αποκατάστασιν της ηρεμίας και της τάξης».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και αποτέλεσε το πιο πετυχημένο φιλμ της εταιρείας του Τόμας Έντισον, για το 1896. Όπου σκάνδαλο και επιτυχία, κι ενώ οι ηθικολόγοι κραύγαζαν για τα ιερά και όσια που απειλούνταν – έναν χρόνο ζωής μαρτυρούσε ο νεογέννητος κινηματογράφος και είχε μπει για τα καλά στο νόημα.

Και όλα αυτά για ένα φιλί. Αναρωτιέμαι πόσο έχουμε αλλάξει, 120 χρόνια μετά, κι ενώ η καταστροφή και η βία συνιστούν καθημερινό θέαμα και θέμα (αφαιρέστε το «α» από το «θέαμα» και μετατρέπεται σε «θέμα») στα δελτία ειδήσεων – όσο ο έρωτας είναι κάτι που συζητιέται στα κρυφά. Η δημόσια απεικόνισή του εξακολουθεί να αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ταμπού.







Ζωρζ Μελιές – Ο πρωτοπόρος της Φαντασίας



Αν ο Ιούλιος Βερν γύριζε ταινίες, πιθανό να είχαν τη μορφή που τους προσέδωσε ο Ζωρζ Μελιές (Georges Méliès). Βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή για την πορεία του νεότοκου, ακόμα, κινηματογράφου. Ως τώρα το σινεμά απεικόνιζε περιστατικά της καθημερινής ζωής – άλλα εύθυμα, άλλα σοβαρά, όλα όμως αυθόρμητα γυρισμένα στο φυσικό τους περιβάλλον. Χρειάστηκε ένας άνθρωπος με ξέχειλη φαντασία και δημιουργικό πνεύμα – ένας αληθινός καλλιτέχνης – για να μεταπηδήσει ο κινηματογράφος στο επόμενο στάδιο: εκείνο της αφήγησης μιας ιστορίας.

Ο Μελιές ήταν ένας ταχυδακτυλουργός. Ένας μάγος, που αγαπούσε τα παιχνίδια και τα τρικ. Σύντομα διαπίστωσε πως η νέα κινηματογραφική τεχνική του παρείχε άφθονες δυνατότητες για φοβερά και φανταχτερά κόλπα – μπορούσε να χειριστεί την κινούμενη εικόνα, ώστε να παράγει αποτελέσματα που θα άφηναν άφωνο το κοινό του. Τα αυθόρμητα εξωτερικά γυρίσματα και ο ρεαλισμός των προκατόχων του αντικαταστάθηκαν από εσωτερικά γυρίσματα, περίτεχνα κατασκευασμένα πλάνα και ηθοποιούς. Ο Μελιές γύρισε συνολικά πάνω από 500 μικροσκοπικά έργα, χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η φανταστική τους διάσταση, καθώς και τα άφθονα οπτικά τους τρικ – με άλλα λόγια, ο Μελιές δεν υπήρξε μόνο ο πατέρας της κινηματογραφικής μυθοπλασίας, μα και ο πατέρας των εφέ.

Ανάμεσα στο πλήθος των έργων του, ένα ήταν εκείνο που θα άφηνε ιστορία και θα καταλάμβανε επάξια μια θέση στα σημαντικότερα φιλμ όλων των εποχών.






3 # Le voyage dans la lune («Ταξίδι στη Σελήνη», Γαλλία, 1902)
Σκηνοθεσία: Georges Méliès



Εκεί που ο μύθος χάνεται στα βάθη του χρόνου, ξεπροβάλλει η εικόνα της χαμογελαστής σελήνης. Εκεί που η φαντασία ασπάστηκε για πρώτη φορά τον κόσμο του κινηματογράφου, έκανε την εμφάνισή του ο Ζωρζ Μελιές. Το «Ταξίδι στη Σελήνη» είναι η γνωστότερη ταινία του και προάγγελος όλων των έργων Επιστημονικής Φαντασίας. Ήταν επίσης η πρώτη ταινία που κατέστησε φανερή στον κόσμο τη δύναμη της κινούμενης εικόνας, ικανή να πλάθει περιβάλλοντα εξωπραγματικά και μαγικά – τη δύναμη του κινηματογράφου ως μέσο για ταξίδια, ένα ιπτάμενο χαλί πάνω στο οποίο επιβαίνεις και μεταφέρεσαι σε κόσμους που ζωντανεύουν μπρος στα μάτια σου.

Επηρεασμένος από τον Ιούλιο Βερν και το βιβλίο του «Από Τη Γη Στη Σελήνη», μα και από τον Χ. Τζ. Γουέλς και τους «Πρώτους Ανθρώπους Στο Φεγγάρι», ο Μελιές εμπνεύστηκε το κινηματογραφικό ταξίδι του στη Σελήνη. Η ταινία διαρκεί 14 λεπτά – κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – και συνιστά, κυριολεκτικά, μια υπερπαραγωγή για την εποχή της. Μα εδώ δεν υπάρχει κάποια μεγάλη εταιρεία ή κάποιος εύπορος βιομήχανος να επενδύει κεφάλαια – τα πάντα ήταν αποκύημα της δουλειάς και της φαντασίας του Μελιές, όντας ο ίδιος δημιουργός, σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός των έργων του. Ήταν επίσης εκείνος που εμπνεύστηκε τα περίτεχνα σκηνικά του έργου, ζωγράφισε τα εξωγήινα τοπία του, όρισε την ενδυματολογία των χαρακτήρων του και κατασκεύασε τα οπτικά τρικ που το χαρακτηρίζουν. Επρόκειτο για κάτι εντελώς καινούργιο: ο κινηματογράφος ξεπρόβαλε πια ως είδος τέχνης.

Ασφαλώς η πιο ξακουστή σκηνή του φιλμ είναι εκείνη που το σκάφος, σε σχήμα σφαίρας, καρφώνεται στο μάτι του Φεγγαριού με το ανθρώπινο πρόσωπο. Η εικόνα από μόνη της συνιστά έμβλημα μιας εποχής ολόκληρης, παραπέμποντας στα θαυμαστά χρόνια της παρισινής Μπελ Επόκ και του Cine-Fantasiste – του νεότερου επιτεύγματός της. Τότε που τα πάντα έμοιαζαν δυνατά και το μοναδικό σύνορο έμοιαζε να είναι η φαντασία των ανθρώπων.







Πέραν των πρωτοποριακών οπτικών εφέ, ο Μελιές εγκαινίασε τη μυθιστορηματική αφήγηση, την ιδέα της κινηματογραφικής πλοκής, το Stop-Motion, την αργή κίνηση, τα Fade-In, τα Fade-Out. Ασφαλώς έμελλαν πολλά να γίνουν ακόμα – καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου η κάμερα παραμένει στατική, καθώς η ιδέα της εναλλαγής κοντινών και μακρινών πλάνων δεν είχε καθιερωθεί ακόμα, ενώ η κινηση της κάμερας (travelling) βρισκόταν σε ακατέργαστο στάδιο. Μα η αρχή είχε γίνει. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ο Κινηματογράφος, όπως τον γνωρίζουμε, ξεκίνησε ουσιαστικά τότε – το 1902, με το «Ταξίδι στη Σελήνη» του Μελιές.

Δυο δεκαετίες μετά, κι ενώ ο κινηματογράφος είχε πια μετατραπεί σε μεγάλη Βιομηχανία του Θεάματος, ο κόσμος θα ανακάλυπτε τον Μελιές, ηλικιωμένο, μόνο και ξεχασμένο απ’ τους πάντες, να πουλάει παιχνίδια δικής του κατασκευής σε ένα μικροσκοπικό μαγαζάκι κάπου στο Μονπαρνάς. Τα τρικ και τα παιχνίδια ήταν ανέκαθεν ο κόσμος του, βλέπετε. Όχι τα χρήματα, όχι οι επιχειρήσεις – τις οποίες αδυνατούσε, μόνος, να συναγωνιστεί. Παιχνίδι στα χέρια του στάθηκε και ο κινηματογράφος. Ένα τόσο δα παιχνιδάκι, που έλαβε γιγαντιαίες, εξωπραγματικές διαστάσεις με τα χρόνια.

Σε ευχαριστούμε, Ζωρζ Μελιές, για το ιδιαίτερο αυτό παιχνίδι σου, που στα δικά σου πρώτα χέρια έγινε τέχνη. Συμβολίζεις τη δημιουργική, παιχνιδιάρικη φύση του κινηματογράφου. Εκείνη που τοποθετεί τη φαντασία και την προσωπική δημιουργία πάνω από τα κέρδη. Η σελήνη πάντα θα χαμογελά στο άκουσμα του ονόματός σου.



George Melies


Ο Πρώιμος Γαλλικός Κινηματογράφος



Στα πρώτα εκείνα χρόνια η Ευρώπη προπορευόταν της Αμερικής. Ήταν εξάλλου μια περίοδος που η ευρωπαϊκή κουλτούρα διένυε μια εξαιρετικά ακμάζουσα εποχή. Οι τέχνες ανθοβολούσαν και σκορπούσαν ολόγυρά τους αποχρώσεις της πρωτοπορίας και του μοντερνισμού – στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και πλέον – στον κινηματογράφο. Μέχρι να έρθει ο Πόλεμος και να αφήσει την Ευρώπη σε ερείπια – και πρωταγωνιστής να γίνει πια (και μέχρι σήμερα) η Αμερική.

Η Γαλλία ασφαλώς βρισκόταν στο επίκεντρο. Οι αδερφοί Λυμιέρ αποκάλυψαν το νέο μέσο, ο Μελιέ του προσέδωσε την αφηγηματική του ταυτότητα. Σύντομα οι παραγωγοί συνειδητοποίησαν τις επιχειρηματικές δυνατότητες του μέσου. Ιδιαίτερα πετυχημένος ανάμεσά τους στάθηκε ο παραγωγός Σαρλ Πατέ, ο οποίος συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Φερντινάν Ζεκά (Ferdinand Zecca). Σε μια από τις πρώιμες ταινίες του 1901 παρουσιάζεται ο Ζεκά να ίπταται πάνω απ’ το Παρίσι, πάνω σε μια περίτεχνη ιπτάμενη μηχανή. Αντίστοιχα έμελλε να απογειωθεί ο κινηματογράφος τα επόμενα χρόνια.






Τα έργα του Ζεκά σημείωσαν σημαντική επιτυχία και έφτασαν να εξάγονται ως τις ΗΠΑ. Μία από τις σημαντικές καινοτομίες του υπήρξε η αφηγηματική τεχνική του “Cliff-hanger”. Νομίζω όλοι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται. Η συγκεκριμένη τεχνική έμελλε να αναδειχτεί σε Τέχνη από τον σκηνοθέτη Λουί Φεγιάντ (Louis Feuillade) – τον σημαντικότερο Γάλλο σκηνοθέτη των χρόνων πριν τον Πόλεμο. Ήδη στα χρόνια εκείνα τα μικροσκοπικά, ολιγόλεπτα φιλμ του παρελθόντος είχαν αρχίσει να παραχωρούν τη θέση τους σε έργα μεγάλης διάρκειας. Ο Φεγιάντ προχώρησε ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας ουσιαστικά τα πρώτα σήριαλ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι σύγχρονες τηλεοπτικές υπερπαραγωγές (που πλέον φτάνουν ως και να επισκιάζουν τα κινηματογραφικά έργα σε ποιότητα και απήχηση) έχουν τις ρίζες τους στα σήριαλ του Φεγιάντ.

Η πρώτη σειρά που σημείωσε μεγάλη επιτυχία ήταν η απόδοση στην οθόνη των πετυχημένων βιβλίων «Φαντομάς» (Fantomas), τα έτη 1913-14. Δημιούργημα των συγγραφέων Marcel Allain και Pierre Souvestre, η σειρά των «Φαντομάδων» ανήκει στα κλασικότερα αστυνομικά έργα των καιρών της – αποκύημα του ίδιου λογοτεχνικού αέρα που μας έδωσε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες όπως ο Αρσέν Λουπέν, εμβληματικοί μιας ολόκληρης εποχής. Ο Φεγιάντ διασκεύασε το «Φαντομά» για τον κινηματογράφο σε πέντε συνέχειες. Ήταν το πρώτο από τα μεγάλα σήριαλ, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου ήταν τα περίφημα cliff-hanger του: Στο τέλος κάθε επεισοδίου οι ήρωες βρίσκονταν μπλεγμένοι σε μια επικίνδυνη κατάσταση και ο θεατής έπρεπε να περιμένει ως το επόμενο επεισόδιο για να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Η κινηματογραφική διασκευή των «Φαντομάδων» είχε ενθουσιώδεις θαυμαστές, μα και επικριτές, που στέκονταν στην επιφανειακή (σύμφωνα με τη γνώμη τους) προσέγγιση του έργου. Είχαμε ήδη μπει στον κόσμο των συγκρίσεων ανάμεσα στα καλλιτεχνικά μέσα και ο κινηματογράφος από πολύ κόσμο θεωρούνταν μορφή τέχνης κατάλληλη για τις «μάζες», μα ανίκανη να αποδώσει τις λεπτές συγκινήσεις και την ανώτερη αισθητική των υπολοίπων τεχνών.

Ο Φεγιάντ ωστόσο θα επέστρεφε με μια σειρά ακόμα πιο συναρπαστική.



Les Vampires - 1915


4 # Les Vampires («Οι Βρυκόλακες», Γαλλία, 1915)
Σκηνοθεσία: Louis Feuillade


Συνολικής έκτασης 10 επεισοδίων, οι «Βρυκόλακες» έμελλε να αποτελέσουν σειρά σταθμό για τα κινηματογραφικά χρονικά. Ο Φεγιάντ επιστράτευσε με μαεστρία τις τεχνικές που είχε καταστήσει γνωστούς από τους «Φαντομάδες», μα η πλοκή και η εξέλιξη της ιστορίας είχαν ακόμα μεγαλύτερο βάθος. Ουσιαστικά πρόκειται για αστυνομικό θρίλερ, στην παράδοση που έμελλε να ακολουθήσουν (και να απογειώσουν) σκηνοθέτες όπως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Οι «Βρυκόλακες» συνιστούν μια εγκληματική συμμορία, τα ίχνη της οποίας αναζητούν οι πρωταγωνιστές του έργου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αινιγματική και επιβλητική μορφή της Irma Vep (πρόκειται περί αναγραμματισμού της λέξης “vampire”), την οποία και υποδύεται η Γαλλίδα ηθοποιός Musidora. Οι ερμηνείες της Musidora έκλεψαν την παράσταση σε βαθμό τέτοιο, που πλήθος κόσμου έφτασε να θεωρεί αυτήν – μια απ’ τους «κακούς» της ιστορίας – ως την κεντρική φυσιογνωμία της ταινίας. Το γεγονός πως η δική της μορφή άντεξε στο χρόνο, έναν αιώνα μετά, δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Πέραν του αμφιλεγόμενου ηθικού υπόβαθρού της (όπου οι κακοί φτάνουν να κλέβουν την παράσταση), η ταινία ξεχώριζε για την επιβλητική ατμόσφαιρά της. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το διάχυτο εκείνο αίσθημα ανησυχίας, η επικείμενη αίσθηση καταστροφής και κινδύνου, που χαρακτηρίζει τόσα και τόσα θρίλερ, έλκουν την καταγωγή τους από το συγκεκριμένο φιλμ του 1915. Οι σχεδόν άδειοι παρισινοί δρόμοι στα εξωτερικά πλάνα του έργου ενισχύουν το αίσθημα ανησυχίας – ήταν, βλέπετε, 1915, και οι Γάλλοι στην πλειοψηφία τους είχαν φύγει για το Μέτωπο. Άδειοι δρόμοι, σπίτια μισοφωτισμένα, κρυφά περάσματα, δρόμοι με παγίδες – τα πάντα στην ταινία αποπνέουν αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ήταν ο αστικός κόσμος που φοβόταν. Ο κόσμος που είχε φύγει για τον πόλεμο και έβλεπε τις αξίες του να βαδίζουν σε τεντωμένο σκοινί, πάνω από την άβυσσο. Το τρομερό βλέμμα της Musidora – της Βαμπίρ – απομυζούσε το κοινό από την ψευδαίσθηση ασφάλειάς του. Τα Βαμπίρ μπορούν να βρουν και σένα.

Μέχρι που το έργο τελείωνε. Ο θεατής καθόταν ακόμα στη θέση του και ένιωθε χαρούμενος και ασφαλής. Ήταν απλά μια ταινία, τίποτα παραπάνω. Τότε – όπως και τώρα.






ΗΠΑ – Ένα Θέαμα για τις Μάζες



Στα πρώτα πέντε χρόνια του Βωβού Κινηματογράφου, οι ταινίες απευθύνονταν κατά κύριο λόγο στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Ικανές να παρέχουν μια φτηνή μορφή ψυχαγωγίας δίχως λόγια, γίνονταν αμέσως κατανοητές ακόμα και από κόσμο δίχως μόρφωση, ή ακόμα και αναλφάβητους. Από το 1900 και έπειτα όμως η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Τα παλιότερα φιλμ-ντοκυμανταίρ, με τις ανύπαρκτες πλοκές και τις απλοϊκές τους ιστορίες παραχώρησαν τη θέση τους σε έργα-μυθοπλασίες. Ο θεατής έπρεπε να επενδύσει περισσότερο στην ιστορία πλέον και να κατανοήσει τους διαλόγους, όπως παρουσιάζονταν με τη μορφή ενδιάμεσων καρτελών. Ενσωματώνοντας όλο και περισσότερες καινοτόμες τεχνικές, παρουσιαζόμενος ως μια νέα μορφή τέχνης, αποδίδοντας στην οθόνη ξακουστά έργα της λογοτεχνίας, ο κινηματογράφος άρχισε να απευθύνεται περισσότερο στις μεσαίες και αστικές τάξεις.

Τα πρώτα φιλμ στις ΗΠΑ συνιστούσαν μια φτηνή διασκέδαση. Με αντίτιμο ένα νίκελ, τα σινεμά της εποχής ονομάστηκαν Νικελόντεον. Ήταν ο πρώιμος καιρός ακόμα, όταν απευθύνονταν στις εργατικές τάξεις. Στην πορεία όμως οι παραγωγοί και οι βιομήχανοι συνειδητοποίησαν τις εμπορικές προοπτικές που παρείχε το νέο αυτό είδος τέχνης. Άρχισαν λοιπόν να δημιουργούνται οι πρώτες επιχειρηματικές ενώσεις – τα πρώτα Τραστ, οι οποίες θα μετεξελίσσονταν στους κολοσσιαίους κινηματογραφικούς ομίλους που έμελλε να χαράξουν την ιστορία του κινηματογράφου. Ήταν επίσης εκείνα που έγειραν τον πήχη – από τον Παλαιό Κόσμο στο Νέο, από την Ευρώπη στην Αμερική. Ο κινηματογράφος ως τέχνη συγκρούστηκε με τον κινηματογράφο ως εμπόρευμα – το δεύτερο επικράτησε. Ο πρώτος θα ενσωματωνόταν στον δεύτερο και θα ξεκινούσε μια άτυπη μονομαχία μαζί του – η διάρκεια της οποίας συνεχίζεται ως σήμερα.

Ήταν στην Αμερική λοιπόν, εν έτει 1903, όταν δημιουργήθηκε ένα φιλμ που πάντρευε μοναδικά την καλλιτεχνική καινοτομία με την εμπορική απήχηση.






5 # The Great Train Robbery («Η Μεγάλη Ληστεία του Τρένου», ΗΠΑ, 1903)
Σκηνοθεσία: Edwin S. Porter


Σκεφτείτε πόσο εμβρόντητο έμεινε το κοινό, εν έτει 1903, όταν είδαν την φιγούρα ενός ληστή στην οθόνη να στρέφει το βλέμμα του προς το μέρος τους – προς το μέρος των θεατών –, να στρέφει πάνω τους το όπλο του και να πυροβολεί. Αν μάλιστα ακούγονταν ζωντανές εκρήξεις στις αίθουσες της εποχής, την ώρα του πυροβολισμού, δεν αποκλείεται να παρατηρούσαμε τους θεατές να τινάζονται ταραγμένοι απ’ τις θέσεις τους. Ιδού λοιπόν τι μπορούν να επιτύχουν οι ζωντανές, κινούμενες εικόνες! Τώρα πια είχε αρχίσει να φαίνεται η δύναμή τους.

Ο λόγος για την τελευταία, εμβληματική σκηνή της «Μεγάλης Ληστείας του Τρένου». Στα 10 λεπτά που διαρκούσε, θεωρείται πρόδρομος των ταινιών Γουέστερν και συνιστά το πρώτο, ουσιαστικά, καινοτόμο φιλμ του αμερικανικού σινεμά. Ο σκηνοθέτης Έντουιν Πόρτερ υπήρξε παλιότερα χειριστής κάμερας του Τόμας Έντισον – βρισκόταν εκεί απ’ την αρχή. Είχε δει τα πρώτα σκόρπια βήματα του νεογέννητου και τώρα το υποστήριζε στην πρώτη του, θα μπορούσαμε να πούμε, διαδρομή. Η «Μεγαλή Ληστεία του Τρένου», χωρίς να συνιστά καθαρόαιμο γουέστερν, ενσωματώνει διάφορα στοιχεία που έμελλε να το χαρακτηρίσουν σαν είδος: το σκηνικό Άγριας Δύσης ·  οι ληστές ·  τα περίστροφα · η καταδίωξη · και φυσικά το ίδιο το τρένο.

Οι καινοτομίες της ταινίας σε τεχνικό/αφηγηματικό επίπεδο την κατατάσσουν στα σημαντικότερα έργα όλων των εποχών. Υπήρξε το πρώτο αμερικανικό φιλμ με μυθιστορηματική αίσθηση συνέχειας, περνώντας από τη μία σκηνή στην άλλη και πάλι πίσω, δίνοντας την αίσθηση της αλληλουχίας των σκηνών και της παράλληλης δράσης (cross-cutting), όπως επίσης υπήρξε το πιο πετυχημένο έργο των καιρών του – και για μια ολόκληρη δεκαετία. Μεταξύ άλλων περιελάμβανε και έναν από τους πρώτους ηθοποιούς-σταρ, ενώ η τελική σεκάνς με το κοντινό πλάνο του ληστή και τον πυροβολισμό του προς τη μεριά των θεατών, υπήρξε ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε.

Τεχνική καινοτομία, μυθιστορηματική αφήγηση, εντυπωσιασμός. Στοιχεία που έμελλε να χαρακτηρίσουν το αμερικανικό σινεμά στο σύνολό του – μα και το μέλλον του κινηματογράφου.






1910s H γιγάντωση



Βρισκόμαστε πια στο 1910 και σε Αμερική και Ευρώπη υπάρχουν πάνω από 10.000 αίθουσες κινηματογραφικών ταινιών. Η φτηνή μορφή ψυχαγωγίας των πρωταρχικών Νικελόντεον είχε εξελιχθεί σε μια μαζική βιομηχανία, στο πρωταρχικό της ακόμα στάδιο. Ήταν 1909 όταν χτίστηκε στη Νέα Υόρκη το πρώτο μεγάλο «Κινηματογραφικό Παλάτι» - όπως αποκαλούνταν οι πελώριες αίθουσες κινηματογράφου την εποχή εκείνη, που δε στέγαζαν μόνο τις θέσεις και την οθόνη – μα και ειδικούς χώρους για μουσικούς, όργανα, παρουσιαστές και πλήθη κόσμου που εργάζονταν στα πλαίσια της νεότοκης βιομηχανίας – και από την οποία σήμερα εμείς δεν μπορούμε παρά να δούμε το τελικό της αποτέλεσμα: τις βουβές, σιωπηλές ταινίες, λησμονώντας ίσως πως τον καιρό εκείνο μόνο «σιωπηλές» δεν ήταν. Πως θα μπορούσε να είναι σιωπηλό ένα έργο, όταν συνοδεύεται από μια ολόκληρη, ζωντανή ορχήστρα. Όταν χιλιάδες καρδιές πάλλονται στους ρυθμούς του.

Σκεφτείτε λοιπόν τι σήμαινε για έναν πολίτη των καιρών εκείνων να έμπαινε σε μια τέτοια κινηματογραφική αίθουσα – σε ένα από τα «Παλάτια» της σύγχρονης διασκέδασης. Κινούμενη εικόνα και μυθοπλασία και ζωντανή μουσική μαζί. Πώς να μην εξελιχθεί ο κινηματογράφος στο κατεξοχήν μέσο μαζικής απόδρασης από την πραγματικότητα. Έμπαινες απλός πολίτης, με τα προβλήματα και τις ανησυχίες σου, και έβγαινες νιώθοντας πως έχεις ταξιδέψει ως τον Άρη – και πίσω πάλι. Η μαζική κοινωνία του Εικοστού Αιώνα τώρα πια ξεπεταγόταν.

Όσο γιγαντωνόταν το Μέσο, τόσο μεγάλωνε το Μήνυμα. Τα πρωταρχικά φιλμάκια είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε υπέρλαμπρες υπερπαραγωγές. Μιλήσαμε ήδη για τα γαλλικά σήριαλ του Φεγιάντ. Νοτιότερα, η Ιταλία είχε ανακαλύψει ένα δικό της κινηματογραφικό στυλ, ξέχειλο με δράση, σασπένς και εντυπωσιακά σκηνικά – τα εντυπωσιακότερα που είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε. 



Kabiria - 1914


Ο λόγος για τα περίφημα Ρωμαϊκά Έπη – τα πρώτα φιλμ επικού κινηματογράφου, η επίδραση των οποίων έμελλε να διαρκέσει δεκαετίες. Πρώτο όλων ήταν το Quo Vadis?” του Enrico Guazzoni, του 1912. Υπήρξε η πρώτη ταινία στην ιστορία η διάρκεια της οποίας ξεπερνούσε τις δύο ώρες. Αντίστοιχα έπη, όπως το “La Caduta Di Troia” («Η Πτώση Της Τροίας», 1911) και το “Gli Ultimi giorni di Pompeii” («Οι Τελευταίες Μέρες της Πομπηίας», 1913) εμπλούτισαν το μύθο, ενώ η “Kabiria” του Giovanni Pastrone (1914) ήταν το θεαματικότερο όλων. Περιγράφοντας σκηνές από τον Β’ Καρχηδονιακό Πόλεμο, περιλαμβάνοντας φαντασμαγορικά σκηνικά όπως το άγαλμα του αιμοβόρου θεού των Καρχηδονίων, Μολώχ, φτάνοντας ως και να συμπεριλάβει αληθινούς ελέφαντες στα γυρίσματα της διάβασης του Αννίβα από τις Άλπεις… το “Kabiria” παρουσίαζε πρωτόγνωρο θέαμα στα μάτια του μαγνητισμένου κοινού.

Πόσο μικρά φάνταζαν πλέον τα κινηματογραφικά τρικ του καημένου του Μελιές, μπροστά στις τεράστιες αυτές παραγωγές! Πόσα βήματα είχε κάνει ο κινηματογράφος μέσα σε μια δεκαετία! Δες, το μωρό έμαθε να περπατάει και αμέσως αποφάσισε να πετάξει και να κατακτήσει το διάστημα! Το μοναδικό όριο στις φιλοδοξίες των παραγωγών πλέον ήταν οι τεχνικές δυνατότητες του Μέσου.

Μα ο κινηματογράφος δεν είχε επιδείξει ακόμα τα δυνατά χαρτιά του. Οι ταινίες ήταν πολλές, ο κόσμος περισσότερος – μα η ποιότητα αμφίβολη. Και αν μέχρι το 1914 η Ευρώπη πρωταγωνιστούσε, μετά τον Πόλεμο η Αμερική θα έπαιρνε πια τα ηνία. Ήδη στα χρόνια του πολέμου είχε εμφανιστεί ο σκηνοθέτης εκείνος που θα έκανε τη διαφορά. Ήταν το δυνατό χαρτί που έκρυβε ο πρώιμος κινηματογράφος στο μανίκι του.



Το χαρτί αυτό ονομαζόταν D.W. Griffith



συνεχίζεται...........





Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο






Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».







Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


©the Lethal Rabbit



Κάποτε η Αλίκη ακολούθησε έναν βιαστικό κούνελο σ' ένα απύθμενο τούνελ. Αποζητώντας όμως τη διέξοδο στον κήπο των ονείρων της, δεν πρόσεξε μια πόρτα που οδηγούσε σ' ένα βαθύ λαγούμι. Το συγκεκριμένο λαγούμι έχει το εξής χαρακτηριστικό: ξεχειλίζει βιβλία κάθε μορφής και είδους. Βιβλία προερχόμενα απ' όλες τις εποχές και όλους τους τόπους – κάποια μάλιστα, λένε, από μέρη που δεν γνωρίζουμε καν πως υπάρχουν.

Τα βιβλία βρίσκονται ολόγυρά σου· τα βλέπεις σε ράφια που χάνονται στο σκοτάδι της οροφής – ή μήπως είναι το μαύρο του ουρανού εκείνο που αντικρίζεις; Δεν είσαι βέβαιος. Η αίσθηση του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, φαίνεται να ξεθωριάζει, οι αντιθέσεις της απαλύνονται. Το ίδιο και η αίσθηση του χρόνου. Δεν γνωρίζεις πια αν είσαι εδώ λίγα λεπτά ή ολάκερους μήνες. Ίσως χρόνια, ίσως αιώνες.

Οι βιβλιοθήκες δεν μοιάζουν με καμία που έχεις συναντήσει. Άλλες περιστρέφονται, άλλες τυλίγονται σε σχήμα σπιράλ, άλλες απλώνονται προς ποικίλες κατευθύνσεις. Σπάνε τη σοβαροφάνεια που έχεις συνηθίσει – ίσως ξεχωρίσεις μουσικές νότες να σκορπίζουν απ' τις χαραγματιές του τοίχου. Ίσως είναι πυγολαμπίδες αυτές οι λάμψεις που ξεπηδούν απ' τα βιβλία. Κάποιες βιβλιοθήκες μοιάζουν με τρενάκι ρόλερ κόστερ.

Λένε πως το μέρος αυτό δημιουργήθηκε πριν πολλές χιλιετίες. Όταν ο πρώτος Δικτάτορας, του πρώτου Κράτους, του πρώτου Πολιτισμού, σκέφτηκε πως τα βιβλία αποτελούσαν απειλή για τον ίδιο – μεγαλύτερη από το μεγαλύτερο στρατό. Λένε πως κάποτε το μέρος αυτό αποτελούσε έναν περίλαμπρο ναό, μα τώρα πια χώθηκε κάτω από τη γη, προκειμένου να διαφυλάξει την κληρονομιά του. Μα σάμπως δε μοιάζει με ουρανό εκείνη η οροφή που αντικρίζεις; Και τα απειράριθμα φωτάκια της, θαρρείς λάμψεις κεριών, σάμπως δεν μοιάζουν με αστέρια;

Μα τώρα είσαι εδώ. Το μέρος αυτό σου φαίνεται φιλόξενο - οικείο. Και αυτό συμβαίνει γιατί αγαπάς τα βιβλία. Γιατί η συντροφιά τους απαλύνει τη μοναξιά σου. Γιατί ανήκεις σ' εκείνη τη φευγάτη, πάντα ανήσυχη κατηγορία των βιβλιοφάγων. Και να – εκεί, πέρα, βλέπεις και έναν Κούνελο, σκυμμένο πάνω στο τραπέζι, το φως τρεμοπαίζοντας στη γούνα του, διατεθειμένο να μοιραστεί μαζί σου αποσπάσματα από βιβλία κλασικά και αγαπημένα.

Είναι λες και τραβάς στην τύχη ένα βιβλίο από κάποιο ράφι. Το ανοίγεις και πέφτεις σε κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα. Μα αυτός είναι ο σκοπός αυτής της νέας σειράς αναρτήσεων.


***


Το Λημέρι της Λογοτεχνίας” θα έχει δεκάδες συνέχειες. Σκοπός του είναι να μας δώσει μία γεύση από κλασικά – κατά κύριο λόγο – λογοτεχνικά έργα. Εδώ κι εκεί θα εμπλουτίζω τα κείμενα με ορισμένες αφηγήσεις σχετικές με συγγραφείς, αποσπάσματα από ημερολόγια ή κάποια ιστορικά στοιχεία. Στο επίκεντρο όμως της σειράς βρίσκονται τα αποσπάσματα, που είναι επιλεγμένα προσεκτικά μέσα από τα βιβλία – η επιλογή αποσπασμάτων δεν είναι εύκολο έργο. Στόχος μου η ενθάρρυνση στο ψάξιμο, μα και η άντληση του ιδιαίτερου αρώματος του βιβλίου. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει το βιβλίο προκειμένου να απολαύσει το απόσπασμα.

Θα χωρίζω κάθε παρουσίαση σε μικρές ενότητες, από τις οποίες η καθεμιά είναι αφιερωμένη σε έναν διαφορετικό συγγραφέα/βιβλίο. Σαν σταθμούς σ' ένα ταξίδι. Ή σφήνες από διαφορετικά είδη κρασιού – κάποια εύγεστα, άλλα γλυκόπικρα, άλλα μεθυστικά.

Τώρα λοιπόν που είπαμε τα εισαγωγικά, μπορούμε να ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας. Να ξέρεις, επισκέπτη. Το Λαγούμι αυτό δεν έχει τέλος.



Πλήθος κόσμων





"Χαράζουμε τα όρια της προσωπικότητάς μας πάντοτε πολύ στενά! Υπολογίζουμε στο πρόσωπό μας πάντοτε μόνο αυτό που ξεχωρίσαμε σαν ατομικό, μόνο ότι αναγνωρίζουμε σαν διαφορετικό από τους άλλους. Όμως αποτελούμαστε από την όλη υπόσταση του κόσμου. Ακριβώς όπως ο καθένας μας κουβαλάει μέσα στο κορμί του την εξέλιξη από το ψάρι και πολύ πιο πίσω, έχουμε στην ψυχή μας όλα όσα ποτέ έζησαν σε ανθρώπινες ψυχές. Όλοι οι θεοί και οι διάβολοι που υπήρξαν ποτέ, είτε στους Έλληνες και στους Κινέζους, είτε στους Ζουλού και στους Κάφρους, όλοι τους είναι μέσα μας, είναι παρόντες, σαν δυνατότητες, σαν επιθυμίες, σαν διέξοδοι.

Αν η ανθρωπότητα πέθαινε και δεν έμενε παρά ένα και μόνο μέτριας νοημοσύνης παιδί που δε θα είχε διδαχτεί κανενός είδους μάθημα, αυτό το παιδί θα ξανάβρισκε πάλι όλη την πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσε να δημιουργήσει πάλι θεούς, δαίμονες, παραδείσους, εντολές και απαγορεύσεις, Παλαιές και Καινές διαθήκες, όλα αυτά".

"Καλά", αντέτεινα, "σε τι συνίσταται τότε ακόμα η αξία του ατόμου; Γιατί πασχίζουμε ακόμα αν τα έχουμε ήδη όλα έτοιμα μέσα μας;"

"Aλτ!", φώναξε τότε ο Πιστόριους ζωηρά. "Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο αν κουβαλάτε μέσα σας τον κόσμο και στο αν το ξέρετε επίσης! Ένας παράφρονας μπορεί να εκφράσει σκέψεις που θυμίζουν τον Πλάτωνα και ένα μικρό ευλαβικό παιδί του σχολείου σκέφτεται σ' ένα ινστιτούτο Χερνχούτερ δημιουργικά βαθιές μυθολογικές συναρτήσεις που απαντώνται στους γνωστικιστές ή στον Ζωροάστρη. Αλλά δεν ξέρει τίποτα γι' αυτό! Είναι ένα δέντρο ή μια πέτρα, στην καλύτερη περίπτωση ένα ζώο, για όσον καιρό δεν ξέρει. Ύστερα όμως, όταν υποφώσκει ο πρώτος σπινθήρας αυτής της επίγνωσης, γίνεται άνθρωπος.

Γιατί δε θα θεωρήσετε, βέβαια, ανθρώπους όλα τα δίποδα που κυκλοφορούν στον δρόμο απλώς και μόνο επειδή στέκονται σε όρθια στάση και επειδή κουβαλάνε μέσα τους, επί εννέα μήνες, τα μικρά τους. Βλέπετε, βέβαια, πόσοι πολλοί απ' αυτούς είναι ψάρια ή πρόβατα, σκουλήκια ή βδέλλες, πόσοι πολλοί είναι μυρμήγκια, πόσοι πολλοί είναι μέλισσες! Μέσα στον καθένα τους όμως υπάρχουν οι δυνατότητες να γίνουν άνθρωποι, αλλά αυτές οι δυνατότητες τους ανήκουν μόνο από τη στιγμή που τις διαισθάνονται, μόνο από τη στιγμή μάλιστα που μαθαίνουν να τις συνειδητοποιούν".



Χέρμαν Έσσε. Από το μυθιστόρημα "Ντέμιαν" του 1919. Η μετάφραση είναι της Ε.Χατζηγιάννη.



Ο Κάφκα και τα βιβλία που δαγκώνουν


Kafka by Robert Crumb



"Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Εάν το βιβλίο που διαβάζουμε δε μας ταρακουνάει βίαια, σα γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο να αρχίσουμε να το διαβάζουμε; Για να μας κάνει χαρούμενους; Θεέ και κύριε, θα ήμασταν εξίσου χαρούμενοι και αν δεν είχαμε καθόλου βιβλία - βιβλία που μας κάνουν χαρούμενους θα μπορούσαμε να τα γράψουμε και οι ίδιοι.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας χτυπούν, σα την μεγαλύτερη κακοτυχία (...). Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω."

Από γράμμα του Φραντς Κάφκα σε ένα φίλο του. Το έτος ήταν 1904.



Όταν ο Τζόυς συνάντησε ένα θαυμαστή






Κάποια μέρα, ένας νεαρός φοιτητής τον σταματά στον δρόμο, κάπου στη Ζυρίχη. Ο φοιτητής ανήκε στους ενθουσιώδεις θαυμαστές του. Τον πλησιάζει και του λέει με χαρά:

"Μπορώ να φιλήσω το χέρι που έγραψε τον Οδυσσέα;"

Τότε ο Τζόυς του απαντά:

"Όχι. Το χέρι έχει κάνει και πολλά άλλα πράγματα".


Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.




Φωτιά στο Μπιτ






Ήταν ο συγγραφέας του περίφημου "On The Road" και εισηγητής του όρου "Beat". Η γραφή και το ύφος του θα στέκονταν καθοριστικά για την εναλλακτική γενιά των αμερικανών Beatniks, εκεί στη δεκαετία του 50 - το πρώτο, ουσιαστικά, κίνημα εναλλακτικής κουλτούρας που εξαπλώθηκε στις χώρες της Δύσης του 20ου αιώνα. Το "On The Road" γράφτηκε εξ' ολοκλήρου στον δρόμο, όπως λέει και το όνομα του, οδηγώντας μεταξύ Αμερικής και Μεξικού, διασχίζοντας ερήμους και σκόρπιες πολιτείες...

Και ένα μάλλον κωμικό περιστατικό. Στις αρχές των 50'ς είχε βρει δουλειά ως δασοφύλακας στην πολιτεία της Ουάσινγκτον. Λίγοι μόλις μήνες πέρασαν και απολύθηκε. Τι είχε συμβεί; Ένα βράδυ ο διευθυντής της δασικής υπηρεσίας τον βρήκε να κοιμάται του καλού καιρού στο φυλάκιο. Αυτό ενώ η πυρκαγιά μαινόταν λίγα μόλις βήματα πιο πέρα.


Ο λόγος για τον Τζακ Κέρουακ.



Ένα διάλειμμα για κρασάκι






Πάμε πίσω μερικούς αιώνες. Ήταν 1670, όταν ο Μολιέρος παρουσίασε για πρώτη φορά στην αυλή του Λουδοβίκου του 14ου της Γαλλίας το θεατρικό “Ο Αρχοντοχωριάτης”... Το απόσπασμα που ακολουθεί συνιστά μια ωδή στην κρασοκατάνυξη. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί και χθες.


ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Φύλλις, πιές μια γουλιά,
ν' αρχίσει ο χορός
Αχ, πόσο όμορφη μοιάζει μες
στα χέρια σου, μια κούπα με κρασί!
Αυτά τα δύο, το κρασί
κι η ομορφιά σου,
μες στην καρδιά μου
άναψαν φωτιά.
Μπροστά στο πιόμα, εμείς οι δυο,
καρδιά μου,
πως θ' αγαπούμε ο ένας τον άλλο,
ας ορκιστούμε αιώνια.

Σαν στάζει αυτό στα χείλη σου,
ακόμη πιο πολύ τα νοστιμεύει
και πώς το στόμα σου γίνεται
ακόμη πιο γλυκό!
Αυτό ή το άλλο μου ανοίγει
την όρεξη ακόμη πιο πολύ.
Πίνω κρασί, εσένα φιλώ και
περισσότερο μεθώ.
Μπροστά σε κείνο, αγάπη μου,
πως θ' αγαπάμε ο ένας τον άλλο
ας ορκιστούμε αιώνια.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Εμπρός, φίλοι, να πιούμε,
αυτόν τον χρόνο τον καλό,
χαρείτε να χαρούμε,
όσο έχουμε καιρό.
Στη σκοτεινιά του Άδη
σαν βρεθούμε,
θα χάσουμε για πάντα αγάπες
και κρασί.
Εμπρός λοιπόν, να πιούμε,
όσο κρατάει η ανάσα μας αυτή.

Παράλογος είναι όποιος ποθεί
ν' αναζητά αλλού χαρά!
Εμείς πως σ' ένα βαρέλι μέσα
νομίζουμε πως ολόκληρη χωρά.
Φήμη, μόρφωση και πλούτη
τις στενοχώριες της ζωής δεν
καταφέρνουν να σκορπούν.
Μονάχα μέσα στο ποτήρι τούτο
οι έγνοιες σκορπούν.

Εμπρός, λοιπόν, παιδιά, τον κόσμο
όλο κερνάτε με κρασί!
φέρνετε αδιάκοπα κούπες
κερνάτε εδώ γραμμή.



Σαλπάροντας στο Υπερωκεάνειο του έρωτα





Ο λόγος για ένα καράβι του οποίου πολύ θα θέλαμε να είμαστε επιβάτες. Έχοντας μάλιστα απολαύσει το κρασί που μας κέρασε ο Μολιέρος, τι καλύτερο από το να απολαμβάναμε τις θεσπέσιες ηδονές που περιέγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος.



"Ενώ ο Ρώσσος ωμιλούσε ακόμη, ο Άγγλος εκοίταζε το μέγα υπερωκεάνειον, όπως κοιτάζει κανείς έναν φίλον με τον οποίον συνεννοείται απολύτως. Τα μάτια του έλαμπαν πολύ και το όλον ύφος του έδειχνε έξαρσιν μεγάλην. Έπειτα κατευθύνων το βλέμμα του, οτέ μεν προς τον ηδονιζόμενον ναυτικόν και την μικράν Ελληνίδα, οτέ δε προς τον Ρώσσον, ο Άγγλος είπε:

"Nαι, φίλε μου, διότι για μένα, ο έρωτας με όλα του τα φαινόμενα, και όχι ως μία έννοια ανεδαφικώς τυποποιημένη από την ηθική, ο έρωτας λοιπόν εν τη πληρότητί του, ο έρωτας ο αληθινός, ο έρωτας ο βιολογικός και πάσα ωστική φορά η δύναμις είναι εν και το αυτό - δηλαδή ενέργεια ερωτική και ηδονική του σώματος και της ψυχής, τουτέστιν η πλήρης, ενιαία και αδιαίρετη ουσία, όχι μόνο του ατόμου, αλλά και της καθολικής υπάρξεως του κόσμου. Η ζωή, για μένα Σέργιε, είναι ο Έρως, αλλά ο Έρως πλήρης, με όλα του τα φαινόμενα αλληλένδετα, συνυφασμένα και συγκροτούντα την ολοκληρωτικήν υπόστασιν και μορφήν του. 

Ενώ εσύ, φίλε μου, βλέπεις με άγχος τα επι μέρους, στοιχεία και ζητήματα ενός πλήρους και ακεραίου συνόλου, εν ω επιτυγχάνομεν ή αποτυγχάνομεν, αναλόγως με τον βαθμό εις τον οποίον δεχόμεθα ή δε δεχόμεθα το σύνολον τούτο, και το άγχος σου αυτό, αγαπητέ μου, που δεν διαφέρει καθόλου από τον φόβο της κολάσεως των χριστιανών, σε εμποδίζει, Σέργιε, να δης τον έρωτα στα μάτια, δηλαδή να δης τη ζωή εν τη υπερόχω και συμπαγεί, άνευ Καλού ή Κακού ακεραιότητί της, όταν, εν θριάμβω, μέσα από τους έρωτας και μέσα από τας μάχας, εν ηδονή και εν δυνάμει ολοκληρούμεθα."

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα του Ρώσσου συζητητού, επί τω ακούσματι των τελευταίων λέξεων του Αγγλοσάξονος φίλου του. Διά μίαν στιγμήν του εφάνη ότι, εκεί, δίπλα του, και επί της αναπεπταμένης προκυμαίας, εν τω μέσω του βοώντος πλήθους, που απεθαύμαζε τον "Μέγαν Ανατολικόν", του εφάνη ότι ίστατο υπό τα ενδύματα ενός ανδρός του 19ου αιώνος, ουχί ο Άγγλος φίλος του, αλλά, ως παρουσία ενός θεού ενσαρκωμένου, του εφάνη ότι ίστατο εκεί, μέσα εις την δόξαν του εκθαμβωτικού εαρινού ηλίου, στιλπνός και παντοδύναμος ο Παν".


Από το πρώτο κεφάλαιο του “Μεγάλου Ανατολικού”.


συνεχίζεται....







You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...