Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #3: Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες





Το φως της μέρας φεύγει· η σκόνη της καθημερινότητας μαζί της· και τα φώτα στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανάβουν για άλλη μια φορά. Μικρά, θερμά φώτα που τρεμοπαίζουν παιχνιδιάρικα, τέτοια που αποκαλύπτουν πάντα λιγότερα από εκείνα που φαντάζεσαι – γιατί στον κόσμο του βιβλίου η φαντασία είναι σημαντικότερη από την άμεση αίσθηση. Και αν η φαντασία απουσιάζει από μεγάλη μερίδα κόσμου, να ξέρεις πως δεν είναι τυχαίο – λίγοι απ’ αυτούς επισκέπτονται, μεμονωμένα έστω, τον κόσμο του βιβλίου.

Το Λαγούμι ξεδιπλώνει τις σπείρες με τα ράφια του μπροστά σου – κάθε βιβλιοθήκη και μια άλλη κατεύθυνση, ένας διαφορετικός προορισμός. Από τον αρχέγονο Κήπο της Εδέμ στα Τάρταρα, από το ουτοπικό Ελ Ντοράντο στη δυστοπία του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου, από τα πέρατα της γης στα πέρατα της ανθρώπινης ψυχής  - κάποιες φορές είναι εξίσου μεγάλες οι αποστάσεις, μα και το ίδιο κοντινές. Θα συναντήσεις βιβλιοθήκες κάθε είδους. Άλλες είναι ευθείες, όπως ευθεία και άμεσα είναι τα βιβλία που περιέχουν. Άλλες θα τις δεις με κλίση, καθώς περιλαμβάνουν βιβλία που μιλούν με πλάγιο τρόπο για πράγματα και καταστάσεις. Κάποιες είναι σε σπιράλ: οι μισές έχουν ανηφορική κατεύθυνση και τα βιβλία τους είναι μια μικρή ανηφόρα από μόνα τους – θέλουν προσοχή και κόπο, μα στο τέλος βγαίνεις δυνατότερος. Άλλες έχουν κατηφορική κλίση και η ανάγνωση των βιβλίων τους σε παρασύρει και σε ξεκουράζει – μόνο που είναι ευκολότερο να πέσεις. Εν τέλει κατήφορος και ανήφορος είναι ο ίδιος δρόμος, όπως έλεγε εκείνος ο σοφός (θα βρεις βιβλίο δικό του στο Ράφι υπ’ αριθμόν 3244, παράρτημα 6).

Δεν ξέρω ποιος είναι ο δρόμος ο δικός σου, φίλε αναγνώστη. Στον κόσμο του βιβλίου κανένας δρόμος ποτέ δεν είναι ίδιος. Μπορώ όμως να σου παρέχω κάποιους μικρούς ταξιδιωτικούς προορισμούς – βιβλία για να αράξεις τα πανιά σου... και βιβλία για να ξεχυθείς στο πέλαγο. Η τελική επιλογή είναι δική σου.



H σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού






«Γύρισε να κοιτάξει και είδε μέσα στο σκοτάδι δυο μαύρες φιγούρες, σκεπασμένες με δυο τσουβάλια από κάρβουνα, που χοροπηδούσαν πίσω του στη μύτη των ποδιών τους, σαν δυο φαντάσματα [...]. Ύστερα δοκίμασε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε όμως προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα, όταν ένιωσε να τον αρπάζουν από τα χέρια και άκουσε δύο φριχτές, βραχνές φωνές, να του λένε: "Ή τη τσάντα σου, ή τη ζωή σου!" [...]

Τότε ο πιο κοντός δολοφόνος, αφού έβγαλε ένα μαχαίρι, προσπάθησε να το βάλει ανάμεσα στα χείλη του... Αυτός όμως, γρήγορος σαν αστραπή, του δάγκωσε αμέσως το χέρι και αφού του το έκοψε με τα δόντια, το έφτυσε. Και φανταστείτε την έκπληξη του όταν, αντί για χέρι κατάλαβε πως είχε φτύσει ένα γατίσιο πoδάρι [...].

Παίρνοντας θάρρος από την πρώτη αυτή νίκη, λευτερώθηκε βάζοντας όλη του τη δύναμη, από τα νύχια των δολοφόνων, και πηδώντας τον φράχτη του δρόμου, το βαλε στα πόδια μέσα στα χωράφια [...]. Ύστερα από ένα απελπισμένο τρέξιμο που κράτησε σχεδόν δύο ώρες, έφτασε τέλος λαχανιασμένος μπροστά στο σπίτι και χτύπησε.

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Ξαναχτύπησε ακόμα πιο δυνατά, γιατί άκουγε να πλησιάζουν τα βήματα και η βαθιά και πνιγμένη ανάσα των δύο που τον κυνηγούσαν. [...] Τότε βγήκε στο παράθυρο ένα όμορφο κοριτσάκι με γαλάζια μαλλιά και ένα πρόσωπο άσπρο, σαν κέρινη κούκλα, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το κοριτσάκι, δίχως διόλου να σαλέψουν τα χείλη του, είπε με μια φωνούλα που έμοιαζε να' ρχεται απ' τον άλλο κόσμο:

- Σ' αυτό το σπίτι δεν υπάρχει κανείς. Όλοι είναι πεθαμένοι.

- Άνοιξε μου τουλάχιστον εσύ! φώναξε, κλαίγοντας και παρακαλώντας.

- Και εγώ πεθαμένη είμαι.

- Πεθαμένη; Και τότε τι κάνεις εκεί στο παράθυρο;

- Περιμένω το φέρετρο που θα' ρθει να με πάρει.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια το κοριτσάκι χάθηκε και το παράθυρο ξανάκλεισε χωρίς κανένα θόρυβο».


***


Κι όμως, το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο βιβλίο τρόμου, αλλά από τον "Πινόκιο" του Κάρλο Κολόντι. Έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1881.

Γιατί στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία του παλιού καιρού υπήρχαν πολύ περισσότερες σκοτεινές στιγμές από όσες τελικά άφησαν να φανούν οι καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες διασκευές τους του 20ου αιώνα. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε, μελλοντικά.



Μια εξομολόγηση του Διαβόλου






«Είμαι άνθρωπος συκοφαντημένος. Να, εσύ μου κοπανάς κάθε λεπτό πως είμαι βλάκας. Πως φαίνεται πως είσαι νέος. Φίλε μου, το μυαλό δεν είναι το παν! Είμαι από του φυσικού μου καλόκαρδος και χαρούμενος [...], κι όμως η τύχη μου είναι πολύ πιο σοβαρή. Από κάποιον προαιώνιο καθορισμό, που δε μπόρεσα ποτέ μου να τον καταλάβω, έχω ταχθεί "ν' αρνιέμαι", τη στιγμή που είμαι ειλικρινά καλόκαρδος και καθόλου ικανός για άρνηση.

Όχι, τράβα ν' αρνιέσαι, χωρίς άρνηση δε μπορεί να υπάρχει κριτική και τι σόι περιοδικό θα βγαίνει αν δεν έχει "στήλη κριτικής"; Χωρίς κριτική θα υπάρχει μονάχα "ωσαννά". Για τη ζωή όμως δεν αρκεί η "ωσαννά", πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας, και ούτω καθεξής, στο ίδιο στυλ. Εδώ που τα λέμε δεν ανακατώνομαι, δεν είμαι εγώ ο δημιουργός, δεν είμαι εγώ ο υπεύθυνος. Βρήκανε, λοιπόν, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, τον βάλανε να γράφει τη στήλη της κριτικής και δημιουργήθηκε η ζωή.

Εμείς την καταλαβαίνουμε αυτήν την κωμωδία. Εγώ, λ.χ., απαιτώ απλά και σκέτα την εκμηδένιση μου. Όχι, μου λένε, πρέπει να ζήσεις, γιατί χωρίς εσένα δε μπορεί να γίνει τίποτα. Αν πήγαιναν όλα καλά στη γη, δε θα συνέβαινε τίποτα. Χωρίς εσένα δε θα υπάρχει κανένα γεγονός, χρειάζεται όμως να γίνονται γεγονότα. Υπηρετώ, λοιπόν, με σφιγμένη την καρδιά, για να συμβαίνουν γεγονότα και φτιάχνοντας παράλογα πράγματα κατ' εντολή. Οι άνθρωποι παίρνουν όλη αυτή την κωμωδία για κάτι σοβαρό, παρά την αναμφισβήτητη νοημοσύνη τους. Αυτή είναι η τραγωδία τους...

Υποφέρουν φυσικά... Ζουν όμως, ζουν πραγματικά κι όχι φανταστικά, γιατί ο πόνος είναι ακριβώς η ζωή. Τι ευχαρίστηση θα υπήρχε χωρίς πόνο. Τα πάντα θα μεταβάλλονταν σε μιαν ατελείωτη δέηση: είναι βέβαια, άγια πράγματα, αλλά κάπως ανιαρά.

Και γω; Υποφέρω, κι όμως, δε ζω. Είμαι το χι σε μιαν ακαθόριστη εξίσωση. Είμαι ένα φάσμα της ζωής που έχει απολέσει όλες τις αρχές κι όλα τα τέλη και που ξέχασε και ο ίδιος τελικά πως να ονομάσει τον εαυτό του...»


***


Λόγια ενός κυρίου, σωστού τζέντλεμαν, ντυμένου σ’ ένα "ντεμοντέ καφέ σακάκι και έχοντας ένα μυτερό γενάκι", που επισκέφτηκε σ’ έναν εφιάλτη τον Ιβάν Καραμάζοφ, κάποιο κρύο βράδυ του χειμώνα... Τον έχουν πει και "διάβολο" – σε μία από τις κλασικότερες εμφανίσεις του στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Από τους "Αδερφούς Καραμάζοφ", του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση Κ. Σίνου.



Η παραδοξότητα του Ωραίου






"Το ωραίο είναι πάντα παράδοξο. Δεν θέλω να πω ότι είναι ηθελημένα, ψυχρά παράδοξο, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση θα ήταν ένα τέρας, που ξεφεύγει από τις γραμμές της ζωής. Λέω ότι περιέχει πάντα λίγη παραδοξότητα, παραδοξότητα απλοϊκή, όχι ηθελημένη, και ότι είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητα που δημιουργεί το Ωραίο".


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Περί της Σύγχρονης Ιδέας της Προόδου στον Χώρο των Καλών Τεχνών" (1868).

Στην εικόνα ο πίνακας του Henry Fuseli "Η Τιτάνια Αγκαλιάζει τον Μπότομ", του 1792-93.



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα






Από το ημερολόγιο του Κάφκα. 15 Αυγούστου του 1913. Το “γράμμα” που αναφέρει αρχικά αφορά τη μνηστή του, Felice Bauer, σχετικά με τον γάμο τους.


«"Αγωνία στο κρεβάτι, καθώς πλησίαζε η αυγή. Η μόνη λύση που έβλεπα ήταν να πηδήξω απ' το παράθυρο. Η μητέρα μου ήρθε στο κρεβάτι μου και ρώτησε αν είχα στείλει το γράμμα και αν αυτό περιείχε το αρχικό μου κείμενο. Απάντησα ότι ήταν το αρχικό κείμενο, με μερικές αλλαγές για να γίνει ακόμη οξύτερο. Είπε πως δε με καταλαβαίνει. Απάντησα ότι σίγουρα δε με καταλαβαίνει, και όχι μόνο σ' αυτό το ζήτημα.

Αργότερα με ρώτησε αν είχα γράψει στο θείο Άλφρεντ. “Δικαιούται ένα γράμμα”, είπε. Ρώτησα γιατί. “Έχει τηλεγραφήσει, έχει γράψει, έχει πάντα στην καρδιά του εσένα και την ευτυχία σου”. “Αυτές είναι τυπικότητες”, είπα, “μου είναι παντελώς ξένος, έχει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για μένα, δεν ξέρει τι επιθυμώ και τι χρειάζομαι, δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του”.

“Δηλαδή κανείς δεν σε καταλαβαίνει εσένα”, είπε η μητέρα μου. “Υποθέτω ότι κι εγώ σου είμαι ξένη, το ίδιο και ο πατέρας σου. Άρα όλοι θέλουμε το κακό σου”.

“Ασφαλώς και δεν θέλετε το κακό μου. Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”».



Νίτσε και ελευθερία






"To πάθος είναι καλύτερο από τη στωικότητα και την υποκρισία. Η ειλικρίνεια, ακόμη και στο κακό, είναι καλύτερη από το να χαίρεσαι μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός ή κακός, αλλά ο ανελεύθερος άνθρωπος είναι όνειδος για τη φύση και δεν έχει μερίδιο σε καμιά ουράνια ή επίγεια παρηγοριά.

Τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του. Η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ σαν θαυμαστό δώρο στα χέρια κανενός".


Φρίντριχ Νίτσε. Από τους "Παράκαιρους Στοχασμούς" (1873-76). Στην εικόνα σχέδιο του Νίτσε από τον Έντβαρτ Μουνκ.




Το παλάτι με τα Ζώα του Λόρδου Βύρωνα






«Στην έπαυλή του, εκτός από τους αμέτρητους υπηρέτες, κατοικούν δέκα άλογα, οκτώ πελώρια σκυλιά, τρεις πίθηκοι, πέντε γάτες, ένας αετός, ένα κοράκι και ένας γύπας, και όλα αυτά τα ζώα, με εξαίρεση τα άλογα, κυκλοφορούν ελεύθερα στο σπίτι, το οποίο όπως φαντάζεσαι αντηχεί από τις παράξενες φωνές τους...

Ωστόσο, αφού είχα σφραγίσει αυτό το γράμμα, διαπίστωσα ότι η καταμέτρηση των ζώων, σ' αυτό το παλάτι της Κίρκης, ήταν λανθασμένη, διότι μόλις διασταυρώθηκα στις σκάλες με πέντε παγώνια, έξι φασιανούς, δύο ινδικά χοιρίδια και έναν αιγυπτιακό γερανό.

Αναρωτιέμαι ποιοί ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προτού μεταμορφωθούν σε αυτά τα αλλόκοτα όντα».


***


Λόγια του ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, περιγράφοντας τη βίλα του φίλου του, λόρδου Βύρωνα, στην οποία και φιλοξενούνταν τον καιρό εκείνο. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.

Ο Σέλλεϋ και ο Μπάιρον ανήκαν στους βασικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος. Και ο Ρομαντισμός είχε ανυψώσει τη Φύση ως το απόλυτο αντικείμενο του δέους και του θαυμασμού του. Μα η "φύση" των ρομαντικών δεν ήταν οι βόλτες στα πάρκα ή στην εξοχή, οι βουτιές στη θάλασσα και μερικές γλάστρες στο μπαλκόνι. Τα ζώα των ρομαντικών δεν ήταν κατοικίδια κλεισμένα σε κλουβιά.

Φύση ήταν το υψηλό, το ανείπωτο, εκείνο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε απόλυτα με λόγια - δε μπορούμε παρά να το ιχνηλατήσουμε, σαν εξερευνητές ή θαλασσοπόροι σε θάλασσες άγριες και αφιλόξενες. Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό. Και ο άνθρωπος, δεν είναι παρά μέρος της, ένα ζώο όπως όλα, κλεισμένο στο κλουβί που ο ίδιος έχτισε, παλεύοντας να απελευθερωθεί.

Στην εικόνα ο πίνακας του ρομαντικού ζωγράφου Edwin Henry Landseer, τιτλοφορούμενος "Ο Isaac van Amburgh και τα Ζώα του", του 1839.



H θάλασσα του Καρκαβίτσα






«Από µικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήµατα µου να ειπείς, στο νερό τα έκαµα. Το πρώτο µου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουµίνια µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και µε την πύρινη φαντασία µου που το έκανε µπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήµουν και γω εκεί µέσα. Μόλις όµως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάµω άλλο µεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιµανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυµπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα µακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύµπι πρώτος - τα λέπια µου έλειπαν.

- Μωρέ, γεια σου, και συ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.

Εγώ καµάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους [...]

Ναι - την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα µακριά, να χάνεται στα ουρανοθέµελα σαν ζαφειρένια πλάκα, στρωτή, βουβή και πάσχιζα να µάθω το µυστικό της. Την έβλεπα, οργισµένη άλλοτε, να δέρνει µε αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια».

Ανδρέας Καρκαβίτσας. Από το διήγημα "Η Θάλασσα", γραμμένο το 1898.

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής νατουραλιστικής σχολής – διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό νιώθεις σχεδόν λες και βρίσκεσαι εκεί. Αισθάνεσαι τον αέρα, νιώθεις την άμμο κάτω απ' τα πόδια σου, ακούς τον παφλασμό του κύματος, ενώ παρατηρείς τις ψαρόβαρκες που φεύγουν.


Συνεχίζεται....


Οι προηγούμενες περιπλανήσεις μας στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας:







12 σχόλια:

  1. Πολύ ωραίο άρθρο, ή μάλλον ξενάγηση! Επισημαίνω ότι ο Μπωντλαίρ φαίνεται να συμφωνεί με το E. A. Poe ως προς την ομορφιά. Επίσης, προτείνω -αν δεν το έχεις διαβάσει- τον "Ζητιάνο" του Καρκαβίτσα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ασφαλώς και έχω διαβάσει τον Ζητιάνο - και τον έχουμε συζητήσει και παλιότερα, αν δεν κάνω λάθος.

      Όσο αφορά τον Μπωντλαίρ και τον Πόε, είναι πολλά τα κοινά ανάμεσά τους - στο θέμα της ομορφιάς βρισκόνται εξάλλου κοντά με τους Ρομαντικούς, σαν τον Ουγκώ - στο προηγούμενο μέρος του "Λαγουμιού", στο ποίημα του Ουγκώ για τις τσουκνίδες και τις αράχνες, φαίνεται αυτό ακριβώς: η ομορφιά του περιθωριακού, η ιδιαιτερότητά του.

      Διαγραφή
    2. Α, ναι. Έχεις δίκιο για τον Ζητιάνο.

      Έχεις δίκιο και για τους Ρομαντικούς φυσικά. Άλλωστε αυτοί ξεκίνησαν και το γοτθικό είδος με έργα όπως το The Castle of Otranto του Horace Walpole και το The Rime of the Ancient Mariner του Samuel Taylor Coleridge. Όμως αναφέρθηκα στον Πόε συγκεκριμένα γιατί ο ίδιος ο Μπωντλαίρ επηρεάστηκε ιδιαίτερα από του έργο και ήταν αυτός που το εισήγαγε στη Γαλλία. Επίσης ο Πόε έχει διατυπώσει περίπου το ίδιο στην Ligeia: "There is no exquisite beauty without some strangeness in the proportion..."

      Διαγραφή
    3. Πολύ εύστοχο το απόσπασμα του Πόε... Και, ναι, οι ρομαντικοί και οι συγγραφείς της γοτθικής λογοτεχνίας, όπως ο Walpole, ή η Μαίρη Σέλλεϋ, βρίσκονται κοντά εδώ. Είναι ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε με τον καιρό.

      Διαγραφή
  2. Σχετικά με την αγριότητα που εμπεριέχουν πολλά παραμύθια, είναι κάτι δεδομένο. Αν διαβάσεις δικά μας λαϊκά παραμύθια παρουσιάζουν αρκετή σκληρότητα και βίαιες σκηνές ανάμεσα στους ήρωες. Είναι τρομακτικά για τα παιδιά, γιατί αρχικά πλάστηκαν μέσα από την φαντασία απλών καθημερινών ανθρώπων, για να τα μοιραστούν μεταξύ τους οι ενήλικες σε στιγμές ξεκούρασης και συντροφιάς. Στη συνέχεια, μη έχοντας επίγνωση της ευαίσθητης παιδικής ψυχής, τα μετέφεραν στα εγγόνια τους συνήθως οι γιαγιάδες και οι παππούδες.
    Θα ήθελα πολύ να γράψεις κάτι για τα παραμύθια και να συζητήσουμε εκεί λεπτομέρειες.

    Από τα υπόλοιπα κρατώ όσα έχουν να πουν κάτι περισσότερο σε μένα αυτή τη στιγμή πάντα, είτε είναι των συγγραφέων είτε δικά σου:
    "Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό."
    Το καλό και το κακό το δημιούργησαν οι άνθρωποι, το ίδιο και τις συμβάσεις, γιατί δεν μπορούν να διαχειριστούν διαφορετικά την ελευθερία, μια κι εκείνη απαιτεί την ωριμότητα, που λίγοι έχουν. Η φύση από την άλλη έχει τους δικούς της νόμους, αλλά αυτό είναι κάτι, που βρίσκεται έξω από εμάς. Είναι η μόνη, που μπορεί να διδάξει στον άνθρωπο ότι ελευθερία χωρίς όρια είναι καταστροφή για τον ίδιο, τους άλλους, καθώς και για εκείνη.

    "όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του"
    Αφού τα παραπάνω έχουν σχέση με την ελευθερία, συνεχίζω με τούτο. Σε κανέναν δεν χαρίζεται τίποτα, πόσο η ελευθερία, η οποία θέλει κόπο, ανοιχτό πνεύμα και εσωτερική ισορροπία, για να κερδηθεί και να διατηρηθεί.

    "Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”"
    Μπορεί ο λαός να λέει ότι το αίμα νερό δεν γίνεται, αλλά ούτε κόλλα UHU... ούτε γνώση ή άλλος δεσμός απαραίτητα μεταξύ των συγγενών. Τόσο κοντά αλλά τόσο ξένοι (σαν το θέμα που έχω επιλέξει αυτές τις μέρες). Στον τόπο αυτό το αίμα είναι αρκετά παρεξηγημένο από πολλούς και παρατραβηγμένο.

    "πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας"
    Αμάσητη τροφή βλάπτει σοβαρά το στομάχι, θα πρόσθετα εδώ σε απλοϊκό ύφος... Μεγάλη κουβέντα πάντως το παραπάνω, καθώς μέσα από αυτή προχώρησε ο κόσμος κι έφτασε σε απίστευτες ομορφιές, φυσικά και απίστευτες τραγικότητες, όμως αυτή είναι η ζωή.

    "Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια»."
    Πώς να μην ονειρεύεσαι το καλοκαίρι, αφού σε έχει πάει ήδη μέσα από την γλαφυρότατη αφήγησή του ο Καρκαβίτσας;
    Πλατσουρίζω ήδη...

    Καλό σου βράδυ με όμορφα ταξίδια φαντασίας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Πολύ καλές επιλογές τα αποσπάσματα που ξεχώρισες, Γλαύκη. Και τα σχόλιά σου εύστοχα - δεν χρειάζεται να συμπληρώσω κάτι. Θα μπορούσε, για κάθε απόσπασμα ξεχωριστό, να γίνει μια καινούργια ανάρτηση, σε συνδυασμό με τα σχόλια.

      Καλό σου βράδυ!

      Διαγραφή
  3. Καλησπέρα "Κούνελε". Ακόμα ένα μεγάλο θέμα σου. Το παρακολουθώ με τη δέουσα σοβαρότητα. Καλό βράδυ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όλα είναι αξιόλογα! Όμως σ'αυτές τις αναρτήσεις μου ρχετε να επιλέγω. Το απόσπασμα από τον Πινόκιο. Καλή νύχτα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γεια σου Γιώτα. Τους χαιρετισμούς μου. :)

      Διαγραφή
    2. Πολλοί χαιρετισμοί και από εμένα φονικό κουνέλι :D

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...