Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #6: Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι





Για μια τελευταία φορά μέσα στο καλοκαίρι, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τη μικροσκοπική του πύλη – για να περάσεις από κει στον πελώριο κόσμο των βιβλίων.


Τα σημερινά αποσπάσματα χαρακτηρίζονται από την έντονη κριτική τους διάθεση και τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Κάποια μας ταξιδεύουν στο παρελθόν... άλλα στο μέλλον. Μα η κριτική είναι πανταχού παρούσα.

Θα μεταβείς σ’ έναν κόσμο όπου καίνε τα βιβλία και προάγουν τα τηλεπαιχνίδια και τα σόου – έναν κόσμο που εγκατέλειψε τη γνώση για χάρη της ανούσιας πληροφορίας και της διέγερσης των αισθήσεων. Θα φτάσεις σ’ έναν τόπο όπου η ομορφιά κατέληξε να εξαλείψει την ατομικότητα – καθώς όταν τα πρότυπα είναι πάντα Ίδια, η ομορφιά είναι πάντα Μία και η τεχνολογία πλέον την καθιστά δυνατή για όλους.

Θα ταξιδέψεις σε μια σκοτεινή, βρώμικη πολιτεία που εκπορνεύεται τη μιζέρια της. Θα αναλογιστείς πάνω στην ισοτιμία των δύο φύλων. Θα διαπιστώσεις πόσο χρήσιμες υπήρξαν οι γυναίκες στον Πόλεμο. Θα διαπιστώσεις πως οι βρυκόλακες δεν παίρνουν πάντα ανθρώπινη μορφή – μα συχνότερα, αποκτούν τη μορφή ιδεών και τρόπου σκέψης. Και, τέλος, θα πεις ένα τραγούδι – που όπως όλα τα τραγούδια, είναι πιο όμορφο από τους ανθρώπους.



Ο πολιτισμός της μόνιμης ικανοποίησης






Κάποτε στο μέλλον, οι άνθρωποι κατόρθωσαν τελικά ν’ αποκτήσουν μια αίσθηση μόνιμης χαράς. Το κράτος εξασφάλισε γι’ αυτό, γεμίζοντας την καθημερινότητά τους με Ψυχαγωγία και απομακρύνοντας μια για πάντα έναν απ’ τους πλέον αποσταθεροποιητικούς παράγοντες: τα βιβλία, τα οποία πλέον δεν χρειάζονται – γι’ αυτό και τα καίνε.


«Οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι χαρούμενοι, σωστά; Δεν το έχεις ακούσει, μέχρι τώρα στη ζωή σου; Θέλω να είμαι χαρούμενος, λένε οι άνθρωποι. Ε λοιπόν, δεν είναι; Δεν τους κάνουμε να βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, δεν τους παρέχουμε διασκέδαση; Γι' αυτόν τον σκοπό δε ζούμε, στο κάτω κάτω; Για ευχαρίστηση, για διέγερση; Οφείλεις λοιπόν να παραδεχθείς πως ο πολιτισμός μας παρέχει άφθονα από δαύτα". [...]

Δώσε στους ανθρώπους διαγωνισμούς και παιχνίδια στα οποία μπορούν να κερδίζουν, με το να θυμούνται τις λέξεις σε δημοφιλή τραγούδια, ή τις ονομασίες διάφορων πρωτευουσών, ή πόσο αυξήθηκε η παραγωγή του καλαμποκιού τη χρονιά που πέρασε. Γέμισε τους με δεδομένα, σφήνωσε τους μέχρι διαόλου με "γεγονότα", έτσι ώστε να αισθάνονται παραφουσκωμένοι, μα "ευφυείς", γεμάτοι πληροφορίες. Τότε θα νομίζουν πως σκέπτονται, θα τους παρέχεται μια αίσθηση κίνησης χωρίς να κινούνται καθόλου. Και θα είναι χαρούμενοι, καθώς δεδομένα σαν αυτά δε μεταβάλλονται.

Μη τους δώσεις μόνο γλιστερά, ρευστά πράγματα, όπως φιλοσοφία ή κοινωνιολογία, με τα οποία θα μπορούσαν ίσως να δουν πιο σφαιρικά. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος της μελαγχολίας».


Από το βιβλίο "Fahrenheit 451" του Ray Bradbury, δημοσιευμένο το 1953. Στη θαυμαστή κοινωνία του “Φάρεναϊτ” τα βιβλία και το διάβασμα είναι απαγορευμένα. Ειδικά πυροσβεστικά σώματα ασφαλείας αναλαμβάνουν τον εντοπισμό τυχόν κρυμμένων βιβλίων και τα καίνε. Στους ανθρώπους συνίσταται να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται με σόου, παιχνίδια και θεάματα, όχι να διαβάζουν, καθώς το δεύτερο (όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα) "καλλιεργεί τη μελαγχολία".

Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε σε ταινία το 1966 από τον Φρανσουά Τρυφό. Αριστερά στην εικόνα το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, δεξιά η αφίσα της ταινίας.

Όσο αφορά τον τίτλο; "Φάρεναϊτ 451" θεωρείται ο βαθμός αυτοανάφλεξης των βιβλίων - το σημείο στο οποίο η αυξημένη θερμότητα τα τυλίγει μες στις φλόγες.

Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο βιβλίο – και το θέμα – κάποια στιγμή μελλοντικά.



Ομορφιά και Ατομικότητα






Ένα επεισόδιο της κλασικής σειράς sci-fi "Η Ζώνη του Λυκόφωτος" (με τον τίτλο “Number 12 Looks Just Like You”) περιέγραφε μια φουτουριστική κοινωνία στην οποία η τεχνολογία καθιστά δυνατό τον ολικό μετασχηματισμό της εξωτερικής εμφάνισης του ανθρώπου, έτσι ώστε να προσεγγίσουν όλοι το "τέλειο πρότυπο ομορφιάς" - μαθηματικά υπολογισμένο και σχεδιασμένο από υπερσύγχρονους υπολογιστές.

Οι υπολογιστές είχαν καταλήξει σε δύο "ιδανικά μοντέλα". Αψεγάδιαστα σε κάθε τους λεπτομέρεια, αγγίζοντας την ιδεατή τελειότητα των αρχαίων αγαλμάτων. Κάθε άνθρωπος, από την εφηβική του κιόλας ηλικία, καλούνταν να επιλέξει ανάμεσά τους - υπήρχαν αντίστοιχα δύο ανδρικά μοντέλα, και δύο γυναικεία. Σε αυτά είχαν δοθεί οι αριθμοί "8" και "12".

Το άτομο έκανε την επιλογή του και εν συνεχεία, χάρη στην εκπληκτική εξέλιξη της τεχνολογίας και των ιατρικών μεθόδων, γινόταν μια απίστευτη αλλαγή: Βγαίνοντας απ' τον ιατρικό θάλαμο, είχε μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά, έχοντας γίνει ίδιος σε κάθε λεπτομέρεια, με τα τέλεια εκείνα πρότυπα. Τώρα ήταν πια κι αυτός ιδανικός και αψεγάδιαστος! Τώρα ήταν όλοι τους πια τέλειοι, όμοιοι με αγάλματα θεών!

Tέλειοι - και απόλυτα ίδιοι, ο ένας με τον άλλον.

Αυτό το επεισόδιο σκέφτηκα, διαβάζοντας το ακόλουθο απόσπασμα του Μίλαν Κούντερα:


«Τι είναι η ομορφιά από μαθηματική σκοπιά; Υπάρχει ομορφιά όταν ένα αντίτυπο μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο στο αυθεντικό πρωτότυπο. Ας φανταστούμε ότι έχουν βάλει στον υπολογιστή τις ελάχιστες και τις μέγιστες διαστάσεις όλων των μερών του σώματος: μεταξύ τριών και επτά εκατοστών για το μήκος της μύτης, μεταξύ τριών και οκτώ για το ύψος του μετώπου, και ούτω καθεξής. Άσχημος είναι ο άνθρωπος που το μέτωπό του έχει μήκος έξι εκατοστών και η μύτη του τρία μόνο. Ασχήμια: ιδιότροπη ποίηση του τυχαίου.

Σ' έναν ωραίο άνθρωπο, το παιχνίδι των τυχαίων έχει διαλέξει έναν μέσο όρο όλων των μέτρων. Ομορφιά: πεζότητα του ακριβούς μέσου. Στην ομορφιά, περισσότερο ακόμα παρά στην ασχήμια, εκδηλώνεται ο μη ατομικός, μη προσωπικός χαρακτήρας του προσώπου.»


Από την "Αθανασία" [“Nesmrtelnost”, 1990, μετάφραση Κ.Δασκαλάκη, εκδόσεις Εστία]



H φάμπρικα των ζητιάνων






«Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιωνάθαν Ιερεμίας Πήτσαμ της Α.Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα... η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχει τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο.

Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι άντε και το συνηθίσει ο άλλος δεν του λέει πια τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη προς κακοφανισμός σας, γίναμε γουρούνια. Πάρε παράδειγμα. Βλέπεις στη γωνιά του δρόμου έναν ωραίο, γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχωνο και κομμένο το δεξί του χέρι. Τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά νάσου πάλι ο κουλός στη γωνιά του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί μπροστά σου ο κουλός για τρίτη φορά σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). “ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ”. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δυο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε. Θυμόσαστε εκείνο το σπουδαίο: “ΔΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝ”; Αυτό χάλασε κόσμο έναν ολόκληρο χειμώνα. Πάει κι αυτό, τέλειωσε. Το μπουχτίσανε και τώρα μόνο που πιάνει τόπο στα ράφια.

Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.»


Μπέρτολτ Μπρεχτ. Από την κλασική "Όπερα της Πεντάρας", σε μετάφραση Σ.Ματζίρη, εκδόσεις Δωδώνη. Πρώτο ανέβασμα το 1928.

Ενα έργο στο οποίο, μεταξύ άλλων, η ζητιανιά παρουσιάζεται ως μια κερδοφόρος επιχείρηση – αρκεί να γνωρίζεις τις απαιτήσεις της «Αγοράς». Ποια μορφή οίκτου λοιπόν «πουλάει» περισσότερο; Και πόσο καιρό θα έχει πέραση σε μια κοινωνία που έχει πλέον συνηθίσει σε όλα;



Τζέην Έυρ. Γυναίκες και Σουλτάνοι


Charlotte Brontë


Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει κάπου στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μια νεαρή γυναίκα, καλλιεργημένη, μα φτωχή και άσημη, βγαίνει με τον υποψήφιο σύζυγο της, εύπορο και αναγνωρισμένο. Η αγάπη τους είναι αμοιβαία. Ωστόσο οι διαφορές ανάμεσά τους μεγάλες. Εκείνος την κατευθύνει στα καλύτερα καταστήματα της πόλης, διατεθειμένος να της κάνει τα ωραιότερα δώρα - πλούσια ενδύματα και λαμπερά κοσμήματα. Η γυναίκα όμως μας αφηγείται:


«Χάρηκα πολύ όταν επιτέλους τον έβγαλα από το κατάστημα με τα μεταξωτά και ύστερα από ένα κοσμηματοπωλείο. Όσο πιο πολύ μου ψώνιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθα το πρόσωπο μου να καίει από μια αίσθηση ενόχλησης και εξευτελισμού. Όταν μπήκαμε πάλι στην άμαξα και έγειρα πίσω αναψοκοκκινισμένη και εξαντλημένη, θυμήθηκα κάτι που μες στη φούρια των γεγονότων, ζοφερών και λαμπρών, το είχα λησμονήσει εντελώς: την επιστολή του θείου μου και την πρόθεση του να με ορίσει κληρονόμο του.

"Θα με ανακούφισε πολύ", σκέφτηκα, "αν είχα έστω και την ελάχιστη ανεξαρτησία. Αυτό το πράγμα, να με ντύνουν σαν να είμαι καμιά κούκλα, ή να κάθομαι σαν δεύτερη Δανάη και να λούζομαι καθημερινά από τη χρυσή βροχή, δεν τ' αντέχω καθόλου. [...] Αν είχα την προοπτική να συνεισφέρω κάτι στην περιουσία του, θα υπέφερα πιο εύκολα να συντηρούμαι τώρα απ' αυτόν".

Ανακουφισμένη κάπως απ' αυτή την ιδέα, τόλμησα να κοιτάξω πάλι τον κύριο και μνηστήρα μου στα μάτια, τα οποία αναζητούσαν επίμονα το βλέμμα μου, παρόλο που εγώ τ' απέφευγα, τόσο αυτά όσο και το πρόσωπό του. Όπως μου χαμογέλασε, σκέφτηκα ότι το χαμόγελό του ήταν ίδιο μ' αυτό που θα πρόσφερε ένας σουλτάνος, σε μια τρυφερή κι ευτυχισμένη στιγμή, σε μια δούλα που μόλις την είχε γεμίσει χρυσάφια και πετράδια. [...]

"Μη περιμένετε από μένα να αναπληρώσω το κενό του χαρεμιού σας", του είπα. "Ούτε να με θεωρείτε ισοδύναμη μ' ένα χαρέμι. Αν η όρεξη σας τραβάει τέτοια πράγματα, κύριε, εμπρός, μη κάθεστε. Τραβάτε στα παζάρια της Ισταμπούλ να σκορπίσετε σε αγορές δούλων τα χρήματα που σας περισσεύουν και που μου φαίνεται ότι εδώ δυσκολεύεστε να τα ξοδέψετε με ικανοποιητικό τρόπο".

"Κι εσύ τι θα κάνεις, Ζανέτ, όσο εγώ θα παζαρεύω τόσους τόνους σάρκας και μια τέτοια ποικιλία από μαύρα μάτια;"

"Θα προετοιμαστώ να γίνω ιεραπόστολος και να διδάξω την ελευθερία σ' όλους τους υπόδουλους ανθρώπους, των εγκλείστων του χαρεμιού σας συμπεριλαμβανομένων. Θα παρεισφρήσω εκεί και θα υποκινήσω στάση. Κι εσείς κύριε, ο μέγας σουλτάνος, πριν καλά καλά καταλάβετε τι συμβαίνει, θα είστε δεμένος και χειροπόδαρα στο έλεός μας. Κι εγώ δεν πρόκειται να δεχτώ να λύσω τα δεσμά σας, αν πρώτα δεν υπογράψετε έναν χάρτη, τον πιο φιλελεύθερο που παραχώρησε ποτέ δεσπότης".


Απόσπασμα από τη "Τζέην Έυρ" της Σάρλοτ Μπροντέ [μετάφραση Δ.Κικιζα, εκδόσεις Σμίλη]. Έργο δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1847 κι ένα από τα κλασικότερα λογοτεχνικά έργα του 19ου αιώνα.

Εν έτει 2014, πόσες άραγε να είναι οι ομοιότητες και πόσες οι διαφορές, όχι μόνο της στάσης των αντρών απέναντι στα "πολύτιμά τους τρόπαια", μα και των ίδιων των γυναικών απέναντι στον εαυτό τους και στη σχέση τους με το αντρικό φύλο;

Θα είχαν πολλά να διδαχτούν, και οι μεν και οι δε, από τη Τζέην Έυρ...



Γυναίκες στον Πόλεμο






Από το ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γουλφ. 7 Ιουνίου του 1918, κι ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διένυε το τελικό του στάδιο...


«Είπαν στον Λ(έοναρντ) ότι οι επιδρομές γίνονται από γυναίκες. Σώματα γυναικών βρέθηκαν στα κατεστραμμένα αεροπλάνα. Είναι πιο κοντές και πιο ελαφρές, κι έτσι αφήνουν περισσότερο χώρο για τις βόμβες.

Ίσως είναι συναισθηματισμός, όμως η σκέψη αυτή μου φαίνεται ότι προσθέτει ένα ιδιαίτερο άγγιγμα τρόμου στη φρίκη".


Στην εικόνα, πάνω αριστερά, γυναίκες της αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου, ποζάροντας μπροστά από πολεμικά αεροπλάνα... Κάτω, γυναίκες εργαζόμενες σε εργοστάσιο παραγωγής πολεμικών ειδών - εργοστάσια που οι ίδιες "επάνδρωναν" (πόσο χαζή, ειρωνική λέξη) τον καιρό εκείνο, καθώς οι άντρες εργαζόμενοι, συνήθως, ή πολεμούσαν, ή ήταν νεκροί. Δεξιά, η Βιρτζίνια Γουλφ.



Βρυκόλακες της σκέψης






«ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: Ακούστε τι θέλω να πω. Ο λόγος που είμαι τόσο άτολμη και δειλή , είναι γιατί νιώθω κάτι το βρικολακιασμένο μέσα μου, που δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεριζώσω όλως διόλου.

ΜΑΝΤΕΡΣ: "Πως το είπατε;"

ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: "Βρικολακιασμένο. [...] Αλήθεια, Μάντερς, πάω να πιστέψω πως όλοι είμαστε βρικόλακες. Δε βρικολακιάζει μονάχα μέσα μας ό,τι έχουμε κληρονομήσει από μάνα και πατέρα. Παρά κι ένα σωρό παλιές, νεκρές θεωρίες, ένα σωρό παλιές, νεκρές ιδέες, κι άλλα πολλά ακόμα. Δε ζούνε μέσα μας, κι όμως τα 'χουμε στο αίμα μας, και δε μπορούμε να τα πετάξουμε από πάνω μας.

Μόλις πάρω να διαβάσω καμιά εφημερίδα, μου φαίνεται σα να ξεπετιούνται βρικόλακες, ανάμεσα από τις γραμμές. Θα είναι γεμάτος ο τόπος βρικόλακες. Αμέτρητοι θα είναι θαρρώ - σαν την άμμο της θαλάσσης. Κι από την άλλη μεριά όλοι μας, μικροί-μεγάλοι, έχουμε τέτοιον ελεεινό φόβο για το φως!»


Απόσπασμα από τους "Βρικόλακες" του Ερρίκου Ίψεν [σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη, εκδόσεις Δωδώνη]. Θεατρικό που γράφτηκε το 1881 και διαπραγματευόταν την άλλη όψη της καθώς πρέπει κοινωνίας - την σκοτεινή πλευρά της, πέρα από τα σύνορα της συμβατικής ηθικής των καιρών. Έργο που χαρακτηρίστηκε "εμετικό", "νοσηρό" και "βλάσφημο" από μεγάλη μερίδα των κριτικών της εποχής.

Μα το σκοτεινό τους είδωλο μέσα στον καθρέπτη τους έκλεινε με νόημα το μάτι...Και, για δες, πράγμα παράξενο. Το είδωλο έδειχνε να μοιάζει με βαμπίρ...



Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ’ τους ίδιους



banner design: το φονικό κουνέλι


«Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...»


Ναζίμ Χικμέτ , "Τα τραγούδια των ανθρώπων". Απόδοση στα ελληνικά, Γιάννης Ρίτσος.




Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)
















2 σχόλια:

  1. Εξαίρετες προτάσεις Κούνελε. Κάθε μία με το δικό της χρώμα. Πάντα ψαγμένος στις αναζητήσεις σου φίλε. Καλή συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...