Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Ο Ιησούς και ο Ταρζάν. Μια ιστορία του Τομ Ρόμπινς





«Ο Ιησούς καθόταν πάνω σ' ένα βράχο στην έρημο, κάνοντας διαλογισμό και διαβάζοντας το Νόμο, όταν πλησίασε ο Ταρζάν καβάλα σε μια κατσίκα. Ο Ταρζάν μασουλούσε σπόρους από μοσχοκάρυδο και έπαιζε φυσαρμόνικα. «Ε, Ιησού», φώναξε.

Ο Ιησούς αναπήδησε σαν να τον είχε τσιμπήσει σκορπιός. «Με τρόμαξες», τραύλισε. «Για μια στιγμή νόμισα πως ήσουνα ο Παν».


Ο Ταρζάν γέλασε. «Καταλαβαίνω γιατί έπαθες την πλάκα σου. Όταν γεννήθηκες εσύ, σ' όλο τον κόσμο φώναξαν, [Ο Μεγάλος Παν πέθανε], και τρόμαξες τώρα νομίζοντας πως τον είχες μπροστά σου. Όπως βλέπεις όμως, εγώ είμαι παντού τριχωτός, σαν πίθηκος. Ο Παν ήταν τριχωτός από τη μέση και κάτω. Πάνω από τον αφαλό του έμοιαζε πολύ με σένα».

Ένα ρίγος ταρακούνησε το λιπόσαρκο σώμα του Ιησού. «Σαν εμένα;» ρώτησε. «Όχι, πρέπει να κάνεις λάθος. Δεν μου λες, τι είναι αυτό που τρως;»

«Σπόροι από μοσχοκάρυδο», είπε ο Ταρζάν, χαμογελώντας. «Να, τσίμπα κι εσύ μερικούς». «Όχι, ευχαριστώ», είπε ο Ιησούς. «Νηστεύω». Σάλια μαζεύτηκαν στο στόμα του. Έσφιξε με δύναμη τα χείλια του, αλλά λίγο σάλιο ξέφυγε από το ροζ φράγμα των σκασμένων χειλιών του και κύλησε σε μια ακανόνιστη διαδρομή πάνω ση γενειάδα του. «Κι έπειτα, οι σπόροι του μοσχοκάρυδου δεν είναι ναρκωτικό;»

«Να σου πω, σε φτιάχνουνε, αν αυτό εννοείς. Γιατί λες να κάθομαι και να τους μασουλάω όταν στη σέλα μου έχω χουρμάδες, περιστέρια κι ένα σταμνί σούπα από αρνάκι; Πάντως, αν θέλεις τη γνώμη μου, δεν θα σου 'κανε κακό να βαρείς κι εσύ κάτι τις για ν' απογειωθείς».

Μόλις άκουσε για τη σούπα, ο Ιησούς έχασε τον έλεγχο του σάλιου του. Σκούπισε το πηγούνι του με το σκονισμένο του μανίκι, ενώ η ντροπή χρωμάτιζε τα μελαμψά του μάγουλα όπως η ροδοδάκτυλη αυλή χρωματίζει τόσα εδάφια του Ομήρου. «Όχι. όχι», είπε εμφατικά. «Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής με είχε φτιάξει κάποτε με ρίζα μαυραγόρα. Ήταν μια όμορφη εμπειρία, αλλά δεν πρόκειται να το ξανακάνω». Έκλεισε τα μάτια του για να τα προστατέψει από τη φωτεινή ανάμνηση των οραμάτων του. «Τώρα, θα μπορούσες να πεις ότι είμαι φυσικά μαστουρωμένος».

Ο Ταρζάν, που είχε κατεβεί από την κατσίκα του, χαμογέλασε και είπε, «Και πολύ μπράβο σου». Κάθισε δίπλα στον Ιησού κι έφερε τη φυσαρμόνικα στο στόμα του. Έπαιξε ένα μπλουζ της ζούγκλας. «Σ' αυτές τις φυσαρμόνικες πρέπει να φυσήξεις ντο για να σου βγάλουνε σολ», είπε κι έκανε μια μικρή επίδειξη.

Ο Ιησούς τον διέκοψε, φανερά ανήσυχος, «Τι εννοούσες όταν είπες ότι ο Παν έμοιαζε πολύ με μένα;»

«Μόνο από τη μέση και πάνω», τον διόρθωσε ο Ταρζάν. , «Πάνω απ’ τη μέση, ο Παν ήταν πολύ πνευματικός τύπος. Τραγουδούσε κι έπαιζε μουσική καλύτερα κι από κορυδαλλό. Και το πρόσωπό του ήταν γεμάτο χαρά, σαν λειβάδι την άνοιξη. Είχε πολύ αγάπη αυτός ο παλαβιάρης, όπως έχεις κι εσύ. Βέβαια, είχε και κέρατα, ξέρεις. Και πόδια τράγου. Αλλά το τι χορό έκανε μ' αυτά τα πόδια, αδερφέ μου, άλλο να σου το λέω κι άλλο να το βλέπεις! Αλλά βρωμοκοπούσε, αυτό είναι σίγουρο. Την εποχή της βαρβατίλας, τον μύριζες από ένα μίλι μακριά. Και ήταν ικανός να πηδήξει οτιδήποτε. Αν δεν έβρισκε καμιά νύμφη, θα μπορούσε να πηδήξει κι αυτή τη γριά κατσίκα που βλέπεις». Ο Ταρζάν γέλασε κι έπαιξε μια κλίμακα στη φυσαρμόνικα.

Αυτές οι αναφορές σε σαρκικά πράγματα δεν άρεσαν στον Ιησού. Έκανε μια προσπάθεια να συγκεντρωθεί και πάλι στο Νόμο. Αλλά όπου κι αν ταξίδευε η φοβερή του διάνοια μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα του εβραϊκού Νόμου, έβρισκε κρυμμένη από πίσω την εικόνα του Παν. Τελικά, παραμέρισε τον Μωυσή και ρώτησε: «Είπες όμως ότι έμοιαζε πολύ με μένα».

«Ναι, το είπα, έτσι είναι. Είπα ότι σου έμοιαζε, αλλά ήταν και διαφορετικός. Ο Παν ήταν ο θεός των δασών και των λειβαδιών, η θεότητα των κοπαδιών και των βοσκών. Την έβρισκε με την ερημιά αλλά την έβρισκε και με τη βροχή. Ήταν μισός άνθρωπος και μισός ζώο. Πολλές φορές γελούσε με την ίδια του την ουρά. Ο Παν αντιπροσώπευε την ένωση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, ανάμεσα στη σάρκα και το πνεύμα. Την ένωση, μάγκα μου. Γι’ αυτό σε μας τους παλιούς δεν άρεσε καθόλου που έφυγε».

Οι εφημεριδοπώλες της παράνοιας άρχισαν να διαλαλούν τις ένοχες εφημερίδες του μέσα στα μάτια του Ιησού. Ήταν οι ίδιοι φωνακλάδες αλήτες που θα έβγαιναν στους δρόμους όταν ο Ιησούς θα πρόβλεπε την προδοσία και την άρνηση των μαθητών του• όταν, στα προτελευταία λόγια του, θα κατηγορούσε τον Θεό πως τον ξέχασε. «Κατηγορείς εμένα γι' αυτό;» ρώτησε. Το βλέμμα του ήταν ψυχρό και νευρικό, σαν ποντικοπαγίδα.

Στο μεταξύ, ο Ταρζάν είχε φτιαχτεί για καλά. Δεν ήθελε τώρα δυσάρεστες συζητήσεις. «Εγώ ξέρω μονάχα αυτά που διαβάζω στις εφημερίδες», είπε. Κούνησε τη φυσαρμόνικα μπρος πίσω, κάνοντάς την ν' αστράφτει στο φως του ήλιου. «Σου αρέσει κανένα ιδιαίτερο τραγουδάκι;»

«Μου αρέσει οτιδήποτε έχει ψυχή μέσα του», απάντησε ο Ιησούς. «Αλλά όχι τώρα. Πες μου, Ταρζάν, τι σχέση είχε η γέννησή μου με την αποδημία του Παν;»

«Ιησού, παλιόφιλε, δεν είμαι κανένας εβραίος διανοούμενος και δεν μπορώ να σου ρίξω καμιά από 'κείνες τις ασήκωτες θεολογικές κουβέντες που έχεις συνηθίσει ν' ακούς στους ναούς. Αλλά αν μου υποσχεθείς, στην Προσκοπική σου τιμή, να μη μου την πέσεις με βαριές συζητήσεις, θα σου πω τι ξέρω».

«Έχεις το λόγο μου», είπε ο Ιησούς. Κοίταξε προς τη συμφωνημένη κατεύθυνση του Παραδείσου, και ξαφνικά πρόσεξε για πρώτη φορά έναν άγγελο που πετούσε από πάνω τους, κάνοντας τεμπέλικα λούπινγκ στον άγριο ουρανό της ερήμου. «Αυτός ο άγγελος θα αναφέρει όλα όσα θ' ακούσει», σκέφτηκε ο Ιησούς. «Καλά θα κάνω να προσέχω τα λόγια μου».

Ο Ταρζάν είδε κι αυτός τον άγγελο, αλλά δεν έδωσε προσοχή. Την τελευταία φορά που είχε φάει σπόρους μοσχοκάρυδου είχε δει έναν ολόκληρο περιστερώνα από δαύτους. Ένας μάλιστα προσγειώθηκε στο κεφάλι του και τον κατούρησε στην πλάτη.


«Τον παλιό καιρό», άρχισε ο Ταρζάν, «οι άνθρωποι ήταν συγκεκριμένοι. Θέλω να πω ότι δεν είχαν πολλά πάρε δώσε με αφηρημένες ιστορίες και πνευματισμούς. Ήξεραν πως όταν ένα σώμα αποσυντίθεται, κάνει τα φυτά να μεγαλώνουν. Έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια ότι η κοπριά βοηθούσε κι αυτή τα φυτά. Και δε χρειάζονταν την Αντέλ Ντέιβις για να καταλάβουν ότι τρώγοντας φυτά τρέφονταν και μεγάλωναν κι οι ίδιοι. Έτσι μπήκαν στο νόημα ότι  υπήρχαν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στο αίμα, τα σκατά και τη βλάστηση. Ανάμεσα στα ζώα, τα φυτά και τον άνθρωπο.

Όταν θυσίαζαν ένα ζώο στη σοδειά του καλαμποκιού, αυτό ήταν μια αναγνώριση της φανερής σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στο θάνατο και τη γονιμότητα. Όλα αυτά τα έκαναν χωρίς καμιά σχέση με μυστικισμούς και τέτοια. Εντάξει, το πασπάλιζαν το πράμα και με μερικές τελετές, αλλά λίγο σόου είναι καλό για το ηθικό.

Ήμαστε συνδεμένοι με τη βλάστηση. Και στο φυτικό κόσμο τίποτα δε χάνεται. Απλώς αποτραβιέται και μετά επιστρέφει. Η ενέργεια δεν καταστρέφεται ποτέ. Φυτεύαμε τους νεκρούς μας με τον ίδιο τρόπο που φυτεύαμε τους σπόρους μας. Μετά από μια περίοδο ανάπαυσης, η ενέργεια του πτώματος ή του σπόρου επέστρεφε με τη μία ή την άλλη μορφή. Από το θάνατο προερχόταν περισσότερη ζωή. Αγαπούσαμε τη γη εξαιτίας της χαράς και της διασκέδασης και της γαλήνης που νιώθαμε αγαπώντας την. Δεν χρειαζόμαστε να [σωθούμε] απ' αυτή. Ποτέ δεν οργανώσαμε αποδράσεις για τον Παράδεισο. Δεν φοβόμαστε το θάνατο γιατί συμμορφωνόμαστε με τη φύση και τους κύκλους της. Στη φύση βλέπαμε ότι ο θάνατος είναι ένα αναπόσπαστο μέρος της ζωής.

Μόνον όταν μερικοί άνθρωποι - οι πρώτες φυλές του Ιούδα σταμάτησαν να οργώνουν το χώμα και αλλοτριώθηκαν από τους κύκλους της βλάστησης, έχασαν την πίστη τους στην υλική ανάσταση του σώματος. Φύτευαν το νεκρό τους ταύρο ή το νεκρό τους πρόβατο και δεν έβλεπαν να φυτρώνει τίποτα από τον τάφο: ούτε καινούργιος ταύρος, ούτε καινούργιο πρόβατο. Έτσι άρχισαν να ανησυχούν, ξέχασαν το μάθημα της βλάστησης και μέσα στην απελπισία τους ανέπτυξαν την έννοια της πνευματικής επαναγέννησης.

Η ιδέα της πνευματικής - ή αόρατης - ύπαρξης ήταν το αποτέλεσμα του νέου και αφύσικου φόβου του θανάτου. Και η ιδέα ενός Υπέρτατου Πνευματικού Όντος είναι το αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης από τις διεργασίες της φύσης: όταν ο άνθρωπος δεν μπορούσε πια να παρατηρήσει τις απτές, υλικές διαδικασίες της ζωής και να ταυτιστεί μαζί τους, αναγκάστηκε να εφεύρει τον Θεό για να εξηγήσει πώς εμφανίστηκε η ζωή και γιατί υπάρχει ο θάνατος».






«Για περίμενε μια στιγμή», είπε κοφτά ο Ιησούς.

«Κοίτα, εγώ λέω να πηγαίνω σιγά σιγά», είπε ο Ταρζάν, χώνοντας τη φυσαρμόνικα στο λερωμένο από μύρο αραβικό μεταξωτό που είχε τυλιγμένο γύρω από τη μέση του.

«Όχι», είπε ο Ιησούς. «Αν έχεις να πεις κι άλλα. πες τα. Τι σχέση έχει ο Παν μ' αυτή τη βλασφημία; Κι εγώ;»

«Αν είσαι σίγουρος ότι θέλεις να τ' ακούσεις, εντάξει. Μεταξύ μας. πάντως, φιλαράκο, μου φαίνεσαι λιγάκι πεσμένος. Ξέρεις τι θα σου χρειαζόταν τώρα; Μισό κιλό μπριζόλες και κάμποσες τηγανητές πατάτες».

«Έλα. συνέχισε», είπε ο Ιησούς μέσα στα σάλια του.

«Το θέμα είναι, μάγκα μου, ότι τότε βλέπαμε τη ζωή με ένα ενιαίο τρόπο. Καταφέραμε, μάλιστα, με το δικό μας χαζό τρόπο, να ανακαλύψουμε τι ρόλο παίζουν σ' αυτή τη διεργασία ο ήλιος και η σελήνη και τ' αστέρια. Δεν κάναμε διακρίσεις ανάμεσα στην αναπαραγωγική λειτουργία των σπόρων και τους αναπαραγωγικούς κύκλους των ζώων. Παρατηρήσαμε ότι η ανάπτυξη και η αλλαγή ήταν ουσιαστικά και απαραίτητα στοιχεία για τη ζωή και επειδή γουστάραμε τη ζωή, όταν ήρθε η ώρα να ικανοποιήσουμε τις εσωτερικές μας ανάγκες, βασίσαμε φυσικά τη θρησκεία μας στους μετασχηματισμούς της φύσης. Αυτό είχε αμεσότητα. Πήγαμε κατευθείαν στην πηγή. Βλέπαμε γύρω μας τη δύναμη της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού, δεν την αποδώσαμε σε αφηρημένα πνεύματα - σε κάποια μεγεθυμένη προέκταση του εγώ που υπήρχε στον ουρανό - αλλά την είδαμε να υπάρχει στη γονιμότητα της φύσης. Λατρεύαμε τα αναπαραγωγικά όργανα των φυτών και των ζώων. Γιατί εκεί βρίσκεται η δύναμη της ζωής».

Ο Ιησούς κλώτσησε μια πέτρα με τη λιωμένη μύτη του σανταλιού του. «Ναι, έχω ακούσει για τη λατρεία του φαλλού και της βλάστησης», είπε. «Δεν είναι και πολύ εξελιγμένη σαν θρησκεία. Ο πατέρας μου περιμένει περισσότερα πράγματα απ' τον άνθρωπο και όχι μια πρωτόγονη λατρεία ης σαρκικής του φύσης. Πρέπει να ανυψωθεί πάνω από...»

«Να εξυψωθεί για να φτάσει πού, ρε φίλε; Σε αφηρημένες έννοιες; Και στην αλλοτρίωση; Οι περγαμηνές σου εδώ, το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός. Η ζωή αναπαράγεται απ’ τη ζωή, ενώ η ανάσταση – η αναπαραγωγή των σπόρων, η επιστροφή, την άνοιξη, των φύλλων που έπεσαν το φθινόπωρο – είναι κάτι το υλικό, και όχι πνευματικό. Δεν είναι εξελιγμένη σαν θρησκεία; Ίσως δεν είναι εξελιγμένο να λατρεύεις βουνά και να θεωρείς τους ποταμούς ιερούς, αλλά όταν ο άνθρωπος βλέπει σαν ιερό το φυσικό του περιβάλλον, θα το σεβαστεί και δε θα προσπαθήσει να το πουλήσει ή να το καταστρέψει.

Δεν είναι εξελιγμένη; Η επιστήμη θα χρειαστεί άλλα δύο χιλιάδες χρόνια για να ανακαλύψει ότι η ζωή εμφανίστηκε όταν ένα φλυτζάνι θαλασσινό νερό που περιείχε μόρια αμμωνίας παγιδεύτηκε σε ένα βράχο στη στεριά και θερμάνθηκε από τις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου. Αλλά εμείς οι παγανιστές διαισθανόμαστε πάντα ότι οι ρίζες του ανθρώπου είναι ανόργανες. Γι’ αυτό σεβόμαστε ακόμη και τις πέτρες».

Ο Ιησούς σήκωσε το κεφάλι από τις πέτρες που κλωτσούσε και τον κοίταξε μπερδεμένος. «Δεν σωθήκατε όμως», διαμαρτυρήθηκε.

«Δεν μας χρειαζόταν να σωθούμε», είπε ο Ταρζάν. «Δεν είχαμε ανάγκη από σωτηρία.

Τον παλιό καιρό, η κεντρική θρησκευτική μορφή ήταν το θηλυκό αρχέτυπο. Ο άντρας είχε τη δύναμη της δημιουργίας, αλλά μόνο στις γυναίκες παρατηρούσαμε το ξετύλιγμα του κύκλου της ζωής: την αναπαραγωγή, το θάνατο και την επαναγέννηση. Έτσι γιορτάζαμε την αισθησιακότητα της Θεάς Μητέρας. Η γεωργία συνδέεται μέσα από τον ομφάλιο λώρο με τη Μεγάλη Κοιλιά. Ενώ η εξημέρωση των ζώων και η μετατροπή τους σε κατοικίδια, κάτι που έγινε αργότερα, είναι μια πιο φαλλική δραστηριότητα – ήταν ένα βήμα που μας απομάκρυνε από τη Θεά Μητέρα και μας έφερε πιο κοντά στο Θεό Πατέρα. Και πάλι, όμως, είχε διατηρηθεί μια αρμονική ισορροπία. Και ο Παν ήταν η προσωποποίηση αυτής της ισορροπίας. Αυτός κρατούσε τα πράγματα ενοποιημένα, αυτός με την όμορφη μουσική του τον μακρύ κατακόκκινο καυλό του.

Όταν ήρθες εσύ όμως, απ' ό,τι ξέρω, ο ερχομός σου αντιπροσώπευε το θρίαμβο του Θεού Πατέρα πάνω στη Θεά Μητέρα. τη νίκη του ιουδαϊκού Θεού του πνεύματος πάνω στον παλιό Θεό που ήταν μέσα στη σάρκα. Η γέννησή σου σήμανε το τέλος του παγανισμού και τον τελικό διαχωρισμό του ανθρώπου από τη φύση. Από τώρα και στο εξής, ο πολιτισμός θα κυριαρχεί πάνω στη φύση, ο φαλλός θα κυριαρχεί πάνω στη μήτρα, η μονιμότητα θα κυριαρχεί την αλλαγή, και ο φόβος του θανάτου θα κυριαρχεί τα πάντα. 

Δεν θέλω να σε στενοχωρήσω, γιατί ξέρω ότι είσαι θαρραλέα ψυχή, γεμάτη αγάπη. Έχεις καλές προθέσεις. Αλλά απ' τη δική μου μεριά, μου φαίνεται ότι από δω και μπρος αρχίζουν δυο χιλιάδες μίλια πολύ άσχημου δρόμου».

Ο Ιησούς κοίταξε στον ουρανό για καθοδήγηση, αλλά είδε μόνο τον άγγελο, που κρεμόταν από πάνω τους, όπως μια ταμπέλα κρέμεται μπροστά από ένα κατάστημα επισκευής τηλεοράσεων. «Τότε έτσι εξηγείται γιατί αποσύρθηκες στην προσωπική σου νιρβάνα», είπε τελικά.

«Κάπως έτσι», είπε ο Ταρζάν. Σηκώθηκε όρθιος και τεντώθηκε. «Γιατί να πάω να κοπανάω το κεφάλι μου πάνω στα αφηρημένα κατασκευάσματα ενός φαλλού; Κι εσύ, τι κάνεις μέσα σ' αυτή την ερημιά - πέρα απ' το να τηγανίζεις τον πισινό σου πάνω στον καυτό βράχο;»
«Προετοιμάζομαι για την αποστολή μου».

«Και ποια είναι η αποστολή σου;»

«Να αλλάξω τον κόσμο».

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά του τόσο δυνατά που στράβωσε τη φυσαρμόνικα. «Ο κόσμος αλλάζει συνέχεια», φώναξε γελώντας. «Δεν κάνει και τίποτε άλλο από το να αλλάζει από εποχή σε εποχή, από νύχτα σε μέρα, από τους πάγους στους τροπικούς. Άλλαξε από ένα σύννεφο κοσμικής σκόνης κι έγινε αυτή η περίπλοκη μπάλα από βλακεία και δόξα που είναι σήμερα. Αλλάζει κάθε ουράνιο δευτερόλεπτο, χωρίς καμιά απολύτως βοήθεια. Γιατί θέλεις να χώσεις τη μύτη σου σ' όλα αυτά;»

«Οι άνθρωποι του κόσμου έχουν γίνει φαύλοι και κακοί», είπε σοβαρά ο Ιησούς. «Πιστεύω, με κάθε ταπεινοφροσύνη, ότι μπορώ να ξεριζώσω αυτό το κακό».

«Το κακό είναι αυτό που κάνει δυνατή την ύπαρξη του καλού», είπε ο Ταρζάν, ελπίζοντας αυτό που έλεγε να μην ακουστεί πολύ τετριμμένο. «Το καλό και το κακό πρέπει να συνυπάρχουν για να μπορεί ο κόσμος να επιβιώσει. Οι άνθρωποι δεν έχουν γίνει κακοί, έχουν χάσει απλώς την ισορροπία τους και έχουν μπερδευτεί - δεν ξέρουν τι πραγματικά είναι».

Πήδησε στην πλάτη της κατσίκας του και της έδωσε ένα χτύπημα από πίσω. «Πολύ φοβάμαι, αδερφέ μου, ότι θα τους μπερδέψεις ακόμη χειρότερα».

Ο γιόγκι της ζούγκλας ξεκίνησε να φύγει, ο Ιησούς όμως τινάχτηκε όρθιος και άρπαξε την κατσίκα απ' την ουρά της. 

«Ωω, ωω», φώναξε με την πλούσια βαρύτονη φωνή του. Το ζώο σταμάτησε και ο Ταρζάν κοίταξε τον Ιησού κατάματα, ο Ιησούς όμως δυσκολευόταν να διατυπώσει τις σκέψεις του. «Αν σκέφτεσαι σαρκικά τότε είσαι σάρκα, αλλά αν σκέφτεσαι πνευματικά τότε είσαι πνεύμα», είπε. Το είχε πετάξει χωρίς να το σκεφτεί, αλλά δεν ακουγόταν άσχημα, και η μυρωδιά της κατσίκας του έπνιγε κάθε επιθυμία να αναπτύξει περισσότερο τη σκέψη του.

Ο Ταρζάν χτύπησε τα πλευρά της κατσίκας με τις φτέρνες του κι αυτή άρχισε να τρέχει, ξεφεύγοντας από το κράτημα του προφήτη. «Υπάρχει κανένας νόμος που να απαγορεύει να σκέφτεσαι και με τους δυο τρόπους;» ρώτησε. Έστριψε την κατσίκα κι άρχισε να προχωρεί προς το νότο.

«Ή είσαι με μένα ή είσαι εναντίον μου», φώναξε ο Ιησούς.

«Γειαχαραντάν, τότε. Πρέπει να γυρίσω στο Κογκό. Η Τζέιν μου υποσχέθηκε να μου κάνει φιέστα όταν γυρίσω. Λείπω δυο βδομάδες τώρα, τριγυρίζοντας εδώ κι εκεί και παίζοντας για όποιον θέλει να μ' ακούσει. Βάζω στοίχημα ότι η Τζέιν θα είναι καυλωμένη σαν κουνέλα. Εμπρός, γιαγιά, τρέχα!» είπε στην κατσίκα του.

Η κατσίκα απομακρύνθηκε με καλπασμό, τινάζοντας σύννεφα σκόνης. Ο Ιησούς γύρισε στο βράχο τους και έδιωξε με το πόδι του ένα μπλεγμένο ζευγάρι πεταλούδες που είχαν καθίσει πάνω στο Νόμο. Ένιωθε την καρδιά του σαν μια σκηνή που πάνω της κάποιοι Έλληνες είχαν παίξει μια αιματοβαμμένη τραγωδία. Ήταν τόσο απασχολημένος με το σφουγγάρισμα από τις σανίδες της σκηνής που πέρασαν αρκετά λεπτά πριν σκεφτεί να κοιτάξει για τον άγγελο. Τον είδε να φτεροκοπάει άστατα ψηλά στον αέρα, πότε ορμώντας προς τη μουσική που άφηνε πίσω της η φυσαρμόνικα του Ταρζάν και πότε γυρίζοντας για να πετάξει πάνω από τον Ιησού.

Συνέχισε να πηγαίνει από τον ένα στον άλλο, ξανά και ξανά, λες και δεν ήθελε να χωρίσουν οι δυο τους - λες και δεν ήξερε ποιον να ακολουθήσει.»



***********



Η ιστορία που διαβάσατε περιλαμβάνεται στο πρώτο μυθιστόρημα του Τομ Ρόμπινς, “Another Roadside Attraction” που κυκλοφόρησε το 1971 – τα ωραία εκείνα χρόνια που ένιωθες πως ο κόσμος είναι δυνατό να αλλάξει. Η επιρροή του πνεύματος των Sixties είναι ολοφάνερη στο έργο του Τομ Ρόμπινς. Στη χώρα μας μεταφράστηκε ως “Αμάντα, το Κορίτσι της Γης”. Η παρούσα μετάφραση είναι του Γιώργου Μπαρουξή και κυκλοφορεί απ’ τις εκδόσεις Αίολος.



“Το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι στην αρχή ήταν ο Λόγος. Μα ακόμη και ο πιο απλός άγριος ξέρει ότι στην αρχή ήταν ο οργασμός.”



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...