Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Τρεις Δόσεις Ουτοπίας


"Η Χρυσή Εποχή", έργο του Λούκας Κράναχ του Πρεσβύτερου, 1530


Άραγε πόσες δόσεις ουτοπίας χρειαζόμαστε για την καθημερινή πνευματική μας διατροφή;

Η απάντηση δεν είναι όμοια για όλους. Στους μίζερους θα πρότεινα να μπολιάσουν το κεφάλι τους με όση ουτοπία χωράει εκεί μέσα, καταμεσής των σκονισμένων, τετραγωνισμένων γωνιών του. Στους αιθεροβάμονες θα συνιστούσα να αφαιρέσουν μερικές στάλες, γιατί εκεί ψηλά τα σύννεφα δείχνουν πάντα ροζ – και η πτώση είναι σφοδρή. Μα κι αυτό δεν είναι απόλυτο: κάποιες φορές χρειάζεται να τετραγωνίσεις τη σκέψη σου, ώστε να αντεπεξέλθεις στις απαιτήσεις της πραγματικότητας· άλλες φορές πρέπει να πετάξεις, ίσα για να μάθεις τη σημασία της πτώσης.

Και υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που πέφτοντας μαθαίνεις να πετάς.

Ου-τοπία σημαίνει ο Μη Τόπος. Μα κάποιοι θα έλεγαν «ο τόπος που δεν εμφανίστηκε ακόμα». Το να μπορείς να φέρνεις την ουτοπία στο μυαλό σου σημαίνει καταρχάς πως έχεις την απαιτούμενη φαντασία γι’ αυτό – γιατί φαντασία είναι να εικονίζεις με το νου σου εκείνο ακριβώς που δεν υπάρχει.

Και αν διαπιστώνω κάτι, παρατηρώντας γύρω μου, είναι μια ολική έλλειψη φαντασίας. Ξεκινώντας απ’ τις προσωπικές σχέσεις και φτάνοντας στα μεγάλα κοινωνικά οράματα.

Θα μου άρεσε πολύ αν άνοιγα ένα απόγευμα την τηλεόραση και έβλεπα τον παρουσιαστή στις Ειδήσεις να λύνει την γραβάτα του, ν’ απλώνει τα πόδια του πάνω στο γραφείο και ν’ αναφωνεί μπροστά στην κάμερα: «παιδιά, τέρμα η μαλακία. Έχουμε και καλύτερα πράγματα να κάνουμε.» Και να φύγει. Έτσι απλά.

Να ένας άνθρωπος με φαντασία! – θα σκεφτόμουν. Γιατί αυτό είναι η Ουτοπία, κύριοι.

Ήταν 1516 όταν ο Τόμας Μόρ (Thomas More) δημοσίευσε για πρώτη φορά την «Ουτοπία». Ένα έργο ορόσημο για την εξέλιξη τόσο της λογοτεχνίας, όσο και της φιλοσοφικής/κοινωνιολογικής σκέψης – ήταν εξάλλου εκείνο που καθιέρωσε τον όρο «ουτοπία». Στο βιβλίο περιγράφεται μια χώρα τόσο διαφορετική στα έθιμα και τις συνθήκες συγκριτικά με την κοινωνία των καιρών του Μορ, που φάνταζε εντελώς εξωπραγματική. Μια κοινωνία όπου οι άνθρωποι δουλεύουν τόσο όσο χρειάζεται για να παράγουν τα αναγκαία (και ποτέ παραπάνω), το χρήμα είναι άχρηστο και η δόξα πηγαίνει στους ειρηνοποιούς, όχι τους πολεμοκάπηλους.

Σκάνδαλο τότε. Σκάνδαλο και τώρα.

Τρεις δόσεις από αυτή, την αρχέγονη Ουτοπία των νεότερων χρόνων (γιατί και οι αρχαίοι είχαν τις δικές τους ουτοπίες), αποφάσισα να μοιραστώ μαζί σας σήμερα. Τρία από τα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μου, αποσπάσματα του βιβλίου. Διαβάζοντάς τα θα κάνετε συγκρίσεις με τη νεότερη εποχή και θα σκεφτείτε πόσο επίκαιρα φαίνονται.







Τρία αποσπάσματα από την «Ουτοπία» του Τόμας Μορ



«Στην Ουτοπία δεν εξαντλούνται στη δουλειά από το πρωί μέχρι το βράδυ, όπως γίνεται στον υπόλοιπο κόσμο και το οποίο μοιάζει με σκλαβιά. Χωρίζουν την ημέρα και την νύχτα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τις οποίες δουλεύουν τις έξι, τρεις πριν το φαγητό και τρεις μετά περνούν το δείπνο και μετά πέφτουν για ύπνο στις οκτώ για οκτώ ώρες. Τις υπόλοιπες ώρες είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά δεν σπαταλούν τον χρόνο τους τεμπελιάζοντας και γλεντώντας, αλλά τον αξιοποιούν ο καθένας ανάλογα με την κλίση του. Οι περισσότεροι επιλέγουν να αυξήσουν τις γνώσεις τους. […]

Θα πρέπει όμως να σας πω λίγο περισσότερο για τον τρόπο που δουλεύουν γιατί ίσως να νομίζετε ότι οι έξι ώρες είναι πολύ λίγες και ότι ίσως να δημιουργεί πρόβλημα πλήρωσης βασικών αναγκών. Αντίθετα λοιπόν το εξάωρο, όχι μόνο φτάνει, αλλά και περισσεύει για να εξασφαλίσουν υπερεπάρκεια τόσο στα αναγκαία όσο και στα αγαθά πολυτελείας, το γιατί θα τα καταλάβετε αμέσως αν λογαριάσετε το μεγάλο μέρος του πληθυσμού που μένει άνεργο σε άλλες χώρες. 

Πρώτα απ’ όλα οι γυναίκες, δηλαδή η μισή ανθρωπότητα, δε δουλεύουν και όπου δουλεύουν το κάνουν γιατί τεμπελιάζουν οι άνδρες τους, σε αυτό μπορείτε να προσθέσετε το πλήθος των αργόσχολων παπάδων και όλων όσων ασχολούνται με την ιεροσύνη. Συνυπολογίστε και όλους τους πλούσιους, κυρίως τους μεγαλοκτηματίες, τους λεγόμενους ευγενείς και τους ανθρώπους του καλού κόσμου, με τους παρατρεχάμενους. Τέλος, βάλτε όλους τους υγιείς δυνατούς ζητιάνους που κάνουν τους αρρώστους για να για δικαιολογήσουν την τεμπελιά. 

Βάλτε όλους αυτούς μαζί και θα δείτε ότι οι άνθρωποι που τελικά εργάζονται για να παράγουν όλα όσα καταναλώνει ολόκληρη η κοινωνία είναι τελικά πολύ λιγότεροι από ότι νομίζουμε. Επίσης σκεφτείτε πόσοι από αυτούς κάνουν δουλειές πραγματικά χρήσιμες για το κοινωνικό σύνολο καθώς υπολογίζοντας τα πάντα με μέτρο το χρήμα δημιουργήσαμε πάρα πολλά περιττά επαγγέλματα που περιστρέφονται γύρω από την πολυτέλεια.

Αν όμως οι άνθρωποι που δουλεύουν, εργάζονταν αποκλειστικά για να παράγουν όσα χρειάζονται για μια άνετη διαβίωση, η υπερπαραγωγή που θα υπήρχε θα έριχνε τόσο χαμηλά τις τιμές που οι έμποροι δεν θα μπορούσαν να συντηρηθούν από την πώλησή τους. Αν όσοι δουλεύουν σε παρασιτικά επαγγέλματα εργάζονταν πραγματικά και παραγωγικά και όσοι τώρα τεμπελιάζουν και ξοδεύουν για δύο, υποχρεώνονταν να δουλέψουν, θα διαπιστώνατε ότι λίγες ώρες δουλειάς την ημέρα είναι υπεραρκετές για να παράγουμε όσα είναι απαραίτητα και ευεργετικά για τον άνθρωπο, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν αγγίζουν την υπερβολή. Αυτό το βλέπει κανείς πολύ καθαρά στην Ουτοπία, αφού σε ολόκληρες πόλεις και διοικητικές περιφέρειες, είναι ζήτημα αν βρεις πεντακοσίους υγιείς νέους ανθρώπους να μην δουλεύουν».



Ένας χάρτης της Ουτοπίας


***


«Στην Ουτοπία αισθάνονται ενόχληση και ντροπή για τις αιματηρές νίκες τους ενάντια στους εχθρούς τους. Για καμία νίκη δεν καμαρώνουν παραπάνω, από αυτές που επιτεύχθηκαν με δεξιοτεχνία, χωρίς αιματοχυσία. Σε τέτοιες περιπτώσεις το γιορτάζουν πανηγυρικά, με δημόσιους θριάμβους, και φτιάχνουν τρόπαια γι’ αυτούς που πέτυχαν μια τόσο σημαντική νίκη• γιατί θεωρούν ότι ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με τη φύση του όταν νικά έναν εχθρό με τρόπο που μόνον εκείνος μπορεί – και αυτό είναι με την δύναμη και την εξυπνάδα του. Οι αρκούδες, τα λιοντάρια, τα αγριογούρουνα, οι λύκοι και τα σκυλιά και όλα τα άλλα ζώα χρησιμοποιούν τη φυσική τους δύναμη, πολλά μάλιστα είναι πιο δυνατά και από τον άνθρωπο, παρόλ’ αυτά εκείνος υπερτερεί λόγω του πνεύματος και της λογικής του».


***


«Είναι γεγονός πως, όσο περισσότερο διαφέρουν οι συνήθειές μας από τις συνήθειες των άλλων, τόσο πιο απίστευτες μας φαίνονται. Αφού το σύστημα της Ουτοπίας διαφέρει τόσο πολύ από το δικό μας, δεν πρέπει να μας φαίνεται παράξενο που αξιολογούν τον χρυσό και το ασήμι με διαφορετικά κριτήρια από ότι εμείς.

Τα πολύτιμα μέταλλα δεν τους χρησιμεύουν παρά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες και κρίσιμες καταστάσεις. Αξιολογώντας τα λοιπόν με βάση τη χρησιμότητα, είναι λογικό να προτιμούν το σίδερο από το χρυσάφι. Ο άνθρωπος δε μπορεί να κάνει χωρίς σίδερο όπως δεν μπορεί να κάνει χωρίς φωτιά και νερό, είναι το πιο χρήσιμο και σημαντικό μέταλλο στη φύση. Ο χρυσός και το ασήμι έχουν υπερεκτιμηθεί από την ανοησία του ανθρώπου και λόγω της σπανιότητάς τους. Στην Ουτοπία όμως πιστεύουν ότι η φύση, σαν ανεκτικός γονιός, παρέχει στον άνθρωπο τις μεγαλύτερες ευλογίες της απλόχερα, όπως το νερό και τον αέρα, και κρύβει ό,τι είναι μάταιο και άχρηστο. […]

Οι κάτοικοι της Ουτοπίας απορούν πως είναι δυνατόν να γοητεύεται κανείς από την αδύναμη λάμψη μιας πέτρας όταν είναι σε θέση να θαυμάζει τη λάμψη των αστεριών και πως είναι δυνατόν να θεωρείται κάποιος καλύτερος από τους άλλους επειδή φορά καλύτερα ρούχα. Στο τέλος δεν είναι τίποτε άλλο από κατεργασμένο μαλλί προβάτου και το πρόβατο είναι πρόβατο όσο καλό μαλλί και να κάνει. Απορούν το ίδιο όταν ακούν ότι άλλοι λαοί αγαπούν ένα μέταλλο τόσο άχρηστο όσο ο χρυσός, σε τέτοιο βαθμό που να το θεωρούν πιο σημαντικό από τον άνθρωπο, ο οποίος είναι ο ίδιος που του έδωσε αξία. Εκπλήσσονται ακούγοντας ότι ένας άνθρωπος με την ευφυΐα ξύλου και όσο κακός όσο και ανόητος, έχει στην υπηρεσία τόσους πολλούς έξυπνους και καλούς ανθρώπους, μόνο επειδή τυχαίνει να έχει πολύ από αυτό το μέταλλο. […]

Περισσότερο όμως απορούν με αυτούς τους ηλίθιους που μόλις δουν πλούσιο, χωρίς να του χρωστούν ή να έχουν εξάρτηση από αυτόν, τρέχουν από πίσω, έστω και αν γνωρίζουν ότι είναι τόσο τσιγκούνης που δεν πρόκειται να τους δώσει δεκάρα. […]



"Ιδανική Πόλη", έργο που αποδιδόταν στον Piero della Francesca και τώρα αποδίδεται σε έναν εκ των Luciano Laurana, Francesco di Giorgio Martini και Melozzo da Forlì


Ενώ όλα τα πιάτα και τα ποτήρια [στην Ουτοπία] είναι φτιαγμένα από πηλό ή γυαλί, όμορφα σε εμφάνιση αλλά από φθηνά υλικά, τα ουροδοχεία στα σπίτια στα σπίτια και στους δημόσιους χώρους είναι φτιαγμένα από χρυσό και ασήμι. Το ίδιο και οι αλυσίδες και οι χειροπέδες των δούλων. Σε μερικούς μάλιστα, για διαπόμπευση, φορούν ένα χρυσό σκουλαρίκι, μια χρυσή αλυσίδα ή ένα χρυσό στεφάνι στα μαλλιά. Κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να ευτελίσουν τα συγκεκριμένα μέταλλα. Έτσι εκεί που σε όλο τον κόσμο προτιμούν να χάσουν το χέρι τους παρά τον χρυσό και το ασήμι τους, στην Ουτοπία αδιαφορούν για αυτά σαν να ήταν μια δεκάρα! Μαργαριτάρια βρίσκουν στην ακρογιαλιά, διαμάντια και ρουμπίνια ανάμεσα στις πέτρες.

Δεν σκοτίζονται να τα ψάξουν, αν όμως τα βρουν κατά τύχη, τα γυαλίζουν και με αυτά στολίζουν τα παιδιά, που τους αρέσει να τα φορούν. Μόλις όμως μεγαλώσουν και καταλάβουν ότι είναι απλώς μπιχλιμπίδια, τα πετούν από μόνα τους, χωρίς να τους το πει κανένας, με τον ίδιο τρόπο, που εμείς παρατάμε τα παιχνίδια και τις κούκλες μας. […]

[Μια μέρα] έκαναν την εμφάνιση τους τρεις ξένοι πρεσβευτές και εκατό ακόλουθοι ντυμένοι οι περισσότεροι με μεταξωτά στα χρώματα της ίριδας. Οι δε πρεσβευτές στην χώρα τους φορούσαν χρυσοκέντητα μεταξωτά και μεγάλες καδένες, σκουλαρίκια και δαχτυλίδια και καπέλα κεντημένα με σειρές από μαργαριτάρια και άλλα πολύτιμα πετράδια. Με λίγα λόγια, ήρθαν με ό,τι στην Ουτοπία είναι χαρακτηριστικό της δουλείας, σύμβολα διαπόμπευσης και μπιχλιμπίδια για μωρά. Ήταν πολύ αστείο να τους βλέπεις να κορδώνονται από την μία συγκρίνοντας τα πανάκριβα ρούχα τους με τα φτωχά ενδύματα των ντόπιων που είχαν βγει στους δρόμους και από την άλλη να κάνουν ακριβώς την αντίθετη εντύπωση από αυτή που ήθελαν να δημιουργήσουν. Φάνταζαν τόσο γελοίοι στα μάτια των κατοίκων της Ουτοπίας, που χαιρετούσαν με σεβασμό τους ταπεινά ντυμένους υπηρέτες και αγνόησαν τους πραγματικούς, γεμάτους χρυσάφι, πρεσβευτές.

Μακάρι να βλέπατε τα παιδιά, που είχαν μεγαλώσει αρκετά για να περιφρονούν τα στολίδια, να λένε στις μανάδες τους: «κοίτα αυτόν τον ανόητο φοράει μαργαριτάρια και διαμάντια λες και είναι μωρό» και εκείνες να απαντούν αθώα:

«ησύχασε, νομίζω ότι είναι ένας από τους γελωτοποιούς των πρεσβευτών».


* Η μετάφραση της «Ουτοπίας» του Μ. Βουτσίνου, εκδόσεις Αργοναύτης.



"Τόμας Μορ" έργο του Χανς Χολμπάιν του νεότερου

5 σχόλια:

  1. Το πρώτο απόσπασμα από την "Ουτοπία", το περί της εργασίας, μου θύμισε πολύ τις ιδέες που εκφράζει στο "Δικαίωμα στην τεμπελιά" ο Λαφάργκ. Όλα τα αποσπάσματα, πάντως, βγάζουν τόσο νόημα, που στο τέλος καταλήγει να είναι μεγάλη ειρωνεία το γεγονός ότι για τον άνθρωπο, το πλάσμα της λογικής, ο Μη-Τόπος είναι ακριβώς η χώρα της λογικής...
    Την καλησπέρα μου, Κουνέλι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όντως υπάρχουν κάποια κοινά με τον Λαφάργκ. Δεν είναι λίγοι οι μεταγενέστεροι συγγραφείς που επηρεάστηκαν από τις ιδέες αυτού του βιβλίου. Όσο αφορά το συμπέρασμα που καταλήγεις... ναι, νομίζω είναι έτσι όπως τα λες. Η ουτοπία μοιάζει περισσότερο λογική από την πραγματικότητα...

      Διαγραφή
  2. Αυτό που μοιάζει για όλους ουτοπία πολύ το επιθύμησαν, αλλά ελάχιστοι είχαν τα κότσια να το κάνουν πραγματικότητα και χρειάστηκε συχνά να πέσουν, για να μάθουν να πετούν, καταφέρνοντας να ζήσουν ότι έμοιαζε άπιαστο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτή είναι η θετική πλευρά της ουτοπίας - τυχεροί όσοι μαθαίνουν να την εξερευνούν με αυτόν τον τρόπο!

      Διαγραφή
  3. Λοιπόν Κούνελε δεν είχε πέσει ποτέ στα χέρια μου αναφορά σε αυτό το έργο. Εδώ τώρα που το διαβάζω από σένα πραγματικά με εκπλήσσει θετικά, με κάνει να μένω έκστατικός μπροστά στη σκέψη του Μόρ για ένα κοινωνικό πρότυπο, πολλούς αιώνες πίσω από την διατύπωση του επιστημονικού σοσιαλισμού.
    Ευχαριστούμε για την προσφορά σου φίλε μου.
    Πολλά φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...