Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα ενός Παιδιού από την Ουαλία. Του Ντύλαν Τόμας


Original illustration by Peter Bailey


Τον παλιό καιρό, τότε που τα Χριστούγεννα δεν είχαν ακόμα καταξιωθεί ως η επίσημη παγκόσμια γιορτή της κατανάλωσης· τότε που τα κάλαντα αποσκοπούσαν περισσότερο στη χαρά της περιπλάνησης – και τα παιδιά δεν κλείνονταν σπίτι τους, μα έβγαιναν στο κρύο να τα πουν· στην εποχή που χιόνιζε που και που μες στις γιορτές και αισθανόσουν περισσότερο τη θαλπωρή της φωτιάς και του σπιτιού· τον καιρό εκείνο που δεν ακούγαμε για εκατομμυριοστή χιλιοστή φορά το γνωστό pop άσμα που παίζει κάθε χρόνο στα ραδιόφωνα (και, πλέον, στους σταθμούς του ηλεκτρικού)· τον καιρό, εκείνο, που λέτε, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας (Dylan Thomas) έγραψε τα “Χριστούγεννα Ενός Παιδιού Από Την Ουαλία”.

Η ιστορία δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1955 – άρα η εποχή που περιγράφει τοποθετείται κάπου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τον καιρό που ο Τόμας ήταν παιδί. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ματιά στα Χριστούγεννα μιας αλλοτινής εποχής – δίχως πλοκή, μα ξεχειλίζοντας εικόνες, φαντασία και πανέξυπνο χιούμορ. Η ιστορία αντηχεί ήχους από καμπανάκια και μοσχομυρίζει γλυκό. Διαβάζοντάς τη γίνεσαι για λίγο ξανά παιδί και νιώθεις πως μεταφέρεσαι πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια – και βάζεις παροδικά τον κυνισμό σου στην άκρη.

Αυτή τη μικρή ιστορία θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Τα λόγια συνοδεύουν εικονογραφήσεις από διαφορετικές εκδόσεις τις ιστορίας (μιας από τις δημοφιλέστερες του Τόμας) ανά τις δεκαετίες. Περιλαμβάνονται σχέδια των εικονογράφων Fritz Eichenberg, Ellen Raskin, Trina Schart και Peter Bailey.

Πάμε λοιπόν πίσω στο χρόνο. Και ας βαδίσουμε, παρέα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, στη λευκοντυμένη από χιόνι εκείνη παραλία, πλάι στη θάλασσα, ενώ θέτουμε το ερώτημα: “καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;” Ίσως στην ερώτηση αυτή, βγαλμένη από τη σκέψη ενός παιδιού, περικλείεται πολύ μεγαλύτερο νόημα στις Γιορτές, συγκριτικά με τα γνωστά και χιλιοειπωμένα λόγια που ακούμε κάθε χρόνο.



Illustration: Ellen Raskin



Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία




«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ εκείνα τα χρόνια, στην άλλη γωνιά της παραθαλάσσιας πόλης· σιωπή παντού, εκτός από τον μακρινό ψίθυρο των φωνών που ακούω, καμιά φορά, μια στιγμή πριν από τον ύπνο, έτσι που δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε χιονίσει έξι μέρες κι έξι νύχτες όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ή δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, όταν ήμουν έξι.

Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επιφάνεια ό, τι βρω. Βουλιάξει το χέρι μου σ’ αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και ... να τους! αναδύονται η κυρία Πρόδερο κι οι πυροσβέστες.

Ήταν το απόγευμα της παραμονής κι εγώ βρισκόμουν στον κήπο της κυρίας Πρόδερο και παραφύλαγα τις γάτες, μαζί με τον γιό της, τον Τζιμ. Χιόνιζε. Πάντοτε χιόνιζε τα Χριστούγεννα. Ο Δεκέμβρης στη μνήμη μου, είναι λευκός όπως η Λαπωνία, μ' όλο που δεν υπήρχαν τάρανδοι. Αλλά υπήρχαν γάτες. Υπομονετικοί, παγωμένοι και άκαμπτοι, με τα χέρια μας τυλιγμένα σε κάλτσες, περιμέναμε ν' αρχίσουμε τις γάτες στις χιονιές. Λείες και λυγερές σαν πάνθηρες, με τρομερά μουστάκια, φτύνοντας και νιαουρίζοντας θα τινάζονταν και θα γλιστρούσαν στους άσπρους τοίχους της πίσω αυλής και οι γερακομάτηδες κυνηγοί, ο Τζιμ κι εγώ, οι παγιδευτές με τα γούνινα σκουφιά και τις γαλότσες από το Χάντσον Μπει, πέρα από την οδό Μαμπλ, θα εκσφενδονίζαμε τις θανατηφόρες χιονιές μας στο πράσινο των ματιών τους.

Οι σοφές γάτες δεν εμφανίζονταν ποτέ. Ήμασταν τόσο σιωπηλοί, τόσο ακίνητοι, εσκιμοπόδαροι αρκτικοί ανιχνευτές στην προστατευτική σιωπή του αιώνιου χιονιού - αιώνιου μολονότι το είχε στρώσει μόλις την Τετάρτη - που δεν ακούσαμε την πρώτη κραυγή της κυρίας Πρόδερο από το ιγκλού της στο βάθος του κήπου. Ή, αν την ακούσαμε, μας φάνηκε σαν μακρινή πρόκληση από εκείνη - αντίπαλο και θήραμα μαζί - την πολική γάτα της γειτόνισσας. Σύντομα, όμως, η φωνή δυνάμωσε: «Φωτιά!» κραύγαζε η κυρία Πρόδερο, χτυπώντας το γκονγκ του δείπνου.

Κι εμείς ξεχυθήκαμε στον κήπο, με τις χιονόμπαλες στα χέρια· και, πράγματι, καπνός έβγαινε από την τραπεζαρία και το γκονγκ βροντούσε και η κυρία Πρόδερο διαλαλούσε την καταστροφή σαν ντελάλης στην Πομπηία. Κι αυτό ήταν καλύτερο κι από το να στέκονταν στη σειρά πάνω στη μάντρα όλες οι γάτες της Ουαλίας μαζί. Ορμήσαμε στο σπίτι, φορτωμένοι τις χιονόμπαλες και σταματήσαμε στην ανοιχτή πόρτα του δωματίου, που είχε ντουμανιάσει απ' τον καπνό.

Κάτι καιγόταν ήταν σίγουρο. Ίσως ο κύριος Πρόδερο, που πάντοτε έπαιρνε έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό, με την εφημερίδα απλωμένη στο πρόσωπό του. Όμως εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου λέγοντας: «Σπουδαία Χριστούγεννα!» και δέρνοντας τον καπνό με μια παντόφλα.

«Φώναξε την Πυροσβεστική!» ούρλιαξε η κυρία Πρόδερο, καθώς χτυπούσε το γκονγκ.

«Δεν θα' ρθει», είπε ο κύριος Πρόδερο, «είναι Χριστούγεννα».

Δεν υπήρχε φωτιά, μόνο σύννεφα καπνού και ο κύριος Πρόδερο όρθιος ανάμεσα τους, ανεμίζοντας την παντόφλα του, σαν να διεύθυνε ορχήστρα.

«Κάντε κάτι», είπε.

Και πετάξαμε όλες τις χιονόμπαλες στον καπνό - νομίζω πως δεν πέτυχε καμιά τον κύριο Πρόδερο - και τρέξαμε έξω απ' το σπίτι, στον τηλεφωνικό θάλαμο.

«Να φωνάξουμε και την αστυνομία», είπε ο Τζιμ.

«Και το Πρώτων Βοηθειών».

«Και τον Έρνι Τζένκινς, του αρέσουν οι πυρκαγιές».

Αλλά φωνάξαμε μόνο την Πυροσβεστική και σύντομα ήρθε το όχημα και τρεις ψηλοί άνδρες με κράνη έβαλαν μια κάνουλα μέσα στο σπίτι και ο κύριος Πρόδερο μόλις που πρόλαβε να βγει πριν την ανοίξουν. Σπάνια τυχαίνει τέτοιος σαματάς παραμονιάτικα. Κι όταν οι πυροσβέστες έκλεισαν την κάνουλα και τους είδαμε να στέκονται μέσα στο μουσκεμένο, κατακαπνισμένο δωμάτιο, η θεία του Τζιμ, η δεσποινίς Πρόδερο, κατέβηκε και τους περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο Τζιμ κι εγώ περιμέναμε, χωρίς να μιλάμε, ν' ακούσουμε τι θα τους έλεγε. Πάντα έλεγε το σωστό. Κοίταξε τους τρεις ψηλούς άνδρες με τ' αστραφτερά τους κράνη, όρθιους ανάμεσα στους καπνούς και τις στάχτες και τις χιονόμπαλες που έλιωναν και είπε: «Θέλετε να διαβάσετε κάτι;»



Illustration: Trina Schart Hyman


Χρόνια και χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί, όταν υπήρχαν λύκοι στην Ουαλία και πουλιά, στο χρώμα των κόκκινων φανελένιων μεσοφοριών, πετάγονταν μέσα από τους μυτερούς βράχους, όταν τραγουδούσαμε και κυλιόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα σε σπηλιές που μύριζαν σαν κυριακάτικα απογεύματα σε υγρές σάλες χωριατόσπιτων και κυνηγούσαμε τους Άγγλους και τις αρκούδες, πριν από το αυτοκίνητο, πριν από τον τροχό, πριν από το άλογο με το πρόσωπο της δούκισσας, όταν χιμούσαμε δίχως σέλλα στους αθώους, ευτυχισμένους λόφους, χιόνιζε και χιόνιζε. Αλλά εδώ ένα μικρό αγόρι λέει: «Χιόνισε και πέρσι. Έφτιαξα ένα Χιονάνθρωπο και ο αδελφός μου τον κλώτσησε και τον γκρέμισε, κι ύστερα κλώτσησα κι εγώ τον αδελφό μου και μετά πήγαμε για τσάι».

«Όμως δεν ήταν το ίδιο χιόνι», λέω εγώ. «Το χιόνι μας δεν χυνόταν μονάχα απ' τα μεγάλα κατάλευκα μαστέλα του ουρανού, μα αναδευόταν σαν σάλι μέσα απ' το χώμα κι ύστερα ξεπηδούσε και τιναζόταν από τα μπράτσα και τα χέρια και τα κορμιά των δένδρων· χιόνι φύτρωνε όλη τη νύχτα στις σκεπές των σπιτιών σαν καθαρό, γέρικο μούσκλο, λεπτοκεντούσε σαν λευκός κισσός τις μάντρες και προσγειωνόταν στους ώμους του ταχυδρόμου που εκείνη τη στιγμή άνοιγε την αυλόπορτα, σαν μουγκή, μουδιασμένη χιονοθύελλα από άσπρες, σκισμένες, χριστουγεννιάτικες κάρτες.

«Υπήρχαν και ταχυδρόμοι τότε;»

«Με ψιχαλιστά μάτια και κερασένιες από τον άνεμο μύτες· με φαρδιά, παγωμένα πόδια. Τσαλαπατούσαν τα πορτάκια και τα τράνταξαν λες κι ήταν σάκοι πυγμαχίας, όμως το μόνο που άκουγαν τα παιδιά ήταν ένα κουδούνισμα καμπάνας».

«Εννοείς πως οι ταχυδρόμοι έκαναν τοκ-τοκ κι οι πόρτες κουδούνιζαν;»

«Εννοώ πως τα κουδουνάκια που άκουγαν τα παιδιά βρίσκονταν μέσα τους».

«Εγώ ακούω βροντές καμιά φορά, ποτέ κουδουνίσματα».


«Υπήρχαν και καμπάνες».

«Μέσα τους;»

«Όχι, όχι, όχι, στα μαύρα σαν τις νυχτερίδες, χιονόλευκα καμπαναριά· τραβούσαν το σκοινί τους επίσκοποι και πελαργοί. Κι έστελναν τις ειδήσεις τους πάνω απ' την τυλιγμένη μ' επιδέσμους πόλη, πάνω από τον παγωμένο αφρό των λόφων από πούδρα ή παγωτό, πάνω απ' τη ραγισμένη θάλασσα. Θαρρούσα τότε πως όλες οι εκκλησιές βροντοφώναζαν χαρούμενα κάτω από το παράθυρο μου, και πως τα κοκόρια έκραζαν για τα Χριστούγεννα πάνω στο φράχτη μας».



Illustration: Trina Schart Hyman


«Πες μου πάλι για τους ταχυδρόμους».

«Ήταν συνηθισμένοι ταχυδρόμοι που αγαπούσαν το περπάτημα και τους σκύλους και τα Χριστούγεννα και το χιόνι. Χτυπούσαν τις πόρτες με μελανιασμένα δάχτυλα...»

«Η οικία μας είχε ένα μαύρο ρόπτρο...»

«Και μετά στέκονταν στο άσπρο χαλάκι της εισόδου, στις μικρές, γερτές βεράντες και λαχάνιαζαν και βαριανάσαιναν, φτιάχνοντας φαντάσματα με την ανάσα τους και ταλαντεύονταν από το ένα πόδι στο άλλο, σαν παιδιά που θέλουν να βγουν από την τάξη».

«Και μετά, τα δώρα;»

«Και μετά τα Δώρα, αφού είχαν ανταλλάξει ευχές οι μεγάλοι. Και ο παγωμένος ταχυδρόμος, μ' ένα ρόδο στην άκρη της μύτης, τσουλούσε αναψοκοκκινισμένος στο γλιστερό, σαν δίσκο του τσαγιού, μονοπάτι, στον αστραφτερό, από τον πάγο, λόφο. Βάδιζε με τις κρουσταλλιασμένες βαριές του μπότες, σαν άνθρωπος που ισορροπεί στη σχεδία ενός ψαρά.

«Κι ενώ η τσάντα του λικνιζόταν σαν την παγωμένη καμπούρα μιας καμήλας, έστριβε, παραζαλισμένος, τη γωνία στο ένα πόδι, και, μα το Θεό, εξαφανιζόταν στη στιγμή».

«Πες μου πάλι για τα Δώρα».

«Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο, δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούλα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί».

«Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα».

«Σακουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα 'θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, οπού μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γκλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για ένα Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια.



Illustration: Trina Schart Hyman


«Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;»

«Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα τη μπα-λωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη, μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριξε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη - και κάτι μικρούλες θείες ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια».

Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί εκείνα τα πρωινά στους φορτωμένους με χιόνι δρόμους· πάντοτε ένας γέρος με γκριζοκίτρινο μπόουλερ και καναρινί γάντια και, με τέτοιο καιρό, έχοντας πάντα χιονισμένες τις γκέτες του, έκανε τον περίπατο του ως τη χιονισμένη πρασιά του μπόουλινγκ και πάλι πίσω, όπως θα την έκανε, ο κόσμος να χαλούσε, όχι μόνο ανήμερα τα Χριστούγεννα αλλά και την Ημέρα ακόμη της Κρίσεως• καμιά φορά δυο λεβέντες, με τις μεγάλες πίπες τους να καπνίζουν, χωρίς πανωφόρια, με τα κασκόλ τους ν' ανεμίζουν, θα κατηφόριζαν αμίλητοι ως την παραμελημένη θάλασσα, για να τους ανοίξει η όρεξη, για να καθαρίσει το κεφάλι τους, ποιος ξέρει, κι ύστερα θα προχωρούσαν ίσια στα κύματα, ώσπου να μη μείνει τίποτα απ' αυτούς, παρά μονάχα τα δυο σγουρά σύννεφα του καπνού πάνω από τα ολόιδια τσιμπούκια τους. Μετά θα ορμούσα φουριόζος στο σπίτι, με τις μυρωδιές από τις σάλτσες των ψητών των άλλων, με τη μυρωδιά του πουλιού, του κονιάκ, της πουτίγκας και της γέμισης να μου τρυπάνε τα ρουθούνια, όταν πίσω από ένα χιονόφραχτο στενό θα εμφανιζόταν ένα αγόρι φτυστό εγώ, μ' ένα τσιγάρο με τριανταφυλλί επιστόμιο και με το βιολετί παρελθόν ενός μαυρισμένου ματιού, κορδωμένο σαν κοκόρι, να στραβοκοιτάζει τον εαυτό του τον ίδιο.

Θα τον μισούσα με την πρώτη ματιά και θα ετοιμαζόμουν να φέρω την σκυλοσφυρίχτρα μου στα χείλη και να φυσήξω τόσο που να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου Χριστουγέννων, όταν ξαφνικά εκείνος, μ' ένα βιολετί βλεφάρισμα, θα έβαζε τη δική του σφυρίχτρα στα δικά του χείλη και θα φυσούσε τόσο απότομα, τόσο τσιριχτά, τόσο εξαίσια δυνατά, που αλαφιασμένα πρόσωπα, με τα μάγουλα μπουκωμένα από τη χήνα, θα κολλούσαν στα στολισμένα τους παράθυρα, σ' όλο το μήκος του λευκού δρόμου που αντιλαλούσε.

Για δείπνο είχαμε γαλοπούλα και γυαλιστερή πουτίγκα και μετά το φαγητό οι Θείοι κάθονταν μπροστά στη Φωτιά, χαλάρωναν όλα τα κουμπιά, απόθεταν τα μεγάλα υγρά τους χέρια πάνω στις αλυσίδες των ρολογιών τους, έβγαζαν ένα δυο μουγκρητά κι αποκοιμούνταν. Μητέρες, θείες και αδελφές, έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας γαβάθες. Η θείτσα Μπέσυ, που είχε ήδη τρομάξει δυο φορές από ένα κουρδιστό ποντίκι, κλαψούριζε ακουμπισμένη στο μπουφέ και σερβιριζόταν λίγο κρασί από βατόμουρο. Ο σκύλος ήταν άρρωστος. Η θείτσα Ντόζι έπρεπε να πάρει τρεις ασπιρίνες, αλλά η θείτσα Χάννα, που αγαπούσε το πόρτο, στεκόταν στη μέση της φρακαρισμένης από το χιόνι πίσω αυλής τραγουδώντας σαν μεγαλόστηθη τσίχλα. Εγώ φούσκωνα μπαλόνια για να δω πόσο μπορούσαν να φουσκώσουν· και, όταν έσκαγαν, πράγμα που πάντα συνέβαινε, οι Θείοι αναπηδούσαν και μουρμούριζαν. Μέσα στο πλούσιο και βαρύ απόγευμα, ενώ οι θείοι ανάσαιναν σαν δελφίνια και το χιόνι κατέβαινε απαλά, καθόμουν ανάμεσα σε γιρλάντες και κινέζικα φαναράκια και τσιμπολογούσα χουρμάδες και προσπαθούσα να φτιάξω ένα συναρμολογούμενο πολεμικό σκάφος, ακολουθώντας τις Οδηγίες για τους Μικρούς Μηχανικούς και τελικά σκάρωνα κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποθαλάσσιο τραμ.



Illustration by Fritz Eichenberg


Ή έβγαινα έξω, με τις ολοκαίνουργιες μπότες μου να τρίξουν, στον λευκό κόσμο, στο λόφο που έβλεπε τη θάλασσα, για να φωνάξω τον Τζιμ και τον Νταν και τον Τζακ και να βολτάρουμε στα νύχια των ποδιών στους ήσυχους δρόμους, αφήνοντας τεράστια, βαθιά ίχνη στα κρυμμένα πεζοδρόμια.

«Στοίχημα πως οι άνθρωποι θα νομίσουν ότι πέρασαν ιπποπόταμοι».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ιπποπόταμο να κατεβαίνει το δρόμο μας;»

«Θα 'κανα έτσι, μπανγκ! Θα τον πετούσα πάνω απ' τα κάγκελα και θα τον άφηνα να κατρακυλήσει στο λόφο και μετά θα τον γαργαλούσα κάτω απ' το αυτί και θα κουνούσε την ουρά του».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες δύο ιπποπόταμους;»

Αρρενωποί ιπποπόταμοι με σιδερένιες λαγόνες, βροντούσαν και γκρέμιζαν τα πάντα καθώς έρχονταν προς το μέρος μας μέσα απ' τις ριπές του χιονιού, την ώρα που προσπερνούσαμε το σπίτι του κ. Ντάνιελ.

«Να ταχυδρομήσουμε στον κ. Ντάνιελ μια χιονόμπαλα μέσα απ' το γραμματοκιβώτιο του».

«Να γράφουμε "ο κύριος Ντάνιελ είναι σαν σπάνιελ" σ' όλη του την πρασιά».

Ή περπατούσαμε στη λευκή παραλία. «Καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;»



Illustration: Peter Bailey


Οι σιωπηλοί νεφόπληκτοι ουρανοί έβγαζαν στη θάλασσα. Τώρα ήμασταν ταξιδιώτες τυφλωμένοι από το χιόνι χαμένοι, στους βορινούς λόφους· και τεράστια σκυλιά με πλαδαρά προγούλια, με φλασκιά γύρω απ' το λαιμό τους, σκουντουφλούσαν πλησιάζοντας μας, με την υλακή “Excelsior”. Γυρνούσαμε σπίτι μέσα από τους φτωχούς δρόμους όπου κάτι παιδιά ψαχούλευαν με γυμνά κόκκινα δάχτυλα μέσα στο αυλακωμένο από τις ρόδες χιόνι και μας γιουχάιζαν καθώς απομακρυνόμαστε, με τις φωνές τους να σβήνουν καθώς σερνόμασταν προς την κορφή του λόφου, μέσα στα κρωξίματα των γλάρων και το σφύριγμα των πλοίων στον περιδινούμενο κόλπο. Κι ύστερα, στο τσάι, οι ξανανιωμένοι Θείοι ήταν κεφάτοι· και το γλασαρισμένο κέικ δέσποζε στη μέση του τραπεζιού σαν μαρμάρινο μνήμα. Η θείτσα Χάννα έβαζε στο τσάι της και λίγο ρούμι, γιατί Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα τις ιστορίες που λέγαμε πλάι στο τζάκι, ενώ η λάμπα του γκαζιού ανάδινε φυσαλίδες όπως ο δύτης. Φαντάσματα ούρλιαζαν σαν κουκουβάγιες τις μακριές νύχτες που δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου- ζώα παραμόνευαν κάτω απ’ τις σκάλες, όπου χτυπούσε ο μετρητής του γκαζιού. Και θυμάμαι ότι μια φορά βγήκαμε για να πούμε τα κάλαντα, και δεν υπήρχε η φέτα του φεγγαριού για να φωτίζει τα ιπτάμενα στενά. Στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου ήταν ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι και σκοντάψαμε στο σκοτάδι του μονοπατιού εκείνη τη νύχτα, όλοι μας φοβισμένοι, όλοι μας κρατώντας μια πέτρα στο χέρι για κάθε ενδεχόμενο και όλοι μας πολύ γενναίοι για να βγάλουμε άχνα. Ο άνεμος μέσα απ' τα δένδρα έκανε ένα θόρυβο λες και κάποιοι γέροι και δυσάρεστοι και αραχνοπόδαροι άνδρες ξεφυσούσαν μέσα σε σπηλιές. Πλησιάσαμε τον μαύρο όγκο του σπιτιού.

«Τι θα τους πούμε; Το "Ακούσατε τον Αγγελο";»

«Όχι», είπε ο Τζακ, «τον "Καλό Βασιλιά Γουενσεσλάς". Με το τρία».

Ένα, δύο, τρία και αρχίσαμε να τραγουδάμε, με τις φωνές μας ψηλές και σαν μακρινές στη φοδραρισμένη με χιόνι σκοτεινιά γύρω από το σπίτι, όπου δεν κατοικούσε κανείς απ' όσους ξέραμε. Στεκόμασταν σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κοντά στη σκοτεινή πόρτα.

Ο Καλός Βασιλιάς Γουενσεσλάς κοιτούσε
Του Αγίου Στέφανου το πανηγύρι

Και τότε μια εύθραυστη, ξερή φωνή, σαν τη φωνή κάποιου που έχει να μιλήσει πολύ καιρό, άρχισε να τραγουδάει μαζί μας· μια εύθραυστη, ξερή, σαν τσόφλι αυγού φωνή, από την άλλη πλευρά της πόρτας• μια μικρή ξερή φωνή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Κι όταν σταματήσαμε να τρέχουμε βρισκόμασταν έξω από το δικό μας σπίτι· το μπροστινό δωμάτιο ήταν υπέροχο· μπαλόνια έλαμναν κάτω από το γκάζι που κόχλαζε σαν θερμοφόρα· τα πάντα ήταν καλά και πάλι και έλαμπαν πάνω από την πόλη.

«Μπορεί να ήταν φάντασμα», είπε ο Τζιμ.

«Μπορεί να ήταν ξωτικά», είπε ο Νταν, που συνέχεια διάβαζε.

«Πάμε να δούμε αν έμεινε καθόλου πηχτή», είπε ο Τζακ. Και αυτό κάναμε.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα μουσική. Ένας Θείος έπαιξε βιολί, ένας ξάδελφος τραγουδούσε το "Ώριμο κεράσι" και ένας άλλος τον "Μικρό τυμπανιστή". Ήταν πολύ ζεστά στο σπιτάκι. Η θείτσα Χάννα που είχε περάσει στο κρασί από κοκκινογούλια, τραγουδούσε ένα τραγούδι για Αιμάσσουσες Καρδιές και θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πως η καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού· και τότε όλοι γελούσαν ξανά· και μετά πήγαινα για ύπνο. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου το φεγγαρόφωτο και το ατέλειωτο χιόνι με το χρώμα του καπνού, διέκρινα τα φώτα στα παράθυρα όλων των άλλων σπιτιών στο λόφο μας και άκουγα τη μουσική ν' ανεβαίνει μέσα απ' αυτά στη μεγάλη νύχτα που πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Χαμήλωνα το γκάζι, ξάπλωνα στο κρεβάτι. Έλεγα λίγα λόγια στο βαθύ και άγιο σκοτάδι και αποκοιμιόμουν.»



* Η ιστορία περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των εκδόσεων Ερατώ. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά.



Illustration: Peter Bailey

4 σχόλια:

  1. Πολύ όμορφη ιστορία, κουνελάκι. Και απόλυτα ταιριαστή με τα Χριστούγεννα. Να έχεις ένα όμορφο βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πως θα μπορούσαμε, μέρες που είναι, να στερηθούμε τη δική σου ουσιαστική συμβολή στη σκέψη και στα συναισθήματα. Να λοιπόν που είσαι, μια ακόμα φορά παρών με ένα υπέροχο διήγημα ενός μεγάλου ανθρώπου. Τότε, σε εποχές με αλήθεια και αξίες.
    Κούνελε να έχεις καλές γιορτές φίλε και να εξακολουθείς να κοσμείς με την παρουσία σου το διαδίκτυο.
    Την καλησπέρα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με μικρή καθυστέρηση ανταποδίδω τις ευχές, Γιάννη. Καλές γιορτές σε σένα και όσους αγαπάς φίλε μου!

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...