Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος πρώτο





"Σύμφωνα με τα γράμματα που λαμβάνω, μπορώ να πω ότι οι περισσότεροι από τους αναγνώστες των ιστοριών μου είναι ενήλικοι. Δικηγόροι, γιατροί, συγγραφείς, καλλιτέχνες, καθηγητές κολλεγίων, αθλητές... Κατά τη γνώμη ορισμένων από αυτούς, τα σενάρια και οι διάλογοί μου απευθύνονται σε αναγνώστες με υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Επιτρέψτε μου να πω ότι ποτέ δεν με ενδιέφερε κάτι τέτοιο! Δεν μου έχει τύχει ποτέ να γνωρίσω παιδί που να μην έχει την ελάχιστη γνώση ή το ενδιαφέρον σχετικά με τη φυσική, την τεχνολογία ή την γεωγραφία" – Καρλ Μπαρκς


Στην πραγματικότητα το μέσο παιδί έχει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα μυστήρια του κόσμου γύρω του, συγκριτικά με το μέσο ενήλικα. Ο τελευταίος όλα τα γνωρίζει πια· είναι πεπεισμένος πως η γνώση που έχει για τον κόσμο είναι η μόνη ορθή και απαιτεί να σκέφτονται όλοι σαν αυτόν. Κανένα μυστήριο, καμιά άγνωστη χώρα. Ο μικρός εξερευνητής παρέδωσε τη θέση του στο μεγάλο καταπατητή.

Σήμερα θα μιλήσουμε για ιστορίες με παπιά – ξέρετε, εκείνες που διαβάζαμε παιδιά. Και θα συζητήσουμε για ένα μεγάλο δημιουργό – έναν από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες του 20ου αιώνα, οι ιστορίες του οποίου μπορούν επάξια να σταθούν δίπλα στα έργα του Αισώπου, του Περώ, του Βερν ή του Μαρκ Τουέην.

Τί ήταν εκείνο που έκανε το θείο Σκρουτζ τόσο αγαπητό στα μάτια μας όταν διαβάζαμε τις ιστορίες του μικροί; Η δίψα του για χρήμα; Όχι βέβαια – ήταν τα ταξίδια εκείνα που μας μάγευαν· η περιπλάνηση στον κόσμο· η επαφή με άγνωστους πολιτισμούς· η εξερεύνηση· η περιπέτεια. Ο Σκρουτζ ωστόσο φάνταζε κάτι μακρινό στα μάτια μας – σχεδόν εξωτικό. Ταυτιζόμασταν περισσότερο με τον ανιψιό του, Ντόναλντ, και τα τρία ανιψάκια, τον Χιούη, τον Ντιούη και τον Λιούη. Και ρουφούσαμε αχόρταγα τις ιστορίες τους, γινόμασταν συνοδοιπόροι στα ταξίδια τους. Και τα ωραιότερα ταξίδια ήταν τα πιο εξωτικά – εκείνα που φανέρωναν πως άλλοι κόσμοι είναι δυνατοί, άλλες πραγματικότητες. Πόσο έθρεψαν τη φαντασία μας αυτές οι ιστορίες!

Ήμουν έξι χρονών όταν έπεσε στα χέρια μου ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού ΚΟΜΙΞ. «Επιτέλους! Οι κλασικές ιστορίες που έγραψε και σχεδίασε ο Καρλ Μπαρκς κυκλοφορούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εξ’ ολοκλήρου πολύχρωμες και τυπωμένες σε χαρτί πολυτελείας» - έλεγε στο οπισθόφυλλο. Καρλ Μπαρκς; Ποιος είναι αυτός, άραγε – θα αναρωτήθηκε πλήθος κόσμου τον καιρό εκείνο. Μέχρι που άρχισε να διαβάζει τις ιστορίες... και η μνήμη του επανήλθε, σαν πλατωνική ανάμνηση, καταχωνιασμένη στα βάθη της συνείδησης, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να ξεπροβάλλει: «Α, ΑΥΤΟΣ είναι ο Καρλ Μπαρκς! Ναι, τον ξέρω. Στην πραγματικότητα διαβάζω τις ιστορίες του εδώ και καιρό... απλά δεν ήξερα το όνομά του». 






Ο Καρλ Μπαρκς, βλέπετε, γνωστός και ως «Παπιάνθρωπος», έγραφε και σχεδίαζε επί δεκαετίες τις ιστορίες του κρυμμένος στην ανωνυμία – ήταν η πολιτική της εταιρείας Disney οι δημιουργοί της να μένουν ανώνυμοι στο ευρύ κοινό – μόνο η υπογραφή «Ουώλτ Ντίσνεϋ» δέσποζε, κυριαρχικά, στα δεκάδες έντυπα και έργα της εταιρίας. Ποιος ήξερε τους σχεδιαστές, τους σεναριογράφους, τους animators, τους κομίστες – κανείς.

Μέχρι που δύο οπαδοί των ιστοριών του αναζήτησαν, κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 60, κι ενώ σχεδόν έβγαινε στη σύνταξη, τον δημιουργό του Σκρουτζ Μακ Ντακ. Τον γνώρισαν και του πήραν μια συνέντευξη. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Ο κόσμος έμαθε το όνομα Καρλ Μπαρκς. Γνώρισε πως ένα μεγάλο μέρος των ιστοριών που είχε αγαπήσει ήταν δικές του. Έμαθε πως ο χαμογελαστός αυτός κύριος με το μουστάκι ήταν ο δημιουργός όχι μόνο του Σκρουτζ Μακ Ντακ, μα και των Μουργόλυκων, της Μάτζικα Ντε Σπελ, του Γκαστόνε, του Κύρου Γρανάζη, του Σκληρόκαρδου Χρυσοκούκη και πλήθους άλλων χαρακτήρων με τις οποίες είχε μεγαλώσει. 

Και συνειδητοποίησε το αφηγηματικό βάθος αυτού του δημιουργού, ξέχειλο νοήματα και πολλαπλές αποχρώσεις που συχνά υπερέβαιναν τα πλαίσια της Ντίσνεϋ. Γιατί μέσα από τις ιστορίες του Καρλ Μπαρκς αναβλύζει όχι μόνο χιούμορ, μα και μια κριτική ματιά πάνω στην κοινωνία του 20ου αιώνα - όπως θα διαπιστώσουμε στη διάρκεια του αφιερώματός μας. Τα παπιά του Μπαρκς αντανακλούν την κοινωνία που τα έθρεψε - και όπως σημειώνουν άφθονοι μελετητές του Παπιάνθρωπου, μέσα από τα κόμικς του αναδύεται όχι μόνο ένας έξοχος παραμυθάς, μα και ένας ανατόμος της κοινωνίας των καιρών του.

Αυτό το αφιέρωμα, χωρισμένο σε δύο συνέχειες, είναι ένας προσωπικός φόρος τιμής μου στον «Παπιάνθρωπο». Γιατί οι ιστορίες του είναι θαμμένες στην καρδιά μου σαν σεντούκι θησαυρού – από εκείνα τα σεντούκια που ούτε ο θείος Σκρουτζ δεν θα μπορέσει να ξετρυπώσει!






Λίγα λόγια για τον Παπιάνθρωπο



Όπως συμβαίνει με τόσους και τόσους συγγραφείς και καλλιτέχνες, τα έργα τους είναι συνήθως προιόντα κοπιαστικής, μοναχικής δουλειάς, σε κάποιο ημιφωτισμένο χώρο, ένα μικρό δωμάτιο βαρυφορτωμένο με χαρτιά κι «ένα μεγάλο κάλαθο αχρήστων» - όπως έλεγε ο ίδιος ο Μπαρκς. Θα φανταζόμασταν, άραγε, μικροί, πως τα υπέροχα αυτά εικονογραφημένα ταξίδια σε μέρη όπως οι Άνδεις, η τροπική Γουινέα, η εξωτική Τράλλα-Λα, το παγερό Κλοντάικ, η αρχαία Περσία, οι ζούγκλες του Ελ Ντοράντο, η υποχθόνια Γη, ως και τα πέρατα του διαστήματος, ήταν στην πραγματικότητα προιόντα έμπνευσης και δημιουργίας σ’ ένα μικρό δωματιάκι, φωτισμένο από κάποια παλιά λάμπα; Πως ο δημιουργός τους είχε ταξιδέψει ελάχιστα και πως πηγή πληροφοριών (και τροφή στη φαντασία του) υπήρξε μια μεγάλη συλλογή από τεύχη του National Geographic;

Δες όμως – τι υπέροχα ταξίδια ήταν αυτά! Εξορμήσεις σε χαμένους πολιτισμούς και άγνωστες πολιτείες, μέχρι τα πέρατα της γης. Μα αυτό δεν αφορούσε παρά ένα μέρος των ιστοριών του· γιατί όταν ο Μπαρκς αποφάσιζε να ασχοληθεί με τη μικροκοινωνία των χαρακτήρων του, το σύνθετο πλαίσιο της πόλης και της γειτονιάς, το αποτέλεσμα ήταν ένα πλήθος από μικρές σε έκταση, ευφάνταστες δημιουργίες, ξέχειλες χιούμορ και πανέξυπνες ανατροπές: ήταν οι ξακουστές δεκασέλιδες ιστορίες του Μπαρκς, εξίσου διάσημες με τις μεγαλύτερές του περιπέτειες. Στις ιστορίες αυτές συχνά ξετυλίγεται το πλέγμα όχι μόνο της φαντασίας του δημιουργού τους, μα μια γενικότερη αίσθηση των καιρών. Σχεδόν αισθάνεσαι πως ψηλαφείς την κοινωνία της εποχής και πως χαρακτήρες όμως ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε, η ζηλόφθονη Νταίζυ, ο τσιγκούνης Σκρουτζ, μα πάνω απ’ όλα ο γκαντέμης, ματαιόδοξος, τεμπέλης, εγωιστής, συχνά άνεργος, μονίμως εκνευρισμένος και ηρωικός υπό συνθήκες, Ντόναλντ... αισθάνεσαι πως χαρακτήρες όπως αυτοί συνιστούν γνήσιες σκιαγραφήσεις ανθρωπίνων τύπων, απολύτως ρεαλιστικών και διαχρονικών, όμοιες με τις περιγραφές των μεγαλύτερων λογοτεχνών.

Δεν είναι τυχαία εξάλλου η επιτυχία του Ντόναλντ Ντακ – ο καθένας μπορούσε να ταυτιστεί μαζί του, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.






Ο Μπαρκς δεν δημιούργησε τον Ντόναλντ – εξέλιξε όμως σε σημαντικό βαθμό την προσωπικότητά του, περιπλέκοντας την, προσδίδοντας ποικιλόμορφες χροιές και αποχρώσεις, φανερώνοντας πως δεν υπάρχουν άσπροι και μαύροι χαρακτήρες – μόνο σύνθετοι. Το ίδιο ίσχυε και για τους «κακούς» του, όπως η Μάτζικα και οι Μουργόλυκοι – παραήταν συμπαθείς για να ταυτιστούν με το πλήθος των στερότυπων κακών που δέσποζαν στα κόμικς των καιρών. "Οι κακοί είχαν πάντα μια καλή πτυχή στο χαρακτήρα τους και οι καλοί μια δόση κακεντρέχειας... Οι χαρακτήρες μου δεν ήταν ποτέ μονοδιάστατοι... ήταν ανθρώπινοι", είχε πει ο Μπαρκς σε κάποια συνέντευξή του. Και όταν είχε έρθει πια η σειρά του θείου Σκρουτζ, δανεισμένου απ’ το σύμπαν του Καρόλου Ντίκενς και της «Χριστουγεννιάτικης Ιστορίας» του, ήταν πια καιρός να ανεβάσει τις περιπέτειες των παπιών σε άλλο επίπεδο – και να εκτοξεύσει τα κόμικς της Ντίσνεϋ σε πρωτόγνωρες δόξες.

Οι ιστορίες του Μπαρκς έχουν κάτι από το ύφος και το στυλ των μεγάλων παραμυθάδων της λογοτεχνίας. Μπορεί κάποιος να συναντήσει έναν Αίσωπο κρυμμένο σε κάποια γωνιά της Λιμνούπολης· έναν Λα Φονταίν να αφηγείται ιστορίες στον κήπο του Ντόναλντ· έναν Ιούλιο Βερν να συνοδεύει το θείο Σκρουτζ στις περιπλανήσεις του· κι έναν Μαρκ Τουέην να χαμογελά σαρκαστικά με τα μπλεξίματα και τις γκάφες των παπιών. Και ποιος ξέρει – ίσως στο μικροσκοπικό, θαυματουργό αυτό βιβλιαράκι των Μικρών Εξερευνητών – ένα βιβλιαράκι που περιλαμβάνει, κατά θαυματουργό τρόπο, τα πάντα, κάθε δυνατό τομέα της γνώσης, ξεπερνώντας ακόμα και τη Wikipedia! – ίσως στο βιβλιαράκι αυτό να δεσπόζει κάτι απ’ το πνεύμα ενός Δον Κιχώτη.

Η επιρροή του εξάλλου έφτασε να υπερβεί το πλαίσιο των κόμικς της Disney. Ένας απ’ τους μεγάλους θαυμαστές του Μπαρκς ήταν ο Osamu Tezuka, γνωστός και ως “πατέρας των Manga”. Τα γιαπωνέζικα κόμικς χρωστάνε πολλά στον Παπιάνθρωπο, η τέχνη του οποίου επηρέασε καθοριστικά τον Τεζούκα. Τα μάνγκα του τελευταίου αναμειγνύουν έντεχνα τεχνικές της ιαπωνικής παράδοσης με το νεότερο δυτικό στυλ, όπως αναπτύχθηκε από την καθαρή, καρτουνίστικη πέννα του Μπαρκς.


Προσωπική αφιέρωση του Osamu Tezuka στον Carl Barks


Ρωτήστε εξάλλου τον Matt Groening, τον δημιουργό των Simpsons, ποια είναι η γνώμη του για τον Καρλ Μπαρκς - και πόσο επηρέασε ο Ντόναλντ Ντακ το χαρακτήρα του Homer Simpson. Όσο αφορά τον George Lucas; Κάποιες από τις περιπέτειες του Indiana Jones μοιάζουν βγαλμένες μέσα από το σύμπαν των παπιών...

Ο Μπαρκς κουβαλούσε μια ιστορία πίσω του που θύμιζε σε έναν βαθμό τις περιπέτειες των ηρώων του. Μεγαλώνοντας σε ένα αγροτικό πλαίσιο, ένας «καουμπόυ του γλυκού νερού» όπως χαρακτήριζε ο ίδιος τον εαυτό του, έχοντας λάβει μια καλή εκπαίδευση μα αναγκάζοντας να την εγκαταλείψει λόγω ακουστικών προβλημάτων, ο Μπαρκς πέρασε από αρκετά στάδια μέχρι να ανακαλύψει το ρόλο που του ταίριαζε: αγρότης, ξυλοκόπος, τορναδόρος, κτηνοτρόφος, μηχανικός σε εκτυπώσεις... Η εναλλαγή από δουλειά σε δουλειά υπήρξε καθοριστική για την έμπνευση των ιστοριών του Ντόναλντ Ντακ... Οι συνεχείς αποτυχίες, το πλήθος των στραβοπατημάτων, σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα του – «έμαθε να είναι πιο σκληρός απ’ τους σκληρούς, πιο έξυπνος απ’ τους έξυπνους», όπως έλεγε ο θείος Σκρουτζ. Τέλος, η επαφή με ένα σύνθετο μωσαϊκό ανθρώπων, η λεπτή ειρωνεία και ο σαρκασμός με τον οποίο έβλεπε πως αντιμετώπιζαν την πραγματικότητά τους, το συχνά κωμικό πλέγμα των ανθρωπίνων καταστάσεων με τις οποίες ενεπλάκη... τον ώθησαν να συμπεράνει πως το χιούμορ είναι απαραίτητο για να τα βγάζει κάποιος πέρα.

Εν μέρει υπήρξε αυτοδίδακτος στο σχέδιο – και εν μέρει τον βοήθησαν κάποια μαθήματα αλληλογραφίας που έλαβε. Η πρώτη σταθερή δουλειά του ως εικονογράφου υπήρξε η συνεργασία με το περιοδικό Calgary Eye Opener, στα χρόνια μεταξύ 1928 και 1934. Ήταν ένα περιοδικό που απευθυνόταν, κατά κύριο λόγο, σε ενήλικες και τα σχέδια του Καρλ Μπαρκς της εποχής αντανακλούν αυτή τη διάθεση. Ποιος ξέρει – ίσως ήταν το περιοδικό που διάβαζε ο Ντόναλντ στα κρυφά, τις ώρες που τον είχε κουράσει η Νταίζυ και η γκρίνια της.






Ήταν 1935 όταν ξεκίνησε τη συνεργασία του με τη Ντίσνεϋ. Δούλευε στο τμήμα των κινουμένων σχεδίων τον καιρό εκείνο και μάλιστα, κάνοντας τη «λάντζα» - σχεδίαζε τα ενδιάμεσα frames, εκείνα που συνιστούν τη μεγαλύτερη απ’ τις αγγαρείες και μια απ’ τις πιο κουραστικές διαδικασίες του κινουμένου σχεδίου. Ο Μπαρκς δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένος – ώσπου έστειλε μια ιδέα του για σενάριο σε καρτούν του Ντόναλντ: επρόκειτο για μια μηχανική καρέκλα-κουρέας, η οποία υποσχόταν το πιο φίνο ξύρισμα και κούρεμα – μέχρι που ο Ντόναλντ τα κάνει θάλασσα, ως συνήθως. Η ιδέα του είχε μεγάλη απήχηση και σύντομα ο Μπαρκς έμελλε να τη δει υλοποιημένη στην οθόνη: Το καρτούν «Μοντέρνες Εφευρέσεις» του 1936 παραμένει ένα από τα κλασικότερα καρτούν του Ντόναλντ Ντακ.

Αυτό ήταν – ο Μπαρκς ανήκε και επισήμως πλέον στη συγγραφική ομάδα των καρτούν του Ντόναλντ. Λίγα τον χώριζαν πλέον από την ανάληψη των ιστοριών σε κόμικς.

Ο επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν η ιστορία σε κόμικς “Donald Duck Finds Pirate Gold” του 1942. Ο Μπαρκς ανέλαβε από κοινού τον σχεδιασμό της ιστορίας, παρέα με τον συνεργάτη του, Τζακ Χάννα. Υπήρξε η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωα τον Ντόναλντ. Λίγο καιρό πριν είχε προηγηθεί η ιστορία “Pluto Saves The Ship” – η πρώτη ιστορία που σχεδίασε με ήρωες του Ντίσνεϋ. Λίγους μήνες μετά, τον Απρίλη του 1943, θα έγραφε και θα σχεδίαζε και την πρώτη δεκασέλιδη ιστορία του με ήρωα τον Ντόναλντ: το όνομά της ήταν “Victory Garden” – «Ονειρεμένο Περιβόλι» στα ελληνικά.

Τα υπόλοιπα είναι μια όμορφη ιστορία, το περιεχόμενο της οποίας βρίσκεται στα πλήθη εκείνα των περιοδικών με τα οποία μεγαλώσαμε  και με τα οποία μεγαλώνουμε ακόμα.







Οι 30 Ωραιότερες Ιστορίες του Καρλ Μπαρκς (Μέρος 1 - Θέσεις 30-21)




30 # Το Χρυσάφι Του Πειρατή (Donald Duck Finds Pirate Gold, 1942)






Νομίζω αξίζει να ξεκινήσω την αντίστροφη αυτή μέτρηση με την ιστορία με την οποία «ξεκίνησαν όλα». Πρόκειται για την πρώτη ιστορία με ήρωα τον Ντόναλντ που σχεδίασε ο Μπαρκς, καθώς και την πρώτη πολυσέλιδη περιπέτεια του Ντόναλντ που προοριζόταν για περιοδικό. Είχαν προηγηθεί οι συμμετοχές του Ντόναλντ στα στριπ του Μίκυ Μάους, που σχεδίασε ο Φλόυντ Γκόντφρεντσον, καθώς και τα περίφημα στριπ του Αλ Ταλιαφέρο – ο οποίος εξέλιξε σε καθοριστικό βαθμό την προσωπικότητα του Ντόναλντ. Μα ο πάπιος που πρωταγωνιστούσε στις μικρές, κωμικές αυτές ιστορίες, δεν είχε γίνει ακόμα ήρωας μιας αληθινής, εικονογραφημένης περιπέτειας... ήταν, λοιπόν, η ώρα για το «Χρυσάφι του Πειρατή».

Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιστορία του Ντόναλντ, το «Χρυσάφι του Πειρατή» θυμίζει κινούμενα σχέδια παρά κόμικς. Η διαδοχή των εικόνων έχει κινηματογραφική ροή, τα πλάνα μοιάζουν με εκείνα της μεγάλης οθόνης, ενώ οι διάλογοι συχνά απουσιάζουν. Εχθρός του Ντόναλντ στην ιστορία είναι ο Μαύρος Πητ – όπως και σε πλήθος από τις παλιές του περιπέτειες, ακολουθώντας κι εδώ την παράδοση των κινουμένων σχεδίων – ήταν πολύ νωρίς ακόμα για την εμφάνιση των Μουργόλυκων ή της Μάτζικα.







Την ιστορία υπογράφει ο Bob Karp, ενώ το σχέδιο μοιράζονται από κοινού ο Carl Barks με τον Jack Hannah. Ο Μπαρκς είχε αναλάβει τα εξωτερικά πλάνα και ο Χάννα τα εσωτερικά. Το πρώιμο σχέδιο του Μπαρκς μοιάζει πολύ με εκείνο των κινουμένων σχεδίων – πλαστικό, στρογγυλεμένο, χωρίς πολλές λεπτομέρειες. Με την πάροδο των χρόνων θα μεταμορφωνόταν σημαντικά, παράλληλα με τη μεταμόρφωση των χαρακτήρων του.

Η ιστορία αναδύει έναν όμορφο, αλμυρό θαλασσινό αέρα και η πειρατική διάθεση παραπέμπει σε κλασικά μυθιστορήματα όπως το «Νησί των Θησαυρών»... Μα αυτό δεν ήταν παρά μόνο η αρχή.



29 # Το Ολόχρυσο Φεγγάρι  (Τhe Τwenty Four Carat Moon, 1958)



Σε μια από τις πιο εμβληματικές ανατροπές στην ιστορία των κόμικς, ο Σκρουτζ Μακ Ντακ παρακολουθεί δίχως λόγια το μοναχικό κάτοικο ενός πλανήτη να αποκτά την ευτυχία με μία χούφτα... χώμα. Ο πλανήτης στον οποίο κατοικεί είναι φτιαγμένος από καθαρό χρυσάφι και ο Σκρουτζ χρειάστηκε να υπερισχύσει από πλήθος ανταγωνιστές και αντιπάλους, μέχρι να απλώσει πρώτος τα πόδια του στον χρυσό αυτό πλανήτη και να μπήξει τη σημαία του, σαν άλλος κατακτητής μιας ολόχρυσης σελήνης. Μα ο εξωγήινος κάτοικος του πλανήτη αδιαφορεί για τον χρυσό – «μήπως σου βρίσκεται λίγο χώμα, να το ανταλλάξεις με τον πλανήτη μου;», ρωτά τον απορημένο Σκρουτζ, ο οποίος νομίζει πως έχει να κάνει με έναν τρελό – γιατί πως είναι δυνατόν, σε τελική ανάλυση, να μην είσαι ευτυχής κατέχοντας έναν πλανήτη από ατόφιο χρυσάφι.






Ο Σκρουτζ τυχαίνει να κουβαλά λίγο χώμα στις αποσκευές του. Ενθουσιασμένος ο εξωγήινος ευχαριστεί θερμά τον Σκρουτζ – ο οποίος χαμογελά νιώθοντας πως έχει να κάνει με κάποιον θεοπάλαβο. Τότε όμως ο εξωγήινος τοποθετεί το χώμα σε μια ιδιόμορφη μηχανή που την ονομάζει «Μαγνητικό Ελκυστή»· το χώμα μεγεθύνεται, έλκει γύρω του στοιχεία της ατμόσφαιρας και, σταδιακά, αρχίζει να μετασχηματίζεται σε μια μικροσκοπική υδρόγειο σφαίρα: τα ορυκτά και τα μέταλλα παραχωρούν τη θέση του σε νερό και βλάστηση – σύντομα έχει δημιουργηθεί ένας ολόφρεσκος, μικρός πλανήτης, όμοιος με τη γη. «Τι να το κάνω το χρυσό, όταν πάλι μπορώ και ζω σε έναν πλανήτη σαν αυτό, με τροφή, νερό και ζωή!», λέει χαρούμενος ο εξωγήινος, αναχωρώντας για άλλους ουρανούς.

Και ο Σκρουτζ αισθάνεται πως τελικά, τίποτα δεν κέρδισε στο τέλος.

Με ιστορίες σαν αυτή ο Μπαρκς επάξια θεωρήθηκε ένας απ’ τους μεγάλους παραμυθάδες του 20ου αιώνα.



28 # Βόρεια Του Γιούκον (North Of The Yukon, 1965)



Εν έτει 1965 ο Καρλ Μπαρκς βρισκόταν στο λυκόφως των αφηγήσεών του με ήρωες τα παπιά. Μα λίγο πριν το τέλος έμελλε να δώσει μία από τις πιο συγκινητικές του περιπέτειες, εξελίσσοντας ακόμα περισσότερο το χαρακτήρα του θείου Σκρουτζ και εμβαθύνοντας στο μύθο του. Το «Βόρεια του Γιούκον» επαναφέρει τον ήρωά μας στα μέρη που απέκτησε τον πλούτο του και τον φέρνει σε επαφή με έναν παλιό του αντίπαλο – τον Γλίτσα Λέρα. Ο σκληρός ανταγωνισμός μέσα από τα χιόνια, το ανήλεο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού εκ μέρους του αντιπάλου του, μα και η αδίστακτη πραγματικότητα της δημοσιότητας και των δημοσιογράφων – όλα έχουν ένα μερίδιο στη συναρπαστική αυτή περιπέτεια του Μπαρκς.







Περισσότερο όλων όμως, ξεχωρίζει η παρουσία ενός ζώου: του Γάβγη, ενός γέρικου σκύλου, που με αυταπάρνηση σώζει το αφεντικό του και αποδεικνύει πως τα γλυκύτατα τετράποδα συχνά είναι κατά πολύ ανώτερα των δίποδων που τα σέρνουν με λουριά. Στην ωραιότερη στιγμή της ιστορίας ο Σκρουτζ εγκαταλείπει το στόχο του, και μαζί με αυτόν τα πλούτη του, προκειμένου να σώσει τον γέρικο σκυλάκο από βέβαιο πνιγμό – έχει συνειδητοποιήσει πλέον πως κάποια πράγματα αξίζουν περισσότερο απ’ το χρήμα.



27 # Το Δεύτερο Πιο Πλούσιο Παπί Του Κόσμου (The Second Richest Duck, 1956)



Στην ιστορία αυτή εισάγεται το αντίπαλο δέος του Σκρουτζ Μακ Ντακ: o Σκληρόκαρδος Χρυσοκούκης, ο μεγιστάνας απ’ την Αφρική, καθ’ όλα όμοιος με τον αντίζηλό του: όμοιος στα πλούτη, στον τρόπο ζωής, στην τσιγκουνιά, ως και στην εμφάνιση. Θα ‘λεγε κανείς πως βλέποντας τον εαυτό του στον καθρέπτη ο Σκρουτζ ενδεχομένως να έκανε και λίγη αυτοκριτική... μα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Αντίθετα, οι δύο εχθροί καταφεύγουν σ’ έναν ανηλεή αγώνα επίδειξης, μέχρι τελικής πτώσης, ώστε να αποδείξουν πως ένας και μόνο ένας χωράει στην κορυφή – ποτέ δύο. Πόσο μάλλον αν αυτοί οι δύο μοιάζουν τόσο πολύ ο ένας με τον άλλο – είναι γεγονός εξάλλου πως δεν αγαπούμε ποτέ εκείνους που μας μοιάζουνε πολύ, που φτάνουν να συνιστούν αντίγραφο του ίδιου του εαυτού μας.





Τα ανίψια του Σκρουτζ συνοδεύουν, ως συνήθως, τον εκκεντρικό θείο τους στον αφελή αυτό αγώνα, όντας η φωνή της λογικής και διαπιστώνοντας τη ματαιότητα του πράγματος. Τελικά ο αγώνας καταλήγει στη σύγκριση δύο κουβαριών από κλωστή – καθώς, βλέπετε, σε όλα τα υπόλοιπα επίπεδα, οι δυο αντίπαλοι ήταν απολύτως ίσοι. Έτσι λοιπόν όποιος έχει την περισσότερη κλωστή είναι και ο νικητής... Και ο Μπαρκς, με την κλωστή της φαντασίας του, υφαίνει το αναπάντεχο, μα εντελώς «μπαρκσικό» φινάλε.

Ο Μπαρκς έμελλε να δημιουργήσει έναν ακόμα πλούσιο αντίπαλο του Σκρουτζ – ο λόγος για τον Τζων Ρόμπαξ, ο οποίος όμως δεν έλαβε σημαντικό μερίδιο συμμετοχής στις ιστορίες του. Ωστόσο οι Ιταλοί συνάδελφοι του Μπαρκς αγάπησαν τον Ρόμπαξ, βλέποντας σε αυτόν κάτι από τον νεόπλουτο επιδειξία που τόσο ταιριάζει στη σύγχρονη πραγματικότητα... Τα υπόλοιπα τα γνωρίζουμε, νομίζω, όλοι οι αναγνώστες αυτού του αφιερώματος.



26 # Κατεψυγμένο Κελεπούρι (A Cold Bargain, 1957)



Το «Κατεψυγμένο Κελεπούρι» ανήκε στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Σκρουτζ, όταν το είχα διαβάσει πρώτη φορά μικρός, 7 χρονών. Δεν είχα ιδέα για το σατιρικό περιεχόμενο της ιστορίας – δεν είχα ακούσει ποτέ για τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, δεν γνώριζα τι εστί «Ψυχρός Πόλεμος», ούτε μπορούσα να καταλάβω που βρίσκεται η σάτιρα: πως δύο υπερδυνάμεις φτάνουν να μάχονται μέχρι τελικής πτώσεως η μία την άλλη για την απόκτηση ενός αγαθού, του οποίου καλά καλά δεν γνωρίζουν την αξία.






Μα τι σημασία έχει να γνωρίζεις την αξία κάποιου πράγματος, σωστά; Αρκεί να σου έχουν πει πως αυτό αξίζει πολλά – για να προσπαθείς, με κάθε τρόπο, να το κάνεις δικό σου. Οι αντίπαλες παρατάξεις της ιστορίας δεν γνωρίζουν τι είναι αυτό το αντικείμενο που διεκδικούν – άκουσαν όμως πως αξίζει πολλά, πάρα πολλά... επομένως, ναι, αυτό το αντικείμενο πρέπει να γίνει δικό τους, πάση θυσία, ακόμα και αν αγνοούν τη χρησιμότητά του!

Μικρός που ήμουν δεν μπορούσα να κατανοήσω τη σάτιρα της ιστορίας· μου άρεσε όμως πως αυτό το περίφημο αντικείμενο που όλοι διεκδικούσαν, το αποκαλούμενο «Βομβάστιο», ήταν μια παγωμένη μπάλα με γεύσεις... παγωτού! Αλλού γεύση φράουλα, αλλού βανίλια, αλλού σοκολάτα, αλλού μπανάνα, αλλού μέντα... το διάβαζα και μου έτρεχαν τα σάλια! Ναι, αυτό είναι ένα αντικείμενο για το οποίο θα άξιζε δυο κρατικές υπερδυνάμεις να σκοτωθούν αναμεταξύ τους!

Ο Καρλ Μπαρκς απέφευγε τις εύκολες διδαχές· πάνω απ’ όλα τον ενδιέφερε να εξιστορήσει μια κωμική περιπέτεια, τέτοια που να είναι αρεστή σε παιδιά και ενήλικες. Μα υπό το πρίσμα της παιδικής φαντασίας αυτό το περιβόητο Βομβάστιο – το αντικείμενο με τις άπειρες γεύσεις παγωτού – αξίζει περισσότερο απ’ όλα τα πλούτη του κόσμου... Είναι ένα αντικείμενο για το οποίο, πραγματικά, θα άξιζε δύο υπερδυνάμεις να ανταγωνιστούν και να βγάλουν, η μία, τα μάτια της άλλης.






25 # Οι Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα (The Seven Cities Of Cibola, 1954)




Οι πρώτες περιπέτειες του Σκρουτζ που έγραψε και σχεδίασε ο Carl Barks ανήκουν στις ωραιότερές του. Συντρέχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό· το σχέδιο ήταν περισσότερο λεπτομερές· οι περιπλανήσεις περισσότερο περιπετειώδεις· πάνω απ’ όλα όμως, ο χαρακτήρας του Σκρουτζ είχε μόλις αποκτήσει το δικό του, ξεχωριστό περιοδικό: και σαν άλλος πρωτοπόρος εξερευνητής, άνοιγε για πρώτη φορά πελώρια πεδία αφηγηματικής εξερεύνησης στο δημιουργό του. Επρόκειτο για ένα φρέκο, ολόφρεσκο ήρωα, η παρουσία του οποίου σχημάτιζε προοπτικές για το χτίσιμο πραγματικά συναρπαστικών ιστοριών. Και ο Μπαρκς εκμεταλλεύτηκε αυτές τις προοπτικές και με το παραπάνω.






Οι «Επτά Πόλεις της Τσιμπόλα» είναι μια ιστορία που θα θυμάμαι πάντα με συγκίνηση. Ήμουν 6 χρονών όταν τη διάβασα για πρώτη φορά – στη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών μου, κι ενώ μόλις είχα ξεκινήσει, κουτσά στραβά, να διαβάζω τις πρώτες εξωσχολικές ιστορίες μου. Λέξη προς λέξη, πρόταση μετά την πρόταση, για πρώτη φορά δεν περιοριζόμουν στην παρατήρηση των εικόνων – όπως συνήθιζα ως τότε – μα διάβαζα, κανονικά, τα κείμενα και χανόμουν στα βάθη της πλοκής. Πριν από οποιοδήποτε εξωσχολικό βιβλίο, πριν απ’ όλα τα μυθιστορήματα... για μένα ήταν οι περιπέτειες του θείου Σκρουτζ.

Ήταν ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που καθόμουν σε μια σκιερή δροσιά, στο κατώφλι του σπιτιού που νοικιάζαμε στην εξοχή, και διάβαζα στα μικρότερα ξαδέρφια μου, υπό τα τερετίσματα των τζιτζικιών, τις «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», που είχα δυο μέρες πριν αγοράσει απ’ το περίπτερο... Τα ξαδερφάκια μου, νήπια ακόμα και ανίκανα να διαβάσουν, με κοιτούσαν με τα μάτια ορθάνοιχτα, απορροφώντας σαν σφουγγάρι κάθε πρότασή μου – ακόμα και αν εγώ κάποιες στιγμές τα δούλευα και δεν διάβαζα μέσα απ’ το κόμιξ, μα αυτοσχεδίαζα, λέγοντας ό,τι εξυπνάδα μου κατέβαινε στο κεφάλι! Δεν είχε σημασία – και οι τρεις απολαμβάναμε την εμπειρία.

Οι «Εφτά Πόλεις της Τσιμπόλα», μεταξύ άλλων, στάθηκαν η εκείνη η ιστορία που επηρέασε τον σκηνοθέτη Τζορτζ Λούκας σε μια απ’ τις πλέον εμβληματικές σκηνές του «Ιντιάνα Τζόουνς» - ο λόγος για τη σκηνή με τον πελώριο, στρογγυλό βράχο, που απειλεί να ποδοπατήσει τον Ίντυ...

Αλήθεια, πόση παιδική ηλικία βρίσκεται στις μαγικές σελίδες αυτής της ιστορίας.



24 # Το Δαχτυλίδι Της Μούμιας (The Mummy's Ring, 1943)



Πρόκειται για μία από τις ιστορικότερες στιγμές στην πορεία του Ντόναλντ Ντακ στα κόμικς. Ο Καρλ Μπαρκς έχει πλέον αναλάβει όχι μόνο τον σχεδιασμό, μα και τη συγγραφή του σεναριού των ιστοριών του· και για πρώτη φορά ο χαρακτήρας που είχε γίνει ξακουστός απ’ τα κινούμενα σχέδια και τα χιουμοριστικά στριπ συμμετέχει σε μία πολυσέλιδη «σοβαρή» περιπέτεια, με αποχρώσεις που φέρνουν κατά νου τις εξορμήσεις του Τεν Τεν. 






Ο Ντόναλντ στο «Δαχτυλίδι της Μούμιας» είναι ένας πολύ διαφορετικός Ντόναλντ από τον οξύθυμο, ιδιόρρυθμο πάπιο που είχε συνηθίσει ο κόσμος μέχρι τότε. Γίνεται πρωταγωνιστής μιας περιπλάνησης μέχρι την Αίγυπτο, εμπλέκεται σε μυστήρια και κινδύνους και αντιμετωπίζει τρομακτικούς εχθρούς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» σηματοδοτεί την ενηλικίωσή του στα κόμικς. Στο εξής θα υπήρχαν δύο διαφορετικοί Ντόναλντ: εκείνος της μεγάλης οθόνης... και εκείνος του Καρλ Μπαρκς.

Η ατμόσφαιρα απέχει πολύ από την ανάλαφρη διάθεση που επικρατούσε στο «Χρυσάφι του Πειρατή» - ο γενικός τόνος είναι σκοτεινότερος, τα πλάνα περισσότερο κινηματογραφικά, ενώ κάποιες σκηνές παραπέμπουν ως και σε ταινίες τρόμου της εποχής. Η επιρροή του Φλόυντ Γκόντφρεντσον και των στριπ του Μίκυ Μάους είναι εμφανής – μόνο που εδώ πρωταγωνιστές είναι ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια. Το ατμοσφαιρικό στυλ της ιστορίας εξάλλου και η κινηματογραφική αισθητική της ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στον δημιουργό της. Το «Δαχτυλίδι της Μούμιας» έμελλε να είναι η πρώτη ανάμεσα σε πολλές από τις εξορμήσεις των παπιών σε εξωτικά περιβάλλοντα – όπως για παράδειγμα σε αφιλόξενες χώρες και μακρινούς πολιτισμούς. Ήταν ένας χώρος στον οποίο ο Καρλ Μπαρκς θα παρέδιδε πολλά διαμάντια ακόμα, αρκετά απ’ τα οποία θα τα δούμε στη συνέχεια της γραπτής μας περιπλάνησης.



23 # Η Χώρα Των Ηφαιστείων (Volcano Valley, 1947)



Τα χρόνια ανάμεσα στο 1943 και το 1949 σηματοδότησαν την εξέλιξη του Ντόναλντ Ντακ ως ήρωα των κόμικς και παράλληλα, την εξέλιξη του ίδιου του Καρλ Μπαρκς ως δημιουργού. Στα χέρια του Μπαρκς ο νευρικός πάπιος εν μέρει παρέμεινε ο εγωιστής, οξύθυμος, γκαντέμης και αλαζόνας χαρακτήρας που είχε γνωρίσει ο κόσμος στα κινούμενα σχέδια... μα μονάχα εν μέρει. Στις πολυσέλιδές του περιπέτειες ο Μπαρκς ανέδειξε σταδιακά μια περισσότερο πολύπλευρη πτυχή του χαρακτήρα, αποδεικνύοντας πως το Μέσο, σε τελική ανάλυση, επηρεάζει καθοριστικά το Μήνυμα: στην προκειμένη περίπτωση η εκτεταμένη αφήγηση μέσω των κόμικς επιτρέπει πολύ μεγαλύτερα χαρακτηρολογικά ανοίγματα συγκριτικά με τα περιορισμένης διάρκειας κινούμενα σχέδια (κάτι που φαίνεται ακόμα περισσότερο αν συγκρίνουμε τον μάλλον άχρωμο χαρακτήρα του Μίκυ Μάους στα καρτούν με τον συναρπαστικό δισδιάστατο ήρωα των στριπ του Γκόντφρεντσον).






Η «Χώρα των Ηφαιστείων» ανήκει στις αγαπημένες μου περιπέτειες του Ντόναλντ με τα ανιψάκια. Σε αντίθεση με τις πρώτες πολυσέλιδες ιστορίες όπως το «Δαχτυλίδι της Μούμιας», το χιούμορ εδώ εξισορροπείται ιδανικά με το στοιχείο της περιπέτειας. Πρόκειται για μία από τις πλέον «σουρεαλιστικές» εξορμήσεις των παπιών, ξέχειλη με μια σατιρική διάθεση τρέλας. Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια καταλήγουν σε μια χώρα που περιβάλλεται από ηφαίστεια και από την οποία δεν μπορούν να δραπετεύσουν – μόνος τρόπος να φύγουν είναι να κάνουν μια πράξη που να τους αναδείξει σε... εθνικούς ήρωες! Αυτό σε μια χώρα στην οποία οι πάντες... κοιμούνται του καλού καιρού και στην οποία με ευκολία ο εθνικός ήρωας μετατρέπεται σε... εθνικός κίνδυνος! 

Δε νομίζω πως ο Μπαρκς είχε υπόψη του την πολιτική πραγματικότητα των κοινωνιών που ζούμε όταν έγραφε την ιστορία, μα είναι εξόχως ενδιαφέρουσες οι αναλογίες: Όταν μια κοινωνία κοιμάται, εύκολα κάποιος αποζητά ήρωες σε μεμονωμένα πρόσωπα, τους οποίους με ανάλογη ευκολία μετατρέπει σε κινδύνους.



22 # Η Τύχη Του Βορρά (The Luck Of The North, 1949)



Βρισκόμαστε πλέον στο έτος 1949 – κατά τη γνώμη μου μια κομβική στιγμή. Οι ιστορίες του Μπαρκς είχαν εισέλθει στο στάδιο της ωρίμανσής τους και η περίοδος ανάμεσα στο 1949 και το 1954 έμελλε να αποβεί η πλέον καρπερή για τον δημιουργό – δεν είναι τυχαίο πως από τις 21 ιστορίες που ακολουθούν στην κατάταξη, οι 15 προέρχονται από εκείνα τα χρόνια. Μεταξύ άλλων, ο χαρακτήρας του Ντόναλντ είχε εξελιχθεί και το σύμπαν των παπιών επεκτεινόταν διαρκώς με καινούργιους χαρακτήρες – ένας από τους οποίους ήταν και ο εκνευριστικά τυχερός Γκαστόνε. Η «Τύχη του Βορρά» περιστρέφεται γύρω από την αιώνια τύχη του και την προσπάθεια του Ντόναλντ να της πάει κόντρα – εις μάτην, άραγε;






Όλα ξεκινούν απ’ την επιθυμία του Ντόναλντ να καταστρώσει μια φάρσα στον ξάδερφό του, δημιουργώντας έναν ψεύτικο χάρτη θησαυρού και στέλνοντάς τον να περιπλανηθεί άσκοπα μέχρι τον παγωμένο Βορρά. Μα όπως αναφέραμε, ο Ντόναλντ δεν ήταν πλέον ένας μονοδιάστατος χαρακτήρας – σύντομα τον πιάνουν οι ενοχές και αποφασίζει να ακολουθήσει τον Γκαστόνε στο επικίνδυνο ταξίδι του και να του αποκαλύψει πως ήταν όλα μία φάρσα. Το αποτέλεσμα είναι μια περιπέτεια που συνδυάζει χιούμορ, χιόνια, Εσκιμώους, καράβια των Βίκινγκς και την σπαστική τύχη του Γκαστόνε. Τι καλύτερο, αλήθεια.



21 # Ο Χρυσός Ποταμός (The Golden River, 1958)



Μεταβαίνουμε πάλι στην δεκαετία του 50 και στις ιστορίες του Σκρουτζ. Ο «Χρυσός Ποταμός» είναι μια ιστορία που ισορροπεί, αριστοτεχνικά, ανάμεσα στο ρεαλισμό και το μύθο. Το μυθικό στοιχείο εμφανίζεται παράπλευρα, ως αφήγηση μέσα στην αφήγηση, ως θρύλος που αμφισβητείται και μοιάζει να χάνει κάθε νόημα, απορροφημένος στη δίνη της στυγνής αλήθειας: εκείνη της πεζής, οικονομικής πραγματικότητας που ζούμε. Μα εκεί που όλα μοιάζουν ρηχά και στερημένα κάποιας μορφής «μαγείας», ο μύθος επανεμφανίζεται και σμίγει με την πραγματικότητα, δίνοντας μια κατάληξη όμοια με εκείνη των παλιών παραμυθιών.







Ο Ντόναλντ και τα ανιψάκια ζητούν ένα μικρό οικονομικό ποσό από τον σπαγγοραμένο θείο τους Σκρουτζ· εκείνος αρχικά αρνείται να το δώσει, μα στη συνέχεια αποφασίζει να γίνει γενναιόδωρος, επιζητώντας να αντλήσει ακόμα περισσότερα κέρδη από ένα ποτάμι που «ξεχειλίζει χρυσάφι όταν κάποιος κάνει μια καλή πράξη» - σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο του θρύλου. Ασφαλώς τίποτα τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει στην πραγματικότητα – και αν το ποτάμι δείχνει να αναβλύζει χρυσό κάποιες στιγμές, αυτό δεν είναι παρά ένα τέχνασμα των ανιψιών, που προσπαθούν να πείσουν το θείο τους να τους δώσει τα χρήματα. Ο μύθος λειτουργεί ως πλαίσιο εξαπάτησης, προκάλυμμα της οικονομικής πραγματικότητας που διέπει κάθε ηθική, κάθε συμπεριφορά.


Μα η ιστορία δεν έχει πει την τελευταία της κουβέντα... Γιατί αν κάποιες φορές τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται να είναι, ισχύει και το ακριβώς αντίθετο: κάποιες φορές εκείνο που φαίνεται, δια γυμνού οφθαλμού, είναι και η πραγματικότητα. Δεν χρειάζεται να πάμε παραπέρα. Κάποιες φορές οι σκιές στο πλατωνικό σπήλαιο αποδεικνύονται πιο ζωντανές απ’ την υποτιθέμενη αλήθεια. Δεν είναι ο μύθος εκείνος που μας εξαπατά· μα η πραγματικότητα που αποκρύβει την αληθινή διάσταση του μύθου.



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...........



Η αντίστροφη καταμέτρηση των ωραιότερων ιστοριών του Καρλ Μπαρκς έχει συνέχεια... Ποιες είναι οι 20 αγαπημένες ιστορίες του; Διαβάζετε τη συνέχεια και το τέλος του αφιερώματος κάνοντας κλικ στον ακόλουθο σύνδεσμο:


Ένας Φόρος Τιμής στον Καρλ Μπαρκς, μέρος 2




Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Βράδυ Παρασκευής





Σου έχει τύχει να ακούς ένα τραγούδι και μεμιάς να ξεπετάγονται εικόνες στο μυαλό σου; Τόσο έντονες, τόσο διαπεραστικές, που νιώθεις σαν σκηνοθέτης σε ταινία - οι εικόνες ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια σου, σαν φιλμ που ξεδιπλώνει το ρολό του στο ρυθμό της μουσικής. Και θες να παίζεις το κομμάτι στο repeat, ξανά και ξανά, γιατί δεν επιθυμείς να τελειώσει το φιλμ που άρχισε να σχηματίζεται στη σκέψη σου - θες να δεις τι θα γίνει στη συνέχεια.

Ένα ορχηστρικό κομμάτι διάρκειας δυο μόλις λεπτών, απλό στη δομή του, ένα πιάνο και μια κιθάρα που κρατάει το ρυθμό, ήταν αρκετό για να πλάσει μία σειρά από εικόνες στη σκέψη μου. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο νου ήταν το εξής απλό: Παρασκευή βράδυ. Ναι, αυτό θα μπορούσε να συνιστά ιδανικό soundtrack για το βράδυ της Παρασκευής. Οποιασδήποτε Παρασκευής, δεν έχει σημασία.

Αλλά Παρασκευής μόνο - καμίας άλλης μέρας.


Με τα μάτια της φαντασίας μου λοιπόν, είδα κόσμο που επιστρέφει σπίτι του, κουρασμένος από τη δουλειά· άλλος σέρνει αργά τα βήματά του στο πεζοδρόμιο, προβληματισμένος, οι σκέψεις κουβάρι στο μυαλό του· άλλος μόλις παρκάρει το αμάξι, βιαστικός να γευματίσει, να βγει από τα ρούχα του, να βγει από τους ρόλους του· τα ρολά απ' τα καταστήματα χαμηλώνουν· μια παρέα εφήβων μιλάει δυνατά στο πεζοδρόμιο, έτοιμοι για τη βραδινή τους έξοδο - πάντα μιλούν δυνατά αυτοί οι έφηβοι, θέλοντας να κάνουν αισθητή την παρουσία τους· κάποιος παίρνει μάτι κάποια, που τον προσπερνά αδιάφορα - έχει συνηθίσει τα βλέμματα του κόσμου· άλλος χαζεύει μια βιτρίνα ρούχων - η κούκλα έχει κρύο βλέμμα, του θυμίζει μια γνωστή του· ένα ζευγάρι βαδίζουν αγκαζέ, βυθισμένοι στον γλυκό εγωισμό του έρωτά τους· και μια γυναίκα περπατάει μόνη, το βήμα της χορευτικό - μοιάζει να χορεύει με τις σκιές στο πεζοδρόμιο.

Ίσως πάλι να τη φαντάζομαι εγώ έτσι, καθώς χορεύουν οι νότες μες στη φαντασία μου. Σχεδόν τη βλέπω με τη σκέψη μου... ποια να 'ναι η ιστορία της, άραγε. Τι παρελθόν να την έφερε ως εδώ, σε αυτόν εδώ το δρόμο, αυτήν εδώ τη στιγμή; Τι μέλλον να ορίζει το δρόμο που θα πάρει, τη στροφή που θα επιλέξει; Ή μήπως βαδίζει εντελώς τυχαία, δίχως πρόγραμμα, χωρίς προορισμό; Τα βράδια προσφέρονται γι' αυτό, ξέρεις. Περπατάς απλά γιατί το απολαμβάνεις...

Για μια στιγμή, κοπέλα με το φευγάτο βήμα, περπάτησα μαζί σου. Μου άρεσε όπως βάδιζες - ταξιδιάρικα, χωρίς προορισμό, παραδομένη σε κάποιον αόρατο ρυθμό. Μέχρι που το κομμάτι που έπαιζε συνέχεια στο repeat έφτασε ξανά στο τέλος του. Λέω λοιπόν να σε αφήσω για την ώρα - και να βάλω το επόμενο τραγούδι. Ίσως κάποια άλλη φορά, σε κάποια από τις βόλτες σου, να μου αφηγηθείς την ιστορία σου. Θα χαρώ να την ακούσω.


Και έτσι τελείωσε αυτή η νοερή περιπλάνησή μου. Μέχρι να τα πούμε πάλι, σας αφήνω με το κομμάτι που υπήρξε η αιτία της. Να έχετε ένα όμορφο βράδυ Παρασκευής.



You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...