Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Η Κουλτούρα της Νεοελληνικής Παρακμής





Το αποψινό θέμα μας διαφέρει από τα άλλα. Είναι οι τέχνες, μα από την ανάποδη... είναι η εικόνα τους αντεστραμμένη στον καθρέπτη, παραμορφωμένη, στρεβλή. Πυρήνας κάθε μορφής τέχνης είναι η δημιουργικότητα και η αισθητική, μα στη σημερινή μας περιπλάνηση θα μιλήσουμε για τον ολικό εκφυλισμό αυτών των χαρακτηριστικών. Για το μεταλλαγμένο στυλ ζωής που ονομάζεται Lifestyle και «διασκέδαση» στην νεοελληνική κουλτούρα των πρόσφατων δεκαετιών – την κουλτούρα του νεοπλουτισμού, της επιδειξιομανίας και των λουλουδιών στην πίστα. Την κουλτούρα του μεγάλου εμπορεύσιμου Τίποτα. Ένα φαινόμενο που μετρά λίγες μόνο δεκαετίες ζωής – με κύρια σημεία αιχμής τη δεκετία του 80 και του 90 – μα το οποίο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, στις μέρες της κρίσης.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό τώρα στο ξεκίνημα: Η «νεοελληνική κουλτούρα» στην οποία αναφέρομαι δεν περιορίζεται στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βρίσκεται παντού. Τη συναντούμε στις γιγαντοαφίσες των δρόμων· στα περιοδικά και τις εφημερίδες· στις τηλεοπτικές εκπομπές· στις διαφημίσεις· στην τύπισσα που καμαρώνει επειδή αγόρασε μια τσάντα δύο χιλιάδων ευρώ· στον τύπο που καυχιέται για το ανοιχτό αμάξι του και κάνει βόλτες στην παραλιακή με τη μουσική στη διαπασών· βρίσκεται στις πόλεις, μα ακόμα περισσότερο, τη συναντούμε στην επαρχία· στα μπαρ· στις μοδάτες καφετέριες· στις «διακοπές στη Μύκονο»· στη γλώσσα των γηπέδων· στις επιλογές διασκέδασης· στις καταναλωτικές συμπεριφορές· ως και στο φλερτ· στις συζητήσεις· στις αντιλήψεις γύρω από τον έρωτα και τις σχέσεις.

Τη συναντούμε και στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook· στις επιδεικτικές selfies, τα ανούσια check-in και τα προκατασκευασμένα like. Στις φτηνές ατάκες και στα ανόητα site. Μια ρηχή πραγματικότητα που μας καταδυναστεύει, που μας πνίγει στην επιφάνειά της. Και αν επιθυμείς να κάνεις τη διαφορά στην πραγματικότητα αυτή... συχνά νιώθεις πως είσαι μόνος σου, στο τέλος. Απελπιστικά μόνος σου.

Συχνά μετακινούμαι με τα λεωφορεία της πόλης. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω παρατηρήσει αφίσες με γνωστούς τραγουδιστές της πίστας στις στάσεις. Βλέπεις τα αλαζονικά τους πρόσωπα μεγενθυμένα, να σε παρατηρούν με τα κενά τους μάτια και να σου λένε «δίνω στο τάδε μέρος παραστάσεις, μη με χάσεις». Μη χάσεις την ευκαιρία να πληρώσεις 100 ευρώ για ένα τραπέζι και να μου ρίξεις λουλούδια στη σκηνή. Και όλα αυτά για να δεις εμένα, ένα Τίποτα με κεφαλαίο, έναν ανύπαρκτο δημιουργικά και πνευματικά άνθρωπο, να «ψυχαγωγώ» τον κόσμο και να χρυσοπληρώνομαι γι’ αυτό. Μα πόσο λιγότερες είναι εκείνες οι αφίσες που προβάλλουν ανεξάρτητους δημιουργούς... Πόσο ανύπαρκτοι είναι οι ραδιοφωνικοί ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί που υποστηρίζουν την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, πέρα από τα όρια της βιομηχανίας της διασκέδασης. Πέρα από βύσματα, γνωριμίες, πελάτες και συμφέροντα. Πόσο μηδαμινή είναι η σχολική εκπαίδευση πάνω σε όλα αυτά τα θέματα – αρκεί να θυμηθούμε τι κατάληξη έχουν το μάθημα της Μουσικής ή των Καλλιτεχνικών. Και πόσο δυσκολεύονται οι νέοι δημιουργοί, είτε είναι μουσικοί, εικαστικοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες ή οτιδήποτε σχετικό, να βρουν μια αξιοπρεπή απασχόληση που να τους επιτρέπει να είναι δημιουργοί – και όχι κακέκτυπα.







Και όλα αυτά σε μια χώρα που προβάλλει – ως κληρονομιά, ως στοιχείο ταυτότητας, ως τουριστικό αξιοθέατο – τον πολιτισμό της! Μα κανένας δεν προχώρησε ποτέ βασισμένος στην ιστορία του και μόνο. Σημασία έχει το τώρα, το παρόν – όχι το άλλοτε. Η εργασία, επί του παρόντος, όχι τα λόγια τα παχιά. Και όταν βλέπεις να καυχιώνται για τον «αρχέγονο πολιτισμό του έθνους» άνθρωποι δίχως την παραμικρή παιδεία, δίχως την παραμικρή αισθητική, δίχως την παραμικρή ικανότητα να δημιουργήσουν τέχνη, να κατανοήσουν τέχνη, ή ακόμα και να συντάξουν μία απλή πρόταση... άνθρωποι που καμαρώνουν για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα μα διασκεδάζουν ρίχνοντας λουλούδια στην πίστα... άνθρωποι φασίζουσας νοοτροπίας, ημιμαθείς και μισαλλόδοξοι... τότε ξέρεις πως υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο γύρω μας.

Η οικονομική κρίση θα υποχωρήσει, αργά ή γρήγορα. Μα αν δεν υποχωρήσει η πολιτισμική κρίση – που είναι πάντα βαθύτερη, και για την οποία δεν βλέπω να γίνονται πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, ούτε κεντρικά δελτία στις ειδήσεις – τότε να είστε βέβαιοι πως η συνέχεια θα είναι χειρότερη. Γιατί ένας λαός χωρίς χρήματα μπορεί να αντεπεξέλθει. Ένας λαός χωρίς ουσία, όμως, δίχως δημιουργικό πνεύμα, αλήθεια, που βαδίζει;

Κι όμως – επέλεξα να κλείσω με ένα σχετικά αισιόδοξο τόνο την ανάρτηση, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος. Μα ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Πως προέκυψε η κουλτούρα της «νεοελληνικής παρακμής» και ποια η σύνδεσή της με την πρόσφατη ιστορία και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της χώρας; Για να δούμε.






Η νεοελληνική παρακμή – Μια σύντομη ιστορική αναδρομή



Το πολιτισμικό φαινόμενο του «Νεοέλληνα» πιάνει ρίζες στην ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης. Μια ανάπτυξη προβληματική ήδη απ’ τα χρόνια της γέννησης του νεοελληνικού κράτους, δίχως το επιχειρηματικό πνεύμα που χαρακτήριζε την αστική τάξη των δυτικών κρατών, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στις προγενέστερες σχέσεις ιδιοκτησίας (με ρίζες τους μεγάλους τσιφλικάδες του παλιού καιρού). Κεντρικός άξονας αυτής της νόθας αστικής τάξης οι πελατειακές σχέσεις· στόχος το εύκολο και γρήγορο κέρδος. Τα μετεμφυλιακά χρόνια ήταν τα χρόνια της «μεγάλης ανοικοδόμησης» και ταυτόχρονα, τα χρόνια της μεγάλης αρπαγής. Οι παλιές συνήθειες παραχωρούσαν τη θέση τους σε νέες, δίχως όμως να ριζώσουν βαθιά στη νοοτροπία του μέσου Έλληνα. Ο πατριαρχισμός του παλιού καιρού παραχώρησε ανώδυνα τη σκυτάλη σ’ έναν δυτικού τύπου εισαγόμενο καταναλωτισμό, χωρίς να υπάρξει η αναγκαία μεταβολή στις ριζωμένες νοοτροπίες. Κάθε μετάβαση ήταν επιφανειακή και έμοιαζε περισσότερο με κακή απομίμηση – η ουσία παρέμενε ίδια.

Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης, “οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε αυτό σήμερα να αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα» καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Αλλά και οι υπόλοιποι «επιχειρηματίες», με εξαιρέσεις όχι πια πολυάριθμες, παρά τις διαφορές και την ποικίλη προϊστορία των επιμέρους ασχολιών τους, ελάχιστα διαφέρουν από τους νεόπλουτους ως προς το πολιτισμικό τους επίπεδο και τον πνευματικό τους ορίζοντα, στο επίκεντρο του οποίου συχνότατα βρίσκονται τα όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης. Έτσι, σε γενικές γραμμές, εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός.

Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός και το ευρύτατο μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του 1950 και του 1960 αποτέλεσαν την τρίτη μεγάλη νεοελληνική ένταξη στο διεθνές κύκλωμα της καπιταλιστικής οικονομίας και κατέλυσαν οριστικά την πατριαρχική κοινωνική διάρθρωση, καθώς δημιούργησαν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο (δηλαδή συντείνοντας στη διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών) ένα όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα, χαρακτηριζόμενο από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας. Μπορεί να λεχθεί ότι πάνω στη βάση των αξιών του κατά το δυνατόν γρήγορου πλουτισμού και του εσπευσμένου καταναλωτισμού η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα πολιτισμικά ίσως όχι καλύτερη, πάντως ομοιογενέστερη απ' ό,τι προπολεμικά.” [στο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (1991)]

Η νόθα αστική τάξη της προπολεμικής εποχής παραχώρησε τη θέση της σε μια μικρή τάξη νεόπλουτων και σε μια μεγάλη τάξη μικρομεσαίων. Οι τελευταίοι έφτασαν να ρουφάνε σαν σφουγγάρια τις τάσεις και τις μόδες του εξωτερικού, κάνοντας όνειρα εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Ο καταναλωτισμός εισάχθη ως τρόπος ζωής και η «διασκέδαση» δίχως νόημα μετετράπη σε ουσία της καθημερινότητας. Σταδιακά νεοπλουτισμός και μικροαστισμός έφτασαν να ενσωματωθούν, όσο αφορά τα πρότυπά τους: ακόμα και αν τους χωρίζουν περιουσίες, νεόπλουτοι και μικροαστοί μπορούν να μοιράζονται ένα κοινό γούστο, ένα κοινό πρότυπο ζωής, κάποιες κοινές αξίες. Οι πρώτοι θέτουν τα πρότυπα...και οι δεύτεροι τους μιμούνται τυφλά, επιθυμώντας να γίνουν σαν αυτούς.






Το φαινόμενο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η ανάδειξη του Lifestyle



1 – Η Λαϊκή Τέχνη



Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον πυρήνα του «νεοελληνικού» τρόπου διασκέδασης δεσπόζει το λεγόμενο «λαϊκό» τραγούδι. Μια λέξη παραποιημένη, καρατομημένη, βιασμένη, έχοντας χάσει το αυθεντικό της νόημα, όπως τόσες και τόσες λέξεις που χρησιμοποιούμε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις στην πολιτισμική ιστορία του 20ου αιώνα.

Ετυμολογικά η λέξη «λαϊκός» παραπέμπει στην αγγλική λέξη “folk”. Πρόκειται για μια μορφή τέχνης που εκπορεύεται από τα λαϊκά στρώματα και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο αριθμό του πληθυσμού. Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με παραδείγματα γνήσιας, λαϊκής δημιουργίας. Κάθε χώρα, κάθε πολιτισμός, έχουν να επιδείξουν μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης... από την υπέροχη φολκ μουσική των ευρωπαϊκών χωρών... στην λαϊκή τέχνη των Αφρικανών... από τις παγανιστικές καλλιτεχνικές πρακτικές... στην λαϊκή τέχνη του Μεσαίωνα και της Ανατολής... οι λαοί του κόσμου έχουν επιδείξει μοναδικές ικανότητες συλλογικού δημιουργικού πνεύματος.



Ελληνικη λαϊκή τέχνη, 18ος αιώνας, μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ἀθήνα. πηγή φωτογραφίας


Σε αντίθεση με την τέχνη «των λίγων» (ας χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο, έναντι της «καλής τέχνης»), η λαϊκή τέχνη πηγάζει όχι από κάποιους μεμονωμένους δημιουργούς, μα από μια συλλογική οντότητα, την οποία και αντιπροσωπεύει. Μιλάει με το πνεύμα των καιρών και συμπληρώνει την «ανώτερη τέχνη» της εποχής, σε ένα αναπόσπαστο δίπολο: είναι αμφότερες αναγκαίες προκειμένου να κατανοήσουμε το πνεύμα μιας εποχής κι ενός πολιτισμού. Συχνά έφτασαν να συμπληρώνουν η μία την άλλη – δεν είναι λίγες οι φορές που γνωστοί καλλιτέχνες άντλησαν την έμπνευσή τους ή ενσωμάτωσαν στην τέχνη τους στοιχεία από την λαϊκή τέχνη μιας εποχής ή ενός λαού.

Η συλλογική έκφραση του 20ου αιώνα είδε συχνά τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη τέχνης να συγκλίνουν. Και σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μία ή την άλλη τέχνη - είναι πλέον συγκοινωνούντα δοχεία, συχνά αναπόσπαστη η μία απ’ την άλλη.



2 – Από την άνοδο στην παρακμή. Η εξέλιξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής



Χαρακτηριστικά δείγματα διεθνούς μουσικής με κοσμικές (φολκ) ρίζες είναι η Country· τα Blues· η Κέλτικη μουσική· τα Oriental· η Latin· η Balkan· η Gypsy· η βορειοευρωπαϊκή Φολκ· η παραδοσιακή μουσική των γηγενών Αμερικανών· της Ινδίας· της Κίνας· των νησιών της Καραϊβικής· της Αφρικής... και ουσιαστικά, κάθε μουσική του κόσμου που φέρει πίσω μια μεγάλη και πλούσια παράδοση.

Κάπου εδώ συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας. Μια χώρα με πελώρια μουσική κληρονομιά (μεταξύ τόσων άλλων), έχοντας να επιδείξει μια μοναδική ποικιλομορφιά γνήσιας μουσικής έκφρασης. Από τα δημοτικά και τα νησιώτικα ως το ρεμπέτικο, το ελληνικό κοσμικό τραγούδι αναπτύχθηκε παράλληλα με τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής των λαϊκών, αγροτικών και αστικών στρωμάτων – μιλώντας τη γλώσσα τους, καθρεπτίζοντας τις συνήθειές τους, αντανακλώντας την εικόνα ενός ολόκληρου λαού και μιας εποχής.




Ρεμπέτικη κομπανία. Διακρίνεται η Ρόζα Εσκενάζυ


Κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 50 το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε να μετασχηματίζεται σε λαϊκό. Η θεματολογία του σταδιακά μεταμορφώθηκε. Η διαμαρτυρία και ο καημός του αυθεντικού ρεμπέτικου μετεξελίχτηκαν σε διασκέδαση και μια γενικότερη διάθεση φυγής – αντίστοιχη με την επιθυμία ενός λαού να αποδράσει, θέλοντας να αποτινάξει τις πληγές ενός Εμφυλίου πολέμου. Είναι το τραγούδι που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες – και αν η θεματολογία του έχει πια αλλάξει, παραμένει αυθεντικό και γνήσιο, έχοντας να επιδείξει σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις πήγαν ακόμα παραπέρα. Πάντρεψαν το παλιό λαϊκό με τη συνθετική μουσική, συνδυάζοντας τις δυτικές φόρμες, τη λαϊκή μορφή και τη μελοποιημένη ποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν μια σπουδαία μορφή τέχνης που κατόρθωσε να αγγίξει τόσο τα λαϊκά στρώματα, όσο και τους φίλους της εκλεκτικής μουσικής, γεφυρώνοντας επιτέλους δύο μουσικούς κόσμους που – κακώς – βρίσκονταν σε αντιπαράθεση. Ονομάστηκε «έντεχνο» ή «έντεχνο-λαϊκό» και η ονομασία υφίσταται ως σήμερα... συχνά καταλήγοντας μια κενή μορφή δίχως περιεχόμενο, αναμασώντας τα παλιά μα διστάζοντας να δημιουργήσει κάθε νέο. Ωστόσο το έργο που άφησαν οι μεγάλοι συνθέτες της δεκαετίας του 60 και του 70... το έργο αυτό παραμένει αξεπέραστο.

Όσο αφορά το λαϊκό τραγούδι και τη... δύστυχή του μοίρα; Ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και του 70, όταν το λεγόμενο «Ελαφρολαϊκό» άρχισε να κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στις ψυχαγωγικές επιλογές του κόσμου. Η ίδια η Χούντα είχε υποστηρίξει αυτόν τον τρόπο διασκέδασης (αυτόν και τη Μπάλα, φυσικά) και δεν ήταν λίγα τα κέντρα διασκέδασης της εποχής που φιλοξένησαν τους δικτάτορες πολιτικούς. Μα η Χούντα κάποια στιγμη έπεσε – και το ελληνικό τραγούδι έμελλε να διανύσει αρκετά ακόμα μονοπάτια, μέχρι να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.



Πάνω, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει τα ήθη της νέας εποχής. Κάτω, οι αρχηγοί του ΠΑΣΟΚ εν ώρα εργασίας.


Ίσως η κομβικότερη στιγμή να βρίσκεται στη δεκαετία του 80. Θυμάμαι ακόμα τα άφθονα εβδομαδιαία περιοδικά που παρουσίαζαν, σε μεγάλες φωτογραφίες, τις τακτικές εξόδους των κομματικών πολιτικών αρχηγών στα διάφορα Κέντρα με μπουζούκια. Θυμάμαι τις χοντρές, καλοφαγωμένες κοιλιές τους, τις λαδωμένες τους γραβάτες, τα υπερφίαλα χαμόγελά τους μπροστά στην κάμερα. Και οι δημοσιογράφοι να τρέχουν από πίσω τους, να προσπαθούν να απαθανατίσουν κάθε τους στιγμή. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ της εποχής πρώτοι δίδαξαν το Lifestyle – εκείνο που θα καθιέρωνε, την επόμενη δεκαετία, ο Κωστόπουλος και οι όμοιοί του.

Κάπου τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του 80, ήταν που καθιερώθηκε και ο όρος «Σκυλάδικο». Μα το είδος παρέμενε, πεισμάτικα θα ‘λεγε κάποιος, ακόμα έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της δημοφιλούς (Ποπ) μουσικής της εποχής. Υπήρχε – μα δεν είχε ταυτιστεί με έναν αναγκαίο τρόπο ζωής ή με μια mainstream κουλτούρα. Η ελληνική Ποπ της δεκαετίας του 80 παρέμενε Ποπ – βασισμένη στα δυτικά μουσικά πρότυπα, ανάλαφρη, απλοϊκή μα χαριτωμένη, δίχως την παρουσία του εγχώριου «λαϊκού» στοιχείου στον ήχο της.


3 – Η επέλαση του Lifestyle


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 κυριάρχησε, σε διεθνές επίπεδο, η επιφάνεια του εύκολου πλουτισμού· η ατελείωτη επίδειξη της κατανάλωσης· η πτώση των ιδεολογιών και η αντίληψη του «ζήσε για την πάρτη σου, βγάλε λεφτά και ξόδεψέ τα». Οι Yuppies των ανεπτυγμένων χωρών παρείχαν το πρότυπο της νέας εποχής – το πρότυπο του άντρα που ασχολείται με το χρηματιστήριο, αγαπά την πολυτέλεια, αδιαφορεί για τα κοινωνικά ζητήματα και αποζητά τον γρήγορο πλούτο. Ο καπιταλιστής επιχειρηματίας του παλιού καιρού έδωσε τη θέση του στον τζογαδόρο. Οι πιστωτικές κάρτες μπήκαν στο παιχνίδι και υπόσχονταν μια καλύτερη ζωή σε όσους τις έπαιρναν στα σοβαρά. Και σε μια χώρα που απαρτιζόταν κυρίως από νεόπλουτους και μικρομεσαίους απομιμητές, σαν τη δική μας, ήταν πολύ εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα.

Η μαζική ψυχαγωγία, αντίστοιχα, έφτασε να αντανακλά τις κυρίαρχες αξίες. Όφειλε να είναι μια ψυχαγωγία απόδρασης από τον άχθο της καθημερινότητας, από το αδιάκοπο κυνήγι του κέρδους. Μια γενικευμένη φυγή σε έναν κόσμο λαμπερό, όμοιο με τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες της εποχής και τους στραφταλιστούς αστέρες της. Ο κόσμος έβγαινε για να ξεχάσει – όχι να σκεφτεί.

Έτσι λοιπόν έφτασε το έτος 1988 – το έτος κυκλοφορίας του περιοδικού «ΚΛΙΚ». Ήταν το πρώτο από τα περιοδικά που καθιέρωσε στη χώρα μας ο Πέτρος Κωστόπουλος. Πρότυπά του τα αντίστοιχα περιοδικά των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες ο ανέμελος και ρηχός τρόπος ζωής του γρήγορου πλουτισμού και του επιδεικτικού καταναλωτισμού είχε πιάσει για τα καλά ρίζες.





Έναν χρόνο μετά, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο δεκαετίες, είδαμε και τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είχαν περάσει 2 χρόνια και η ιδιωτική τηλεόραση άρχισε να κατακλύζεται από πλήθος σόου, τηλεπαιχνιδιών, πρωινάδικων, σήριαλ και θεάματος – όλα αντλώντας έμπνευση από τις αντίστοιχες παραγωγές της ξένης τηλεόρασης – ιδιαίτερα των ιταλικών ιδιωτικών καναλιών του πολιτικού και μεγαλοεπιχειρηματία Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ήταν ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, η λάμψη του οποίου τύφλωνε κάθε λογική. Και εμείς, καρφωμένοι στους δέκτες μας, είχαμε μετατραπεί σε αδηφάγους τηλεθεατές. Καταναλωτές στην κοινωνική ζωή, τηλεθεατές στην σπιτική. Τι σημασία είχε αν ήταν όλα επιφανειακά και το γνωρίζαμε... θέλαμε να αφεθούμε σε αυτή την επιφάνεια, μας στράβωνε η αίγλη του θεάματος.

Τότε ήταν που έγινε η μεγάλη Έκρηξη του Lifestyle. Τα περιοδικά του Πέτρου Κωστόπουλου κατέκλυσαν την αγορά, προβάλλοντας συγκεκριμένα πρότυπα ζωής μέσα από «έξυπνες» συμβουλές, τάχα «ειδικών». «Πως Να Γίνετε Σωστοί Άντρες», «100 Πράγματα Που Πρέπει Να Έχετε Κάνει Μέχρι Τα 40 Για Να Είστε In», «Πως Να Ρίξετε τη Γκόμενα» και άλλα τέτοια ηλίθια. Κι όπως υπήρχαν περιοδικά που απευθύνονταν σε αντρικό κοινό (τύπου “Nitro”), έτσι εμφανίστηκαν και τα αντίστοιχα περιοδικά που απευθύνονταν σε γυναικείο (χαρακτηριστικό παράδειγμα η εγχώρια εκδοχή του διεθνούς “Cosmopolitan”). Αυτά σε συνδυασμό με πλήθη τηλοπτικών έντυπων ή έντυπων με θέμα τους το κουτσομπολιό – τα τελευταία γνωστά και ως «περιοδικά για παραλίες». Πολλά ζουν και βασιλεύουν ως τις μέρες μας.

Μα είχαν το κοινό τους – και ήταν μεγάλο το κοινό, πολύ μεγάλο. Πίσω από κάθε άρθρο δέσποζε η λάμψη του χρήματος· η αίγλη ενός δυναμικού αυτοκινήτου· η επίδειξη του ρουχισμού ή του καλοφτιαγμένου σώματος· το χτίσιμο αξιών – και η καταβαράθρωση άλλων που θεωρούνταν, πια, «ξεπερασμένες». Άσε στην άκρη τις ιδέες, μην ασχολείσαι με την κοινωνία, αδιαφόρησε για τις τέχνες ή το διάβασμα – τα τελευταία είναι πολύ «κουλτουριάρικα», ενώ εμείς θέλουμε να είμαστε In! Άνετη ζωή, χρήμα, γκόμενες, αμάξια. Και φυσικά κους κους. Εδώ βρίσκεται η ουσία!






Αν μάλιστα συνδυάσεις σε αυτά το γεγονός πως παρέχονταν όλα σε ένα άκρως ελκυστικό πακέτο – μέσα από χιουμοριστικά κείμενα, πιασάρικο λόγο, μοντέρνο και αεράτο στυλ, πολύχρωμες σελίδες και φωτογραφίες με ελκυστικούς άντρες και γυναίκες – καταλήγεις πως ήταν αδύνατο να αντισταθεί ο κόσμος.

Σταδιακά τα φαντασμαγορικά τηλεοπτικά σόου της δεκαετίας του 90 παραχώρησαν τη θέση τους στα τηλεοπτικά reality. Το φαινόμενο ασφαλώς ήταν παγκόσμιο – η χώρα μας απλά μιμείτο τις κυρίαρχες τάσεις του εξωτερικού. Κάπως έτσι όμως οι αξίες του νεοπλουτισμού μεταδόθηκαν, στάλα προς στάλα, σπιθαμή προς σπιθαμή, στο σύνολο του πληθυσμού. Κάθε μικροαστός ονειρευόταν να γίνει αστέρας της TV, να έχει πολυτελές αμάξι, σπίτι με θέα τη θάλασσα και δυο τρεις γκόμενες αγκαλιά.

Σταδιακά ο κόσμος των Μέσων – ο κόσμος της ιδιωτικής Τηλεόρασης και ο κόσμος των Περιοδικών – έφτασε να δημιουργήσει μια κοινωνία στα δικά του πρότυπα – και στα πρότυπα του καλπάζοντος καπιταλισμού της εποχής, που έφτασε να διακηρύττει με αλαζονεία «το τέλος της Ιστορίας». Οι τέχνες και η δημιουργικότητα αφορούσαν πια τους «κουλτουριάρηδες». Και αυτό που ονομάζουμε «κουλτούρα» μετατράπηκε σε σνομπ κακέκτυπο του εαυτού του, δημιουργώντας ένα δίπολο ανάμεσα στο «ποιοτικό» και το «μαζικό» - ένα δίπολο προβληματικό από μόνο του, σε μια κοινωνία που δεν είχε ανάγκη από δίπολα – μα από τέχνη, σκέψη και προβληματισμό. Και ουσιαστικό έρωτα, όχι το φτηνό αντίγραφο των περιοδικών του lifestyle.







4 - Η παραποίηση της Λαϊκής Κουλτούρας



Ασφαλώς ο διαχωρισμός ανάμεσα στη «μαζική/κοσμική τέχνη» και στην «τέχνη των λίγων» υπήρχε από παλιά, όπως αναφέραμε. Μα η νέα εποχή έφερε κάτι καινούργιο στο δίπολο – κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλιότερα. Αν κάποτε η Λαϊκή Τέχνη αντανακλούσε τις προτιμήσεις της πληθώρας του κόσμου, τα γούστα των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων... αν κάποτε μιλούσε στη δική τους γλώσσα, αντικατοπτρίζοντας τις δικές τους αξίες και τον δικό τους τρόπο ζωής... στην εποχή του Lifestyle η Λαϊκή Τέχνη έφτασε πλέον να μιλά με τη γλώσσα των Νεόπλουτων. Ήταν οι δικές τους αξίες εκείνες που αντανακλούσε, τα δικά τους γούστα. Μιλώντας με ταξικούς διαχωρισμούς, επρόκειτο για αξίες που μεταδόθηκαν από Πάνω προς τα Κάτω – από την κοινωνική τάξη των πλουσίων στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία έφτασαν να τους απομιμούνται.

Με άλλα λόγια, κι επί της ουσίας, δεν υπάρχει καμία απολύτως «λαϊκή» τέχνη εδώ. Γιατί η γνήσια λαϊκή τέχνη εκπορεύεται από το λαό τον ίδιο, ενώ στην περίπτωση του Lifestyle η διαδικασία ήταν αντίστροφη. Ήταν ένας τρόπος ζωής που ασπάστηκε και αγάπησε η μάζα του κόσμου... μα δεν τον δημιούργησε η ίδια. Ήταν ο θρίαμβος του καπιταλιστικού ήθους και της ανεγκέφαλης κατανάλωσης, η επιβολή του στις τέχνες και την έκφραση, η μετατροπή των αξιών του σε τρόπο ζωής για τους μικρούς αστούς που ονειρεύονται να γίνουν μεγάλοι αστοί. Ήταν η επικράτηση του νεοπλουτισμού, η μετατροπή του σε αξία καθ’ εαυτή.






Στα ίδια εκείνα χρόνια της δεκαετίας του 90 το ελληνικό «λαϊκό» τραγούδι απέκτησε τη σημασία που έχει σήμερα για πλήθος κόσμου. Εκείνη του ανάλαφρου, ανεγκέφαλου, βιομηχανικού στυλ που ονομάστηκε «Λαϊκό-Ποπ». Ποπ και Λαϊκό είχαν πλέον παντρευτεί, σκορπώντας γύρω τους πλήθος από μπάσταρδα. Η ελληνική Ποπ έχασε τη γλυκιά αφέλεια που είχε άλλοτε. Και το ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι διέσυρε το ίδιο το όνομά του. Οι λαϊκοί τραγουδιστές της νέας γενιάς δεν ήταν οι μεσήλικες του παρελθόντος. Ήταν νέοι άνθρωποι, όμορφοι, σκορπώντας λαμπερά χαμόγελα στα εξώφυλλα των περιοδικών, ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Τους έβλεπες στα τηλεοπτικά σόου, άκουγες συνεχώς τη μουσική τους στο ραδιόφωνο. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία το γεγονός πως οι ίδιοι δεν έγραφαν ούτε τη μουσική, ούτε τους στίχους, ούτε καν επέλεγαν τι θα πουν και πως – σημασία είχε μόνο το περίβλημα, το πρoϊόν προς πώληση. Κι εκείνοι πούλησαν τους εαυτούς τους – ονομάστηκαν «καλλιτέχνες». Και αν τραγούδησαν για το λαό... το έκαναν προδίδοντάς τον. Γιατί δεν του αποκάλυψαν ποτέ την πραγματικότητα: δεν τραγουδάμε για σένα – για τους λίγους τραγουδάμε... για εκείνους που κινούν τα νήματα.

Κάπως έτσι η Λαϊκή Τέχνη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη· και ξέρασε με αηδία, βλέποντας την παραμορφωμένη αντανάκλασή της. Ξέρασε πάνω στο πλήθος από νεκρά λουλούδια που κοσμούν τις πίστες· ξέρασε πάνω στα εκατομμύρια κέρδη των ανθρώπων της νύχτας· ξέρασε πάνω στις μάσκες των τηλεοπτικών προσώπων, πάνω στα γυαλιστερά εξώφυλλα των περιοδικών. Ξέρασε φωνάζοντας: «που με καταντήσατε!»



Σήμερα. Λύσεις και προτάσεις



Βρισκόμαστε πια στο έτος 2016 κι ενώ η οικονομική/κοινωνική κρίση καλά κρατεί. Μα το φαινόμενο του Lifestyle δεν έχει υποχωρήσει. Παραμένει εκεί, σαν φίδι στη φωλιά του, περιμένοντας την ώρα που θα σηκώσει πάλι το κεφάλι και θα κάνει την επόμενή του κίνηση. Ο μέσος Έλληνας του 2016 είναι περισσότερο σκεπτικιστής από εκείνον της δεκαετίας του 90... μα είναι, άραγε, αρκετό αυτό; Μπορούμε να πούμε πως έχει τινάξει από πάνω του τους μύθους του Lifestyle – ή περιμένει απλά πότε θα βγάλει περισσότερα λεφτά, για να τα ξοδέψει πάλι με τον γνωστό τρόπο;

Δεν υπάρχει κοινωνική κρίση δίχως πολιτισμική κρίση – το ένα φέρνει το άλλο και αυτό είναι κάτι που πολλοί, ακόμα, δεν έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν έχουν κατανοήσει πως οι αξίες του νεοπλουτισμού δεν είναι δικές τους αξίες – δεν εξυπηρετούν τους ίδιους, δεν τους προσφέρουν τίποτα περισσότερο από μια πλασματική φυγή και όνειρα κούφιου μεγαλείου. Αν όφειλε να μας έχει διδάξει κάτι η οικονομική κρίση είναι πως το χρήμα δεν είναι το παν – και αντίστοιχα, δεν είναι το παν ο τρόπος διασκέδασης που έχει ως κεντρικό του άξονα το χρήμα και την επίδειξή του. Αν δεν το κατανοήσουμε αυτό ζώντας στις μέρες της κρίσης... πότε θα το κατανοήσουμε;

Αναμφισβήτα θετική είναι η παρουσία του Διαδικτύου στις μέρες μας. Το Διαδίκτυο κατόρθωσε να σπάσει σε έναν βαθμό το μονοπώλιο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης (τηλεόρασης, εφημερίδων, περιοδικών) – πλέον δεν μας υπαγορεύουν μονόπλευρα τι θα δούμε, τι θα ακούσουμε, τι θα φορέσουμε και πως θα διασκεδάσουμε. Ο πομπός παραμένει ισχυρός, οι κυρίαρχες τάσεις εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν για τους εαυτούς τους και οι διαφημίσεις διαδραματίζουν ακόμα καθοριστικό ρόλο.... μα ο δέκτης έχει δυναμώσει, σε σχέση με παλιά.

Από την άλλη οι τάσεις προβατοποίησης παραμένουν ισχυρές – ο άνθρωπος είναι ζώο που μιμείται τον συνάνθρωπό του και η κούφια απομίμηση αποκτά νέες μορφές, αντίστοιχες με τα Μέσα των καιρών. Τότε ήταν τα περιοδικά του lifestyle που υπαγόρευαν τις «σωστές» συμπεριφορές, τώρα είναι οι κυρίαρχες τάσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook. Μα αν συναντούμε μεγάλη ανουσιότητα στα τελευταία και ατελείωτες μιμητικές τάσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, παράλληλα, καθιστούν δυνατό: 1) τον προσωπικό λόγο, 2) τη διαφοροποίηση και 3) τη δημόσια προβολή της τελευταίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια ρευστή κατάσταση που υπόκειται συνεχώς σε αλλαγές και δεν υπαγορεύεται μονόπλευρα από «πάνω προς τα κάτω», όπως συμβαίνει στην τηλεόραση ή τα μαζικά περιοδικά. Τα παλαιά Μέσα καλλιεργούν την παθητικότητα. Το Διαδίκτυο (παρά τα τόσα στραβά που έχει) καλλιεργεί μια περισσότερο ενεργητική στάση – περισσότερο ατομική, κόντρα στις μάζες. Και αυτό είναι ασφαλώς κάτι ελπιδοφόρο.



Athens_Graffiti


Το Διαδίκτυο εξάλλου επιτρέπει την ανάδειξη και την προβολή μιας γνήσιας, εναλλακτικής τέχνης – είτε μιλάμε για μουσική, είτε για εικαστικά, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις ή οτιδήποτε σχετικό. Κάθε δημιουργός μπορεί να μοιραστεί το έργο του και να επικοινωνήσει με όσους ενδιαφέρονται. Ασφαλώς όλα αυτά πολλές φορές τείνουν να πνίγονται μέσα στο σωρό των ανούσιων πληροφοριών, μα αποτελούν ένα μικρό βήμα τουλάχιστον. Άνθρωποι με κοινά γούστα γνωρίζονται, επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, πέρα από τον κόσμο των κυρίαρχων Μέσων και της κυρίαρχης μαζικής κουλτούρας. Κάτι γίνεται, κάτι σιγοβράζει, ακόμα και αν η φωτιά είναι ακόμα σιγανή. Τουλάχιστον υπάρχει – και ολοένα εξαπλώνεται.

Τίποτα δεν μπορεί να γίνει σε μαζική κλίμακα ασφαλώς αν δεν επιχειρήσουν ριζικές αλλαγές οι φορείς που κινούν τα νήματα – οι ιδιοκτήτες, οι καναλάρχες, οι βιομήχανοι, οι πολιτικοί. Πως γίνεται να αγαπήσει ο κόσμος τις τέχνες αν το ίδιο το Σχολείο τις περιθωριοποιεί, τις υποβαθμίζει, τις μετατρέπει σε «δευτερεύον μάθημα»; Αν οι σκληρές εργασιακές συνθήκες διδάσκουν την εύκολη απόδραση της ελαφράς ψυχαγωγίας; Αν το όνειρο του εύκολου πλουτισμού παραμένει πρωτεύον στα μυαλά του κόσμου;

Ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από τους κοινωνικούς φορείς της εξουσίας – αλίμονο αν γκρέμιζαν το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται η δύναμή τους. Η τωρινή κοινωνία στηρίζεται στη δύναμη του χρήματος, στα προνόμια των λίγων και, αντίστοιχα, στην απαξίωση της γνώσης και της τέχνης – ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα καταπολεμούσε αυτούς τους βασικούς πυλώνες θα έφτανε να γκρεμίσει το ίδιο το σύστημα. Τα ιδιωτικά κανάλια θα συνεχίσουν να προβάλλουν ανούσια πρωινάδικα, οι ιδιωτικές εφημερίδες θα συνεχίσουν να μιλούν για τους τραγουδιστές της πίστας, οι μαζικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί θα συνεχίσουν να παίζουν τις ίδιες playlists, τα μπουζούκια θα συνεχίσουν να ραίνουν τον κόσμο με λουλούδια.

Και θα συνεχίσω, για πολλά χρόνια μάλλον, να βλέπω τις φάτσες των γνωστών τραγουδιστών στις στάσεις των λεωφορείων. Και οι γυναίκες θα συνεχίσουν να φοράνε ψιλοτάκουνα και να χορεύουν τσιφτετέλια. Και οι άντρες θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν τα αμάξια τους. Και αμόρφωτοι σκυλάδες θα εξυψώνουν την κούφια εθνική συνείδηση. Και θα βάζω στην άκρη τα βιβλία μου, τα κείμενα και τα σχέδιά μου... και θα με πνίγει το αίσθημα της αδικίας. Της απομόνωσης. Και θα σκέφτομαι «σε τι κόσμο ζω, θεέ μου».

Μα θέλω να ελπίζω. Θέλω να ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει. Πως αλλάζει ήδη, λίγο λίγο, σκόρπια, εδώ κι εκεί. Το βλέπουμε στο διαδίκτυο, το βλέπουμε στις εναλλακτικές επιλογές μερίδας κόσμου, στην αυξανόμενη διασπορά του γούστου, στις πολυάριθμες (έστω σκόρπιες, έστω δίχως μεγάλη προβολή) καλλιτεχνικές και πνευματικές δραστηριότητες. Στα ποσοστά του κόσμου που στρέφουν την πλάτη τους στις κάλπικες αξίες και τον τρόπο ζωής τους. Στην κοινωνική ευαισθητοποίηση, στις συλλογικές αυτοοργανώμενες ενέργειες. Στην ανάγκη για μια γνήσια μορφή επικοινωνίας που, έστω περιορισμένα, αντικαθιστά τον συρφετό της κοινωνικής επιδειξιομανίας. Ασφαλώς υπάρχουν πλήθη δραστηριοτήτων και συμπεριφορών που μας κάνουν να θλιβόμαστε – μα η μονόπλευρη προβολή του αρνητικού καλλιεργεί την ηττοπάθεια. Το κάνουν τα κυρίαρχα Μέσα – ας μην πέσουμε στην ίδια παγίδα. Γιατί ένα πελώριο ψηφιδωτό είμαστε, σαν κοινωνία – αν κάθε μοναδική ψηφίδα κάνει τη διαφορά, τότε στο τέλος η σφαιρική εικόνα θα αλλάξει.

Γιατί η αληθινή αλλαγή... κάθε αληθινή αλλαγή... ποτέ δεν έρχεται από πάνω. Ποτέ δεν έρχεται από ψηλά. Από κάτω έρχεται – απ’ τα χαμηλά. Απ’ την στάση που επιλέγει κάθε ένας από μας ξεχωριστά. Κάθε ένας ξεχωριστά.


Από τη θέληση να είμαστε οι ίδιοι εκείνη η αλλαγή που θέλουμε να δούμε γύρω μας.





Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #3: Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες





Το φως της μέρας φεύγει· η σκόνη της καθημερινότητας μαζί της· και τα φώτα στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανάβουν για άλλη μια φορά. Μικρά, θερμά φώτα που τρεμοπαίζουν παιχνιδιάρικα, τέτοια που αποκαλύπτουν πάντα λιγότερα από εκείνα που φαντάζεσαι – γιατί στον κόσμο του βιβλίου η φαντασία είναι σημαντικότερη από την άμεση αίσθηση. Και αν η φαντασία απουσιάζει από μεγάλη μερίδα κόσμου, να ξέρεις πως δεν είναι τυχαίο – λίγοι απ’ αυτούς επισκέπτονται, μεμονωμένα έστω, τον κόσμο του βιβλίου.

Το Λαγούμι ξεδιπλώνει τις σπείρες με τα ράφια του μπροστά σου – κάθε βιβλιοθήκη και μια άλλη κατεύθυνση, ένας διαφορετικός προορισμός. Από τον αρχέγονο Κήπο της Εδέμ στα Τάρταρα, από το ουτοπικό Ελ Ντοράντο στη δυστοπία του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου, από τα πέρατα της γης στα πέρατα της ανθρώπινης ψυχής  - κάποιες φορές είναι εξίσου μεγάλες οι αποστάσεις, μα και το ίδιο κοντινές. Θα συναντήσεις βιβλιοθήκες κάθε είδους. Άλλες είναι ευθείες, όπως ευθεία και άμεσα είναι τα βιβλία που περιέχουν. Άλλες θα τις δεις με κλίση, καθώς περιλαμβάνουν βιβλία που μιλούν με πλάγιο τρόπο για πράγματα και καταστάσεις. Κάποιες είναι σε σπιράλ: οι μισές έχουν ανηφορική κατεύθυνση και τα βιβλία τους είναι μια μικρή ανηφόρα από μόνα τους – θέλουν προσοχή και κόπο, μα στο τέλος βγαίνεις δυνατότερος. Άλλες έχουν κατηφορική κλίση και η ανάγνωση των βιβλίων τους σε παρασύρει και σε ξεκουράζει – μόνο που είναι ευκολότερο να πέσεις. Εν τέλει κατήφορος και ανήφορος είναι ο ίδιος δρόμος, όπως έλεγε εκείνος ο σοφός (θα βρεις βιβλίο δικό του στο Ράφι υπ’ αριθμόν 3244, παράρτημα 6).

Δεν ξέρω ποιος είναι ο δρόμος ο δικός σου, φίλε αναγνώστη. Στον κόσμο του βιβλίου κανένας δρόμος ποτέ δεν είναι ίδιος. Μπορώ όμως να σου παρέχω κάποιους μικρούς ταξιδιωτικούς προορισμούς – βιβλία για να αράξεις τα πανιά σου... και βιβλία για να ξεχυθείς στο πέλαγο. Η τελική επιλογή είναι δική σου.



H σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού






«Γύρισε να κοιτάξει και είδε μέσα στο σκοτάδι δυο μαύρες φιγούρες, σκεπασμένες με δυο τσουβάλια από κάρβουνα, που χοροπηδούσαν πίσω του στη μύτη των ποδιών τους, σαν δυο φαντάσματα [...]. Ύστερα δοκίμασε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε όμως προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα, όταν ένιωσε να τον αρπάζουν από τα χέρια και άκουσε δύο φριχτές, βραχνές φωνές, να του λένε: "Ή τη τσάντα σου, ή τη ζωή σου!" [...]

Τότε ο πιο κοντός δολοφόνος, αφού έβγαλε ένα μαχαίρι, προσπάθησε να το βάλει ανάμεσα στα χείλη του... Αυτός όμως, γρήγορος σαν αστραπή, του δάγκωσε αμέσως το χέρι και αφού του το έκοψε με τα δόντια, το έφτυσε. Και φανταστείτε την έκπληξη του όταν, αντί για χέρι κατάλαβε πως είχε φτύσει ένα γατίσιο πoδάρι [...].

Παίρνοντας θάρρος από την πρώτη αυτή νίκη, λευτερώθηκε βάζοντας όλη του τη δύναμη, από τα νύχια των δολοφόνων, και πηδώντας τον φράχτη του δρόμου, το βαλε στα πόδια μέσα στα χωράφια [...]. Ύστερα από ένα απελπισμένο τρέξιμο που κράτησε σχεδόν δύο ώρες, έφτασε τέλος λαχανιασμένος μπροστά στο σπίτι και χτύπησε.

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Ξαναχτύπησε ακόμα πιο δυνατά, γιατί άκουγε να πλησιάζουν τα βήματα και η βαθιά και πνιγμένη ανάσα των δύο που τον κυνηγούσαν. [...] Τότε βγήκε στο παράθυρο ένα όμορφο κοριτσάκι με γαλάζια μαλλιά και ένα πρόσωπο άσπρο, σαν κέρινη κούκλα, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το κοριτσάκι, δίχως διόλου να σαλέψουν τα χείλη του, είπε με μια φωνούλα που έμοιαζε να' ρχεται απ' τον άλλο κόσμο:

- Σ' αυτό το σπίτι δεν υπάρχει κανείς. Όλοι είναι πεθαμένοι.

- Άνοιξε μου τουλάχιστον εσύ! φώναξε, κλαίγοντας και παρακαλώντας.

- Και εγώ πεθαμένη είμαι.

- Πεθαμένη; Και τότε τι κάνεις εκεί στο παράθυρο;

- Περιμένω το φέρετρο που θα' ρθει να με πάρει.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια το κοριτσάκι χάθηκε και το παράθυρο ξανάκλεισε χωρίς κανένα θόρυβο».


***


Κι όμως, το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο βιβλίο τρόμου, αλλά από τον "Πινόκιο" του Κάρλο Κολόντι. Έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1881.

Γιατί στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία του παλιού καιρού υπήρχαν πολύ περισσότερες σκοτεινές στιγμές από όσες τελικά άφησαν να φανούν οι καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες διασκευές τους του 20ου αιώνα. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε, μελλοντικά.



Μια εξομολόγηση του Διαβόλου






«Είμαι άνθρωπος συκοφαντημένος. Να, εσύ μου κοπανάς κάθε λεπτό πως είμαι βλάκας. Πως φαίνεται πως είσαι νέος. Φίλε μου, το μυαλό δεν είναι το παν! Είμαι από του φυσικού μου καλόκαρδος και χαρούμενος [...], κι όμως η τύχη μου είναι πολύ πιο σοβαρή. Από κάποιον προαιώνιο καθορισμό, που δε μπόρεσα ποτέ μου να τον καταλάβω, έχω ταχθεί "ν' αρνιέμαι", τη στιγμή που είμαι ειλικρινά καλόκαρδος και καθόλου ικανός για άρνηση.

Όχι, τράβα ν' αρνιέσαι, χωρίς άρνηση δε μπορεί να υπάρχει κριτική και τι σόι περιοδικό θα βγαίνει αν δεν έχει "στήλη κριτικής"; Χωρίς κριτική θα υπάρχει μονάχα "ωσαννά". Για τη ζωή όμως δεν αρκεί η "ωσαννά", πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας, και ούτω καθεξής, στο ίδιο στυλ. Εδώ που τα λέμε δεν ανακατώνομαι, δεν είμαι εγώ ο δημιουργός, δεν είμαι εγώ ο υπεύθυνος. Βρήκανε, λοιπόν, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, τον βάλανε να γράφει τη στήλη της κριτικής και δημιουργήθηκε η ζωή.

Εμείς την καταλαβαίνουμε αυτήν την κωμωδία. Εγώ, λ.χ., απαιτώ απλά και σκέτα την εκμηδένιση μου. Όχι, μου λένε, πρέπει να ζήσεις, γιατί χωρίς εσένα δε μπορεί να γίνει τίποτα. Αν πήγαιναν όλα καλά στη γη, δε θα συνέβαινε τίποτα. Χωρίς εσένα δε θα υπάρχει κανένα γεγονός, χρειάζεται όμως να γίνονται γεγονότα. Υπηρετώ, λοιπόν, με σφιγμένη την καρδιά, για να συμβαίνουν γεγονότα και φτιάχνοντας παράλογα πράγματα κατ' εντολή. Οι άνθρωποι παίρνουν όλη αυτή την κωμωδία για κάτι σοβαρό, παρά την αναμφισβήτητη νοημοσύνη τους. Αυτή είναι η τραγωδία τους...

Υποφέρουν φυσικά... Ζουν όμως, ζουν πραγματικά κι όχι φανταστικά, γιατί ο πόνος είναι ακριβώς η ζωή. Τι ευχαρίστηση θα υπήρχε χωρίς πόνο. Τα πάντα θα μεταβάλλονταν σε μιαν ατελείωτη δέηση: είναι βέβαια, άγια πράγματα, αλλά κάπως ανιαρά.

Και γω; Υποφέρω, κι όμως, δε ζω. Είμαι το χι σε μιαν ακαθόριστη εξίσωση. Είμαι ένα φάσμα της ζωής που έχει απολέσει όλες τις αρχές κι όλα τα τέλη και που ξέχασε και ο ίδιος τελικά πως να ονομάσει τον εαυτό του...»


***


Λόγια ενός κυρίου, σωστού τζέντλεμαν, ντυμένου σ’ ένα "ντεμοντέ καφέ σακάκι και έχοντας ένα μυτερό γενάκι", που επισκέφτηκε σ’ έναν εφιάλτη τον Ιβάν Καραμάζοφ, κάποιο κρύο βράδυ του χειμώνα... Τον έχουν πει και "διάβολο" – σε μία από τις κλασικότερες εμφανίσεις του στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Από τους "Αδερφούς Καραμάζοφ", του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, σε μετάφραση Κ. Σίνου.



Η παραδοξότητα του Ωραίου






"Το ωραίο είναι πάντα παράδοξο. Δεν θέλω να πω ότι είναι ηθελημένα, ψυχρά παράδοξο, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση θα ήταν ένα τέρας, που ξεφεύγει από τις γραμμές της ζωής. Λέω ότι περιέχει πάντα λίγη παραδοξότητα, παραδοξότητα απλοϊκή, όχι ηθελημένη, και ότι είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητα που δημιουργεί το Ωραίο".


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Περί της Σύγχρονης Ιδέας της Προόδου στον Χώρο των Καλών Τεχνών" (1868).

Στην εικόνα ο πίνακας του Henry Fuseli "Η Τιτάνια Αγκαλιάζει τον Μπότομ", του 1792-93.



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα






Από το ημερολόγιο του Κάφκα. 15 Αυγούστου του 1913. Το “γράμμα” που αναφέρει αρχικά αφορά τη μνηστή του, Felice Bauer, σχετικά με τον γάμο τους.


«"Αγωνία στο κρεβάτι, καθώς πλησίαζε η αυγή. Η μόνη λύση που έβλεπα ήταν να πηδήξω απ' το παράθυρο. Η μητέρα μου ήρθε στο κρεβάτι μου και ρώτησε αν είχα στείλει το γράμμα και αν αυτό περιείχε το αρχικό μου κείμενο. Απάντησα ότι ήταν το αρχικό κείμενο, με μερικές αλλαγές για να γίνει ακόμη οξύτερο. Είπε πως δε με καταλαβαίνει. Απάντησα ότι σίγουρα δε με καταλαβαίνει, και όχι μόνο σ' αυτό το ζήτημα.

Αργότερα με ρώτησε αν είχα γράψει στο θείο Άλφρεντ. “Δικαιούται ένα γράμμα”, είπε. Ρώτησα γιατί. “Έχει τηλεγραφήσει, έχει γράψει, έχει πάντα στην καρδιά του εσένα και την ευτυχία σου”. “Αυτές είναι τυπικότητες”, είπα, “μου είναι παντελώς ξένος, έχει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για μένα, δεν ξέρει τι επιθυμώ και τι χρειάζομαι, δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του”.

“Δηλαδή κανείς δεν σε καταλαβαίνει εσένα”, είπε η μητέρα μου. “Υποθέτω ότι κι εγώ σου είμαι ξένη, το ίδιο και ο πατέρας σου. Άρα όλοι θέλουμε το κακό σου”.

“Ασφαλώς και δεν θέλετε το κακό μου. Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”».



Νίτσε και ελευθερία






"To πάθος είναι καλύτερο από τη στωικότητα και την υποκρισία. Η ειλικρίνεια, ακόμη και στο κακό, είναι καλύτερη από το να χαίρεσαι μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός ή κακός, αλλά ο ανελεύθερος άνθρωπος είναι όνειδος για τη φύση και δεν έχει μερίδιο σε καμιά ουράνια ή επίγεια παρηγοριά.

Τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του. Η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ σαν θαυμαστό δώρο στα χέρια κανενός".


Φρίντριχ Νίτσε. Από τους "Παράκαιρους Στοχασμούς" (1873-76). Στην εικόνα σχέδιο του Νίτσε από τον Έντβαρτ Μουνκ.




Το παλάτι με τα Ζώα του Λόρδου Βύρωνα






«Στην έπαυλή του, εκτός από τους αμέτρητους υπηρέτες, κατοικούν δέκα άλογα, οκτώ πελώρια σκυλιά, τρεις πίθηκοι, πέντε γάτες, ένας αετός, ένα κοράκι και ένας γύπας, και όλα αυτά τα ζώα, με εξαίρεση τα άλογα, κυκλοφορούν ελεύθερα στο σπίτι, το οποίο όπως φαντάζεσαι αντηχεί από τις παράξενες φωνές τους...

Ωστόσο, αφού είχα σφραγίσει αυτό το γράμμα, διαπίστωσα ότι η καταμέτρηση των ζώων, σ' αυτό το παλάτι της Κίρκης, ήταν λανθασμένη, διότι μόλις διασταυρώθηκα στις σκάλες με πέντε παγώνια, έξι φασιανούς, δύο ινδικά χοιρίδια και έναν αιγυπτιακό γερανό.

Αναρωτιέμαι ποιοί ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προτού μεταμορφωθούν σε αυτά τα αλλόκοτα όντα».


***


Λόγια του ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, περιγράφοντας τη βίλα του φίλου του, λόρδου Βύρωνα, στην οποία και φιλοξενούνταν τον καιρό εκείνο. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.

Ο Σέλλεϋ και ο Μπάιρον ανήκαν στους βασικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος. Και ο Ρομαντισμός είχε ανυψώσει τη Φύση ως το απόλυτο αντικείμενο του δέους και του θαυμασμού του. Μα η "φύση" των ρομαντικών δεν ήταν οι βόλτες στα πάρκα ή στην εξοχή, οι βουτιές στη θάλασσα και μερικές γλάστρες στο μπαλκόνι. Τα ζώα των ρομαντικών δεν ήταν κατοικίδια κλεισμένα σε κλουβιά.

Φύση ήταν το υψηλό, το ανείπωτο, εκείνο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε απόλυτα με λόγια - δε μπορούμε παρά να το ιχνηλατήσουμε, σαν εξερευνητές ή θαλασσοπόροι σε θάλασσες άγριες και αφιλόξενες. Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό. Και ο άνθρωπος, δεν είναι παρά μέρος της, ένα ζώο όπως όλα, κλεισμένο στο κλουβί που ο ίδιος έχτισε, παλεύοντας να απελευθερωθεί.

Στην εικόνα ο πίνακας του ρομαντικού ζωγράφου Edwin Henry Landseer, τιτλοφορούμενος "Ο Isaac van Amburgh και τα Ζώα του", του 1839.



H θάλασσα του Καρκαβίτσα






«Από µικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήµατα µου να ειπείς, στο νερό τα έκαµα. Το πρώτο µου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουµίνια µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και µε την πύρινη φαντασία µου που το έκανε µπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήµουν και γω εκεί µέσα. Μόλις όµως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάµω άλλο µεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιµανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυµπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα µακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύµπι πρώτος - τα λέπια µου έλειπαν.

- Μωρέ, γεια σου, και συ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.

Εγώ καµάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους [...]

Ναι - την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα µακριά, να χάνεται στα ουρανοθέµελα σαν ζαφειρένια πλάκα, στρωτή, βουβή και πάσχιζα να µάθω το µυστικό της. Την έβλεπα, οργισµένη άλλοτε, να δέρνει µε αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια».

Ανδρέας Καρκαβίτσας. Από το διήγημα "Η Θάλασσα", γραμμένο το 1898.

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής νατουραλιστικής σχολής – διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό νιώθεις σχεδόν λες και βρίσκεσαι εκεί. Αισθάνεσαι τον αέρα, νιώθεις την άμμο κάτω απ' τα πόδια σου, ακούς τον παφλασμό του κύματος, ενώ παρατηρείς τις ψαρόβαρκες που φεύγουν.


Συνεχίζεται....


Οι προηγούμενες περιπλανήσεις μας στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας:









You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...