Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #6: Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι





Για μια τελευταία φορά μέσα στο καλοκαίρι, το Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανοίγει τη μικροσκοπική του πύλη – για να περάσεις από κει στον πελώριο κόσμο των βιβλίων.


Τα σημερινά αποσπάσματα χαρακτηρίζονται από την έντονη κριτική τους διάθεση και τις κοινωνικές τους προεκτάσεις. Κάποια μας ταξιδεύουν στο παρελθόν... άλλα στο μέλλον. Μα η κριτική είναι πανταχού παρούσα.

Θα μεταβείς σ’ έναν κόσμο όπου καίνε τα βιβλία και προάγουν τα τηλεπαιχνίδια και τα σόου – έναν κόσμο που εγκατέλειψε τη γνώση για χάρη της ανούσιας πληροφορίας και της διέγερσης των αισθήσεων. Θα φτάσεις σ’ έναν τόπο όπου η ομορφιά κατέληξε να εξαλείψει την ατομικότητα – καθώς όταν τα πρότυπα είναι πάντα Ίδια, η ομορφιά είναι πάντα Μία και η τεχνολογία πλέον την καθιστά δυνατή για όλους.

Θα ταξιδέψεις σε μια σκοτεινή, βρώμικη πολιτεία που εκπορνεύεται τη μιζέρια της. Θα αναλογιστείς πάνω στην ισοτιμία των δύο φύλων. Θα διαπιστώσεις πόσο χρήσιμες υπήρξαν οι γυναίκες στον Πόλεμο. Θα διαπιστώσεις πως οι βρυκόλακες δεν παίρνουν πάντα ανθρώπινη μορφή – μα συχνότερα, αποκτούν τη μορφή ιδεών και τρόπου σκέψης. Και, τέλος, θα πεις ένα τραγούδι – που όπως όλα τα τραγούδια, είναι πιο όμορφο από τους ανθρώπους.



Ο πολιτισμός της μόνιμης ικανοποίησης






Κάποτε στο μέλλον, οι άνθρωποι κατόρθωσαν τελικά ν’ αποκτήσουν μια αίσθηση μόνιμης χαράς. Το κράτος εξασφάλισε γι’ αυτό, γεμίζοντας την καθημερινότητά τους με Ψυχαγωγία και απομακρύνοντας μια για πάντα έναν απ’ τους πλέον αποσταθεροποιητικούς παράγοντες: τα βιβλία, τα οποία πλέον δεν χρειάζονται – γι’ αυτό και τα καίνε.


«Οι άνθρωποι επιθυμούν να είναι χαρούμενοι, σωστά; Δεν το έχεις ακούσει, μέχρι τώρα στη ζωή σου; Θέλω να είμαι χαρούμενος, λένε οι άνθρωποι. Ε λοιπόν, δεν είναι; Δεν τους κάνουμε να βρίσκονται σε συνεχή κίνηση, δεν τους παρέχουμε διασκέδαση; Γι' αυτόν τον σκοπό δε ζούμε, στο κάτω κάτω; Για ευχαρίστηση, για διέγερση; Οφείλεις λοιπόν να παραδεχθείς πως ο πολιτισμός μας παρέχει άφθονα από δαύτα". [...]

Δώσε στους ανθρώπους διαγωνισμούς και παιχνίδια στα οποία μπορούν να κερδίζουν, με το να θυμούνται τις λέξεις σε δημοφιλή τραγούδια, ή τις ονομασίες διάφορων πρωτευουσών, ή πόσο αυξήθηκε η παραγωγή του καλαμποκιού τη χρονιά που πέρασε. Γέμισε τους με δεδομένα, σφήνωσε τους μέχρι διαόλου με "γεγονότα", έτσι ώστε να αισθάνονται παραφουσκωμένοι, μα "ευφυείς", γεμάτοι πληροφορίες. Τότε θα νομίζουν πως σκέπτονται, θα τους παρέχεται μια αίσθηση κίνησης χωρίς να κινούνται καθόλου. Και θα είναι χαρούμενοι, καθώς δεδομένα σαν αυτά δε μεταβάλλονται.

Μη τους δώσεις μόνο γλιστερά, ρευστά πράγματα, όπως φιλοσοφία ή κοινωνιολογία, με τα οποία θα μπορούσαν ίσως να δουν πιο σφαιρικά. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος της μελαγχολίας».


Από το βιβλίο "Fahrenheit 451" του Ray Bradbury, δημοσιευμένο το 1953. Στη θαυμαστή κοινωνία του “Φάρεναϊτ” τα βιβλία και το διάβασμα είναι απαγορευμένα. Ειδικά πυροσβεστικά σώματα ασφαλείας αναλαμβάνουν τον εντοπισμό τυχόν κρυμμένων βιβλίων και τα καίνε. Στους ανθρώπους συνίσταται να διασκεδάζουν και να ψυχαγωγούνται με σόου, παιχνίδια και θεάματα, όχι να διαβάζουν, καθώς το δεύτερο (όπως αναφέρεται και στο απόσπασμα) "καλλιεργεί τη μελαγχολία".

Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε σε ταινία το 1966 από τον Φρανσουά Τρυφό. Αριστερά στην εικόνα το εξώφυλλο της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου, δεξιά η αφίσα της ταινίας.

Όσο αφορά τον τίτλο; "Φάρεναϊτ 451" θεωρείται ο βαθμός αυτοανάφλεξης των βιβλίων - το σημείο στο οποίο η αυξημένη θερμότητα τα τυλίγει μες στις φλόγες.

Θα επανέλθω στο συγκεκριμένο βιβλίο – και το θέμα – κάποια στιγμή μελλοντικά.



Ομορφιά και Ατομικότητα






Ένα επεισόδιο της κλασικής σειράς sci-fi "Η Ζώνη του Λυκόφωτος" (με τον τίτλο “Number 12 Looks Just Like You”) περιέγραφε μια φουτουριστική κοινωνία στην οποία η τεχνολογία καθιστά δυνατό τον ολικό μετασχηματισμό της εξωτερικής εμφάνισης του ανθρώπου, έτσι ώστε να προσεγγίσουν όλοι το "τέλειο πρότυπο ομορφιάς" - μαθηματικά υπολογισμένο και σχεδιασμένο από υπερσύγχρονους υπολογιστές.

Οι υπολογιστές είχαν καταλήξει σε δύο "ιδανικά μοντέλα". Αψεγάδιαστα σε κάθε τους λεπτομέρεια, αγγίζοντας την ιδεατή τελειότητα των αρχαίων αγαλμάτων. Κάθε άνθρωπος, από την εφηβική του κιόλας ηλικία, καλούνταν να επιλέξει ανάμεσά τους - υπήρχαν αντίστοιχα δύο ανδρικά μοντέλα, και δύο γυναικεία. Σε αυτά είχαν δοθεί οι αριθμοί "8" και "12".

Το άτομο έκανε την επιλογή του και εν συνεχεία, χάρη στην εκπληκτική εξέλιξη της τεχνολογίας και των ιατρικών μεθόδων, γινόταν μια απίστευτη αλλαγή: Βγαίνοντας απ' τον ιατρικό θάλαμο, είχε μεταμορφωθεί ολοκληρωτικά, έχοντας γίνει ίδιος σε κάθε λεπτομέρεια, με τα τέλεια εκείνα πρότυπα. Τώρα ήταν πια κι αυτός ιδανικός και αψεγάδιαστος! Τώρα ήταν όλοι τους πια τέλειοι, όμοιοι με αγάλματα θεών!

Tέλειοι - και απόλυτα ίδιοι, ο ένας με τον άλλον.

Αυτό το επεισόδιο σκέφτηκα, διαβάζοντας το ακόλουθο απόσπασμα του Μίλαν Κούντερα:


«Τι είναι η ομορφιά από μαθηματική σκοπιά; Υπάρχει ομορφιά όταν ένα αντίτυπο μοιάζει όσο γίνεται περισσότερο στο αυθεντικό πρωτότυπο. Ας φανταστούμε ότι έχουν βάλει στον υπολογιστή τις ελάχιστες και τις μέγιστες διαστάσεις όλων των μερών του σώματος: μεταξύ τριών και επτά εκατοστών για το μήκος της μύτης, μεταξύ τριών και οκτώ για το ύψος του μετώπου, και ούτω καθεξής. Άσχημος είναι ο άνθρωπος που το μέτωπό του έχει μήκος έξι εκατοστών και η μύτη του τρία μόνο. Ασχήμια: ιδιότροπη ποίηση του τυχαίου.

Σ' έναν ωραίο άνθρωπο, το παιχνίδι των τυχαίων έχει διαλέξει έναν μέσο όρο όλων των μέτρων. Ομορφιά: πεζότητα του ακριβούς μέσου. Στην ομορφιά, περισσότερο ακόμα παρά στην ασχήμια, εκδηλώνεται ο μη ατομικός, μη προσωπικός χαρακτήρας του προσώπου.»


Από την "Αθανασία" [“Nesmrtelnost”, 1990, μετάφραση Κ.Δασκαλάκη, εκδόσεις Εστία]



H φάμπρικα των ζητιάνων






«Λαμβάνω την τιμή να συστηθώ: Ιωνάθαν Ιερεμίας Πήτσαμ της Α.Ε. Πήτσαμ Κόμπανυ. Δουλειά της εταιρείας να ξυπνά στους ανθρώπους τη λύπηση για τον άνθρωπο. Και το δηλώνω ξεκάθαρα... η επιχείρηση πάει κατά διαόλου. Και σας το λέω εγώ, ο Ιερεμίας Πήτσαμ, που ελέγχει τα δύο τρίτα των ζητιάνων του Λονδίνου και κάτι ξέρω από ανθρώπινο οίκτο.

Τι συγκινεί λοιπόν σήμερα τον άνθρωπο; Τίποτα. Γιατί και το πιο μαύρο χάλι άντε και το συνηθίσει ο άλλος δεν του λέει πια τίποτε. Κανένας δεν λυπάται κανέναν. Γίναμε αναίσθητοι και, μη προς κακοφανισμός σας, γίναμε γουρούνια. Πάρε παράδειγμα. Βλέπεις στη γωνιά του δρόμου έναν ωραίο, γερό άνδρα με στρατιωτικό αμπέχωνο και κομμένο το δεξί του χέρι. Τρομάζεις, σαστίζεις, βγάζεις και του δίνεις τρία σελίνια. Τη δεύτερη φορά νάσου πάλι ο κουλός στη γωνιά του δρόμου, βγάζεις και του ακουμπάς δύο σελίνια. Άντε και βρεθεί μπροστά σου ο κουλός για τρίτη φορά σου τη δίνει και τον καρφώνεις στον μπασκίνα της γειτονιάς.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταμπέλες (πιάνει από το ράφι μια ταμπέλα και τη δείχνει στο κοινό). “ΕΣΥ ΕΧΕΙΣ ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΧΩ”. Ωραία κουβέντα, ωραία ταμπέλα, τι να την κάνεις που ξέφτισε σε δυο βδομάδες. Άλλη ταμπέλα: ΑΓΑΠΑ ΜΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΣΥ. Καλό ε; Δύσκολο να το πιάσεις, αλλά όμορφο. Δούλεψε πάνω από δύο μήνες, αλλά πάει κι αυτό, ξέφτισε. Θυμόσαστε εκείνο το σπουδαίο: “ΔΩΣΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΩΣΟΥΝ”; Αυτό χάλασε κόσμο έναν ολόκληρο χειμώνα. Πάει κι αυτό, τέλειωσε. Το μπουχτίσανε και τώρα μόνο που πιάνει τόπο στα ράφια.

Τελειώνουνε κι οι όμορφες κουβέντες, τι νομίζεις; Ο κόσμος άλλαξε, θέλει καινούργια πράγματα.»


Μπέρτολτ Μπρεχτ. Από την κλασική "Όπερα της Πεντάρας", σε μετάφραση Σ.Ματζίρη, εκδόσεις Δωδώνη. Πρώτο ανέβασμα το 1928.

Ενα έργο στο οποίο, μεταξύ άλλων, η ζητιανιά παρουσιάζεται ως μια κερδοφόρος επιχείρηση – αρκεί να γνωρίζεις τις απαιτήσεις της «Αγοράς». Ποια μορφή οίκτου λοιπόν «πουλάει» περισσότερο; Και πόσο καιρό θα έχει πέραση σε μια κοινωνία που έχει πλέον συνηθίσει σε όλα;



Τζέην Έυρ. Γυναίκες και Σουλτάνοι


Charlotte Brontë


Το μυθιστόρημα μας μεταφέρει κάπου στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Μια νεαρή γυναίκα, καλλιεργημένη, μα φτωχή και άσημη, βγαίνει με τον υποψήφιο σύζυγο της, εύπορο και αναγνωρισμένο. Η αγάπη τους είναι αμοιβαία. Ωστόσο οι διαφορές ανάμεσά τους μεγάλες. Εκείνος την κατευθύνει στα καλύτερα καταστήματα της πόλης, διατεθειμένος να της κάνει τα ωραιότερα δώρα - πλούσια ενδύματα και λαμπερά κοσμήματα. Η γυναίκα όμως μας αφηγείται:


«Χάρηκα πολύ όταν επιτέλους τον έβγαλα από το κατάστημα με τα μεταξωτά και ύστερα από ένα κοσμηματοπωλείο. Όσο πιο πολύ μου ψώνιζε, τόσο πιο πολύ ένιωθα το πρόσωπο μου να καίει από μια αίσθηση ενόχλησης και εξευτελισμού. Όταν μπήκαμε πάλι στην άμαξα και έγειρα πίσω αναψοκοκκινισμένη και εξαντλημένη, θυμήθηκα κάτι που μες στη φούρια των γεγονότων, ζοφερών και λαμπρών, το είχα λησμονήσει εντελώς: την επιστολή του θείου μου και την πρόθεση του να με ορίσει κληρονόμο του.

"Θα με ανακούφισε πολύ", σκέφτηκα, "αν είχα έστω και την ελάχιστη ανεξαρτησία. Αυτό το πράγμα, να με ντύνουν σαν να είμαι καμιά κούκλα, ή να κάθομαι σαν δεύτερη Δανάη και να λούζομαι καθημερινά από τη χρυσή βροχή, δεν τ' αντέχω καθόλου. [...] Αν είχα την προοπτική να συνεισφέρω κάτι στην περιουσία του, θα υπέφερα πιο εύκολα να συντηρούμαι τώρα απ' αυτόν".

Ανακουφισμένη κάπως απ' αυτή την ιδέα, τόλμησα να κοιτάξω πάλι τον κύριο και μνηστήρα μου στα μάτια, τα οποία αναζητούσαν επίμονα το βλέμμα μου, παρόλο που εγώ τ' απέφευγα, τόσο αυτά όσο και το πρόσωπό του. Όπως μου χαμογέλασε, σκέφτηκα ότι το χαμόγελό του ήταν ίδιο μ' αυτό που θα πρόσφερε ένας σουλτάνος, σε μια τρυφερή κι ευτυχισμένη στιγμή, σε μια δούλα που μόλις την είχε γεμίσει χρυσάφια και πετράδια. [...]

"Μη περιμένετε από μένα να αναπληρώσω το κενό του χαρεμιού σας", του είπα. "Ούτε να με θεωρείτε ισοδύναμη μ' ένα χαρέμι. Αν η όρεξη σας τραβάει τέτοια πράγματα, κύριε, εμπρός, μη κάθεστε. Τραβάτε στα παζάρια της Ισταμπούλ να σκορπίσετε σε αγορές δούλων τα χρήματα που σας περισσεύουν και που μου φαίνεται ότι εδώ δυσκολεύεστε να τα ξοδέψετε με ικανοποιητικό τρόπο".

"Κι εσύ τι θα κάνεις, Ζανέτ, όσο εγώ θα παζαρεύω τόσους τόνους σάρκας και μια τέτοια ποικιλία από μαύρα μάτια;"

"Θα προετοιμαστώ να γίνω ιεραπόστολος και να διδάξω την ελευθερία σ' όλους τους υπόδουλους ανθρώπους, των εγκλείστων του χαρεμιού σας συμπεριλαμβανομένων. Θα παρεισφρήσω εκεί και θα υποκινήσω στάση. Κι εσείς κύριε, ο μέγας σουλτάνος, πριν καλά καλά καταλάβετε τι συμβαίνει, θα είστε δεμένος και χειροπόδαρα στο έλεός μας. Κι εγώ δεν πρόκειται να δεχτώ να λύσω τα δεσμά σας, αν πρώτα δεν υπογράψετε έναν χάρτη, τον πιο φιλελεύθερο που παραχώρησε ποτέ δεσπότης".


Απόσπασμα από τη "Τζέην Έυρ" της Σάρλοτ Μπροντέ [μετάφραση Δ.Κικιζα, εκδόσεις Σμίλη]. Έργο δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1847 κι ένα από τα κλασικότερα λογοτεχνικά έργα του 19ου αιώνα.

Εν έτει 2014, πόσες άραγε να είναι οι ομοιότητες και πόσες οι διαφορές, όχι μόνο της στάσης των αντρών απέναντι στα "πολύτιμά τους τρόπαια", μα και των ίδιων των γυναικών απέναντι στον εαυτό τους και στη σχέση τους με το αντρικό φύλο;

Θα είχαν πολλά να διδαχτούν, και οι μεν και οι δε, από τη Τζέην Έυρ...



Γυναίκες στον Πόλεμο






Από το ημερολόγιο της Βιρτζίνια Γουλφ. 7 Ιουνίου του 1918, κι ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διένυε το τελικό του στάδιο...


«Είπαν στον Λ(έοναρντ) ότι οι επιδρομές γίνονται από γυναίκες. Σώματα γυναικών βρέθηκαν στα κατεστραμμένα αεροπλάνα. Είναι πιο κοντές και πιο ελαφρές, κι έτσι αφήνουν περισσότερο χώρο για τις βόμβες.

Ίσως είναι συναισθηματισμός, όμως η σκέψη αυτή μου φαίνεται ότι προσθέτει ένα ιδιαίτερο άγγιγμα τρόμου στη φρίκη".


Στην εικόνα, πάνω αριστερά, γυναίκες της αεροπορίας κατά τη διάρκεια του Πολέμου, ποζάροντας μπροστά από πολεμικά αεροπλάνα... Κάτω, γυναίκες εργαζόμενες σε εργοστάσιο παραγωγής πολεμικών ειδών - εργοστάσια που οι ίδιες "επάνδρωναν" (πόσο χαζή, ειρωνική λέξη) τον καιρό εκείνο, καθώς οι άντρες εργαζόμενοι, συνήθως, ή πολεμούσαν, ή ήταν νεκροί. Δεξιά, η Βιρτζίνια Γουλφ.



Βρυκόλακες της σκέψης






«ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: Ακούστε τι θέλω να πω. Ο λόγος που είμαι τόσο άτολμη και δειλή , είναι γιατί νιώθω κάτι το βρικολακιασμένο μέσα μου, που δε θα μπορέσω ποτέ να το ξεριζώσω όλως διόλου.

ΜΑΝΤΕΡΣ: "Πως το είπατε;"

ΚΥΡΙΑ ΑΛΒΙΝΓΚ: "Βρικολακιασμένο. [...] Αλήθεια, Μάντερς, πάω να πιστέψω πως όλοι είμαστε βρικόλακες. Δε βρικολακιάζει μονάχα μέσα μας ό,τι έχουμε κληρονομήσει από μάνα και πατέρα. Παρά κι ένα σωρό παλιές, νεκρές θεωρίες, ένα σωρό παλιές, νεκρές ιδέες, κι άλλα πολλά ακόμα. Δε ζούνε μέσα μας, κι όμως τα 'χουμε στο αίμα μας, και δε μπορούμε να τα πετάξουμε από πάνω μας.

Μόλις πάρω να διαβάσω καμιά εφημερίδα, μου φαίνεται σα να ξεπετιούνται βρικόλακες, ανάμεσα από τις γραμμές. Θα είναι γεμάτος ο τόπος βρικόλακες. Αμέτρητοι θα είναι θαρρώ - σαν την άμμο της θαλάσσης. Κι από την άλλη μεριά όλοι μας, μικροί-μεγάλοι, έχουμε τέτοιον ελεεινό φόβο για το φως!»


Απόσπασμα από τους "Βρικόλακες" του Ερρίκου Ίψεν [σε μετάφραση Γ.Ν.Πολίτη, εκδόσεις Δωδώνη]. Θεατρικό που γράφτηκε το 1881 και διαπραγματευόταν την άλλη όψη της καθώς πρέπει κοινωνίας - την σκοτεινή πλευρά της, πέρα από τα σύνορα της συμβατικής ηθικής των καιρών. Έργο που χαρακτηρίστηκε "εμετικό", "νοσηρό" και "βλάσφημο" από μεγάλη μερίδα των κριτικών της εποχής.

Μα το σκοτεινό τους είδωλο μέσα στον καθρέπτη τους έκλεινε με νόημα το μάτι...Και, για δες, πράγμα παράξενο. Το είδωλο έδειχνε να μοιάζει με βαμπίρ...



Τα τραγούδια των ανθρώπων είναι πιο όμορφα απ’ τους ίδιους



banner design: το φονικό κουνέλι


«Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...»


Ναζίμ Χικμέτ , "Τα τραγούδια των ανθρώπων". Απόδοση στα ελληνικά, Γιάννης Ρίτσος.




Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)
















Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Μια ανάρτηση που έμεινε ανολοκλήρωτη





Κάθε ανάρτηση έχει κι ένα θέμα· μα η αποψινή σκέφτηκα να μην έχει κάποιο θέμα. Ή μάλλον, να έχει για θέμα της κάτι δίχως εξέλιξη και τέλος – κάτι που στην ουσία του μένει πάντα ανολοκλήρωτο.

Όλα ξεκίνησαν ακούγοντας μουσική – υπάρχουν ορισμένες ιστορίες που προκύπτουν μέσα από τραγούδια. Ακούγοντας λοιπόν στο τρένο το soundtrack του Nino Rota από το «Νονό» – αναμφίβολα ένα από τα κορυφαία soundtrack που γράφτηκαν ποτέ, για μία από τις κορυφαίες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ – πλημμύριζαν τη σκέψη μου άφθονες εικόνες. Εικόνες δίχως συνοχή που έμοιαζαν περισσότερο με σκηνές από βίντεοκλιπ ή ενδεχομένως σκόρπιες καρτ ποστάλ: εύφορες εκτάσεις με σπιτάκια που λιάζονται σαν ικανοποιημένες γάτες... περαστικοί με καπέλα και ξεβαμμένα κοστούμια στις αποχρώσεις του σέπια... η μοναχική μορφή ενός ανθρώπου που παλεύει να τα βγάλει πέρα σ’ έναν κόσμο αφιλόξενο... το θερμό χαμόγελο μιας γυναίκας που ένας νέος τη βλέπει στους δρόμους κάποιας γειτονιάς – και ορισμένες φορές στα όνειρά του... κάποιο παιδί μ’ ένα σκυλί ίσως, που τρέχουν στα σοκάκια, και απ’ το τρεχαλητό και τα παιχνίδια τους γίνονται ένα... εικόνες ενός κόσμου που χάθηκε... σκηνές μιας ζωής που πάντα υπήρξε, που πάντα θα υπάρχει, ίδια και απαράλλαχτη.

Κι ενώ οι νότες ξετύλιγαν το νήμα τους, σκέφτηκα πως ορισμένες από τις εικόνες αυτές θα μπορούσαν να δώσουν το υλικό για μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ιστορία βρίσκεται εκεί, μέσα τους, όπως το γλυπτό βρίσκεται μέσα στην ακατέργαστη πέτρα... όπως ο πίνακας βρίσκεται μέσα στις μπογιές. Μένει το χέρι και ο συνθετικός νους ενός μαέστρου για να τα αναδείξει... Ένας οικοδόμος που χτίζει σπίτια με υλικά τη φαντασία, τα βιώματα και τις εικόνες που γεννούν διάφορες καταστάσεις μέσα του – ο δημιουργός.

Μα αμέσως μετά ακολούθησε μια διαφορετική σκέψη: Τόσες και τόσες ιστορίες δεν χτίζονται ποτέ. Τόσες και τόσες εξελίξεις μένουν στον αρχικό τους σπόρο – μένουν πάντα μια πιθανότητα, μια νοερή κατάσταση, μια πέτρα που δεν έγινε ποτέ γλυπτό.

Και αυτές οι ιστορίες είναι πολλαπλάσιες σε σχέση με τις άλλες – χιλιάδες, εκατομμύρια... άπειρες. Γιατί να μη μιλήσουμε γι’ αυτές λοιπόν; Τις ιστορίες που όλοι πήγαμε να δημιουργήσουμε – μα ποτέ δεν έφτασαν στο τέλος τους.


Σκέψου τον έρωτα. Τόσοι μιλούν γι’ αυτόν και για τις σχέσεις και για την ομορφιά της εκπλήρωσής τους και όλα αυτά... Μα είναι ο άλλος έρωτας εκείνος που έχει εμπνεύσει περισσότερο τις τέχνες... εκείνος για τον οποίο δεν θα δεις συμβουλές στα περιοδικά, δεν θα δεις εικόνες στα κοινωνικά δίκτυα και δεν θα παρατηρήσεις στα ζευγάρια γύρω σου: ο ανεκπλήρωτος έρωτας. Ο έρωτας που κουβαλά κάθε άνθρωπος μέσα του, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ακόμα κι εκείνος που δεν ερωτεύτηκε ποτέ – μα όντας ένας σιωπηλός έρωτας, ένας έρωτας μοναχικός, δεν κάνει αισθητή την παρουσία του. Κρύβεται στη μοναξιά των ανθρώπων, στην απατηλή ατομικότητά τους.

Μπορεί να ήταν το βλέμμα εκείνης που είδες μια φορά μόνο και δεν ανταλλάξατε ποτέ κουβέντα· μπορεί να είναι εκείνη που γνώρισες σε λάθος φάση της ζωής σου... ή της δικής της ζωής· μπορεί να ήταν κάποια που υφάνατε στα γρήγορα κάτι με προοπτικές, μα το αφήσατε για κάτι άλλο – κι εκείνο ξέφτισε πριν καλά καλά αρχίσει. Τόσες ιστορίες. Μα καμιά δεν είχε τέλος – αρκετές δεν είχαν καν αρχή. Μα βρίσκονταν όλες εκεί, μέσα σου, σαν σπόρος, μια δυνάμει πραγματικότητα.

Σκέψου τις φιλοδοξίες μας. Θυμήσου τον καιρό, μικρή, που τραγουδούσες μόνη σου και έφερνες νοερά στη σκέψη το κοινό σου από κάτω να ζητωκραυγάζει... Φαίνεται πως η ιστορία της «Μεγάλης Τραγουδίστριας» που θα γινόσουν έμεινε καταχωνιασμένη στη μπανιέρα. Θυμήσου πάλι τον καιρό που διάβαζες ένα αγαπημένο σου βιβλίο και έπλαθες σχέδια για το «Βιβλίο» που κάποτε θα έγραφες ο ίδιος... Νά ένας εκκολαπτόμενος συγγραφέας που δεν εκκολάφθηκε ποτέ. Σκέψου πόσο πελώρια θα ήταν η Βιβλιοθήκη της ανθρωπότητας αν περιελάμβανε τα έργα που δεν γράφτηκαν ποτέ! Τα έργα που έμειναν στα σχέδια, νοερές εικόνες στη φαντασία μας και τίποτα περισσότερο! Θα άπλωνε πέρα, ως τα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος!

Κι εκείνο το γραφικό «σπιτάκι στην εξοχή»; Κι εκείνο το ταξίδι σε «εκείνα τα εξωτικά νησιά»; Και το μεγάλο road trip που προγραμμάτιζες; Και αυτές οι «περιπέτειες» που φώλιαζαν μέσα σου, μα για κάποιο λόγο δεν ξεπρόβαλλαν; Μήπως ανήκες σ’ εκείνους που ήθελαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο; Να ηγηθούν μιας επανάστασης; Μήπως επιθυμούσες να ανακαλύψεις άλλους κόσμους – μα διαπίστωσες πως τους έχουν πια ανακαλύψει όλους;

Αναρωτιέμαι. Υπάρχουν ακόμα ανεκπλήρωτες ιστορίες μέσα σου; Ή τις άφησες όλες να χαθούν;


***


Ακούω τη μουσική. Το soundtrack του Νίνο Ρότα και για τις τρεις ταινίες είναι μαγικό, μα αν υπάρχει κάποιο κομμάτι που αγαπώ περισσότερο απ’ όλα, αυτό είναι αναμφίβολα το θέμα του “Love Theme” – γι’ αυτό και επέλεξα να το συμπεριλάβω στο τέλος της ανάρτησης. Μια ανάρτηση που σκέφτομαι να την αφήσω δίχως γραπτό τέλος – ακόμα καλύτερα, να την κόψω απότομα. Να μοιάζει το κείμενο λες και κόπηκε στη μέση. Πως πήγε να πει κάτι, μα τελικά δεν το είπε ακριβώς με τον τρόπο που ήθελε – όπως κι εσύ δεν είπες ακριβώς με τον τρόπο που είπες τα λόγια που έπρεπε να πεις σ’ εκείνην την κοπέλα· όπως δεν εξελίχθηκαν αυτά τα όνειρα που έτρεφες με τον τρόπο που είχες φανταστεί· όπως τόσα και τόσα πράγματα γύρω μας συμβαίνουν κάθε μέρα.

Γιατί στον κόσμο που ζούμε τα περισσότερα γλυπτά μένουν αγκυλωμένα στην αρχική τους πέτρα. Και οι νοερές σκέψεις τις περισσότερες φορές δεν γίνονται ιστορίες – μένουν σκέψεις, εικόνες, σπίθες μιας φωτιάς που δεν άναψε.

Μα δεν επιθυμώ να μεταδώσω την αίσθηση κάποιας παραίτησης ή μιας παθητικότητας – λέξη που δεν συγκαταλέγεται στις αγαπημένες μου. Γιατί υπάρχει διαφορά σ’ εκείνον που ονειρεύεται... και σ’ εκείνον που έχει σταματήσει. Τί είναι εξάλλου η ζωή, αν όχι οι άπειρες εκείνες απιθανότητες που αγωνίζονται να γίνουν πιθανότητες – και έπειτα να υλοποιηθούν σε πράξεις. Μοιάζει με τα άφθονα εκείνα σπερματοζωάρια που παλεύουν να τρυπώσουν σ’ ένα ωάριο – μα τελικά μόνο ένα καταφέρνει. Κι έτσι χτίζεται η ζωή. Και τα υπόλοιπα; Τί να γίνει παιδιά – στα τυχερά παιχνίδια δεν υπάρχει παρά ένας μεγάλος νικητής.

Κάποιες φορές αρκεί να παίζεις το παιχνίδι.


Το ανεκπλήρωτο είναι η βάση των πάντων γύρω μας. Πάνω στα ερείπια του χτίζουμε κόσμους. Πάνω στα θεμέλιά του οικοδομούμε όνειρα. Είναι η φωτιά που καίει μέσα σου. Και δεν έχει τέλος, δεν μπορεί να έχει τέλος – γιατί γνωρίζει πως κάθε τέλος είναι μια καινούργια αρχή. Και αν τελικά εκπληρωθεί ένα όνειρο, είναι μόνο για να δώσει τη θέση του σε άλλο. Έτσι τσουλάει η φάση.

Ό,τι ολοκληρώνεται τελειώνει. Ό,τι τελειώνει πεθαίνει. Μα στο ατελείωτο βρίσκεται ο σπόρος της συνεχούς δημιουργίας. Σκέψου τα έργα του Ντα Βίντσι – πόσο λίγα πρόλαβε να ολοκληρώσει· πόσα άφησε στη μέση.


Ίσως τελικά εκείνο που μπορούμε να – 



Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Το Θηρίο Μέσα σου... Ένα αφιέρωμα στον "Άρχοντα των Μυγών"






«Το θέμα είναι: Υπάρχουν φαντάσματα, Πίγκυ; Ή θεριά;», ρώτησε ο Ραλφ.

 «Βεβαίως και δεν υπάρχουν».

«Γιατί όχι;»

«Γιατί τότε τίποτα δεν θα είχε νόημα. Τα σπίτια και οι δρόμοι και... η τηλεόραση... δεν θα λειτουργούσαν».

«Σε τούτο το νησί, όμως, δεν υπάρχουν όλα αυτά. Αν μας παρακολουθούν και περιμένουν;»



Ήταν 1954 όταν ο κόσμος, τινάσσοντας ακόμα από πάνω του τις στάχτες ενός Πολέμου, είδε να δημοσιεύεται ένα παράξενο μυθιστόρημα με τον τίτλο «Ο Άρχοντας των Μυγών» [“Lord Of The Flies”]. Συγγραφέας του ένας Βρετανός, ο William GoldingΤον πρώτο καιρό το βιβλίο δεν σημείωσε ιδιαίτερη απήχηση, μα με το πέρασμα των χρόνων η φήμη του εξαπλώθηκε – και τελικά καταξιώθηκε ως ένα από τα σημαντικότερα έργα της βρετανικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Θέμα του μυθιστορήματος μια μεγάλη ομάδα παιδιών που πέφτουν από ένα αεροπλάνο και καταλήγουν, μόνα, σ’ ένα ακατοίκητο νησί, καταμεσής του μεγάλου ωκεανού...

Ο συγγραφέας δεν μας εξηγεί πως βρέθηκαν τα παιδιά στο αεροπλάνο, ή ποια υπήρξε η προηγούμενη ζωή τους. Γνωρίζουμε μόνο πως προέρχονται από καλοστεκούμενες βρετανικές οικογένειες της αστικής τάξης – έχοντας συνηθίσει σ’ έναν άνετο τρόπο ζωής, πηγαίνοντας σχολείο, συμμετέχοντας σε μουσικές ή αθλητικές ομάδες, παίζοντας παιχνίδια και πίνοντας το τσάι τους στις πέντε.

Οι γονείς τους όμως φαίνεται πως πολεμούν σε κάποιο απροσδιόριστο πόλεμο, κάπου μακριά, πέρα απ’ τα ήσυχα νερά του ωκεανού... έναν πόλεμο που αναφέρεται έμμεσα, σαν κάτι μακρινό, κάτι που δεν σχετίζεται με το δικό τους κόσμο – μα αφορά τον κόσμο «των μεγάλων». Και τα παιδιά, ντυμένα ακόμα στις σχολικές στολές τους, έχοντας πια βρεθεί καταμεσής ενός άγνωστου νησιού, καλούνται να επιβιώσουν μοναχά τους.






Στην αρχή όλα μοιάζουν με παιχνίδι – και ο συγγραφέας, γράφοντας σε μια απλή, σχεδόν παιδική γλώσσα, μας δημιουργεί μια αντίστοιχη διάθεση. “Σύμφωνοι, είμαστε μόνοι μας στο νησί, μα όπου νά ‘ναι θα έρθουν οι Μεγάλοι να μας σώσουν. Στο μεταξύ λοιπόν ας το φχαριστηθούμε!”. Έτσι φαίνεται να σκέφτονται τα παιδιά του βιβλίου... συστήνονται λοιπόν ο ένας στον άλλο, χτίζουν πρόχειρες (από φυτά και ξύλα) κατασκευές για διαμονή, εκλέγουν έναν «αρχηγό» ανάμεσά τους και ζουν μαζεύοντας φρούτα, πίνοντας νερό και παίζοντας ανέμελα στην παραλία... Τι ωραίο που είναι να είσαι παιδί! σκέφτεσαι.

Μέχρι που οι σκιές πυκνώνουν στο νησί... και τα παιδιά σταδιακά αποκαλύπτουν μια βαθύτερη πτυχή τους. Ως τώρα είχαν μάθει να ζουν εντός ενός πολιτισμένου πλαισίου. Μα τώρα που το πλαίσιο αυτό απέχει· τώρα που δεν υπάρχουν γύρω τους τα σπίτια, το σχολείο, η τηλεόραση, οι ειδήσεις, το πρόγραμμα της καθημερινότητας· τώρα που απουσιάζουν οι Μεγάλοι και ο κόσμος τους· τώρα που λείπουν οι κανόνες συμπεριφοράς, τα «σωστά» και τα «λάθος», οι κώδικες ηθικής, η αίσθηση συμμετοχής σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο...

Τώρα που καλούνται να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό πλαίσιο αναμεταξύ τους, μια δική τους μικρή κοινωνία εκ του μηδενός – τί κοινωνία θα είναι αυτή;

Και αν ο «πολιτισμός» δεν είναι κάτι που μας χαρακτηρίζει, σε βάθος, σαν ανθρώπινα όντα... μα συνιστά μονάχα ένα προκάλυμμα; Απόκρυψη μιας βαθύτερης τάσης που δε γνωρίζει όρια, που ρέπει τόσο προς την απόλυτη ελευθερία, όσο και προς την απόλυτη βαρβαρότητα; Και αν τα φαντάσματα που φοβούνται τα παιδιά, πως κρύβονται κάπου μέσα στο νησί, δεν κρύβονται παρά μέσα στους ίδιους τους εαυτούς τους;

Το έργο αυτό, φαινομενικά ένα βιβλίο που μιλάει για παιδιά, είναι στην πραγματικότητα μια δήλωση γύρω απ’ την ανθρώπινη κατάσταση. Και το γεγονός πως ο Γκόλντινγκ χρησιμοποιεί αποκλειστικά παιδιά ως χαρακτήρες εντείνει ακόμα περισσότερο τον προβληματισμό. Γιατί συχνά μέσα από τον αυθορμητισμό ενός παιδιού μπορούμε να δούμε τον ενήλικα σε ακατέργαστη μορφή – δίχως τα διάφορα «φίλτρα» του πολιτισμού. Μακριά από ταινίες, βιβλία ή απλά τα νέα στις ειδήσεις, η εικονική βία των οποίων φτάνει να μας δημιουργεί μια ευχάριστη ψευδαίσθηση: πως όλα αυτά είναι «πέρα και έξω» από μας, κι εμείς, οι «πολιτισμένοι», τα σχολιάζουμε εξ’ αποστάσεως...

Μέχρι να βρεθούμε οι ίδιοι καταμεσής μιας κατάστασης όπου τα μέσα του πολιτισμού απέχουν εντελώς. Όπως τα παιδιά του βιβλίου. Τί μένει τότε από όλα εκείνα που μας έκαναν πολιτισμένους; Τί μένει από εκείνα που μας έκαναν ανθρώπους;

Υπάρχουν φαντάσματα λοιπόν; Υπάρχει κάποιο θηρίο που κρύβεται εκεί πέρα στα δέντρα, πίσω από τους θάμνους και περιμένει να έρθει η νύχτα για να επιτεθεί;






Η Λεπτή Γραμμή μεταξύ Παραδείσου και Κόλασης



«Κύμα το κύμα, ο Ραλφ παρακολουθούσε τη θάλασσα να σηκώνεται και να πέφτει, μέχρι που του φάνηκε πως το μυαλό του είχε μουδιάσει. Μετά, σιγά σιγά, το σχεδόν άπειρο μέγεθος αυτής της έκτασης επιβλήθηκε στην προσοχή του. Αυτό ήταν το χώρισμα, το φράγμα. Στην άλλη πλευρά του νησιού, τυλιγμένος το μεσημέρι από τους αντικατοπτρισμούς, προστατευμένος από την ασπίδα της γαλήνιας λιμνοθάλασσας, μπορούσες να φαντάζεσαι τη διάσωση· αλλά εδώ, βλέποντας την ωμή δύναμη του ωκεανού, τα μίλια που σε χώριζαν από την πατρίδα, ένιωθες ανίσχυρος, ένιωθες καταδικασμένος, ένιωθες...»


Όλοι μας, λίγο πολύ, έχουμε ονειρευτεί ένα νησί σαν εκείνο του μυθιστορήματος. Φοίνικες, φρούτα σε αφθονία, παραλίες με παρθένα λευκή άμμο, πλούσια βλάστηση, και μια θάλασσα γαλάζια σαν πίνακας ζωγραφικής.

Μα ακόμα και το ωραιότερο μέρος του κόσμου δύναται να μεταμορφωθεί σε σκηνικό ενός εφιάλτη – γιατί δεν είναι το περιβάλλον καθ’ εαυτό που έχει σημασία, μα η θέση μας σε αυτό. Είναι πολύ διαφορετικό να επισκέπτεσαι ένα τόσο μαγευτικό νησί σαν επισκέπτης ή τουρίστας... ή να έχεις κάποιο σπίτι όπου μπορείς να δραπετεύεις απ’ τη βαβούρα της καθημερινότητας... και πολύ διαφορετικό αν καλείσαι να ζήσεις εκεί πέρα, δίχως κανένα μέσο στη διάθεσή σου που θα μπορούσε να σου κάνει τη ζωή ευκολότερη. Εδώ δεν υπάρχει ηλεκτρισμός, δεν υπάρχουν Μέσα, δεν υπάρχει ίντερνετ – το οποίο δίνει την αίσθηση μιας «επαφής» ακόμα και στον πιο απομονωμένο άνθρωπο του κόσμου. Όχι – εδώ είσαι εσύ και η φύση, στην πιο πρωτόγονη μορφή της.

Οι άνθρωποι ασφαλώς έζησαν για εκατομμύρια χρόνια σε συνθήκες σαν αυτές, στη διάρκεια της εξέλιξής τους. Έμαθαν να επιβιώνουν, μα ακόμα σημαντικότερο – έμαθαν να ζουν συλλογικά, μέσα σε κοινωνίες, καταμεσής των συνανθρώπων τους και σε αρμονία με τη φύση. Λέγοντας «κοινωνίες» δεν αναφερόμαστε φυσικά σε σπίτια και δρόμους... «Κοινωνία» είναι οποιαδήποτε μορφή συλλογικής συμβίωσης – τέτοια υπάρχει και στα ζώα. Μα στον άνθρωπο έπαιξε καθοριστικό ρόλο το στοιχείο της Εξέλιξης – και οι κοινωνίες του έγιναν κάποια στιγμή πολιτισμοί...






Τί γίνεται όμως αν ρίξεις τον σύγχρονο πολιτισμένο άνθρωπο καταμεσής των ίδιων εκείνων συνθηκών που έζησαν κάποτε οι μακρινοί του πρόγονοι; Τον άνθρωπο που έχει μάθει να ζει στις πόλεις του, στα διαμερίσματά του, με το καθημερινό του πρόγραμμα, τις δουλειές, τις ειδήσεις και τον υπολογιστή του;

Σε αντίθεση με εκείνους που έχτισαν άλλοτε βήμα βήμα το δρόμο τους, που έμαθαν μέσα από χιλιάδες χρόνια την αξία της συνεργασίας και της συλλογικότητας, δίχως την οποία δεν θα είχαν επιβιώσει, ο πολιτισμένος άνθρωπος τα θεωρεί όλα δεδομένα. Ποτέ δεν προσπάθησε να οικοδομήσει κάτι από αυτά, γιατί τα είχε πάντα έτοιμα. Θεωρεί πως «φέρει» μέσα του τον πολιτισμό – και ως ένα βαθμό το κάνει. Οι συνήθειες, η γλώσσα και ο τρόπος σκέψης του τον ακολουθούν, ακόμα και στην πιο έρημη βραχονησίδα.

Μα «πολιτισμός» δεν είναι μόνο οι εφημερίδες, τα λεωφορεία και το χτύπημα κάρτας στη δουλειά. Πολιτισμός είναι και τα ήθη, οι κοινωνικές συμπεριφορές, οι συλλογικές αξίες. Αν λοιπόν ο πολιτισμένος αυτός φίλος μας βρεθεί καταμεσής ενός νησιού, παρέα με άλλους σαν αυτόν και προσπαθήσει να οικοδομήσει μια στοιχειώδη μορφή συλλογικής οργάνωσης, το εύλογο ερώτημα είναι: θα τα καταφέρει άραγε; Ή θα διαπιστώσει στην πορεία πως θεώρησε υπερβολικά δεδομένα κάποια πράγματα;

Γιατί αν δεν τα καταφέρει, θα διαπιστώσει πως με τρομακτική ευκολία ο παραδεισένιος αυτός τόπος μπορεί να μετατραπεί σε κόλαση... Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε και την περίφημη εκείνη στιγμή όπου ο Ζαν Πολ Σαρτρ δήλωνε πως «Η Κόλαση είναι οι Άλλοι»...






Μια γνωριμία με τους βασικούς χαρακτήρες



«Σοβαρά μιλάω», ψιθύρισε ο Πίγκυ. «Αν δεν γυρίσουμε γρήγορα στην πατρίδα, θα μας στρίψει εντελώς».

«Θα παλαβώσουμε», είπε ο Ραλφ.

«Θα 'μαστε για δέσιμο».

«Θα τρελαθούμε».

Ο Ραλφ έσπρωξε τις υγρές μπούκλες απ' τα μάτια του. «Δεν γράφεις κάνα γράμμα στη θείτσα σου;» Ο Πίγκυ εξέτασε σοβαρά την πρότασή του. «Δεν ξέρω πού βρίσκεται τώρα. Και δεν έχω φάκελο, ούτε γραμματόσημο. Και δεν υπάρχει γραμματοκιβώτιο. Ούτε ταχυδρόμος».

Η επιτυχία του μικρού του αστείου ενθουσίασε τον Ραλφ. Αρχισε να χασκογελάει τόσο ασυγκράτητα, που το κορμί του χοροπηδούσε και τρανταζόταν ολόκληρο.

Ο Πίγκυ τον αποδοκίμασε, χωρίς όμως να χάσει την αξιοπρέπειά του.

«Δεν ήταν και τόσο αστείο αυτό που είπα...»


Ένα από τα βασικά γνωρίσματα του βιβλίου είναι πως οι χαρακτήρες του δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο την κατάστασή τους. Μπορεί να προέρχονται όλοι από το ίδιο «πολιτισμένο» πλαίσιο, μα στα πλαίσια της νέας τους ζωής η συμπεριφορά τους ποικίλλει. Και αυτό θα μπορούσαμε να το δούμε ως μια ενθαρρυντική ένδειξη: δεν αρκούν οι συνθήκες από μόνες τους για να τροποποιήσουν έναν άνθρωπο. Σημασία έχει και αυτό που, ήδη, κουβαλάει μέσα του από πριν.






Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές του βιβλίου ξεχωρίζει ο κεντρικός ήρωας, Ραλφ – κυρίως μέσα από τα δικά του μάτια βλέπουμε να ξετυλίγεται το νήμα της ιστορίας. Είναι ο εκλεγμένος αρχηγός της ομάδας και μέλημά του, πρωτίστως, είναι η συλλογική τους διάσωση. Βάζει την ομάδα πάνω από τον εαυτό του και προσπαθεί να σκεφτεί ορθολογικά. Μα δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του – έχει ανάγκη από κάποιο στιβαρό βράχο, πάνω στον οποίο να μπορεί να στηρίζεται πού και πού.

Ο βράχος αυτός θα μπορούσε να λέγεται Πίγκυ. Ο χοντρούλης με τα γυαλάκια που όλοι κοροϊδεύουν, ο Πίγκυ αποδεικνύεται ο πλέον ορθολογιστής της ομάδας. Δεν πιστεύει σε φαντάσματα και θηρία, παρέχει τις πλέον ψύχραιμες συμβουλές, ενώ συχνά στα μάτια του η συμπεριφορά των υπολοίπων παιδιών φαντάζει υπερβολικά... παιδική. 

Από κάποιες απόψεις ο Πίγκυ είναι ένας ώριμος, λογικός ενήλικας μεταμφιεσμένος σε παιδί. Μα αυτό δεν είναι αρκετό για να κερδίσει το σεβασμό της ομάδας... στα δικά τους μάτια παραμένει «εκείνος ο χοντρός με τα γυαλιά». Ίσως αυτή να είναι και η εκδίκησή τους, απέναντι στο γεγονός και μόνο πως είναι διαφορετικός. Ή απέναντι στο γεγονός πως είναι υπερβολικά λογικός για ένα παιδί.

Στα μάτια της πλειοψηφίας δεν μετράει η λογική, η γνώση και η σύνεση. Μετρούν το νταηλίκι, οι μεγάλες κουβέντες και το στιβαρό ανάστημα. Ο εύκολος εντυπωσιασμός. Ένα πρόσωπο σαν τον Πίγκυ μοιάζει παράταιρο στην ομάδα – απλά και μόνο γιατί εκφράζει μια ψύχραιμη άποψη, ασύμφωνη με εκείνη της πλειοψηφίας. Και φυσικά γιατί δεν μοιάζει εξωτερικά με αυτούς. Και αν κάνετε παραλληλισμούς με τη δική μας, ενήλικη και σύγχρονη πραγματικότητα, τότε κάνετε πολύ καλά. Γιατί τίποτα δεν είναι τυχαίο στον «Άρχοντα των Μυγών».






Ο τύπος που κατορθώνει να εντυπωσιάσει τα πλήθη με την παρουσία του ονομάζεται Τζακ. Είναι το αντίπαλο δέος του Ραλφ, τον οποίο και ανταγωνίζεται στο θέμα της αρχηγίας. Είναι ψηλός και δυναμικός – μα πάνω απ’ όλα κατέχει την ικανότητα του κυνηγού. Στη μορφή του τα παιδιά βλέπουν έναν παροχέα τροφής – άρα ένα σημαντικό πρόσωπο, άξιο για αρχηγία. Είναι ένας εξαιρετικός δημαγωγός που κατορθώνει να εκμεταλλευτεί τις αρχέγονες επιθυμίες της ομάδας για να αναδειχτεί – τα ζωικά τους ένστικτα. Δεν απευθύνεται στη λογική – μα στο θυμικό τους.

Πάνω απ’ όλα είναι Δυνατός. Και αυτό, στα μάτια των παιδιών, μοιάζει να αρκεί. Στα μάτια τους σημασία δεν έχει τόσο η λογική, όσο η δύναμη και ο εντυπωσιασμός... Αναρωτιέμαι: Αν δούμε το θέμα της «δύναμης» από τη δική μας ενήλικη σκοπιά, που διαμεσολαβείται μέσα από παράγοντες όπως το χρήμα, η κοινωνική επιρροή, το εξωτερικό περίβλημα, ή το κοινωνικό status… τότε πόσοι αφήνονται να κατευθυνθούν από τη «δύναμη» αυτού του τύπου στις μέρες μας... και πόσοι από τον ορθό λόγο; Μπορεί άραγε η δύναμη του δεύτερου να υπερνικήσει την επιρροή που ασκούν οι πρώτοι παράγοντες;

Τέταρτος σημαντικός χαρακτήρας είναι ο Σάιμον. Το πιο μυστήριο από τα παιδιά, βαθιά εσωστρεφές, που μοιάζει να έχει κάποια περίεργη μορφή ψύχωσης – ή ενδεχομένως ένα ιδιαίτερο χάρισμα να αφουγκράζεται τη «βαθύτερη ουσία» των όντων που τον περιβάλλουν. Ο διάλογός του με την αποκεφαλισμένη κεφαλή του γουρουνιού ανήκει στις κλασικότερες στιγμές του έργου.

Είναι εξάλλου ο πρώτος που δηλώνει πως ίσως τελικά να μην υπάρχει κάποιο «θηρίο» εκεί έξω. Ίσως το «θηρίο να είμαστε εμείς»...

Μα τα υπόλοιπα παιδιά γελούν με τη δήλωσή του.






Η Πηγή του Φόβου



«Υπάρχουν γιατροί για το καθετί, ακόμη και για το μυαλό. Δεν φαντάζομαι να πιστεύετε στ' αλήθεια ότι πρέπει συνέχεια να φοβόμαστε; Η ζωή», είπε ο Πίγκυ, «είναι επιστημονική, αυτό είναι. Σε κάνα δυο χρόνια, όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα πηγαινοερχόμαστε στον Άρη. Ξέρω ότι δεν υπάρχει θεριό - όχι με δόντια και τέτοια δηλαδή -, αλλά ξέρω ότι δεν υπάρχει και φόβος». Ο Πίγκυ έκανε μια παύση. «Εκτός κι αν...»

Ο Ραλφ, ανήσυχος, έκανε μια χειρονομία.

«Εκτός κι αν τι;»

«Εκτός κι αν αρχίσουμε να φοβόμαστε τους ανθρώπους».


Λένε πως οι φόβοι της παιδικής μας ηλικίας είναι οι μεγαλύτεροι φόβοι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ο Γκόλντινγκ χρησιμοποιεί αποκλειστικά παιδιά για το μυθιστόρημά του. Διαβάζοντας την ιστορία τους γινόμαστε κι εμείς παιδιά και ζούμε τους φόβους τους – γιατί ένα φαινόμενο που στα μάτια ενός εξορθολογισμένου ενήλικα θα απορριφθεί ως φαντασίωση, στα μάτια ενός παιδιού μπορεί να προκαλέσει γνήσιο αίσθημα τρόμου.

Δεν είναι εξάλλου τυχαίο πως το βιβλίο αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για έναν μεταγενέστερο συγγραφέα ιστοριών τρόμου: τον Στήβεν Κίνγκ. Ο Κινγκ ανήκε στους μεγαλύτερους θαυμαστές του «Άρχοντα των Μυγών» και μπορούμε να δούμε την επιρροή που του άσκησε σε βιβλία όπως το «Αυτό» - εκεί που οι φόβοι της παιδικής ηλικίας εμπνέουν μια απ’ τις μεγαλύτερες ιστορίες τρόμου της νεότερης λογοτεχνίας.

Σχεδόν απ’ το ξεκίνημα του «Άρχοντα των Μυγών» γίνεται λόγος για ένα μυστήριο πλάσμα που κατοικεί κάπου στο βάθος του νησιού – ένα πλάσμα που δεν είναι άνθρωπος και η σκέψη του σκορπίζει τον τρόμο στα παιδιά. Λένε πως έχει πλοκάμια και τερατώδες βλέμμα. Λένε πως ξυπνά τις νύχτες και γυροφέρνει στο βαθύτερο σημείο του νησιού... εκεί όπου τα παιδιά αποφεύγουν να πάνε. Το αποκαλούν «Θηρίο» και η σκιά της ιδέας του και μόνο απλώνεται πάνω απ’ την ήσυχη ακρογυαλιά σα μαύρο σύννεφο.






Δύο παιδιά μόνο αντιστέκονται στην ιδέα του «θηρίου»: ο ορθολογιστής Πίγκυ· και ο εσωστρεφής Σάιμον. Προσπαθούν να βρουν μια λογική εξήγηση, καταμεσής ενός κόσμου όπου δεν έχει πια καμία βάση για να υποστηρίξει τη λογική. Γιατί εδώ πια δεν υπάρχουν οι Μεγάλοι... και δεν υπάρχει ο πολιτισμός που έκτισαν.

Μα η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών παραδίδονται στο αντικείμενο του φόβου τους. Και σταδιακά τα βλέπουμε να μεταμορφώνονται, κραδαίνοντας όπλα, βάφοντας τα πρόσωπά τους με τρομακτικά χρώματα, χορεύοντας φρενήρεις χορούς και βγάζοντας έξαλλες κραυγές μέσα στη νύχτα. Στην προσπάθειά τους ν’ αντιμετωπίσουν το Άγνωστο που τους τρομάζει, υιοθετούν σταδιακά τη μορφή Του. Μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με αρχέγονους Ιθαγενείς, σαν εκείνους που ξόρκιζαν άλλοτε το Κακό με θυσίες και τελετουργικά.

Πλέον δεν έχει σημασία η λογική, μα η συλλογική ισχύς, το κύρος του δυνατότερου και ο αρχέγονος νόμος της βίας. Σκοπός πλέον δεν είναι η συμφιλίωση με τη φύση, μα η κυριαρχία πάνω της. Και για να υποτάξει τις δυνάμεις της φύσης, ο άνθρωπος μεταμορφώνεται ο ίδιος σε θηρίο – πιο τρομακτικό από κάθε άλλο.

Κι ενώ η κεφαλή του σφαγμένου γουρουνιού δείχνει να χαχανίζει με νόημα πάνω στον ξύλινο στύλο. Κι ενώ οι μύγες γυροφέρνουν βουίζοντας το υπνωτιστικό τραγούδι τους.

Ποιος είναι, λοιπόν, ο  «Άρχοντας των Μυγών»;



by Sam Weber


Επίλογος



«Το μυαλό του γλίστρησε στη σκέψη μιας πολιτισμένης πόλης, όπου η αγριότητα δεν θα τολμούσε να πατήσει το πόδι της. Τί θα μπορούσε να είναι πιο ασφαλές απ’ τον σταθμό των λεωφορείων με τα φώτα του και τους τροχούς του;»


Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Ραλφ, συχνά πιάνει τον εαυτό του ν’ αναπολεί τα περασμένα – την εφησυχαστική ασφάλεια της πόλης, τον κόσμο όπου όλα έμοιαζαν σε τάξη, τη προγενέστερη ζωή του στον πολιτισμό.

Μήπως όμως ακόμα και αυτή η ασφάλεια που παρέχει η πολιτισμένη, αστική ζωή, δεν είναι παρά ένα παραπέτασμα; Μήπως είναι απλά το παχουλό χαλί που στρώνουμε πάνω από ένα πελώριο στρώμα σκόνης και βρωμιάς, ώστε να καλύψουμε τα ίχνη της;

Και αν τελικά καταλήξουμε ν’ αντιπαραβάλλουμε την «άγρια» ζωή του νησιού με την «πολιτισμένη» ζωή της πόλης... Το «Εκεί» και το «Εδώ», το «Αυτοί» και το «Εμείς»... Αν φτάσουμε να τα διαχωρίζουμε αναμεταξύ τους, λες και πρόκειται για δύο εντελώς διαχωρισμένους κόσμους... Μήπως τελικά δημιουργούμε ένα ακόμα Θηρίο, «πέρα και μακριά από εμάς»; Μήπως αρνούμαστε ν’ αντικρίσουμε το θηρίο μέσα στους εαυτούς μας;

Ωστόσο επιτρέψτε μου να κλείσω αυτό το αφιέρωμα με μια σχετικά αισιόδοξη νότα – αν και η τελευταία συνιστά αποκλειστικά προσωπική ερμηνεία σε ένα ιδιαίτερα σκοτεινό έργο. Γιατί ένα από τα χαρακτηριστικά του βιβλίου του Γκόλντινγκ είναι πως δεν μετατρέπονται όλα τα παιδιά σε «μικρούς άγριους». Δεν υποτάσσονται όλα στα χαρίσματα του «Ηγέτη», δεν ακολουθούν τυφλά τις επιταγές της Ομάδας, δεν εγκαταλείπουν κάθε ίχνος λογικής και ψυχραιμίας, δεν παραδίδονται στη λαίλαπα, στη δύναμη της ρουφήχτρας. Κάποια αντιστέκονται στη μαγική αυτή επίδραση.

Θα ‘λεγε κανείς πως σε κάποια παιδιά τα αληθινά γνωρίσματα του Πολιτισμού – η συνεργασία, η επικοινωνία, ο ορθός λόγος, η κριτική και ο νόμος που πηγάζει μέσα από τη συλλογική αποδοχή, όχι τον καταναγκασμό – επιζούν μέσα τους.


Νομίζω αυτός είναι ένας καλός τρόπος να κλείσω αυτή την παρουσίαση. Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.


* Τα αποσπάσματα από το βιβλίο σε μετάφραση Ρένας Χατχουτ, εκδόσεις Καστανιώτη. Οι κινηματογραφικές φωτογραφίες από τη μεταφορά σε ταινία του 1963.


© Παρουσίαση και σχεδιασμός banner: Το Φονικό Κουνέλι



You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...