Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

鴨 長明: Η Καλύβα στο βουνό, του Κάμο νο Τσομέι





«Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;»


Στα παλιά χρόνια, την ιαπωνική περίοδο των Καμακούρα, ένας αυλικός αποφάσισε να γίνει ερημίτης. Η ζωή στην τότε ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, ήταν ασταθής και γεμάτη αγωνίες. Οι φυσικές καταστροφές (σεισμοί, λιμοί, πυρκαγιές) διαδέχονταν η μία την άλλη και έπλητταν εξίσου φτωχούς και αριστοκράτες – η φύση δεν έκανε διακρίσεις. Και η κοινωνική ζωή ήταν εμποτισμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις και την υποκρισία.

Σε αυτό το κλίμα ήταν που ο αυλικός συγγραφέας, ποιητής και μουσικός Κάμο νο Τσομέι [Kamo no Chōmei, 長明] αποφάσισε ν’ απαρνηθεί την κοσμική ζωή και να ζήσει μόνος, σε μια καλύβα στο βουνό. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών: συνήθως αν κάποιος εγκατέλειπε την κοσμική ζωή κλεινόταν σε κάποιο μοναστήρι. Ωστόσο ο Κάμο νο Τσομέι προτίμησε να χτίσει μόνος του μια καλύβα, στα βάθη του βουνού Hino, και να ζήσει μέσα στη φύση, με μόνη συντροφιά του τα λιγοστά βιβλία του, τα μουσικά του όργανα, και την ίδια τη φύση – τα ζώα, τα δέντρα, τα ποτάμια, τον ξάστερο ουρανό.

Έτσι έζησε λοιπόν, μονάχος του, βυθισμένος στην απεραντοσύνη της φύσης, κάνοντας καθημερινές εργασίες, παίζοντας αυτοσχέδια μουσική – με μοναδικό κοινό του τα πουλιά και τα ψάρια – και υμνώντας τον Βούδα.

Μα όλα αυτά θα είχαν παραδοθεί στην αιώνια ροή του ποταμού της λήθης, αν δεν υπήρχε εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά: το ημερολόγιό του. Εκεί ήταν που κατέγραψε τις εμπειρίες και τις σκέψεις του… και εν έτει 1212, μας χάρισε το “Hōjōki– ένα από τα διαμάντια της μεσαιωνικής ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Από αυτό λοιπόν το έργο σας παρουσιάζω σήμερα ένα εκτεταμένο απόσπασμα. Στα ελληνικά είναι μεταφρασμένο ως «Η Καλύβα Μου» και συμπεριλαμβάνεται στην «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [μετάφραση: Αλεξάνδρα Σωτηρίου, εκδόσεις Μέδουσα].

Καλή ανάγνωση, φίλε αναγνώστη. Και αν κάπου νιώσεις κάποιας μορφής ταύτιση με τα λεγόμενα του συγγραφέα, να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος. Ίσως ο αντίλαλος της φωνής του να έσμιξε τελικά με τον άνεμο που φυσάει στ’ ανατολικά, και να μας ψιθυρίζει τους σκοπούς του, αιώνες μετά, κάποιες χαραυγές – εδώ, καταμεσής της πολύβουης και μοναχικής πόλης του 21ου αιώνα.






Ένα απόσπασμα από το “Hōjōki” [«Η Καλύβα Μου»] του Κάμο νο Τσομέι



«Η ροή του ποταμού είναι αδιάκοπη και τα νερά του αλλάζουν συνεχώς. Οι φυσαλίδες, που επιπλέουν στις λίμνες, πότε χάνονται και πότε σχηματίζονται, και δεν κρατάνε πολύ: Έτσι είναι και στον κόσμο ο άνθρωπος και η κατοικία του. Μπορεί να φανταζόμαστε πως τα μικρά και τα μεγάλα σπίτια, που οι περήφανες στέγες τους στην πρωτεύουσα συναγωνίζονται η μία την άλλη, παραμένουν αναλλοίωτα από τη μια στην άλλη γενιά, αλλά αν εξετάσουμε το θέμα, θα δούμε πως ελάχιστα είναι τα παλιά σπίτια που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Μερικά κάηκαν τον περασμένο χρόνο και ξαναχτίστηκαν, μεγάλα σπίτια κατάντησαν χαμόσπιτα και οι κάτοικοι τους ξέπεσαν και αυτοί. Η πόλη είναι ίδια, ο κόσμος πολυάριθμος όπως πάντα, αλλά από αυτούς που ήξερα έχουν απομείνει ένας ή δυο στους είκοσι. Πεθαίνουν το πρωί γεννιούνται το βράδυ, όπως ο αφρός στην επιφάνεια του νερού.

Από που έρχεται και που πάει, ο άνθρωπος που γεννιέται και πεθαίνει; Για ποιανού το όφελος βασανίζεται και χτίζει σπίτια που διαρκούν μια στιγμή, και γιατί το μάτι χαίρεται να τα βλέπει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ποιος θα φύγει πρώτος, ο κύριος ή η κατοικία του; Την ίδια ερώτηση κάνουμε για τη δροσιά επάνω στην περικοκλάδα. Η δροσιά μπορεί να πέσει από το λουλούδι και εκείνο να μείνει – να μείνει μέχρι να το μαράνει ο πρωινός ήλιος. Το λουλούδι μπορεί να μαραθεί πριν εξατμιστεί η δροσιά, αλλά παρ' όλο που δεν εξατμίζεται, το λουλούδι δεν περιμένει το βράδυ.»


Σημείωση δική μου: Ο πρόλογος που είδατε είναι χαρακτηριστικός της βουδιστικής “mujō” – της περατότητας των πραγμάτων, της αδιάκοπης ροής του κόσμου, στον οποίο τίποτα δε μένει σταθερό και αναλλοίωτο.

 Στη συνέχεια του κειμένου ο Κάμο νο Τσομέι μας εξιστορεί με ανατριχιαστική γλαφυρότητα τις καταστροφές που έπληξαν την ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, στις αρχές του 13ου αιώνα – και στις οποίες υπήρξε μάρτυρας ο ίδιος. Πυρκαγιές, λιμοί, σεισμοί, ανεμοστρόβιλοι… η πρωτεύουσα θαρρείς και ήταν έρμαιο γιγαντιαίων δράκων, και σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρεε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων της.

Δεν συμπεριλαμβάνω το συγκριμένο μέρος του κειμένου, μπορείτε όμως να το διαβάσετε στη μεταφρασμένη «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [εκδ. Μέδουσα], ή εναλλακτικά να το αναζητήσετε στην αγγλική του έκδοση.

Έχοντας ζήσει όλες τις φυσικές καταστροφές, ο Κάμο νο Τσομέι είχε ν’ αντιμετωπίσει επίσης την πληθώρα των κοινωνικών συμβάσεων που βάραιναν σαν περιττό ένδυμα την καθημερινή ζωή. Εδώ, λοιπόν, παραχωρώ για άλλη μια φορά τη σκυτάλη στο συγγραφέα – ως το τέλος της αφήγησής του, τη μετακόμισή του στο βουνό και την περιγραφή της ζωή του εκεί.






ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



«Όλα είναι όπως τα περιέγραψα -τα πράγματα που δυσκολεύουν τη ζωή μας, η δική μας ανημποριά και το αναξιόπιστο των κατοικιών μας. Και αν σε αυτά προσθέσουμε τα βάσανα που προέρχονται από το χώρο ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες, το σύνολό τους είναι ανυπολόγιστο.

Αν κάποιος, που δεν ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη, τύχει να ζει πλάι σε έναν ισχυρό άρχοντα, όσο ευτυχισμένος και αν είναι δεν μπορεί να γιορτάσει πολύ εντυπωσιακά• όσο λυπημένος και αν είναι δεν μπορεί να θρηνήσει μεγαλόφωνα. Ό,τι και αν κάνει νιώθει άβολα• σε κάθε ενέργειά του τρέμει σαν το σπουργίτι που πλησιάζει τη φωλιά του αετού. Ο φτωχός γείτονας μιας εύπορης οικογένειας ντρέπεται πάντοτε για την άθλια εμφάνισή του και μπαινοβγαίνει στο σπίτι του ξεσπώντας σε κολακείες. Και όταν βλέπει πόσο ζηλεύουν η γυναίκα, τα παιδιά και οι υπηρέτες του, ή όταν ακούει πόσο τον περιφρονεί η πλούσια οικογένεια, ταράζεται και δεν ησυχάζει ούτε ένα λεπτό. Ο άνθρωπος που το σπίτι του βρίσκεται σε πολυκατοικημένο μέρος, κινδυνεύει όταν ξεσπάει πυρκαγιά στη γειτονιά του. Αν μένει κάπου απόμερα, πρέπει να υφίσταται την ταλαιπωρία του πήγαινε-έλα στην πόλη και διατρέχει τον κίνδυνο να τον ληστέψουν.

Αυτοί που διαθέτουν εξουσία είναι άπληστοι• και αυτοί που δεν έχουν προστάτες περιφρονούνται. Η περιουσία προκαλεί πολλές στενοχώριες και η φτώχεια φέρνει θλίψη. Αυτός που ζητάει τη βοήθεια ενός άλλου ανθρώπου γίνεται σκλάβος του• όποιος συντηρεί άλλους πνίγεται από τη στοργή με την οποία τον περιβάλλουν. Όποιος συμμορφώνεται με τις συνήθειες του κόσμου θα φτωχύνει• αυτός που δεν συμμορφώνεται μοιάζει τρελός. Οπουδήποτε και αν ζει κάποιος, όποια δουλειά και αν κάνει, είναι δυνατόν να βρει καταφύγιο για το σώμα του και λίγη πνευματική ηρεμία, έστω και για ένα λεπτό;»



ΈΤΣΙ ΑΠΑΡΝΗΘΗΚΑ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ



«Κληρονόμησα το σπίτι της γιαγιάς του πατέρα μου και για μεγάλο διάστημα έζησα εκεί. Έπειτα έχασα τη θέση μου και με βρήκαν δύσκολοι καιροί. Πολλά πράγματα με ανάγκασαν να ζήσω μακριά από τον κόσμο, και τελικά, μην μπορώντας πια να μείνω στο προγονικό σπίτι μου, όταν έγινα τριάντα χρονών έχτισα με δικά μου σχέδια μια μικρή αγροικία. Το εμβαδόν της δεν ξεπερνούσε το ένα δέκατο της έκτασης του σπιτιού που ζούσα. Γύρω του ύψωσα ένα χωματένιο τοίχο, αλλά δεν είχα τα μέσα να τοποθετήσω διακοσμητική πύλη. Έχτισα επίσης ένα πρόχειρο υπόστεγο από μπαμπού για το αμάξι μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι ανησυχούσα όταν χιόνιζε και όταν ξεσπούσαν θύελλες• και αφού το σπίτι ήταν κοντά στον ποταμό Κάμο, κινδύνευα από τις πλημμύρες και από τους ληστές.        

Για περισσότερο από τριάντα χρόνια είχα βασανιστεί υπομένοντας όλα τα πράγματα αυτού του δυστυχισμένου κόσμου. Όλο αυτό το διάστημα, τα χτυπήματα της μοίρας με ανάγκασαν φυσικά να συνειδητοποιήσω το εύθραυστο της ζωής μου. Στα πενήντα μου έγινα ιερέας και τότε γύρισα την πλάτη μου στον κόσμο. Δεν είχα οικογένεια, ούτε και δεσμούς που θα με δυσκόλευαν να εγκαταλείψω τα εγκόσμια. Δεν ήμουν έμμισθος κληρικός – τι μπορούσε να με κρατήσει; Πόσα χρόνια είχα δαπανήσει μάταια ανάμεσα στους νεφοσκέπαστους λόφους του Οχάρα!»


Landscape of Mountains and River by Soga Shohaku (1730–1781)


Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΩΝ ΕΝΝΙΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ



«Τώρα που έφτασα τα εξήντα και η ζωή μου είναι έτοιμη να εξατμιστεί σαν τη δροσιά, διαμόρφωσα μια κατοικία για την τελευταία περίοδο της ζωής μου. Είναι μια καλύβα όπου ένας ταξιδιώτης μπορεί ίσως να περάσει μια νύχτα μόνο• μοιάζει με το κουκούλι που υφαίνει ένας γέρικος μεταξοσκώληκας. Η έκταση της καλύβας μου δεν είναι ούτε το ένα εκατοστό της αγροικίας όπου έζησα όταν ήμουν μεσήλικας.

Προτού το καταλάβω, είχα βαρύνει από τα χρόνια και σε κάθε μετακόμιση το σπίτι μου ήταν πιο μικρό από το προηγούμενο. Η τωρινή καλύβα μου έχει ασυνήθιστη εμφάνιση. Είναι ένας χώρος που έχει εμβαδόν εννιά τετραγωνικά μέτρα και το ύψος του δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Δεν διάλεξα το συγκεκριμένο σημείο, κι έχτισα το σπίτι χωρίς να συμβουλευτώ μάντεις. Έριξα μια βάση κι έφτιαξα μια στοιχειώδη καλαμοσκεπή. Έβαλα μεντεσέδες στις ενώσεις των σανιδιών, ώστε αν δεν μου αρέσει κάτι, να μετακομίσω εύκολα αλλού. Μήπως είναι δύσκολο να αλλάξω κατοικία; Δύο κάρα φτάνουν να μεταφέρουν όλα τα πράγματά μου, και εκτός από την αμοιβή του καροτσέρη δεν θα έχω άλλα έξοδα.

Από τον καιρό που έκρυψα τα ίχνη μου εδώ στην καρδιά του όρους Χίνο, πρόσθεσα στη νότια πλευρά ένα στηθαίο και μια βεράντα από μπαμπού. Στα δυτικά έχτισα ένα ράφι για το αγίασμα, και μέσα στην καλύβα, κατά μήκος του δυτικού τοίχου, εγκατέστησα την εικόνα του Αμίντα. Το φως του ήλιου που δύει φωτίζει το μέτωπό του ανάμεσα στα φρύδια. Στις πόρτες της λειψανοθήκης κρέμασα εικόνες του Φούγκεν και του Φούντο. Επάνω από τη συρόμενη πόρτα που βλέπει στο βορρά έχτισα ένα μικρό ράφι όπου έχω τρία ή τέσσερα μαύρα δερμάτινα πανέρια που περιέχουν βιβλία ποίησης και αποσπάσματα από ιερές γραφές. Πλάι τους υπάρχει ένα πτυσσόμενο κότο κι ένα λαούτο.

Κατά μήκος του ανατολικού τοίχου αντί για κρεβάτι άπλωσα μακριά φύλλα φτέρης και άχυρο. Στον ανατολικό τοίχο άνοιξα ένα παράθυρο και από κάτω έκανα ένα γραφείο. Κοντά στο μαξιλάρι μου υπάρχει ένα τετράγωνο μαγκάλι όπου καίω χαμόκλαδα. Στη βορεινή πλευρά της καλύβας έφραξα με πασσάλους ένα μικρό κομμάτι γης και σ' αυτόν τον κήπο καλλιεργώ πολλά είδη χορταρικών.

Αυτή είναι η προσωρινή καλύβα μου. Τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω τους τριγύρω χώρους. Στη νότια πλευρά ένας σωλήνας από μπαμπού φέρνει νερό στη βραχολίμνη που έφτιαξα. Κοντά στο σπίτι μου υπάρχει ένα δάσος όπου εύκολα μαζεύω χαμόκλαδα. Το βουνό λέγεται Τογιάμα. Διάφορα αναρριχητικά φυτά κλείνουν τα περάσματα και οι κοιλάδες είναι γεμάτες άγρια βλάστηση, αλλά στα δυτικά υπάρχει ένα ξέφωτο, οπότε το περιβάλλον μου προσφέρει μια πνευματική παρηγοριά. Την άνοιξη, οι γλυσίνες στη δυτική πλευρά μοιάζουν με άλικα, λαμπερά σύννεφα. Το καλοκαίρι ακούω τον κούκο, που υπόσχεται να με οδηγήσει στο δρόμο του θανάτου. Το φθινόπωρο φτάνουν στ' αυτιά μου οι φωνές των νυχτερινών εντόμων που θρηνούν γι' αυτόν τον άθλιο κόσμο. Το χειμώνα βλέπω με βαθιά συγκίνηση το χιόνι να συσσωρεύεται και να λιώνει σαν τις αμαρτίες και τα εμπόδια για τη σωτηρία.

'Όταν δεν έχω τη διάθεση να απαγείλλω το νεμπούτσου και δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να διαβάσει τις Σούτρα, κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει να ξεκουραστώ και να τεμπελιάσω, και δεν υπάρχει φίλος να ντρέπεται για εμένα. Παρ' όλο που δεν προσπαθώ ιδιαίτερα και δεν ακολουθώ την πειθαρχία της σιωπής, αφού ζω μόνος αυτομάτως απέχω από τις αμαρτίες του λόγου• και παρ' όλο που δεν προσπαθώ απαραίτητα να υπακούω στις Εντολές, εδώ όπου δεν υπάρχουν πειρασμοί ποιος θα με παρακινήσει να τις παραβώ;

Τα πρωινά που νιώθω πρόσκαιρος σαν τα άσπρα απόνερα που ακολουθούν τα πλοία, πηγαίνω στις όχθες του ποταμού, παρακολουθώ τα σκάφη που κάνουν δρομολόγια πέρα-δώθε και συνθέτω —στο στυλ του ιερέα Μανσέι. Το βράδυ, όταν ο αέρας θροίζει στα φύλλα, θυμάμαι τον ποταμό Τζινιό και παίζω το λαούτο με τη μέθοδο του Μιναμότο νο Τσουνενόμπου. Αν δεν φτιάξει το κέφι μου, συντονίζω το λαούτο μου με την ηχώ των πεύκων και παίζω το «Τραγούδι του Φθινοπωρινού Ανέμου», ή τη «Μελωδία του Ρέοντος Ρυακιού» - τροποποιώντας τον τόνο ανάλογα με τον ήχο του νερού. Είμαι μέτριος μουσικός, αλλά δεν παίζω για να αρέσω στους άλλους. Παίζω μόνος, τραγουδάω μόνος, και η καρδιά μου χαίρεται.






Στους πρόποδες του βουνού υπάρχει ένα πρόχειρο φτιαγμένο σπιτάκι όπου μένει ο δασοφύλακας. Έχει ένα γιο που καμιά φορά έρχεται και με βλέπει. Όταν βαριέμαι τη δουλειά που κάνω, πηγαίνω μια βόλτα μαζί του. Είναι δεκάξι χρονών κι εγώ εξήντα: και παρ' όλο που οι ηλικίες μας διαφέρουν, απολαμβάνουμε πολύ ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Καμιά φορά μαζεύω ανθισμένα καλάμια ή άγρια αχλάδια, ή γεμίζω το πανέρι μου με μούρα και κάρδαμο. Άλλοτε πηγαίνω στα ρυζοχώραφα, στους πρόποδες του βουνού, και πλέκω στεφάνια με τα πεσμένα στάχυα. Όταν ο καιρός είναι καλός, σκαρφαλώνω στην κορυφή και κοιτάω προς το Κιότο, όπου ήταν το παλιό μου σπίτι, μακριά, πολύ μακριά. Η θέα είναι κοινό αγαθό και τίποτε δεν εμποδίζει την ευχαρίστησή μου.

Όταν νιώθω δραστήριος και έτοιμος για ένα φιλόδοξο ταξίδι, ακολουθώ τις κορυφές και πηγαίνω να προσκυνήσω στο ναό Iγουάμα ή Ισιγιάμα. Ή διασχίζω τα χωράφια του Αγουάζου για να υποβάλω τα σέβη μου σε ο,τι έχει απομείνει από την καλύβα του Σεμιμαρού, και περνάω τον ποταμό Ταναγκάμι για να επισκεφθώ τον τάφο του Σαρουμάρου. Στην επιστροφή, ανάλογα με την εποχή, θαυμάζω τις ανθισμένες κερασιές ή τα φθινοπωρινά φύλλα και μαζεύω βλαστάρια η φρούτα, για να προσφέρω στον Βούδα αλλά και για το σπίτι μου.

Τα ήσυχα βράδια, μέσα στο φεγγαρόφωτο που πλημμυρίζει το παράθυρο, νοσταλγώ τους παλιούς φίλους ή μουσκεύω το μανίκι μου με δάκρυα ακούγοντας τις κραυγές των πιθήκων. Βλέπω τις πυγολαμπίδες στις πυκνές συστάδες του γρασιδιού και νομίζω πως βλέπω τα φώτα των ψαράδων έξω από το νησί Μακί• οι βροχές της αυγής ακούγονται σαν φθινοπωρινές καταιγίδες που χτυπούν επάνω στα φύλλα. Και όταν ακούω τις φωνές τον φασιανών, αναρωτιέμαι αν φωνάζουν τον πατέρα ή τη μητέρα τους• όταν τα άγρια ελάφια του βουνού με πλησιάζουν άφοβα, συνειδητοποιώ πόσο μακριά βρίσκομαι από τον κόσμο. Και όταν καμιά φορά, όπως συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, ξυπνάω στη μέση της νύχτας, σκαλίζω τα αναμμένα κάρβουνα της χόβολης που συντροφεύουν τη μοναξιά μου. Το βουνό δεν είναι επιβλητικό, αλλά το σκηνικό του μου δίνει ατέλειωτη ευχαρίστηση άσχετα από την εποχή, ακόμα και όταν ακούω το κρώξιμο της κουκουβάγιας.

'Όταν άρχισα να ζω εδώ, πίστευα πως δεν θα ήταν για πολύ καιρό, αλλά έχουν κιόλας περάσει πέντε χρόνια. Η προσωρινή κατοικία μου πάλιωσε μάλλον: τα μαραμένα φύλλα έχουν συσσωρευτεί στις μαρκίζες και τα μούσκλια κάλυψαν το πάτωμα. Όταν έφταναν τυχαία στ' αυτιά μου νέα από την πρωτεύουσα, μάθαινα πόσοι μεγάλοι και τρανοί είχαν πεθάνει από τότε που αποσύρθηκα στο βουνό. Και πως να υπολογίσεις τον αριθμό των ανθρώπων κατώτερης τάξης; Πόσα σπίτια κάηκαν στις αναρίθμητες καταστρεπτικές πυρκαγιές; Μόνο σε μια καλύβα που χτίστηκε για πρόχειρο κατάλυμα μπορείς να ζεις χωρίς φόβους. Είναι πολύ μικρή, αλλά χωράει ένα κρεβάτι όπου ξαπλώνω το βράδυ και το χρησιμοποιώ για κάθισμα την ημέρα• τίποτε δεν λείπει από αυτό το σπίτι. Ο ερημίτης κάβουρας προτιμά να ζει σε μικρές φωλιές, επειδή ξέρει καλά το μέγεθος του σώματός του. Ο ψαραετός μένει σε έρημες ακτές επειδή φοβάται τους ανθρώπους. Είμαι κι εγώ σαν αυτούς• Ξέρω τον εαυτό μου και τον κόσμο, δεν έχω φιλοδοξίες ούτε και πάρε-δώσε με τον κόσμο. Θέλω μόνο την ησυχία μου• χαίρομαι για την απουσία της θλίψης.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χτίζουν σπίτια για τον εαυτό τους. Μερικοί χτίζουν για τις οικογένειες και τους συγγενείς τους• άλλοι για τους φίλους και τις γνωριμίες τους. Κάποιοι άλλοι χτίζουν για τους κυρίους ή τους δασκάλους τους και μερικοί για να στεγάσουν υπάρχοντα και ζώα. Εγώ έχτισα για τον εαυτό μου και όχι για τους άλλους. Γιατί τώρα, έτσι όπως ζω, δεν έχω σύντροφο ή υπηρέτη για να με βοηθάει. Αν υποθέσουμε πως είχα χτίσει ένα ευρύχωρο σπίτι θα στέγαζα; Ποιος θα ζούσε σ' αυτό;

Οι φίλοι ενός ανθρώπου τον εκτιμούν για την περιουσία του και δείχνουν μεγάλη αγάπη σ’ αυτούς που τους κάνουν χάρες. Δεν νιώθουν απαραίτητα αγάπη για άτομα που τρέφουν απέναντί τους θερμά φιλικά αισθήματα ή που έχουν τίμιο χαρακτήρα. Είναι καλύτερα να έχεις για φίλο τη μουσική και την φύση. Οι υπηρέτες των ανθρώπων θέλουν να δέχονται ακριβά δώρα και δείχνουν σεβασμό σε αυτούς που τους φέρονται με απλοχεριά. Αλλά όσο μεγάλη και αν είναι η φροντίδα και η στοργή που τους παρέχει ο κύριός τους, εκείνοι δεν νοιάζονται καθόλου για τη γαλήνη και την ευτυχία του. Είναι καλύτερα να είσαι υπηρέτης του εαυτού σου.



Landscape of the Four Seasons by Tenshō Shūbun (1414–1463)


Όταν πρέπει να γίνει μια δουλειά, φυσικά την κάνω μόνος μου. Καμιά φορά η δουλειά με κουράζει, αλλά μου φαίνεται πιο απλό να δουλεύω παρά να έχω υπηρέτη και να τον φροντίζω. Όταν πρέπει να περπατήσω, περπατάω. Μερικές φορές είναι δυσάρεστο, αλλά είναι προτιμότερο από το να ανησυχώ για τα φάλαρα ενός αλόγου ή για μια βοϊδάμαξα. Διαιρώ το σώμα μου και το χρησιμοποιώ διπλά: τα χέρια μου είναι υπηρέτες, τα πόδια μου είναι ένα βολικό αμάξι. Όταν κουράζεται το μυαλό η το σώμα μου, το καταλαβαίνω αμέσως και ξεκουράζομαι. Χρησιμοποιώ τους υπηρέτες μου όταν είναι δυνατοί. Λέω «χρησιμοποιώ», αλλά δεν τους εξαντλώ. Αν δεν έχω διάθεση να εργαστώ, δεν ανησυχώ. Το περπάτημα και η εργασία ωφελούν το σώμα. Τι νόημα έχει να κάθεσαι και να τεμπελιάζεις; Είναι αμαρτία να προκαλείς σωματικό ή διανοητικό κόπο: πως μπορούμε να χρησιμοποιούμε την εργασία του άλλου;

Τα ρούχα και η τροφή μου είναι εξίσου απλά με την κατοικία μου. Σκεπάζω τη γύμνια μου με πρόχειρα ρούχα υφασμένα από νήματα γλυσίνας και τα παπλώματά μου είναι από κανναβάτσο. Συμπληρώνω τη διατροφή μου με μούρα από τους αγρούς και καρύδια από τα δέντρα της βουνοκορφής. Δεν ντρέπομαι για την εμφάνισή μου, γιατί δεν έχω κοινωνικές σχέσεις. Η έλλειψη αφθονίας νοστιμίζει και την πιο απλή τροφή.

Δεν συνιστώ τον τρόπο που ζω σε ανθρώπους που είναι ευτυχισμένοι και έχουν περιουσία, αλλά διηγήθηκα τις εμπειρίες μου απλώς για να δείξω τις διαφορές της παλιάς και της νέας ζωής μου. Από τότε που άφησα τον κόσμο και έγινα ιερέας, δεν ξέρω τι θα πει μίσος και φόβος. Για τη διάρκεια της ζωής μου ας αποφασίσει ο Ουρανός. Δεν κρέμομαι από τη ζωή, ούτε μεμψιμοιρώ για το τέλος της. Το σώμα μου είναι σαν ένα σύννεφο που φεύγει – δεν ζητάω τίποτε, δεν θέλω τίποτε. Η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ένας ήσυχος υπνάκος• η μόνη μου επιθυμία γι' αυτή τη ζωή είναι να βλέπω τις ομορφιές κάθε εποχής.

Οι Τρεις Κόσμοι ενώνονται με ένα πνεύμα. Αν το πνεύμα δεν είναι ήρεμο, τα υποζύγια και τα υπάρχοντα δεν προσφέρουν τίποτε, όπως δεν φέρνουν τη χαρά τα παλάτια και τα μέγαρα. Αυτό το μοναχικό σπίτι είναι μια τόση δα καλύβα, όμως εγώ κατά κάποιο τρόπο το αγαπώ. Όταν πηγαίνω στην πρωτεύουσα και πρέπει να ζητιανέψω ντρέπομαι, αλλά όταν επιστρέφω και κάθομαι εδώ νιώθω οίκτο γι' αυτούς που είναι δεμένοι ακόμα με τον κόσμο της σκόνης. Αν κάποιος αμφιβάλλει για την αλήθεια των λόγων μου, ας κοιτάξει τα ψάρια και τα πουλιά. Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;

Στον ουρανό, το φεγγάρι της ζωής μου χαμηλώνει και τώρα βρίσκεται κοντά στην άκρη του βουνού. Σύντομα θα πρέπει να κατευθυνθώ στο σκοτάδι των Τριών Δρόμων: γιατί να κλαψουρίζω για τον εαυτό μου; Η ουσία της διδασκαλίας του Βούδα στον άνθρωπο είναι πως δεν πρέπει να συνδεόμαστε με κανένα αντικείμενο. Είναι αμαρτία που αγαπάω τη μικρή καλύβα μου, και η προσκόλληση στη μοναξιά μου μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη σωτηρία μου. Γιατί λοιπόν να χάνω και άλλο πολύτιμο χρόνο αναφέροντας τέτοιες μηδαμινές απολαύσεις;

Μια ήρεμη αυγή, καθώς σκεφτόμουν τους λόγους αυτής της αδυναμίας μου, είπα στον εαυτό μου πως είχα παρατήσει τα εγκόσμια για να ζήσω σ' ένα δάσος στα βουνά ώστε να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να εφαρμόσω το Δρόμο. «Κι όμως, παρά την όψη καλόγερου που έχεις, η καρδιά σου δεν είναι αγνή. Η καλύβα σου μπορεί να είναι σαν του Τζομιό, αλλά τηρείς το Νόμο χειρότερα και από τον Χαντοκού. Αν η κοινωνική κατάστασή σου είναι ανταπόδοση για τις αμαρτίες μιας προηγουμένης ζωής, είναι σωστό να θλίβεσαι γι' αυτή; Γιατί επιτρέπεις να σε ταράζει η αυταπάτη;» Σε αυτές τις ερωτήσεις το μυαλό μου δεν είχε να δώσει καμιά απάντηση. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα μου και να απαγγείλω δύο ή τρεις φορές το νεμπούτσου έστω κι αν κάτι τέτοιο είναι απαράδεκτο από μια ατιμασμένη καρδιά.

Είναι τώρα το τέλος του τρίτου φεγγαριού του 1212 και γράφω αυτό το κείμενο στην καλύβα μου στο Τογιάμα.»


Artwork by Katsushika Hokusai (1839)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...