Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Μ.Καραγάτση: Επιθυμία






«Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει κι’ ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατώφλι του χινόπωρου. Τα γερατιά; Είναι ακόμα μακριά. Μα που είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από τη φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;

Και τότε είδα, και τότε ένιωσα — καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγειρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός — πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ, πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόι μ' ελατηρια που δε λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κέρδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ’ ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με το δράμι σ' όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος …

Τι κέρδισα; Τι χάρηκα; Τριγύρισα τις θάλασσες της γης, έσκισα πέλαγα κι' ωκεανούς, είδα χώρες κι' ακρογιάλια, παράλλαξα νησιά, αντίκρισα ουρανούς κι’ αστέρια στις μακριές αγρύπνιες της γέφυρας, μίλησα με ανθρώπους στους σταθμούς των λιμανιών, έσφιξα γυναίκες στην αγκαλιά μου, που μου ζήτησαν ένα κομμάτι χρυσάφι για να στενάξουν όταν στέναζα. Μα τι κέρδισα; Τι χάρηκα;

Όλ’ αυτά, και θάλασσες, και χώρες, κι’ ανθρώποι, κι’ ουρανοί, περάσαν μπροστά στις νεκρωμένες μου αισθήσεις ωσάν εικόνες ξέμακρες, αδιάφορες, που δεν άφησαν τίποτε εντός μου, αφού εντός μου δεν υπήρχε τίποτα. Τριγύρισα χρόνια τριανταοχτώ τον άδειο εαυτό μου στον έρημο τον κόσμο, ξένος κι’ απόκοσμος, άχρωμος κι’ ουδέτερος, μηδέν, τίποτα. Μου ξέφυγε η πικρή γεύση της θάλασσας, το αψύ άρωμα της στεριάς, το νόημα των ουρανών, το πάθος των ανθρώπων. Δε γεύτηκα τίποτα, γιατί δεν είχα εντός μου τίποτα.

Τη ζωή, αντίθετ’ από την τροφή, μόνον ο χορτάτος τη χορταίνει. Αυτός που βούτηξε ως τα ρουθούνια μέσα στο βουρκωμένο αγιασμό των πόθων της. Αυτός, που γέρος πια, σκυμμένος στο φως του λυχναριού με το λιγοστό το λάδι, κοιτάει να ταξινομήσει τα συντρίμμια, τα κουρέλια, τ' ατίμητα σκουπίδια, που ξέσυρε μαζί της η ψυχή κ’ ή θύμηση ως το χείλος του τάφου.

Και γω, ήμουν γυμνός από ερείπια, άδειος από καταστροφές, με γλώσσα κολλημένη στο στεγνό, τον πεινασμένο ουρανίσκο. Διψασμένος κι’ άσιτος, ζωντανός κι’ αζώητος, πουλημένος στο μηδέν, χαραμισμένος στο τίποτα. Και καθώς ο ήλιος έγερνε και πήγαινε να βασιλέψει, σκίζοντας τον άνεμο με αχτίνες κυματιστές, κατά την πρόσκαιρη νύχτα της γης, είδα κ' ένιωσα και κατάλαβα, πως του ανθρώπου το νυχτερινό σβύσιμο, δεν έχει αυγή να προσμένει, ούτε όρθρο ούτε ανατολή. Κ’ είναι βαρύ το μακρύ σκοτάδι δίχως φορτίο μάταιης χαράς...

Σηκώθηκα βαρύς, άθυμος, και πήρα το μονοπάτι της ρεματιάς. Φόβος κι’ αγωνία είχαν κυριέψει την ψυχή μου. Φόβος της ανέσπερης ζωής. Αγωνία του μάταιου θανάτου.

Ήθελα να ζήσω... Ήθελα να σφυροκοπήσω την ψυχή μου στο αμόνι του καημού με τη βαριά του πόνου. Ήθελα να χαρώ ό,τι δεν χάρηκα, πριν έρθουν ακόμα οι απελπισμένες χρονιές των γερατιών. Ήθελα να βρω, μέσα στον ελάχιστο χρόνο και τόπο, ό,τι δεν βρήκα τόσα χρόνια τώρα σ' όλα τα στίγματα της γης. Ήθελα να συναπαντήσω αυτό που θάφερνε και τ’ άλλα, αυτό που είναι όλα τ’ άλλα, και ηδονή κι’ οδύνη, και χαρά και πόνος, και γνώση κι’ ανοησία. Αυτό που είναι αιτία και πλήρωση, σκοπός και τέρμα, φτάσιμο και φυγή… Την αγάπη ...

Ν’ αγαπήσω... Όχι ν' αγαπηθώ, μα ν’ αγαπήσω…
             
Τι μου πρόσφεραν οι γυναίκες που μ’ αγκάλιαζαν με τρικυμισμένη ψυχή, όταν εγώ τρυγούσα τη γλύκα τους με δόντια σφιχτά από αδιαφορία; Τι ένιωσα εγώ από τις θύελλες που γέννησα με όργια γαλήνης; Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν; Τ’ αμέτοχα πάθη δε μπορούν να ρυτιδώσουν το θολό καθρέφτη του στεκάμενου βάλτου… Κοχλάζει μονάχα η ματαιότης κ’ εξατμίζεται αφήνοντας μέσα σου κενό καταθλιπτικότατο. Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν — αν με αγάπησαν —... Εγώ ζητάω την αγάπη... Εγώ ζητάω να σκορπίσω την ψυχή μου στους αντίθετους ανέμους, να φθαρώ στα αντίξοα ρέματα. Εγώ γυρεύω να σπείρω τις αγωνίες μου για να θερίσω πικρίες. Εγώ θέλω τη στυφή χαρά που μόνο η συντριβή χαρίζει...

Εγώ θέλω...»


***


Το απόσπασμα που διαβάσατε είναι από τα αγαπημένα μου του Μ. Καραγάτση και προέρχεται από το μυθιστόρημά του «Το Χαμένο Νησί» [πρώτη δημοσίευση 1943, Βιβλιοπωλείο της Εστίας].

Ως τίτλο ανάρτησης επέλεξα τη μία εκείνη λέξη που νομίζω το εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη. Πέραν αυτού το κείμενο μιλάει από μόνο του – ανασαίνει, πάλλεται, δονείται… σαν χτύπος καρδιάς. Ποιος ξέρει… ίσως να είναι ο δικός σου. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.



Nighthawks, 1942 by Edward Hopper


2 σχόλια:

  1. Δίχως την επιθυμία δεν υπάρχει δημιουργία.
    Αυτή είναι που κάνει τον κόσμο να κινείται και την ψυχή να είναι ζωντανή.
    Ο Καραγάτσης είναι πολύ αγαπημένος μου συγγραφέας και αυτό είναι από τα πιο δυνατά αποσπάσματα από το έργο του που θα μπορούσες να επιλέξεις. Διαβάζοντάς το κανείς βιώνει μέσα του έντονα τον ίδιο παλμό της καρδιάς και της σκέψης του γράφοντα. Είναι εκπληκτικό.

    Για άλλη μια φορά υπάρχει κάτι κοινό σε δική σου ανάρτηση και δική μου. Κλείνουν και οι δυο με το πόσο σημαντικό είναι τελικά να αγαπήσει δυνατά κάποιος στην ζωή του παρά να δεχτεί μόνο την αγάπη του άλλου. Αισθάνεται κυριολεκτικά ζωντανός και σίγουρα γίνεται καλύτερος άνθρωπος.

    Φεύγω με καλύτερη διάθεση...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η επιθυμία κινεί τον κόσμο - ισχύει απόλυτα... Τους χαιρετισμούς μου, Γλαύκη.

      Διαγραφή

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...