Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Στα Χνάρια του Κούνελου #1: Από τους Dropkick Murphys στο Ασχημόπαπο





Ακολουθώντας το κουνέλι ένα μόνο πράγμα είναι βέβαιο: θα βρεθείς στα πιο παράξενα και ασυνήθιστα μέρη. Σε μια σύγχρονη punk συναυλία, για παράδειγμα – μόνο που στο τέρμα του διαδρόμου, στέκεται ένα παράξενο ψυχαναλυτικό ντιβάνι. Ο ίδιος ο Φρόυντ, μάλιστα, γυροφέρνει εκεί κοντά, κρατώντας σημειώσεις. Για κάποιο λόγο ξαπλώνεις στο ντιβάνι (πάντα ήθελες να κάνεις κάτι τέτοιο), κλείνεις τα μάτια σου – και ξεχύνονται μπροστά σου παπάκια και κοτόπουλα που κακαρίζουν ξέφρενα. Τα ανοίγεις και διαπιστώνεις πως βρίσκεσαι σ’ ένα πολύχρωμο παραμύθι – από εκείνα που έγραφε ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Μα το παραμύθι μιλάει για κοινωνικές διακρίσεις και αποξένωση – αυτός δεν είναι ο ανέμελος κόσμος της παιδικής ηλικίας, φίλε μου! Κι ενώ έχεις αρχίσει να συγχύζεσαι με όσα συμβαίνουν γύρω σου, οι νότες από μια γνώριμη τρομπέτα σκορπούν παρηγοριά στις έγνοιές σου… Κι ένας νεαρός νέγρος γυρίζει εκεί κοντά, σαν άλλος Μάγος του Χάμελιν, μαγεύοντας με τη μουσική του ζώα και ανθρώπους. «Πως σε λένε, παλικάρι;». «Miles», απαντά. Για δες, κάπου το έχω ακούσει αυτό το όνομα…

Όλα μοιάζουν με όνειρο. Ή ενδεχομένως με μια βουτιά στα άδυτα της Κουνελοχώρας. Τι ήθελες να ακολουθήσεις το κουνέλι;



Dropkick Murphys live in Athens. Μία όχι ακριβώς ανταπόκριση.






Δεν πέρασε πολύς καιρός από την συναυλία των Dropkick Murhpys, κάπου εκεί στη διάρκεια του Φλεβάρη, κι ακόμα σιγοτραγουδώ τη μελωδία του Rose Tattoo” (click). Παρέα με το πλήθος των φίλων που τους αγκάλιασαν, θυμίζοντάς μου πως, τουλάχιστον όσο αφορά ξένους καλλιτέχνες, δεν έχουμε ξεχάσει σα λαός να εκδηλώνουμε τη φιλοξενία και την αγάπη μας. Εκείνη, για την οποία λέγαν κάποτε πως φημιζόμαστε σαν λαός. Καλά θα ήταν να το εφαρμόζαμε και σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις βέβαια.

Μεταφέρομαι πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο, κατάμεστο χώρο του live – πείθοντας τον εαυτό μου πως η ατμόσφαιρα παραπέμπει στο εσωτερικό κάποιας ιρλανδέζικης pub, μετά από κάποια μάχη των δρόμων ίσως, όταν οι εργάτες έχουν αποθέσει τα όπλα τους στην άκρη κι έχουν πιάσει τις μπύρες – στην ατμόσφαιρα μιας pub και όχι στον κάκιστο εξαερισμό του χώρου. Θυμάμαι τα τραγούδια, νιώθω τον παλμό, παρασύρομαι απ’ το κέφι που μας μεταφέρει στα παλιά – όταν το πρώτο από τα συγκροτήματα που προσέμιξαν την παραδοσιακή κέλτικη μουσική με το Punk, οι Pogues, έδιναν τα εναρκτήρια live τους μπροστά στο απορημένο, μα και ενθουσιώδες, βρετανικό punk κοινό. Και ακόμα πιο πίσω, δεκαετίες πριν – όταν ιρλανδέζικες μπάντες όπως οι Dubliners, οι Chieftains, οι Planxty και οι Clancy Brothers αντλούσαν από την τόσο πλούσια μουσική παράδοση της χώρας τους και αναβίωναν τις κέλτικες μελωδίες που πιάνουν ρίζες στο χρόνο, σαν κάποιο καταπράσινο δέντρο φυτεμένο στα άδυτα της γης.

Μα δεν είναι μόνο η παράδοση, ούτε εκείνο το πνεύμα του καταπράσινου θεού του δάσους, που γυροφέρνει με τον αυλό του ντυμένος με μια αρμαθιά φύλλα – ένας θεός που μας είναι γνώριμος απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά. Είναι και οι στίχοι – τραγούδια που μιλούν για μάχη, για οδοφράγματα, για εξέγερση, για επανάσταση. Συνδέονται αυτά με το πνεύμα του θεού του δάσους; Ασφαλώς και συνδέονται, και το γνωρίζουμε καλά.

Θα σταθώ στο φινάλε της συναυλίας. Στη διάρκεια του τελευταίου τους τραγουδιού, κάποιες μεθυσμένες με κέφι (ή ενδεχομένως με διονυσιακό πνεύμα) κοπέλες ανεβαίνουν πάνω στη σκηνή και αρχίζουν το χορό. Κάποιες άλλες τις ακολουθούν. Δεν ήθελε πολύ – ένας μετά τον άλλο, πλήθος κόσμου από τις πρώτες σειρές της συναυλίας ανεβαίνει πάνω στη σκηνή, πιάνει το χορό και τραγουδάει παρέα με τους μουσικούς. Έχω πάει σε πολλά live, στη χώρα μας και στο εξωτερικό – μα πρώτη φορά έβλεπα κάτι τέτοιο.
Μου θύμισε πως υπάρχουν δύο μορφές τέχνης. Εκείνη που έχουμε συνηθίσει – η τέχνη της παράδοσης, που απαιτεί μια μορφή αποστασιοποίησης ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό του· μια ενατένιση από μακριά, μια σχέση πομπού και δέκτη, το έργο από τη μία και ο καταναλωτής από την άλλη…

Και υπάρχει και η τέχνη που έχουμε ξεχάσει: εκείνη στην οποία δημιουργός και δέκτης σμίγουν σε μια διονυσιακή ενότητα – παραπέμποντας στον Νίτσε. Πλέον δεν είναι το έργο τέχνης «κάπου εκεί έξω» κι εσύ ο θεατής που το παρατηρείς… μα συναποτελείτε το έργο τέχνης, μαζί, από κοινού. Είναι ο χορός που μοιράζεστε, τα τραγούδια που τραγουδάτε, η κοινή ενέργεια που μοιράζεστε. Δεν υπήρχε αμφιβολία: στο φινάλε της συναυλίας τέχνη δεν ήταν η μουσική του συγκροτήματος πάνω στη σκηνή – μα όλος αυτός ο κόσμος που χόρευε και τραγουδούσε μαζί του. Όλος ο παλμός ενός κλειστού χώρου που είχε μεταμορφωθεί σε ένα ενιαίο μουσικό ψηφιδωτό.

Για λίγο έστω. Μέχρι οι νότες να σιγήσουν και να επανέλθει ο κόσμος στα κουκούλια του.

Σε μια εποχή αναζήτησης εκείνων που μπορούν να μας ενώσουν – γιατί αυτά που μας χωρίζουν είναι τόσο εύκολο να τα διατυμπανίζει ο καθένας – η αίσθηση που μου μετέδωσε το φινάλε αυτής της συναυλίας, ήταν εκείνη μιας απάντησης: εδώ βρίσκεται ο δρόμος, λοιπόν. Στην αναβίωση της δημόσιας τέχνης· στη συμμετοχή του κόσμου· στο ζωντάνεμα της γειτονιάς, της κοινότητας, της πολιτείας. Όταν χιλιάδες φωνές τραγουδούν και χορεύουν – ξεχνώντας για λίγο το άχθος και τις έγνοιες που τους βασανίζουν.

Όταν θυμούνται αυτά που τους ενώνουν. Πόδια που πατούν στη γη. Βλέμματα που ατενίζουν τ’ αστέρια. Και λίγη μπύρα να δροσίσει τις στεγνές καρδιές.







Ο Φρόυντ και οι γυναίκες



Ο πατέρας της ψυχανάλυσης, Sigmund Freud, ποτέ δεν είχε κατανοήσει σε βάθος τα μυστικά της γυναικείας φύσης. Οι αναλύσεις του πάνω στο γυναικείο φύλο υπήρξαν αμφιλεγόμενες και γεννούσαν περισσότερα ερωτηματικά, παρά έδιναν απαντήσεις. Πολλοί μίλησαν για "φαλλοκρατισμό" - δεν είχαν και εντελώς άδικο, εδώ που τα λέμε, μα δε πρέπει να ξεχνάμε το χρονικό και κοινωνικό πλαίσιο, εντός του οποίου έκανε τις έρευνες του ο Φρόυντ... Το πλαίσιο της βαθύτατα συντηρητικής στα ήθη (και βαθιά καταπιεστικής) βικτωριανής εποχής.

Ωστόσο οι κατήγοροι είχαν παραβλέψει το εξής: Ο Φρόυντ ποτέ δεν ισχυρίστηκε πως "γνωρίζει" τις γυναίκες. Αρκετές φορές επαναλάμβανε στα γραπτά του για το "ανεξιχνίαστο της γυναικείας φύσης" και η στάση που υιοθετούσε ήταν εκείνη ενός σκεπτικιστή. Αξίζει να παραθέσουμε εδώ ένα απόσπασμα, με το οποίο κλείνει η παράδοση του πάνω στο θέμα της "Θηλυκότητας" - μία από τις τελευταίες παραδόσεις του, στις αρχές της δεκαετίας του 30. Η τελευταία πρόταση ειδικά, ίσως λέει περισσότερα απ' όσα θα μπορούσαν να πουν όλες οι επιστήμες μαζεμένες…

«Αυτά ήταν όλα όσα είχα να σας πω σχετικά με τη θηλυκότητα. Οπωσδήποτε είναι ατελή και αποσπασματικά, και όχι πάντα ευχάριστα. Μην ξεχνάτε όμως ότι περιέγραψα την γυναίκα μόνο στον βαθμό που καθορίζεται από τη σεξουαλική λειτουργία της. [...]. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τη θηλυκότητα, ψάξτε στις προσωπικές σας εμπειρίες, στραφείτε στους ποιητές, ή περιμένετε ώσπου να σας δώσει η επιστήμη βαθύτερες και πιο σαφείς πληροφορίες».

Το απόσπασμα προέρχεται από τη "Νέα Σειρά των Παραδόσεων για την Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση".  Στη φωτογραφία ο Φρόυντ με την κόρη (και συνεχιστή του έργου του) Anna Freud.







Miles. Εξομολογήσεις στα χρόνια της (ρατσιστικής) χολέρας



«Η παλιότερη ανάμνηση μου, από τότε που ήμουν μικρό παιδί, ήταν ένας λευκός άντρας να με κυνηγάει στον δρόμο και να φωνάζει: «Nέγρε! Νέγρε!», είχε πει σε μια συνέντευξη του το 1962 ο Miles Davis.

Ευκατάστατος πλέον, αναγνωρισμένος και περιζήτητος από όλο το μουσικόφιλο κοινό, θυμόταν τα παλιά και μια λάμψη αχνόφεγγε στα μάτια του. Εν έτει 1962 ο Miles ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς μουσικής σκηνής. Μα την εποχή εκείνη οι μαύροι καλλιτέχνες και μουσικοί στην πλειοψηφία τους εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζονται σαν “entertainers” από το λευκό κοινό, όργανα ψυχαγωγίας, αντανακλώντας παραδόσεις που βυθίζονταν πίσω στα χρόνια της υποδούλωσης τους.

Ο Miles δεν ήταν τέτοιος. Πάντα σοβαρός, σπάνια χαμογελούσε στις κάμερες. Δεν έπαιζε θέατρο, δε πουλούσε κάποιο image. Του άρεσαν οι γυναίκες και τα γρήγορα αμάξια. Κάποιοι τον κατηγορούσαν πως το έπαιζε πολύ «σκληρός»... Ο Miles αδιαφορούσε. Ήταν απλά ο εαυτός του.

Σε αντίθεση με πλήθος άλλων μαύρων μουσικών της Jazz, που έζησαν τα παιδικά τους χρόνια μες στη φτώχεια, o Miles μεγάλωσε σε μια ευυπόληπτη αστική οικογένεια – ήταν γιος οδοντίατρου. Ήταν επίσης ομορφόπαιδο. Αυτά δεν υπήρξαν αρκετά ωστόσο για να γλιτώσει από τις κοροϊδίες των συμμαθητών του – ίσως μάλιστα να τις ενίσχυσαν. “Pretty boy, pretty boy!”, τον φώναζαν κοροϊδευτικά. Προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή, ο νεαρός Miles το έπαιζε σκληρός. Ίσως για τον λόγο αυτόν, μεγαλώνοντας, απέκτησε ένα τόσο αρρενωπό, σοβαρό image.








«Ήμουν ο καλύτερος στη τάξη της μουσικής στην τρομπέτα. Το ήξερα – το ξέραμε όλοι. Μα όλα τα βραβεία των διαγωνισμών πήγαιναν στα παιδιά με τα γαλάζια μάτια. Με εξόργιζε τόσο πολύ αυτό, που πήρα απόφαση να ξεπεράσω κάθε λευκό μουσικό στα πνευστά... Έαν δεν είχα βιώσει τόση προκατάληψη, ίσως το κίνητρο μου στη μουσική να ήταν μικρότερο».

Στο εξώφυλλο του δίσκου του “Someday My Prince Will Come” του 1961 (το βλέπουμε στη φωτογραφία πάνω δεξιά), ο Miles απαίτησε να απεικονίζεται η γυναίκα του – όπως και έγινε. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – ένα εξώφυλλο δίσκου με μια μαύρη γυναίκα ως μοντέλο, χωρίς να είναι η ίδια μουσικός ή τραγουδίστρια. Η κυρίαρχη τάση ήταν τα μοντέλα να είναι πάντα λευκά, ακόμα και σε δίσκους μαύρων μουσικών. Και αυτό δε συνέβαινε μόνο στη μουσική, μα παντού στον χώρο του θεάματος. «Εάν οι ταινίες ή η τηλεόραση υποτίθεται αντανακλούν αυτή τη χώρα, και αν η χώρα αυτή είναι δημοκρατική, γιατί δε το κάνουν; Ας βλέπουμε όλους τους ανθρώπους να χορεύουν και να τραγουδούν. Εγώ τους βλέπω συνεχώς στους δρόμους, κάτω στην πόλη, μα στην τηλεόραση και τις ταινίες μόνο οι λευκοί κάνουν την εμφάνιση τους».

Τέτοια έλεγε ο Miles Davis, εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 60. Και, εν συνεχεία, έπιανε την τρομπέτα του και ύφαινε νότες σε σκοπούς σα τον ακόλουθο...




Το Ασχημόπαπο. Λόγια και μια εικονογράφηση.






Πιθανό να έρθει κάποια στιγμή η μέρα που θα μιλάμε όχι μόνο μέσα από κείμενα, μα και από κάποια εικαστικά δικά μου. Ή, ακόμα καλύτερα, μέσα από τον συνδυασμό τους. Όπως θα κάνουμε τώρα, για παράδειγμα. Η εικονογράφηση που βλέπετε είναι πρόσφατη - την προορίζω (μα όχι στη μορφή που βλέπετε) για ένα παιδικό βιβλίο.

Όπως όλα τα κλασικά παραμύθια, έτσι και το "Ασχημόπαπο" του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν μπορεί να μιλήσει σε πολλαπλά επίπεδα. Ένα παιδί θα ευχαριστηθεί τις περιπέτειες του μικρού ασχημόπαπου και το χαρούμενο φινάλε - όταν πια έχει γίνει ένας όμορφος κύκνος, και τα παπάκια, που άλλοτε το κορόιδευαν, απομένουν να το κοιτάζουν με θαυμασμό.

Μα σε ένα διαφορετικό επίπεδο, τι άλλο συμβολίζει το παραμύθι αν όχι τις κοινωνικές διακρίσεις και την αντιμετώπισή τους; Σκεφτείτε λίγο. Οι πάπιες που εμπαίζουν το μέλος της οικογένειας που είχε την ατυχία να μη μοιάζει με αυτές... η απομόνωση του ασχημόπαπου, ως μοναδική διέξοδος στον εμπαιγμό... μα και το σημαντικότερο όλων: η αναζήτηση του μοναχικού, προσωπικού του δρόμου.

Σε αυτό το τελευταίο βρίσκω ο ίδιος και το σημαντικότερο νόημα του παραμυθιού. Στο γεγονός πως το ασχημόπαπο πήρε το δρόμο του. Μονάχο του - μα πήρε το δρόμο του. Ακολούθησε την πορεία του. Έζησε την περιπέτειά του.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσο επίκαιρο θα μπορούσε να είναι αυτό το παραμύθι στις μέρες μας. Οι κοινωνικές διακρίσεις έχουν πολλαπλές μορφές: μπορεί να είναι διακρίσεις εξωτερικής εμφάνισης, μα μπορεί επίσης να είναι διακρίσεις φύλου, φυλής, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης, τρόπου ζωής, συνηθειών, ή επαγγέλματος.

Και μόνο εκείνος που έχει νιώσει μόνος και διαφορετικός από όλους τους υπόλοιπους (γιατί ΕΚΕΙΝΟΙ τον έκαναν να νιώσει έτσι), ξέρει τι σημαίνει αυτό.

Μα αν γραφόταν ξανά στις μέρες μας το "Ασχημόπαπο", έχω την αίσθηση πως δεν θα χρειαζόταν καν να εξελιχθεί σε πανέμορφο κύκνο μεγαλώνοντας... Η μεταμόρφωση θα ήταν διαφορετικής φύσης. Μεγαλώνοντας, θα συνειδητοποιούσε αυτό και μόνο: πως η ανακάλυψη του εαυτού του είναι το σημαντικότερο όλων.

Και οι άλλοι - όλοι εμείς - θα το αποδεχόμασταν γι' αυτήν ακριβώς την ιδιαιτερότητα και διαφορετικότητά του.

"Γίνε αυτός που είσαι" - Φρίντριχ Νίτσε



Υστερόγραφο. Για την αυξανόμενη απήχηση του Κουνελιού.



Ο Φλεβάρης του 17 υπήρξε ο μεγαλύτερος σε επισκέψιμοτητα μήνας στα χρονικά της Κουνελοχώρας. Καταλύτης στάθηκε η αναδημοσίευση στη σελίδα στο Facebook της μελέτης για τον Βίλχελμ Ράιχ και το φασισμό – από εκείνα τα κείμενα που έχω πει πως επιθυμώ να αναδημοσιεύω χρόνο με το χρόνο, για όσο χρειαστεί, και είναι ευχάριστο να βλέπω μια σημαντική μερίδα του κόσμου να ανταποκρίνεται θετικά. Πέραν αυτού όμως, και με μια χούφτα αναρτήσεις όλες κι όλες, ήταν χιλιάδες οι φίλοι που επισκέφτηκαν το Λαγούμι μέσα στο μήνα που μας πέρασε.

Χιλιάδες; Δεκάδες χιλιάδες ήθελα να πω. Και αυτό με μια χούφτα μηνιαίες αναρτήσεις κι όλες. Σκέψου να έγραφα κάθε μέρα. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα που θα διέθετε, όχι έξι ή εφτά, μα 17 ώρες καθημερινού ελεύθερου χρόνου, πιθανό να συνέβαινε.

Από την άλλη όμως, γιατί να γράφει κάποιος κάθε μέρα; Μου αρέσει που ανεβάζω κάποιο κείμενο και μένει αρκετές μέρες πρωτοσέλιδο, μέχρι να πάμε στο επόμενο – μεστώνει, σαν κρασί. Εδώ δεν είναι εφημερίδα (μη σας παραπλανεί η εικόνα στο ξεκίνημα!), να ανανεώνονται κάθε τρεις και λίγο οι ειδήσεις – και να έχεις ξεχάσει τι διάβασες πριν πέντε λεπτά. Στο Λαγούμι του κούνελου τα ρολόγια των συμβατικών ρυθμών και της διαρκώς ανανεώσιμης, αγχώδους καθημερινής εναλλαγής, είναι άχρηστα.

Μια χούφτα αναρτήσεις, λοιπόν. Μεστές όμως, φτιαγμένες με μεράκι. Συνοδευόμενες, ενίοτε, από εικαστικά που έχω επιμεληθεί ο ίδιος, σε μάκρος χρόνου. Τίποτα εδώ μέσα δεν γίνεται γρήγορα. Τίποτα δεν τρέχει σε ρυθμούς διαφημιστικών σποτ, σε φευγαλέα ένστικτα μιας λεζάντας, σε ρυθμούς μαζικής παραγωγής. Κάποια πράγματα θέλουν το χρόνο τους. Και υπάρχει μια μερίδα κόσμου που το γνωρίζει και το εκτιμάει. Άσε τους άλλους να τρέχουν, να χοροπηδούν σαν βάτραχοι, ο ένας στο κεφάλι του άλλου, προσπαθώντας να φτάσουν πιο ψηλά. Εμένα οι ήρεμοι δημιουργικοί ρυθμοί μου ταιριάζουν περισσότερο. Το καλό κρασί δεν το απολαμβάνεις μονοκοπανιά…

Ως Φονικό Κουνέλι δεν σκοπεύω να αλλάξω πολλά πράγματα εδώ μέσα. Ό,τι κάνω μέχρι σήμερα, θα το συνεχίσω με τη μορφή που βλέπετε, για όσο καιρό με ικανοποιεί δημιουργικά και διαπιστώνω πως έχει ανταπόκριση στους αναγνώστες. Πέραν αυτού όμως, υπάρχουν και κάποια κρυμμένα τραπουλόχαρτα στο μανίκι – κάποια δημιουργικά project που έχω στα σκαριά και ξεφεύγουν από τα πλαίσια των blogs, των κοινωνικών δικτύων και του ίντερνετ. Μα αυτά με τον καιρό – καλά να είμαστε.


Για την ώρα, συνεχίζουμε!



Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Το Καρναβάλι, του Νικολάου Γύζη





Σήμερα θα σας μιλήσω για έναν πίνακα. Ο λόγος για το «Καρναβάλι στην Αθήνα» του Νικολάου Γύζη. Σε αντιστοιχία με το σύνολο των έργων του, η αποκριάτικη αυτή σκηνή μοιάζει σαν ανοιχτό παράθυρο σε κάποια άλλη εποχή – μια εποχή που όσο μακρινή μας φαίνεται, άλλο τόσο δείχνει να ριζώνει στα βάθη των συλλογικών μας αναμνήσεων. Κοιτάζοντας τον πίνακα, παρασυρόμενος σαν καράβι που αρμενίζει σε κάποια αλλοτινή (ρευστή μα πάντα ίδια) θάλασσα, σχεδόν αισθάνεσαι πως βρέθηκες κι εσύ εκεί – κάπως, κάποτε. Γίνεσαι κι εσύ μέρος της εύθυμης αυτής παρέας: ντύνεσαι καλικάντζαρος μαζί με τους άντρες, γελάς μαζί με τις γυναίκες, τρομάζεις μαζί με τα παιδιά. Ακόμα και αν δεν ανήκεις σ’ εκείνους που ξεφαντώνουν με τις σύγχρονες απόκριες, απολαμβάνεις βαθιά το καρναβάλι της εποχής αυτής που πέρασε – σαν τον γέρο που καπνίζει το τσιμπούκι του.

Τα έργα του Γύζη παρουσιάζουν με φωτογραφικό σχεδόν ρεαλισμό τις συνθήκες της ελληνικής κοινωνίας του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Άραγε αν ζωγραφίζαμε το σύγχρονο αστικό καρναβάλι, ποια μορφή θα επιλέγαμε να του δώσουμε; Η εύλογη απάντηση θα ήταν κάτι σχετικό με το ξεφάντωμα στους δρόμους, ή ενδεχομένως μια σκηνή από ένα αποκριάτικο πάρτι. Ωστόσο ο ίδιος θα επέλεγα κάτι που ίσως χαρακτήριζε ακόμα περισσότερο την εποχή μας: το βαγόνι ενός τρένου της πόλης, κάποιο απόγευμα στα τέλη του Φλεβάρη.

Απεικονίστε τη σκηνή μαζί μου: Κόσμος που κάθεται σε θέσεις, άλλοι όρθιοι. Πολλοί σκυμμένοι πάνω από τα κινητά τους. Ένας κοιμάται, κατάκοπος μετά τη δουλειά. Μια κοπέλα ρεμβάζει απ’ το παράθυρο. Ένας άντρας δείχνει προβληματισμένος. Μια γυναίκα διαβάζει ένα βιβλίο – δεν φαίνεται ο τίτλος του. Ένας άλλος μια εφημερίδα – οι τίτλοι της αρκούν για να σκορπίσουν πανικό σε κάποιον που τους παρατηρεί για πρώτη φορά, μα εσύ τους βλέπεις κάθε μέρα. Ένα παιδί μ’ ένα μπαγλαμαδάκι (μάλλον τσιγγάνος) γυρεύει «ό,τι έχετε ευχαρίστηση». Κι εκεί, ανάμεσά τους, κάποιοι μασκαρεμένοι, έτοιμοι για τη βραδινή τους αποκριάτικη εξόρμηση.

[παρένθεση: χθες στο τρένο ήταν ένα παιδί σαν αυτό που σας περιέγραψα – κι έπαιζε τη «Φραγκοσυριανή». Μια παρέα γυναικών του έδωσε ένα κέρμα και το ρώτησε «τον Παντελίδη τον ξέρεις;». «Λίγο», απάντησε εκείνο, κι έφυγε. Αναστέναξα με δυσθυμία. Το τσιγγανόπουλο για μια στιγμή έμοιαζε να έχει μεγαλύτερη παιδεία από τις ενήλικες αυτές αστές. «Μείνε στη Φραγκοσυριανή, μικρέ…», σκέφτηκα και έπιασα να διαβάσω το βιβλίο μου – μα δυσκολευόμουν να αρχίσω πάλι την ανάγνωση. Όχι μετά από αυτό που άκουσα.]

Αν περιέγραφα, με άλλα λόγια, τις σύγχρονες Απόκριες στην πόλη, θα ήταν μια εικόνα που να ταιριάζει με αυτό το συνονθύλευμα αντιφατικών εικόνων και συναισθημάτων που την χαρακτηρίζει.

Γι’ αυτό ας πάμε πάλι πίσω. Πίσω στο καρναβάλι του παλιού καιρού και στον πίνακα του Γύζη. Εκεί που τα πράγματα μοιάζουν λιγότερο συγκεχυμένα μεταξύ τους, με μεγαλύτερη σαφήνεια. Τέτοια, που μπορούν να σου γεννήσουν ένα γνήσιο αίσθημα νοσταλγίας για εκείνες τις Απόκριες που δεν έζησες.






Μπροστά στα μάτια μας ξετυλίγεται μια οικογενειακή σκηνή. Άντρες, γυναίκες, νέοι, γέροι και παιδιά – ο καθένας συμμετέχει στο γλέντι με το δικό του τρόπο. Οι νεαροί άντρες έχουν μασκαρευτεί καλικάντζαροι ή τελώνια, φορώντας γκροτέσκες μάσκες με τρομακτικές εκφράσεις. Ενός η μύτη είναι στην πραγματικότητα μια μεγάλη πιπεριά. Ο ρουχισμός τους με γουναρικά και δέρματα μοιάζει να παραπέμπει σε εποχές που χάθηκαν στα βάθη των θρύλων – όταν αληθινά ξωτικά και τέρατα έμοιαζαν να γυροφέρνουν στα δάση και τα βουνά της χώρας. Γιατί τι είναι το πνεύμα της Αποκριάς, αν το καλοσκεφτούμε, αν όχι εκείνη η σύνδεση με το συλλογικό ασυνείδητο των πιο μακρινών εποχών; Εκείνο που αναβρύζει γλέντι, ηδονή κι ελευθερία στο κάθε του πέρασμα. Μια μυρωδιά που φτάνει πίσω, ως τον καιρό που κάποιος τραγόμορφος Παν περιδιάβαινε τα δάση, σε αναζήτηση ποτού και συνουσίας.

Οι γυναίκες το απολαμβάνουν με την ψυχή τους. «Ω, δες, οι καλικάντζαροι!», μοιάζει να λέει μία στην έντρομη κόρη της, η οποία κουκουλώνεται με τρομάρα στην αγκαλιά της. «Μαμά, βοήθεια!», φωνάζει η μικρούλα. «Πίσω, δαίμονες, πίσω!», τους κάνει απωθώντας τους με το χέρι η μαμά, ενώ γελά χαρούμενη, παρέα με τις φίλες της. Ο άντρας στο βάθος του τραπεζιού γελά με βροντερή φωνή. «Μπράβο παιδιά, και του χρόνου!», θα μπορούσε να λέει. Δίπλα του ένας άλλος κραδαίνει προστατευτικά του ραβδί του τσέλιγκα. «Όξω, τέρατα, μακριά από μας!», φτάνει στ’ αυτιά σου η φωνή του. Όσο αφορά τον ηλικιωμένο στη γωνιά του τραπεζιού; Ρουφά με ευχαρίστηση το τσιμπούκι του. «Είναι αλήθεια καλικάντζαροι, παππού;», τον ρωτά το παιδάκι στην αγκαλιά του. Κι εκείνος του απαντά μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Αυτοί οι νέοι!

Στο τραπέζι το γαλακτομπούρεκο μοσχοβολά. Περιμένει να βάλουν στην άκρη τις μάσκες οι καλικάντζαροι και να πάρουν με χαρά ένα κομμάτι από την πίτα. “Trick or treat!” – σας θυμίζει κάτι; Η μήπως γίνομαι αναχρονιστικός; Πόσο αλλάζουν οι καιροί! Πόσο ίδιοι παραμένουν!

Ας κρατήσουμε το άρωμα εκείνο της Αποκριάς όπως μας το μετέδωσε ο Νικόλας Γύζης. Την ειλικρίνεια μιας εποχής που άφησε πίσω της βενετσιάνικες μάσκες, ρούχα από δέρματα και ζεστά χαμόγελα. Ο καπνός από το τσιμπούκι του ηλικιωμένου μοιάζει να ξεφτίζει. Το όραμα χάνεται – κι επιστρέφουμε στο παρόν. Μα εκείνο που για μια στιγμή μονάχα είδαμε – η ματιά που ρίξαμε πίσω στο χρόνο δεν ξεχνιέται. Ας την πάρουμε μαζί μας, λοιπόν. Ας φέρουμε ξανά κάτι από το πνεύμα της στο τώρα. Λίγη απ’ τη μαγεία μιας εποχής που δεν είχε ανάγκη από μάσκες – γι’ αυτό και απολάμβανε να τις φορά.

Ας θυμόμαστε τις παλιές αυτές Απόκριες. Και ίσως ακούσουμε να αντηχεί ξανά ο ήχος από το χαρούμενο ποδοβολητό των καλικάντζαρων τις νύχτες…



* Το «Καρναβάλι στην Αθήνα» του Νικολάου Γύζη εκτίθεται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, ίδρυμα Βούρου-Ευταξία.




Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

Αναζητώντας την παιδεία εκτός ύλης





“Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν πώς να σκέφτονται, όχι τι να σκέφτονται” – Margaret Mead


“Εκπαιδεύοντας το μυαλό, δίχως να εκπαιδεύσεις την καρδιά, δεν είναι καθόλου εκπαίδευση.”  – Αριστοτέλης


“Ποτέ δεν επέτρεψα στο σχολείο ν’ αναμιχθεί με την εκπαίδευσή μου” – Mark Twain



Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός με τι χαρά έπαιρνα τα καινούργια σχολικά βιβλία. Τα μύριζα, τα ζύγιζα στα χέρια μου, τα ξεφύλλιζα για να δω τις εικόνες και τους τίτλους. Μα κάποια στιγμή το Σχολείο θεώρησε πως ο εγκέφαλός μου είχε αναπτυχθεί αρκετά για τέτοιες περιττές ασχολίες: ήταν πια καιρός να δώσω εξετάσεις και να μάθω να κρίνομαι απ’ τους βαθμούς. Στο εξής όλη η πορεία της εκπαίδευσης, απ’ το Γυμνάσιο στο Πανεπιστήμιο, ήταν μια διαδοχική εξέταση. Διάβασμα για να εξεταστείς για να πάρεις βαθμούς για να διαβάσεις ώστε να εξεταστείς ξανά μετά – και ούτω καθεξής.

Και τι ήταν τα βιβλία σε όλη αυτή τη διαδικασία; Ένα μέσο – τίποτα περισσότερο.

Μοναδική εξαίρεση αποτελούσαν κάποια λογοτεχνικά βιβλία φυγής, που έπαιζαν για μένα τον ίδιο ρόλο με ορισμένα βιντεοπαιχνίδια και κάποιες κινηματογραφικές ταινίες: με απάλλασσαν από το βάρος μιας πραγματικότητας που ζητούσε από μένα να είμαι ανταγωνιστικός και ευπαρουσίαστος μπροστά στον σκληρό καθρέφτη της Μεγάλης Αγοράς – εκεί όπου εκθέτουμε την πραμάτεια των προσόντων μας (συχνά υπό το μανδύα ενός ευτραφούς Βιογραφικού) και κρινόμαστε γι’ αυτήν. Γιατί τι είναι το σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, αν όχι το νόμισμα που πληρώνουμε ώστε να επιβιώσουμε στη μεγάλη εκείνη εμποροπανήγυρη της κοινωνικής πραγματικότητας. Μια κοινωνική πραγματικότητα στην οποία έχουν εξίσου μεγάλη πέραση κάλπικα νομίσματα όπως «μέσο», «φήμη», «προϋπηρεσία», «βόλεμα» και «ημιμάθεια».

Και αν τελικά κάποιοι ανάμεσά μας αγαπήσαμε πραγματικά τη γνώση και το διάβασμα, σε βαθμό που να συνεχίσουμε να τα ασκούμε μετά το πέρας των σπουδών – θα έλεγα πως συνιστά μάλλον ατύχημα ή παράδοξο. Γιατί η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα δεν ευνοεί τη μελέτη και το διάβασμα – παρά μόνο στο βαθμό που μπορούν να σου εξασφαλίσουν κάποια θέση σε ένα χώρο εργασίας.

Όσο αφορά τα κοινωνικά δίκτυα; Αλίμονο αν ο βομβαρδισμός πληροφορίας που δεχόμαστε μπορεί να θεωρηθεί υποκατάστατο της γνώσης. Στην καλύτερη περίπτωση καλύπτει κάποια κενά και παρέχει μια επίφαση γνώσης. Μα τα λογοτεχνικά ρητά-μέσα-σε-εικόνες που κατακλύζουν το διαδίκτυο ποτέ δεν θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν την ανάγνωση ενός ολοκληρωμένου κειμένου. Τα βιβλία δεν αντικαθίστανται με σλόγκαν και ευκολοχώνευτα ρητά, κύριοι.

Μην απορείτε μετά λοιπόν αν γράφω μεγάλα κείμενα. Γιατί απευθύνομαι σε εκείνους που δεν έχουν ξεχάσει να διαβάζουν.






Ήδη από τα τέλη του Δημοτικού το παιδί εξοικειώνεται με τα Τρία Άλφα που συνιστούν τον πυρήνα της σύγχρονης εκπαίδευσης: Αποστήθιση, Άγχος και Ανταγωνισμός. Και αν έχεις μάθει σε αυτά τα Τρία Άλφα, άντε μετά ν’ αγαπήσεις το μεγάλο Β: το Βιβλίο.

Οι δάσκαλοι και οι καθηγητές συχνά επιτελούν το ρόλο ενός δημοσίου λειτουργού – ή ενός ιδιωτικού υπαλλήλου. Όχι όμως το ρόλο ενός αληθινού εκπαιδευτή, πόσο μάλλον ενός μύστη της γνώσης. Επιθυμούν απλά να κάνουν τη δουλίτσα τους και να βγάλουν τα λεφτάκια τους – σπάνια λοιπόν θ’ αμφισβητήσουν τον ίδιο τον πυρήνα του εκπαιδευτικού συστήματος που τους τρέφει και τους συντηρεί. Αντιμετωπίζουν τα παιδιά σαν αριθμούς, σα μονάδες σε κάποιο χαρτί ελέγχου, κρίνοντάς τους αποκλειστικά με βάση κάποιες αμφίβολες μαθησιακές ικανότητες – προσπερνώντας όμως τις ατομικές τους διαφορές. Δεν νοιάζονται ν’ αναδείξουν απ’ τον κάθε μαθητή το καλύτερο που κρύβει μέσα του – μα τους τοποθετούν όλους στο ίδιο καλούπι, τους αξιολογούν με τα ίδια μέτρα σύγκρισης, και το τελικό τους κριτήριο συνοψίζεται σ’ έναν απλό βαθμό. Εν τέλει υπάρχουν οι «καλοί» και οι «κακοί» μαθητές. Όλα κρίνονται απ’ τη βαθμολογία τους.

Ποτέ κανείς δεν τους ψιθύρισε στ’ αυτί πως υπάρχουν ποικίλα είδη νοημοσύνης. Μα έτσι είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα – όχι μόνο στη χώρα μας, παντού. Βαδίζει στο τεντωμένο σκοινί της τετριμμένης, ίδιας πάντα, μονομερούς Νοημοσύνης της Ποσοτικής Αξιολόγησης, εκείνης που συνοψίζεται σε αριθμούς και ψηφία – αγνοώντας τον υπέροχο πλούτο που χάσκει από κάτω. Σε έναν κόσμο ποσοτικών αξιολογήσεων, μονάχα οι αριθμοί μετρούν. Έχω «Χ» αριθμό διπλωμάτων, «Ψ» αριθμό σπουδών, «ΧΨ» αριθμό συστατικών, «ΨΧ» αριθμό προϋπηρεσίας, «Ω» αριθμό βαθμολογίας, «ΧΨΩ» αριθμό... ωχ, δεν πάει να γαμηθεί, λέω γω.



Pink Floyd - "The Wall"


Ασφαλώς υπάρχουν διαβαθμίσεις από κράτος σε κράτος. Αρκεί να συγκρίνουμε τη στάση του σκανδιναβικού εκπαιδευτικού συστήματος απέναντι στις τέχνες, για παράδειγμα – το γεγονός, για παράδειγμα, πως διαθέτουν ολοκληρωμένα προγράμματα μουσικής εκπαίδευσης, όπου οι μαθητές εξασκούνται σε κάποιο μουσικό όργανο της επιλογής τους. Κι τι κάνουμε εμείς; Αποστηθίζουμε τον Θουκυδίδη και τον Σοφοκλή (δίχως, φυσικά, να έχουμε καταλάβει το παραμικρό από την ουσία των έργων τους), και παινεύουμε την «ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού». Για να πάρουμε μετά ένα βαθμό, να ξεχάσουμε όλα όσα διδαχτήκαμε πριν, και στο εξής να κυνηγάμε μια θέση σε ένα χώρο εργασίας – συνήθως κάνοντας κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνο που σπουδάσαμε.

Μα ας είναι καλά η τηλεόραση, τα σκυλάδικα κι εκείνο το όνειρο ν’ αγοράσουμε ακριβό αμάξι, μπας και ρίξουμε τη λουσάτη γκόμενα. Λεφτά για την παιδεία; Περιττά έξοδα – ας εξοπλιστούμε καλύτερα απέναντι στους «προαιώνιους μας εχθρούς» - και ας τα βάλουμε ενάντια στους «ξένους», που, ως γνωστόν, «φταίνε για όλα». Και να καταντήσουμε, τελικά, σαν εκείνο το σύνθημα που είχα δει στο τρένο: “Δεν θα γίνεις Έληνας ποτέ, μαλάκα Αλβανέ”.

Με ένα λάμδα το Έληνας, ναι.

Γι’ αυτό ας αποστηθίσουμε για άλλη μια φορά τον Θουκυδίδη και τον Σοφοκλή. Και ας ξεχάσουμε – ξανά – ποιο είναι το νόημα αυτών των έργων. Σάμπως το μάθαμε ποτέ.

Όσο αφορά τα ακριβά διεθνή Πανεπιστήμια με τα πιασάρικα ονόματα, που τόσο κύρος και αίγλη σκορπίζουν στην όψη τους και έλκουν σαν μαγνήτης τους εύπορους γονείς του κόσμου, θα αρκεστώ να πω ένα πράγμα μόνο: με τους πόρους και την τεχνική κατάρτισή τους, θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να άλλαζαν τον κόσμο. Μα το μόνο που τους ενδιαφέρει, εν τέλει, είναι η πρωτιά στην ίδια πάντα, ποσοτική βαθμίδα της αξιολόγησης, που σας περιέγραψα πριν. Και άφθονα χρήματα στην τσέπη.






Που βρίσκεται η αληθινή παιδεία, λοιπόν; Δεν βρίσκεται στον πολιτισμό των σκυλάδικων, των τηλεοπτικών παραθύρων, των πολιτικών αρχηγών, των στείρων ρητορικών αντιπαραθέσεων, των ξύλινων λόγων, των τίτλων εφημερίδων, των ευκολοχώνευτων σλόγκαν, των ηγετών των media, του lifestyle, και του ψωροπερήφανου, μα πάντα κούφιου, νεοφασισμού. Ούτε βρίσκεται στις ακριβές σχολές, τα τροφαντά βιογραφικά και τις ποσοτικές – μα πάντα ανέραστες – αξιολογήσεις.

Απεναντίας: Βρίσκεται στα ρυάκια που κατορθώνουν να διαφύγουν απ’ τα επίσημα κανάλια και σκορπίζουν δω κι εκεί τη γόνιμή τους υγρασία. Βρίσκεται στους γονείς που μεταλαμπαδεύουν στα παιδιά τους όχι μόνο αγάπη για τη γνώση, μα και άφθονα περισσεύματα φαντασίας – γιατί αν η γνώση είναι ένας ανθόσπαρτος κάμπος, η φαντασία είναι ο ορίζοντάς του.

Βρίσκεται στους εκπαιδευτικούς που ξεφεύγουν απ’ τις δαγκάνες του αρπαχτικού συστήματος αξιολόγησης: εκείνους που μετατρέπουν τη γνώση σε παιχνίδι και δεν βάζουν όλα τα παιδιά σ’ ένα καλούπι – γιατί ξέρουν πως στη διαφορετικότητα βρίσκεται η βαθύτερη αξία των πραγμάτων, όχι στην ομοιομορφία.

Βρίσκεται σε όλους εκείνους που επιθυμούν να γεμίσουν την αστική μας καθημερινότητα με τέχνη και γόνιμη πληροφορία – εκδηλώσεις, συζητήσεις, έρευνες, μελέτες, έντυπες και διαδικτυακές παρουσιάσεις και εκθέσεις.

Βρίσκεται σ’ αυτούς για τους οποίους «γνώση» δε σημαίνει «συσσώρευση πληροφορίας», ούτε «οχυρό δογματισμού» - μα γόνιμη διαλεκτική και αδιάκοπη αναζήτηση.

Βρίσκεται σ’ εκείνους που δεν βλέπουν τον κόσμο με τα γκρίζα χρώματα του πλήθους. Σε αυτούς που βλέπουν χρώμα εκεί που άλλοι βλέπουν γκρίνια και ρουτίνα.

Βρίσκεται στη μερίδα εκείνη των ανθρώπων που δεν διαθέτουν απαραίτητα πλήθος γνώσεων – πόσο μάλλον εντυπωσιακά πτυχία. Μα τους περισσεύει η ανθρωπιά.

Βρίσκεται σε όλους εκείνους που, σε πείσμα των καιρών, επιμένουν να δημιουργούν.

Πρωτίστως βρίσκεται σε ΣΕΝΑ, που επιθυμείς να κάνεις τη διαφορά. Και γι’ αυτό πράττεις διαφορετικά.

Και – ενίοτε – τη συναντούμε σε κάποια συνθήματα στους τοίχους.


Υστερόγραφο: Ως ένα σατιρικό υστερόγραφο, παραπέμπω σε αυτήν εδώ την παλιότερη (μα άκρως δημιουργική) ανάρτησή μου, με θέμα της τα σχολικά βιβλία όπως «θα όφειλαν να είναι», ώστε ν’ αντανακλούν την κοινωνική πραγματικότητα που ζούμε. Όσοι βρήκατε ενδιαφέρον το κείμενο, είμαι βέβαιος πως θα ευχαριστηθείτε και την ακόλουθη παρουσίαση:






Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

Έχεις το πινέλο, έχεις και τα χρώματα





Δύο παλέτες με χρώματα. Η μία, αριστερά, με μια πρώτη ματιά δείχνει φτωχή και λίγη συγκριτικά με εκείνη δεξιά. Τρία χρώματα όλα κι όλα – τρία δοχεία με κόκκινο, κίτρινο και μπλε. Πολυκαιρισμένα πινέλα, μπογιές που έχουν μπλέξει τις αποχρώσεις τους, άφθονες μουτζούρες εδώ κι εκεί. Μια κασετίνα που μοιάζει σκουριασμένη, δίχως απαραίτητα να έχει χρησιμοποιηθεί πολύ. Μα η παλέτα δεξιά – ω, δες πόσο προσεγμένη και περιποιημένη δείχνει! Κοίτα την ποικιλία των χρωμάτων της – όλες οι αποχρώσεις, και πορτοκαλί, και πράσινα και γαλάζια και μωβ! – παρατήρησε την στιβαρή κατασκευή της, νιώσε την αρχοντιά που αποπνέει! Ναι, με αυτή στα χέρια σου θα μπορούσες να γίνεις σπουδαίος, θα γινόσουν τρανός! Θα ζωγράφιζες τον ουρανό κι ένα ιπτάμενο σύννεφο – και θα πετούσες στα παλάτια του σύμπαντος.

Μα η δεύτερη παλέτα είναι μακρινό όνειρο για σένα. Και τα πόδια σου πατούν την ίδια πάντα γη. Από καιρό έχεις ξεμείνει με την πρώτη – αυτή που βλέπεις αριστερά. Με τα ξεχαρβαλωμένα τα πινέλα και τα τρία όλα κι όλα χρώματά της – λίγο κόκκινο, λίγο κίτρινο και λίγο μπλε. Και διστάζεις πια να ζωγραφίσεις – σε αποθαρρύνει η περιορισμένη παλέτα που διαθέτεις. Είναι άδικο! σκέφτεσαι. Γιατί άλλοι να αποκτούν δίχως την παραμικρή δυσκολία την υπέροχη εκείνη κασετίνα με το πλήθος των χρωμάτων δεξιά – κι εγώ να έχω την αριστερή; Δες, κάποιοι έχουν έτοιμη, στη διάθεσή τους, όλη τη γκάμα των χρωμάτων! Και πορτοκαλί, και πράσινα, και μωβ. Έτοιμα! Σκέψου πόσα έργα μπορούν να ζωγραφίσουν με αυτή! Ενώ εγώ, πες μου, τι έχω στα χέρια μου; Αυτή την παλιά κασετίνα, τρία χρώματα όλα κι όλα – και περίσσια όρεξη. Λες και αρκεί η τελευταία… Δίχως υποδομές, πως θα χτίσω το παλάτι μου; Είναι άδικο, σου λέω!

Κι έτσι παραιτείσαι απ’ την προσπάθεια. Μένεις στη σκέψη πως άλλοι είναι, απλά, τυχερότεροι από σένα. Γιατί τους έλαχε η πολυτελής παλέτα δεξιά… ενώ εσύ έχεις ξεμείνει.

Ωραία, λοιπόν. Ας δεχτούμε πως είναι έτσι τα πράγματα. Πως στους άλλους έλαχε κάτι με περισσότερη φινέτσα – ενώ εσύ έπεσες στα δύσκολα. Ας δεχτούμε πως διαθέτουν έτοιμα εκείνα που ο ίδιος πασχίζεις ν’ αποκτήσεις – και οι πόρτες γύρω τους μοιάζουν να ανοίγουν στο παραμικρό, ενώ εσύ χτυπάς εδώ κι εκεί δίχως ανάλογο αντίκρισμα. Ας τα δεχτούμε όλα αυτά.

Μα πες μου κάτι: από πότε τρία χρώματα – εκείνα που διαθέτεις – θεωρούνται «λίγα»; Έχεις το κόκκινο, έχεις το κίτρινο, έχεις και το μπλε. Έχεις σκεφτεί πως τα βασικά χρώματα είναι στη διάθεσή σου; Και πως όλα τα υπόλοιπα χρώματα – τα πράσινα, τα πορτοκαλί, τα μωβ και το σινάφι τους – δεν είναι παρά παράγωγα των τριών αυτών χρωμάτων που διαθέτεις; Δεν έχεις παρά να τα αναμίξεις μεταξύ τους – και θα προκύψουν όλα τα υπόλοιπα. Γιατί λοιπόν δεν προσπαθείς;

Μα ο άλλος τα έχει έτοιμα – θα πεις. Ενώ εγώ πρέπει να τα φτιάξω απ’ την αρχή. Πες μου όμως – που είναι το κακό σε αυτό; Σύμφωνοι, ο άλλος «τα έχει έτοιμα» - γι’ αυτό και ποτέ δεν θα μάθει να τα παρασκευάζει, γι’ αυτό και τα θεωρεί απολύτως δεδομένα. Μα αν κάποια στιγμή του λείψουν – τι θα κάνει τότε;

Δεν γνωρίζει πώς να τα παρασκευάζει, βλέπεις. Τα περίμενε πάντα έτοιμα απ’ έξω. Τα θεωρούσε δεδομένα!

Και αν η παλέτα του μοιάζει ν’ αποπνέει φινέτσα και αρχοντιά – είναι ταυτόχρονα από εκείνες που φοβάσαι ακόμα και ν’ αγγίξεις, μπας και χαλάσεις κάποιο λεπτό εξάρτημά τους. Ενώ η δική σου – σκέψου: έχει περάσει καταστάσεις· έχει γνωρίσει δυσκολίες· έχει ψηθεί στη φωτιά! Και με τρία χρώματα όλα κι όλα γνωρίζει πώς να παρασκευάσει τα υπόλοιπα. Γιατί αναγκάστηκε να μάθει. Και μαθαίνει κάθε μέρα…

Κάποιες φορές ο δρόμος που λάμπει δεν είναι ο καλύτερος. Και η ακριβότερη παλέτα μπορεί ν’ αποδειχτεί σκάρτη.

Αυτή η παλέτα σου έλαχε λοιπόν! Η πολυκαιρισμένη, με τα τρία όλα κι όλα χρώματα! Μα στο χέρι σου είναι να την αξιοποιήσεις – στο χέρι σου να ζωγραφίσεις, όπως μπορείς, ή απλά, να παρατήσεις το πινέλο. Και αν προσμίξεις τα χρώματα και βγει λάσπη αντί για ουράνιο τόξο – μπορείς απλά να δοκιμάσεις πάλι. Γιατί έτσι μόνο θα μάθεις. Μέσα από τη λάσπη και τη σκουριά. Μέσα από την αποτυχία. Και άσε τους άλλους με τα έτοιμα – δεν θα καταλάβουν ποτέ τη χαρά της δημιουργίας. Και δεν θα νιώσουν το ίδιο μπροστά σε ένα τελειωμένο έργο τους. Γιατί χαίρεσαι αλλιώτικα εκείνο που αποκτάς μέσα από στέρηση και κόπο.

Και όταν κάποια στιγμή τα χρώματα τελειώσουν, θα πεις - έκανα το καλύτερο που μπορούσα. Ζωγράφισα.

Μην ξεχνάς πως κάθε καλλιτέχνης ξεκινά με τρία χρώματα όλα κι όλα. Στο βάθος πάντα αυτά υπάρχουν μόνο. Και από αυτά τα τρία κρίνεται η πορεία σου – όχι από έτοιμα πακέτα που αγοράζεις σε ακριβές τιμές. Αυτά υπάρχουν για εκείνους που έμαθαν στα εύκολα.

Αν λοιπόν αισθάνεσαι άτυχος… σκέψου πως σημασία έχουν αυτά τα τρία χρώματα και μόνο. Μια σπίθα ικανοτήτων… μερικές δόσεις προσπάθειας – και άφθονη αγάπη. Τίποτα περισσότερο. Και θα διαπιστώσεις, τότε, πως δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις από κανέναν. Μάλλον εκείνοι έχουν να ζηλέψουν από σένα.

Για ζωγραφική μιλάω τόση ώρα, σωστά;…

«Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον Παράδεισο και μπες μέσα». - Νίκος Καζαντζάκης


Red Balloon, by Paul Klee

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Αναζητώντας Μαγικές Λύσεις στα προβλήματά σου


©the Lethal Rabbit


Είχα καιρό να σχεδιάσω τον Κούνελο. Τον βλέπουμε ντυμένο μάγο, να βγάζει απ’ το καπέλο του έναν απορημένο άνθρωπο. Ο δεύτερος μάλλον σκέφτεται πως θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Κι ενώ προσπαθεί να ξεδιαλύνει τι συνέβη και πήγαν τα πράγματα στραβά, ας συνεχίσουμε με ένα σχετικό απόσπασμα από ένα βιβλίο που είναι γνωστό και αγαπητό σε όλους:


«Το Υπουργείο Μαγείας πάλι τα 'κανε θάλασσα», μουρμούρισε ο Χάγκριντ. «Συνηθισμένα πράματα...»

«Υπάρχει και Υπουργείο Μαγείας;» ρώτησε ο Χάρι.

«Και βέβαια!» αποκρίθηκε ο γίγαντας. «Ήθελαν, μάλιστα, τον Ντάμπλντορ για υπουργό, αλλά εκείνος δεν αφήνει με τίποτα το σχολείο. Έτσι, ο γερο-Κορνήλιος Φαντζ πήρε τη θέση. Ένας ανίκανος με τα όλα του! Γι' αυτό βομβαρδίζει καθημερινά τον Ντάμπλντορ με κουκουβάγιες, ζητώντας συμβουλές...»

«Καλά, μα τι ΚΑΝΕΙ το Υπουργείο Μαγείας;»

«Η πρώτη του δουλειά είναι να κρατά κρυφό απ' τους Μαγκλ πως υπάρχουν μάγοι και μάγισσες σ' όλη τη χώρα...»

«Γιατί;»

«Γιατί; Δεν το καταλαβαίνεις, Χάρι, πως τότε όλοι θα ζητούσαν μαγικές λύσεις στα προβλήματά τους; Όχι, είναι καλύτερα να μένουμε κρυφοί…»


“Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος”, Τζ. Κ. Ρόουλινγκ [μετ: Μ.Ρούτσου]


***


Σκέψου λοιπόν έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα ζητούσαν μαγικές λύσεις στα προβλήματά τους. Η οικονομία, σε έναν κόσμο σαν αυτόν, θα έπρεπε να κινείται πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση από ένα μαγικό ραβδί. Η πολιτική θα ήταν κάτι περιττό – μια εκλεκτή ομάδα μάγων θα ήταν αρκετή για να βάλει τα πράγματα σε τάξη, κι ένας ηγέτης θα ξεχώριζε ανάμεσά τους – εκείνος που φέρει την πιο μακριά γενειάδα και γνωρίζει καλύτερα τα απόκρυφα μυστήρια. Τα κοινωνικά ζητήματα θα λύνονταν με μια φούχτα ξόρκια – δίχως πόνους και θυσίες, με καλή θέληση, λαμπρά χαμόγελα και μερικές αράδες εντυπωσιακά λόγια. Θέματα όπως η αναζήτηση της γνώσης, η μελέτη και η κριτική σκέψη δεν θα είχαν πια νόημα – όχι όταν μπορείς να απαλλαγείς από κάθε σου πρόβλημα με ένα κούνημα του ραβδιού, σωστά;

Όσο αφορά τα συναισθηματικά; Κάποια τρικ εντυπωσιασμού και μερικά μαγικά φίλτρα θα ήταν αρκετά για να σκορπίσεις ρίγη συγκίνησης και να πετύχεις το ποθητό αποτέλεσμα.

Σκέψου λοιπόν έναν κόσμο σαν αυτόν… και συνειδητοποίησε τώρα πως, στην πραγματικότητα, ΖΟΥΜΕ μέσα του. Ναι – ο κόσμος που μόλις περιέγραψα δεν είναι παρά η πραγματικότητα που ζούμε εδώ και τώρα. Περιλαμβάνει λίγο μόνο ρεαλισμό και περίσσια μαγική σκέψη. Πολλά Θέλω και ελάχιστα Πράττω. Μικρές δόσεις λογικής και άπειρες δόσεις κουταμάρας. Ένας κόσμος που οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει τη μαγεία – μα αποζητούν μαγικές λύσεις στα προβλήματά τους. Αμφιβάλλεις; Επέτρεψέ μου να σου αποδείξω το γιατί…

Η κυρίαρχη οικονομική πρακτική σήμερα μιλάει για «αόρατα χέρια», «υγιείς ανταγωνισμούς» και «Αγορές» που, κάπως μαγικά, θα φτάσουν να ρυθμίσουν τις χιλιάδες διαφορές μεταξύ λαών, κοινωνικών τάξεων και συμφερόντων – αρκεί να αφεθούν ελεύθερα τα κεφάλαια των ισχυρών της γης και να απομυζήσουν τους αναγκαίους για την επικράτησή τους πόρους. Ο ανταγωνισμός είναι η φύση του ανθρώπου – λένε. Ας επικρατήσει ο καλύτερος – λένε. Μα στην κούρσα που τρέχουν το αποτέλεσμα είναι, δυστυχώς, στημένο. Γιατί όταν οι ανταγωνιστές τους ξεκινούν απ’ το μηδέν, εκείνοι βρίσκονται ήδη χιλιόμετρα μπροστά. Είναι υγιής ανταγωνισμός όταν οι αντίπαλοι δεν ξεκινούν παράλληλα, μα κάποιος προπορεύεται των άλλων εξ’ αρχής;

Μόνο ένας Μάγος θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα με έναν ανταγωνισμό όπως αυτός. Και μάλλον μάγοι είναι όλοι εκείνοι που πιστεύουν πως μία πρακτική όπως αυτή θα μπορούσε να κάνει καλύτερο τον κόσμο μας.

Σκέψου την πολιτική σκηνή – δεν έχει σημασία το έθνος ή τα πρόσωπα. Μια χούφτα άνθρωποι εκλέγονται μια φορά στα τόσα χρόνια – κι εσύ τους ψηφίζεις θεωρώντας τους ικανούς να λύσουν τα προβλήματά σου. Τα δικά σου προβλήματα, που κανείς άλλος δεν γνωρίζει τόσο καλά όσο εσύ ο ίδιος. Μα ποτέ σου δεν έμαθες να εκπροσωπείς ο ίδιος τον εαυτό σου – πάντα κάποιοι άλλοι μιλούσαν για σένα τον ίδιο. Και η όποια φωνή σου εξαντλείται σε μια ψήφο. Θεωρείς πως «οι άλλοι» είναι καλύτεροι από σένα, περισσότερο γνώστες από σένα, ικανότεροι να πάρουν την τύχη σου στα χέρια τους. Κρέμεσαι απ’ τα λόγια του ενός ή του άλλου πολιτικού, «καλά τα λέει!», φωνάζεις μ’ ενθουσιασμό, «μας πρόδωσε!», ξεσπάς με αγανάκτηση λίγο καιρό μετά – και μονίμως περιμένεις να έρθει η Μεγάλη Λύση από «κάπου εκεί έξω». Από κάποιον Σωτήρα – που εύκολα ανυψώνεις στο βάθρο, και εξίσου εύκολα σταυρώνεις με την πρώτη δυσαρέσκεια.

Μα αν σου πουν πως χρειάζεται να πάρεις ο ίδιος την τύχη σου στα χέρια σου – δίχως ηγέτες, δίχως σωτήρες, με ευθύνη και προσωπική συμμετοχή – στραβώνεις και αφήνεις την προσπάθεια. Ποιος ασχολείται τώρα. Είναι πάντα ευκολότερο να αναλαμβάνει κάποιος Άλλος τις ευθύνες.



Graffiti by Banksy


[Παρένθεση: Η πρωταρχική μαγική σκέψη]



Στην πρώιμη βρεφική ηλικία συναντάται το φαινόμενο της «μαγικής σκέψης». Το μωρό δεν έχει ακόμα σχηματίσει τα τελικά όρια ανάμεσα στον εαυτό του και τον κόσμο που το περιβάλλει, ούτε διαχωρίζει τις φυσικές του ενορμήσεις από τα αντικείμενα του κόσμου – αρκεί να κλάψει και εμφανίζεται η μαμά του με το γάλα, έτοιμη να το θρέψει. Το μωρό αισθάνεται σαν ένας μικρός μάγος, ικανός να κινήσει ουρανό και γη με το κλάμα του και να πετύχει έτσι το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Μόνο σταδιακά συνειδητοποιεί πως τα κλάματά του δεν αρκούν πάντα – και πως υπάρχει ο κίνδυνος να μην αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί. Μα η ίδια αυτή αίσθηση της στέρησης συμβάλλει ώστε να οικοδομήσει σταδιακά την ταυτότητά του, ως ένα ον ανεξάρτητο από τον γύρω του κόσμο, με επιθυμίες και την ικανότητα λογικής σκέψης. H δεύτερη εμφανίζεται στα όρια της μαγικής σκέψης, όταν η δεύτερη δεν επαρκεί να δώσει λύσεις από μόνη της. Η λογική χτίζεται πάνω στη στέρηση της επιθυμίας.

Υπάρχει μια πολύ σημαντική πλευρά στη μαγική σκέψη, όπως αναπτύσσεται στα μικρά παιδιά. Το να περιμένεις πως «θα έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα, αρκεί να το επιθυμήσεις» διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο τόσο στην εξέλιξη της φαντασίας (όπου οι επιθυμίες πάντα πραγματοποιούνται), όσο και στη διαμόρφωση ενός υγιούς ψυχισμού – του παιδιού και, κατόπιν, του ενήλικα. Να το πούμε αλλιώς: είναι η βάση της αισιοδοξίας. Και χρειάζεται λίγη αισιοδοξία για να τα βγάλουμε πέρα αρκετές φορές, με τόσα που συμβαίνουν γύρω μας.

Μα η μαγική σκέψη στην υπερβολή της μπορεί να οδηγήσει στην απάθεια και την έλλειψη προσπάθειας. Όταν «πάντα» έρχεται «η μαμά με το γάλα» – όταν δεν βιώνεις ποτέ σου στέρηση (ή το φόβο της στέρησης) – όταν καταλήγεις να τα παίρνεις όλα έτοιμα από κάποια εξωτερική πηγή… τότε η μαγική σκέψη καταλήγει να γίνει υπερτροφική μέσα σου. Φουσκώνεις από δύναμη μεν – μα μοιάζεις περισσότερο με ένα μπαλόνι, γεμάτο αέρα, επιρρεπές στο παραμικρό τρύπημα.

Δεν γνωρίζεις πως είναι να παίρνεις την τύχη σου στα χέρια σου – γιατί πάντα την έπαιρνες έτοιμη απ’ έξω. Και η ελευθερία σε τρομάζει – επειδή ακριβώς σου θυμίζει πως είσαι υπεύθυνος για τις επιλογές σου. Επιλογές που θα προτιμούσες να μην υπήρχαν καν – γιατί είναι ευκολότερο ν’ αποφασίζουν οι άλλοι για σένα.



[Κλείνει η παρένθεση. Επιστροφή στα παραδείγματά μας.]



Σε ένα μαγικό κόσμο τα κοινωνικά προβλήματα επιδέχονται μαγικές λύσεις: ένας πολιτικός που γνωρίζει να σκορπάει λαμπερά χαμόγελα· κάποιος άλλος που ρητορεύει με δυνατή φωνή· ένας τρίτος που χρησιμοποιεί παχιές κουβέντες. Θα σου μιλήσουν για ουτοπία, θα σου μιλήσουν για αλλαγή, θα σου μιλήσουν για ελπίδα, θα σου μιλήσουν για όσα θες ν’ ακούσεις. Θα σου πουν πως φταίνε οι προηγούμενοι πολιτικοί (άρα αρκεί να τους αντικαταστήσουμε), ή πως φταίνε οι μειονότητες, οι Δυτικοί, οι Ανατολικοί, οι Αμερικάνοι, οι χριστιανοί, οι μουσουλμάνοι, ο ψιλικατζής της γειτονιάς – ή ο σκύλος μου με τα μεγάλα αυτιά. Και για να λυθούν όλα αυτά δεν έχεις παρά να ρίξεις μια ψήφο! Αυτό ήταν όλο! Δεν χρειάζεται να προβληματίζεσαι περαιτέρω – κάποιοι άλλοι θα αναλάβουν να προβληματιστούν για σένα. Αρκεί να βασιστείς σε μια χούφτα λόγια κι ένα δυνατό χαμόγελο που ξεπροβάλλει από κάποια οθόνη.

Και μου λες μετά πως δεν πιστεύεις στη μαγεία.






Μα ας αφήσουμε την πολιτική σκηνή – η αναζήτηση μαγικών λύσεων καλύπτει κάθε τομέα της καθημερινότητάς μας. Σε έναν μαγικό κόσμο δεν χρειάζεται ν’ αποκτάς γνώσεις, ή να αφιερώνεις χρόνο απ’ τη ζωή σου κάνοντας μελέτες κι έρευνες. Η ορθολογική κριτική και ο διάλογος είναι αχρείαστα. Εκείνο που μετράει περισσότερο είναι ο εντυπωσιασμός και η επίδειξη. Τι σημασία έχει αν έχεις διαβάσει ένα βιβλίο, όταν μπορείς να ανεβάσεις στο Facebook μια ατάκα που ξετρύπωσες έτοιμη στο Ίντερνετ; Ή μια φωτογραφία από κάποιο μουσείο που επισκέφτηκες στις πρόσφατες διακοπές σου. Αυτό αρκεί για να κερδίσεις τις εντυπώσεις. Και αν κάποιοι γύρω σου αναπαράγουν μια δημοφιλή άποψη, δεν έχεις παρά να την πιπιλίσεις και ο ίδιος, για να φανεί πως έχεις τη δική σου γνώμη. Σαν τα ρούχα φοράς τις γνώμες, βάζεις και βγάζεις τις ιδέες σαν τα πανωφόρια. Ποιος έχει χρόνο για μελέτη στην εποχή που μετράει μόνο εκείνο που γυαλίζει;

Και πάμε στο συναισθηματικό κομμάτι. Δες – αρκούν τα όμορφά σου look, οι θελκτικές καμπύλες, το στιβαρό κορμί, τα λαμπερά σου μάτια, ή ενδεχομένως εκείνο το ακριβό αμάξι και το λουσάτο ντύσιμο – και μπορείς να μαγέψεις τόσο εύκολα μια σημαντική μερίδα κόσμου! Στην περίπτωσή μας δεν κραδαίνεις το ραβδί – είσαι το ραβδί! Και σκορπάς ολόγυρά σου σπίθες… Το μυαλό σου είναι εντελώς αχρείαστο – όσο αφορά τον χαρακτήρα σου… ε, ας κάνουμε τη δουλειά μας τώρα, και αυτός ας φανεί με τον καιρό.

Και αν προκύψουν διαφωνίες στις σχέσεις σου με τους άλλους … και αν υπάρξουν συγκρούσεις… δεν θα επιδιώξεις να δώσεις κάποια λύση – μα θα υποχωρήσεις, θα προβείς σε ρήξη, ή θα πάψεις να το σκέφτεσαι – από το ένα άκρο στο άλλο. Γιατί οι λύσεις είναι δύσκολες, βλέπεις. Χρειάζονται να τα βάλεις κάτω, ένα προς ένα, και να τα αναλύσεις – χρειάζεται κριτική διάθεση και ικανότητα επικοινωνίας, τόσο με τον άλλο, όσο και με τον εαυτό σου. Χάσιμο χρόνου, φυσικά, τη στιγμή που μπορείς να τα κάνεις όλα πέρα μ’ ένα μαγικό ραβδί και να λύσεις έτσι απλά τις διαφωνίες σου – γιατί τα προβλήματα λύνονται ευκολότερα όταν δεν τα αντιμετωπίζεις καν. Και υπάρχουν τόσα και τόσα υποκατάστατα εκεί έξω.

Και μετά μου λες πως δεν είναι μαγικός ο κόσμος μας.

Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ακόμα παραδείγματα. Μα νομίζω αυτά επαρκούν. Αν θες μπορείς να σκεφτείς και μερικά ακόμα.






Ζούμε σ’ έναν κόσμο που δεν έχει ξεπεράσει, σε μεγάλο ποσοστό, το παιδικό του στάδιο. Μη σας ξεγελάει το ενήλικό του ύφος και όλα εκείνα τα σοβαροφανή πρόσωπα που ξεστομίζουν μεγάλα λόγια – η πλειοψηφία γύρω μας σκέφτεται και φέρεται, ακόμα, σαν παιδιά. Και αν η πλειοψηφία γύρω μας ισχυρίζεται πως δεν πιστεύει στη μαγεία… ξεχειλίζει ταυτόχρονα μαγική σκέψη. Περιμένει να έρθει η μαμά με το μπιμπερό, αρκεί να βάλει τα κλάματα.

Μα συχνά οι λύσεις δεν έρχονται από τον ουρανό. Δεν αρκεί το μαγικό ραβδί – και δεν αρκεί η επιθυμία τους. Λυπάμαι – μα δεν αρκούν αυτά. Χρειάζεται προσπάθεια, χρειάζεται επιμονή, χρειάζεται συμμετοχή… μα και τύχη. Ποιος είπε πως τα μαγικά συστατικά που μπαίνουν στο τσουκάλι είναι εύκολο να τα βρεις. Και όταν συνειδητοποιήσεις πως ο Σίσυφος δεν σπρώχνει δίχως λόγo αυτόν τον βράχο πάνω στο βουνό… τότε ίσως καταλάβεις καλύτερα κάποια πράγματα.

Δεν υπάρχει μαγεία λοιπόν; Απεναντίας, φίλε μου. Συχνά εμφανίζεται στα πιο μικρά, στα πιο απλά πράγματα. Σε εκείνα που θεωρείς απολύτως δεδομένα. Όσο χάνεις το χρόνο σου ψάχνοντας για μαγεία στον ουρανό… ξεχνάς πως βρίσκεται στα πόδια σου, στην ίδια τη γη που πατάς. Κι όσο αποζητάς μαγικές λύσεις στα προβλήματά σου, φτάνεις να λησμονήσεις πως ο σωστός μάγος δεν αναζητά μαγικές λύσεις: πιστεύει σε αυτές -και τις δημιουργεί ο ίδιος. Ναι, μια δόση υγιούς μαγικής σκέψης πάντα χρειάζεται.

Μα ακόμα και οι καλύτεροι μάγοι παραμένουν, ως ένα βαθμό, μαθητευόμενοι. Και δεν καταφέρνουν πάντα να βγάλουν το κουνέλι απ’ το καπέλο. Είναι ανθρώπινο. Κάποια πράγματα βρίσκονται πέρα από τη δύναμή τους. Ας το θυμόμαστε κι αυτό.

Κλείνω με ένα ακόμα απόσπασμα από τον αγαπητό μας «Χάρι Πότερ» και τον γιγαντόσωμο φίλο του, τον Χάγκριντ, ο οποίος δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα στον κόσμο των ανθρώπων. Ναι, φίλε μου, κάποιες φορές θα βόλευε εξαιρετικά μια υγιής δόση μαγείας.


«Ποτέ άλλοτε ο Χάρι δεν είχε πάει στο Λονδίνο. Όσο για τον Χάγκριντ, αν και φαινόταν να ξέρει πού πηγαίνει, ήταν ολοφάνερο πως ήταν ασυνήθιστος να ταξιδεύει με το συνηθισμένο τρόπο. Δυσκολεύτηκε να περάσει από τον αυτόματο έλεγχο εισιτηρίων στο μετρό και μέσα στο βαγόνι παραπονιόταν δυνατά πως τα καθίσματα ήταν στενά και το τρένο πολύ αργό.

«Δεν καταλαβαίνω πώς οι Μαγκλ τα καταφέρνουν χωρίς μαγεία», είπε ο Χάγκριντ.»



Harry Potter artwork by Kazu Kibuishi

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...