Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Ζαν-Πολ Σαρτρ... Στον Στρόβιλο της Ναυτίας





«Ίσως να είναι αδύνατον να κατανοήσει κάποιος το ίδιο του το πρόσωπο. Ή μήπως το πιστεύω αυτό επειδή ζω μόνος; Οι κοινωνικοί άνθρωποι έμαθαν να κοιτάζονται στους καθρέφτες όπως εμφανίζονται στους φίλους τους. Δεν έχω φίλους: άραγε γι' αυτόν το λόγο είναι τόσο γυμνή η σάρκα μου; Θα έλεγα - ναι, θα έλεγα ότι είναι η φύση χωρίς τους ανθρώπους.»


Δεκαετία του 30, κάπου σε μια επαρχιακή πολιτεία (έχει σημασία ποια;) κάποιος μυθιστορηματικός χαρακτήρας γύρω στα 30-35 (έχει σημασία τ’ όνομά του;) νιώθει τη Ναυτία. Τη βιώνει ως τα κατάβαθα της ύπαρξής του. Λέει «υπάρχω» - και μεμιάς συνειδητοποιεί το βάρος αυτής της φοβερής λέξης. Αυτής της τρομερής, της αδυσώπητης, της γεμάτης σημασίας, λέξης.

Και ο κόσμος ποτέ δεν είναι ίδιος πια.

Ο δικός του κόσμος – γιατί ο κόσμος των άλλων συνεχίζει να γυρίζει στους γνωστούς, καθημερινούς ρυθμούς του. Στους ρυθμούς των αστικών συναναστροφών, της ενασχόλησης με τις τακτικές συνήθειες, το σπίτι, την εργασία, τη σχόλη, την επικαιρότητα, και όλα τα γνωστά. Άνθρωποι που ποτέ στη ζωή τους δεν βίωσαν τη Ναυτία, δεν γνωρίζουν τι είναι η Ναυτία. Το μαζικό πλήθος του εφησυχασμού, το οκνηρό πλήθος της σταθερότητας, κόσμος που ακροβατεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.

Μα η ύπαρξη δεν γνωρίζει παρελθόν, δεν γνωρίζει μέλλον. Υπάρχει μόνο το Τώρα – και το Τώρα ποτέ δεν είναι σταθερό.

Τι είναι, λοιπόν, η Ναυτία; Σε τι ακριβώς αναφερόμαστε; Πρόκειται για μια νοητική ή μια ψυχολογική κατάσταση; Μια μορφή αντίδρασης; Μια φυσική πραγματικότητα; Είναι κάτι καλό, κάτι κακό; Και για ποιο λόγο αποφάσισε o Ζαν-Πωλ Σαρτρ [Jean-Paul Sartre], εν έτει 1938, να ονομάσει έτσι [“La Nausée”, “Nausea”] το πρώτο του βιβλίο; Το μυθιστόρημα που κατέστησε για πρώτη φορά γνωστή στον κόσμο τη φιλοσοφία του Υπαρξισμού;

Αυτό το αφιέρωμα είναι μια εισαγωγή σε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ου αιώνα. Θα συνοδεύω με σχόλια κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, με σκοπό να εξιχνιάσουν το μυστήριο της Ναυτίας – να καταλάβουμε πως συνδέεται με τη φιλοσοφία του Σαρτρ, ποια η σχέση της με την εποχή που την ανέδειξε (μα και την εποχή που ζούμε τώρα) – και, εν τέλει, να παρωθήσω τον αναγνώστη να πιάσει το βιβλίο στα χέρια του και να το μελετήσει ο ίδιος.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.






Μόνος στον κόσμο.



Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι μόνος σε μια επαρχιακή πόλη. Γυρίζει εδώ κι εκεί, στα καφέ, τα πάρκα, τους δρόμους, συλλογίζεται το παρελθόν του και προσπαθεί να συγγράψει μια βιογραφία ενός ιστορικού προσώπου. Αυτό το τελευταίο είναι και το μοναδικό που του παρέχει μια κάποια αίσθηση «καθημερινής τριβής», μια αίσθηση σκοπού, σε έναν κόσμο που δείχνει, μέρα με τη μέρα, να στερείται νοήματος.

«Εγώ ζω μόνος, εντελώς μόνος. Δε μιλώ σε κανέναν, ποτέ· δεν παίρνω τίποτα, δε δίνω τίποτα. Ο Αυτοδίδακτος δεν υπολογίζεται. Υπάρχει βέβαια και η Φρανσουάζ, η αφεντικίνα του “Ραντεβού των Σιδηροδρομικών”. Όμως της μιλώ; Μερικές φορές, μετά το δείπνο, τη στιγμή που μου σερβίρει ένα μικρό ποτήρι μπίρα, τη ρωτώ:

- Έχετε χρόνο σήμερα το βράδυ;

Δε λέει ποτέ όχι και την ακολουθώ σε ένα από τα μεγάλα δωμάτια του πρώτου ορόφου που τα νοικιάζει με την ώρα ή την ημέρα. Δεν την πληρώνω: κάνουμε έρωτα με ανταλλαγή. Εκείνη ικανοποιείται (χρειάζεται έναν άντρα την ημέρα και έχει αρκετούς άλλους εκτός από μένα) κι εγώ απαλλάσσομαι από κάποιες μελαγχολίες των οποίων την αιτία γνωρίζω πολύ καλά. Όμως μόλις που ανταλλάσσουμε μερικές λέξεις. Γιατί άλλωστε; Ο καθένας για τον εαυτό του.»

Όχι μόνο οι επαφές του με τρίτους, μα και η σχέση με τον ίδιο τον εαυτό του σταδιακά προσλαμβάνει, ολοένα και περισσότερο, έναν αινιγματικό χαρακτήρα. Λες και τίποτα πια δεν είναι δεδομένο – ακόμα και τα πιο απλά πράγματα, όπως το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Ποια, λοιπόν, είναι η πραγματικότητά του;

«Στον τοίχο υπάρχει μια λευκή τρύπα, ο καθρέφτης. Είναι παγίδα. Ξέρω ότι θα παγιδευτώ. Αυτό είναι. Μόλις εμφανίστηκε στον καθρέφτη το γκρίζο πράγμα. Πλησιάζω και το κοιτάζω, δεν μπορώ πια να εξαφανιστώ.

Το γκρίζο πράγμα είναι το καθρέφτισμα του προσώπου μου. Συχνά αυτές τις χαμένες μέρες στέκομαι και το ατενίζω. Δεν καταλαβαίνω τίποτα σ' αυτό το πρόσωπο. Τα πρόσωπα των άλλων έχουν νόημα. Το δικό μου όχι. Δεν μπορώ καν να αποφασίσω αν είναι όμορφο ή άσχημο. Νομίζω ότι είναι άσχημο διότι μου το έχουν πει. Όμως αυτό δε με εκπλήσσει. Κατά βάθος με αναστατώνει επιπλέον το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να του προσδώσει τέτοιου είδους ιδιότητες, σαν να αποκαλεί ωραίο ή άσχημο ένα κομμάτι γης ή ένα βράχο. […]



George Grosz - Portrait of Dr. Felix J. Weil_1926

Το βλέμμα μου χαμηλώνει αργά, βαριεστημένα, προς το μέτωπο, τις παρειές: δε συναντά τίποτα στέρεο, βαλτώνει. Προφανώς, υπάρχει μια μύτη, μάτια, στόμα, αλλά όλα αυτά δεν έχουν νόημα, ούτε καν ανθρώπινη έκφραση. Ωστόσο η Άννυ και η Βελίν θεωρούσαν ότι είχα ζωντανό ύφος• μπορεί να έχω συνηθίσει υπερβολικά το πρόσωπό μου. Η θεία Μπιζουά όταν ήμουν μικρός μου έλεγε: «Αν κοιτάζεσαι στον καθρέφτη για πολλή ώρα, στο τέλος θα δεις έναν πίθηκο». Εγώ μάλλον κοιταζόμουν ακόμη περισσότερη ώρα: αυτό που βλέπω τώρα είναι πολύ κατώτερο του πιθήκου, βρίσκεται στα όρια του φυτικού βασιλείου, στο επίπεδο των πολυπόδων. […]

Στηρίζομαι με όλο μου το βάρος στην άκρη του νιπτήρα, πλησιάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη μέχρι να τον αγγίξω. Τα μάτια, η μύτη και το στόμα εξαφανίζονται: δεν έχει απομείνει τίποτε ανθρώπινο. Μαυριδερές ρυτίδες στην κάθε πλευρά του πυρετικού πρηξίματος των χειλιών, σκασίματα, εξογκώματα. Ένα μεταξένιο λευκό χνούδι διατρέχει τις μεγάλες πλαγιές των παρειών, δυο τρίχες ξεπηδούν από τα ρουθούνια: ανάγλυφος γεωλογικός χάρτης. Και παρ' όλα αυτά, αυτός ο σεληνιακός κόσμος μου είναι οικείος. Δεν μπορώ να πω ότι αναγνωρίζω τις λεπτομέρειές του. Όμως το σύνολο μου δημιουργεί την εντύπωση ενός deja vu που με αποχαυνώνει• γλιστρώ απαλά στον ύπνο. […]

Ξυπνώ απότομα γιατί χάνω την ισορροπία μου. Βρίσκομαι ιππαστί σε μια καρέκλα, και είμαι ακόμα ζαλισμένος. Άραγε και οι άλλοι άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο πολύ να κρίνουν το πρόσωπο τους; Μου φαίνεται ότι το πρόσωπο μου το βλέπω όπως νιώθω το σώμα μου, με μια βουβή και οργανική αίσθηση. […]

Ίσως να είναι αδύνατον να κατανοήσει κάποιος το ίδιο του το πρόσωπο. Ή μήπως το πιστεύω αυτό επειδή ζω μόνος; Οι κοινωνικοί άνθρωποι έμαθαν να κοιτάζονται στους καθρέφτες όπως εμφανίζονται στους φίλους τους. Δεν έχω φίλους: άραγε γι' αυτόν το λόγο είναι τόσο γυμνή η σάρκα μου; Θα έλεγα - ναι, θα έλεγα ότι είναι η φύση χωρίς τους ανθρώπους.»




Τίναγμα μιας ενοχλητικής σκέψης.




Μα σκέψεις σαν αυτές, ώρες ώρες, μπορεί να γίνουν ενοχλητικές. Η πραγματικότητα, αργά ή γρήγορα, πέφτει πάνω σου σαν κύμα – και είναι αδύνατον να μη βραχείς. Τέτοιες στιγμές λοιπόν βάζεις τις «παράξενες αυτές σκέψεις» στην άκρη. Καιρός να καταπιαστείς πάλι με τα γνωστά, συνηθισμένα πράγματα. Στην περίπτωση του πρωταγωνιστή του βιβλίου, με τη συγγραφή της βιογραφίας και τις καθημερινές του βόλτες.

Οι ενοχλητικές σκέψεις τινάσσονται πέρα, σαν κάποια μύγα που βουίζει στο αυτί σου.

«Τα αλλόκοτα συναισθήματα που ένιωθα τις προάλλες, σήμερα μου φαίνονται εντελώς γελοία: δε θα επανέλθω. Απόψε το βράδυ αισθάνομαι άνετα, πολύ αστικά βολεμένος μέσα στον κόσμο.»



George Grosz - Im Café 1922



Το μαζικό πλήθος της συνήθειας.



«Όλοι αυτοί οι τύποι περνούν το χρόνο τους συζητώντας, διαπιστώνοντας περιχαρείς ότι συμφωνούν. Πόση σημασία, προσδίδουν, Θεέ μου, στο να σκέφτονται όλοι μαζί τα ίδια πράγματα.»

Μια από τις αγαπημένες ενασχολήσεις του χαρακτήρα είναι η παρατήρηση των “άλλων”. Μόνο φαινομενικά έχουμε να κάνουμε με έναν αντικοινωνικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, η κοινωνικότητα διεισδύει από παντού στη σκέψη και το λόγο του, ενώ παρατηρεί και καταγράφει τις συμπεριφορές των γύρω του. Οι “άλλοι” λειτουργούν σαν τον έτερο πόλο μέσω των οποίων προσδιορίζει τον εαυτό του, σαν την αντίπερα όχθη στην οποία γυροφέρνει ν’ αγκυροβολήσει το καράβι του – μα για κάποιο λόγο δεν αγκυροβολεί, δεν αποβιβάζεται στη στεριά, παρά συνεχίζει να τους βλέπει από κάποια απόσταση.

Οι “άλλοι”, βλέπετε, διαφέρουν από εκείνον – και το γνωρίζει καλά. Μα εκείνοι δεν το ξέρουν – ούτε συνειδητοποιούν τη δική τους διαφορετικότητα, τη βασανιστική τους μοναδικότητα.

«Τους βλέπω να ανεβαίνουν με αργά βήματα, σχηματίζουν τρεις μαύρες κηλίδες στο αντιφέγγισμα της ασφάλτου. Έστριψα αριστερά και μπήκα στο πλήθος που παρήλαυνε δίπλα στη θάλασσα.

Ήταν πιο ανομοιογενές απ' ό,τι το πρωί. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν μάλλον τη δύναμη να στηρίξουν την ωραία κοινωνική ιεραρχία για την οποία ήταν τόσο υπερήφανοι πριν γευματίσουν. Μεγαλέμποροι και δημόσιοι υπάλληλοι περπατούσαν δίπλα δίπλα• διαγκωνίζονταν, σπρώχνονταν κι εκτοπίζονταν από ταπεινούς εργάτες με μίζερα πρόσωπα. Η αριστοκρατία, οι προνομιούχοι, τα επαγγελματικά σωματεία είχαν διαλυθεί σ' αυτό το χλιαρό πλήθος. Ήταν απλώς άνθρωποι μόνοι, που δεν εκπροσωπούσαν τίποτα πια. […]

Ήταν Κυριακή• το πλήθος, στριμωγμένο ανάμεσα στο κρηπίδωμα και τα κιγκλιδώματα των εξοχικών σαλέ, διέφευγε κατά μικρά κύματα, για να εξαφανιστεί σε χίλια ρυάκια πίσω από το μέγαρο της Υπερατλαντικής Εταιρείας. […] Όλα αυτά τα πρόσωπα τα είχα δει λίγες ώρες πριν, σχεδόν θριαμβευτικά, στην αυγή ενός κυριακάτικου πρωινού. Τώρα, λουσμένα στον ήλιο, αντανακλούσαν μοναχά την ηρεμία, τη χαλάρωση, κάτι σαν επιμονή.


Δε θα έπρεπε να παραπονιέμαι• το μόνο που θέλησα ήταν η ελευθερία.


Σε μερικά πρόσωπα, στα πιο χαλαρά, διαισθανόμουν κάποια θλίψη: όχι όμως, αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν θλιμμένοι, ούτε χαρούμενοι• αναπαύονταν. Τα μάτια τους ορθάνοιχτα και ακίνητα αντανακλούσαν παθητικά τη θάλασσα και τον ουρανό. Σε λίγο θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, θα έπιναν τσάι οικογενειακώς στην τραπεζαρία. Για την ώρα, ήθελαν να ζήσουν με τις λιγότερες δαπάνες, να εξοικονομήσουν χειρονομίες, λόγια, σκέψεις, να ξαποστάσουν: είχαν μόνο μια μέρα για να σβήσουν τα σημάδια του χρόνου, τις ρυτίδες γύρω από τα μάτια, τις πικρές πτυχές που αφήνει η εργασία της εβδομάδας. Μία και μοναδική μέρα. Ένιωθαν τα λεπτά που κυλούσαν ανάμεσα από τα δάχτυλά τους• άραγε θα προλάβαιναν να συσσωρεύσουν αρκετή νεότητα για να αρχίσουν και πάλι τη Δευτέρα το πρωί;

Ανέπνεαν βαθιά διότι ο αέρας της θάλασσας αναζωογονεί• μονάχα οι ανάσες τους, ρυθμικές και βαθιές σαν ανάσες κοιμισμένων, μαρτυρούσαν πως είναι ακόμη ζωντανοί. Περπατούσα σαν γάτα, δεν ήξερα τι να κάνω το άκαμπτο και ψυχρό σώμα μου, μέσα σ' αυτό το αξιοθρήνητο πλήθος που αναπαυόταν.»

Πέρα απ’ τη βοή του πλήθους, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου αισθάνεται σιωπή. Σιωπή και λέξεις που προσπαθούν, εδώ κι εκεί, να τη σπάσουν.

«Οι διπλανοί μου σωπαίνουν. Μετά την τάρτα, η Μαριέτ τους φέρνει ξηρά δαμάσκηνα, και η γυναίκα απασχολείται αποκλειστικά με τα κουκούτσια, μαζεύοντάς τα με χάρη στο κουτάλι της. Ο άνδρας, κοιτάζοντας το ταβάνι, παίζει με τα δάχτυλά του ένα εμβατήριο στο τραπέζι. Θα λέγαμε ότι η σιωπή είναι η φυσιολογική τους κατάσταση και η ομιλία ένας ελαφρύς πυρετός που τους κυριεύει καμιά φορά.»

Μα ο πολύς κόσμος δεν ακούει τη σιωπή. Ακούει μόνο τις φωνές. Και πείθει τον εαυτό του πως έτσι είναι τα πράγματα, πως έτσι ήταν πάντα.

«Εκπλήσσομαι πως μπορούμε να λέμε ψέματα παίρνοντας και τη λογική με το μέρος μας.»


Edward Hopper - Chop Suey, 1929


Μόνο το Παρόν υπάρχει.



«Οι αναμνήσεις μου είναι σαν φλουριά στο πουγκί του διαβόλου: όταν το άνοιξα, βρήκα μόνο ξερά φύλλα.»

«Δημιουργώ τις αναμνήσεις από το παρόν μου. Είμαι παραπεταμένος, εγκαταλελειμμένος, στο παρόν. Μάταια προσπαθώ να συναντήσω το παρελθόν: δεν μπορώ να μου γλιτώσω.»

Ο  κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου μοιάζει παράταιρος, όχι μόνο σε σχέση με το πρόσωπό του, όχι μόνο σε σχέση με τους ανθρώπους γύρω του, μα και με τις ίδιες του τις αναμνήσεις. Οι τελευταίες δείχνουν να σκορπάνε σαν φύλλα στον άνεμο και ελάχιστα απ’ αυτά δείχνουν να έχουν κάποια σημασία για τον εαυτό του τώρα. Κάποιες φορές αναπολεί μια περασμένη ερωτική του σχέση – και αυτό ήταν όλο.

Είσαι λοιπόν αυτός που ήσουν και παλιά; Ή μήπως χτίζεις κάτι καινούργιο, κάθε μέρα που περνά; Τι μετράει περισσότερο; Το άλλοτε – ή το εδώ και τώρα;

«Η υπηρέτρια ανάβει τις λάμπες• η ώρα δεν είναι ούτε καν δύο, αλλά ο ουρανός είναι κατάμαυρος, δε βλέπει να ράψει. Αμυδρό φως• οι άνθρωποι είναι στα σπίτια τους, σίγουρα άναψαν κι αυτοί τις λάμπες τους. Διαβάζουν, κοιτάζουν τον ουρανό από το παράθυρο. Γι' αυτούς... δεν είναι το ίδιο. Γέρασαν διαφορετικά. Ζουν ανάμεσα σε κληρονομιές, σε δώρα και όλα τους τα έπιπλα είναι αναμνήσεις. Ρολογάκια, μετάλλια, πορτρέτα, κοχύλια, πρες-παπιέ, παραβάν, εσάρπες. Τα ντουλάπια τους είναι γεμάτα μπουκάλια, υφάσματα, παλιά ρούχα, εφημερίδες• έχουν φυλάξει τα πάντα. Το παρελθόν είναι μια πολυτέλεια της ιδιοκτησίας.

Εγώ που να διαφυλάξω το δικό μου; Το παρελθόν δε χωρά σε μια τσέπη- πρέπει να έχεις ένα σπίτι για να το τακτοποιήσεις. Εμένα μου ανήκει μόνο το σώμα μου• ένας άνθρωπος ολομόναχος, με το σώμα του και μόνο, δεν μπορεί να συγκρατήσει τις αναμνήσεις• περνούν δίχως να αφήσουν τα ίχνη τους. Δε θα έπρεπε να παραπονιέμαι• το μόνο που θέλησα ήταν η ελευθερία.»


Μου είσαι απαραίτητος: εγώ αλλάζω• εσύ εξυπακούεται ότι παραμένεις αμετακίνητος και καταμετρώ τις αλλαγές μου σε σχέση με σένα.


Μα το παρελθόν συνιστά μια μορφή ταυτότητας. Όταν, κάποια στιγμή στη διάρκεια της ιστορίας, συναντά ξανά μετά από χρόνια την παλιά του ερωμένη, εκείνη του μιλά με τα ακόλουθα λόγια:

«Χαίρομαι που παρέμεινες ίδιος. Αν σε είχαν μετακινήσει, αν σου είχαν αλλάξει χρώμα, αν σε είχαν σφηνώσει στην άκρη ενός άλλου δρόμου, δε θα είχα πια τίποτα σταθερό για να προσανατολίζομαι. Μου είσαι απαραίτητος: εγώ αλλάζω• εσύ εξυπακούεται ότι παραμένεις αμετακίνητος και καταμετρώ τις αλλαγές μου σε σχέση με σένα.»

Σε έναν κόσμο που οι πάντες αλλάζουν, ποια σταθερά σημεία θα βρίσκαμε για να ορίζουμε τον εαυτό μας, συγκριτικά με αυτούς;

Μα η σταθερότητα και η Ναυτία είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Σκέψου: σε πιάνει ναυτία, σ’ ένα καράβι, όταν αυτό κινείται. Η Ναυτία είναι παράγωγο της κίνησης.

Τίποτα δεν μένει σταθερό. Ούτε ο εαυτός μας. Ούτε το παρελθόν το ίδιο.

«Ούτε κι αυτός έχει παρελθόν. Αν ψάχναμε καλά σε σπίτια εξαδέλφων του που δε συναντά πια, σίγουρα θα βρίσκαμε κάποια φωτογραφία του από ένα γάμο, με σκληρό κολάρο, πουκάμισο με πλαστρόν και σκληρό νεανικό μουστάκι. Από μένα, νομίζω πως δεν έχει μείνει ούτε καν αυτό.

Να τος, πάλι με κοιτάζει. Αυτήν τη φορά θα μου μιλήσει, αισθάνομαι εντελώς άκαμπτος. Δεν είναι συμπάθεια αυτό που υπάρχει ανάμεσά μας• απλώς μοιάζουμε, αυτό είναι όλο. Είναι μόνος όπως κι εγώ, αλλά πιο βυθισμένος από μένα στη μοναξιά. Περιμένει μάλλον τη Ναυτία του ή κάτι τέτοιο. Συνεπώς τώρα πια υπάρχουν άνθρωποι που με αναγνωρίζουν, που, όταν κοιτάξουν προσεκτικά κι επίμονα, σκέφτονται: “Αυτός είναι δικός μας”. Και λοιπόν; Τι θέλει; Πρέπει να ξέρει καλά ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα ο ένας για τον άλλο.

Οι οικογένειες είναι στα σπίτια τους, ανάμεσα στις αναμνήσεις τους. Κι εμείς εδώ, δυο ναυάγια δίχως μνήμη.»



Edward Hopper - Nighthawks, 1942


Όλο και πιο κοντά



Η Ναυτία προσεγγίζει σταδιακά τον ήρωα στη διάρκεια του βιβλίου. Συνήθως αρκεί μια μικρή, ανεπαίσθητη αφορμή, όπως η παρατήρηση ενός βότσαλου σε κάποια παραλία. Μα το καράβι έρχεται ξανά στα ίσια του και η Ναυτία υποχωρεί… ο κόσμος γυρίζει πάλι στους κανονικούς ρυθμούς του.

Μα, κάποια στιγμή, ακόμα και εκείνη η βιογραφία που είχε αναλάβει, φαντάζει δίχως νόημα. Την εγκαταλείπει – και, τώρα πια, δίχως κανένα σκοπό, είναι έτοιμος να συνειδητοποιήσει τη Ναυτία στην ολότητά της.

Οι περιγραφές του ημερολογίου του δίνουν την αίσθηση πως κάτι έχει αλλάξει – ή κάτι επίκειται ν’ αλλάξει. Από το φοβερό:

«Τίποτα. Υπήρξα.»

στο:

«Δεν πρέπει να φοβάμαι.»

Αισθάνεσαι πως επίκειται μια σημαντική αλλαγή, ένα γεγονός που αναμένεται. Και αναμένεις μαζί του… αναμένεις τον ερχομό της Ναυτίας.
 





Ο Σαρτρ και ο Υπαρξισμός



Ως τώρα επέλεξα να ταξιδέψω μαζί σας, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, πλάι στον κεντρικό χαρακτήρα, ολοένα και βαθύτερα στην πραγματικότητα της Ναυτίας.

Μα τι είναι, επιτέλους, αυτή η Ναυτία; Νομίζω ήρθε η ώρα να δώσουμε κάποιες επιπλέον πληροφορίες, που θα μας μεταφέρουν από το μυθιστόρημα στη φιλοσοφία του Υπαρξισμού – και τη σχέση της με την εποχή που την ανέδειξε.

Με τη “Ναυτία” ο Σαρτρ ουσιαστικά κατέγραψε σε μορφή μυθιστορήματος τη φιλοσοφία του Υπαρξισμού, καθιστώντας τη γνωστή στον κόσμο. Μια φιλοσοφία στα χνάρια που όρισαν συγγραφείς όπως ο Ντοστογιέφσκι και ο Νίτσε, η οποία έθετε στο επίκεντρό της το μεμονωμένο άτομο – και τη σχέση του με τον κόσμο που το περιβάλλει, την αυθεντικότητα (ή μη) της ύπαρξής του, και το νόημα της ευθύνης σ’ έναν ρευστό κόσμο, στον οποίο τίποτα απολύτως δεν είναι δεδομένο.

«Η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», έλεγε ο Σαρτρ, εννοώντας πως πρώτα ερχόμαστε στον κόσμο – και μετά επιλέγουμε τι θα απογίνουμε σε αυτόν. Καμία αιώνια «φύση» δεν υπαγορεύει πως πρέπει να ζούμε, τι επιλογές θα κάνουμε, τι άνθρωποι θα γίνουμε. Οι επιλογές είναι δικές μας, αποκλειστικά δικές μας. «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι».

Μα η πλειοψηφία του κόσμου δεν συνειδητοποιεί αυτή τη φοβερή πραγματικότητα. Παίρνουν ως δεδομένα εκείνα που τους παραχώρησαν οι άλλοι (συνήθειες, κοσμοθεωρίες, αντιλήψεις, τρόπο ζωής) και ουδέποτε αμφισβητούν την εγκυρότητά τους. Θεωρούν πως κάποια πράγματα είναι αναλλοίωτα και πάντα ίδια, και πως η θέση τους στον κόσμο είναι καθορισμένη, μια για πάντα. Ξεχνούν (ή, δεν έμαθαν ποτέ) πως η ύπαρξή τους είναι δική τους και μόνο – το ίδιο και οι επιλογές τους. Ζουν σ’ εκείνο που ο Σαρτρ ονόμασε «κακή πίστη» - σε μια ζωή στερημένης από αυθεντικότητα, δίχως να είναι αληθινά ο εαυτός τους, αναπαράγοντας συνήθειες και αντιλήψεις που άλλοι τους μετέδωσαν.

Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ τους δεν βίωσαν τη Ναυτία.



Edward Hopper - Automat, 1927


«Διατρέχω με το βλέμμα μου την αίθουσα. Είναι μια φάρσα! Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονται με ύφος σοβαρό· τρώνε. Όχι, δεν τρώνε· ανακτούν τις δυνάμεις τους για να φέρουν σε πέρας το καθήκον που έχουν επωμιστεί. Όλοι έχουν τη μικρή, προσωπική τους ξεροκεφαλιά, που τους εμποδίζει να αντιληφθούν ότι υπάρχουν· όλοι πιστεύουν ότι είναι απαραίτητοι σε κάποιον ή σε κάτι. […] Όλοι κάνουν κάτι ασήμαντο και κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος απ’ αυτούς για να το κάνει. Κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από τον εμπορικό εκεί πέρα για να προωθήσει την οδοντόπαστα Swan. Κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από αυτόν τον αξιόλογο νεαρό για να ψαχουλέψει κάτω από τα φουστάνια της διπλανής του. Κι εγώ βρίσκομαι ανάμεσά τους, και αν με βλέπουν, θα σκέφτονται μάλλον ότι κανείς δεν είναι καλύτερα καταρτισμένος από μένα για να κάνω αυτό που κάνω.

Όμως εγώ ξέρω. Δείχνω ότι είμαι κάποιος, όμως ξέρω ότι υπάρχω και ότι υπάρχουν. Και αν γνώριζα την τέχνη της πειθούς, θα πήγαινα να καθίσω δίπλα σ’ αυτόν τον ωραίο κύριο με τα λευκά μαλλιά και θα του εξηγούσα τι σημαίνει ύπαρξη. Σκέφτομαι τα μούτρα που θα έκανε και σκάω στα γέλια.»

Η Ναυτία δεν είναι κάτι ευχάριστο. Είναι τρομερό, είναι βαθιά αγχωτικό. Είναι η Ύπαρξη που σε κατακλύζει με τη μοναδικότητά της, την απέραντη ελευθερία της, το αδιάκοπο παρόν της – σου ψιθυρίζει στ’ αυτί: «ε, φίλε, υπάρχεις – υπάρχεις εδώ και τώρα. Τι κάνεις, λοιπόν, γι’ αυτό;»

Και μαζί μ’ εσένα υπάρχουν τα πάντα γύρω σου. Τα δέντρα, τα λουλούδια, τα ζώα – τα πάντα. Γυμνές υπάρξεις, εδώ και τώρα, μαζί με σένα.

Η “Nαυτία” γράφτηκε το 1938. Μεταξύ άλλων, το βιβλίο έπεσε στα χέρια του Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus], ο οποίος συνειδητοποίησε πόσα κοινά υπήρχαν ανάμεσα στον κεντρικό χαρακτήρα της “Ναυτίας” (τον μοναχικό, τον αποξενωμένο, εκείνον που δεν βρίσκει νόημα στα πράγματα γύρω του) με τον κεντρικό ήρωα του δικού του, εκκολαπτόμενου μυθιστορήματος: ο λόγος για τον «Ξένο».


Πως αντιμετωπίζουμε τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής μας; Ζώντας αυθεντικά – και αυτό για τον Σαρτρ σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάποιους σκοπούς, να δεσμεύεσαι για κάτι που θα μπορέσει να της δώσει νόημα.


Η φιλοσοφία του Υπαρξισμού σταδιακά εδραίωνε τη θέση της, βρίσκοντας ολοένα και περισσότερους εκφραστές – και καταξιώνοντας, εν τέλει, την παρουσία της ως μία από τις κυρίαρχες φωνές του 20ου αιώνα. Δεν θα μπορούσε παρά να είχε αναπτυχθεί εκείνην ακριβώς την εποχή, μεταξύ δυο Παγκοσμίων Πολέμων, τον καιρό που οι παραδοσιακές αξίες έμοιαζαν να καταρρέουν σαν πύργοι από τραπουλόχαρτα και ο άνθρωπος της τέχνης και των γραμμάτων προσπαθούσε να εντοπίσει κάποια μορφή νοήματος στον γενικό παραλογισμό.

Η πλειοψηφία του κόσμου απέφυγε τους σκοπέλους μιας τέτοιας αναζήτησης. Μανούβραραν το καράβι τους πέρα από τα βαθιά νερά και προτίμησαν να κολυμπήσουν στα ρηχά: μαζί με τους πολλούς, εκεί που έχει ασφάλεια. Αυτοί είναι οι άνθρωποι του πλήθους, οι άνθρωποι που τον καιρό εκείνο κατέφυγαν στη μαζική ψευδαίσθηση του φασισμού, ή στη διαβρωτική συνήθεια της αστικής καθημερινότητας.

Όλα ένα παραπέτασμα, πίσω από το οποίο κρύβεται το χάος.

Πως αντιμετωπίζουμε τη συνειδητοποίηση της ύπαρξής μας; Ζώντας αυθεντικά – και αυτό για τον Σαρτρ σημαίνει να αφιερώνεις τη ζωή σου σε κάποιους σκοπούς, να δεσμεύεσαι για κάτι που θα μπορέσει να της δώσει νόημα. Κάτι που θα έχεις επιλέξει ο ίδιος. Μόνο έτσι μπορούμε να «γίνουμε αυτοί που είμαστε», όπως έλεγε ο Νίτσε.

Όσο αφορά τη σημερινή μας κατάσταση; Δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε γύρω μας – και μέσα μας – για να συνειδητοποιήσουμε σε τι βαθμό ο κόσμος σήμερα νιώθει τη Ναυτία… και σε τι βαθμό την αποφεύγει.

«Υποθέτω ότι μόνο από οκνηρία ο κόσμος παραμένει σχεδόν ίδιος, από τη μία μέρα στην άλλη. Σήμερα φαίνεται να θέλουν να αλλάξουν. Λοιπόν, τα πάντα, τα πάντα είναι πιθανά.»






Υπάρχω. Η Ναυτία.



Η “Ναυτία” είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, που μόνο διαβάζοντάς το εξ’ ολοκλήρου μπορείς να συνειδητοποιήσεις τη ροή και την εξέλιξη της σκέψης του συγγραφέα. Ένα βιβλίο που δεν σπρώχνει την ιστορία «παραπέρα» - όπως κάνουν τόσα άλλα, αλλά ΜΕΣΑ – όλο και πιο μέσα. Δεν έχει «πλοκή» με την αυστηρή έννοια, πέρα από καταγραφή ορισμένων καθημερινών περιστατικών στη ζωή του ήρωα. Μα δεν είναι από τα βιβλία που περιμένεις να διαβάσεις μια πλοκή – δεν είναι αυτός ο στόχος του.

Η κλασικότερη στιγμή του βιβλίου είναι η στιγμή που ο χαρακτήρας βιώνει τη Ναυτία στο έπακρο. Συμβαίνει μάλλον τυχαία, ενώ κάθεται σε κάποιο πάρκο, παρατηρώντας τον κόσμο, τα δέντρα, τα λουλούδια.

Ίσως τελικά να είναι αδύνατο να «αποκτήσεις» τη Ναυτία, κυνηγώντας τη, εν γνώσει σου. Μάλλον αυτή θα έρθει σε σένα – αν έρθει. Το ίδιο ισχύει και για το βιβλίο: θα το καταλάβεις αν έρθει εκείνη η στιγμή.

Μια στιγμή που θα είναι δική σου, και μόνο δική σου.

«Ποτέ άλλοτε, πριν απ' αυτές τις τελευταίες μέρες, δεν είχα προαισθανθεί τι σημαίνει «υπάρχω». Έμοιαζα με τους άλλους, μ' εκείνους που κάνουν περίπατο στην ακρογιαλιά με τα ανοιξιάτικα ρούχα τους. Έλεγα όπως κι εκείνοι ότι «η θάλασσα είναι πράσινη• αυτή η λευκή κουκίδα, εκεί ψηλά, είναι ένας γλάρος», όμως δεν αισθανόμουν ότι αυτό υπήρχε, ότι ο γλάρος ήταν ένας «γλάρος-ύπαρξη»• συνήθως η ύπαρξη κρύβεται. Είναι εδώ, γύρω μας, μέσα μας, είναι εμείς, δεν μπορούμε να πούμε δυο λέξεις δίχως να μιλήσουμε για κείνη και, τελικά, δεν την αγγίζουμε.

Όταν πίστευα ότι τη σκέφτομαι, πρέπει να πιστέψω ότι δε σκεφτόμουν τίποτα, το κεφάλι μου ήταν κενό, ή ότι στο κεφάλι μου υπήρχε μόνο μια λέξη, η λέξη «είναι». Ή πάλι, σκεφτομουν... πως να το πω; Σκεφτόμουν το ανήκειν, έλεγα στον εαυτό μου ότι η θάλασσα ανήκε στην κατηγορία των πράσινων αντικειμένων ή ότι το πράσινο αποτελούσε μέρος των ιδιοτήτων της θάλασσας. Ακόμη κι όταν κοίταζα τα πράγματα, απείχα παρασάγγας από το να διανοηθώ ότι υπήρχαν μου φαίνονταν σαν σκηνικό. Τα έπιανα στα χέρια μου, μου χρησίμευαν ως εργαλεία, διέβλεπα τις αντιστάσεις τους. Όμως τα πάντα συνέβαιναν στην επιφάνεια.






Αν μου είχαν θέσει το ερώτημα τι είναι η ύπαρξη, θα είχα απαντήσει καλή τη πίστει ότι δεν είναι τίποτα, ότι είναι απλώς ένα κενό σχήμα που έρχεται να προστεθεί στα εξωτερικά πράγματα, δίχως να αλλάζει τίποτα στη φύση τους. Έπειτα: ξαφνικά, ήταν εδώ, ολοφάνερη: η ύπαρξη είχε αποκαλυφθεί ξαφνικά. Είχε χάσει την ακίνδυνη μορφή του αφηρημένου: ήταν η ίδια η ζύμη των πραγμάτων, εκείνη η ρίζα ήταν ζυμωμένη με την ύπαρξη. Ή μάλλον η ρίζα, το κιγκλίδωμα του κήπου, το παγκάκι, η λιγοστή χλόη, όλα αυτά είχαν χαθεί- η ποικιλία των πραγμάτων, η ιδιαιτερότητά τους ήταν μονάχα μια επίφαση, ένα επίχρισμα. Το επίχρισμα είχε λιώσει, είχαν απομείνει τερατώδεις και μαλθακές μάζες σε αταξία - γυμνές, και η γύμνια τους ήταν τρομαχτική και χυδαία. […]

Κατάλαβα ότι δεν υπήρχε ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ της ανυπαρξίας κι αυτής της εκστασιασμένης αφθονίας. Αν υπήρχαμε, έπρεπε να υπάρχουμε μέχρι εδώ, μέχρι τη μούχλα, το πρήξιμο, τη χυδαιότητα. […] Ήμασταν ένας σωρός από ταραγμένες υπάρξεις, αμήχανες από τους ίδιους μας τους εαυτούς, δεν είχαμε τον παραμικρό λόγο να βρισκόμαστε εδώ, ούτε οι μεν ούτε οι δε, κάθε ύπαρξη, μπερδεμένη, απροσδιόριστα ανήσυχη, αισθανόταν περιττή σε σχέση με τις άλλες. […]


Ήξερα καλά ότι αυτό ήταν ο Κόσμος, ο ολόγυμνος Κόσμος, που μονομιάς φανερωνόταν, ασφυκτιούσα από θυμό γι' αυτό το τεράστιο παράλογο ον. 


Το ουσιώδες είναι η ενδεχομενικότητα. Θέλω να πω, εξ’ ορισμού, η ύπαρξη δεν είναι η αναγκαιότητα. Υπάρχω σημαίνει είμαι εδώ, απλά• οι υπάρξεις εμφανίζονται, αφήνονται να συναντηθούν, αλλά ποτέ δεν αποτελούν αντικείμενο συμπεράσματος. Πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που αυτό το έχουν καταλάβει. Εντούτοις προσπάθησαν να υπερβούν αυτή την ενδεχομενικότητα επινοώντας ένα ον αναγκαίο και αυτοαίτιο. Ωστόσο, κανένα αυτοαίτιο ον δεν μπορεί να εξηγήσει την ύπαρξη: η ενδεχομενικότητα δεν είναι ένα ομοίωμα, φαινόμενο που μπορούμε να το διαλύσουμε• είναι το απόλυτο, κατά συνέπεια, η τέλεια αναιτιότητα. Τα πάντα είναι αναίτια, αυτός ο κήπος, αυτή η πόλη, κι εγώ ο ίδιος. […]

Η ύπαρξη δεν είναι κάτι που επιτρέπει τη σκέψη εκ του μακρόθεν• πρέπει να σας κυριεύσει απότομα, να πάνω σας, να συνθλίψει την καρδιά σας, σαν ένα τεράστιο, ακίνητο κτήνος – διαφορετικά, δεν υπάρχει τίποτα πια. […]

Κάθε ύπαρξη γεννιέται αναίτια, ζει από αδυναμία και πεθαίνει τυχαία. Έγερνα προς τα πίσω και έκλεινα τα βλέφαρά μου. Όμως οι εικόνες, σαν από σύνθημα, όρμησαν και ήρθαν να πλημμυρίσουν τα κλειστά μου μάτια με υπάρξεις: η ύπαρξη είναι μια πληρότητα την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να εγκαταλείψει. […]

«Ήξερα καλά ότι αυτό ήταν ο Κόσμος, ο ολόγυμνος Κόσμος, που μονομιάς φανερωνόταν, ασφυκτιούσα από θυμό γι' αυτό το τεράστιο παράλογο ον. Δεν μπορούσε καν να αναρωτηθεί κάποιος από πού έβγαινε αυτό, όλο αυτό , ούτε πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει κόσμος αντί για το τίποτα. Αυτό δεν είχε νόημα, ο κόσμος ήταν παντού παρών, μπροστά, πίσω. Δεν υπήρχε τίποτα πριν από αυτόν. Τίποτα. Δεν υπήρχε στιγμή που θα μπορούσε να μην υπάρχει. [….]

Ήταν αδιανόητο: για να φανταστούμε το μηδέν, έπρεπε να βρεθούμε ήδη εδώ, στην καρδιά του κόσμου με τα μάτια ορθάνοιχτα και ζωντανοί• το μηδέν ήταν μόνο μια ιδέα στο μυαλό μου, μια ιδέα υπαρκτή που έπλεε σ' αυτή την απεραντοσύνη: αυτό το μηδέν δεν είχε έρθει πριν από την ύπαρξη, ήταν ύπαρξη όπως και κάθε άλλη και είχε εμφανιστεί μετά από πολλές άλλες. Φώναζα «τι χυδαιότητα, τι χυδαιότητα!» και τιναζόμουν για να γλιτώσω απ’ αυτή την κολλώδη βρόμα, αλλά εκείνη αντιστεκόταν με δύναμη, ήταν ατελείωτη, τόνοι και τόνοι ύπαρξης. […]

Σηκώθηκα, έφυγα. Όταν έφτασα στη σιδερένια πύλη, γύρισα και κοίταξα πίσω. Τότε ο κήπος μου χαμογέλασε. Στηρίχτηκα στα κάγκελα και κοίταξα για πολλή ώρα. Το χαμόγελο των δέντρων και του δαφνώνα, αυτό σήμαινε κάτι• ήταν το πραγματικό μυστικό της ύπαρξης. Θυμάμαι μια Κυριακή, δεν έχουν περάσει πάνω από τρεις εβδομάδες, είχα ήδη αντιληφθεί στα πράγματα ένα είδος συνένοχης. Άραγε σε μένα απευθύνονταν; Αισθανόμουν με πλήξη ότι δεν είχα κανέναν τρόπο να καταλάβω. Κανέναν τρόπο. Εντούτοις ήταν εδώ, εν αναμονή, έμοιαζε με βλέμμα. Ήταν εδώ, στον κορμό της καστανιάς... ήταν η καστανιά. Τα πράγματα, μάλλον σκέψεις ανολοκλήρωτες που ξεχνιόνταν, που ξεχνούσαν αυτό που είχαν θελήσει να σκεφτούν και έμεναν έτσι, μετέωρες, με ένα ασήμαντο νόημα που τα ξεπερνούσε. Αυτό το νόημα με ενοχλούσε: δεν μπορούσα να το συλλάβω, ακόμη κι αν έμενα εκατόν επτά χρόνια ακουμπισμένος στα κάγκελα• είχα μάθει για την ύπαρξη ό,τι ήταν δυνατόν να μάθω.»



King Vidor - "The Crowd"


Λίγη Τζαζ στο τέλος



« —Μαντλέν, αν είχατε την καλοσύνη να μου παίξετε μια μελωδία στο φωνόγραφο. Αυτή που μου αρέσει, ξέρετε: Some of These Days. […]

Η Μαντλέν γυρίζει τη μανιβέλα του φωνόγραφου. Αρκεί να μην έχει κάνει λάθος, να μην έχει βάλει, όπως τις προάλλες, την περίφημη μελωδία της Καβαλερία Ρουστικάνα. Όμως όχι, αυτή είναι, αναγνωρίζω τη μελωδία από τα πρώτα κιόλας μέτρα. Είναι ένα παλιό ραγκτάιμ με τραγουδιστό ρεφρέν. Άκουσα να το σφυρίζουν το 1917 κάτι Αμερικανοί στρατιώτες στους δρόμους της Λα Ροσέλ. Πρέπει να είναι προπολεμικό. Όμως η ηχογράφηση είναι πολύ πιο πρόσφατη. Ωστόσο είναι ο παλαιότερος δίσκος της συλλογής.

Σε λίγο θα έρθει το ρεφρέν: αυτό μου αρέσει κυρίως και ο απότομος τρόπος που ξεπροβάλλει, σαν απόκρημνος βράχος δίπλα στη θάλασσα. Για την ώρα ακούγεται η τζαζ• δεν υπάρχει μελωδία, μόνο νότες, μια μυριάδα μικρών δονήσεων. Δε γνωρίζουν παύση, μια άκαμπτη τάξη τις γεννά και τις καταστρέφει δίχως να τους αφήνει ποτέ την ελευθερία να ξαναρχίσουν, να υπάρξουν για κείνες τις ίδιες. Τρέχουν, βιάζονται, περνώντας μου δίνουν ένα απότομο χτύπημα και εξαφανίζονται. Πολύ θα ήθελα να τις συγκρατήσω, όμως ξέρω ότι αν κατάφερνα να γραπώσω κάποια, ανάμεσα στα δάχτυλά μου θα απέμενε μονάχα ένας παιγνιώδης και ξέπνοος ήχος. Πρέπει να αποδεχτώ το θάνατο τους• αυτόν το θάνατο οφείλω ακόμη και να τον θελήσω: εντύπωση πιο πικρή και πιο δυνατή σπάνια έχω γνωρίσει. […]

Μερικά δευτερόλεπτα ακόμη και η Νέγρα θα τραγουδήσει. Φαίνεται αναπόφευκτο, τόσο έντονη είναι η αναγκαιότητα αυτής της μουσικής: τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει, τίποτα που να προέρχεται από αυτόν το χρόνο όπου ο κόσμος έχει καταρρεύσει• θα σταματήσει μόνη της, τη στιγμή που θα πρέπει. Γι’ αυτό μου αρέσει αυτή η ωραία φωνή, όχι τόσο για την έντασή της, ούτε για τη θλίψη της, αλλά γιατί είναι το γεγονός που τόσες νότες έχουν προετοιμάσει, από τόσο μακριά, πεθαίνοντας για να γεννηθεί εκείνη.

Κι όμως ανησυχώ: πόσο εύκολο θα ήταν να σταματήσει ο δίσκος: να σπάσει ένα ελατήριο, να κάνει κάποια ιδιοτροπία ο ξάδελφος Αντόλφ. Πόσο παράξενη, πόσο συγκινητική είναι αυτή η εύθραυστη διάρκεια. Τίποτα δεν μπορεί να τη διακόψει και τα πάντα μπορούν να τη συντρίψουν.

Το τελευταίο ακόρντο εξανεμίστηκε. Στη σύντομη σιωπή που ακολουθεί, αισθάνομαι έντονα ότι αυτό ήταν, ότι συνέβη κάτι.

Σιωπή.

“Some of these days
You’ ll miss me honey!”»




© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι. Τα αποσπάσματα και η μετάφραση του βιβλίου είναι της Ειρήνης Τσολακέλλη.






Άλλες παρουσιάσεις βιβλίων στην Κουνελοχώρα:

















Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

鴨 長明: Η Καλύβα στο βουνό, του Κάμο νο Τσομέι





«Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;»


Στα παλιά χρόνια, την ιαπωνική περίοδο των Καμακούρα, ένας αυλικός αποφάσισε να γίνει ερημίτης. Η ζωή στην τότε ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, ήταν ασταθής και γεμάτη αγωνίες. Οι φυσικές καταστροφές (σεισμοί, λιμοί, πυρκαγιές) διαδέχονταν η μία την άλλη και έπλητταν εξίσου φτωχούς και αριστοκράτες – η φύση δεν έκανε διακρίσεις. Και η κοινωνική ζωή ήταν εμποτισμένη από τις κοινωνικές συμβάσεις και την υποκρισία.

Σε αυτό το κλίμα ήταν που ο αυλικός συγγραφέας, ποιητής και μουσικός Κάμο νο Τσομέι [Kamo no Chōmei, 長明] αποφάσισε ν’ απαρνηθεί την κοσμική ζωή και να ζήσει μόνος, σε μια καλύβα στο βουνό. Ήταν κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών: συνήθως αν κάποιος εγκατέλειπε την κοσμική ζωή κλεινόταν σε κάποιο μοναστήρι. Ωστόσο ο Κάμο νο Τσομέι προτίμησε να χτίσει μόνος του μια καλύβα, στα βάθη του βουνού Hino, και να ζήσει μέσα στη φύση, με μόνη συντροφιά του τα λιγοστά βιβλία του, τα μουσικά του όργανα, και την ίδια τη φύση – τα ζώα, τα δέντρα, τα ποτάμια, τον ξάστερο ουρανό.

Έτσι έζησε λοιπόν, μονάχος του, βυθισμένος στην απεραντοσύνη της φύσης, κάνοντας καθημερινές εργασίες, παίζοντας αυτοσχέδια μουσική – με μοναδικό κοινό του τα πουλιά και τα ψάρια – και υμνώντας τον Βούδα.

Μα όλα αυτά θα είχαν παραδοθεί στην αιώνια ροή του ποταμού της λήθης, αν δεν υπήρχε εκείνη η μικρή λεπτομέρεια που έκανε τη διαφορά: το ημερολόγιό του. Εκεί ήταν που κατέγραψε τις εμπειρίες και τις σκέψεις του… και εν έτει 1212, μας χάρισε το “Hōjōki– ένα από τα διαμάντια της μεσαιωνικής ιαπωνικής λογοτεχνίας.

Από αυτό λοιπόν το έργο σας παρουσιάζω σήμερα ένα εκτεταμένο απόσπασμα. Στα ελληνικά είναι μεταφρασμένο ως «Η Καλύβα Μου» και συμπεριλαμβάνεται στην «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [μετάφραση: Αλεξάνδρα Σωτηρίου, εκδόσεις Μέδουσα].

Καλή ανάγνωση, φίλε αναγνώστη. Και αν κάπου νιώσεις κάποιας μορφής ταύτιση με τα λεγόμενα του συγγραφέα, να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος. Ίσως ο αντίλαλος της φωνής του να έσμιξε τελικά με τον άνεμο που φυσάει στ’ ανατολικά, και να μας ψιθυρίζει τους σκοπούς του, αιώνες μετά, κάποιες χαραυγές – εδώ, καταμεσής της πολύβουης και μοναχικής πόλης του 21ου αιώνα.






Ένα απόσπασμα από το “Hōjōki” [«Η Καλύβα Μου»] του Κάμο νο Τσομέι



«Η ροή του ποταμού είναι αδιάκοπη και τα νερά του αλλάζουν συνεχώς. Οι φυσαλίδες, που επιπλέουν στις λίμνες, πότε χάνονται και πότε σχηματίζονται, και δεν κρατάνε πολύ: Έτσι είναι και στον κόσμο ο άνθρωπος και η κατοικία του. Μπορεί να φανταζόμαστε πως τα μικρά και τα μεγάλα σπίτια, που οι περήφανες στέγες τους στην πρωτεύουσα συναγωνίζονται η μία την άλλη, παραμένουν αναλλοίωτα από τη μια στην άλλη γενιά, αλλά αν εξετάσουμε το θέμα, θα δούμε πως ελάχιστα είναι τα παλιά σπίτια που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα. Μερικά κάηκαν τον περασμένο χρόνο και ξαναχτίστηκαν, μεγάλα σπίτια κατάντησαν χαμόσπιτα και οι κάτοικοι τους ξέπεσαν και αυτοί. Η πόλη είναι ίδια, ο κόσμος πολυάριθμος όπως πάντα, αλλά από αυτούς που ήξερα έχουν απομείνει ένας ή δυο στους είκοσι. Πεθαίνουν το πρωί γεννιούνται το βράδυ, όπως ο αφρός στην επιφάνεια του νερού.

Από που έρχεται και που πάει, ο άνθρωπος που γεννιέται και πεθαίνει; Για ποιανού το όφελος βασανίζεται και χτίζει σπίτια που διαρκούν μια στιγμή, και γιατί το μάτι χαίρεται να τα βλέπει; Αυτό δεν το ξέρουμε. Ποιος θα φύγει πρώτος, ο κύριος ή η κατοικία του; Την ίδια ερώτηση κάνουμε για τη δροσιά επάνω στην περικοκλάδα. Η δροσιά μπορεί να πέσει από το λουλούδι και εκείνο να μείνει – να μείνει μέχρι να το μαράνει ο πρωινός ήλιος. Το λουλούδι μπορεί να μαραθεί πριν εξατμιστεί η δροσιά, αλλά παρ' όλο που δεν εξατμίζεται, το λουλούδι δεν περιμένει το βράδυ.»


Σημείωση δική μου: Ο πρόλογος που είδατε είναι χαρακτηριστικός της βουδιστικής “mujō” – της περατότητας των πραγμάτων, της αδιάκοπης ροής του κόσμου, στον οποίο τίποτα δε μένει σταθερό και αναλλοίωτο.

 Στη συνέχεια του κειμένου ο Κάμο νο Τσομέι μας εξιστορεί με ανατριχιαστική γλαφυρότητα τις καταστροφές που έπληξαν την ιαπωνική πρωτεύουσα, το Κιότο, στις αρχές του 13ου αιώνα – και στις οποίες υπήρξε μάρτυρας ο ίδιος. Πυρκαγιές, λιμοί, σεισμοί, ανεμοστρόβιλοι… η πρωτεύουσα θαρρείς και ήταν έρμαιο γιγαντιαίων δράκων, και σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κατέρρεε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων της.

Δεν συμπεριλαμβάνω το συγκριμένο μέρος του κειμένου, μπορείτε όμως να το διαβάσετε στη μεταφρασμένη «Ανθολογία Ιαπωνικής Λογοτεχνίας» [εκδ. Μέδουσα], ή εναλλακτικά να το αναζητήσετε στην αγγλική του έκδοση.

Έχοντας ζήσει όλες τις φυσικές καταστροφές, ο Κάμο νο Τσομέι είχε ν’ αντιμετωπίσει επίσης την πληθώρα των κοινωνικών συμβάσεων που βάραιναν σαν περιττό ένδυμα την καθημερινή ζωή. Εδώ, λοιπόν, παραχωρώ για άλλη μια φορά τη σκυτάλη στο συγγραφέα – ως το τέλος της αφήγησής του, τη μετακόμισή του στο βουνό και την περιγραφή της ζωή του εκεί.






ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ



«Όλα είναι όπως τα περιέγραψα -τα πράγματα που δυσκολεύουν τη ζωή μας, η δική μας ανημποριά και το αναξιόπιστο των κατοικιών μας. Και αν σε αυτά προσθέσουμε τα βάσανα που προέρχονται από το χώρο ή από τις ιδιαίτερες συνθήκες, το σύνολό τους είναι ανυπολόγιστο.

Αν κάποιος, που δεν ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη, τύχει να ζει πλάι σε έναν ισχυρό άρχοντα, όσο ευτυχισμένος και αν είναι δεν μπορεί να γιορτάσει πολύ εντυπωσιακά• όσο λυπημένος και αν είναι δεν μπορεί να θρηνήσει μεγαλόφωνα. Ό,τι και αν κάνει νιώθει άβολα• σε κάθε ενέργειά του τρέμει σαν το σπουργίτι που πλησιάζει τη φωλιά του αετού. Ο φτωχός γείτονας μιας εύπορης οικογένειας ντρέπεται πάντοτε για την άθλια εμφάνισή του και μπαινοβγαίνει στο σπίτι του ξεσπώντας σε κολακείες. Και όταν βλέπει πόσο ζηλεύουν η γυναίκα, τα παιδιά και οι υπηρέτες του, ή όταν ακούει πόσο τον περιφρονεί η πλούσια οικογένεια, ταράζεται και δεν ησυχάζει ούτε ένα λεπτό. Ο άνθρωπος που το σπίτι του βρίσκεται σε πολυκατοικημένο μέρος, κινδυνεύει όταν ξεσπάει πυρκαγιά στη γειτονιά του. Αν μένει κάπου απόμερα, πρέπει να υφίσταται την ταλαιπωρία του πήγαινε-έλα στην πόλη και διατρέχει τον κίνδυνο να τον ληστέψουν.

Αυτοί που διαθέτουν εξουσία είναι άπληστοι• και αυτοί που δεν έχουν προστάτες περιφρονούνται. Η περιουσία προκαλεί πολλές στενοχώριες και η φτώχεια φέρνει θλίψη. Αυτός που ζητάει τη βοήθεια ενός άλλου ανθρώπου γίνεται σκλάβος του• όποιος συντηρεί άλλους πνίγεται από τη στοργή με την οποία τον περιβάλλουν. Όποιος συμμορφώνεται με τις συνήθειες του κόσμου θα φτωχύνει• αυτός που δεν συμμορφώνεται μοιάζει τρελός. Οπουδήποτε και αν ζει κάποιος, όποια δουλειά και αν κάνει, είναι δυνατόν να βρει καταφύγιο για το σώμα του και λίγη πνευματική ηρεμία, έστω και για ένα λεπτό;»



ΈΤΣΙ ΑΠΑΡΝΗΘΗΚΑ ΤΑ ΕΓΚΟΣΜΙΑ



«Κληρονόμησα το σπίτι της γιαγιάς του πατέρα μου και για μεγάλο διάστημα έζησα εκεί. Έπειτα έχασα τη θέση μου και με βρήκαν δύσκολοι καιροί. Πολλά πράγματα με ανάγκασαν να ζήσω μακριά από τον κόσμο, και τελικά, μην μπορώντας πια να μείνω στο προγονικό σπίτι μου, όταν έγινα τριάντα χρονών έχτισα με δικά μου σχέδια μια μικρή αγροικία. Το εμβαδόν της δεν ξεπερνούσε το ένα δέκατο της έκτασης του σπιτιού που ζούσα. Γύρω του ύψωσα ένα χωματένιο τοίχο, αλλά δεν είχα τα μέσα να τοποθετήσω διακοσμητική πύλη. Έχτισα επίσης ένα πρόχειρο υπόστεγο από μπαμπού για το αμάξι μου. Πρέπει να ομολογήσω ότι ανησυχούσα όταν χιόνιζε και όταν ξεσπούσαν θύελλες• και αφού το σπίτι ήταν κοντά στον ποταμό Κάμο, κινδύνευα από τις πλημμύρες και από τους ληστές.        

Για περισσότερο από τριάντα χρόνια είχα βασανιστεί υπομένοντας όλα τα πράγματα αυτού του δυστυχισμένου κόσμου. Όλο αυτό το διάστημα, τα χτυπήματα της μοίρας με ανάγκασαν φυσικά να συνειδητοποιήσω το εύθραυστο της ζωής μου. Στα πενήντα μου έγινα ιερέας και τότε γύρισα την πλάτη μου στον κόσμο. Δεν είχα οικογένεια, ούτε και δεσμούς που θα με δυσκόλευαν να εγκαταλείψω τα εγκόσμια. Δεν ήμουν έμμισθος κληρικός – τι μπορούσε να με κρατήσει; Πόσα χρόνια είχα δαπανήσει μάταια ανάμεσα στους νεφοσκέπαστους λόφους του Οχάρα!»


Landscape of Mountains and River by Soga Shohaku (1730–1781)


Η ΚΑΛΥΒΑ ΤΩΝ ΕΝΝΙΑ ΤΕΤΡΑΓΩΝΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ



«Τώρα που έφτασα τα εξήντα και η ζωή μου είναι έτοιμη να εξατμιστεί σαν τη δροσιά, διαμόρφωσα μια κατοικία για την τελευταία περίοδο της ζωής μου. Είναι μια καλύβα όπου ένας ταξιδιώτης μπορεί ίσως να περάσει μια νύχτα μόνο• μοιάζει με το κουκούλι που υφαίνει ένας γέρικος μεταξοσκώληκας. Η έκταση της καλύβας μου δεν είναι ούτε το ένα εκατοστό της αγροικίας όπου έζησα όταν ήμουν μεσήλικας.

Προτού το καταλάβω, είχα βαρύνει από τα χρόνια και σε κάθε μετακόμιση το σπίτι μου ήταν πιο μικρό από το προηγούμενο. Η τωρινή καλύβα μου έχει ασυνήθιστη εμφάνιση. Είναι ένας χώρος που έχει εμβαδόν εννιά τετραγωνικά μέτρα και το ύψος του δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Δεν διάλεξα το συγκεκριμένο σημείο, κι έχτισα το σπίτι χωρίς να συμβουλευτώ μάντεις. Έριξα μια βάση κι έφτιαξα μια στοιχειώδη καλαμοσκεπή. Έβαλα μεντεσέδες στις ενώσεις των σανιδιών, ώστε αν δεν μου αρέσει κάτι, να μετακομίσω εύκολα αλλού. Μήπως είναι δύσκολο να αλλάξω κατοικία; Δύο κάρα φτάνουν να μεταφέρουν όλα τα πράγματά μου, και εκτός από την αμοιβή του καροτσέρη δεν θα έχω άλλα έξοδα.

Από τον καιρό που έκρυψα τα ίχνη μου εδώ στην καρδιά του όρους Χίνο, πρόσθεσα στη νότια πλευρά ένα στηθαίο και μια βεράντα από μπαμπού. Στα δυτικά έχτισα ένα ράφι για το αγίασμα, και μέσα στην καλύβα, κατά μήκος του δυτικού τοίχου, εγκατέστησα την εικόνα του Αμίντα. Το φως του ήλιου που δύει φωτίζει το μέτωπό του ανάμεσα στα φρύδια. Στις πόρτες της λειψανοθήκης κρέμασα εικόνες του Φούγκεν και του Φούντο. Επάνω από τη συρόμενη πόρτα που βλέπει στο βορρά έχτισα ένα μικρό ράφι όπου έχω τρία ή τέσσερα μαύρα δερμάτινα πανέρια που περιέχουν βιβλία ποίησης και αποσπάσματα από ιερές γραφές. Πλάι τους υπάρχει ένα πτυσσόμενο κότο κι ένα λαούτο.

Κατά μήκος του ανατολικού τοίχου αντί για κρεβάτι άπλωσα μακριά φύλλα φτέρης και άχυρο. Στον ανατολικό τοίχο άνοιξα ένα παράθυρο και από κάτω έκανα ένα γραφείο. Κοντά στο μαξιλάρι μου υπάρχει ένα τετράγωνο μαγκάλι όπου καίω χαμόκλαδα. Στη βορεινή πλευρά της καλύβας έφραξα με πασσάλους ένα μικρό κομμάτι γης και σ' αυτόν τον κήπο καλλιεργώ πολλά είδη χορταρικών.

Αυτή είναι η προσωρινή καλύβα μου. Τώρα θα προσπαθήσω να περιγράψω τους τριγύρω χώρους. Στη νότια πλευρά ένας σωλήνας από μπαμπού φέρνει νερό στη βραχολίμνη που έφτιαξα. Κοντά στο σπίτι μου υπάρχει ένα δάσος όπου εύκολα μαζεύω χαμόκλαδα. Το βουνό λέγεται Τογιάμα. Διάφορα αναρριχητικά φυτά κλείνουν τα περάσματα και οι κοιλάδες είναι γεμάτες άγρια βλάστηση, αλλά στα δυτικά υπάρχει ένα ξέφωτο, οπότε το περιβάλλον μου προσφέρει μια πνευματική παρηγοριά. Την άνοιξη, οι γλυσίνες στη δυτική πλευρά μοιάζουν με άλικα, λαμπερά σύννεφα. Το καλοκαίρι ακούω τον κούκο, που υπόσχεται να με οδηγήσει στο δρόμο του θανάτου. Το φθινόπωρο φτάνουν στ' αυτιά μου οι φωνές των νυχτερινών εντόμων που θρηνούν γι' αυτόν τον άθλιο κόσμο. Το χειμώνα βλέπω με βαθιά συγκίνηση το χιόνι να συσσωρεύεται και να λιώνει σαν τις αμαρτίες και τα εμπόδια για τη σωτηρία.

'Όταν δεν έχω τη διάθεση να απαγείλλω το νεμπούτσου και δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να διαβάσει τις Σούτρα, κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει να ξεκουραστώ και να τεμπελιάσω, και δεν υπάρχει φίλος να ντρέπεται για εμένα. Παρ' όλο που δεν προσπαθώ ιδιαίτερα και δεν ακολουθώ την πειθαρχία της σιωπής, αφού ζω μόνος αυτομάτως απέχω από τις αμαρτίες του λόγου• και παρ' όλο που δεν προσπαθώ απαραίτητα να υπακούω στις Εντολές, εδώ όπου δεν υπάρχουν πειρασμοί ποιος θα με παρακινήσει να τις παραβώ;

Τα πρωινά που νιώθω πρόσκαιρος σαν τα άσπρα απόνερα που ακολουθούν τα πλοία, πηγαίνω στις όχθες του ποταμού, παρακολουθώ τα σκάφη που κάνουν δρομολόγια πέρα-δώθε και συνθέτω —στο στυλ του ιερέα Μανσέι. Το βράδυ, όταν ο αέρας θροίζει στα φύλλα, θυμάμαι τον ποταμό Τζινιό και παίζω το λαούτο με τη μέθοδο του Μιναμότο νο Τσουνενόμπου. Αν δεν φτιάξει το κέφι μου, συντονίζω το λαούτο μου με την ηχώ των πεύκων και παίζω το «Τραγούδι του Φθινοπωρινού Ανέμου», ή τη «Μελωδία του Ρέοντος Ρυακιού» - τροποποιώντας τον τόνο ανάλογα με τον ήχο του νερού. Είμαι μέτριος μουσικός, αλλά δεν παίζω για να αρέσω στους άλλους. Παίζω μόνος, τραγουδάω μόνος, και η καρδιά μου χαίρεται.






Στους πρόποδες του βουνού υπάρχει ένα πρόχειρο φτιαγμένο σπιτάκι όπου μένει ο δασοφύλακας. Έχει ένα γιο που καμιά φορά έρχεται και με βλέπει. Όταν βαριέμαι τη δουλειά που κάνω, πηγαίνω μια βόλτα μαζί του. Είναι δεκάξι χρονών κι εγώ εξήντα: και παρ' όλο που οι ηλικίες μας διαφέρουν, απολαμβάνουμε πολύ ο ένας τη συντροφιά του άλλου.

Καμιά φορά μαζεύω ανθισμένα καλάμια ή άγρια αχλάδια, ή γεμίζω το πανέρι μου με μούρα και κάρδαμο. Άλλοτε πηγαίνω στα ρυζοχώραφα, στους πρόποδες του βουνού, και πλέκω στεφάνια με τα πεσμένα στάχυα. Όταν ο καιρός είναι καλός, σκαρφαλώνω στην κορυφή και κοιτάω προς το Κιότο, όπου ήταν το παλιό μου σπίτι, μακριά, πολύ μακριά. Η θέα είναι κοινό αγαθό και τίποτε δεν εμποδίζει την ευχαρίστησή μου.

Όταν νιώθω δραστήριος και έτοιμος για ένα φιλόδοξο ταξίδι, ακολουθώ τις κορυφές και πηγαίνω να προσκυνήσω στο ναό Iγουάμα ή Ισιγιάμα. Ή διασχίζω τα χωράφια του Αγουάζου για να υποβάλω τα σέβη μου σε ο,τι έχει απομείνει από την καλύβα του Σεμιμαρού, και περνάω τον ποταμό Ταναγκάμι για να επισκεφθώ τον τάφο του Σαρουμάρου. Στην επιστροφή, ανάλογα με την εποχή, θαυμάζω τις ανθισμένες κερασιές ή τα φθινοπωρινά φύλλα και μαζεύω βλαστάρια η φρούτα, για να προσφέρω στον Βούδα αλλά και για το σπίτι μου.

Τα ήσυχα βράδια, μέσα στο φεγγαρόφωτο που πλημμυρίζει το παράθυρο, νοσταλγώ τους παλιούς φίλους ή μουσκεύω το μανίκι μου με δάκρυα ακούγοντας τις κραυγές των πιθήκων. Βλέπω τις πυγολαμπίδες στις πυκνές συστάδες του γρασιδιού και νομίζω πως βλέπω τα φώτα των ψαράδων έξω από το νησί Μακί• οι βροχές της αυγής ακούγονται σαν φθινοπωρινές καταιγίδες που χτυπούν επάνω στα φύλλα. Και όταν ακούω τις φωνές τον φασιανών, αναρωτιέμαι αν φωνάζουν τον πατέρα ή τη μητέρα τους• όταν τα άγρια ελάφια του βουνού με πλησιάζουν άφοβα, συνειδητοποιώ πόσο μακριά βρίσκομαι από τον κόσμο. Και όταν καμιά φορά, όπως συνηθίζουν οι ηλικιωμένοι, ξυπνάω στη μέση της νύχτας, σκαλίζω τα αναμμένα κάρβουνα της χόβολης που συντροφεύουν τη μοναξιά μου. Το βουνό δεν είναι επιβλητικό, αλλά το σκηνικό του μου δίνει ατέλειωτη ευχαρίστηση άσχετα από την εποχή, ακόμα και όταν ακούω το κρώξιμο της κουκουβάγιας.

'Όταν άρχισα να ζω εδώ, πίστευα πως δεν θα ήταν για πολύ καιρό, αλλά έχουν κιόλας περάσει πέντε χρόνια. Η προσωρινή κατοικία μου πάλιωσε μάλλον: τα μαραμένα φύλλα έχουν συσσωρευτεί στις μαρκίζες και τα μούσκλια κάλυψαν το πάτωμα. Όταν έφταναν τυχαία στ' αυτιά μου νέα από την πρωτεύουσα, μάθαινα πόσοι μεγάλοι και τρανοί είχαν πεθάνει από τότε που αποσύρθηκα στο βουνό. Και πως να υπολογίσεις τον αριθμό των ανθρώπων κατώτερης τάξης; Πόσα σπίτια κάηκαν στις αναρίθμητες καταστρεπτικές πυρκαγιές; Μόνο σε μια καλύβα που χτίστηκε για πρόχειρο κατάλυμα μπορείς να ζεις χωρίς φόβους. Είναι πολύ μικρή, αλλά χωράει ένα κρεβάτι όπου ξαπλώνω το βράδυ και το χρησιμοποιώ για κάθισμα την ημέρα• τίποτε δεν λείπει από αυτό το σπίτι. Ο ερημίτης κάβουρας προτιμά να ζει σε μικρές φωλιές, επειδή ξέρει καλά το μέγεθος του σώματός του. Ο ψαραετός μένει σε έρημες ακτές επειδή φοβάται τους ανθρώπους. Είμαι κι εγώ σαν αυτούς• Ξέρω τον εαυτό μου και τον κόσμο, δεν έχω φιλοδοξίες ούτε και πάρε-δώσε με τον κόσμο. Θέλω μόνο την ησυχία μου• χαίρομαι για την απουσία της θλίψης.

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν χτίζουν σπίτια για τον εαυτό τους. Μερικοί χτίζουν για τις οικογένειες και τους συγγενείς τους• άλλοι για τους φίλους και τις γνωριμίες τους. Κάποιοι άλλοι χτίζουν για τους κυρίους ή τους δασκάλους τους και μερικοί για να στεγάσουν υπάρχοντα και ζώα. Εγώ έχτισα για τον εαυτό μου και όχι για τους άλλους. Γιατί τώρα, έτσι όπως ζω, δεν έχω σύντροφο ή υπηρέτη για να με βοηθάει. Αν υποθέσουμε πως είχα χτίσει ένα ευρύχωρο σπίτι θα στέγαζα; Ποιος θα ζούσε σ' αυτό;

Οι φίλοι ενός ανθρώπου τον εκτιμούν για την περιουσία του και δείχνουν μεγάλη αγάπη σ’ αυτούς που τους κάνουν χάρες. Δεν νιώθουν απαραίτητα αγάπη για άτομα που τρέφουν απέναντί τους θερμά φιλικά αισθήματα ή που έχουν τίμιο χαρακτήρα. Είναι καλύτερα να έχεις για φίλο τη μουσική και την φύση. Οι υπηρέτες των ανθρώπων θέλουν να δέχονται ακριβά δώρα και δείχνουν σεβασμό σε αυτούς που τους φέρονται με απλοχεριά. Αλλά όσο μεγάλη και αν είναι η φροντίδα και η στοργή που τους παρέχει ο κύριός τους, εκείνοι δεν νοιάζονται καθόλου για τη γαλήνη και την ευτυχία του. Είναι καλύτερα να είσαι υπηρέτης του εαυτού σου.



Landscape of the Four Seasons by Tenshō Shūbun (1414–1463)


Όταν πρέπει να γίνει μια δουλειά, φυσικά την κάνω μόνος μου. Καμιά φορά η δουλειά με κουράζει, αλλά μου φαίνεται πιο απλό να δουλεύω παρά να έχω υπηρέτη και να τον φροντίζω. Όταν πρέπει να περπατήσω, περπατάω. Μερικές φορές είναι δυσάρεστο, αλλά είναι προτιμότερο από το να ανησυχώ για τα φάλαρα ενός αλόγου ή για μια βοϊδάμαξα. Διαιρώ το σώμα μου και το χρησιμοποιώ διπλά: τα χέρια μου είναι υπηρέτες, τα πόδια μου είναι ένα βολικό αμάξι. Όταν κουράζεται το μυαλό η το σώμα μου, το καταλαβαίνω αμέσως και ξεκουράζομαι. Χρησιμοποιώ τους υπηρέτες μου όταν είναι δυνατοί. Λέω «χρησιμοποιώ», αλλά δεν τους εξαντλώ. Αν δεν έχω διάθεση να εργαστώ, δεν ανησυχώ. Το περπάτημα και η εργασία ωφελούν το σώμα. Τι νόημα έχει να κάθεσαι και να τεμπελιάζεις; Είναι αμαρτία να προκαλείς σωματικό ή διανοητικό κόπο: πως μπορούμε να χρησιμοποιούμε την εργασία του άλλου;

Τα ρούχα και η τροφή μου είναι εξίσου απλά με την κατοικία μου. Σκεπάζω τη γύμνια μου με πρόχειρα ρούχα υφασμένα από νήματα γλυσίνας και τα παπλώματά μου είναι από κανναβάτσο. Συμπληρώνω τη διατροφή μου με μούρα από τους αγρούς και καρύδια από τα δέντρα της βουνοκορφής. Δεν ντρέπομαι για την εμφάνισή μου, γιατί δεν έχω κοινωνικές σχέσεις. Η έλλειψη αφθονίας νοστιμίζει και την πιο απλή τροφή.

Δεν συνιστώ τον τρόπο που ζω σε ανθρώπους που είναι ευτυχισμένοι και έχουν περιουσία, αλλά διηγήθηκα τις εμπειρίες μου απλώς για να δείξω τις διαφορές της παλιάς και της νέας ζωής μου. Από τότε που άφησα τον κόσμο και έγινα ιερέας, δεν ξέρω τι θα πει μίσος και φόβος. Για τη διάρκεια της ζωής μου ας αποφασίσει ο Ουρανός. Δεν κρέμομαι από τη ζωή, ούτε μεμψιμοιρώ για το τέλος της. Το σώμα μου είναι σαν ένα σύννεφο που φεύγει – δεν ζητάω τίποτε, δεν θέλω τίποτε. Η μεγαλύτερη χαρά μου είναι ένας ήσυχος υπνάκος• η μόνη μου επιθυμία γι' αυτή τη ζωή είναι να βλέπω τις ομορφιές κάθε εποχής.

Οι Τρεις Κόσμοι ενώνονται με ένα πνεύμα. Αν το πνεύμα δεν είναι ήρεμο, τα υποζύγια και τα υπάρχοντα δεν προσφέρουν τίποτε, όπως δεν φέρνουν τη χαρά τα παλάτια και τα μέγαρα. Αυτό το μοναχικό σπίτι είναι μια τόση δα καλύβα, όμως εγώ κατά κάποιο τρόπο το αγαπώ. Όταν πηγαίνω στην πρωτεύουσα και πρέπει να ζητιανέψω ντρέπομαι, αλλά όταν επιστρέφω και κάθομαι εδώ νιώθω οίκτο γι' αυτούς που είναι δεμένοι ακόμα με τον κόσμο της σκόνης. Αν κάποιος αμφιβάλλει για την αλήθεια των λόγων μου, ας κοιτάξει τα ψάρια και τα πουλιά. Τα ψάρια δεν βαριούνται το νερό, αλλά μόνο τα ψάρια ξέρουν το γιατί. Τα πουλιά αγαπούν τα δάση, αλλά μόνο εκείνα ξέρουν το γιατί. Οι χαρές της μοναξιάς είναι παρόμοιες. Ποιος μπορεί να τις καταλάβει αν δεν ζήσει έτσι;

Στον ουρανό, το φεγγάρι της ζωής μου χαμηλώνει και τώρα βρίσκεται κοντά στην άκρη του βουνού. Σύντομα θα πρέπει να κατευθυνθώ στο σκοτάδι των Τριών Δρόμων: γιατί να κλαψουρίζω για τον εαυτό μου; Η ουσία της διδασκαλίας του Βούδα στον άνθρωπο είναι πως δεν πρέπει να συνδεόμαστε με κανένα αντικείμενο. Είναι αμαρτία που αγαπάω τη μικρή καλύβα μου, και η προσκόλληση στη μοναξιά μου μπορεί να σταθεί εμπόδιο στη σωτηρία μου. Γιατί λοιπόν να χάνω και άλλο πολύτιμο χρόνο αναφέροντας τέτοιες μηδαμινές απολαύσεις;

Μια ήρεμη αυγή, καθώς σκεφτόμουν τους λόγους αυτής της αδυναμίας μου, είπα στον εαυτό μου πως είχα παρατήσει τα εγκόσμια για να ζήσω σ' ένα δάσος στα βουνά ώστε να βάλω μια τάξη στις σκέψεις μου και να εφαρμόσω το Δρόμο. «Κι όμως, παρά την όψη καλόγερου που έχεις, η καρδιά σου δεν είναι αγνή. Η καλύβα σου μπορεί να είναι σαν του Τζομιό, αλλά τηρείς το Νόμο χειρότερα και από τον Χαντοκού. Αν η κοινωνική κατάστασή σου είναι ανταπόδοση για τις αμαρτίες μιας προηγουμένης ζωής, είναι σωστό να θλίβεσαι γι' αυτή; Γιατί επιτρέπεις να σε ταράζει η αυταπάτη;» Σε αυτές τις ερωτήσεις το μυαλό μου δεν είχε να δώσει καμιά απάντηση. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα μου και να απαγγείλω δύο ή τρεις φορές το νεμπούτσου έστω κι αν κάτι τέτοιο είναι απαράδεκτο από μια ατιμασμένη καρδιά.

Είναι τώρα το τέλος του τρίτου φεγγαριού του 1212 και γράφω αυτό το κείμενο στην καλύβα μου στο Τογιάμα.»


Artwork by Katsushika Hokusai (1839)

You Might Also Like

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...