9 Δεκεμβρίου 2018

Ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν και ο κόσμος του Σιλμαρίλλιον



Αφιέρωμα στο Σιλμαρίλλιον του Τζ.Ρ.Ρ.Τόλκιν από το φονικό κουνέλι




«Πάντα είχα την αίσθηση πως κατέγραφα κάτι που ήδη υπήρχε «εκεί έξω», κάπου – όχι πως δημιουργούσα κάτι νέο»

J. R. R. Tolkien




Δεν χωράει αμφιβολία πως ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» [“The Lord of the Rings”] ανήκει στα σημαντικότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα. Ήταν το έργο που ανέδειξε, όσο κανένα άλλο, τη λογοτεχνία του φανταστικού, ταξίδεψε γενιές αναγνωστών στον μαγικό κόσμο της Μέσης Γης και επηρέασε καταλυτικά κάθε βιβλίο του είδους που έμελλε να ακολουθήσει. Και αν το λογοτεχνικό κείμενο σημείωσε μεγάλη επιτυχία στους κύκλους των βιβλιοφάγων, η κινηματογραφική μεταφορά της τριλογίας μετέτρεψε το όνομα “J. R. R. Tolkien” σε μαζικό φαινόμενο, πέρα και έξω από τα σύνορα της λογοτεχνίας: ο κόσμος της Μέσης Γης ήταν πλέον γνωστός στους πάντες, ακόμα και σε ανθρώπους που δεν είχαν πιάσει ούτε ένα βιβλίο στα χέρια τους. Έφτασαν ως και να κυκλοφορήσουν τα βιβλία με τα εξώφυλλα των αφισών της ταινίας – μια εμπορική και κακόγουστη κίνηση, αν θέλετε τη γνώμη μου.

Ωστόσο δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την αδιαμφισβήτητη αξία των συγκεκριμένων κινηματογραφικών μεταφορών: ο κινηματογραφικός «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» παραμένει μια άξια μεταφορά ενός επικού έργου και ένας φόρος τιμής στο πρωτότυπο κείμενο του Τόλκιν – σε αντίθεση με τη μετριότατη μεταφορά και παραποίηση που υπέστη το μικρό αδερφάκι του, το «Χόμπιτ».

Πέρα όμως από τις περιπέτειες του Φρόντο, του Σαμ, του Γκάνταλφ και της παρέας τους, υπάρχει ένα άλλο έργο του Τόλκιν που ο ίδιος θεωρούσε ως το σημαντικότερο όλων• ήταν το έργο ζωής του, εκείνο στο οποίο ανέτρεχε συνεχώς και αναθεωρούσε, στη διάρκεια δεκαετιών, εμπλουτίζοντάς το με νέες λεπτομέρειες και επεκτείνοντάς το σε πληροφορίες και βάθος• ήταν η πηγή από την οποία ανάβλυζε κάθε ιστορία του, ο πυρήνας όλης της μυθοπλασίας του• ήταν το βιβλίο που αναδεικνύει περισσότερο από κάθε άλλο τις επιρροές του από τη λογοτεχνία και τη μυθολογία του Μεσαίωνα• ήταν εκείνο που φανερώνει την ικανότητά του να πλάθει όχι μονάχα συμβατικές αφηγήσεις, μα ολόκληρες μυθολογίες, εφάμιλλες των μεγαλύτερων μύθων του κόσμου.

Ο λόγος για το Έπος του Σιλμαρίλλιον [J. R. R. Tolkien, “The Silmarillion”], το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά το 1977, λίγα χρόνια μετά το θάνατο του δημιουργού του, σε επιμέλεια του γιου του, Κρίστοφερ Τόλκιν. Ένα βιβλίο που θα ήταν μεγάλο σφάλμα να το αντιμετωπίσεις σαν μυθιστόρημα και να επιχειρήσεις να το διαβάσεις σαν τέτοιο – η μυθιστορία συνιστά μονάχα μία από τις αφηγηματικές τεχνικές του. Το βιβλίο είναι ταυτόχρονα μια Κοσμογονία, μια Μυθολογία, ένα Χρονικό, μια φιλολογική Σπουδή, σχεδόν ένα Ποίημα σε πεζή γλώσσα, εφάμιλλο των κλασικών μεσαιωνικών έργων που ενέπνευσαν τον συγγραφέα τους.

Ο μη-εξοικειωμένος αναγνώστης πιθανό να συγχυστεί με το πλήθος των ονομάτων, τη διαδοχή ιστοριών και την έλλειψη ενός κεντρικού χαρακτήρα. Μα ο αναγνώστης που γνωρίζει πως το βιβλίο συνιστά κατ’ ουσίαν ένα μυθολογικό χρονικό και λιγότερο ένα μυθιστόρημα, θα διαπιστώσει πως το Σιλμαρίλλιον στέκει επάξια πλάι στα μεγάλα ευρωπαϊκά Έπη του παρελθόντος: έργα όπως η σκανδιναβική Πεζή Έντα ή η φινλανδική Καλεβάλα.




Η σφαγή του δράκου Γκλάουρουνγκ από τον Τούριν Τουράμπαρ - εικονογράφηση του John Howe για το Σιλμαρίλλιον του Τόλκιν
Turin Turambar slays Glaurung- art by John Howe



Αν το «Χόμπιτ» μοιάζει ένα παραμύθι μπροστά στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», να είστε βέβαιοι πως ο δεύτερος δεν είναι παρά η μυθιστορηματική κορυφή του παγόβουνου μπροστά στο «Σιλμαρίλλιον»! Οι ιστορίες του Σιλμαρίλλιον είναι κατά πολύ βαθύτερες και σκοτεινότερες – αγγίζοντας εκείνο το όριο της αβύσσου όπου η ατομική αφήγηση παραχωρεί τη θέση της στα συλλογικά αρχέτυπα και τις λαϊκές παραδόσεις που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Οι πρωταγωνιστές του δεν θυμίζουν σε τίποτα τους συμπαθείς εκείνους χαρακτήρες που είδαμε να στολίζουν τις αφίσες των κινηματογραφικών ταινιών. Τα Ξωτικά εδώ δεν μοιάζουν με αιθέριες, σχεδόν άυλες, υπάρξεις, μα με Τρομερούς Θεούς, από το βλέμμα των οποίων ξεπηδά φωτιά. Οι Άνθρωποι δείχνουν μπλεγμένοι σε κοσμογονικές καταστάσεις που τους υπερβαίνουν και τους καταστρέφουν, θυμίζοντας ήρωες αρχαίας τραγωδίας. Και οι δυνάμεις του Κακού συνιστούν όχι απλά μια απειλή ή κάτι «εκεί έξω», σαφώς διαχωρισμένο από το «Καλό», μα μια μόνιμη παρουσία που ενεδρεύει σε κάθε πλάσμα του κόσμου που παραδίδεται στις αδυναμίες του: στον φθόνο, τη θέληση για έλεγχο πάνω στη φύση και στο πάθος της εξουσίας.

Μεταξύ πολλών άλλων το «Σιλμαρίλλιον» περιλαμβάνει τον τραγικότερο ήρωα του Τόλκιν, τον Τούριν Τουράμπαρ, τον μεγαλύτερό του αντιήρωα, τον Φέανορ, μα και την ωραιότερη ιστορία αγάπης που αφηγήθηκε ποτέ: την ιστορία του Μπέρεν και της Λούθιεν. Δεν χωράει αμφιβολία πως συνιστά το κορυφαίο έργο του Τόλκιν και εκείνο που θα εκτιμήσουν οι αληθινοί φίλοι του – εκείνοι που ξέρουν πως ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν ήταν πρωτίστως ένας μελετητής του Μεσαίωνα, ένας γλωσσοπλάστης και ένας μυθοπλάστης, και όχι ένας απλός λογοτέχνης. Και νομίζω είναι προς τιμήν του “Σιλμαρίλλιον” πως είναι αδύνατο, λόγω της μορφής του, να μεταφερθεί αυτούσιο στον κινηματογράφο. Εδώ δεν έχει ποπ κορν, κύριοι.

Μην έχετε καμία αμφιβολία… μπορεί να μην είναι το πιο εύπεπτο βιβλίο στην ανάγνωση και μπορεί να μην ολοκληρώθηκε ποτέ – μα το «Σιλμαρίλλιον» συνιστά το αληθινό έργο ζωής του Τόλκιν. Και όπως έλεγε ο ίδιος, αποτελεί κάτι «παραπάνω» από μια φανταστική δημιουργία. Είναι λες και περιέγραφε γεγονότα που έχουν ήδη υπάρξει, κατά έναν τρόπο. Μια από τις επιθυμίες του συγγραφέα ήταν να αναγράφεται στον τάφο του, κάτω από το ονοματεπώνυμό “Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν”, το όνομα «Μπέρεν». Αντίστοιχα, στον τάφο της γυναίκας του, Έντιθ, ήταν κοινή επιθυμία του ζεύγους να αναγράφεται το όνομα «Λούθιεν».

Και έτσι έγινε. Ο αληθινός Μπέρεν και η αληθινή Λούθιεν, είναι πάντα εκεί, μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλον, όσο οι εποχές των θρύλων παραχωρούν τη θέση τους στους σύγχρονους καιρούς μας…




Ο Μπέρεν και η Λούθιεν καβάλα στον Χουάν. Εικονογράφηση του Alan Lee για το Silmarillion
Beren and Luthien, art by Alan Lee



Τι είναι το «Σιλμαρίλλιον»;




Ας το επαναλάβω: Το «Σιλμαρίλλιον» δεν είναι μυθιστόρημα με τη συμβατική έννοια του όρου! Ο αναγνώστης που πιάνει το βιβλίο στα χέρια του έχοντας κατά νου να διαβάσει κάτι σχετικό ίσως να απογοητευτεί. Η αφήγηση ξεχειλίζει πρόσωπα και γεγονότα που διαδέχονται το ένα το άλλο και χρειάζεται υπομονή και συχνή αναδρομή στο Ευρετήριο Ονομάτων που υπάρχει στο τέλος του βιβλίου. Πρωτίστως, το έργο συνιστά μια Μυθολογία και ένα Χρονικό της Πρώτης Εποχής της Μέσης Γης, ξεκινώντας ήδη από τη δημιουργία του κόσμου και καταλήγοντας στο τέλος της Δεύτερης Εποχής και στα γεγονότα που έμελλε να οδηγήσουν στις περιπέτειες του «Χόμπιτ» και του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».

Ουσιαστικά πρόκειται για ένα μακροσκελές πεζό έπος και μια καταγεγραμμένη μυθολογία, η οποία, ενίοτε, αποκτά και μυθιστορηματική μορφή. Και είναι το πλούσιο καζάνι απ’ το οποίο υπερχειλίζουν όλες οι ιστορίες του Τόλκιν και όλοι οι μεταγενέστεροι χαρακτήρες του – η βάση όλου του μυθιστορηματικού οικοδομήματός του. Αν ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» υπήρξε ο μεγάλος μυθιστορηματικός Πύργος που βλέπεις να φαίνεται στο βάθος του ορίζοντα της φανταστικής λογοτεχνίας, το «Σιλμαρίλλιον» αποτελεί τις οχυρώσεις και τις βάσεις αυτού του Πύργου.

Κανένας άλλος μεμονωμένος συγγραφέας, πριν ή μετά τον Τόλκιν, δεν εμπλούτισε τόσο πολύ τις λογοτεχνικές του επινοήσεις, σε βαθμό να φτάσει να χτίσει μια ολόκληρη μυθολογία που καλύπτει γενιές και γενιές – συνοδευόμενη από τη δημιουργία όχι κάποιων σκόρπιων φανταστικών ονομάτων, μα ολόκληρης γλώσσας. Όμως ο Τόλκιν δεν ήταν ποτέ ένας απλός συγγραφέας. Και αν υπάρχουν σήμερα κάποιοι συγγραφείς που ακολουθούν τα βήματά του (αρκετοί, θα λέγαμε), κανείς ανάμεσά τους δεν έχει το φιλολογικό εύρος του ίδιου του συγγραφέα που τους ενέπνευσε.



Ο Τόλκιν ενώ μελετάει στο γραφείο του



Η δομή του έργου




Το «Σιλμαρίλλιον» ξεκινάει με την αφήγηση «Αϊνουλιντάλη» [“Ainulindalë”] – την πρωταρχική δημιουργία του κόσμου. Ο Έρου Ιλούβαταρ, ο Ένας, δημιουργεί τον κόσμο και μαζί με αυτόν έρχονται οι Άινουρ, οι θεοί. Και η ιστορία του κόσμου ξετυλίγεται σαν μουσική συμφωνία μπροστά στα μάτια τους: μια συμφωνία στην οποία οι ίδιοι οι θεοί μοιάζουν περισσότερο θεατές παρά συμμετέχοντες, σε πολλαπλούς ρυθμούς και ποικίλες εναλλαγές, στην οποία το κεντρικό μοτίβο συνυπάρχει με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού – το πεπρωμένο και η ελεύθερη βούληση σμίγουν σε ένα.

Και αυτό που αρχικά φανερώθηκε με νότες, φτάνοντας ως το τρομερό συμφωνικό αποκορύφωμά του, μετατρέπεται στη συνέχεια σε Πράξη – και ο κόσμος δημιουργείται απ’ το μηδέν.

Η ιστορία του κόσμου ως μουσική συμφωνία: μια από τις βαθύτερες και ποιητικότερες στιγμές του Τόλκιν, που αποκαλύπτει ήδη απ’ το ξεκίνημα πως έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που συνιστά κάτι περισσότερο από μια «φανταστική» επινόηση. Γιατί, κατά βάθος, γνωρίζεις μέσα σου πως αυτό που διαβάζεις είναι «πραγματικό» και πως στη ροή της μουσικής ξετυλίγεται το νήμα κάθε αλήθειας…

Εν συνεχεία, η «Βαλακουέντα» [“Valaquenta”] περιγράφει τους Βάλαρ, τους θεούς, και τις συνήθειές τους. Κάθε θεότητα συνδέεται και με κάποιο φυσικό στοιχείο του κόσμου – υπάρχει λοιπόν ο θεός του ανέμου, ο θεός των υδάτων, η θεά της γης, κλπ. Ανάμεσά τους δεσπόζει και ένας θεός που θέλησε να αντισταθεί στους υπόλοιπους και να έχει ο ίδιος την απόλυτη εξουσία πάνω στον κόσμο, καταστρέφοντας μονίμως τα έργα των υπολοίπων – ο λόγος για τον Μέλκορ, τον ισχυρότερο όλων, που τα Ξωτικά έμελλε να του δώσουν το όνομα Μόργκοθ – ο μεγάλος Εχθρός.

Μα η κεντρική ιστορία αρχίζει με την «Κουέντα Σιλμαρίλλιον» [“Quenta Silmarillion”], την τρίτη και μακροσκελέστερη ενότητα του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική ιστορία στον κεντρικό άξονα της οποίας συναντούμε τα θέματα της Πτώσης, της Εξορίας και της Εξέγερσης. Περιγράφονται τα μεγάλα γεγονότα της αρχαίας Πρώτης Εποχής, ξεκινώντας από την καταστροφή του Βάλινορ (του οίκου των θεών) και την εξορία των Ξωτικών, συνεχίζοντας με τους αιματηρούς πολέμους μεταξύ των Ξωτικών, των Ανθρώπων και του Εχθρού, και καταλήγοντας στον οριστικό χαμό των πετραδιών που αποτέλεσαν τον κινητήριο μοχλό της αφήγησης: ο λόγος για τα θρυλικά Σίλμαριλ.

Τι είναι τα Σίλμαριλ; Είναι τρία πετράδια που κατασκεύασε ο μεγαλύτερος τεχνίτης ανάμεσα στα πρώτα Υψηλά Ξωτικά, ο Φέανορ, τον καιρό που Ξωτικά και Θεοί ζούσαν αρμονικά στο Βάλινορ, πριν την καταστροφή. Τα πετράδια αυτά περιέχουν μέσα τους φως από το Αρχέγονο Φως των Δέντρων του Βάλινορ – του Χρυσού και του Ασημένιου Δέντρου, τα οποία και υπήρξαν οι πρωταρχικές πηγές φωτός του κόσμου, πριν τον ερχομό του Ηλίου και της Σελήνης. Μα όταν τα Δέντρα καταστράφηκαν, από τον ερχομό του Μόργκοθ και της αδηφάγας Αράχνης, της Ουνγκόλιαντ, που ρούφηξε όλο τον χυμό τους, το μοναδικό φως τους που επέζησε ήταν μέσα στα τρία συγκεκριμένα πετράδια: τα Σίλμαριλ, τα οποία και έκλεψε ο Μόργκοθ, παίρνοντάς τα μαζί του στο Σκοτεινό του Όχυρο, κατάμεστο με τέρατα.

Τότε είναι που ο Φέανορ δίνει τον περίφημό του Όρκο – το κλειδί όλης της αφήγησης: πως ο ίδιος και ο Οίκος του, τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών του, θα αναζητήσουν και θα πολεμήσουν τον Μόργκοθ ως τα πέρατα της Μέσης Γης, μέχρι να ανακαταλάβουν τα κλεμμένα Σίλμαριλ. Και όχι μόνο: θα εναντιωθούν μέχρι θανάτου σε όποιον αποπειραθεί να τα αρπάξει από αυτούς, είτε είναι Ξωτικά, είτε οι ίδιοι οι θεοί – παρά το γεγονός πως το Φως των πετραδιών έχει θεϊκή πηγή και δεν «ανήκει» σε κανέναν ουσιαστικά.

Ακολουθεί μια ιστορία με γεγονότα που κάνουν τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» να μοιάζει με παιδικό παραμύθι. Αδελφοκτόνες μάχες, διαδοχές γενεών, παράδοξες συμμαχίες και πισώπλατες προδοσίες, στιγμές ντροπής όσο και στιγμές υψηλού ηρωισμού, όλα μαζί συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό, εφάμιλλο των κλασικών μυθολογικών και επικών αναγνωσμάτων που τόσο ενέπνευσαν τον συγγραφέα.




Η πυρά των καραβιών, εικονογράφηση του Ted Nasmith για το Silmarillion
The burning of the ships by Ted Nasmith



Οι χαρακτήρες και το ύφος του Σιλμαρίλλιον




Παρά το γεγονός πως δεν δόθηκε ποτέ ολοκληρωμένη μορφή στο έργο, οι χαρακτήρες του «Σιλμαρίλλιον» είναι πολύ πιο ενδιαφέροντες και πολυδιάστατοι συγκριτικά με τους άλλους, γνωστότερους ήρωες του συγγραφέα. Ο Μπέρεν και η Λούθιεν συνιστούν με διαφορά το κορυφαίο δίδυμο που δημιούργησε ο Τόλκιν και η ιστορία τους σβήνει με χαρακτηριστική άνεση κάθε άλλο ζεύγος της φανταστικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα. Η ιστορία των παιδιών του Χούριν, του Τούριν και της αδερφής του, Νίενορ, παραπέμπει με αφηγηματική μαεστρία σε αρχαιοελληνικές τραγωδίες. Ο Φέανορ και ο αδερφός του, ο Φινγκόλφιν, εξαλείφουν με μια κουβέντα τους και μόνο όλη την παρουσία των Ξωτικών στο «Χόμπιτ» και στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» μαζί.

Δεν τίθεται θέμα: οι πρωταγωνιστές του «Σιλμαρίλλιον» είναι με διαφορά οι πιο συναρπαστικοί χαρακτήρες που δημιούργησε ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Διαβάζοντας τις ιστορίες τους καταλαβαίνεις πως δεν διαβάζεις «απλά» μια λογοτεχνική αφήγηση – μα κάτι περισσότερο. Όπως οι ήρωες των αρχέγονων λογοτεχνικών και μυθολογικών παραδόσεων κινούνται σε ένα πλαίσιο πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από τον χρόνο, μεταξύ θεότητας και θνητότητας, μεταξύ ήρωα και δαίμονα, αντίστοιχα οι κεντρικοί χαρακτήρες του «Σιλμαρίλλιον» μοιάζουν περισσότερο με μυθικές και λιγότερο με λογοτεχνικές επινοήσεις.

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, εξάλλου, ο ρόλος της γυναίκας στο «Σιλμαρίλλιον». Σχεδόν ανύπαρκτη η γυναικεία παρουσία στο «Χόμπιτ», και συμπληρωματική στον «Άρχοντα», στο «Σιλμαρίλλιον» διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας, είτε μιλάμε για τη Μέλιαν τη Μάια, είτε για τη Λούθιεν, είτε για τη Νίενορ, είτε για την Έλγουινγκ, είτε, τέλος, για τη γνωστή από τον «Άρχοντα» Γκαλάντριελ.

Όσο εξελίσσεται η αφήγηση ο αρχικός βιβλικός και σχεδόν απόμακρος τόνος παραχωρεί τη θέση του σε μια ιστορία μυθιστορηματικού τύπου, που, στην περίπτωση του Μπέρεν και της Λούθιεν, μετατρέπεται σε ένα επικό ρομάντζο. Αλλού πάλι η αφήγηση γίνεται ξανά αποστασιοποιημένη, παραπέμποντας σε κάποιο μεσαιωνικό χρονικό – ή στο γεγονός πως ο ίδιος ο Τόλκιν ποτέ δεν ολοκλήρωσε το έργο, αφήνοντας στον γιο του, Κρίστοφερ, τον δύσκολο ρόλο της συρραφής και συνένωσης των σκόρπιων μερών του βιβλίου σε ένα συνεκτικό όλο.

Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η αντιπαραβολή του ύφους της αφήγησης με τα άλλα έργα του Τόλκιν. Το βιβλικό και θρυλικό ύφος του «Σιλμαρίλλιον» φαινομενικά δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την παιδική αφήγηση του «Χόμπιτ». Μα στη διαφορά τους μπορούμε να εντοπίσουμε κάποια ίχνη από την ίδια την εξέλιξη της μυθολογίας και της λογοτεχνίας στο σύνολό της: όταν ο Θρύλος παραχωρεί τη θέση του στην Ιστορία, αναπότρεπτα μεταμορφώνεται και το ύφος της γραφής. Οι ήρωες των Πρώτων Ημερών χάνονται στα βάθη του αρχέγονου μύθου: ο λόγος για τους θεούς και τα Υψηλά Ξωτικά, που αντιστοιχούν στις εποχές των Ηρώων και των Μύθων της ανθρώπινης λαϊκής παράδοσης.

Μα στις νεότερες μέρες οι ίδιοι αυτοί ήρωες έχουν γίνει πια τραγούδια και άλλοι, διαφορετικού τύπου ήρωες, παίρνουν πια τη σκυτάλη. Είναι ανθρώπινοι και καθημερινοί – σχεδόν μοιάζουν με μας τους ίδιους. Είναι οι νεότεροι Άνθρωποι και τα Χόμπιτ. Κι αν το βιβλικό ύφος ταιριάζει στους αρχέγονους ήρωες, στα μικροσκοπικά και κάθε άλλο παρά «ηρωικά», με τη συμβατική έννοια της λέξης, Χόμπιτ ταιριάζει ένα άλλο αφηγηματικό στυλ – πιο απλό, πιο «παιδικό». Να λοιπόν γιατί το «Σιλμαρίλλιον» και το «Χόμπιτ» διαφοροποιούνται τόσο μεταξύ τους. Και να γιατί συνδέονται το ένα με το άλλο – με τον ίδιο τρόπο που συνδέονται ο Κοντορεβιθούλης και ο Παπουτσωμένος Γάτος με τον Ηρακλή, τον Γιλγαμές και τον Ζίγκφριντ.

Κάπως έτσι ο Θρύλος σμίγει με το Παραμύθι – και αμφότερα γίνονται το όχημα που σπρώχνει την Ιστορία προς τα μπρος.



Εικονογράφηση για το Χόμπιτ του Τόλκιν από τον John Howe
The Hobbit - An Unexpected Party, art by John Howe



Οι λογοτεχνικές επιρροές του Τόλκιν




Η παρούσα ενότητα θα μπορούσε να συνιστά, από μόνη της, θέμα για μια ξεχωριστή ανάρτηση, στην οποία πιθανό να επανέλθω κάποια στιγμή. Θα αναφέρω συνοπτικά, λοιπόν, κάποιες από τις βασικές επιρροές του «Σιλμαρίλλιον», με σκοπό να καταδείξω πως το συγκεκριμένο έργο συνιστά κάτι πολύ περισσότερο από μια «μυθιστορηματική επινόηση» - πρόκειται περισσότερο για μια επέκταση και μια δημιουργική σπουδή της μεγάλης μεσαιωνικής και μυθολογικής παράδοσης.

Στην καρδιά του έργου του Τόλκιν δεσπόζει το βάραθρο της σκανδιναβικής μυθολογίας, με την «Πεζή Έντα» του Σνόρι Στούρλουσον [“Prose Edda” by Snorri Sturluson] και το «Έπος των Βολσούνγκα» [“Völsunga saga”] να συνιστούν τη μυθική ραχοκοκαλιά τους. Έργα γραμμένα στη διάρκεια του 13ου αιώνα, συνοψίζοντας τις βασικές μυθικές παραδόσεις των Σκανδιναβών και περιλαμβάνοντας το πάνθεον και τους κλασικούς τους ήρωες, επηρέασαν καταλυτικά όχι μόνο τον Τόλκιν, μα κάθε πτυχή της νεότερης φανταστικής λογοτεχνίας. Διαβάστε το «Χόμπιτ» και αμέσως μετά πιάστε την «Πεζή Έντα» - θα διαπιστώσετε πως όλα σχεδόν τα ονόματα των Νάνων του Τόλκιν είναι απευθείας παρμένα μέσα από το σκανδιναβικό έργο.

Η αγγλοσαξονική μεσαιωνική παράδοση και οι ιστορίες της για πολεμιστές και δράκους έπαιξε ασφαλώς τον δικό της καταλυτικό ρόλο, με το παλαιοαγγλικό ποίημα «Μπέογουλφ» [“Beowulf”] να αποτελεί το παλαιότερο σωσμένο έργο του είδους – και το οποίο μεταξύ άλλων μελέτησε ενδελεχώς και μετέφρασε ο ίδιος ο Τόλκιν. Ακολουθεί η πλούσια παράδοση των μύθων του βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης, όπως τη διέδωσαν οι πρώιμες ιστοριογραφίες και τα άφθονα ρομάντζα της βρετανικής και γαλλικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας.




Χειρόγραφο από το μεσαιωνικό αγγλοσαξονικό ποίημα Μπέογουλφ
Beowulf manuscript



Η κέλτικη παράδοση, χαμένη στα βάθη του χρόνου, έχει αφήσει τη δική της πολύτιμη κληρονομιά, όπως διασώζεται σε ιστορίες όπως η συλλογή αφηγημάτων «Μαμπινόγκιον» [“The Mabinogion”], ενώ η φινλανδική μυθολογία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο με το μεγάλο έπος της «Καλεβάλα». Αξίζει να αναφέρουμε πως η γλώσσα των Ξωτικών “Quenya” του Τόλκιν πηγάζει από τη φινλανδική, ενώ η γλώσσα “Sindarin” από την ουαλική.

Η παρουσία των θεοτήτων στο έργο του Τόλκιν αντιπαραβάλλει δύο αντικρουόμενες πηγές: από τη μία είναι η χριστιανική παράδοση και από την άλλη είναι οι θεότητες τόσο της σκανδιναβικής/γερμανικής μυθολογίας, όσο και της ελληνικής μυθολογίας. Δεν είναι τυχαίο που το ύφος του έργου στο ξεκίνημά του, όταν ο Έρου ο Ένας δημιουργεί τον κόσμο, μοιάζει με εκείνο της Βίβλου. Ούτε είναι τυχαίο ασφαλώς που μια θεότητα που ξεχώριζε από όλους τους άλλους σε χαρίσματα, ο Μέλκορ, έμελλε να εξοριστεί από τους υπόλοιπους θεούς και να μετατραπεί στον Μεγάλο Εχθρό της Μέσης Γης, τον Μόργκοθ – η ιστορία του θυμίζει εκείνη του Σατανά ως Έκπτωτου Αγγέλου. Θα ‘λεγε κανείς εξάλλου πως οι μάχες του Καλού ενάντια στο Κακό θυμίζουν τις χριστιανικές βιβλικές παραδόσεις.

Μα το χριστιανικό στοιχείο στον Τόλκιν γρήγορα παραχωρεί τη θέση του στο παγανιστικό στοιχείο – σε βαθμό τέτοιο που σύντομα ο ρόλος της αρχέγονης θεότητας στα βιβλία του μοιάζει διακοσμητικός, δίνοντας την αίσθηση πως έχει εντελώς αποσυρθεί από τον κόσμο. Οι Βάλαρ θυμίζουν σε πολλά τους θεούς της ελληνικής μυθολογίας, από την οποία είχε ασφαλώς επηρεαστεί ο Τόλκιν, ενώ η σημασία της Φύσης στο έργο του (όπως για παράδειγμα οι θεότητες που συνδέονται με τη φύση, ή το Χρυσό Δέντρο του Βάλινορ) παραπέμπει περισσότερο στην παγανιστική μεσαιωνική παράδοση, παρά στη χριστιανική.

Σύμφωνα με τον Θωμά Μαστακούρη (από το βιβλίο του, «Οι Ρίζες και τα Φύλλα της Μέσης Γης»), οι χριστιανικές πτυχές του έργου αντανακλούν περισσότερο τις απόψεις του γιου του, Κρίστοφερ, ο οποίος πιθανολογείται πως έδωσε την τελική γραπτή μορφή στα αρχικά βιβλικά κεφάλαια του «Σιλμαρίλλιον». Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι πως ο ίδιος ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, αν και υπήρξε χριστιανός, δεν ενδιαφερόταν να αφηγηθεί μια θρησκευτική ιστορία. Όντας πρωτίστως ένας μελετητής τους Μεσαίωνα, γνώριζε καλά πως πίσω από το χριστιανικό περίβλημα των μεσαιωνικών μύθων κρυβόταν μια παγανιστική παράδοση αιώνων. 



Ο Σίγκουρντ σκοτώνει τον Δράκο Φάνφιρ, μεσαιωνικό γλυπτό
Sigurd Kills the Dragon Fanfir



Στο γράμμα του στον φίλο του και εκδότη Milton Waldman, εν έτει 1951, ο Τόλκιν εκφράζει τη σκέψη πως η αγγλική μυθολογία είναι κατά πολύ φτωχότερη της σκανδιναβικής, της γερμανικής, της κέλτικης, της φινλανδικής και της ελληνικής – και βασικός λόγος γι’ αυτό το φτώχεμα είναι η έντονη σύνδεση των μύθων της (συγκεκριμένα, των μύθων του κύκλου του βασιλιά Αρθούρου) με τη χριστιανική θρησκεία της εποχής, σε βάρος του καθαυτό μυθολογικού στοιχείου. Τονίζει πως στη μυθοπλασία «χρειάζεται μεν», το θρησκευτικό και το ηθικό υπόβαθρο, μα αυτό πρέπει να είναι πάντα «έμμεσο και πλάγιο», όχι σαφές και ρεαλιστικό.

Μην ξεχνάμε εξάλλου την κατηγορηματική άρνηση του Τόλκιν πως το έργο του συνιστά κάποιας μορφής «αλληγορία». Όχι – ούτε θρησκεία, ούτε αλληγορία. Οι επιρροές ασφαλώς και υπήρξαν, μα ο Τόλκιν ήταν πρωτίστως ένας μυθοπλάστης – και εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν να αφηγηθεί μύθους, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Και τι καλύτερος τρόπος, από το να βουτήξει στη βαθιά πηγή της μυθολογικής αρχαίας και μεσαιωνικής παράδοσης, όπως και έκανε. Να γιατί το «Σιλμαρίλλιον» δεν θυμίζει κανένα άλλο έργο φανταστικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα – γιατί στη γραφή του αντηχεί ο απόηχος της λαϊκής μυθικής παράδοσης αιώνων. Αυτό που διαβάζεις είναι μεν ένα έργο που γράφτηκε στη διάρκεια του 20ου αιώνα… μα οι ρίζες του πιάνουν πίσω – πολύ πίσω.

Πιο πίσω και από την ίδια τη δημιουργία του κόσμου, θα λέγαμε, από τον Έρου, τον Ένα, που στη γλώσσα των Ξωτικών λέγεται Ιλούβαταρ…

Περισσότερα για την ιστορία της μεσαιωνικής λογοτεχνίας μπορείτε να διαβάσετε στο πολύ μεγάλο αφιέρωμά μου πάνω στα έργα-ορόσημα της λογοτεχνίας του Μεσαίωνα:


35 Έργα Ορόσημα της Λογοτεχνίας του Μεσαίωνα, μέρος Ι 



Εικονογράφηση για την φινλανδική Καλεβάλα του Nicolai Kochergin
Kalevala - Vainamoinen plays a kantele, by Nicolai Kochergin



Τα μηνύματα του Σιλμαρίλλιον




Όντας ένα έργο μυθοπλασίας που καλύπτει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το «Σιλμαρίλλιον» χορεύει στον ρυθμό πλήθους χαρακτήρων, πολύ διαφορετικών αναμεταξύ τους, ο καθένας προσδίδοντάς του το δικό του ξεχωριστό μέτρο και τον δικό του ιδιαίτερο τόνο. Είναι το βιβλίο που περιλαμβάνει τους περισσότερους «γκρίζους» χαρακτήρες συγκριτικά με όλα τα υπόλοιπα έργα του – οι διαχωρισμοί ανάμεσα στο «Καλό» και το «Κακό» υπάρχουν μεν, μα τα όρια ανάμεσά τους είναι πολύ περισσότερο ρευστά και ομιχλώδη. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο καταλύτης της πλοκής του έργου, ο τρανός Φέανορ, κινείται σ’ ένα ηθικό πλαίσιο πολύ πέραν του καλού και του κακού… όπως και τ’ αδέρφια του, έτοιμα να σφάξουν και να σφαγιαστούν, κινούμενα από την αλαζονεία τους. Δεν είναι τυχαίο επίσης πως χαρακτήρες όπως ο Τούριν Τουράμπαρ καταλήγουν σε αναπόφευκτες, σαν τη μοίρα, πράξεις που επιφέρουν το χαμό τους, παρά το γεγονός πως συνιστούν, αδιαμφισβήτητα, τους «ήρωες» της ιστορίας.

Να μην αναφέρουμε το πλήθος των χαρακτήρων που αναδύονται, μάχονται και τελικά βυθίζονται, σε θάλασσες αίματος ή ποταμούς δακρύων, γενιές που διαδέχονται η μία την άλλη. Πραγματικά ο «Άρχοντας των Δαχτυλιδιών» μοιάζει με παιδικό παραμύθι μπροστά στα τραγικά γεγονότα του «Σιλμαρίλλιον». Και αν στη Μουσική κρύβεται μια όψη της πραγματικότητας του Κόσμου, στην Τραγωδία κρύβεται μια άλλη (για να θυμηθούμε τον Νίτσε). Και ο Τόλκιν ήξερε πολύ καλά τι έκανε.

Με τρεις έννοιες συνδέει το Τόλκιν το έργο του (όπως αναφέρει ο ίδιος στο ίδιο γράμμα του που σας ανέφερα πριν): με την Πτώση, τη Θνητότητα και τη Μηχανή.

Η Θνητότητα και η επίγνωσή της συνδέεται με την επιθυμία για Δύναμη – και αντίστοιχα, τη θέληση για κατοχή, εξουσία, κυριαρχία… μα και την εξέγερση, το πάθος της ανεξαρτησίας, την επιθυμία να καθορίζεις ο ίδιος την τύχη σου.



Τα Παιδιά του Χούριν, εικονογράφηση του Denis Gordeev
Children of Hurin by Denis Gordeev-Pinterest source



Η Μηχανή συνιστά το όχημα μέσω του οποίου η εποχή μας μετουσιώνει τη θέλησή της για δύναμη και έλεγχο πάνω στις δυνάμεις της φύσης – μα στον κόσμο του Τόλκιν η «μηχανή» δεν είναι άλλη από τη Μαγεία και τη συνηθέστερη εκδήλωσή της, την Τέχνη. Και αν η Τέχνη των ανθρώπων μοιάζει ατελής και εμφορείται από τη θέληση για δύναμη και έλεγχο, στα χέρια των Ξωτικών συνιστά δύναμη αναδημιουργίας και ανάπλασης, όχι κυριαρχίας. Τα Ξωτικά είναι «αθάνατα» και η τέχνη τους σχετίζεται περισσότερο με το ζήτημα της αθανασίας, του χρόνου και της αλλαγής, παρά με τον φόβο του θανάτου. Οι δυνάμεις του Κακού (Μόργκοθ) όμως προσομοιάζουν περισσότερο στους ανθρώπους και τη δίψα τους για εξουσία και έλεγχο.

Η Πτώση συνιστά την αναπόφευκτη κατάληξη της υπέρβασης των ορίων – θέμα που φτάνει ως τις παραδόσεις των αρχαίων χρόνων, την ελληνική μυθολογία και την αντίληψη της «ύβρεως». Μα υπάρχουν εκείνοι οι ήρωες που μεταξύ Φθοράς και Υποταγής, ή Αγώνα και Δόξας επιλέγουν την δεύτερη οδό – και ας αναγνωρίζουν πως με τη δεύτερη επέρχεται, ως αναπόφευκτο επακόλουθο, η πτώση.

Και αν η εξέγερση συχνά καταλήγει στην τραγωδία, η ίδια αυτή άρνηση και ανυπακοή αποτελεί τον κύριο μοχλό της αφήγησης – δίχως αυτήν δεν θα υπήρχε ελευθερία, όπως δεν θα υπήρχε και μύθος. Θα ζούσαμε όλοι σ’ ένα αιώνιο Παρόν, καταμεσής του Παραδείσου, σε αρμονία με τους εαυτούς μας και τη φύση και το χρόνο – μα στην ατέρμονη αυτή Κοιλάδα του παραδείσου δεν θα υπήρχαν τα ύψη και τα βάθη, οι οροσειρές και οι χαράδρες, της Ιστορίας... 




Ο Άουλε και οι Νάνοι, πίνακας του Ted Nasmith για το Σιλμαρίλλιον του Τόλκιν
Aule and the Dwarves, art by Ted Nasmith



Κάποιες σκέψεις για την τηλεοπτική μεταφορά




Η κινηματογραφική μεταφορά του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» άφησε εποχή και δίκαια θεωρείται, πλέον, κλασική. Δεν θα λέγαμε το ίδιο όμως για την ανεκδιήγητη εμπορική φούσκα του «Χόμπιτ» - το οποίο θα μπορούσε να έχει τον εναλλακτικό τίτλο: «Πώς να Μετατρέψετε ένα Όμορφο Μικροσκοπικό Παραμύθι Σε Ανούσιο Χολιγουντιανό Blockbuster Τριών Έργων».

Και να που στα σκαριά η Amazon ετοιμάζει, λένε, μια τηλεοπτική σειρά, που θα αντλήσει (λένε) υλικό από το “Silmarillion” και θα αποτελεί κάτι σαν prequel του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»!

Η πρώτη μου αντίδραση μόλις πληροφορήθηκα το νέο ήταν ακραιφνής ενθουσιασμός – έκανα σαν μικρό παιδί που το πληροφόρησαν πως κληρονομεί ένα πλούσιο ζαχαροπλαστείο. Όχι απλά μια ταινία, μα σειρά – ειδικά στις μέρες μας που το επίπεδο των τηλεοπτικών παραγωγών έχει φτάσει σε εξαιρετικά ύψη… και με ιστορίες από το «Σιλμαρίλλιον»; Μοιάζει με όνειρο! Εξάλλου ο μόνος άξιος τρόπος να μεταφερθεί το «Σιλμαρίλλιον» στις οθόνες θα ήταν σε μορφή τηλεοπτικής σειράς – γιατί είναι αδύνατο να χωρέσουν όλες αυτές οι ιστορίες και οι χαρακτήρες σε μια ταινία.

Η συνέχεια όμως γέννησε προβληματισμούς. Καταρχάς, όπως δείχνουν τα πράγματα, η σειρά δεν θα αφορά εξ’ ολοκλήρου το «Σιλμαρίλλιον», μα κάποιο μέρος του – πιθανό το τελευταίο κομμάτι, που αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»… Μα έτσι χάνουμε τον συναρπαστικό κεντρικό πυρήνα του έργου, εκείνον που περιγράφεται στην “Quenta Silmarillion”. Κατά δεύτερον, δεν παύει να συνιστά μια σύγχρονη διασκευή – θα έχουν άραγε οι δημιουργοί της την ευαισθησία που είχε ο ίδιος ο Τόλκιν, όταν καταπιανόταν με το υλικό του; Θα συνειδητοποιήσουν πως έχουμε να κάνουμε με ένα έπος που αντλεί από τη μυθολογική παράδοση αιώνων και αιώνων; Ή θα καταλήξουμε σε ένα ακόμα υπερθέαμα, κατάλληλο για μαζική κατανάλωση, μα δίχως την ουσία και τις προεκτάσεις της αυθεντικής πηγής;

Η κινηματογραφική μεταφορά του «Άρχοντα» σεβάστηκε κατά πολύ το γραπτό υλικό και το συνέδεσε έντεχνα με τα περισσότερο εμπορικά στοιχεία του Hollywood, διατηρώντας τις ισορροπίες μεταξύ τους – γι’ αυτό και πέτυχε, εκεί που απέτυχε το «Χόμπιτ». Μα το Silmarillion δεν είναι Lord of the Rings… εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια κλασική αφήγηση. Ούτε οι χαρακτήρες του μοιάζουν με εκείνους των άλλων έργων του – είναι σκοτεινότεροι, βαθύτεροι και πιο τραγικοί ταυτόχρονα. Τέτοιο υλικό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη μαεστρία στην – όποια – μεταφορά του.



Κλείνοντας, μια μουσική αναφορά




Υπάρχουν άφθονα μουσικά ακούσματα με τα οποία θα μπορούσε να συνδέσει κάποιος ένα επικό ανάγνωσμα όπως το «Σιλμαρίλλιον». Επικά ορχηστρικά soundtrack, κέλτικη μουσική, μεσαιωνικές και αναγεννησιακές συνθέσεις, ως και βαγκνερικές όπερες. Μα ο ίδιος πάντα θα συνδέω το βιβλίο με τον ακόλουθο επικό δίσκο – το κορυφαίο ίσως άλμπουμ των Τροβαδούρων του Metal, Blind Guardian.


“We are following the will of the One, through the dark age and into the storm…”



Εξώφυλλο για το Nightfall in Middle Earth των Blind Guardian
Blind Guardian, Nightfall in Middle Earth



Β’ ΜΕΡΟΣ: Επιλογές αποσπασμάτων από το «Σιλμαρίλλιον»



Η Μουσική των Άινουρ




«Ο Έρου, ο Ένας, που στην Άρντα ονομάζεται Ιλούβαταρ, πρώτα δημιούργησε τους Άινουρ, τους Ιερούς, που ήταν παιδιά της σκέψης του, κι αυτοί ήταν μαζί του πριν γίνει οτιδήποτε άλλο. Και τους μίλησε προτείνοντάς τους θέματα μουσικά• κι αυτοί έψαλλαν ενώπιόν του κι αυτός χαιρόταν. Για πολύν καιρό όμως ο καθένας έψαλλε μόνος, ή λίγοι μαζί, ενώ οι υπόλοιποι άκουγαν• γιατί ο καθένας αντιλαμβανόταν μόνο εκείνο το μέρος του νου του Ιλούβαταρ απ' το οποίο προερχόταν, και στην κατανόηση των αδελφών τους προχωρούσαν πολύ αργά. Όμως ακούγοντας έφταναν σε βαθύτερη κατανόηση και αύξαναν σε ομόνοια και αρμονία.

Και ήρθε καιρός που ο Ιλούβαταρ κάλεσε όλους τους Άινουρ μαζί και τους φανέρωσε ένα θέμα όλο δύναμη, αποκαλύπτοντάς τους πράγματα μεγαλύτερα και ωραιότερα από ό,τι τους είχε ως τώρα αποκαλύψει• και η δόξα της αρχής του και το μεγαλείο του τέλους του άφησε έκπληκτους τους Άινουρ, έτσι ώστε υποκλίθηκαν μπροστά στον Ιλούβαταρ και σιώπησαν.

Τότε ο Ιλούβαταρ τους είπε:

«Από το θέμα που σας φανέρωσα, επιθυμώ τώρα εσείς να κάνετε όλοι μαζί αρμονικά μια Μεγάλη Μουσική. Κι επειδή σας έχω δώσει ζωή με την Άφθαρτη Φλόγα, θα δείξετε τις ικανότητές σας διανθίζοντας αυτό το θέμα, ο καθένας ελεύθερα με τις δικές του σκέψεις και επινοήσεις. Εγώ όμως θα καθίσω και θα ακούω και θα χαίρομαι, που εσείς έχετε αφυπνίσει κι έχετε κάνει τραγούδι μια τόσο μεγάλη ομορφιά».

Τότε οι φωνές των Άινουρ, σαν άρπες και λαγούτα, φλογέρες και τρομπέτες, βιόλες και αρμόνια και σαν αμέτρητες χορωδίες που ψάλλουν με λόγια, άρχισαν να διαμορφώνουν το θέμα του Ιλούβαταρ σε μεγαλειώδη μουσική κι ο ήχος της υψώθηκε σε ατελείωτες εναλλασσόμενες μελωδίες πλεγμένες αρμονικά, που πέρασαν κι απλώθηκαν σε ύψη και σε βάθη που ήχος δεν είχε ξαναπάει και οι τόποι που κατοικούσε ο Ιλούβαταρ γέμισαν και ξεχείλισαν και έτσι η μουσική και ο αντίλαλός της απλώθηκαν ως το Κενό, που δεν ήταν άδειο πια.

Ποτέ ξανά οι Άινουρ δεν έφτιαξαν μουσική σαν κι αυτήν, αν και λέγεται ότι θα γίνει ακόμη καλύτερη μπροστά στον Ιλούβαταρ από τις χορωδίες των Άινουρ και των Παιδιών του Ιλούβαταρ μετά το τέλος των ημερών. Τότε τα θέματα του Ιλούβαταρ θα παιχτούν σωστά και θα αποκτήσουν Οντότητα τη στιγμή που θα προφερθούν, γιατί τότε όλοι θα καταλάβουν απόλυτα το σκοπό του Ιλούβαταρ για το ρόλο τους και ο καθένας θα κατανοήσει τον άλλο και ο Ιλούβαταρ θα δώσει στις σκέψεις τους τη μυστική φωτιά, επειδή θα είναι πολύ ευχαριστημένος.»



Ούλμο, ο άρχοντας των υδάτων




«Ο Ούλμο είναι ο Άρχοντας των Υδάτων. Είναι μόνος. Δε μένει πουθενά για πολύν καιρό, αλλά κινείται όπως θέλει σε όλα τα βαθιά νερά της Γης ή κάτω από αυτήν. Στη δύναμη είναι δεύτερος μετά τον Μάνγουε και, πριν γίνει το Βάλινορ, ήταν ο πιο στενός του φίλος. […] Επειδή είχε όλη την Άρντα στη σκέψη του, δεν είχε ανάγκη από κάποιο τόπο για να αναπαύεται. Επί πλέον, δεν αγαπά να περπατά στη στεριά και σπάνια ντύνεται με σώμα όπως οι όμοιοί του. Αν τα Παιδιά του Έρου τον αντίκριζαν, γέμιζαν μεγάλο φόβο• γιατί η ανάδυση του Βασιλιά της Θάλασσας ήταν τρομερή, σαν ένα τεράστιο κύμα που δρασκελίζει τη στεριά, με σκοτεινό κράνος αφροστολισμένο κι αστραφτερή πανοπλία ασημένια, που κατέληγε σε πράσινες σκιές. Είναι δυνατές οι σάλπιγγες του Μάνγουε, αλλά η φωνή του Ούλμο είναι βαθιά σαν τα βάθη του ωκεανού, που μόνο αυτός έχει δει.

Παρ' όλα αυτά, ο Ούλμο αγαπά και τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους και ποτέ δεν τους εγκατέλειψε ούτε ακόμα και τότε που οι Βάλαρ ήταν οργισμένοι μαζί τους. Μερικές φορές έρχεται απρόσμενα στις ακτές της Μέσης-γης, ή μπαίνει μέσα βαθιά στο εσωτερικό από τα θαλασσινά στόμια των ποταμών κι εκεί παίζει μουσική με τα μεγάλα του βούκινα, τα Ουλουμούρι, που είναι φτιαγμένα από άσπρο κοχύλι• και σ’ εκείνους που φτάνει αυτή η μουσική, την ακούν πάντα μέσα στην καρδιά τους και ο πόθος της θάλασσας δεν τους αφήνει ποτέ πια.

Όμως ο Ούλμο κυρίως μιλάει σ' εκείνους που κατοικούν στη Μέση-γη με φωνές που ακούγονται μόνο σαν τη μουσική του νερού. Γιατί όλες οι θάλασσες, οι λίμνες, οι ποταμοί, τα κεφαλάρια και οι πηγές βρίσκονται κάτω από την εξουσία του• ώστε τα Ξωτικά να λένε πως το πνεύμα του Ούλμο κυλάει σε όλες τις φλέβες του κόσμου.» 




Ο Τούορ και ο Ούλμο του Ted Nasmith, εικονογράφηση για το Σιλμαρίλλιον
Tuor and Ulmo by Ted Nasmith



Άνθρωποι και ξωτικά



«Οι δοσοληψίες των Άινουρ, των Ιερών, ήταν κυρίως με τα Ξωτικά, γιατί ο Ιλούβαταρ έκανε τη φύση τους να μοιάζει περισσότερο με τη φύση των Άινουρ, αν και ήταν μικρότεροι σε δύναμη και μέγεθος• ενώ στους Ανθρώπους έδωσε παράξενα δώρα.

Γιατί λέγεται ότι μετά την αναχώρηση των Βάλαρ έγινε σιωπή και για έναν αιώνα ο Ιλούβαταρ καθόταν μονάχος, βυθισμένος σε σκέψεις. Ύστερα μίλησε και είπε:

«Αγαπώ τη Γη, η οποία θα είναι παλάτι για τους Κουέντι και τους Ατάνι, τα Ξωτικά και τους Ανθρώπους! Αλλά οι Κουέντι θα είναι οι ωραιότεροι από όλα τα πλάσματα της Γης και θα έχουν, θα επινοήσουν και θα δημιουργήσουν περισσότερη ομορφιά από όλα μου τα παιδιά• και θα έχουν τη μεγαλύτερη ευδαιμονία στον κόσμο αυτό. Στους Ατάνι όμως θα δώσω ένα καινούριο δώρο».

Κι έτσι έκανε τις καρδιές των Ανθρώπων να ψάχνουν πέρα από τον κόσμο και να μη βρίσκουν ανάπαυση εντός του• να έχουν όμως τη δυνατότητα να δίνουν σχήμα στη ζωή τους – ανάμεσα στις δυνάμεις και τις ευκαιρίες του κόσμου, πέρα από τη Μουσική των Άινουρ, που αποτελεί τη μοίρα όλων των άλλων πραγμάτων• και από τη δράση τους θα ολοκληρωθούν τα πάντα σε μορφή και έργο, και ο κόσμος θα συντελεστεί ως το τελευταίο και το μικρότερο.

Ο Ιλούβαταρ όμως γνώριζε ότι οι Άνθρωποι, επειδή θα βρεθούν μέσα στην αναστάτωση των δυνάμεων του κόσμου, θα παραστρατούν συχνά και δε θα χρησιμοποιήσουν τα δώρα τους με αρμονία• και είπε:

«Κι αυτοί επίσης με τον καιρό θα ανακαλύψουν πως ό,τι κάνουν, στο τέλος επιστρέφει στη δόξα του έργου μου μόνο». […]

Μαζί μ' αυτό το δώρο της ελευθερίας είναι και το ότι τα παιδιά των Ανθρώπων ζουν μόνο ένα μικρό διάστημα στον κόσμο και δεν είναι δεμένα με αυτόν και γρήγορα φεύγουν• τα Ξωτικά δεν ξέρουν για που. Ενώ τα Ξωτικά μένουν ως το τέλος των ημερών και επομένως η αγάπη τους για τη Γη και όλο τον κόσμο είναι πιο απόλυτη και πιο οδυνηρή και, όσο τα χρόνια μακραίνουν, ακόμα πιο γεμάτη με λύπη. Γιατί τα Ξωτικά δεν πεθαίνουν ώσπου να πεθάνει ο κόσμος, εκτός και τα σκοτώσουν ή σβήσουν από λύπη (και υπόκεινται και στους δύο αυτούς φαινομενικούς θανάτους)• ούτε οι αιώνες καταβάλλουν τη δύναμή τους, εκτός κι αν κάποιο κουραστεί από δέκα χιλιάδες αιώνες• και όταν πεθάνουν, συγκεντρώνονται στα δώματα του Μάντος στο Βάλινορ, από όπου μπορούν να επιστρέψουν αργότερα.

Οι γιοι των Ανθρώπων όμως πεθαίνουν στ’ αλήθεια κι αφήνουν τον κόσμο• γι' αυτόν το λόγο ονομάζονται Φιλοξενούμενοι ή Ξένοι. Μοίρα τους είναι ο θάνατος, το δώρο του Ιλούβαταρ, που, καθώς ο Χρόνος φθίνει, ακόμα και οι Δυνάμεις θα ζηλέψουν. Ο Μέλκορ, ο Σκοτεινός, όμως, έχει ρίξει τη σκιά του επάνω του και το έχει μπερδέψει με το σκοτάδι κι έχει βγάλει κακό από το καλό και φόβο από την ελπίδα. Όμως από παλιά οι Βάλαρ δήλωσαν στα Ξωτικά ότι οι Άνθρωποι θα συμμετέχουν στη Δεύτερη Μουσική των 'Αινουρ• ενώ ο Ιλούβαταρ δεν έχει αποκαλύψει το σκοπό του για τα Ξωτικά μετά το τέλος του Κόσμου και ο Μέλκορ δεν το έχει ανακαλύψει.»



Θίνγκολ και Μέλιαν




«Η Μέλιαν ήταν Μάια, της φυλής των Βάλαρ. Κατοικούσε στους κήπους του Λόριεν, και απ' όλο το λαό του δεν υπήρχε πιο ωραία από τη Μέλιαν ούτε πιο σοφή και έμπειρη σε τραγούδια μαγευτικά. Λέγεται ότι οι Βάλαρ άφηναν τα έργα τους, τα πουλιά του Βάλινορ τις χαρές τους, οι καμπάνες της Βάλμαρ σιωπούσαν και τα συντριβάνια σταματούσαν να τρέχουν όταν, την ώρα που τα φώτα φώτιζαν όλα μαζί, τραγουδούσε η Μέλιαν στο Λόριεν. Τα αηδόνια πήγαιναν πάντα μαζί της και αυτή τα έμαθε να τραγουδούν κι αγαπούσε τις βαθιές σκιές των μεγάλων δέντρων. […]

Ο Έλγουε, ο άρχοντας των Ξωτικών Τελέρι, συχνά διέσχιζε τα μεγάλα δάση για να βρει τον Φίνγουε το φίλο του εκεί που έμεναν οι Νόλντορ• κι έτυχε μια φορά που μπήκε μονάχος στο αστροφώτιστο δάσος του Ναν 'Ελμοθ, να ακούσει ξαφνικά τραγούδι αηδονιών. Τότε μαγεύτηκε και έμεινε ακίνητος• και από μακριά, πέρα από τις φωνές των Iomelindi, άκουσε τη φωνή της Μέλιαν και γέμισε η καρδιά του από θαυμασμό και λαχτάρα.

Ξέχασε τελείως όλους τους δικούς του και όλους τους σκοπούς που είχε, και, ακολουθώντας τα πουλιά κάτω από τη σκιά των δέντρων, μπήκε βαθιά στο Ναν Έλμοθ και χάθηκε. Τέλος, έφτασε σ' ένα ξέφωτο ανοιχτό στ' άστρα, κι εκεί στεκόταν η Μέλιαν και μέσα από το σκοτάδι την κοίταξε και το φως του Άμαν φώτιζε το πρόσωπο της.

Εκείνη δεν είπε λέξη• αλλά ο Έλγουε όλος αγάπη την πλησίασε και της έπιασε το χέρι και αμέσως μαγεύτηκε, έτσι ώστε απόμειναν εκεί, ενώ τ' αστέρια που γύριζαν μέτρησαν πολλούς χρόνους από πάνω τους• και τα δέντρα του Ναν Έλμοθ ψήλωσαν κι έγιναν βαθιά πράσινα πριν εκείνοι ν' ανταλλάξουν λέξη.

Έτσι, ο λαός του Έλγουε που τον αναζήτησε δεν τον βρήκε, και ο αδερφός του, Όλγουε, ανέλαβε τη βασιλεία των Τελέρι και έφυγαν, όπως εξιστορείται παρακάτω. […] Στις μετέπειτα μέρες ο Έλγουε έγινε ξακουστός βασιλιάς και ο λαός του ήταν όλοι οι Έλνταρ του Μπελέριαντ, που ονομάστηκαν Σίνταρ, τα Γκρίζα Ξωτικά, τα Ξωτικά του Λυκόφωτος• κι αυτός ήταν ο Βασιλιάς με τον Γκρίζο Μανδύα, ο Έλου Θίνγκολ στη γλώσσα κείνου του τόπου. Και η Μέλιαν ήταν η βασίλισσά του, πιο σοφή από κάθε παιδί της Μέσης-γης• και το κρυμμένο τους παλάτι βρισκόταν στο Μένεγκροθ, τις Χίλιες Σπηλιές, στο Ντόριαθ. […]

Και από την αγάπη του Θίνγκολ και της Μέλιαν ήρθε στον κόσμο το ωραιότερο από όλα τα Παιδιά του Ιλούβαταρ που υπήρξε ή που θα υπάρξει ποτέ.» 



Εικονογράφηση του Alan Lee για την ιστορία του Μπέρεν και της Λούθιεν του Τόλκιν
Beren and Luthien story illustration by Alan Lee



Η κάθοδος της σκοτεινιάς στο Βάλινορ




«Λέγεται ότι την ώρα που ο Φέανορ και ο Φινγκόλφιν στέκονταν μπροστά στον Μάνγουε, τα φώτα ανακατεύτηκαν τη στιγμή που έλαμπαν και τα δύο Δέντρα, και η σιωπηλή πόλη της Βάλμαρ γέμισε με μια ακτινοβολία ασημένια και χρυσή. Κι εκείνη ακριβώς την ώρα ο Μέλκορ και η Ουνγκόλιαντ ήρθαν βιαστικοί πάνω απ' τους αγρούς του Βάλινορ, σαν τον ίσκιο ενός μαύρου σύννεφου απ' τον άνεμο που τρέχει πάνω σε ηλιόλουστη γη• κι έφτασαν μπροστά στο πράσινο λοφάκι του Εζέλλοχαρ. Τότε το Μη-φως της Ουνγκόλιαντ έφτασε ακόμα κι ως τις ρίζες των Δέντρων κι ο Μέλκορ πήδησε πάνω στο λόφο• και με το μαύρο του κοντάρι χτύπησε το κάθε Δέντρο στην καρδιά. Τα πλήγωσε βαθιά και ο χυμός τους πετάχτηκε λες και ήταν το αίμα τους και χύθηκε στη γη. Η Ουνγκόλιαντ όμως το ρούφηξε και ύστερα, πηγαίνοντας από Δέντρο σε Δέντρο, έβαλε το μαύρο της κεντρί στις πληγές τους, ώσπου τα στράγγισε• και το δηλητήριο του Θανάτου που βρισκόταν μέσα της, πέρασε στους ιστούς των Δέντρων και τα ξέρανε, ρίζες, κλαδιά και φύλλα• και πέθαναν.

Κι εξακολούθησε να διψά και, πηγαίνοντας στα Πηγάδια της Βάρντα, τα ήπιε ως το τέλος• η Ουνγκόλιαντ όμως έβγαζε μαύρους ατμούς καθώς έπινε και φούσκωσε κι έγινε τόσο τεράστια και απαίσια, που κι ο Μέλκορ φοβήθηκε.

Έτσι απλώθηκε η μεγάλη σκοτεινιά στο Βάλινορ. Για το τι έγινε εκείνη την ημέρα πολλά λέγονται στο Aldudenie, που συνέθεσε ο Ελεμμίρε των Βάνυαρ και είναι γνωστό σ' όλους τους Έλνταρ. Όμως κανένα τραγούδι ή ιστορία δεν μπόρεσε να χωρέσει όλη τη λύπη και τον τρόμο που έπεσε τότε. Το Φως τελείωσε• αλλά το Σκοτάδι που ακολούθησε ήταν κάτι χειρότερο από την απώλεια του φωτός. Εκείνη την ώρα βασίλεψε ένα Σκοτάδι που δεν έμοιαζε με έλλειψη, αλλά ήταν κάτι με δική του οντότητα: γιατί ήταν στ’ αλήθεια φτιαγμένο με μεγάλη κακία από το Φως και είχε τη δύναμη να τρυπάει το μάτι και να μπαίνει σε καρδιά και νου και να στραγγαλίζει την ίδια τη θέληση.

Η Βάρντα κοίταξε κάτω απ’ το Τανίκουετιλ και είδε τη Σκιά να σηκώνεται και να σχηματίζει ξαφνικά πύργους σκοτεινιάς• η Βάλμαρ βούλιαξε σε μια βαθιά νυχτοθάλασσα. Σε λίγο το Ιερό Βουνό υψωνόταν μοναχό, ένα τελευταίο νησί σ’ έναν κόσμο που είχε πνιγεί. Όλα τα τραγούδια σώπασαν. Κι έπεσε σιωπή στο Βάλινορ και δεν ακουγόταν ο παραμικρός ήχος παρά μόνο από μακριά, με τον άνεμο, ερχόταν μέσα από το πέρασμα των βουνών ο θρήνος των Τελέρι σαν το παγωμένο κρώξιμο των γλάρων.»



Άνθρωποι και ύδατα




«Με την πρώτη ανατολή του Ήλιου ξύπνησαν τα Νεότερα Παιδιά του Ιλούβαταρ στη γη του Χιλντόριεν, στις ανατολικές περιοχές της Μέσης-γης• ο πρώτος όμως Ήλιος ανέτειλε στη δύση και μόλις άνοιγαν τα μάτια τους οι Άνθρωποι, τα ‘στρεφαν προς αυτόν και τα πόδια τους, καθώς πλανιόνταν στη γη τους, πήγαιναν προς τα εκεί. Οι Έλνταρ τους ονόμασαν Ατάνι, ο Δεύτερος Λαός• αλλά τους αποκαλούσαν επίσης Χίλντορ, οι Ακόλουθοι, και πολλά άλλα ονόματα: Απανόναρ, οι Υστερογεννημένοι, Ένγκουαρ, οι Αρρωστιάρηδες και Φίριμαρ, οι Θνητοί• και τους ονόμασαν Σφετεριστές, Ξένους, Ανεξιχνίαστους, Αυτό-καταραμένους, Βαριόχειρους, Νυχτόφοβους, Παιδιά του Ήλιου. […]

Κανένας Βάλα δεν ήρθε να καθοδηγήσει τους Ανθρώπους ή να τους καλέσει να εγκατασταθούν στο Βάλινορ• και οι Άνθρωποι φοβούνται τους Βάλαρ αντί να τους αγαπούν και δεν έχουν κατανοήσει τους σκοπούς των Δυνάμεων, επειδή βρίσκονται σε αντίθεση με αυτούς και σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ο Ούλμο, όμως [ο θεός των υδάτων], τους σκέφτηκε και βοηθούσε τις αποφάσεις και τη θέληση του Μάνγουε• και συχνά τα μηνύματα του έφταναν σ' αυτούς μέσα απ’ τα ποτάμια και τις πλημμύρες. Αλλά οι Άνθρωποι δεν είναι επιδέξιοι σ' αυτά και ήταν ακόμα λιγότερο εκείνες τις μέρες πριν έρθουν σε επαφή με τα Ξωτικά. Κι έτσι αγαπούσαν τα νερά και οι καρδιές τους γέμιζαν συγκίνηση αλλά δεν καταλάβαιναν τα μηνύματα.»



Η διάσωση του Μάεδρος




«Τότε ο Μαέδρος ο υψηλός, ο πρώτος γιος, έπεισε τους αδελφούς του να υποκριθούν ότι συνθηκολογούν με τον Μόργκοθ και να συναντηθούν με τους απεσταλμένους του στον καθορισμένο τόπο• οι Νόλντορ όμως είχαν τόση λίγη πρόθεση να φερθούν τίμια όσο κι αυτός. Γι’ αυτόν το λόγο η κάθε αποστολή ήρθε με περισσότερες δυνάμεις απ' ό,τι είχε συμφωνηθεί• ο Μόργκοθ μάλιστα έστειλε περισσότερους και είχε και Μπάλρογκ. Ο Μαέδρος λοιπόν έπεσε σε ενέδρα και ο στρατός του όλος αποδεκατίστηκε• αυτόν όμως τον έπιασαν ζωντανό κατά διαταγήν του Μόργκοθ και τον έφεραν στην Άνγκμπαντ.

Τότε τα αδέλφια του Μαέδρος οπισθοχώρησαν και οχύρωσαν ένα μεγάλο στρατόπεδο στο Χίθλουμ• ο Μόργκοθ όμως κρατούσε τον Μαέδρος όμηρο και έστειλε μήνυμα ότι δε θα τον απελευθέρωνε αν οι Νόλντορ δεν σταματούσαν τον πόλεμο να επιστρέψουν στη Δύση, ή δεν έφευγαν μακριά από το Μπελέριαντ στο Νότο του κόσμου. Αλλά οι γιοι του Φέανορ ήξεραν ότι ο Μόργκοθ θα τους πρόδιδε και δε θα απελευθέρωνε τον Μαέδρος ό,τι κι αν έκαναν• και επίσης, ήταν δεσμευμένοι από τον όρκο τους και δεν μπορούσαν για κανένα λόγο να αφήσουν τον πόλεμο εναντίον του εχθρού τους. Έτσι ο Μόργκοθ πήρε τον Μαέδρος και τον κρέμασε σ’ έναν γκρεμό των Θανγκορόντριμ• και έμεινε δεμένος σ' ένα βράχο απ' τον καρπό του χεριού του μ' ένα ατσαλένιο λουρί. […]

Τότε ο Φίνγκον ο γενναίος, ο γιος του Φινγκόλφιν, αποφάσισε να επουλώσει την έχθρα που χώριζε τους Νόλντορ• γιατί η γη στις Βόρειες Περιοχές έτρεμε από τις βροντές των υπόγειων σιδηρουργείων του Μόργκοθ. Πολύ πριν, στη μακαριότητα του Βάλινορ, ο Φίνγκον ήταν στενός φίλος του Μαέδρος• και μ' όλο που δεν ήξερε ακόμα ότι ο Μαέδρος δεν τον είχε ξεχάσει, η σκέψη της αρχαίας φιλίας τους του έκαιγε την καρδιά. Γι' αυτό αποτόλμησε κάτι που δίκαια είναι ξακουστό ανάμεσα στα κατορθώματα των πριγκίπων των Νόλντορ• μονάχος και χωρίς να συμβουλευτεί κανέναν ξεκίνησε να ψάξει τον Μαέδρος.

Έχοντας βοηθό το σκοτάδι που είχε φτιάξει ο Μόργκοθ, έφτασε απαρατήρητος στο λημέρι των εχθρών του. Σκαρφάλωσε ψηλά πάνω στις πλαγιές των Θανγκορόντριμ και κοίταξε απελπισμένος την ερήμωση της γης• αλλά δεν μπορούσε να βρει ούτε πέρασμα ούτε σχισμή, από την οποία να μπορούσε να εισδύσει στο φρούριο του Μόργκοθ. Τότε, αψηφώντας τους Ορκ, που εξακολουθούσαν να είναι μαζεμένοι από φόβο στις σκοτεινές στοές κάτω από τη γη, έβγαλε την άρπα του και τραγούδησε ένα τραγούδι του Βάλινορ που είχαν συνθέσει παλιά οι Νόλντορ, πριν γεννηθεί διχόνοια ανάμεσά τους• και η φωνή του αντήχησε στα πένθιμα κοιλώματα που ποτέ πριν δεν είχαν ακούσει τίποτ' άλλο εκτός από κραυγές φόβου και θρήνου.

Έτσι βρήκε ο Φίνγκον αυτό που ζητούσε. Γιατί ξαφνικά, από ψηλά, μακρινά και ξέθωρα, κάποιος πήρε το τραγούδι του και μια φωνή απαντώντας τον φώναζε. Ήταν ο Μαέδρος που τραγουδούσε μες στο μαρτύριό του.

Αλλά, όταν ο Φίνγκον έφτασε ως τα ριζά του γκρεμού που κρεμόταν ο συγγενής του, δεν μπορούσε να ανέβει πιο πάνω• κι έκλαψε όταν είδε τη σκληρή εφεύρεση του Μόργκοθ. Ο Μαέδρος, λοιπόν, επειδή βασανιζόταν χωρίς ελπίδα, παρακάλεσε τον Φίνγκον να τον σαϊτέψει με το τόξο του• κι ο Φίνγκον έβαλε ένα βέλος και τέντωσε το τόξο του. Και μην ελπίζοντας τίποτε καλύτερο φώναξε στον Μάνγουε, λέγοντας: «Ω, Βασιλιά, εσύ που αγαπάς όλα τα πουλιά, οδήγησε τώρα τούτην τη φτερωτή σαΐτα και δείξε λίγη λύπηση για τους Νόλντορ, στη χρεία τους!»

Η προσευχή του εισακούστηκε αμέσως. Γιατί ο Μάνγουε, που αγαπά όλα τα πουλιά που του φέρνουν πάνω στο Τανίκουετιλ τα νέα της Μέσης-γης, είχε στείλει τους Αετούς και τους είχε δώσει εντολή να εγκατασταθούν στους γκρεμούς του Βορρά και να παρακολουθούν τον Μόργκοθ• γιατί ο Μάνγουε εξακολουθούσε να λυπάται τα εξορισμένα Ξωτικά. Και οι Αετοί έφερναν νέα από τα περισσότερα που συνέβαιναν εκείνες τις μέρες στα λυπημένα αφτιά του Μάνγουε. Λοιπόν, την ώρα που ο Φίνγκον τέντωνε το τόξο του, κατέβηκε από ψηλά πετώντας στον αέρα ο Θορόντορ, ο βασιλιάς των Αετών, ο πιο μεγάλος από όλα τα πουλιά που υπήρξαν ποτέ, που τα απλωμένα φτερά του έφταναν τριάντα οργιές• και, σταματώντας το χέρι του Φίνγκον, τον σήκωσε και τον ανέβασε στο σημείο του βράχου απ' όπου κρεμόταν ο Μαέδρος.

Ο Φίνγκον δεν μπορούσε να λύσει τα δεσμά της κόλασης από τον καρπό του ούτε να τα κόψει ούτε να τα βγάλει από το βράχο. Πάλι, λοιπόν, μέσα στον πόνο του ο Μαέδρος τον παρακάλεσε να τον σκοτώσει• ο Φίνγκον όμως του έκοψε το χέρι πάνω από τον καρπό και ο Θορόντορ τους πήγε πίσω στη Μίθριμ.

Εκεί, με τον καιρό, ο Μαέδρος θεραπεύτηκε• γιατί η φωτιά της ζωής έκαιγε μέσα του και η δύναμή του προερχόταν από τον αρχαίο κόσμο, και τη διέθεταν εκείνοι που είχαν ανατραφεί στο Βάλινορ. Το σώμα του συνήλθε από το βασανιστήριο του και έγιανε, αλλά η σκιά του πόνου του βρισκόταν στην καρδιά τους και ζούσε χρησιμοποιώντας το σπαθί του με το αριστερό του χέρι πιο θανατερά απ' όσο με το δεξί του. Με αυτό το κατόρθωμα ο Φίνγκον απόκτησε μεγάλο όνομα και όλοι οι Νόλντορ τον επαινούσαν• και το μίσος ανάμεσα στους οίκους του Φινγκόλφιν και του Φέανορ καταλάγιασε.»




Ο Φινγκόλφιν ενάντια στον Μόργκοθ, πίνακας του John Howe για το Σιλμαρίλλιον του Τόλκιν
Fingolfin challenges Morgoth, by John-Howe


Η πρώτη συνάντηση του Μπέρεν και της Λούθιεν




«Τρομερό ήταν το ταξίδι του Μπέρεν προς τα νότια. Απότομοι ήταν οι γκρεμοί των Έρεντ Γκόργκοροθ και στα πόδια τους ήταν απλωμένοι ίσκιοι που υπήρχαν πριν από την εμφάνιση του Φεγγαριού. Πιο κάτω απλωνόταν η ερημιά του Ντουνγκόρθεμπ, όπου η μαγεία του Σάουρον και η δύναμη της Μέλιαν συναντιόντουσαν, και κυκλοφορούσε ο τρόμος και η παραφροσύνη. Εκεί κατοικούσαν αράχνες από την άγρια γενιά της Ουνγκόλιαντ υφαίνοντας τα αόρατα δίχτυα τους, όπου κάθε ζωντανό πλάσμα παγιδευόταν και εκεί κυκλοφορούσαν τέρατα γεννημένα στο μακρόχρονο σκοτάδι πριν τον Ήλιο, που κυνηγούσαν σιωπηλά με πολλά μάτια. Δεν υπήρχε τροφή ούτε για τα Ξωτικά ούτε για τους Ανθρώπους εκεί σ' εκείνη τη στοιχειωμένη περιοχή, μόνο θάνατος.

Εκείνο το ταξίδι δεν θεωρείται το μικρότερο από τα σπουδαία κατορθώματα του Μπέρεν, αλλά σε κανένα δεν μίλησε γι' αυτό αργότερα, μην τυχόν και ξανάρθει στο νου του κείνη η φρίκη. Κανένας δεν ξέρει πως βρήκε το δρόμο κι έφτασε, από μονοπάτια που κανένας Άνθρωπος ή Ξωτικό δεν είχε άλλοτε ποτέ τολμήσει να περάσει, στα σύνορα του Ντόριαθ. Και μπόρεσε να διασχίσει τον κυκεώνα που είχε υφάνει η Μέλιαν γύρω από το βασίλειο του Θίνγκολ, ακριβώς όπως το είχε προβλέψει• γιατί ήταν μεγάλο το πεπρωμένο του.

Αναφέρεται στην Ωδή της Λεΐθιαν ότι ο Μπέρεν μπήκε σκοντάφτοντας στο Ντόριαθ, γκρίζος και κυρτωμένος λες και τον βάραιναν πολλών χρόνων βάσανα, τόσο μεγάλο ήταν το μαρτύριο του δρόμου. Εκεί όμως που πλανιόταν το καλοκαίρι, στα δάση του Νέλντορεθ, συνάντησε τη Λούθιεν, την κόρη του Θίνγκολ και της Μέλιαν, κάποια βραδινή ώρα στο φως του φεγγαριού που μόλις έβγαινε, καθώς εκείνη χόρευε στο πάντα πράσινο γρασίδι στα ξέφωτα πλάι στον Εσγκάλντουιν. Τότε όλες οι αναμνήσεις του πόνου του τον άφησαν και μαγεύτηκε• γιατί η Λούθιεν ήταν η πιο όμορφη από όλα τα παιδιά του Ιλούβαταρ. Τα ρούχα της ήταν γαλάζια σαν τον ασυννέφιαστο ουρανό, τα μάτια της όμως ήταν γκρίζα σαν το αστροφώτιστο βράδυ• ο μανδύας της ήταν κεντημένος με χρυσαφένια λουλούδια, αλλά τα μαλλιά της ήταν σκούρα σαν τις σκιές του λυκόφωτος. Σαν το φως στις φυλλωσιές των δέντρων, σαν τη φωνή των κρυσταλλένιων νερών, σαν τ' αστέρια πάνω από τις ομίχλες του κόσμου, έτσι ήταν το μεγαλείο της ομορφιάς της• και το πρόσωπό της έλαμπε φως.

Αλλά χάθηκε από τα μάτια του• κι αυτός έχασε τη μιλιά του σαν να ήταν δεμένος με μάγια και για πολύν καιρό γύριζε χαμένος στα δάση, άγριος και προσεκτικός σαν θηρίο, αναζητώντας την. Και στην καρδιά του τη φώναζε Τινούβιελ, που πάει να πει Αηδόνι, κόρη του λυκόφωτος, στη γλώσσα των Γκρίζων Ξωτικών, γιατί δεν ήξερε κάποιο άλλο όνομα γι' αυτήν. Και την είδε μακριά σαν τα φύλλα στους φθινοπωρινούς ανέμους και το χειμώνα σαν αστέρι πάνω σε κάποιο λόφο, αλλά μια αλυσίδα έδενε τα μέλη του.

Ήρθε κάποτε κάποια ώρα κοντά στο χάραμα, τις παραμονές της άνοιξης, και η Λούθιεν χόρευε σ’ έναν πράσινο λόφο• και ξαφνικά άρχισε να τραγουδά. Δυνατό — έσκιζε την καρδιά — ήταν το τραγούδι της σαν το τραγούδι του κορυδαλλού που σηκώνεται από τις πύλες της νύχτας και ξεχύνει τη φωνή του ανάμεσα στ' αστέρια που πεθαίνουν, βλέποντας τον ήλιο πίσω από τα τείχη του κόσμου. Και το τραγούδι της Λούθιεν έλυσε τα δεσμά του χειμώνα και τα παγωμένα νερά μίλησαν και λουλούδια ξεπετάχτηκαν από την κρύα γη όπου πάτησαν τα πόδια της.

Τότε τα μάγια της σιωπής άφησαν τον Μπέρεν και της φώναξε λέγοντας «Τινούβιελ» • και τα δάση αντήχησαν το όνομα. Τότε σταμάτησε απορημένη και δεν το έβαλε στα πόδια πια και ο Μπέρεν ήρθε κοντά της. Αλλά όπως τον κοιτούσε, τη βρήκε το μοιραίο και τον αγάπησε• ξεγλίστρησε όμως από τα χέρια του και χάθηκε από τα μάτια του την ώρα που χάραζε η μέρα. Ο Μπέρεν τότε έπεσε καταγής λιπόθυμος, σαν κάποιος που έχει πεθάνει ταυτόχρονα από χαρά και λύπη. Κι έπεσε σ' έναν ύπνο λες και ήταν άβυσσος σκιάς και όταν ξύπνησε ήταν παγωμένος σαν την πέτρα και η καρδιά του γυμνή και εγκαταλειμμένη. Και ο νους του πλανιόταν και ψαχούλευε σαν κάποιος που τυφλώθηκε ξαφνικά και ψάχνει με τα χέρια ν’ αρπάξει το χαμένο φως.

Έτσι άρχισε να πληρώνει την αγωνία για τη μοίρα που του είχε οριστεί• και στη μοίρα του πιάστηκε και η Λούθιεν και, μ’ όλο που ήταν αθάνατη, μοιράστηκε τη θνητότητά του και, μ' όλο που ήταν ελεύθερη, δέθηκε με την αλυσίδα του• και η ψυχική της οδύνη ήταν η μεγαλύτερη που γνώρισε ποτέ Ξωτικό.» 



Εικονογράφηση της Λούθιεν από τον Alan Lee, από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών
Luthien by Alan Lee, watercolor illustration



Το Πετράδι και ο Λύκος




«Τότε κυρίεψε τρόμος τον Μπέρεν και τη Λούθιεν και το ‘βαλαν στα πόδια, χωρίς προφύλαξη και μεταμφίεση, επιθυμώντας μόνο να δουν το φως γι' άλλη μια φορά. Κανείς δεν τους εμπόδισε ούτε τους καταδίωξε, αλλά στην Πύλη δεν μπόρεσαν να βγουν γιατί ο Λύκος Κάρχαροθ είχε ξυπνήσει και τώρα στεκόταν όλος θυμό στο κατώφλι της Άνγκμπαντ. Πριν τον πάρουν είδηση, τους είδε αυτός και όρμησε καταπάνω τους καθώς έτρεχαν.

Η Λούθιεν ήταν εξαντλημένη και δεν είχε ούτε το χρόνο ούτε τη δύναμη να συγκρατήσει το λύκο. Ο Μπέρεν όμως πέρασε μπροστά και με το δεξί του χέρι κράτησε ψηλά το πετράδι Σίλμαριλ. Ο Κάρχαροθ σταμάτησε και για μια στιγμή φοβήθηκε.

«Φύγε τρέχοντας!» φώναξε ο Μπέρεν• «γιατί εδώ έχει μια φωτιά που θα σε καταφάει κι εσένα και κάθε πλάσμα κακοποιό». Και έβαλε το Σίλμαριλ μπροστά στα μάτια του λύκου.

Αλλά ο Κάρχαροθ κοίταξε εκείνο το ιερό πετράδι και δεν πτοήθηκε και το αδηφάγο πνεύμα μέσα του ξύπνησε σαν φωτιά• και ανοίγοντας το στόμα πήρε ξαφνικά το χέρι μέσα στα σαγόνια του και το έκοψε από τον καρπό. Τότε αμέσως όλα του τα σωθικά άρχισαν με αγωνία να φλέγονται και το Σίλμαριλ έκαψε την καταραμένη του σάρκα. Ουρλιάζοντας το ‘βαλε στα πόδια και τα τείχη της κοιλάδας της Πύλης αντιβούιζαν από τις κραυγές του μαρτυρίου του. Τόσο φοβερός έγινε μες στην τρέλα του, που όλα τα πλάσματα του Μόργκοθ που κατοικούσαν στην κοιλάδα ή βρίσκονταν σε κάποιο δρόμο που οδηγούσε προς τα κει έφυγαν τρέχοντας μακριά• γιατί σκότωνε κάθε ζωντανό που βρισκόταν στο δρόμο του και ξεπετάχτηκε από το Βορρά στον κόσμο αφανίζοντας τα πάντα. Από όλα τα τρομερά όντα που έφτασαν ποτέ στο Μπελέριαντ πριν πέσει η 'Ανγκμπαντ, ο παραφρονημένος Κάρχαροθ ήταν το πιο φοβερός γιατί μέσα του ήταν κρυμμένη η δύναμη του Σίλμαριλ.

Ο Μπέρεν τώρα είχε πέσει λιπόθυμος στην επικίνδυνη Πύλη και ο θάνατος τον πλησίασε γιατί τα δόντια του λύκου είχαν δηλητήριο. Με τα χείλη της η Λούθιεν έβγαλε το δηλητήριο και επιστράτευσε τις εξαντλημένες δυνάμεις της για να σταματήσει την αιμορραγία της φρικτής πληγής. Αλλά πίσω της στα βάθη της 'Ανγκμπαντ σηκώθηκε μεγάλος θυμός και χλαλοή. Οι στρατιές του Μόργκοθ ξύπνησαν.

Έτσι η αποστολή για το Σίλμαριλ έμοιαζε να καταλήγει σε όλεθρο κι απελπισίας αλλά εκείνη την ώρα πάνω από το τείχος της κοιλάδας εμφανίστηκαν τρία μεγάλα πουλιά, να έρχονται προς τα βόρεια πετώντας με φτερούγες γρηγορότερες από τον άνεμο. Η περιπλάνηση και η ανάγκη του Μπέρεν είχε διαδοθεί ανάμεσα σε όλα τα πουλιά και τα ζώα και ο ίδιος ο Χούαν είχε πει σε όλα να προσέχουν μήπως χρειαστεί να τον βοηθήσουν. Ψηλά πάνω από την επικράτεια του Μόργκοθ ο Θορόντορ και οι ακόλουθοι του πετούσαν και, βλέποντας τώρα την παραφροσύνη του Λύκου και την πτώση του Μπέρεν, κατέβηκαν γρήγορα κάτω την ώρα που οι δυνάμεις της 'Ανγκμπαντ απελευθερώθηκαν από τα δίχτυα του ύπνου.

Σήκωσαν τότε τη Λούθιεν και τον Μπέρεν από τη γη και τους πήραν ψηλά στα σύννεφα.»



Αποχαιρετισμός




«Αλλά ο Χούριν δεν κοίταξε το βράχο, γιατί ήξερε τι ήταν γραμμένο εκεί• και τα μάτια του είχαν διακρίνει πως δεν ήταν μόνος. Στη σκιά του βράχου βρισκόταν μια γυναίκα γονατισμένη• κι όπως ο Χούριν στεκόταν εκεί σιωπηλός, εκείνη έριξε πίσω την κουρελιασμένη της κουκούλα και σήκωσε το κεφάλι. Γριά και γκριζομάλλα ήταν, αλλά ξαφνικά το βλέμμα της διασταυρώθηκε με το δικό του και τη γνώρισε• γιατί, μ' όλο που ήταν άγριο και γεμάτο φόβο, εξακολουθούσε να λάμπει μέσα του εκείνο το φως που, πολύ παλιά, εξαιτίας του είχε κερδίσει αυτή το όνομα της Έλεντγουεν, της πιο περήφανης και πιο όμορφης απ' όλες τις θνητές γυναίκες τις αρχαίες μέρες.

«Ήρθες επιτέλους», είπε. «Περίμενα πολύν καιρό».

«Ο δρόμος ήταν σκοτεινός. Ήρθα όπως μπορούσα», της αποκρίθηκε.

«Ήρθες όμως πολύ αργά», είπε η Μόργουεν. «Χάθηκαν».

«Το ξέρω», είπε. «Εσύ όμως δε χάθηκες».

Αλλά η Μόργουεν είπε:

«Σχεδόν. Έχω τελειώσει, θα φύγω με τον ήλιο. Τώρα έχει απομείνει λίγος χρόνος: αν ξέρεις, πες μου! Πώς τον βρήκε;»

Αλλά ο Χούριν δεν απάντησε, και κάθισαν πλάι στο βράχο και δε μίλησαν ξανά• κι όταν ο ήλιος έδυσε, η Μόργουεν αναστέναξε και του’ σφίξε το χέρι κι ύστερα έμεινε ακίνητη• κι ο Χούριν κατάλαβε πως είχε ξεψυχήσει.

Την κοίταξε στο λυκόφως και του φάνηκε πως οι ρυτίδες της λύπης και των σκληρών κακουχιών έσβησαν. «Δε νικήθηκε», είπε και της έκλεισε τα μάτια και κάθισε ακίνητος πλάι της καθώς έπεφτε η νύχτα.»



J. R. R. Tolkien, “The Silmarillion”. Πρώτη έκδοση το 1977, με επιμέλεια του γιου του, Κρίστοφερ Τόλκιν. Η μετάφραση των αποσπασμάτων είναι της Ευγενίας Χατζηθανάση-Κόλια. Οι εικονογραφήσεις είναι των Alan Lee, John Howe, Ted Nasmith, Nicolai Kochergin και Denis Gordeev.


© Παρουσίαση, το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης του 18. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί το συνολικό κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.



Η Αδερφοκτόνος Σφαγή από το Silmarillion του J.R.R. Tolkien, σε πίνακα του Ted Nasmith
The Kinslaying at Alqualondë by Ted Nasmith

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο Ψαράς και η Γυναίκα του... ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ


Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, ένα παραμύθι των Αδερφών Γκριμ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Σήμερα θα ανατρέξουμε σε ένα από τα αγαπημένα μου παραμύθια των Αδερφών Γκριμ, το οποίο, μεταξύ άλλων, ενέπνευσε τον Αλεξάντρ Πούσκιν να γράψει το ποίημα «Η Ιστορία του Ψαρά και του Ψαριού» το 1833. Η πρώτη μου επαφή με τον συγκεκριμένο μύθο ήταν μέσω των «Μικρών Κλασσικών Εικονογραφημένων» - ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών τότε.

Θυμάμαι πόση εντύπωση μου είχε προκαλέσει αυτή η βαθιά διδακτική ιστορία του ψαρά, που μια μέρα ψαρεύει ένα ψάρι με μαγικές ικανότητες. Το ψάρι παρακαλεί τον ψαρά να του χαρίσει τη ζωή κι εκείνος το αφήνει ελεύθερο πίσω στη θάλασσα. Μα όταν επιστρέφει στο φτωχικό του σπίτι, η γυναίκα του διαμαρτύρεται: «Καλά, έπιασες ένα μαγικό ψάρι και δεν ζήτησες ούτε μια ευχή; Γύρνα πίσω, βρες το πάλι και ζήτα του κάποια ευχή σε ανταπόδοση που του έσωσες τη ζωή!»

Και έτσι ο ψαράς επιστρέφει στην ακροθαλασσιά, βρίσκει ξανά το ψάρι… και του ζητάει μια ευχή, κατά παραγγελία της γυναίκας του. Κι εδώ αρχίζει η ιστορία να ξετυλίγει το νήμα της, ως την αναπόφευκτη κατάληξη. Μια ιστορία με ένα διαχρονικό μήνυμα για τον άνθρωπο και την πλεονεξία του – επίκαιρη σήμερα όπως πάντα.

Το παραμύθι ανήκει στο ευρύτερο σύμπλεγμα λαϊκών ιστοριών και μύθων που συνέλεξαν και κατέγραψαν εν έτει 1812 οι αδερφοί Γκριμ, υπό την ονομασία «Τα Παραμύθια των Αδερφών Γκριμ» [die Brüder Grimm - “Kinder- und Hausmärchen”]. Η μετάφραση είναι της Μαρίας Αγγελίδου. Συνοδεύω το κείμενο με κάποιες παλιές εικονογραφήσεις και μερικές σελίδες από τα «Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα».




Εικονογράφηση του Alexander Zick για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, των Αδερφών Γκριμ
Alexander Zick, Fischer und Frau illustration



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του




«ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας ψαράς, που ζούσε με τη γυναίκα του σ’ ένα καλυβάκι κοντά στη θάλασσα. Κάθε μέρα ο ψαράς πήγαινε στην ακρογιαλιά και ψάρευε: ψάρευε και ψάρευε με τις ώρες.

Έτσι καθόταν μια μέρα πάλι και ψάρευε, κοιτάζοντας ώρες ατελείωτες τα διάφανα νερά, και έριχνε την πετονιά του όσο πιο βαθιά μπορούσε. Και ξάφνου ένιωσε ένα τσίμπημα στ’ αγκίστρι του. Τραβάει και τι να δει; Είχε πιάσει ένα μεγάλο ψάρι. Και το ψάρι του μίλησε και του είπε:

« Άκου, ψαρά, σε παρακαλώ χάρισέ μου τη ζωή. Δεν είμαι ψάρι αληθινό, αλλά ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Τι θα κερδίσεις αν με σκοτώσεις; Το κρέας μου δεν είναι καθόλου νόστιμο. Ρίξε με πάλι στο νερό κι άσε με να φύγω ».

— « Μπα! », έκανε απορημένος ο ψαράς, « δεν χρειάζονται τόσο πολλά λόγια για να σ' αφήσω. Δεν έχω καμιά όρεξη να φάω ένα ψάρι που ξέρει να μιλάει ». Κι έριξε έτσι το ψάρι ξανά στο νερό και το ψάρι χάθηκε στα βαθιά αφήνοντας πίσω του μια λεπτή γραμμή από αίμα. Ο ψαράς σηκώθηκε τότε και γύρισε στο καλύβι του.

« Λοιπόν; », τον ρώτησε η γυναίκα του. « Δεν έπιασες τίποτα σήμερα;»




Εικονογράφηση για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του από τον Boris Dekhteryov
Boris Dekhteryov illustration, 1951



— « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς. « Έπιασα δηλαδή ένα μεγάλο ψάρι, αλλά μου μίλησε και μου είπε πως είναι ένας μαγεμένος πρίγκιπας. Κι έτσι το 'ριξα πάλι στα νερά και τ' άφησα να φύγει ». — « Και δεν του ζήτησες τίποτα; Δεν έκανες καμία ευχή; », ρώτησε η γυναίκα. « Όχι », αποκρίθηκε ο ψαράς . « Τι έπρεπε να ευχηθώ; » — « Αχ », αναστέναξε η γυναίκα του. «Δεν είναι κρίμα να ζούμε εδώ μέσα, σε στενάχωρη και σκοτεινή βρομοκαλύβα; Θα μπορούσες να ζητήσεις ένα ωραίο, καθαρό σπιτάκι. Άντε πίσω να το φωνάξεις και να του το ζητήσεις. Πες του πως θέλουμε ένα όμορφο σπιτάκι. Θα σου κάνει σίγουρα αυτή τη χάρη!» — « Μα . . . δεν έχω καμιά όρεξη να τρέχω πάλι εκεί κάτω! », διαμαρτυρήθηκε ο ψαράς. — «Μην είσαι κουτός!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. «Εσύ το πιασες και τα’ άφησες πάλι να φύγει. Σου χρωστάει χάρη• Θα κάνει ό,τι του ζητήσεις. Άντε να το βρεις». Ο ψαράς δεν ήθελε να θυμώσει κι άλλο η γυναίκα του, γι' αυτό σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στην ακροθαλασσιά.

Όταν έφτασε στην άκρη του γιαλού, τα νερά είχαν πρασινίσει κι άφριζαν και δεν ήταν πια διάφανα, όπως την ώρα που ψάρευε. Στάθηκε λοιπόν εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη!»



Το ψάρι τον άκουσε κι αμέσως ήρθε κολυμπώντας : « Τι χάρη ζητάει η γυναίκα σου; », ρώτησε. « Αχ », αποκρίθηκε ο ψαράς, « λέει πως αφού σ' έπιασα, έπρεπε να σου ζητήσω κάτι πριν σ' αφήσω. Δεν της αρέσει το καλυβάκι που μένουμε και θέλει ένα μικρό σπιτάκι ». — «Γύρνα σπίτι σου», απάντησε το ψάρι. « Η επιθυμία της εκπληρώθηκε ».




Ο Ψαράς και η Γυναίκα του των αδερφών Γκριμ, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Κι έτσι γύρισε ο ψαράς στο σπίτι του και δεν βρήκε πια την παλιά τους καλυβούλα, αλλά ένα όμορφο μικρό σπιτάκι και τη γυναίκα του καθισμένη στον πάγκο, μπροστά στην πόρτα. Κι η γυναίκα του τον πήρε από το χέρι και τον έμπασε μέσα και του είπε : « Βλέπεις τι ωραία που είμαστε τώρα; » Και διάβηκαν το κατώφλι και μπήκαν στη σάλα κι ύστερα στην κρεβατοκάμαρη, που είχε ένα κρεβάτι για τον καθένα τους. Και είχε και ένα κελάρι, και κουζίνα, γεμάτη μ’ όλα τα καλά, και κατσαρολικά και πιάτα κι απ’ όλα, μπρούντζινα και χάλκινα. Και πίσω απ’ το σπίτι ήταν μια μικρή αυλή με κοτούλες και πάπιες κι ένα περιβολάκι με ζαρζαβατικά και φρούτα.

« Κοίτα! », είπε η γυναίκα. « Δεν είναι όλα πανέμορφα; » — « Ναι », συμφώνησε ο ψαράς. Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα και αφού έφαγαν, έπεσαν για ύπνο.

Πέρασαν έτσι μια-δυο βδομάδες, και μια μέρα η γυναίκα είπε : « Άκου, άντρα μου, το σπιτάκι είναι πολύ μικρό και δεν μας χωράει. Κι η αυλή και το περιβόλι, μικρά είναι κι αυτά. Το ψάρι σου θα μπορούσε να μας χαρίσει ένα μεγαλύτερο, ένα πέτρινο παλάτι. Άντε να του το ζητήσεις! » — « Αχ, γυναίκα », παραπονέθηκε ο ψαράς. « Αυτό το μικρό σπιτάκι είναι μια χαρά. Γιατί δεν σ' αρέσει; Τι δουλειά έχουμε εμείς με παλάτια;» — « Άκου που σου λέω », επέμεινε η γυναίκα του. « Άντε να του το ζητήσεις και δεν θα σου αρνηθεί! » — « Όχι, γυναίκα », είπε ο άντρας. « Το ψάρι μάς έδωσε το σπιτάκι. Δεν θέλω να πάω και να του ζητήσω τώρα περισσότερα. Μπορεί να μου κρατήσει κακία ». — « Πήγαινε, σου λέω », τον έσπρωξε η γυναίκα του. « Για κείνο δεν είναι τίποτα. Θα σ’ την κάνει αμέσως τη χάρη. Άντε πήγαινε ! ». Ο ψαράς σηκώθηκε με βαριά καρδιά και κατέβηκε στην ακρογιαλιά. Και με το νου του έλεγε : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω ». Αλλά το 'κανε.

Κι όταν έφτασε, η θάλασσα δεν ήταν πια πράσινη αφρισμένη, αλλά είχε σκούρο μενεξεδί χρώμα κι ήταν μαβιά και γκρίζα. Τα νερά όμως ήταν ήσυχα. Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε και είπε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; » ρώτησε το ψάρι. « Αχ », δείλιασε ο άντρας. « Τώρα θέλει ένα πέτρινο παλάτι ».

—« Γύρνα σπίτι σου, κι η γυναίκα σου στέκεται απέξω και σε περιμένει », είπε το ψάρι. Κι ο ψαράς γύρισε σπίτι του και τι να δει; Αντί για το μικρό σπιτάκι του, υψωνόταν στο ίδιο μέρος ένα πέτρινο παλάτι. Κι η γυναίκα του στεκόταν στις σκάλες και τον περίμενε. Τον πήρε απ’ το χέρι και του είπε: «Έλα να μπούμε μέσα!». Και μπήκαν μαζί μέσα και είδαν τα’ αστραφτερά μαρμάρινα πατώματα και τους αμέτρητους υπηρέτες, που πρόσμεναν διαταγές. Κι οι τοίχοι ήταν κάτασπροι, στολισμένοι μ’ όμορφες εικόνες• τραπέζια και καρέκλες ήταν καμωμένα από χρυσάφι και κρυστάλλινοι πολυέλαιοι κρέμονταν απ' τα ταβάνια• και σ’ όλα τα δωμάτια και τις σάλες και τις επίσημες αίθουσες ήταν στρωμένα πολύτιμα χαλιά. Και στα τραπέζια ήταν σερβιρισμένα τα πιο εκλεκτά φαγητά και τ’ ακριβότερα κρασιά. Και πίσω απ’ το σπίτι είδαν μια μεγάλη αυλή : στάβλοι με άλογα και αγελάδες, κι άμαξες πολλές. Και πιο πίσω ένας απέραντος κήπος, με τα ωραιότερα λουλούδια και δέντρα. Και πιο πίσω ένα δάσος, με ζαρκάδια και ελάφια και λαγούς, για να περνούν την ώρα τους με το κυνήγι και να διασκεδάζουν.

«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα τον άντρα της. « Δεν είναι πανέμορφο το παλάτι μας;» — « Ναι », αποκρίθηκε ο άντρας. « Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι όλη την υπόλοιπη ζωή μας ». — « Αυτό θα το δούμε », είπε η γυναίκα. «Πάμε τώρα για ύπνο». 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα ξύπνησε πρώτη και θαύμασε το μαγευτικό τοπίο που απλωνόταν έξω από το παράθυρό της. Ο άντρας της δεν είχε καλοξυπνήσει ακόμα, κι εκείνη τον σκούντησε με τον αγκώνα του είπε : « Άντρα μου, σήκω και κοίτα έξω απ’ το παράθυρο. Για πες μου : δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε βασιλιάδες αυτής εδώ της χώρας; Άντε να πεις στο ψάρι πως θέλουμε να γίνουμε βασιλιάδες! » — « Αχ, γυναίκα! », φώναξε ο άντρας, « Γιατί να γίνουμε βασιλιάδες ; Εγώ δεν θέλω να γίνω βασιλιάς! » — « Κι αν εσύ δεν θέλεις να γίνεις βασιλιάς, εγώ θέλω να γίνω βασίλισσα ! Άντε να το πεις στο ψάρι! » — «Μα, τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να γίνεις βασίλισσα; Δεν θέλω να πάω να του ζητήσω κι άλλη χάρη!» — « Και γιατί όχι, παρακαλώ; Να πας αμέσως να του πεις ότι θέλω να γίνω βασίλισσα! ». Τι να κάνει ο κακομοίρης ο ψαράς; Σηκώθηκε και τράβηξε στενοχωρημένος για την ακρογιαλιά. Κι όλο έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Δεν είναι σωστό ». Καθόλου δεν ήθελε να πάει, αλλά πήγε.

Κι όταν έφτασε στην ακροθαλασσιά, είδε τα νερά που είχαν γίνει γκρίζα και μαύρα και μύριζαν, σαν να ’ταν σάπια. Και στάθηκε εκεί που έσπαγε το κύμα και φώναξε :


« Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. « Αχ », απάντησε ο άντρας μ’ έναν αναστεναγμό. « Τώρα θέλει να γίνει βασίλισσα ». — «Γύρνα σπίτι σου, έγινε κιόλα », είπε το ψάρι και τον άφησε μόνο του. 



Εικονογράφηση του John B. Gruelle για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του των Αδερφών Γκριμ
Grimm illustration by John B. Gruelle



Ο ψαράς γύρισε πίσω κι είδε πως το παλάτι τους ήταν τώρα πολύ μεγαλύτερο, με πύργους πανύψηλους και θεόρατες πολεμίστρες : και μπροστά στην πύλη στεκόταν ένας φρουρός και οι στρατιώτες ήταν στη γραμμή με λάβαρα και ταμπούρλα και σάλπιγγες. Κι όταν μπήκε μέσα, είδε πως όλα ήταν από χρυσάφι και μάρμαρο και βελούδινα χαλιά ήταν στρωμένα κατάχαμα και μεγάλες κασέλες, γεμάτες θησαυρούς, ήταν σ’ όλες τις γωνιές. Τότε άνοιξαν οι πόρτες της μεγάλης σάλας κι είδε ο ψαράς όλους τους αυλικούς μαζεμένους και τη γυναίκα του καθισμένη σ’ έναν ψηλό θρόνο από χρυσάφι και διαμάντια, με μια μεγάλη χρυσή κορόνα στο κεφάλι της και ένα σκήπτρο από ατόφιο χρυσάφι στα χέρια της, στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Και δεξιά κι αριστερά της οι δεσποινίδες των τιμών, η μια ομορφότερη απ’ την άλλη.

Ο ψαράς λοιπόν στάθηκε μπροστά της και της είπε : « Λοιπόν, γυναίκα, φχαριστήθηκες τώρα που έγινες βασίλισσα; » — « Ναι », αποκρίθηκε η γυναίκα του. « Αυτό ήθελα ». Ο ψαράς τότε στάθηκε και την κοίταζε και τέλος της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που είσαι βασίλισσα! Τώρα πια θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Και δεν θέλουμε τίποτα καλύτερο! » — «Όχι, άντρα μου», είπε η γυναίκα, που ησυχία δεν έβρισκε με τίποτα. « Εδώ μέσα βαριέμαι, δεν έχω τι να κάνω. Δεν αντέχω άλλο. Πήγαινε πες στο ψάρι πως τώρα που έγινα βασίλισσα, θέλω να με κάνει αυτοκράτειρα ». — « Αχ, γυναίκα, τι σ' έπιασε πάλι και θέλεις να γίνεις αυτοκράτειρα; » — «Πήγαινε, που σου λέω!», τον έσπρωξε η γυναίκα του. Άντε πες του το. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα». — « Ε, όχι, βρε γυναίκα. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει αυτοκράτειρα, κι ούτε θα πάω να του ζητήσω τέτοιο πράγμα. Ο αυτοκράτορας είναι ένας και μόνο σ’ ολόκληρη τη χώρα. Και το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Δεν μπορεί και βάλ' το καλά στο μυαλό σου!» —«Πώς;», θύμωσε η γυναίκα. «Εγώ είμαι η βασίλισσα κι εσύ αρνείσαι να με υπακούσεις; Άντε γρήγορα να κάνεις αυτό που σου λέω. Κι αφού μπόρεσε να με κάνει βασίλισσα, θα μπορέσει να με κάνει κι αυτοκράτειρα. Θέλω να γίνω αυτοκράτειρα ! Τ’ άκουσες; Τρέχα να του το πεις! ». Κι ο δύστυχος ο ψαράς ξεκίνησε για την ακροθαλασσιά. Κι όπως πήγαινε, όλο και περισσότερο φοβόταν, κι όπως πήγαινε, ολοένα έλεγε με το νου του : « Δεν είναι σωστό αυτό που κάνω. Άκου εκεί να θέλει να γίνει αυτοκράτειρα! Το ψάρι θα θυμώσει στο τέλος! ».

Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο γιαλό κι η θάλασσα ήταν πηχτη και κατάμαυρη κι ο αέρας σήκωνε τα κύματα ψηλά κι άφριζε τα νερά της. Τρομαγμένος στάθηκε ο άντρας και φώναξε πάλι :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψάρι!

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, ψάρι μου » αποκρίθηκε κουρασμένος ο ψαράς. «Τώρα θέλει να γίνει αυτοκράτειρα ». — « Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας », αποκρίθηκε το ψάρι.

Κι ο ψαράς γύρισε πίσω κι όταν έφτασε, είδε το παλάτι ν’ αστράφτει ολόκληρο απ’ τα αλαβάστρινα και τα χρυσά στολίδια. Μπροστά στην πύλη οι στρατιώτες βάδιζαν παραταγμένοι, στο ρυθμό που χτυπούσαν τα τούμπανα και τα ταμπούρλα κι οι σάλπιγγες. Και μέσα στο παλάτι τριγύριζαν οι βαρόνοι κι οι κομήτες κι οι πρίγκιπες κι οι δούκες, βιαστικοί και πολυάσχολοι, σαν υπηρέτες. Ολόχρυσες πόρτες άνοιξαν μπροστά του.

Κι όταν μπήκε στη μεγάλη σάλα, είδε τη γυναίκα του καθισμένη σ έναν πανύψηλο θρόνο από καθαρό χρυσάφι. Στο κεφάλι της φορούσε μια θεόρατη ολόχρυση κορόνα, στολισμένη με μπριλάντια και πολύτιμα πετράδια. Στο ένα της χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στο άλλο την αυτοκρατορική σφαίρα. Και στις δυο πλευρές του θρόνου ήταν παραταγμένοι σε διπλή σειρά οι αυλικοί : ο πρώτος ήταν πανύψηλος, σωστός γίγαντας, κι ο τελευταίος ένας μικρούλης νάνος, σαν το μικρό μου δαχτυλάκι. Και μπροστά τους έτρεχαν αμέτρητοι πρίγκιπες και βαρόνοι και υποκλίνονταν βαθιά. 



Ο Ψαράς και η Γυναίκα του, από τα Μικρά Κλασσικά Εικονογραφημένα
Little Classics Illustrated Grimm brothers, the Enchanted Fish



Ο άντρας πήγε και στάθηκε μπροστά στη γυναίκα του και της είπε : «Λοιπόν, γυναίκα, είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες αυτοκράτειρα;» Την κοίταξε ο ψαράς κάμποσην ώρα και τη θαύμασε και της είπε : « Αχ, γυναίκα μου, τι ωραία που είσαι αυτοκράτειρα ! » — « Τι κάθεσαι και με κοιτάς έτσι! », τού ‘βαλε τις φωνές η γυναίκα του. « Πάει αυτό, έγινα αυτοκράτειρα. Τώρα θέλω να γίνω πάπισσα. Άντε να το πεις στο ψάρι ». — « Μα . . . γυναίκα, τρελάθηκες; Τι είναι αυτά που ζητάς; Δεν υπάρχει παρά ένας μοναχά πάπας σ’ ολόκληρη τη χριστιανοσύνη. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα ». — « Θέλω να γίνω πάπισσα, σου είπα. Άντε γρήγορα να το πεις στο ψάρι», πρόσταξε η γυναίκα του αγριεμένη. « Όχι, γυναίκα, δεν πάω. Δεν θα μας βγουν σε καλό όλα τούτα τα καπρίτσια σου. Το ψάρι δεν μπορεί να σε κάνει πάπισσα ». — « Τράβα αμέσως να κάνεις αυτό που σου είπα! », ούρλιαξε η γυναίκα του. « Αφού μπόρεσε να με κάνει αυτοκράτειρα, θα μπορέσει να με κάνει και πάπισσα. Φύγε αμέσως, είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω! ».

Ο δύστυχος ο ψαράς φοβήθηκε και ξεκίνησε για την ακρογιαλιά. Τα πόδια του όμως έτρεμαν και τα γόνατά του λύγιζαν και καλά καλά δεν μπορούσε να περπατήσει απ’ την τρομάρα του. Και φυσούσε πολύ και τα σύννεφα δέρνονταν στον ουρανό και είχε σκοτεινιάσει, λες κι ήταν βράδυ. Τα φύλλα είχαν πέσει απ’ τα δέντρα κι η θάλασσα μούγκριζε αγριεμένη. Τα κύματα έβραζαν κι έσκαγαν με δύναμη στην αμμουδιά. Κι είδε έξω στο πέλαγο τα καράβια να θαλασσοδέρνονται και να σκαμπανεβάζουν σαν τρελά στη φουσκονεριά. Πέρα μακριά στον ορίζοντα αχνοφαινόταν ακόμα ένα κομματάκι γαλανός ουρανός. Ολόγυρα όμως είχαν μαζευτεί σύννεφα μαύρα, κόκκινα και βαριά, που προμηνούσαν καταιγίδα. Τρέμοντας απ’ το φόβο του στάθηκε ο άντρας στο γιαλό και φώναξε :


«Έβγα έξω, πρίγκιπα μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », τον ρώτησε το ψάρι. « Αχ », αναστέναξε ο άντρας. « Τώρα θέλει να γίνει πάπισσα ». — Γύρνα σπίτι σου. Έγινε κιόλας » είπε το ψάρι.

Και γύρισε πίσω ο καημένος ο ψαράς κι όταν έφτασε αντίκρισε μια θεόρατη εκκλησία τριγυρισμένη από λαμπρά παλάτια. Και στριμώχτηκε ανάμεσα στο πλήθος για να περάσει και να φτάσει στην πύλη. Και μέσα έκαιγαν χιλιάδες φώτα κι η γυναίκα του ήταν ντυμένη στα χρυσά και καθόταν σ' έναν ακόμα πιο ψηλό θρόνο και φορούσε τρεις χρυσές κορόνες στο κεφάλι της. Γύρω της στέκονταν όλοι οι επίσκοποι κι οι μητροπολίτες. Και δεξιά κι αριστερά είχαν διπλή σειρά λαμπάδες : η πιο μεγάλη ήταν ψηλή σαν πύργος, κι η πιο μικρή σαν λυχναράκι. Κι οι βασιλιάδες κι οι αυτοκράτορες όλοι ήταν γονατιστοί μπροστά της και της φιλούσαν τα πόδια. « Γυναίκα », της είπε ο άντρας και την κοίταξε καλά καλά. « Είσαι ευχαριστημένη τώρα που έγινες πάπισσα; » — « Ναι, αυτό ήθελα », του αποκρίθηκε η γυναίκα του. Εκείνος τότε την πλησίασε και την κοίταξε από κοντά και της είπε : « Αχ, γυναίκα, τι ωραία που έγινες πάπισσα! » Η γυναίκα του όμως έμεινε ασάλευτη, σαν κούτσουρο, και δεν είπε λέξη. Κι εκείνος τρομαγμένος βιάστηκε να προσθέσει : « Ελπίζω τώρα να είσαι ευχαριστημένη και να μη ζητήσεις πια τίποτα άλλο! » — « Αυτό θα το δούμε ! », αποκρίθηκε η γυναίκα του. Και αυτά έπεσαν κι οι δυο για ύπνο. 



Εικονογράφηση του Marcus Behmer του 1914 για τον Ψαρά και τη Γυναίκα του, από τους αδερφούς Γκριμ
Marcus Behmer illustation



Έλα όμως που εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη κι η απληστία της δεν την άφηνε να κοιμηθεί. Κι ολοένα σκεφτόταν τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει. Ο άντρας της κοιμόταν βαθιά• είχε περπατήσει τόσο πολύ όλη την ημέρα που είχε πέσει ξερός. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να βρει ησυχία κι όλο στριφογύριζε στο κρεβάτι της κι έστυβε το μυαλό της να βρει τι άλλο θα μπορούσε να γυρέψει και τίποτα δεν έβρισκε.

Έτσι πέρασε η νύχτα και κόντευε πια να ξημερώσει. Κι όταν αντίκρισε το ρόδινο χρώμα της αυγής, κι όταν είδε τον ήλιο να προβάλλει ολόχρυσος στον ορίζοντα, μια ιδέα της κατέβηκε στο μυαλό : « Γιατί να μη διαφεντεύω και τον ήλιο και το φεγγάρι στον ουρανό; » — « Άντρα μου, ξύπνα! », φώναξε και τον σκούντησε με τον αγκώνα της. « Πήγαινε να βρεις το ψάρι και να του πεις ότι θέλω να γίνω Θεός ». Ο άντρα της μισοκοιμόταν ακόμα. Κι όταν την άκουσε, τρόμαξε τόσο που κόντεψε να πέσει απ' το κρεβάτι του. Και τρίβοντας τα μάτια του τη ρώτησε : « Τι λες, γυναίκα; Άκουσα καλά; Θέλεις να γίνεις Θεός; » — « Άντρα μου, αν δεν μπορέσω να διαφεντέψω τον ήλιο και το φεγγάρι, με τίποτα δεν θα είμαι ευχαριστημένη και στιγμή ησυχίας δεν θα βρίσκω ». Και τού 'ριξε ένα τόσο άγριο βλέμμα που ο κακόμοιρος ανατρίχιασε ολόκληρος. « Εμπρός, λοιπόν. Άντε να το πεις στο ψάρι. Θέλω να γίνω Θεός ». — « Αχ, γυναίκα μου », της είπε εκείνος πέφτοντας στα πόδια της. «Το ψάρι δεν μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα. Σ' έκανε βασίλισσα, σ' έκανε αυτοκράτειρα, σ' έκανε πάπισσα. Αλλά Θεό. Σύνελθε και μείνε πάπισσα! » Λύσσα την έπιασε τότε κι οι τρίχες της κεφαλής της σηκώθηκαν ορθές• μανιασμένη τού 'δωσε μια κλωτσιά και ούρλιαξε : « Θα πας ή δεν θα πας; Θέλω να γίνω Θεός είπα! ». Κι ο δύστυχος ψαράς ντύθηκε κι έφυγε σαν τρελός.

Έξω όμως λυσσομανούσε η καταιγίδα τόσο δυνατά που δεν μπορούσε καλά καλά να σταθεί στα πόδια του. Σπίτια και δέντρα έτρεμαν συθέμελα και τα βουνά κόντευαν κι αυτά να παρασυρθούν απ5 τον άγριο άνεμο. Βράχια κυλούσαν κι έπεφταν στη θάλασσα κι ο ουρανός, κατάμαυρος σαν την πίσσα, έτρεμε απ’ τις αστραπές και τις βροντές. Τα κύματα δέρνονταν άγρια, πανύψηλα σαν καμπαναριά, σαν βουνά, κι έσκαγαν αφρισμένα στο γιαλό. Ο ψαράς φώναξε μ' όλη του τη δύναμη, αλλά ούτε ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ ακούσει τη φωνή του :


«Έβγα έξω, πρίγκιπά μου,

ψάρι μου, καλό μου ψαρί !

Κι η γυναίκα μου με στέλνει

για να σου ζητήσω χάρη ! »



« Τι θέλει πάλι η γυναίκα σου; », ρώτησε το ψάρι. «Αχ, θέλει να γίνει Θεός!», απάντησε ξεψυχισμένα ο ψαράς. « Γύρνα πίσω και θα τη βρεις να κάθεται στο παλιό σας καλυβάκι! », είπε το ψάρι.

Κι εκεί κάθονται ως τα σήμερα ο ψαράς κι η γυναίκα του.»



Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβρης 18



Οι αδερφοί Γκριμ, πορτραίτο της Elisabeth-Jerichau-Baumann
Grimm Brothers, portrait by Elisabeth-Jerichau-Baumann, 1855