Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Η Χώρα της Επαγγελίας... Μια αλληγορία του Σαρλ Μπωντλαίρ


Shangri-La artwork από το παιχνίδι Far Cry 4


«Υπάρχει, λένε, μια χώρα υπέροχη, μια γη της επαγγελίας, που ονειρεύομαι να επισκεφθώ με μια παλιά μου φίλη. Χώρα παράξενη, πνιγμένη στην πυκνή ομίχλη του Βορρά μας, χώρα που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε Ανατολή της Δύσης, και Κίνα της Ευρώπης, έτσι καθώς καλπάζει εκεί η θερμή και παιχνιδιάρα φαντασία, έτσι καθώς με υπομονή και πείσμα την στόλισε με τη σοφή και χαριτωμένη βλάστησή της. Μια αληθινή γη της επαγγελίας, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα, ευγενικά• όπου η πολυτέλεια αγαπά να καθρεφτίζεται στην τάξη• όπου αναπνέεις τη ζωή, χυμώδη και γλυκιά• όπου η αταξία, η ταραχή και το απρόοπτο δεν έχουν θέση• όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία• όπου η ίδια η κουζίνα είναι ποιητική, βαριά και ερεθιστική συνάμα• όπου όλα σας μοιάζουν, ακριβέ μου άγγελε.

Γνωρίζεις αυτήν την εμπύρετη αρρώστεια που μας αρπάζει μέσα στην ψυχρή αθλιότητα, αυτήν τη νοσταλγία της άγνωστης χώρας, αυτήν την αγωνία της περιέργειας; Υπάρχει ένας τόπος που σου μοιάζει, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα κι ευγενικά, όπου η φαντασία έχτισε και κόσμησε μια Κίνα της Δύσης, όπου αναπνέεις τη ζωή γλυκιά, όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία. Εκεί πρέπει να πάμε, εκεί να ζήσουμε, εκεί πρέπει να πάμε να πεθάνουμε!

Ναι, εκεί πρέπει να πάμε ν' αναπνεύσουμε, να ονειρευτούμε, και να μεγαλώσουμε τις ώρες με των αισθήσεων το άπειρο. Κάποιος μουσικός έγραφε την Πρόσκληση σε βαλς• ποιος θα συνθέσει την Πρόσκληση σε ταξίδι, που θα προσφέρουμε στην αγαπημένη γυναίκα, στην διαλεγμένη αδελφή;

Ναι, μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα η ζωή θα ήταν ευχάριστη, - εκεί πέρα, όπου οι ώρες κυλούν πιο άγρια και είναι γεμάτες σκέψεις, όπου τα ρολόγια σημαίνουν την ευτυχία με μια επισημότητα πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.

Πάνω σε στιλπνές επιφάνειες, πάνω σε επιχρυσωμένα δέρματα μελαγχολικού πλούτου, ζούνε διακριτικά ζωγραφιές μακάριες, ήρεμες και ουσιαστικές, σαν τις ψυχές των καλλιτεχνών που τις δημιούργησαν. Οι δύοντες ήλιοι, που χρωματίζουν τόσο πλούσια την τραπεζαρία ή το σαλόνι, ρίχνουν ένα μαλακό φως μέσα από ωραία υφάσματα ή μέσα από αυτά τα ψηλά καλοδουλεμένα παράθυρα, που ο μόλυβδος χωρίζει σε πολλά τμήματα. Τα έπιπλα είναι πολύ μεγάλα, περίεργα, ακαθόριστα, ενισχυμένα με κλειδαριές και μυστικά σαν τις εκλεπτυσμένες ψυχές. Οι καθρέφτες, τα μέταλλα, τα υφάσματα, τα ασημικά και η φαγέντσια παίζουν για τα μάτια μια συμφωνία σιωπηλή και μυστηριώδη• και από κάθε αντικείμενο, από κάθε γωνιά, από τις χαραμάδες των συρταριών κι από των υφασμάτων τις πτυχές, ξεχύνεται ένα μοναδικό άρωμα, μια νοσταλγία για την Σουμάτρα, που μοιάζει σαν να είναι η ψυχή του σπιτιού.

Μια αληθινή γη της επαγγελίας, σου λέω, όπου όλα είναι πλούσια, καθαρά και στιλπνά, όπως μια ωραία συνείδηση, όπως τα πολυτελή κουζινικά, όπως τα αστραφτερά ασημικά, όπως τα ποικιλόχρωμα κοσμήματα! Όλοι του κόσμου οι θησαυροί ρέουν εκεί, όπως στο σπίτι ενός φιλόπονου ανθρώπου που πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες στον κόσμο ολόκληρο. Χώρα παράξενη, ανώτερη απ' τις άλλες, όπως η τέχνη είναι ανώτερη απ' τη Φύση, που την αναμορφώνει με τ' όνειρο, που την διορθώνει και την ομορφαίνει και την μετουσιώνει.

Ας ψάχνουν, ας ψάχνουν ακόμη, ας διευρύνουν αδιάκοπα τα όρια της ευτυχίας τους αυτοί οι αλχημιστές της κηπουρικής! Ας προσφέρουν έπαθλα, εξήντα και εκατό φλορίνια, γι' αυτόν που θα επιλύσει τα φιλόδοξα προβλήματά τους! Εγώ, βρήκα την μαύρη τουλίπα μου και τη γαλάζια ντάλια μου.

Άνθος ασύγκριτο, τουλίπα που σε ξαναβρήκα, ντάλια αλληγορική, σ' αυτήν την όμορφη, την τόσο ήρεμη και ονειροπόλα χώρα, εκεί δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε; Δεν θα έβρισκες εκεί την αναλογία σου, δεν θα μπορούσες να καθρεφτίζεσαι, για να μιλήσουμε όπως οι μυστικιστές, μέσα στην ίδια την αντιστοιχία σου;

Όνειρα! Πάντα όνειρα! Και όσο πιο φιλόδοξη κι ευαίσθητη είναι μια ψυχή, τόσο απομακρύνονται από την πραγματικότητα τα όνειρά της. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δόση του από φυσικό όπιο, που ακατάπαυστα εκκρίνεται και ανανεώνεται; από τη γέννηση ως το θάνατο, πόσες να είναι οι ώρες που ζούμε γεμάτες θετική απόλαυση, γεμάτες πράξεις επιτυχείς και αποφασισμένες; Θα ζήσουμε ποτέ, θα περάσουμε ποτέ μέσα σ' αυτόν τον πίνακα που ζωγράφισε το πνεύμα μου, σ' αυτόν τον πίνακα που σου μοιάζει;

Αυτοί οι θησαυροί, αυτά τα έπιπλα, αυτή η πολυτέλεια, αυτή η τάξη, αυτά τα αρώματα, αυτά τα θαυμάσια λουλούδια, είσαι εσύ. Εσύ είσαι αυτοί οι μεγάλοι ποταμοί και αυτά τα ήσυχα κανάλια. Αυτά τα μεγάλα καράβια που πλέουν εκεί φορτωμένα με πλούτη κι απ' όπου ανεβαίνουν τα μονότονα τραγούδια της μανούβρας, είναι οι σκέψεις μου που κοιμούνται ή κυλούν πάνω στα στήθη σου. Τα οδηγείς απαλά προς την θάλασσα που είναι το Άπειρο, και στη διαύγεια της ωραίας ψυχής σου αντανακλώνται τα βάθη τ' ουρανού• και όταν, κουρασμένα από τις φουρτούνες και παραγεμισμένα με της Ανατολής τα προϊόντα, γυρνούν στο γενέθλιο λιμάνι, είναι πάλι οι σκέψεις μου που εμπλουτισμένες επιστρέφουν από το Άπειρο σ' εσένα.»



Σαρλ Μπωντλαίρ «Πρόσκληση σε Ταξίδι» [Charles Baudelaire, “L'invitation au voyage”]. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Le Spleen de Paris” [«Η Μελαγχολία του Παρισιού»]. Πρώτη δημοσίευση το 1869. Μετάφραση: Στ. Βαρβαρούσης.


The Siesta by Frederick Arthur Bridgman


Κυριακή, 3 Ιουνίου 2018

Τα κοινωνικά μηνύματα του "Χάρι Πότερ"






«Είναι παράξενο, Χάρι, αλλά οι πιο κατάλληλοι για την εξουσία είναι αυτοί που δεν την επιδίωξαν ποτέ.»



Χάρι Πότερ. Από πού να ξεκινήσει κανείς. Αναμφισβήτητα το μεγαλύτερο νεανικό λογοτεχνικό φαινόμενο της τελευταίας εικοσαετίας, μια σειρά που σημείωσε κατακλυσμιαία επιτυχία, μετετράπη σε πολιτισμικό ορόσημο της εποχής και έφερε πλήθος παιδιών σε επαφή για πρώτη φορά με τον κόσμο του βιβλίου. Έχει επίσης βρεθεί στην κορυφή της λίστας με τα περισσότερο απαγορευμένα βιβλία όλων των εποχών, πλάι σε έργα όπως το «1984» και ο «Φύλακας στη Σίκαλη».

Δεν είναι τυχαίο το τελευταίο. Όσο περισσότερο εξαπλώνεται ένα βιβλίο, τόσο αυξάνει η επιρροή του – άρα και ο τυχών «κίνδυνος» από τα μηνύματα που μεταδίδει. Όταν ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας, Τσιν Σι Χουάνγκ (219-210 π.χ.), διέταζε να πυρποληθούν όλα τα βιβλία των ιδεολογικών του αντιπάλων Κομφουκιανιστών (η πρώτη καταγεγραμμένη μαζική πυρά βιβλίων στην ιστορία, 2 χιλιάδες χρόνια πριν τον Χίτλερ) ήξερε καλά τι έκανε. Δεν υπάρχει εδραιωμένο καθεστώς ή κυρίαρχη ιδεολογία που να μη φοβάται το βιβλίο – και τις φλεγόμενες ιδέες του, ικανές να βάλουν φωτιά σε μύρια νοητικά (άρα) και κοινωνικά οικοδομήματα.

Ποιοι ήταν οι λόγοι που συνέτειναν στην απομάκρυνση της σειράς του «Χάρι Πότερ» από πλήθος αμερικάνικων βιβλιοθηκών και στην καταδίκη της ως «επικίνδυνη» για τα παιδιά; Οργανωμένες θρησκευτικές ομάδες μίλησαν για «προτροπή στη μαγεία και τον κόσμο του αποκρυφισμού», κάτι αντίθετο στα θρησκευτικά παραγγέλματα. Μίλησαν ακόμα και για… σατανισμό. Προσωπικά δεν έχω πετύχει ακόμα κάποιον αναγνώστη του «Χάρι Πότερ» που να διαπράττει νυχτερινές τελετές, πίνοντας αίμα από κρανία και θυσιάζοντας κατσίκες πλάι στο σύμβολο του Γκρίφιντορ, μα ποτέ δεν είναι αργά – υπάρχει πάντα η ελπίδα.





Πολύ αμφιβάλλω βέβαια αν όλοι εκείνοι που καταδίκασαν τον «Χάρι Πότερ» έχουν διαβάσει έστω μία σελίδα από τις άφθονες χιλιάδες των βιβλίων. Μα το ίδιο ισχύει και για εκείνους που παρέλειψαν να ασχοληθούν με τη σειρά, θεωρώντας τη απλά ένα «νεανικό εμπορικό ανάγνωσμα» και τίποτα παραπάνω. Και οι μεν και οι δε, αν έμπαιναν στη διαδικασία να διαβάσουν τη σειρά στο σύνολό της (προσοχή, αναφέρομαι στα βιβλία, όχι στις ταινίες) θα διαπίστωναν πως τα μηνύματα που μεταδίδει είναι πολύ βαθύτερα και περισσότερο ουσιώδη σε σχέση με σατανισμούς και λοιπές κουταμάρες.
Μέσα από τις περιπέτειες του Χάρι, του Ρον, της Ερμιόνης και των λοιπών εφήβων του Hogwarts, η συγγραφέας J.K. Rowling μίλησε για θέματα όπως: η προκατάληψη, ο φυλετικός και κοινωνικός αποκλεισμός, η εξέγερση απέναντι στην αυθεντία και η αμφισβήτηση της εξουσίας, η επικίνδυνη δύναμη του Τύπου και των ΜΜΕ, η πολιτική χρησιμοθηρία και ο κίνδυνος της διαφήμισης, η σύγκρουση ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό συμφέρον, η σημασία της συλλογικής δράσης, η ουσία της διαφορετικότητας, η σχετικότητα του καλού και του κακού.

Αν οι αμφισβητίες του «Χάρι Πότερ» γνώριζαν καλά το περιεχόμενό του θα καταλάβαιναν πως ο όποιος «κίνδυνος» παρουσιάζουν τα βιβλία εδράζεται στους άφθονους παραλληλισμούς με την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας – και στην αμφισβήτησή της, στο κάλεσμα για εξέγερση απέναντι στις σαθρές ιδεολογικές κατασκευές της. Οι «σκοτεινοί μάγοι» της σειράς δεν είναι παρά εκείνες οι όψεις της σύγχρονης πραγματικότητας που μας απομυζούν από τον ανθρωπισμό μας και μας διαχωρίζουν σε καλούπια και φατρίες: ο ρατσισμός, ο δογματισμός, ο φανατισμός, η τυφλή προσκόλληση σε ηγέτες, τα συμφέροντα των λίγων έναντι των πολλών. Και ο αγώνας που πρέπει να δώσουμε, παρέα με τους μαθητές του Hogwarts, είναι ένας αγώνας για περισσότερη αλήθεια και περισσότερη δικαιοσύνη.

Γι’ αυτά, λοιπόν, τα κοινωνικά μηνύματα των βιβλίων του “Harry Potter” θα σας μιλήσω αναλυτικότερα στη συνέχεια της παρουσίασης.






Τα κοινωνικά μηνύματα του “Harry Potter



1 # Ανώτερες και κατώτερες φυλές


«Το “λασποαίματος” είναι μια πολύ κακή λέξη για κάποιον που γεννήθηκε από Μαγκλ – ξέρεις, που οι γονείς του δεν είναι μάγοι», είπε ο Ρον. «Ορισμένοι μάγοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους άλλους, γιατί έχουν αυτό που λέμε “ανόθευτο αίμα” […] Είναι απαράδεκτη βρισιά. Δηλαδή βρόμικο αίμα. Κοινό ανθρώπινο αίμα. Είναι τρελό. Άλλωστε, στην εποχή μας οι περισσότεροι μάγοι είναι μιγάδες. Αν δεν παντρευόμασταν με Μαγκλ, το είδος μας θα είχε εκλείψει.» [Ο Χάρι Πότερ και η Κάμαρα με τα Μυστικά”]


Περισσότερο και απ’ την ίδια την ιδέα της μαγείας, περισσότερο από μια συμβατική σύγκρουση απέναντι σε κάποιο εξιδανικευμένο «Καλό» και σε κάποιο απρόσωπο «Κακό», στον πυρήνα της σειράς του “Χάρι Πότερ” εδράζεται η σύγκρουση ανάμεσα στους υπέρμαχους της αιματολογικής καθαρότητας – και στους αντιπάλους τους. Ήδη από τον δεύτερο τόμο της σειράς (όταν ακόμα μιλούσαμε για ένα βιβλίο που απευθύνεται σε «παιδιά») αναφέρεται εκείνη η λέξη που έμελλε να σημαδέψει τη σειρά στο σύνολό της: Mudblood, δηλαδή, Λασποαίματος. Δηλαδή ακάθαρτος, νοθευμένος, μπάσταρδος. Και γίνεται φανερό πως η μεγάλη σύγκρουση δεν αφορά το «καλό» και το «κακό» μα: την αποδοχή της διαφορετικότητας κόντρα στην ατσάλινη γροθιά της προκατάληψης.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες μάγων: οι «καθαρόαιμοι» από τη μία· και όσοι φέρουν μέσα τους αίμα από “Μαγκλ” – κοινό, ανθρώπινο αίμα. Οι πρώτοι θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους, συγκριτικά με τους δεύτερους – και επιθυμούν οι δεύτεροι να τους υπηρετούν, μέχρι σταδιακά να περιοριστεί και να εκλείψει το είδος τους. Ο μεγάλος πόλεμος που μέλλει να ξεσπάσει (και να φτάσει στο αποκορύφωμά του στο τελευταίο βιβλίο της σειράς) είναι ένας πόλεμος μεταξύ των υπέρμαχων της «καθαρότητας» από τη μία και όσων αντιστέκονται απ’ την άλλη.

Και φυσικά οι υπέρμαχοι της «καθαρότητας» έμελλε να έχουν ένα μεγάλο Ηγέτη που τους εμπνέει σεβασμό μαζί με φόβο. Είναι ο Ηγέτης εκείνος που θα εξαπολύσει τις στρατιές του ενάντια στις ορδές των «ακάθαρτων», προκειμένου να χτιστεί μια νέα, σιδερένια Τάξη Πραγμάτων – στην οποία θα επικρατεί η απόλυτη ιεραρχία ανώτερων και κατώτερων φυλών.

Και αν όλα αυτά σας θυμίζουν Γερμανία και Ευρώπη της δεκαετίας του 30 – καλά κάνουν. Και – δυστυχώς – αν όλα αυτά σας θυμίζουν και κάτι απ’ τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητά μας… αλίμονο, έχετε πέσει μέσα.






Η συγγραφέας J. K. Rowling ζει στην Αγγλία – μια χώρα πολυπολιτισμική από πολλές απόψεις. Στους δρόμους του Λονδίνου βλέπεις να παρελαύνουν πλήθη από άφθονες χώρες και λαούς. Μα πέρα από την επιφανειακή ανομοιογένεια και αποδοχή, υποθάλπουν και στη χώρα της ο ρατσισμός και οι κοινωνικές διακρίσεις – όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες του κόσμου. Και η διάκριση δεν είναι μόνο φυλετικής μορφής: υπάρχουν διακρίσεις φύλου, διακρίσεις σεξουαλικής ταυτότητας, και – σε επικίνδυνο βαθμό – διακρίσεις εθνολογικής “καθαρότητας”. Η Αγγλία στους “γνήσιους” Άγγλους, η Γερμανία στους γνήσιους “Γερμανούς”, η… Ελλάδα στους γνήσιουςΈλληνες. Αλίμονο, θα ‘λεγε κανείς πως δεν έχουμε διδαχτεί τίποτα από την (τόσο πρόσφατη) Ιστορία.

Γίνεται να διδάσκει στο Hogwarts ένας μάγος με νοθευμένο αίμα; Γίνεται να κραδαίνει την ελληνική σημαία ένας Έλληνας μη-ελληνικής καταγωγής; Και αν εκείνο που καθιστά έναν μάγο άξιο δεν είναι το «αίμα», μα οι ικανότητες και η σοφία του; Και αν εκείνο που καθιστά έναν σύγχρονο Έλληνα άξιο απόγονο εκείνου του σπουδαίου αρχαίου λαού δεν είναι το «όνομα» και η ιστορική (τάχα) «συνέχεια», μα ο πολιτισμός και η παιδεία;…

Αφήνω τα συμπεράσματα σε σας.


2 # Η αποδοχή της ιδιαίτερης ταυτότητάς σου


«ΠΕΤΟΥΝΙΑ: Εκεί πηγαίνεις… Σ’ ένα ειδικό σχολείο για τέρατα. Γι’ αυτό σας απομακρύνουν από τους φυσιολογικούς ανθρώπους. Για την ασφάλειά μας.» [“Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]

«ΧΑΓΚΡΙΝΤ: Ο Ντάμπλντορ εμπιστεύεται τους άλλους. Τους δίνει μια δεύτερη ευκαιρία… αυτό είναι που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους διευθυντές. Κι αν έχεις ταλέντο, θα σε δεχτεί στο “Χόγκουαρτς” χωρίς να σε ρωτήσει από πού κρατάει η σκούφια σου. Ορισμένοι όμως δεν το καταλαβαίνουν αυτό. Σε κατηγορούν γι’ αυτό που είσαι ή… προσποιούνται ότι είναι χοντροκόκαλοι, αντί να πουν με τόλμη: Είμαι αυτό που είμαι και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό. Ποτέ να μην ντραπείς γι’ αυτό που είσαι, μου έλεγε ο μακαρίτης ο μπαμπάς, μερικοί θα σε κατηγορούν, αλλά δεν αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθείς μαζί τους.» [“Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς”]


Καθ’ όλη της πολυσέλιδη έκταση του “Χάρι Πότερ” διαβάζουμε για χαρακτήρες που ξεχωρίζουν… και ενίοτε ντρέπονται γι’ αυτό. Γιατί πάντα θα βρεθεί κάποιος ή κάποιοι που θα στρέψουν πάνω τους το δάχτυλο και θα τους κατηγορήσουν για τη διαφορετικότητά τους – μια διαφορετικότητα την οποία δεν επέλεξαν, μα συνιστά αναπόσπαστο χαρακτηριστικό τους γνώρισμα.






Οι θετοί συγγενείς του Χάρι τον αντιμετωπίζουν σαν φρικιό, απλά και μόνο επειδή είναι μάγος και διαφέρει από τους ίδιους. Η σχολή Hogwarts γι’ αυτούς δεν είναι ένας τόπος στον οποίο θα μπορούσε ο ανιψιός τους να εξελίξει τις ιδιαίτερες ικανότητές του – μα τόπος αποκλεισμού, ένα μέρος στο οποίο πρέπει να πηγαίνει προκειμένου να τους αφήσει στην ησυχία τους. Όσο μια μερίδα μάγων αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση τους Μαγκλ, αντίστοιχα μια μερίδα Μαγκλ αντιμετωπίζουν τους μάγους σαν τέρατα της φύσης – από εκείνα που πρέπει να κλειδαμπαρώνουμε σε ιδρύματα, για να ερχόμαστε όσο το δυνατόν λιγότερο σε επαφή μαζί τους. Ο θείος Βέρνον, ένας τυπικός ανώτερος υπάλληλος της εποχής μας, λίγο πολύ ενσαρκώνει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μικροαστού που επιζητά την «ησυχία» του. Οτιδήποτε διαφορετικό τον ενοχλεί, γιατί ταρακουνά το έδαφος κάτω από τα πόδια του: φανερώνει πόσο επισφαλής είναι η αίσθηση «ασφάλειας» που γυρεύει.

Μα το σύμπαν του “Χάρι Πότερ” βρίθει από χαρακτήρες που υφίστανται διακρίσεις. Ο γίγαντας Χάγκριντ αντιμετωπίζει πολλαπλή προκατάληψη λόγω της φυσικής ιδιαιτερότητας και του παρελθόντος του είδους του. Είναι μεγαλόσωμος, ως και αποκρουστικός σε κάποιους – μα δεν επέλεξε ο ίδιος το παρουσιαστικό του. Έτσι τον ήθελε η φύση – και παλεύει να επιβιώσει, όπως όλοι, σε αυτή την κοινωνία των μάγων, που κάθε άλλο παρά ανεκτική είναι: μια κοινωνία που καυχιέται για τη «φύση» όταν αφορά τη δική τους, υποτιθέμενη, «υπεροχή» - μα για τα φυσικά προσόντα και δικαιώματα των άλλων, ούτε λόγος να γίνεται.

Αντίστοιχη είναι η μοίρα των σπιτικών ξωτικών: καταδικασμένα να εργάζονται δουλικά, σαν υπηρέτες των μάγων, τρέφοντας μέσα τους το μίσος για την περιφρόνηση που συναντούν. Στο μεταξύ άλλες φυλές, όπως οι κένταυροι, περιφρονούν με τη σειρά τους τους μάγους, όπως και τη μερίδα εκείνη των ομοφύλων τους που δέχονται να συνεργαστούν μαζί τους.

Στον κόσμο του “Χάρι Πότερ”, όπως και στον κόσμο πέρα απ’ τις σελίδες του βιβλίου, o Άλλος, ως ετερότητα, ως διαφορετικότητα, συνιστά πεδίο απειλής. Είναι το φυσικό σύνορο στο οποίο καταλήγει η ανεκτικότητά μας, το συρματόπλεγμα που ξεσκίζει την ανοιχτομυαλιά μας. Οικοδομούμε την ταυτότητά μας σύμφωνα με εκείνο που μας ξεχωρίζει από τον Άλλο – μα η ταυτότητα είναι επισφαλής, τα θεμέλιά της είναι σαθρά, στο βάθος αμφιβάλλουμε για τους εαυτούς μας και τη θέση μας στην κοινωνία. Αισθανόμαστε από παντού απειλές, μα αδυνατούμε να εστιάσουμε και να εντοπίσουμε την πηγή τους. Μας ζώνει η ανασφάλεια και το άγχος: αποτέλεσμα; Φταίει ο Άλλος. Ο διαφορετικός. Ο εύκολα δακτυλοδεικτούμενος, απλά και μόνο διότι ξεχωρίζει.

Ο αποδιοπομπαίος τράγος.

Το μήνυμα είναι σαφές. Και ο δρόμος που πρέπει ν’ ακολουθήσουν οι πρωταγωνιστές της σειράς είναι πολύ συγκεκριμένος. «Γίνε αυτός που είσαι» - έλεγε ο Νίτσε.



3 # Η αποδοχή της εκμετάλλευσης, ή αλλιώς – Παίρνεις αυτό που Διεκδικείς




«Δηλαδή ένα σπιτικό ξωτικό δεν μπορεί να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του για τον αφέντη του;», ρώτησε ο Χάρι.

«Α, όχι, κύριε, όχι», είπε σοβαρά ο Ντόμπι. «Το σπιτικό ξωτικό πρέπει να είναι ένας αφοσιωμένος σκλάβος, κύριε. Να κρατάει το στόμα του κλειστό, να φυλάει τα μυστικά του αφέντη του, να προστατεύει την τιμή της οικογένειας και να μη μιλάει ποτέ άσχημα γι’ αυτούς.» [Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς]

Κανένα κοινωνικό καθεστώς δεν θα έστεκε όρθιο ούτε ένα λεπτό – αν δεν είχε τη σιωπηλή αποδοχή και συναίνεση, μερική έστω, των πολιτών που το συναποτελούν. Κανένα εργασιακό περιβάλλον, όσο μεγάλο και τρανό και αν είναι, δεν θα έστεκε στα πόδια του δίχως την αποδοχή των εργασιακών του όρων από την πλειοψηφία των εργαζομένων – νυν και υποψηφίων. Κανένας πολιτικός δεν θα έπαιρνε αποφάσεις δίχως τη μάζα των ψηφοφόρων από πίσω του να τον στηρίζουν.

Δεν υπάρχει εξουσία δίχως τους αποδέκτες της, όπως δεν υπάρχει θεατρική παράσταση δίχως κοινό.

Μα πόσοι το αναγνωρίζουν αυτό στην εποχή μας; Πόσοι συνειδητοποιούν πως είναι κάτι περισσότερο από απλά γρανάζια σε μια πελώρια μηχανή; Πως βρίσκεται στα χέρια τους και η μηχανή και οι τροχαλίες που την ενεργοποιούν και την κάνουν να κινείται; Λίγοι, θαρρώ. Ερχόμαστε σε μια κοινωνική πραγματικότητα που, λίγο πολύ, τη θεωρούμε δεδομένη, και προσπαθούμε να προσαρμοστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα σε αυτή – λησμονώντας πως τίποτα δεν είναι δεδομένο, πως εκείνο που τώρα είναι κάποτε δεν ήταν, και πως εκείνο που θα είναι αύριο πιθανό να διαφέρει πολύ από το σήμερα. Γινόμαστε παθητικοί αποδέκτες μιας πραγματικότητας που βρίσκεται στα ίδια μας τα χέρια – και τι κάνουμε; Σκύβουμε ευλαβικά το κεφάλι και ακολουθούμε.

Τέτοια είναι και η στάση των σπιτικών ξωτικών στον κόσμο του “Χάρι Πότερ”. Έχοντας μάθει μια ζωή να υπηρετούν τους αφεντάδες τους, τους μάγους, έφτασαν να θεωρούν δεδομένη την κατάστασή τους. Και αν κάποιος επιχειρήσει να τους βγάλει από τη μόνιμή τους δουλοπρέπεια (όπως επιχειρεί, μάταια ίσως, η Ερμιόνη), τότε εκείνα θα αντιδράσουν: γιατί αγαπούν τις αλυσίδες που τους δένουν – και φοβούνται την ελευθερία τους.

Γιατί η ελευθερία φέρει μαζί της και ευθύνες. Και πόσοι θέλουν να παίρνουν απάνω τους ευθύνες; Καλύτερα δεν είναι να ορίζει πάντα τη ζωή σου κάποιος άλλος;

Ένα μόνο ξωτικό εξεγείρεται σε αυτή την κατάσταση: ο ηρωικός Ντόμπι. Η ιστορία του είναι από τις συγκινητικότερες του βιβλίου. Μα στην αδιαφορία των υπολοίπων ξωτικών να αντιδράσουν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους, μπορούμε να βγάλουμε ένα ακόμα συμπέρασμα: η ελευθερία δεν σου χαρίζεται, ούτε μπορεί κάποιος να σου την παραχωρήσει σαν σωτήρας. Ή τη διεκδικείς, εσύ ο ίδιος – ή δεν τη διεκδικείς καθόλου. Τα δικαιώματά σου ανήκουν πρώτα σε σένα και είναι στο δικό σου χέρι αν θα τα υπερασπίσεις ή όχι. Αλλιώς, απομένουμε να φωνάζουμε, μάταια, παρέα με την Ερμιόνη:

«Για τ’ όνομα του Θεού!», ξέσπασε οργισμένη η Ερμιόνη. «Ακούστε με όλοι σας! Έχετε τα ίδια δικαιώματα με τους μάγους στην ευτυχία και τη δυστυχία! Έχετε δικαίωμα ν’ αμείβεστε για την εργασία σας, να παίρνετε άδεια, να φοράτε κανονικά ρούχα και να μην κάνετε ό,τι σας λένε!» [Ο Χάρι Πότερ και το Κύπελλο της Φωτιάς”]






4 # ΜΜΕ, δημοσιότητα και διαμόρφωση της αλήθειας


«ΕΡΜΙΟΝΗ: Θυμάσαι, Χάρι, που ο “Ημερήσιος Προφήτης” έγραψε για σένα ότι είσαι διαταραγμένος ψυχολογικά και παραπονιέσαι ότι σε πονάει το σημάδι στο μέτωπό σου; Τώρα γράφουν για σένα σαν να είσαι ένα ψώνιο που θεωρεί τον εαυτό του ήρωα αρχαίας τραγωδίας και προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή των άλλων. Πετάνε ειρωνικές σπόντες εναντίον σου. Αν εμφανιστεί κάποια απίθανη ιστορία λένε: “Μια ιστορία αντάξια του Χάρι Πότερ”, κι αν πάθει κανείς κάποιο παράξενο ατύχημα γράφουν: “Ας ευχηθούμε να μην του μείνει κανένα σημάδι στο μέτωπο, γιατί θα έχει την απαίτηση να τον λατρέψουμε…»

«Δε θέλω να με λατρεύουν…», αντέτεινε παθιασμένα ο Χάρι.

«Το ξέρω», τον διέκοψε ταραγμένη η Ερμιόνη. «Το ξέρω, Χάρι. Δεν καταλαβαίνεις τι προσπαθούν να κάνουν; Θέλουν να μη σε παίρνει κανείς στα σοβαρά.» [“Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”]


Ο κόσμος του Χάρι Πότερ δεν είναι ένας απλοϊκός κόσμος με παντοδύναμα μαγικά όντα και εξιδανικευμένες φαντασμαγορικές δυνάμεις. Καμία μαγική δύναμη δεν μπορεί να υπερσκελίσει τη πανταχού παρούσα δύναμη του Τύπου: ικανός να πλέξει το εγκώμιό σου όσο και να σε συκοφαντήσει, να στήσει αγάλματα σε ήρωες τη μία στιγμή όσο και να τα σαρώσει απ’ τα θεμέλιά τους την άλλη, να υπηρετήσει την αλήθεια όσο και το ψεύδος – το δεύτερο στο βωμό του κέρδους, της εμπορικής απήχησης και των πολιτικών συμφερόντων.

Είναι ένας βρώμικος κόσμος, ένας κόσμος με πηχυαίες εντυπωσιακές λεζάντες και φανταχτερούς τίτλους ειδήσεων, ικανούς να σοκάρουν και να μαγνητίσουν το βλέμμα – τόσο όσο χρειάζεται για να μετατραπείς σε καταναλωτή τους. Ο Χάρι Πότερ βρίσκεται καταμεσής ενός πολέμου όχι μόνο απέναντι σε αδυσώπητους μάγους και τερατόμορφα πλάσματα – μα και απέναντι στην ίδια τη δημόσια εικόνα του, που άλλοι κατασκευάζουν γι’ αυτόν, με σκοπό να υπηρετήσουν πολύ συγκεκριμένα συμφέροντα. Στην πορεία των βιβλίων θα διαπιστώσει πως απέναντι στην παντοδυναμία του Τύπου, τις φτηνές τακτικές και τον κιτρινισμό του, κανένα ξόρκι δεν είναι ισχυρό. Ο δρόμος του είναι ένας δρόμος πέρα και έξω από το δισυπόστατο χέρι βοήθειας που του προσφέρουν τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης – ένα χέρι ικανό να σε απογειώσει, όσο και να σε καταδικάσει.






Η εξουσία των καιρών μας είναι μια εξουσία που διαμορφώνει την πραγματικότητα κατά τη θέλησή της. Και τι καλύτερος τρόπος να διαμορφώσεις την πραγματικότητα (και την εικόνα του κόσμου γι’ αυτήν, διότι τι είναι η πραγματικότητα αν όχι η εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν;) από το να διατηρείς υπό τον έλεγχό σου τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης.

Πρώτα ο έλεγχος των ΜΜΕ. Και – στη συνέχεια – ο έλεγχος του κεντρικού συστήματος παιδείας. Στην προκειμένη περίπτωση, η σχολή μάγων του Hogwarts. Όλα αυτά βλέπουμε να γίνονται στις σελίδες του βιβλίου.

Μια σειρά βιβλίων που μια μερίδα κόσμου εξακολουθεί να θεωρεί «παιδική».

«ΕΡΜΙΟΝΗ: Χάρι, έχει κυριεύσει το Υπουργείο, τις εφημερίδες και τη μισή κοινότητα των μάγων! Μη τον αφήσεις να μπει και στο μυαλό σου!» [“Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]






5 # Η εκμετάλλευση της δημόσιας εικόνας για εξυπηρέτηση πολιτικών συμφερόντων


«ΧΑΡΙ: Θέλετε λοιπόν να δίνω την εντύπωση ότι δουλεύω για το Υπουργείο;»

«Θα είναι για όλους μια ένεση αισιοδοξίας, αν πιστέψουν ότι είσαι ενεργά αναμεμειγμένος», επιδοκίμασε ο Σκρίμτζεουρ, ανακουφισμένος που ο Χάρι μπήκε τόσο γρήγορα στο νόημα. «Ο Εκλεκτός!... Καταλαβαίνεις… Για να δώσουμε στον κόσμο ελπίδα, να νιώσουν πως γίνονται σημαντικά πράγματα…»

«Μα αν αρχίσω να μπαινοβγαίνω στο Υπουργείο», ρώτησε ο Χάρι, πασχίζοντας να διατηρήσει φιλικό τον τόνο της φωνής του, «δεν θα είναι σαν να εγκρίνω ό,τι κάνει το Υπουργείο;» [Ο Χάρι Πότερ και ο Ημίαιμος Πρίγκιψ”]


Η σειρά βιβλίων του “Χάρι Πότερ” έχει παρομοιαστεί με την εξελικτική πορεία ενός παιδιού σε ενήλικα. Στην αρχή έχουμε το θαυμαστό, όλο δέος και όνειρα, κόσμο ενός παιδιού που εισέρχεται στο θαυμαστό περιβάλλον των μάγων – και ατενίζει με το στόμα ανοιχτό όλα τα μεγαλειώδη σκηνικά γύρω του. Σταδιακά όμως το παιδί γίνεται έφηβος – και αρχίζουν να απλώνονται σκιές αμφιβολίας για όλα όσα θεωρούσε δεδομένα. Τέλος, το παιδί γίνεται ενήλικας – και ο θαυμαστός κόσμος του παιδιού έχει παραχωρήσει τη θέση του στον γεμάτο ιδιοτελή συμφέροντα και ματαιόδοξες φιλοδοξίες κόσμο των ενηλίκων.

Αυτοί οι ενήλικες των βιβλίων του “Χάρι Πότερ” είναι μάγοι – ναι, ικανοί να κάνουν ξόρκια και να μεταμορφώνονται και να πετούν σε σκουπόξυλα. Όλα όσα περιμένει κανείς από ένα παιδικό βιβλίο δηλαδή. Οι ίδιοι όμως άνθρωποι συντηρούν γραφειοκρατίες, θέτουν υποψηφιότητες σε υπουργεία, υπακούουν σε άτυπους κανόνες ιεραρχίας και συνάπτουν προσεγμένες δημόσιες σχέσεις – τόσες όσες χρειάζεται για να διατηρήσουν το σκήπτρο της δύναμής τους και να μη χάσουν την επιρροή τους πάνω στον κόσμο. Αν λοιπόν ένας πολιτικός χρειάζεται να συνάψει μια παροδική συμμαχία με τον πρώην εχθρό, προκειμένου να διατηρήσει τη θετική εικόνα του στα μάτια του κοινού – θα το κάνει. Και αν χρειάζεται να φωτογραφηθεί παρέα με μια ομάδα γελαστών παιδιών, ώστε να φανεί καλόβολος και συμπονετικός – θα το κάνει. Και αν χρειάζεται να κάνει κάποια δωροδοκία, ώστε να διατηρήσει τα οφέλη μιας τυχών συνεργασίας – θα το κάνει και αυτό.

Ναι – η σειρά του “Χάρι Πότερ” ξεκίνησε σαν παιδικό βιβλίο. Μα ήδη μετά από τρία μέρη είχε πια φανεί πως εξελίσσεται σε κάτι πολύ ευρύτερο. Μαζί με τους ήρωές της ενηλικιώθηκε και η ίδια. Και – αλίμονο – ο αρχικός θαυμαστός κόσμος του βιβλίου έχασε λίγη απ’ τη μαγεία του – κερδίζοντας όμως σε ρεαλισμό και φανερώνοντας πως οι μάγοι μπορούν να είναι το ίδιο ιδιοτελείς, υποκριτές και συμφεροντολόγοι, όπως και οι καλύτεροι πολιτικοί μας.

Μένει στον πρωταγωνιστή του βιβλίου και στην παρέα του αν θα δεχτεί τη βοήθειά τους – με αντίτιμο τη μόνιμη εξάρτησή του – ή αν θα ακολουθήσει το δικό του δρόμο…



6 # Διαίρει και Βασίλευε. Η παντοτινή τακτική της Εξουσίας






«ΚΑΤ’ ΕΝΤΟΛΗΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΡΙΑΣ ΤΟΥ “ΧΟΓΚΟΥΑΡΤΣ”

Απαγορεύονται  από τούδε και στο εξής όλες οι μαθητικές οργανώσεις, λέσχες, ομάδες και όμιλοι.

Από τούδε και στο εξής, οργανώσεις, λέσχες, ομάδες, και όμιλοι θεωρούνται όλες οι συγκεντρώσεις μαθητών άνω των τριών ατόμων.

Οι μαθητές που συλλαμβάνονται να ιδρύουν ή να συμμετέχουν σε οργανώσεις, λέσχες, ομάδες και ομίλους μη εγκεκριμένους από τη Μεγάλη Επιθεωρήτρια, αποβάλλονται.»


«[ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ]
Αν και πρέπει να σας χωρίσω χωρίς φόβο και πάθος,
Προαισθάνομαι ότι ετούτ’ η κίνηση είναι λάθος.
Αναρωτιέμαι αν το μοίρασμα στα τέσσερα συμφέρει,
Ή αν ο διαχωρισμός τη διάλυση θα φέρει.
Ω, ναι, ξέρω τους κινδύνους, διάβασα τους οιωνούς
Το “Χόγκουαρτς” κινδυνεύει από υποχθόνιους εχθρούς.
Αν όλοι εμείς σφιχτά δεν ενωθούμε,
Να δείτε που απ’ τα μέσα ευθύς θα διαλυθούμε.»

[“Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα”]


Την εποχή της Χούντας, εδώ στη χώρα μας, είχε βγει ένα διάταγμα που απαγόρευε τις δημόσιες συναθροίσεις ενός αριθμού ατόμων και πάνω – κάτι απόλυτα λογικό για ένα δικτατορικό καθεστώς. Κάθε εξουσία, κάθε εποχής, φοβάται την ενωμένη συλλογικότητα. Βούτυρο στο ψωμί της είναι η διάσπαση, ο διαχωρισμός – και εν συνεχεία το αλληλοφάγωμα των διασπασμένων, που αντί να στραφούν ενάντια στην εξουσία στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον.

Έτσι τα μικρότερα κράτη στρέφουν τους λαούς τους τον έναν ενάντια στον άλλο και οι γείτονες αντιμάχονται τους γείτονες, όσο οι ισχυροί του κόσμου διατηρούν όλα τα προνόμιά τους· έτσι οι καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις στρέφονται ενάντια στους περισσότερο καταπιεσμένους (τους φτωχούς ή τους ξένους), αντί να στρέψουν τα πυρά τους στους καταπιεστές· έτσι διαχωρίζονται σε ομάδες και φατρίες όσοι αντιστέκονται, αγνοώντας τις ομοιότητες και εστιάζοντας μόνο στις διαφορές τους – με αποτέλεσμα η αντίσταση να μένει διασπασμένη και αδύναμη, μπρος στην ενωμένη σιδηρά γροθιά της εξουσίας· έτσι οι εργαζόμενοι δεν διεκδικούν από κοινού τα δικαιώματά τους, προτιμώντας να σκαρφαλώσουν ο ένας πάνω στο κουφάρι του άλλου για ένα κομμάτι ψωμί· έτσι διαιωνίζεται η ίδια πάντα τάξη πραγμάτων σε όλη την ανθρώπινη ιστορία. Διαίρει και βασίλευε.

Στα βιβλία της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ ο δρόμος είναι σαφής: ή προχωράμε ενωμένοι, ή χαθήκαμε. Μπρος στον κοινό εχθρό χρειάζεται να βάλουμε τις διαφορές μας στην άκρη και να αγωνιστούμε από κοινού. Και αν το τέλος του βιβλίου αφήνεται, εν μέρει, στα γνωστά (και προβλέψιμα) στερεότυπα των ηρωικών μυθιστορημάτων (με την κλασική όσο και στερεότυπη διαμάχη του Ήρωα ενάντια στον Μεγάλο Κακό), η πορεία προς τα εκεί δεν είναι καθόλου δεδομένη και στερεότυπη. Τι θα έκανε ο Χάρι δίχως τη στήριξη όλων εκείνων που ένωσαν μαζί του τις δυνάμεις του, άραγε; Τι θα είχε απογίνει; Τι θα είχε απογίνει το Hogwarts δίχως την ομάδα εκείνη που ενωμένη επέλεξε να αντισταθεί, κόντρα στους κανόνες και τις απαγορεύσεις, θέτοντας σε κίνδυνο την ίδια τη ζωή της;

Και αν ο Χάρι δεν είχε συνέχεια στο μυαλό του εκείνους που αγαπούσε – αν δεν ήταν ενωμένος στην καρδιά του μαζί τους – ποια θα ήταν τότε η δύναμή του;






7 # Εξουσία στο όνομα του «Κοινού Καλού»






«Ναι, μας έχει δοθεί δύναμη, και, ναι, αυτή η δύναμη μας δίνει το δικαίωμα να κυβερνήσουμε, αλλά μας δημιουργεί και ευθύνες απέναντι στους κυβερνώμενους… Αναλάβαμε την εξουσία για το ΕΥΡΥΤΕΡΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν θα βρίσκουμε αντίσταση, πρέπει να χρησιμοποιούμε μόνο την απολύτως απαραίτητη βία και όχι περισσότερη» [από γράμμα του Άλμπους Ντάμπλντορ τον καιρό που ήταν νέος, στο “O Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]


Στο τελευταίο (και ωριμότερο) βιβλίο της σειράς, η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ καταπιάνεται με ένα θέμα με το οποίο έχουν ασχοληθεί συγγραφείς από τον Ρουσσώ ως τον Ντοστογιέφσκι. Θέτει δύσκολα κοινωνικά και ηθικά ερωτήματα και οι απαντήσεις σπάνια έχουν τις αποχρώσεις του μαύρου και του άσπρου. Συγκεκριμένα: ποια πρέπει να είναι η στάση της εξουσίας απέναντι σε εκείνο που ονομάζουμε «γενικό καλό»; Ποιος ορίζει αυτό το “ευρύτερο συμφέρον”, στο όνομα του οποίου τόσα και τόσα εγκλήματα έχουν διαπραχθεί – και το οποίο φυσικά επικαλούνται οι πάντες;

Στο απόσπασμα που παραθέσαμε πάνω, ο νεαρός (ανώριμος, ακόμα, και επηρμένος) Άλμπους Ντάμπλντορ, φαίνεται πως θεωρεί δεδομένη την ανώτερη ιεραρχικά θέση των μάγων, στο όνομα ενός «γενικού συμφέροντος» που πιστεύει πως θα υπηρετήσουν καλύτερα χάρη στα προνόμια της εξουσίας τους. Μα στο όνομα εκείνου ακριβώς του «γενικού συμφέροντος», που τόσο ιδεαλιστικά επικαλέστηκε ο Ντάμπλντορ, διαπράχθηκαν φρικαλέες πράξεις από τους συνεργάτες του. Μήπως τελικά στο όνομα του «κοινού συμφέροντος» καταλήγεις να υπηρετείς το δικό σου συμφέρον και μόνο; - εκείνο που διασφαλίζει τη διαιώνιση της δύναμης και της κυριαρχίας σου;

Ευτυχώς για μας όμως, ωριμάζοντας ο Ντάμπλντορ έμελλε ν’ αποκτήσει εκείνη την τόσο χαρακτηριστική σοφία του – και να δει τα πράγματα υπό μια άλλη προοπτική:

«Είναι παράξενο, Χάρι, αλλά οι πιο κατάλληλοι για την εξουσία είναι αυτοί που δεν την επιδίωξαν ποτέ.» [Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου]






8 # Το ατομικό κόντρα στο γενικό συμφέρον


«Μερικές φορές ΠΡΕΠΕΙ να σκεφτείς κάτι περισσότερο από την ατομική σου ασφάλεια! Μερικές φορές ΠΡΕΠΕΙ να σκεφτείς το ευρύτερο συμφέρον! Έχουμε πόλεμο!» [Ο Χάρι Πότερ, στο “O Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου”]


Ναι, έρχονται εκείνες οι στιγμές που – αναγκαστικά – πρέπει να επιλέξεις ένα δρόμο. Και εδώ δεν χωράνε αποχρώσεις – διαλέγεις ή τον ένα ή τον άλλο. Κάποιες φορές η ζωή σε καλεί να βγεις από το βόλεμά σου και να βάλεις στην άκρη το παντοδύναμο ένστικτο της αυτοσυντήρησής σου – γιατί αισθάνεσαι πως υπάρχει κάτι άλλο, κάτι ακόμα πιο πολύτιμο.

Αυτή είναι η στιγμή που διαχωρίζει εκείνον που αγωνίζεται από εκείνον που σιωπά. Μερικές φορές αυτές οι ιδιότητες συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο. Μερικές φορές η διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους είναι πολύ λεπτή – μια κουβέντα όμως, μια κίνηση, μπορεί στο τέλος να κάνει όλη τη διαφορά.



9 # Δεν υπάρχουν μαύροι και άσπροι χαρακτήρες






«Γνώριζε από προσωπική πείρα τι σημαίνει να σε ξεφτιλίζουν μπροστά στους άλλους και μπορούσε να καταλάβει πλήρως πως ένιωθε ο Σνέιπ όταν τον ταπείνωνε ο πατέρας του». [Ο Χάρι Πότερ και το Τάγμα του Φοίνικα]


Πλησιάζοντας στο τέλος της παρουσίασης, να κάνω μια παρένθεση και να σας πω πως θεωρώ δεδομένη την ανωτερότητα των βιβλίων, συγκριτικά με τις ταινίες. Με εξαίρεση την τρίτη ταινία (τον «Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν», με την εξαιρετική της σκηνοθεσία και ατμόσφαιρα), και ίσως κάποιες πτυχές της τελευταίας, λίγα από τα στοιχεία που παραθέσαμε ως τώρα εξυφαίνονται σε βάθος στα έργα. Δίχως να είναι κακές ταινίες (κάθε άλλο, βλέπονται πολύ ευχάριστα), απλοποιούν σε μεγάλο βαθμό ορισμένες από τις περισσότερο συναρπαστικές πτυχές των βιβλίων, με μεγαλύτερη όλων ίσως τη σκιαγράφηση των βασικών του χαρακτήρων.

Τι πιο συναρπαστικό από την αναδρομή στη νεανική ηλικία του Βόλντεμορτ, όπως παρουσιάζεται στον «Ημίαιμο Πρίγκιπα»; Πόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χαρακτήρας του Ντάμπλντορ στο τελευταίο βιβλίο, όταν αποκαλύπτονται εκείνες οι άγνωστες πτυχές του παρελθόντος του – φανερώνοντας πως ακόμα και ο μεγαλύτερος σοφός μπορεί να κάνει λάθη; Πόσα θραύσματα στον στερεότυπο ρόλο των «καλών» προκαλούν εκείνες οι αναδρομές στα νεανικά χρόνια του Τζέιμς Πότερ, πατέρα του Χάρι, και του κολλητού του Σείριου – καθώς και η στάση που βλέπουμε να έχουν απέναντι στον Σνέιπ;

Αα. Ο Σνέιπ. Αγαπημένος χαρακτήρας πλήθους φίλων της σειράς, και όχι τυχαία. Θα μπορούσαμε να γράψουμε ένα κείμενο μόνο γι’ αυτόν.

Προσωπικά λυπάμαι που η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ δεν εντρύφησε ακόμα βαθύτερα στους «κακούς» της σειράς της – και στις αφανέρωτες πλευρές της ζωής τους. Δε θέλουμε ένα ή δυο κεφάλαια αφιερωμένα στον Σνέιπ, μα ένα ολόκληρο βιβλίο. Και γιατί να μην εμβαθύνουμε ακόμα περισσότερο στο συγχυσμένο νου του εκκολαπτόμενου μικρού φασίστα – του Ντράκο Μαλφόι; Ή να μην έχουμε μια εμβάθυνση στον χαρακτήρα της Μπέλατριξ – που δεν κατάφερε να αποφύγει το στερεότυπο της γραφικής «κακιάς». Νομίζω εδώ η Ρόουλινγκ έχασε μια ευκαιρία.

Ένα όμως είναι βέβαιο: διαβάζοντας τα “Χάρι Πότερ” βλέπεις, βιβλίο με βιβλίο, να καταρρέει μπρος τα μάτια σου ο στερεότυπος ρόλος των «καλών» και των «κακών» - με εξαίρεση λίγους χαρακτήρες. Ως και ο ίδιος ο Χάρι μοιάζει πολύ κωλόπαιδο, ώρες ώρες. Πράγμα λογικό, αν το καλοσκεφτούμε. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, όχι εξιδανικεύσεις.





Λίγο πριν το τέλος



Κάπου εδώ λέω να κλείσω αυτήν την (πελώρια, όπως αναμενόταν) παρουσίαση. Να καταθέσω και μια προσωπική εμπειρία: δεν έζησα μικρότερος την «τρέλα» του Harry Potter, που τόσοι και τόσοι έζησαν, σε βαθμό να συνδεθεί με την παιδική ή νεανική τους ηλικία. Για κάποιο λόγο με άφησε ανεπηρέαστο το φαινόμενο τον καιρό της έκρηξής του. Διάβασα όλα τα βιβλία και είδα τις ταινίες πολύ αφού είχαν τελειώσει, χάρη στην προτροπή ενός φίλου.

Δεν το μετάνιωσα καθόλου. Ήταν μια απολαυστική διαδρομή – και το κείμενο που διαβάσετε είναι η δική μου προσωπική κατάθεση. Γιατί ένας ενήλικας θα δει με άλλο τρόπο μια σειρά βιβλίων, συγκριτικά με ένα παιδί ή έναν έφηβο.

Ένα από τα επιτεύγματα της Rowling είναι πως έκανε απολύτως πιστευτή μια φανταστική πραγματικότητα, γεμάτη μάγους και τέρατα, εντάσσοντάς τους όλους στην φυσική καθημερινότητα του κόσμου που ζούμε. Ο Χάρι, ο Ρον, η Ερμιόνη… δεν είναι εξιδανικεύσεις, μα αληθινοί έφηβοι, με όλες τις ανησυχίες και τις εντάσεις που χαρακτηρίζουν τόσο την ηλικία, όσο και την εποχή τους.

Και τα προβλήματα που θίγει η συγγραφέας στο έργο – εκείνα που ήδη κάναμε μια προσπάθεια να απαριθμήσουμε – είναι προβλήματα με σάρκα και οστά, ενός απόλυτα αληθινού και κάθε άλλο παρά φανταστικού κόσμου.

Είναι η δική μας πραγματικότητα, ιδωμένη υπό ένα άλλο πρίσμα. Αν οι μύθοι είχαν πάντα σαν σκοπό να μας ωθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα κάποια πράγματα γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση, τότε ο μύθος του “Χάρι Πότερ” δικαιωματικά ανήκει στους σημαντικότερους των καιρών μας.

Τι λέτε όμως, να βάλουμε κι ένα στρογγυλό «10» στην απαρίθμηση των κοινωνικών μηνυμάτων των βιβλίων; Για πάμε λοιπόν. Θα κλείσουμε με το χρυσό δεκάρι – μια φράση του Ντάμπλντορ, από το τελευταίο βιβλίο της σειράς. Και με αυτή τη φράση θα σας αποχαιρετήσω.



10 # Μια προτροπή


«Μη λυπάσαι τους νεκρούς, Χάρι. Λυπήσου τους ζωντανούς και κυρίως αυτούς που ζουν χωρίς αγάπη.»


Οι μεταφράσεις των αποσπασμάτων από την Καίτη Οικονόμου.

Για την παρουσίαση: © Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος 18






Κυριακή, 20 Μαΐου 2018

Ο ρυθμός της λήθης






«Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»


Τα λόγια ανήκουν στον Μίλαν Κούντερα και στο μυθιστόρημα-δοκίμιό του με τίτλο «Η Βραδύτητα» [“La Lenteur”, 1995]. Κεντρικός άξονας της θεματικής του βιβλίου είναι η συσχέτιση/σύγκρουση μεταξύ δύο αντιφατικών υπαρξιακών ρυθμών: της ταχύτητας από τη μία και της βραδύτητας από την άλλη. Στην αρχή του βιβλίου ο Κούντερα αντιπαραβάλλει την έκσταση που αισθάνεται ένας μοτοσικλετιστής, παραδομένος στην ταχύτητα της μηχανής του, με τους αργούς ρυθμούς ενός δρομέα ή ενός περιπλανώμενου. Η μηχανική έκσταση του πρώτου απαλείφει το παρελθόν, ζει στο Εδώ και Τώρα. Ο ρυθμός του δεύτερου όμως είναι ο ρυθμός της μνήμης: «Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του.»

Ένα παράδειγμα από την καθημερινότητά μας αρκεί για να διασαφηνίσει ακόμα περισσότερο την αντιπαραβολή ταχύτητας/βραδύτητας: Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, αν περπατάς και αναπολείς το παρελθόν η κίνησή σου, ασυναίσθητα, επιβραδύνεται· όσο συλλογίζεσαι τα περασμένα, το βήμα σου γίνεται βραδύτερο. Χάνεσαι στις σκέψεις και τις μνήμες και βαδίζεις αργά, ονειροπόλα. Από την άλλη, αν βρίσκεσαι σε κάποια κατάσταση υπερέντασης, πιάνεις τον εαυτό σου να προχωράει όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο νευρωτικά: είτε διότι βιάζεσαι να φτάσεις κάπου (άρα σημασία έχει ο προορισμός και όχι η διαδρομή), είτε διότι επιθυμείς να απαλλαγείς από κάτι που σε τρώει· να ξεχάσεις· να μη σκέφτεσαι άλλο πια.

Ζούμε, άραγε, σε μια τέτοια εποχή; Σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης τεχνητής ταχύτητας – πίσω από την επιφανειακή ηδονή της οποίας βρίσκεται κάποια ασυναίσθητη επιθυμία μας να παραδοθούμε σε μια μορφή λήθης; Να πάψουμε να σκεφτόμαστε – άρα και να απαλλαγούμε από το άγχος και τους προβληματισμούς;

Στη συνέχεια του κειμένου, βασιζόμενος στην κεντρική προβληματική του Κούντερα, θα επιχειρήσω να επεκτείνω αυτές τις σκέψεις, φέρνοντας διάφορα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας. Ξεκινάω παραθέτοντας το ολοκληρωμένο απόσπασμα του ίδιου του συγγραφέα.






Μίλαν Κούντερα: Ο ρυθμός της ταχύτητας και της βραδύτητας



«Η ταχύτητα είναι μορφή έκστασης πού την έκανε δώρο στον άνθρωπο η τεχνολογική επανάσταση. Ο άνθρωπος που σκύβει πάνω στη μοτοσυκλέτα του δεν μπορεί να συγκεντρωθεί παρά μόνο στην παρούσα στιγμή της πτήσης του· γαντζώνεται πάνω σ’ ένα κλάσμα χρόνου αποκομμένο και από το παρελθόν και από το μέλλον· αποσπάται από τη συνέχεια του χρόνου· είναι εκτός χρόνου· μ’ άλλα λόγια, βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης· σ’ αυτή την κατάσταση, δεν ξέρει τίποτα για την ηλικία του, δεν ξέρει τίποτα για τη γυναίκα του, τίποτα για τα παιδιά του, τίποτα για τις σκοτούρες του, και ως εκ τούτου δεν φοβάται, διότι η πηγή του φόβου βρίσκεται στο μέλλον, και οποίος απελευθερώνεται από το μέλλον δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Σε αντίθεση με τον μοτοσικλετιστή, ο δρομέας είναι πάντοτε παρών στο σώμα του, αφού είναι αναγκασμένος να σκέφτεται ασταμάτητα τις φουσκάλες του, το λαχάνιασμά του· όταν τρέχει, αισθάνεται το βάρος του, την ηλικία του, έχοντας όσο ποτέ άλλοτε συνείδηση του εαυτού του και του χρόνου της ζωής του. Όλα αλλάζουν όταν ο άνθρωπος εκχωρεί την ικανότητά του για ταχύτητα σε μια μηχανή: από εκείνη τη στιγμή το σώμα του βρίσκεται εκτός παιχνιδιού και παραδίδεται σε μια ταχύτητα πού είναι ασώματη, άυλη, ταχύτητα αμιγής, ταχύτητα καθαυτήν, ταχύτητα έκσταση.

Περίεργη συμμαχία: η απρόσωπη ψυχρότητα της τεχνολογίας και οι φλόγες της έκστασης. Θυμάμαι εκείνη την Αμερικανίδα πού, πριν από τριάντα χρόνια, με όψη σοβαρή και ενθουσιώδη, μου έκανε μάθημα (παγερά θεωρητικό) για τη σεξουαλική επανάσταση· η λέξη πού επανερχόταν συχνότερα στο λόγο της ήταν η λέξη οργασμός· μέτρησα: σαράντα τρεις φορές. Η λατρεία του οργασμού: προβολή της πουριτανικής χρησιμοθηρίας στη σεξουαλική ζωή· αποδοτικότητα εναντίον αργίας· αναγωγή της συνουσίας σε εμπόδιο προς υπερπήδηση προκειμένου να φτάσει κανείς σε μια εκστατική έκρηξη, τον μόνο αληθινό στόχο του έρωτα και του σύμπαντος.

Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας; Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση; Μια τσέχικη παροιμία δίνει τον ορισμό της γλυκιάς απραξίας τους με μια μεταφορά: κοιτάζουν τα παράθυρα του κάλου Θεού. Όποιος κοιτάζει τα παράθυρα του καλού Θεού δεν βαριέται· είναι ευτυχής.

Στον κόσμο μας η αργία μεταβλήθηκε σε αεργία, που είναι τελείως άλλο πράγμα: ο άεργος είναι στερημένος, βαριέται, αναζητάει μονίμως την κίνηση που του λείπει. […]

Ο βαθμός της ταχύτητας είναι αντιστρόφως ανάλογος προς την ένταση της λήθης. Απ’ αυτή την εξίσωση μπορούμε να βγάλουμε διάφορα πορίσματα, λόγου χάρη το έξης: η εποχή μας παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας και γι’ αυτό ξεχνάει τόσο εύκολα τον εαυτό της. Εγώ λοιπόν προτιμώ να αντιστρέψω αυτό τον ισχυρισμό και να πω: η εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία· επιταχύνει το βήμα της επειδή θέλει να καταλάβουμε ότι επιθυμεί να μην τη θυμόμαστε πια· ότι έχει βαρεθεί τον εαυτό της· έχει σιχαθεί τον εαυτό της· ότι θέλει να σβήσει τη μικρή, τρεμάμενη φλόγα της μνήμης.»

Μίλαν Κούντερα, «Η Βραδύτητα», μετάφραση: Σ.Βελεντζας.

H εποχή μας έχει κυριευτεί από την επιθυμία για λήθη και παραδίδεται στον δαίμονα της ταχύτητας ακριβώς για να εκπληρώσει αυτή την επιθυμία.




Η ταχύτητα στη σύγχρονη καθημερινότητα



Τρέχουμε γιατί επιθυμούμε να ξεχάσουμε; Είναι η ηδονή της ταχύτητας μια ηδονή που αποσκοπεί σ’ ένα αέναο παρόν, απαλείφοντας τη μνήμη, ξεριζώνοντας τη σχέση μας με το παρελθόν; Τρέχεις με σκοπό να φτάσεις κάπου – και αυτό το «κάπου» είναι άραγε το μόνο που μετράει, κόντρα στην ίδια τη διαδρομή; Αξίζει μόνο το φινάλε, όχι η πορεία προς αυτό;

Τι συμβαίνει λοιπόν στο πάρτι όταν οι καλεσμένοι έχουν φύγει και έχουν κλείσει πια τα φώτα; Όταν δεν παραδίδεσαι πια στην έκσταση του χορού ή του ποτού; Μη μου πεις – ξέρω τι θα κάνεις. Θα ανεβάσεις selfies στα κοινωνικά δίκτυα. Και έτσι ποτέ δεν είσαι μόνος – ποτέ δεν χρειάζεται να μείνεις μόνος με τις σκέψεις σου. Τα φώτα του πάρτι έχουν σβήσει – μα μένει πάντα αναμμένο το φως του υπολογιστή.

Δεν γνωρίζω πόσοι άνθρωποι περπατούν σήμερα για τη χαρά της βόλτας, δίχως προορισμό. Οι «πλάνητες» που αναφέρει νοσταλγικά ο Κούντερα. Να βγεις, να περπατήσεις, να χαζέψεις, να αφεθείς στις σκέψεις σου. Είχα διαβάσει παλιότερα ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο σε μια εφημερίδα: αναφερόταν στους σύγχρονους περιπλανώμενους, εκείνους που περπατούν για τη χαρά της περιπλάνησης – και τόνιζε πως σε αυτούς τους ανθρώπους ζυμώνεται μια νέα αντίληψη για τη ζωή και την κοινωνία – ακόμα και για την πολιτική. Κόντρα στην αντίληψη των μέσων και των σκοπών, κόντρα στον ψυχαναγκασμό του «τελικού προορισμού», κόντρα στην εργαλειακή λογική της «αποδοτικότητας» - στην οποία σημασία έχει μόνο η κατάληξη (λιγότερο ή περισσότερο οργασμική), όχι η πορεία προς αυτήν.

Αποδοτικότητα: η μηχανοποίηση του ανθρώπου και της φύσης στο όνομα των «τελικών σκοπών». Εκεί που έχει σημασία μόνο το αποτέλεσμα – και η ταχύτητα με την οποία επιτελείται. Οι τελίτσες πάνω στο νοητό χάρτη της καθημερινότητας με τα κομβικά σημεία – όχι οι γραμμές που τις ενώνουν. Περπατάς ΓΙΑ να φτάσεις κάπου: να πας σπίτι, στη δουλειά σου, να κάνεις τα ψώνια σου. Εργάζεσαι ΓΙΑ να πληρωθείς – η εργασία δεν επιτελεί κανένα άλλο νόημα για σένα, πέρα από αυτό. Βγαίνεις ΓΙΑ να διασκεδάσεις – η «διασκέδαση» είναι κάτι που βρίσκεται «έξω» από σένα και συ την κυνηγάς, σαν επίδοξος εραστής κάποιας νύμφης του δάσους, που όσο τρέχεις ξωπίσω της, τόσο εκείνη σου ξεφεύγει.




 

Κυνηγάς μονίμως κάτι «πέρα» και «έξω» από την παρούσα στιγμή. Και η διασκέδασή σου αντανακλά ακριβώς αυτή την καθημερινότητα προσφέροντάς σου το ακριβώς αντίθετο: μια αποθέωση της παρούσας στιγμής, μια εκστατική παράδοση στο εδώ και τώρα. Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις, με απαλλάσσει απ’ το χθες και απ’ το αύριο. Ζω στο Τώρα, μα αυτό το Τώρα είναι ένα παρόν δίχως σκέψη, δίχως αναπόληση, δίχως προβληματισμό. Ένα μηχανικό παρόν.

Αυτός είναι ο ρυθμός της ταχύτητας: τρέχω ΓΙΑ να φτάσω κάπου ΑΛΛΟΥ. Και ταυτόχρονα αφήνομαι σε μια πραγματικότητα που με απαλλάσσει από τις σκέψεις.

Ο σύγχρονος εμπορικός κινηματογράφος αντανακλά τους ξέφρενους ρυθμούς ταχύτητας. Αρκεί να σκεφτούμε μια νεότερη χολιγουντιανή υπερπαραγωγή και πόσο πολύ βασίζεται στον εντυπωσιασμό του εφέ και της ταχύτητας: τα πλάνα διαδέχονται αστραπιαία το ένα το άλλο, το μοντάζ στοχεύει στη συρραφή ολοένα και περισσότερων εικόνων σε ολοένα και λιγότερο χρονικό διάστημα, τα πάντα μοιάζουν να έχουν μπει σ’ ένα υπερηχητικό ρόλερ κόστερ – με σκοπό την απογείωση του θεατή, την εκτόξευσή του σ’ έναν κόσμο όπου δεν θα χρειάζεται να σκέφτεται. Πόσο παράταιρα μοιάζουν εκείνα τα φιλμ που στηρίζονται περισσότερο στο διάλογο ή την ανάλυση των χαρακτήρων, κόντρα στη δράση. «Είναι βαρετό» - θα πουν αμέσως κάποιοι.

Οι κυρίαρχες τάσεις στο διαδίκτυο και τα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook ή το Instagram, ενισχύουν ακόμα περισσότερο αυτούς τους ρυθμούς. Αρκεί ν’ ανοίξουμε την κεντρική σελίδα για να κατακλυστούμε από μια υπερπληθώρα πληροφοριών, οι περισσότερες εκ των οποίων περιορίζονται σε κάποιες μεμονωμένες ατάκες ή φωτογραφίες που στοχεύουν να σου τραβήξουν την προσοχή. Ασφαλώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ανίκανος να επεξεργαστεί όλα αυτά τα ερεθίσματα ταυτόχρονα – κάνεις λοιπόν scroll down, μέχρι να βρεις κάτι που να σου ερεθίσει το ενδιάφερον, να αφιερώσεις κάποια δευτερόλεπτα (όχι πολύ χρόνο, προσοχή!) για να το δεις, να πατήσεις ένα like, και μετά να συνεχίσεις. Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική. Ποιος κάθεται να γράφει και να αναλύει.

Που χρόνος για ανάγνωση ή μελέτη ή εμβάθυνση. Ακόμα και ο τρόπος που επικοινωνείς στο διαδίκτυο πρέπει να είναι συντομευμένος – που χρόνος για διάλογο ή κριτική.





Εν τέλει μοιάζεις με έναν καταναλωτή σ’ ένα Πελώριο Σουπερμάρκετ. Παντού γύρω σου απλώνονται μυριάδες ερεθίσματα προς κατανάλωση, μα ο χρόνος (και το χρήμα) που διαθέτεις για να τα καταναλώσεις είναι περιορισμένος. Απλώνεις εδώ κι εκεί τα χέρια σου, λοιπόν, παίρνεις λίγο απ’ το καθένα, δίνεις έμφαση στις Νέες Προσφορές και στα Περισσότερο Πετυχημένα, και αυτό ήταν – τα καταναλώνεις και αναζητάς τα επόμενα. Γρήγορα, από το ένα στο άλλο. Μα η κατανάλωση αυτού του τύπου δεν υπηρετεί παρά το εδώ και τώρα: την αποθέωση της στιγμής, τίποτα περισσότερο.

Η παράδοση στο Εδώ και Τώρα μοιάζει να επεκτείνεται ακόμα και στον τομέα των σχέσεων. Το χτίσιμο μοιάζει να έχει λιγότερη σημασία από την άμεση απόλαυση. Γιατί να οικοδομείς, πέτρα προς πέτρα, μια σχέση, τη στιγμή που μπορείς (και πρέπει) να τα κάνεις όλα όσο το δυνατόν συντομότερα; Γιατί να επιδίδεσαι σε μια αργόσυρτη προσέγγιση, τη στιγμή που όλα «πρέπει» να γίνουν όσο το δυνατόν συντομότερα – αλλιώς, πάει, «πέταξε το πουλί».

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. Τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε – για να φτάσουμε, πού, άραγε;

Τρέξε, λοιπόν, κυρία! Τρέξε να κατέβεις τις σκάλες του μετρό – μη τυχόν και χάσεις τον συρμό των 12.15 και χρειαστεί μετά να περιμένεις πέντε ολόκληρα λεπτά για τον επόμενο. Τρέξε κι εσύ, φίλε μου στη δουλειά, τρέξε ν’ αποδώσεις όσο το δυνατόν περισσότερα, μπας και εξοικονομήσεις δεκαπέντε λεπτά στο φινάλε, σχολάσεις νωρίτερα, γυρίσεις σπίτι σου ένα τέταρτο πιο πριν – και σκοτώσεις το ίδιο τον έξτρα χρόνο που κέρδισες στο τέλος.

Η εποχή μας μοιάζει με πελώριο φαστφουντάδικο. Και μην έχετε καμιά αμφιβολία: αν μπορούσε να κάνει περισσότερα πράγματα με ακόμα μεγαλύτερες ταχύτητες – θα τα έκανε. 

Δεν υποτιμώ την ηδονή της ταχύτητας. Κάποιες φορές η παράδοση στο Εδώ και Τώρα είναι το ζητούμενο – σε μια εποχή που τείνει ακόμα και το Εδώ και Τώρα να το εξαλείφει, στο όνομα ενός υποθετικού (μα πάντα απραγματοποίητου) μέλλοντος. Μα το Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα, εκείνο για το οποίο μίλησε ο Κούντερα, δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι. Είναι η επιθυμία για λήθη που οδηγεί στην αναζήτηση της έκστασης – δεν είναι η ίδια η έκσταση το ζητούμενο.

Διότι η σκέψη είναι κακή – αν σκέφτεσαι πιάνεις τον εαυτό σου ν’ αμφισβητεί όλα όσα κάνει, όλα εκείνα στα οποία συμμετέχει. Και ποιος θέλει κάτι τέτοιο. Η σκέψη οδηγεί στην κριτική και η κριτική στην αμφισβήτηση – ενίοτε και του ίδιου σου του εαυτού, της καθημερινότητάς του, των σκοπών του. Γιατί να μπαίνεις σε τέτοιες δύσκολες διαδικασίες, τη στιγμή που τα πάντα γύρω σου μοιάζουν μπλεγμένα σ’ έναν ιστό προκαθορισμένων αναγκών και συμβατικών υποχρεώσεων; Όταν ο κόσμος κινείται σε ρυθμούς ρόλερ-κόστερ είναι ευκολότερο να επιβιβαστείς κι εσύ μαζί του – παρά να μένεις παραπέρα και να κοιτάς, σωστά;

Tο Εδώ και Τώρα που κυριαρχεί σήμερα δεν είναι εκείνο της απόλαυσης, μα της λήθης. Τρέχεις ΓΙΑ ΝΑ μην σκέφτεσαι και ΕΠΕΙΔΗ δεν σκέφτεσαι

Και αν το ρόλερ-κόστερ πιάσει κάποια στιγμή ταχύτητες που αδυνατεί ο οργανισμός σου να χειριστεί – τότε μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται σε σένα, ναι; Σε σένα που νοσταλγείς, παρέα με τον Μίλαν Κούντερα, τους πλάνητες των παλιών καιρών. Και επαναλαμβάνεις, ξανά, τα λόγια του: «Α, που είναι οι παλιοί αργόσχολοι; Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τούς χωματόδρομους, μαζί με τα λιβάδια και τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;»

Βέβαια, υπάρχει και η άλλη λύση. Να δοκιμάσεις να προσαρμόσεις το ρόλερ-κόστερ στους δικούς σου ρυθμούς… και όχι το αντίστροφο. Στους ρυθμούς της φύσης – όχι της υπέρβασής της. Στους ρυθμούς που αρέσκονται ν’ απολαμβάνουν το κρασί σταγόνα-σταγόνα, κόντρα στα υπερεκτιμημένα και γρήγορα φιξάκια.

Δεν είναι εύκολη μια τέτοια αναπροσαρμογή στην εποχή μας, το ξέρω. Μα – θέλω να πιστεύω – δεν είναι και ακατόρθωτη.


© Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος ‘18

"Monastiraki" © Artwork: to foniko kouneli