Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Περπάτησε





Το βλέπεις αυτό το οροπέδιο που απλώνεται μπροστά σου; Βλέπεις τις απόκρημνες κορφές και τους γκρεμούς; Ίσως η ζωή σε πετάξει ξαφνικά σε ένα τέτοιο σκηνικό και σου πει «περπάτησε!» Και συ θ’ αντικρίσεις, ζαλισμένος, το αφιλόξενο τοπίο και θα νιώσεις αποθαρρυμένος. «Πως θα τα καταφέρω;», ίσως σκεφτείς. «Το έδαφος είναι σκληρό, ο καιρός άγριος, τέτοια τοπία δεν φτιάχτηκαν για να βαδίζουμε πάνω τους ξυπόλητοι.»

«Περπάτησε!», θα ακούσεις πάλι να σου λένε. «Τέτοια τοπία φτιάχτηκαν ΑΚΡΙΒΩΣ για να τα περπατήσεις. Φόρα τα σκληρότερα παπούτσια σου και πάρε μαζί σου εφόδια για το δρόμο. Βρες σπηλιές να φυλαχτείς απ’ τους ανέμους και χτίσε γέφυρες που ενώνουν τους γκρεμούς. Και ο νους σου να είναι στην κοιλάδα που δεσπόζει πίσω απ’ τις βουνοκορφές – στην κοιλάδα να ‘ναι η σκέψη σου και μόνο!»

«Πως θα τα καταφέρω μοναχός μου;», θα ρωτήσεις προβληματισμένος.

«Δεν είσαι μοναχός σου. Ποτέ δεν ήσουν. Άνοιξε τα μάτια σου και κοίταξε γύρω σου – είστε πολλοί. Κάθε αγώνας που δίνεις για τον εαυτό σου είναι αγώνας που δίνεις για όλους. Κάθε εμπόδιο που περνάς, είναι εμπόδιο που περνούν κι άλλοι μαζί σου. Μην επιτρέψεις να σε καταβάλει – δεν είσαι μόνος σου σ’ αυτό, περπατούν πολλοί τον ίδιο δρόμο, αυτό μη το ξεχνάς. Μοιράσου την καρδιά και τη σκέψη σου και θα δεις πως έχω δίκιο.»

Αγωνίσου ενάντια στην αρρώστια. Πέρασε πάνω από την αδικία. Μάθε να μη φοβάσαι την αντιξοότητα. Δες το σαν πρόκληση και μόνο. Σαν μια περιπέτεια. Σαν τη δίψα του ταξιδιώτη της ερήμου, στην αναζήτηση της όασης. Ύψωσε τη φωνή σου, αν χρειάζεται. Μα μη ξεχνάς πως οι βαθύτεροι αγώνες πηγάζουν πρώτα από μέσα σου – είναι σιωπηλοί, το βλέμμα τους προσανατολισμένο στο στόχο, αποφασισμένο.


Όσα βουνά και αν προκύψουν – ξέρεις πως η κοιλάδα βρίσκεται εκεί και μαζί της το γευστικό, σα νέκταρ, νερό της, ικανό να ξεδιψάσει και τον πιο ταλαιπωρημένο ταξιδιώτη. Εκείνον που θα κοιτάξει πίσω του χαρούμενος και θα πει «τι περιπέτεια κι αυτή!» Εκείνον που, αποφασισμένος, σκαρφαλώνει έναν-έναν τους βράχους που στέκονται μπροστά του, κόντρα στη μιζέρια, κόντρα στο φόβο, κόντρα στην ηττοπάθεια: μαθαίνοντας ως και να γελάει στην πορεία. Μη μοιράζεσαι πόνο – να μοιράζεσαι γνώση! Η γνώση του αέρα των βουνών και των κρυφών μονοπατιών τους. Γιατί ξέρεις πως κανένα απόκρημνο βουνό δεν είναι αιώνιο και κάθε έρημος κάποια στιγμή συναντά την όασή της. 

Φτιάχτηκαν λοιπόν βουνά σαν αυτά για να τα περπατούμε; Δεν έχει σημασία… Σημασία έχει, από τη στιγμή που βρέθηκες πάνω τους, να περπατήσεις.






Κυριακή, 29 Ιουλίου 2018

Φανταστικά ζώα της Ανατολής. Του Χόρχε Λουίς Μπόρχες






«Η λαϊκή φαντασία συνδέει τον Δράκοντα με τα σύννεφα, με τη βροχή που χρειάζονται οι αγρότες και με τους μεγάλους ποταμούς. Μια κοινή έκφραση για τη βροχή είναι: «Η γη ζευγαρώνει με τον Δράκοντα».



Κάθε μύθος είναι μια κατάδυση στον ανεξάντλητο εκείνο ωκεανό των αρχέτυπων και των συμβόλων. Και ο ερευνητής του μύθου μοιάζει με δύτη, από εκείνους που εξερευνούν τα βαθιά νερά σε αναζήτηση κοχυλιών και σπάνιων ζώων. Και αν βρουν ένα κοχύλι, πιάνουν να μελετούν τις φιδογυριστές πτυχώσεις και τους αρχέγονους σχηματισμούς του, επιθυμώντας ν’ αγγίξουν κάτι απ’ το Άδηλο – ή ενδεχομένως να χαθούν πρόθυμα στους λαβυρίνθους του.

Έτσι έκανε και εκείνος ο εξερευνητής των λαβυρίνθων: o αργεντίνος Χόρχε Λουίς Μπόρχες. [Jorge Luis Borges]. Οι ιστορίες του μοιάζουν να μπλέκουν έντεχνα το ρεαλιστικό με το φανταστικό και ο ίδιος φαντάζει όχι σαν μυθοπλάστης, μα σαν κάποιος αρχέγονος μελετητής – ένας αναζητητής της γνώσης (ή της άγνοιας), ένας εκσκαφέας απαντήσεων (ή μήπως ερωτημάτων;) – ένας δύτης μυθικών βυθών, αν προτιμάτε. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια φυγή απ’ την πραγματικότητα – μα μια πορεία εξερεύνησης σε βάθη ολοένα και βαθύτερα.

Έτσι λοιπόν το «Βιβλίο των Φανταστικών Όντων» [“El libro de los seres imaginarios”, 1957] των Μπόρχες και της Margarita Guerrero δε συνιστά κατ’ οποιονδήποτε τρόπο λογοτεχνική αφήγηση με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Περισσότερο θυμίζει εκείνα τα Ταξιδιωτικά Χρονικά του Μεσαίωνα, στα οποία ο αφηγητής αποκτά το ρόλο ενός συλλέκτη γνώσεων, συχνά μαγικών και εξωτικών. Στον αρχικό ισπανικό τίτλο του εξάλλου το βιβλίο τιτλοφορείται ως «Ζωολόγιο» - και τον παλιό καιρό, τότε που μεγάλα τμήματα του κόσμου ήταν ακόμα ανεξερεύνητα, τα Ζωολόγια που κυκλοφορούσαν εδώ κι εκεί έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στην έξαψη της φαντασίας του κοινού.

Και σήμερα; Τώρα που ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό έχει απομαγευτεί, τι θα μπορούσαμε να πούμε για ένα Ζωολόγιο σαν αυτό του Μπόρχες; Ποιος ξέρει – ίσως θα μπορούσε να σκορπίσει πάλι λίγη μαγεία εδώ κι εκεί.

Για τη σημερινή παρουσίαση επέλεξα κάποια αποσπάσματα από το «Βιβλίο των Φανταστικών Όντων». Θέλοντας να δώσω μια συνεκτική θεματική, εστίασα αποκλειστικά σε Ζώα της άπω Ανατολής. Θα διαβάσουμε λοιπόν την αφήγηση του Μπόρχες για πλάσματα όπως ο κινεζικός Μονόκερως, το ιαπωνικό γατόψαρο Ναμάζου που προκαλεί σεισμούς, το ιαπωνικό Οκτάφιδο, τις Τίγρεις του Ανάμ, τον κινεζικό Κόκορα, το λάλημα του οποίου «τραντάζει τους ουρανούς και ξυπνάει τους ανθρώπους», και πλήθος άλλων, λιγότερο ή περισσότερο παράξενων. Και φυσικά ανάμεσά τους περιλαμβάνεται και ο μεγάλος κινέζικος Δράκοντας, αρχέγονο σύμβολο της αρσενικής δύναμης του σύμπαντος – του Γιανγκ, σε αντιπαραβολή με το θηλυκό Γιν.

Η σκυτάλη στον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.



Ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Kanō Hōgai - Two Dragons in Clouds 1885


«Η ιστορία ανάγει τους πρώτους αυτοκράτορες στους Δράκοντες. Τα δόντια τους, τα οστά τους και το σάλιο τους έχουν θεραπευτικές ιδιότητες. Ο Δράκοντας μπορεί να γίνει ορατός ή αόρατος κατά τη θέλησή του. Την άνοιξη ανεβαίνει στους ουρανούς, το φθινόπωρο καταδύεται στα βάθη της θάλασσας. Μερικοί Δράκοντες δεν έχουν φτερά, πετάνε όμως με τη δύναμη της ορμής τους. Η επιστήμη διακρίνει αρκετά είδη. Ο Ουράνιος Δράκοντας μεταφέρει στην πλάτη του τα παλάτια των θεών, που αλλιώς θα 'πεφταν στη γη και θα κατέστρεφαν τις πολιτείες των ανθρώπων• ο Θεϊκός Δράκοντας δημιουργεί τους ανέμους και τις βροχές για το καλό της ανθρωπότητας• ο Γήινος Δράκοντας καθορίζει τη ροή των ρυακιών και των ποταμών• ο Υπόγειος Δράκοντας φρουρεί τους θησαυρούς που είναι απαγορευμένοι στους ανθρώπους.

Οι βουδιστές βεβαιώνουν ότι οι Δράκοντες δεν είναι λιγότεροι από τα ψάρια των πολλών ομόκεντρων θαλασσών τους• κάπου στο Σύμπαν υπάρχει μια ιερή κλείδα που αποκαλύπτει τον ακριβή αριθμό τους. Οι Κινέζοι πιστεύουν σ' αυτούς περισσότερο απ' ό,τι σε άλλες θεότητες, γιατί οι Δράκοντες συχνά εμφανίζονται στα εναλλασσόμενα σχήματα που παίρνουν τα σύννεφα. Παρόμοια είναι και η παρατήρηση του Σαίξπηρ: «Πολλές φορές βλέπουμε ένα σύννεφο με τη μορφή του Δράκοντα».


***


ΤΟ ΕΚΑΤΟΝΤΑΚΕΦΑΛΟ


«Το ΕΚΑΤΟΝΤΑΚΕΦΑΛΟ είναι ένα ψάρι πλασμένο από εκατό υβριστικές λέξεις που ειπώθηκαν στη διάρκεια μιας κατά τα άλλα ανεπίληπτης ζωής. Μια μέρα ο Βούδας, όπως αναφέρει μια κινέζικη βιογραφία του, συνάντησε μερικούς ψαράδες που τραβούσαν ένα δίχτυ και, μετά από χίλιους κόπους, έβγαλαν στη στεριά ένα τεράστιο ψάρι. Το ψάρι αυτό είχε ένα κεφάλι πιθήκου, ένα κεφάλι σκύλου, ένα κεφάλι αλόγου, ένα κεφάλι αλεπούς, ένα κεφάλι γουρουνιού, ένα κεφάλι τίγρη και πάει λέγοντας ως τα εκατό.

Ο Βούδας ρώτησε το ψάρι: «Είσαι ο Καπίλα;».

«Ναι» απάντησε το Εκατοντακέφαλο πριν πεθάνει.

Τότε ο Βούδας εξήγησε στους μαθητές του ότι ο Καπίλα, σε προηγούμενη ενσάρκωσή του, ήταν ένας βραχμάνος που έγινε καλόγερος και που ήταν ασυναγώνιστος στη γνώση των ιερών κειμένων. Κάθε φορά όμως που οι μαθητές του, την ώρα της μελέτης, διάβαζαν μια λέξη λάθος, ο Καπίλα τους αποκαλούσε πιθηκοκέφαλους, σκυλοκέφαλους, αλογοκέφαλους κ.ο.κ. Μετά τον θάνατό του το κάρμα όλων αυτών των προσβολών τον έκανε να ξαναγεννηθεί ως θαλάσσιο τέρας, φορτωμένο με όλα εκείνα τα κεφάλια που κατά καιρούς είχε απονείμει στους συντρόφους του.»


***

Ο ΟΥΡΑΝΙΟΣ ΚΟΚΟΡΑΣ

Chinese Rooster by Kang Ning (康寧)


«Κατά τους Κινέζους, ο Ουράνιος Κόκορας είναι ένας όρνις με χρυσά φτερά, που λαλεί τρεις φορές την ημέρα. Την πρώτη φορά όταν ο ήλιος παίρνει το πρωινό του λουτρό στους ορίζοντες της θάλασσας• τη δεύτερη όταν μεσουρανεί• την τελευταία όταν βυθίζεται στη δύση. Το πρώτο λάλημα τραντάζει τους ουρανούς και ξυπνάει τους ανθρώπους. Ένας απ' τους απογόνους του Κόκορα είναι και το γιανγκ, η αρσενική αρχή του Σύμπαντος. Ο Κόκορας έχει τρία πόδια και φωλιάζει στο δέντρο Φου-σανγκ, που φυτρώνει στις χώρες της ανατολής και το ύψος του μετριέται σε χιλιάδες πόδια. Το λάλημα του Ουράνιου Κόκορα είναι δυνατό, κι η συμπεριφορά του αρχοντική. Γεννάει αυγά απ' όπου βγαίνουν πετεινάρια με κόκκινα λειριά, που απαντούν κάθε πρωί στο τραγούδι του. Όλοι οι πετεινοί της γης κατάγονται από τον Ουράνιο Κόκορα, που λέγεται Πουλί της Αυγής.»


***


ΖΩΑ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ



«Ο ακόλουθος κατάλογος παράξενων ζώων είναι παρμένος από το Τάι Πινγκ Κουάνγκ Τσι (Πλήρη αρχεία συντεταγμένα την περίοδο της ειρήνης και της ευημερίας), που ολοκληρώθηκε το έτος 978 και εκδόθηκε το 981:

Το Αιθέριο Άλογο είναι σαν άσπρος σκύλος με μαύρο κεφάλι. Έχει σάρκινα φτερά και μπορεί να πετάει.

Το Τσιάνγκ-λιάνγκ έχει κεφάλι τίγρη, πρόσωπο ανθρώπου, μακριά ποδάρια, τέσσερις οπλές κι ένα φίδι ανάμεσα στα δόντια του.

Στην περιοχή δυτικά του Κόκκινου Νερού ζει ένα θηρίο που το λένε Τσου-τι και που έχει ένα κεφάλι μπρος κι ένα κεφάλι πίσω.

Οι κάτοικοι του Τσουάν-Του έχουν ανθρώπινο κεφάλι, φτερά νυχτερίδας και ράμφος πουλιού. Τρέφονται αποκλειστικά με ωμά ψάρια.

Στη χώρα των Μακρυχέρηδων, τα χέρια των κατοίκων πράγματι φτάνουν μέχρι το έδαφος. Ζουν ψαρεύοντας στην ακροθαλασσιά.

Το Χσιάο μοιάζει με την κουκουβάγια, αλλά έχει πρόσωπο ανθρώπου, σώμα πιθήκου και ουρά σκύλου. Η εμφάνισή του προμηνύει παρατεταμένη ξηρασία.

Τα Χσινγκ-χσινγκ είναι σαν πίθηκοι. Έχουν άσπρα πρόσωπα και μυτερά αυτιά. Βαδίζουν όρθια, σαν τους ανθρώπους, και σκαρφαλώνουν στα δέντρα.

Το Χσινγκ-τιέν είναι ένα ον που αποκεφαλίστηκε επειδή πολέμησε εναντίον των θεών και παρέμεινε ακέφαλο. Τα μάτια του είναι στο στήθος του και ο αφαλός του είναι το στόμα του. Γυροφέρνει χοροπηδώντας στις μαδάρες και τα ξέφωτα και κραδαίνει ένα τσεκούρι και μιαν ασπίδα.

Το ψάρι Χούα, ή Ιπτάμενο Φιδόψαρο, δε διαφέρει σε τίποτα από ψάρι, μόνο που έχει φτερά πουλιού. Η εμφάνισή του προαναγγέλλει περίοδο ξηρασίας.

Ο ορεσίβιος Χούι μοιάζει με σκύλο με ανθρώπινο κεφάλι. Είναι δεινός άλτης και κινείται με τη σβελτάδα της σαΐτας• αυτός είναι και ο λόγος που η εμφάνισή του λένε ότι προμηνύει τυφώνες. Όταν αντικρίζει έναν άνθρωπο, ο Χούι γελάει κοροϊδευτικά.

Το Μουσικό Φίδι έχει κεφάλι φιδιού και τέσσερα φτερά. Βγάζει έναν ήχο σαν αυτόν της Μουσικής Πέτρας.

Οι Άνθρωποι του Ωκεανού έχουν ανθρώπινα κεφάλια και χέρια, αλλά σώμα και ουρά ψαριού. Βγαίνουν στην επιφάνεια όταν πιάνει καταιγίδα.

Το Πινγκ-Φενγκ, που ζει στη χώρα του Μαγικού Νερού, μοιάζει με μαύρο γουρούνι κι έχει ένα κεφάλι μπρος κι ένα πίσω.

Στην περιοχή του Παράξενου Χεριού οι άνθρωποι έχουν ένα μόνο χέρι και τρία μάτια. Είναι εξαιρετικά επιδέξιοι και κατασκευάζουν ιπτάμενα άρματα, με τα οποία ταξιδεύουν στους ανέμους.

Το Τι-Τσιάνγκ είναι ένα υπερφυσικό πουλί που ζει στα όρη του ουρανού. Το χρώμα του είναι άλικο, έχει έξι πόδια και τέσσερα φτερά, αλλά δεν έχει μήτε μάτια, μήτε πρόσωπο.»


***

ΤΟ ΚΑΜΙ [ή Ναμάζου, βλέπε υποσημείωση]

Namazu-e (1855)


«Σ’ ΕΝΑ ΕΔΑΦΙΟ του Σενέκα διαβάζουμε ότι ο Θαλής ο Μιλήσιος δίδασκε πως η γη πλέει σαν καράβι σε μια θάλασσα που το περιβάλλει, και ότι τα νερά αυτά, όταν στροβιλίζονται απ' τις θύελλες, προκαλούν τους σεισμούς. Μια μάλλον διαφορετική σεισμολογική θεωρία μας προσφέρουν οι Ιάπωνες ιστορικοί ή μυθολόγοι του 8ου αιώνα. Διαβάζουμε λ.χ. στις Ιερές Γραφές:

“Κάτω απ τη Γόνιμη-Γη-των-Καλαμιώνων ζούσε ένα Κάμι, που 'χε τη μορφή ενός μεγάλου γατόψαρου, και κάθε που κουνιόταν έκανε τη γη να τρέμει, ώσπου η Μεγάλη Θεότητα του Ελαφιού-Νησιού έμπηξε βαθιά μέσα στο χώμα το σπαθί της και διαπέρασε το κεφάλι του Κάμι. Τώρα λοιπόν, κάθε φορά που το μοχθηρό Κάμι αγριεύει, η θεότητα δεν έχει παρά να απλώσει το χέρι και ν' ακουμπήσει το σπαθί, ώσπου το Κάμι να γαληνέψει.”

Η λαβή αυτού του σπαθιού, σκαλισμένη σε γρανίτη, προβάλλει ένα περίπου μέτρο απ' το έδαφος, κοντά στον ναό της Κασίμα. Τον 17ο αιώνα ένας φεουδάρχης έσκαβε έξι μέρες χωρίς να φτάσει στη μύτη της λεπίδας.

Σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, το Τζινσίν-Ου-Ουό, ή Σεισμόψαρο, είναι ένα χέλι γύρω στα επτακόσια μίλια μακρύ, που βαστάει στη ράχη του την Ιαπωνία. Εκτείνεται από βορρά προς νότο, που σημαίνει ότι το κεφάλι του βρίσκεται κάτω από το Κιότο και η ουρά του κάτω από το Αομόρι. Δε λείπουν και οι πιο λογικά σκεπτόμενοι, που υποστηρίζουν ότι το χέλι έχει αντίθετη κατεύθυνση, δεδομένου ότι οι σεισμοί είναι συχνότεροι στη νότιο Ιαπωνία, και συνεπώς είναι ευκολότερο να τους αποδώσει κανείς στα χτυπήματα της ουράς του χελιού. Το ζώο αυτό θυμίζει το Μπααμούτ της μουσουλμανικής παράδοσης ή το Μιντγκαρντσόρμεν που γράφουν οι Έδδες.

Σε ορισμένες περιοχές το Σεισμόψαρο έχει αντικατασταθεί (με ελάχιστο, κατά τα φαινόμενα, όφελος) απ' το Σεισμοσκάθαρο (Τζινσίν-Μούσι). Το σκαθάρι αυτό έχει κεφάλι δράκοντα, δέκα πόδια αράχνης και σώμα λεπιδωτό. Δεν είναι πλάσμα υποβρύχιο, αλλά υποχθόνιο.»


[Υποσημείωση δική μου: To πλάσμα με τη μορφή του γατόψαρου που ο Μπόρχες αναφέρει ως «Κάμι», λέγεται “Namazu” []. Τα «Κάμι» στην ιαπωνική μυθολογία και την παραδοσιακή θρησκεία του Σιντοϊσμού συνιστούν μια ευρύτερη κατηγορία με βαθιές ρίζες στην ιαπωνική κουλτούρα και συνδέονται με τα πνεύματα της φύσης και όχι μόνο. Μα πολύ πιθανό οι πηγές του Μπόρχες να αποκαλούσαν το σεισμόψαρο «Κάμι» και ο Μπόρχες απλά να ακολούθησε την ονομασία των πηγών του]


***


Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ



«Η ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ διδάσκει ότι τα Δέκα Χιλιάδες Όντα ή Αρχέτυπα (ο κόσμος) γεννήθηκαν από την εύρυθμη συνένωση των δύο συμπληρωματικών αιωνίων στοιχείων, του γιν και του γιανγκ. Στο γιν αντιστοιχούν η συγκέντρωση, το σκότος, η παθητικότητα, οι άρτιοι αριθμοί και το ψύχος. Στο γιανγκ η ανάπτυξη, το φως, η ενεργητικότητα, οι περιττοί αριθμοί και η θερμότητα. Σύμβολα του γιν είναι οι γυναίκες, η γη, το πορτοκαλί χρώμα, οι κοιλάδες, οι κοίτες των ποταμών και η τίγρη· του γιανγκ οι άντρες, ο ουρανός, το γαλάζιο, τα βουνά, οι κίονες, ο δράκοντας.

Ο Κινέζικος Δράκοντας, ο Λουνγκ, είναι ένα από τα τέσσερα μαγικά ζώα. (Τα άλλα τρία είναι ο μονόκερως, ο φοίνικας και η χελώνα.) Στην καλύτερη περίπτωση ο Δράκοντας της Δύσης σκορπίζει τον τρόμο· στη χειρότερη είναι μια καρικατούρα. Ο Λουνγκ όμως της κινέζικης μυθολογίας είναι θείος και μοιάζει με άγγελο που είναι και λιοντάρι. Διαβάζουμε στο Ιστορικό αρχείο του Σου-μα Τσιέν ότι ο Κομφούκιος πήγε να συμβουλευτεί τον αρχειοφύλακα ή βιβλιοθηκάριο Λάο-Τσε, και μετά την επίσκεψη του είπε:

“Τα πουλιά πετούν, τα ψάρια κολυμπούν, τα ζώα τρέχουν. Το ζώο που τρέχει μπορούμε να το πιάσουμε με μια παγίδα, αυτό που κολυμπάει μ' ένα δίχτυ, κι αυτό που πετάει με μια σαΐτα. Να όμως που υπάρχει και ο Δράκοντας· κι ούτε που ξέρω πώς καβαλάει τον άνεμο ή πώς φτάνει στους ουρανούς. Σήμερα συνάντησα τον Λάο-Τσε και μπορώ να πω πως είδα τον Δράκοντα.” […]

Στο “I Τσινγκ”, ή Βιβλίο των αλλαγών, ο Δράκοντας συμβολίζει τη σοφία. Υπήρξε για αιώνες το αυτοκρατορικό έμβλημα. Ο θρόνος του αυτοκράτορα ονομαζόταν Θρόνος του Δράκοντα· το πρόσωπό του Πρόσωπο του Δράκοντα. Όταν ανήγγελλαν τον θάνατο ενός αυτοκράτορα, έλεγαν ότι ανέβηκε στους ουρανούς καβάλα σ' έναν Δράκοντα.

Η λαϊκή φαντασία συνδέει τον Δράκοντα με τα σύννεφα, με τη βροχή που χρειάζονται οι αγρότες και με τους μεγάλους ποταμούς. Μια κοινή έκφραση για τη βροχή είναι: «Η γη ζευγαρώνει με τον Δράκοντα». Γύρω στον 6ο αιώνα ο Τσανγκ Σενγκ-γιου απεικόνισε σε μια τοιχογραφία τέσσερις Δράκοντες. Όσοι είδαν την τοιχογραφία τού προσήψαν ότι είχε παραλείψει να ζωγραφίσει τα μάτια των Δρακόντων. Ενοχλημένος, ο Τσανγκ ξανάπιασε τους χρωστήρες του και συμπλήρωσε τις δύο από τις τέσσερις συσπειρωμένες μορφές. Τότε «ο αέρας γέμισε βροντές και αστραπές, ο τοίχος ράγισε κι οι Δράκοντες αναλήφθηκαν στους ουρανούς. Όχι όμως και οι δύο αόμματοι Δράκοντες - αυτοί έμειναν στη θέση τους».

Ο Κινέζικος Δράκοντας έχει κέρατα, νύχια γαμψά και λέπια, κι η ραχοκοκαλιά του είναι γεμάτη αγκάθια. Κατά κανόνα τον εικονίζουν μ' ένα μαργαριτάρι, που το καταπίνει ή το εξεμεί. Σ' αυτό το μαργαριτάρι κρύβεται η δύναμή του· αν του το πάρουν, ο Δράκοντας εξημερώνεται.»


***


ΤΟ ΟΚΤΑΦΙΔΟ [Yamata no Orochi, 大蛇]


Yamata no Orochi (大蛇) by Kitao Masayoshi


«Το Οκτάφιδο του Κόσι δεσπόζει στη μυθική κοσμογονία της Ιαπωνίας. Είχε οκτώ κεφάλια και οκτώ ουρές• τα μάτια του ήταν κόκκινα σαν τα κεράσια, πεύκα και βρύα βλάσταιναν στη ράχη του, ενώ στο καθένα απ' τα οκτώ κεφάλια του φύτρωνε κι από ένα έλατο. Καθώς σερνόταν, κάλυπτε οκτώ κοιλάδες και οκτώ λόφους, η δε κοιλιά του πάντα έσταζε αίμα. Μέσα σε επτά χρόνια το θηρίο αυτό είχε καταβροχθίσει επτά παρθένες, τις κόρες ενός βασιλιά, και τον όγδοο χρόνο ετοιμαζόταν να φάει και τη μικρότερη, που την έλεγαν Χτενάκι-Ρυζοχώραφο. Η πριγκιποπούλα σώθηκε την τελευταία στιγμή από έναν θεό που λεγόταν Γενναίος-Γρήγορος-Σφοδρός-Αρσενικός. Ο ιππότης αυτός έχτισε έναν κυκλικό περίβολο από ξύλο με οκτώ πύλες και οκτώ ικριώματα, ένα σε κάθε πύλη. Πάνω σε κάθε ικρίωμα έβαλε κι από έναν κάδο με μπίρα από ρύζι. Το Οκτάφιδο ήρθε, βούτηξε από ένα κεφάλι σε κάθε κάδο, κατέβασε όλη την μπίρα μονορούφι και έπεσε σε ύπνο βαθύ - Τότε ο Γενναίος-Γρήγορος-Σφοδρός-Αρσενικός του 'κοψε όλα τα κεφάλια. Ένα ποτάμι αίμα ξεχύθηκε από τους λαιμούς. 

Στην ουρά του Οκτάφιδου βρέθηκε ένα ξίφος, που ακόμα και σήμερα επιβάλλει τον σεβασμό μας στον Μέγα Ναό της Ατσούτα. Όλα αυτά συνέβησαν στο βουνό που κάποτε λεγόταν Βουνό του Φιδιού, και τώρα Βουνό των Οκτώ Συννέφων. Στην Ιαπωνία ο αριθμός οκτώ θεωρείται μαγικός και σημαίνει «πολύς», όπως ακριβώς ο αριθμός σαράντα στην ελισαβετιανή Αγγλία («Όταν σαράντα χειμώνες θα έχουν βαρύνει τα βλέφαρά σου»). Η σφαγή του Οκτάφιδου είναι αποτυπωμένη σ' ένα απ' τα χαρτονομίσματα της Ιαπωνίας.

Είναι περιττό να πούμε ότι ο λυτρωτής παντρεύτηκε τη λυτρωθείσα, ακριβώς όπως και στον αρχαιοελληνικό μύθο ο Περσέας την Ανδρομέδα.

Στην αγγλική απόδοση των κοσμογονικών και θεογονικών μύθων της αρχαίας Ιαπωνίας (Οι ιερές γραφές των Ιαπώνων), ο Ποστ Ουίλερ καταγράφει θρύλους αντίστοιχους με τη Λερναία Ύδρα της ελληνικής μυθολογίας, με τον Φάφνιρ της σκανδιναβικής και με την αιγυπτιακή θεά Αθώρ, που ένας θεός τη μέθυσε με ζύθο κόκκινο σαν αίμα, για να σωθεί το ανθρώπινο γένος απ’ τον αφανισμό.»


***


ΟΙ ΤΙΓΡΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΑΜ

Chinese Tiger by Cai Heting (蔡鶴汀)


«Για τους Αναμίτες οι τίγρεις (ή πνεύματα που ζουν μέσα σε τίγρεις) κυβερνούν τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο Κόκκινος Τίγρης κυβερνά τον Νότο (που είναι πάνω πάνω στους χάρτες)• του ανήκουν το θέρος κι η φωτιά. Ο Μαύρος Τίγρης κυβερνά τον Βορρά• του ανήκουν ο χειμώνας και το νερό. Ο Γαλάζιος Τίγρης κυβερνά την Ανατολή• του ανήκουν η άνοιξη και τα φυτά. Ο Άσπρος Τίγρης κυβερνά τη Δύση• του ανήκουν το φθινόπωρο και τα μέταλλα.

Πάνω απ' αυτούς τους Πρωτεύοντες Τίγρεις υπάρχει ένας πέμπτος, ο Κίτρινος Τίγρης, που στέκεται στο μέσον και κυβερνά τους άλλους, ακριβώς όπως ο αυτοκράτορας στέκεται στο μέσον της Κίνας και η Κίνα στο μέσον του κόσμου. (Να γιατί αποκαλείται «Μέσο Βασίλειο»•  να γιατί κατέχει το μέσον του χάρτη που σχεδίασε ο ιησουίτης πατήρ Ρίτσι, στα τέλη του 16ου αιώνα, για τη διαπαιδαγώγηση των Κινέζων.)

Ο Λάο-Τσε εμπιστεύτηκε στους Πέντε Τίγρεις την αποστολή να διεξαγάγουν πόλεμο κατά των διαβόλων. Μια προσευχή του Ανάμ, που μεταφράστηκε στα γαλλικά από τον Λουί Τσο Τσοντ, ικετεύει τη συνδρομή των Πέντε Ουρανίων Τίγρεων. Αυτή η δεισιδαιμονία είναι κινέζικης προέλευσης• οι σινολόγοι μιλούν και για έναν Άσπρο Τίγρη που κυβερνά τη μακρινή περιοχή των δυτικών άστρων. Στον νότο οι Κινέζοι τοποθετούν ένα Κόκκινο Πουλί• στην ανατολή έναν Γαλάζιο Δράκοντα• στον βορρά μια Μαύρη Χελώνα. Όπως βλέπουμε, οι Αναμίτες διατήρησαν τα χρώματα, αλλά περιόρισαν τα ζώα σε ένα.

Οι Μπιλ, μια φυλή της κεντρικής Ινδίας, πιστεύουν ότι υπάρχει κόλαση και για τους Τίγρεις• οι Μαλαίοι μιλάνε για μια πολιτεία στην καρδιά της ζούγκλας που τα δοκάρια της είναι από ανθρώπινα οστά, οι τοίχοι από ανθρώπινο δέρμα και τα γείσα από ανθρώπινα μαλλιά, που την έχουν χτίσει και την κατοικούν Τίγρεις.»



Ο ΜΟΝΟΚΕΡΩΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ [Qilin, 麒麟]

Qilin - Chinese unicorn (麒麟)


«Ο Μονόκερως της Κίνας, ο Κι-λιν, είναι ένα από τα τέσσερα ζώα που θεωρούνται καλοί οιωνοί• τα άλλα είναι ο δράκοντας, ο φοίνικας και η χελώνα. Ο Μονόκερως είναι το εξοχότερο από τα 360 πλάσματα που ζουν στη στεριά. Έχει σώμα ελαφιού, ουρά βοδιού και οπλές αλόγου. Το κοντό του κέρας, που φυτρώνει στο μέτωπο του, είναι σάρκινο• το τρίχωμα της ράχης του έχει πέντε ανάμεικτα χρώματα, ενώ η κοιλιά του είναι καφετί ή κίτρινη. Είναι τόσο ευγενικός, που όταν βαδίζει προσέχει μην πατήσει το παραμικρό ζωντανό πλάσμα, και δεν τρώει καν φρέσκο γρασίδι, παρά μόνον ό,τι είναι νεκρό. Η εμφάνιση του προμηνύει τη γέννηση ενός δίκαιου άρχοντα. Είναι γρουσουζιά να τον τραυματίσεις ή να συναντήσεις το κουφάρι του. Η διάρκεια της φυσικής ζωής του είναι χίλια χρόνια.

Όταν η μάνα του Κομφούκιου τον κυοφορούσε, τα πνεύματα των πέντε πλανητών της έφεραν ένα ζώο που είχε σχήμα αγελάδας, φολίδες δράκοντα κι ένα κέρατο μέτωπό του». Έτσι περιγράφει ο Σούτχιλ τον ευαγγελισμό – μια παραλλαγή που μας δίνει ο Βίλχελμ μας λέει ότι το ζώο εμφανίστηκε μόνο του και εξέμεσε ένα πλακίδιο από νεφρίτη, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο:

Γιε του κρυστάλλου του βουνού [ή της ουσίας του νερού], όταν η δυναστεία θα καταρρεύσει, εσύ θα κυβερνήσεις, σαν βασιλιάς δίχως θρόνο.

Εβδομήντα χρόνια αργότερα κάποιοι κυνηγοί σκότωσαν έναν Κι-λιν ο οποίος είχε ακόμη τυλιγμένο στο κέρατο του το κομμάτι της κορδέλας που του είχε δέσει η μάνα του Κομφούκιου. Ο Κομφούκιος πήγε να δει τον Μονόκερω κι αναλύθηκε σε λυγμούς, όχι μόνο γιατί κατάλαβε τι προμηνούσε ο θάνατος εκείνου του αθώου και μυστηριώδους ζώου, αλλά και γιατί σ' εκείνη την κορδέλα ήταν όλο το παρελθόν του.

Τον 13ο αιώνα οι άντρες μιας ανιχνευτικής αποστολής του αυτοκράτορα Τζένγκις Χαν που είχαν αναλάβει να εισβάλουν στην Ινδία συνάντησαν στην έρημο ένα πλάσμα «σαν ελάφι, με κεφάλι σαν του αλόγου, πράσινο τρίχωμα κι ένα κέρατο στο μέτωπο», που τους είπε: «Είναι πια καιρός να γυρίσει ο αφέντης σας στη χώρα του». Ο Τζένγκις Χαν συμβουλεύτηκε τους υπουργούς του, κι ένας απ αυτούς του εξήγησε ότι το ζώο ήταν ένα Τσιό-τουάν, μια ποικιλία του Κι-λιν. «Τέσσερα χρόνια τώρα η μεγάλη στρατιά πολεμάει στα δυτικά» είπε. «Οι ουρανοί, που αποστρέφονται τις αιματοχυσίες, μας προειδοποιούν μέσω του Τσιό-τουάν. Λυπήσου την αυτοκρατορία, για όνομα του ουρανού• η σύνεση θα φέρει αμέτρητη χαρά». Ο αυτοκράτορας εγκατέλειψε τα πολεμικά του σχέδια.

Είκοσι δύο αιώνες προ Χριστού, ένας από τους δικαστές του αυτοκράτορα Σουν είχε στην κατοχή του μια «μονόκερη αίγα» η οποία αρνιόταν να επιτεθεί στους αδίκως κατηγορουμένους, δε δίσταζε όμως να κερατίζει τους ενόχους.

Η Anthologie raisonné de la littérature chinoise (1948) του Μαργκουλιές περιλαμβάνει αυτή τη μυστηριώδη, χαμηλόφωνη αλληγορία, έργο ενός πεζογράφου του 9ου αιώνα:

Είναι καθολικά παραδεκτό ότι ο μονόκερως είναι ένα ον υπερφυσικό και γούρικο• το λένε οι ωδές, τα χρονικά, οι βιογραφίες των επιφανών και άλλα κείμενα που το κύρος τους είναι αδιαφιλονίκητο. Ως και οι χωριάτισσες και τα παιδιά το ξέρουν πως ο μονόκερως είναι τυχερό σημάδι. Να όμως που το ζώο αυτό δεν καταλέγεται στα ζώα του σπιτιού, μήτε είναι πάντα εύκολο να το απαντήσεις, δεν προσφέρεται για ζωολογική ταξινόμηση. Ούτε είναι σαν τον ταύρο ή τ' άλογο, τον λύκο ή το ελάφι. Έτσι μπορεί να βρεθούμε κάποτε καταπρόσωπο με έναν μονόκερω και να μην είμαστε σίγουροι πως πρόκειται γι' αυτόν. Ξέρουμε πως ένα συγκεκριμένο ζώο με χαίτη είναι άλογο και πως ένα συγκεκριμένο ζώο με κέρατα είναι ταύρος. Ο μονόκερως δεν ξέρουμε πώς μοιάζει.»



Μετάφραση: Γιώργος Βέης

Επιλογή κειμένων/παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 18




Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Κάποιες σκέψεις






Οι περισσότεροι από μας ζήσαμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, περισσότερο ή λιγότερο έντονα, τα δυσάρεστα γεγονότα των τελευταίων ημερών. Όσο περνούν οι μέρες, τόσο φαίνεται πως επανερχόμαστε σε μια γνώριμη κατάσταση «ομαλότητας» - όσο και αν «ομαλότητα» μοιάζει να σημαίνει εκείνο το χαλί που σπρώχνουμε πάνω από τη σκόνη, ώστε να μπορέσουμε να βαδίσουμε ξανά πάνω του αβίαστα. Μα θα συμβεί και το ξέρουμε πως θα συμβεί – είναι αναπόφευκτο όσο είναι και ανθρώπινο. Όσο ανθρώπινες (με την αμφίσημη, καλή και κακή τους σημασία) υπήρξαν οι αντιδράσεις που πλημμύρισαν τα Μέσα τις περασμένες μέρες.

Θα μοιραστώ εδώ μαζί σας κάποιες σκέψεις, όχι πάνω στα γεγονότα – μα πάνω στις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Τα γεγονότα ήταν αυτά που ήταν και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι πλέον. Μόνο να παραδειγματιστούμε ώστε να αποφευχθεί τυχών επανάληψή τους στο μέλλον – αν και κάποιες φωνές με νόημα τονίζουν «δεν θα αλλάξει τίποτα» και πως «πάντα έτσι γίνεται». Το πόσο θα τις λάβουμε σοβαρά υπόψη μας (και δεν πρέπει να τις περιφρονούμε) ή όχι εξαρτάται από μας. Μα, όπως έγραψα, δεν επιθυμώ να κάνω κάποια ανάλυση στα γεγονότα – τα έκαναν άλλοι, περισσότερο αρμόδιοι από μένα.

Μα επιθυμώ να σταθώ για λίγο στις αντιδράσεις του πλήθους. Πάντα σε καταστάσεις κινδύνου το πλήθος τείνει να αντιδρά πρώτα με το θυμικό του και μετά με τη λογική. Λιγότεροι θα σκεφτούν ψύχραιμα και θα προσπαθήσουν να τιθασεύσουν το άτακτο παλιρροϊκό κύμα των αντιδράσεων του κόσμου. Βρίσκω απόλυτα λογικές τις ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις – άντε να σκεφτείς ορθολογικά σε τέτοιες καταστάσεις· μα το συναίσθημα δεν παρέχει λύσεις – συχνά, μάλιστα, κάνει την κατάσταση χειρότερη. Υπάρχουν περιστάσεις στην καθημερινή ζωή μας που το συναίσθημα είναι πολύτιμος οδηγός… μα σε περιστάσεις κινδύνου μπορεί να σε τυφλώσει.

Είναι απόλυτα κατανοητό το ξέσπασμα και η επίρριψη ευθυνών. Πρόσεξε όμως, γιατί σε έναν κόσμο που είμαστε όλοι «καλωδιωμένοι» μεταξύ μας, το ξέσπασμα ενός μπορεί να μετατραπεί σε ντόμινο – και να παρασύρει τους πάντες σε έναν χείμαρρο συναισθημάτων δίχως αντίκρισμα. Και σε αυτό δε βοηθούν οι πηχυαίοι στερεότυποι τίτλοι των εφημερίδων, οι δακρύβρεχτες τηλεοπτικές εκπομπές και οι οργισμένες αναρτήσεις. Περισσότερο εκφορτίζουν τη συσσωρευμένη ένταση, παρά οδηγούν σε λύσεις. Μα από τα κυρίαρχα Μέσα ενημέρωσης δεν περιμένω και πολλά, όπως δεν περιμένω και πολλά από τα πολιτικά κόμματα. Ακόμα και το βαθύτερο γεγονός χάνει κάτι απ’ το νόημά του όταν μετατρέπεται σε θέμα διαξιφισμού μεταξύ αντίπαλων παρατάξεων – και, αλίμονο, σε κίνητρο κέρδους για κάποιους.

Θα ήθελα όμως να δω κάτι διαφορετικό στον υπόλοιπο κόσμο – για παράδειγμα, εκείνον του διαδικτύου. Περισσότερη ψυχραιμία, λιγότερο συναίσθημα. Κάποιος χρήστης του Facebook μοιράστηκε χθες μια φωτογραφία με την έκλειψη της πανσέληνου και ένας χρήστης τον κριτίκαρε επειδή δεν σέβεται τους νεκρούς! Ένας άλλος ξεσπάει αλύπητα αριστερά και δεξιά, σκορπώντας θλίψη και οργή. Λες και η καταστροφή ξεσήκωσε ένα πελώριο μαύρο κύμα, λες και ο καπνός της φωτιάς μπήκε στα πνευμόνια του κόσμου και τους μαύρισε τις καρδιές. Να μην αναφερθώ σε εκείνους που γίνονται ρήτορες του μίσους και της μισαλλοδοξίας, στο όνομα των διεστραμμένων πιστεύω τους.

Τελικά κάθε καταστροφή – μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα, ένας πόλεμος – αναδεικνύουν το καλύτερο και το χειρότερο στους ανθρώπους. Θα δεις πράξεις ηρωισμού (οι περισσότερες εκ των οποίων σιωπηλές και ανώνυμες), θα δεις πράξεις αλληλεγγύης (άφθονες εκ των οποίων στα κοινωνικά δίκτυα που έδειξαν για άλλη μια φορά την ανεξαρτησία τους απ’ τα μαζικά μέσα ενημέρωσης), μα θα δεις και πράξεις μίσους, πράξεις επιβολής, πράξεις ψυχολογικού εκφοβισμού. Οι δεύτεροι είναι όσοι προσπαθούν να επιβάλλουν τα «πρέπει» τους στον κόσμο, συχνά στο όνομα της ηθικής ή του «κοινού καλού». Στους δεύτερους εξάλλου θα συναντήσεις και άπλετα κροκοδείλια δάκρυα – γιατί ποιος τολμάει να μη δείχνει «θλιμμένος» στα μάτια του κόσμου, μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις.

Γνώμη μου: αν θες να κάνεις κάτι θετικό, αν μπορείς να κάνεις κάτι θετικό – κάνε το. Κάνε το και δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Οι πολιτικοί είναι αυτοί που είναι, το κράτος είναι αυτό που είναι, η κοινωνία είναι αυτή που είναι. Κι εσύ είσαι εσύ. Αν δεν συμβαδίζουν μαζί σου, προχώρα δίχως αυτούς – βρες άλλους σαν εσένα και προχωρήστε μαζί. Μα ο θυμός δεν οδηγεί πουθενά. Και, επιτέλους, άφησε τον άνθρωπο να μοιραστεί αυτή την όμορφη πανσέληνο! Γιατί αυτή η συλλογική ενοχή; Γιατί αυτό το μοίρασμα της μαυρίλας; Γιατί αυτή η απολυταρχία στο όνομα μιας εξοργισμένης «ηθικής»; Η ζωή συνεχίζεται, μας αρέσει δε μας αρέσει. Προχώρα όπως εσύ θεωρείς σωστό – και άσε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Και ποιος ξέρει – ίσως κάποιοι να μιμηθούν το παράδειγμά σου.

Και αν επιθυμείς να γίνεις δικαστής – γίνε, μα μην απαιτείς οι πάντες να σε ακολουθήσουν εδώ.

Ελπίζω τα καμένα εδάφη να αναδασωθούν, όπως πρέπει. Για τους ανθρώπους που υπέφεραν ή χάθηκαν φοβάμαι πως αδυνατώ να πω το οτιδήποτε. Ειλικρινά, αδυνατώ. Μακάρι να μη ζήσουμε ξανά κάτι αντίστοιχο – αυτό μόνο. Και όποιος μπορεί να λάβει μέτρα για να αποφευχθούν τέτοια περιστατικά (επίσημος ή ανεπίσημος φορέας ή ομάδα πολιτών) – ας το κάνει.

Οι υπόλοιποι – ψυχραιμία και λογική.

Μια όμορφη εικόνα που είδα στα κοινωνικά δίκτυα τις περασμένες μέρες ήταν ενός πυροσβέστη που έδινε νερό σε μια διψασμένη χελώνα. Με άγγιξε. Στέκεται στον αντίποδα των «τραγικών» δελτίων ειδήσεων και των ανθρώπων με τις κατάμαυρες καρδιές.

Όσο αφορά το πουλί στο θαλασσινό βράχο, που επέλεξα ως κεντρική εικόνα του κειμένου; Αυτή ένιωθα να με εκφράζει, φίλε αναγνώστη. Νιώθω μικρός μπροστά σε αυτά που έγιναν - δεν επιθυμώ να μεγαλοποιώ τις αντιδράσεις μου.

Συνεχίζουμε σύντομα με τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά μας θέματα.

~


Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Once a Maiden fan, Always a Maiden fan





“Don't waste your time always searching for those wasted years,
Face up; make your stand and realize you're living in the golden years”



Όλα ξεκινούν τη νύχτα, καταμεσής κάποιου δρόμου θαμμένου στη βαριά βρετανική ομίχλη. Τα πεζοδρόμια υγρά, σκορπώντας αντανακλάσεις από το φως του δρόμου – μοναχική παρουσία που στέκει και παραφυλά, προσπαθώντας να σπρώξει προς τα πίσω το σκοτάδι – το μόνο που πετυχαίνει όμως είναι να εντείνει τις σκιές: γιατί πάντα έτσι γίνεται, όσο μεγαλώνει το φως, τόσο απλώνει η σκιά. Στους τοίχους σκισμένες προεκλογικές αφίσες της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος προ των πυλών. Μια νυχτερίδα τινάζει τα φτερά της και φεύγει.

Κι εσύ. Κάπου ριγμένος σε αυτόν τον κόσμο, νέος, έφηβος, ένα πουλί μες στο κλουβί του – ή μια νυχτερίδα που ξέπεσε και αποζητά τ’ αδέρφια της που στάθηκαν περισσότερο τυχερά.

Οι λιγοστοί περαστικοί σε κοιτούν με φοβισμένο βλέμμα και επιταχύνουν το βήμα τους. Τι φταις που είσαι νυχτερίδα – όπως όλα τα πουλιά, θες απλά να τινάξεις τα φτερά σου. Να είσαι ελεύθερος.

Ο νόμος είναι εχθρός σου. Η πολιτική είναι εχθρός σου. Η κοινωνία – αυτή η κοινωνία της ανθρωπομάζας με τα κοστούμια και τις τηλεοράσεις, τις μετοχές και τα γρήγορα αμάξια – είναι εχθρός σου. Φίλοι σου οι απόκληροι: οι καλλιτέχνες, οι μοναχικοί, οι πόρνες. Και οι φιγούρες του παλιού καιρού, σαν αυτόν τον μασκοφορεμένο οργανοπαίχτη που ζούσε στα υπόγεια της παρισινής Όπερας και συνέθετε ουράνιες μελωδίες για την εκλεκτή της καρδιάς του. Να ‘χες μια εκλεκτή κι εσύ ο ίδιος, να συνθέτεις ουράνιες μελωδίες, κι ας είναι όλος ο κόσμος εναντίον σου!

Μα έχεις ένα πράγμα: την ελευθερία σου. Και αυτό δεν το αλλάζεις με τίποτα.







Κλείνεις τα μάτια. Χάνεσαι στη φαντασία σου – το παντοτινό σου καταφύγιο. Οι σκιές ξεδιπλώνονται αργόσυρτα στο δρόμο, σα φίδι που ζητά τη λεία του. Τα σπίτια μοιάζουν ρευστά, οι μορφές τους ρέουν η μία μες την άλλη, το παρόν με το παρελθόν συμπλέκονται λες και συνυπάρχουν όλα μαζί την ίδια στιγμή. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι το Λονδίνο της δεκαετίας του 80 – μα είναι και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Και – ίσως – είναι και το δωμάτιό σου, το καταφύγιό σου, με τις κουρτίνες τραβηγμένες, τα φώτα χαμηλά, τον υπολογιστή αναμμένο και τη μουσική να παίζει. Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Τι είναι χώρος, τι είναι χρόνος – εξήγησέ μου.

Και αυτός ο ημιφωτισμένος δρόμος που διακρίνεται μπροστά σου θυμίζει ένα παλιό μυθιστόρημα του Ένγκαρ Άλαν Πόε. Όδος Μοργκ. Κάτι είχε συμβεί σε αυτή την οδό – προσπαθείς να θυμηθείς. Μέχρι που μια σπαραχτική στριγκλιά σκίζει στα δυο τη σιγαλιά της νύχτας. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ουρλιάζει μαζί της – μα είναι ουρλιαχτό φρίκης ή ουρλιαχτό ηδονής;

Κυκεώνας. Ανεμοστρόβιλος. Η καμπή του χρόνου λύγισε. Γυρνάς σα σβούρα, χάνεσαι στη δίνη. Φωτιές γύρω σου παντού, νιώθεις τη φλόγα τους, σε τσουρουφλίζει το άγγιγμά τους. Μάτια που αστράφτουν στο σκοτάδι – και γέλια, φρικτά γέλια, σατανικά γέλια! Γύρω σου οι δικαστές, η φυλακή, οι δήμιοι, τα αυτάρεσκα καλοβολεμένα πρόσωπά τους. Που είναι η συμμορία της νεότητάς σου; Που είναι εκείνο το μπουρδέλο στην 22η λεωφόρο που πήγαινες κρυφά; Που είναι η Σάρλοτ η πόρνη; Είσαι ζωντανός ή νεκρός; Μήπως βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος στα μάτια σου; Αλίμονο, διανύεις τις τελευταίες σου στιγμές: βαδίζεις αργά προς το εκτελεστικό απόσπασμα, προς την καρέκλα, την κρεμάλα – και βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος τα μάτια σου! Γι’ αυτό και όλες αυτές οι εικόνες, γι’ αυτό όλες οι αναμνήσεις. Όχι, αφήστε να με φύγω, δεν είμαι εγώ ο ένοχος, δεν είμαι περισσότερο ένοχος από όλους εσάς! Γιατί με στιγματίζετε; Γιατί με εγκαταλείπετε; Ήθελα μόνο να είμαι ελεύθερος, ελεύθερος, τίποτα παραπάνω!

Θεέ μου, που βρίσκεσαι; Και αυτή η πεταλούδα που είδα να πετάει – μήπως είναι η ψυχή μου που γυρεύει να σκορπίσει; Να τινάξει τα φτερά της και ν’ αποτινάξει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που ζω; Την πραγματικότητα που ζείτε όλοι σας; Μια εικονική πραγματικότητα!

Ελευθερία! Ελευθερία!

Σιωπή. Σπαρακτική σιωπή.

Μέχρι που μια φωνή απλώνεται μες στο σκοτάδι – μια φωνή που σκορπά ανατριχίλες: «ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ αὐτοῦ ἑξακόσιοι ἑξήκοντα ἑξ – 666»






Και να γύρω σου οι διάβολοι που χορεύουν! Και να ο Σατανάς ο ίδιος, στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο του! Θεέ μου, είναι αλήθεια όλα αυτά; Ή μήπως ονειρεύομαι κάποιο όνειρο ενός τρελού; Το όνειρο μιας ανθρωπότητας που τρελάθηκε; Και οι διάβολοι χορεύουν, κραδαίνοντάς τις τρίαινές τους! Ένας χορός, ένας ασταμάτητος χορός στα έγκατα της κόλασης!

Φύγε! Τρέξε μακριά! Και αν αυτοί οι δαίμονες μεταμορφωθούν μπροστά στα μάτια σου – αν τους δεις να μετατρέπονται σε εκείνους τους Λευκούς Κατακτητές, εκείνους τους καταπατητές, εκείνους τους σφετεριστές της γης σου… μην απορήσεις! Οι δαίμονες και οι παπάδες, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος! Γιατί θα έρθουν κρατώντας το σπαθί στο ένα χέρι, τη Βίβλο στο άλλο! Αυτά είναι τα δύο πρόσωπά τους! Τρέξε, εσύ υπερασπιστή της λεφτεριάς, γενναίε ιθαγενή, φύγε μακριά απ’ τον πολιτισμό του Λευκού Κατακτητή! Τρέξε στους λόφους να σωθείς! Πάρε γυναίκες και παιδιά και τρέξε στους λόφους να σωθείς!

Μα αν χρειαστεί να πολεμήσεις… αν χρειαστεί ν’ αγωνιστείς, τότε να το κάνεις! Γιατί μόνο για ένα πράγμα αξίζει να πολεμάς: για τη λεφτεριά σου – τίποτα άλλο! Πάρε αεροπλάνα και πέτα εκεί που οι αετοί χτίζουν τις φωλιές τους! Πέτα πιο ψηλά και από τον Ίκαρο – να προσέχεις μόνο μη κάψεις τα φτερά σου! Πολέμα, χύμα στον εχθρό της λεφτεριάς! Εσύ δε γνωρίζεις να περπατάς στρατιωτικά, δεν αγαπάς να περπατάς στρατιωτικά – θέλεις μόνο να χορεύεις! Κρούσε το μουσκέτο σου, άστραψε το ατσάλι σου, βρόντα το κανόνι σου – φωτιά και ατσάλι και αγώνας μέχρι τέλους!




Ίσως να κουραστείς κάποια στιγμή. Να γυρέψεις κάποια γαλήνη. Λίγη ειρήνη στην ψυχή σου. Αχ, να μπορούσα ν’ απομακρυνθώ απ’ το θόρυβο, ν’ απαλλαγώ απ’ τη βοή του πλήθους, απ’ όλες τις φρικτές φωνές τους. Να χαθώ στην ποίηση, την ομορφιά, την τέχνη. Αχ, θέλω να με παρασύρει μια θάλασσα ποίησης, ομορφιάς και τέχνης. Να γλιτώσω απ’ όλο αυτό το ατέρμονο Παιχνίδι της Δύναμης. Να αφεθώ σε άλλους κόσμους. Ποια θάλασσα θα με πάρει μαζί της; Πάρε με, Θάλασσα, μαζί σου, να γλιτώσω απ’ τους ανθρώπους!

Και να που βρίσκεσαι καταμεσής της θάλασσας. Και να που σαλπάρεις σ’ ένα καράβι του παλιού καιρού, στις παρυφές του παγωμένου Νότου. Εσύ – ο γέρο ναυτικός και το ακούραστό σου πλήρωμα! Και τα άλμπατρος πετούν στον ουρανό – κι εσύ, αλίμονο, τοξεύεις το πουλί και το σκοτώνεις! Μα ποτέ σου δε θα μάθεις; Έτσι είπε ο ποιητής που λεγόταν Κόουλριτζ, έτσι βλέπεις κι εσύ τον αιώνιο κύκλο ν’ αναδημιουργείται απ’ την αρχή ξανά. Η γέννηση και ο αγώνας και η φθορά και ο θάνατος – πάλι απ’ την αρχή!

Χαμένος στη δίνη του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι εδώ και τώρα – αλίμονο, που θα σε προσγειώσει η νέα πτήση σου;

Να σε καταμεσής μιας φουτουριστικής πολιτείας. Μα όπως συμβαίνει με κάθε φουτουριστική πολιτεία (γιατί άραγε;) σου είναι παράξενα οικεία. Εκεί βρίσκεται το μπαράκι “Aces High”, πλημμυρισμένο στα φώτα νέον, εκεί στέκουν φρουροί οι πύργοι Bradbury (συγγραφέας δεν ήταν αυτός;), λίγο παραπέρα το ολονύχτιο σινεμά “Philip Κ. Dick” (κι αυτός συγγραφέας δεν είναι;). Να και το κτίριο “Asimov Foundation” – ε, αυτός είναι σίγουρα συγγραφέας, δεν σε γελά η μνήμη σου! Είχε γράψει εκείνη την ωραία τριλογία… για δες, πως τη λένε.

Και μια αναγγελία ενός αγώνα ποδοσφαίρου, σε κάποια φωτεινή πινακίδα που σκορπά την παιχνιδιάρικη λάμψη της στο δρόμο: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ… WEST HAM 7, ARSENAL 3».

Τώρα είσαι βέβαιος πως ονειρεύεσαι.






Κάθε μέλλον που έρχεται φέρνει μαζί του ένα καινούργιο παρελθόν. Μεταμορφωμένο, ιδωμένο με καινούργια μάτια. Που πήγαν λοιπόν τα χρόνια; Πότε μεγάλωσες, πότε έφτασες σε αυτή την ηλικία; Κατάφερες άραγε εκείνα που είχες επιθυμήσει – ή απέμεινες να σκέφτεσαι τα χρόνια που έφυγαν και δεν θα γυρίσουν ποτέ ξανά πίσω;

Μην απελπίζεσαι! – υψώνει ο βάρδος τη φωνή του. Μη χαραμίζεις το χρόνο σου με το να σκέφτεσαι εκείνα που έφυγαν – πάνε, τέλειωσαν πια! Μα το τώρα είναι εδώ, το εδώ και τώρα! Αυτά είναι τα χρυσά χρόνια – δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει παρελθόν – μόνο το εδώ και τώρα! Ζήσε το!

Αυτό εξάλλου είναι και το βαθύτερο νόημα κάθε ταξιδιού στο χρόνο: η επιστροφή στο παρόν – και η επανεκτίμησή του. Να γυρίζεις πίσω όπως επιστρέφεις από κάποιο μακρύ ταξίδι και να λες: είμαι σπίτι – δηλαδή είμαι στο εδώ και τώρα. Και είμαι έτοιμος να ζήσω.

Και αν ο δρόμος σου είναι ξανά μοναχικός – μη το βάζεις κάτω! Και αν υψώνεται πάντα εκείνος ο ανήφορος, ο ίδιος πάντα ανήφορος – να σκέφτεσαι εκείνο το μοναχικό δρομέα! Να σκέφτεσαι τον αιώνιο μαραθωνοδρόμο! Τον πιο μοναχικό, τον πιο αγωνιστικό, εκείνον που πετυχαίνει το ακατόρθωτο – με όπλο του την επιμονή, την αφοσίωση, τη δύναμη ψυχής, την πίστη στον σκοπό, την αγάπη.

Και έτσι ο ανήφορος ποτέ δεν θα είναι ο ίδιος πάντα – γιατί τα πόδια σου θα έχουν αλλάξει.







Τώρα που ησύχασες επέτρεψέ μου να σου πω ένα παραμύθι – μια ιστορία του παλιού καιρού. Μιλά για τους πάγους των δύο πόλων. Μιλά για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μιλά για τους καλούς που φεύγουν πάντα νέοι. Μιλά για το κακό που αναδημιουργείται πάντα από τις στάχτες του. Μιλά για τα βασανισμένα όνειρα μιας ανήσυχης ψυχής, ταλαντευόμενη αιωνίως μεταξύ αντιφατικών δρόμων. Μιλά για το παιχνίδι με την τρέλα. Μιλά για μια απόκρυφη προφητεία, γραμμένη σ’ ένα αραχνιασμένο βιβλίο.

Μιλά για τον Έβδομο Γιο του Εβδόμου Γιού.

Εσύ λοιπόν ποιο δρόμο θα διαλέξεις; Θα καταλήξεις στην κόλαση, τον παράδεισο – ή σε κανένα από τα δύο;


“Give me the sense to wonder, to wonder if I'm free
Give me a sense of wonder, to know I can be me”


Και αν κόλαση και παράδεισος δεν είναι παρά δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Και αν δεν βρίσκονται κάπου πέρα, μακριά – μα εδώ, στη γη που πατάς και περπατάς; Αν η κόλαση είναι από εδώ ως την αιωνιότητα; Σκέψου για παράδειγμα εκείνο τον Πόλεμο στην έρημο – σου διαφεύγει το όνομά του, μα εδώ που τα λέμε, κάθε πόλεμος είναι ίδιος με τον άλλον. Σκέψου που δεν ήθελες να πιάσεις όπλο στα χέρια σου – γιατί φοβόσουν να πυροβολήσεις ξένους. Μα σε ανάγκασαν – είπαν πως είναι για «την ελευθερία, τη δημοκρατία, την πατρίδα». Μα δεν ήθελες να γίνεις κριτής των άλλων. Ζήσε και άφησε να ζήσουν – αυτή ήταν η αξία που πίστευες. Μα πήρες τ’ όπλο. Είσαι λοιπόν συνένοχος στο έγκλημα;

Στο τέλος απομένει το σκοτάδι. Το σκοτάδι έξω από σένα. Και το σκοτάδι μέσα σου. Λοιπόν, τι έχεις να πεις – φοβάσαι το σκοτάδι;






Και αν δεν αντικρίσεις την ίδια τη σκιά σου να σε κοιτάζει με μάτια φλογερά – ίσως έρθουν να σε βρουν κάποιοι τύποι με κουκούλες, κραδαίνοντας σταυρούς. Θα κάνουν πάνω σου το σήμα του σταυρού και θα προσευχηθούν στο Όνομα του Ρόδου. Για άλλη μια φορά ο χρόνος πάει κι έρχεται, μπρος πίσω, κι εσύ μαζί του.


“Questions are a burden,
And answers are a prison for oneself”


Και να σε πάλι, υπερασπιστής της λεφτεριάς – της μόνης αξίας για την οποία αγωνίζεσαι. Μα από τις φυλές των αυτόχθονων Αμερικάνων τώρα βρίσκεσαι καταμεσής των σκωτσέζικων clan – και είσαι έτοιμος ν’ αντισταθείς στους καταπατητές Άγγλους. Ίσως τελικά να μην έχει σημασία το μέρος ή ο χρόνος – Αμερική, Βρετανία, Λατινική Αμερική, Ασία, Αφρική – ο αγώνας για την ελευθερία είναι πάντα και παντού ο ίδιος.

Και αν ηττηθείς; Αν παραδώσεις τα όπλα; Αν υποχωρήσεις στην εφησυχαστική παρηγοριά μιας θεσμικής ασφάλειας; Εκεί που το Κράτος αποφασίζει για σένα χωρίς εσένα; Εκεί που έχεις μετατραπεί σε ένα πρόθυμο υπηρέτη του, έναν αιώνιο καταναλωτή ηδονής και προϊόντων, ικανών να κοιμίζουν το νου και να αποχαυνώνουν τη σκέψη; Τότε, φίλε μου, δεν έχω παρά να σε καλώς ορίσω: Καλώς όρισες στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο.

(μια φωνή μέσα σου ξανά: και αυτό βιβλίο είναι! Όπως και πολλά που δεν ανέφερα. Που τελειώνει λοιπόν η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία του μυθιστοριογράφου; Μα τι θα ήταν η δεύτερη δίχως την πρώτη; Τι είναι το βιβλίο, αν όχι η συμπύκνωση σε απλοποιημένο τρόπο ορισμένων πτυχών της απόλυτα υπαρκτής πραγματικότητάς μας; Τι είναι οι στίχοι, τι είναι τα τραγούδια;)





Μα θα έρθει η στιγμή που η ανθρώπινη κοινωνία – όσο τεχνητή και τέλεια και αποστειρωμένη και αν είναι – θα υποχωρήσει μπρος στον αιώνιο χορό της Φύσης. Η άμμος θα ρουφήξει τα ερείπια των θαμμένων πόλεων και τα χνάρια όσων σφαγιάστηκαν για να τις υπερασπιστούν ή να τις κατακτήσουν. Και ο Χορός του Θανάτου θα στήσει το δικό του πανηγύρι. Δες τους μασκοφορεμένους, κοίτα πως χορεύουν! Αληθινά το διασκεδάζουν. Σκέφτεσαι ξανά λοιπόν πως ονειρεύεσαι;

Μα όταν ξυπνήσεις θα δεις πως ο κόσμος συνεχίζει να γυρνά – αιώνιος και απαράλλακτος. Κυβερνήσεις θ’ ανεβαίνουν και θα πέφτουν, νευρωτικοί εργαζόμενοι θα τρέχουν στις δουλειές τους, οικονομίες θα σκάνε σαν τις φούσκες, και πολεμόχαροι άνθρωποι θα σφαγιάζονται στο όνομα των θεών τους.

Και ο κύκλος συνεχίζεται. Και η δίνη στην οποία έχεις αφεθεί σε παρασέρνει, σε κάποια νέα αρχή, σε ένα καινούργιο τέλος.



Η μουσική που έβγαινε από τα ηχεία τελείωσε. Ανοίγεις τα μάτια σου. Είσαι στο δωμάτιό σου. Οι δίσκοι σου, ο υπολογιστής σου, οι αφίσες, τα βιβλία σου. Είναι νύχτα και ο κόσμος κοιμάται και συ είσαι στο δωμάτιό σου. Ίσως ονειρεύτηκες – μα τώρα έχεις ξυπνήσει, και ο κόσμος γύρω σου κοιμάται. Μια γαλήνια σιγαλιά απλώνεται παντού – ο ήχος των τριζονιών σου θυμίζει πως είναι καλοκαίρι. Μια γλυκιά νύχτα ενός ζεστού καλοκαιριού.

Νιώθεις όμορφα. Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνεσαι βαθύτερος. Λες και ταξίδεψες στην κόλαση και τον παράδεισο και πίσω πάλι.

Θα ξανακάνεις αυτό το ταξίδι. Κάποια άλλη μέρα. Δεν έχεις παρά να πατήσεις το μαγικό κουμπί του “play”. Και η δισκογραφία των Iron Maiden θα ξετυλίξει πάλι το μαγικό, διαχρονικό της νήμα.


“Oh there is beauty and surely there is pain,
But we must endure it to live again”




Επίμετρο


Ήταν Σεπτέμβρης του 99, είχα μόλις τελειώσει το σχολείο, και βρέθηκα με μια παρέα στη συναυλία των Iron Maiden στο Περιστέρι. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ξένης μουσικής. Πριν λίγες μέρες, 19 χρόνια μετά, τους είδα πάλι – παρέα με μια κοσμοθαλασσιά φίλων της μουσικής τους, οι μεγαλύτεροι των οποίων ξεπερνούσαν τα 60 και οι μικρότεροι ήταν μόλις 3 χρονών. Και κατάλαβα ξανά για ποιο λόγο ανήκουν σε εκείνα τα συγκροτήματα που κατορθώνουν να σμίξουν τις γενιές – είναι τέτοια η κληρονομιά τους.

Γι’ αυτούς λοιπόν, τους Maiden, έγραψα αυτό το αφιέρωμα – μα το έγραψα με το δικό μου τρόπο. Για τον Bruce και τον Steve Harris, τον Adrian Smith, τον Dave Murray, τον Janick Gers, τον Nicko McBrain, μα και τον Paul DiAnno, τον Blaze Bayley, τον Doug Sampson, τον Dennis Stratton και τον Clive Burr. Και φυσικά τον Eddie και τους ιδιαίτερους δημιουργούς του: τον Derek Riggs (αναγνωρίζω τον κλασικότερο όλων) και την παρέα τους.

Once a Maiden fan, always a Maiden fan, κύριοι.


“Dream on brothers while you can,
Dream on sisters, I hope you will find the one,
All of our lives, covered up quickly by the tides of time”


© Ένα κείμενο που γράφτηκε από το φονικό κουνέλι μια ζεστή μέρα του Ιουλίου του 18





Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #10: Λογοτεχνία και Σπορ





«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ.» - Αλμπέρ Καμύ


«Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.» - Νίκος Καζαντζάκης


«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Ντμίτρι Σοστακόβιτς



Λογοτεχνία και ποδόσφαιρο, και, σε ευρύτερο επίπεδο, λογοτεχνία και αθλητισμός. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει δύσκολο, σαν θέμα: τι σχέση μπορεί να έχουν οι τέχνες και η μπάλα. Φύσει αντισυμβατικές και ελευθεριακές οι πρώτες, μαζικό και υποταγμένο σε κανόνες το δεύτερο. Στη μοναχική εποπτεία του συγγραφέα, του καλλιτέχνη ή του φιλοσόφου αντιτίθεται το συλλογικό παιχνίδι της ομάδας – και η συσχέτιση του δεύτερου με τα Μέσα, τους ομίλους και τα κέρδη. Θεωρητικά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίθεση από την εικόνα ενός βιβλιοφάγου, σκυμμένου στο βιβλίο του, από τη μία – με την εικόνα ενός φανατισμένου οπαδού που βρυχάται σ’ ένα γήπεδο, απ’ την άλλη.

Κι όμως, τα σπορ δεν είναι μόνο αυτό – ή δεν ήταν πάντα αυτό. Στο σημερινό, λοιπόν, «Λαγούμι της Λογοτεχνίας», έκανα μια μικρή έρευνα και επέλεξα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα γνωστών και αγαπημένων συγγραφέων, που μιλούν για αθλητισμό και για μπάλα.

Η παρουσίαση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται μερικά χαρακτηριστικά αποφθέγματα – σαν προθέρμανση, πριν την έναρξη του παιχνιδιού. Στο δεύτερο μέρος το παιχνίδι αρχίζει και συναντούμε τον Αλμπέρ Καμύ να θυμάται τον καιρό που ήταν τερματοφύλακας στην κολεγιακή ομάδα της Αλγερίας, και να σχολιάζει τη σχέση του με το ποδόσφαιρο – και εντοπίζουμε κοινά μεταξύ του ποδοσφαίρου και της φιλοσοφίας του. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το χαρακτηριστικό κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για τα σπορ και τη σημασία του συλλογικού παιχνιδιού, γραμμένο στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 40 – κι ενώ ξεσπούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επιλέγουμε να κλείσουμε σουρεαλιστικά – με το πιο σουρεαλιστικό κλασικό μυθιστόρημα όλων: την Αλίκη. Γιατί όλη αυτή η συλλογική μανία με τη μπάλα και τα σπορ ενίοτε φτάνει να υπερβεί και τον μεγαλύτερο μυθιστορηματικό σουρεαλισμό – και εδώ δεν αναφέρομαι στο Μουντιάλ, που ως τώρα μοιάζει να κυλάει όμορφα, αν μη τι άλλο.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν. “Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…”



Συγγραφείς και μπάλα: μια σειρά από αποφθέγματα





«Σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου, τα πάντα γίνονται πολύπλοκα από την παρουσία της άλλης ομάδας» - Ζαν Πωλ Σαρτρ


«Το ράγκμπι είναι ένα παιχνίδι για βαρβάρους που παίζεται από τζέντλεμεν… Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι για τζέντλεμεν που παίζεται από βαρβάρους». – Όσκαρ Ουάιλντ


«Η ζωή η ίδια είναι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου» - Σερ Ουόλτερ Σκοτ


«Πέντε μέρες θα εργάζεσαι, όπως λέει η Βίβλος. Η έβδομη μέρα είναι η μέρα του Κυρίου, του Θεού σου. Η έκτη μέρα είναι για το ποδόσφαιρο» - Anthony Burgess [γνωστός για το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»]


«Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος του μυστηρίου, ο τελευταίος υπερασπιστής» - Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ


«Είναι σαν το ποδόσφαιρο: οι δύο πλευρές μπορεί να θέλουν να νικήσουν η μία την άλλη, μπορεί ακόμα και να φτάσουν να μισούν η μία την άλλη, μα αν κάποιος ερχόταν και τους έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι ανόητο και δεν αξίζει να παίζεις ή να ασχολείσαι μαζί του, τότε θα αισθάνονταν ο ένας για τον άλλον. Εκείνο που μετράει είναι το αίσθημα.» - John Fowles


«Το πράγμα με το ποδόσφαιρο – εκείνο που είναι αληθινά σημαντικό με το ποδόσφαιρο – είναι πως ποτέ δεν είναι μόνο “για το ποδόσφαιρο”» - Terry Pratchett


Κι ένα ρητό που δεν ανήκει σε λογοτέχνη, μα στο μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς:

«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Dmitri Shostakovich




Ο Αλμπέρ Καμύ για το ποδόσφαιρο: η εποπτεία του τερματοφύλακα






Ο Καμύ [Albert Camus] έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Στα νιάτα του φορούσε τη φανέλα με τον αριθμό «1» και είχε διακριθεί ως τερματοφύλακας στην Αλγερία, μα εγκατέλειψε νωρίς το παιχνίδι λόγω ενός προβλήματος υγείας. Ωστόσο η αίσθηση εκείνη του «αγώνα» έμελλε να παραμείνει μαζί του, καθώς φαίνεται: έγινε βασικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας και των γραπτών του.

Στο βιβλίο του «Η Πτώση» [“La Chute”, 1956] λοιπόν, γράφει, μεταξύ άλλων:

«Ασφαλώς κάποιες φορές προσποιούμουν πως έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά. Μα αυτή η επιπολαιότητα της σοβαρότητας γρήγορα μου αποκαλύφτηκε και ίσα που συνέχιζα να παίζω το ρόλο μου, όσο καλύτερα μπορούσα. Έπαιξα το ρόλο μου στο να είμαι ικανός, έξυπνος, δίκαιος, ένας ανήσυχος πολίτης, αγανακτισμένος, ανεκτικός, υποστηρικτικός, ένα καλό παράδειγμα… Εν ολίγοις, δε χρειάζεται να συνεχίσω. […] Ποτέ δεν υπήρξα πραγματικά ειλικρινής και ενθουσιώδης, παρά μόνο όταν έπαιζα σπορ, και, στον στρατό, όταν έπαιρνα μέρος σε παραστάσεις που στήναμε για προσωπική μας ευχαρίστηση. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένα σετ κανονισμών, που δεν ήταν σοβαρό, μα προσποιούσουν πως το έπαιρνες στα σοβαρά. Και σήμερα ακόμα, τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα ματς σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο, και το θέατρο, που έχω αγαπήσει μ’ ένα μοναδικό πάθος, είναι οι μοναδικοί τόποι όπου αισθάνομαι αθώος.»

Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η ακόλουθη φράση του Καμύ:

«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ και τα έμαθα στη RUA» [RUA = Algiers Racing University football team – την κολεγιακή ποδοσφαιρική ομάδα της Αλγερίας στην οποία συμμετείχε].


Τον βλέπετε το νεαρό τερματοφύλακα με το καπέλο και τη μαύρη μπλούζα, στο κέντρο της ομάδας; Είναι ο Αλμπέρ Καμύ


Μάλλον δεν είναι τυχαίο πως ο Καμύ είχε αναλάβει το ρόλο του τερματοφύλακα: εκείνος που στέκεται λίγο απόμακρα και εποπτεύει, για το καλό της ομάδας. Ο μοναχικός επόπτης, ο φύλακας του τέρματος, εκείνος που στέκεται στη διαχωριστική γραμμή. Δίχως να σμίγει με την υπόλοιπη ομάδα, κρατώντας τις αποστάσεις του, μα ταυτόχρονα ένα μαζί τους, μέρος του συνόλου. Βασικός υπεύθυνος για την τύχη της ομάδας του, εκείνη ακριβώς η αίσθηση της ευθύνης και της ελευθερίας που έμελλε να τον συνοδέψει στη φιλοσοφία του.

Στη διάρκεια του αγώνα, εξάλλου, είσαι παρών κάθε στιγμή που περνάει: παρατηρείς τον κόσμο που τρέχει, τους δικούς σου και τους άλλους, και δεν αφήνεις λεπτό να πέσει χαμένο – πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, τη συνείδηση απλωμένη στα βάθη του γηπέδου, να εστιάζεις στο Εδώ και Τώρα. Κάθε κίνησή σου μετράει, κάθε βλέμμα, κάθε απόφαση. Δεν έχει σημασία το χθες ή το μετά: μόνο το παρόν, η κάθε στιγμή που κυλάει σαν τη μπάλα στο χορτάρι – κι εσύ την παρατηρείς με τα μάτια καρφωμένα στο στόχο.

Αντίστοιχα, στον Υπαρξισμό μετράει το Εδώ και Τώρα: οι αποφάσεις σου, οι επιλογές σου, η ατομική σου στάση απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον εαυτό σου. Πουθενά αλλού δεν γίνεται τόσο σαφής αυτή η αίσθηση της ατομικής ύπαρξης, θα ‘λεγε κάποιος, της στιγμής που μοιάζει παντοτινή, παρά τα δευτερόλεπτα εκείνα που ο τερματοφύλακας ατενίζει τον αντίπαλο και ετοιμάζεται να αποκρούσει – ή να μην αποκρούσει – τη μπάλα που έρχεται καταπάνω του.

Σε αυτή τη δέσμευσή σου – στην επιλογή σου, στη γυμνή μοναξιά της ατομικότητάς σου και στο βλέμμα σου που εστιάζει στον κινούμενο στόχο, στη διάρκεια εκείνων των αιώνιων δευτερόλεπτων: κάπου εκεί βρίσκεται η ελευθερία.




Νίκος Καζαντζάκης: για τον αθλητισμό και τα ομαδικά παιχνίδια





«Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας όπου ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος. Έτσι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, το παιχνίδι μπορεί να σε ανεβάσει στις πιο αψηλές κι αφιλόκερδες κορυφές της ενέργειας. […]

Στα σπορτ δε γυμνάζεις το σώμα σου μονάχα· γυμνάζεις, πάνω απ’ όλα, την ψυχή σου. «Στα τερραίν του Ήτον», είπε πολύ σωστά ο Ουέλλιγκτον, «κερδήθηκε η μάχη του Βατερλώ.»

Στα ομαδικά αυτά σπορτ μαθαίνεις να ‘σαι έτοιμος, να συγκρατιέσαι, να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, να θυσιάζεις τις ατομικές χαρές ή προτίμησες για τα συμφέροντα της ομάδας. Μαθαίνεις να προσαρμόζεις τις ιδιότητές σου στις ανάγκες του συνόλου, να εκμεταλλεύεσαι, όσο μπορείς, για τη νίκη τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Με τη μέθοδο αυτή μονάχα μπορείς ν' ασκηθείς για το μεγάλο παιχνίδι, αργότερα, της δημόσιας ζωής.

Για να φτάσεις στο υψηλό αυτό κορύφωμα της άσκησης, πρέπει καλά να ξέρεις τον εαυτό σου, να ξέρεις το διπλανό σου, να ξέρεις κι αλάκερη την ομάδα, όπου ανήκεις. Κι όχι μονάχα αυτό· να ξέρεις και την αντίπαλή σου ομάδα. Να μην την περιφρονάς, να τη σπουδάζεις με αμεροληψία και σέβας, να ξέρεις καλά τις αρετές και τις δυνάμες της, για να οργανώσεις ανάλογα και συ τις αρετές και τις δυνάμες σου και να μη χάσεις το παιχνίδι.

Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.

Ό,τι αγνότατα ηθικό μπορεί να μας μάθει το παιχνίδι είναι τούτο: Ο ανώτατος σκοπός τού παιχνιδιού δεν είναι η νίκη παρά πώς, από ποιούς δρόμους, με ποιάν προπόνηση, με τί πειθαρχία, ακλουθώντας αυστηρά τούς νόμους του παιχνιδιού, να μάχεσαι για τη νίκη. […]

Η ζωή είναι παιχνίδι σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με άλλους. Έχεις ευθύνη απέναντι σε όλους τούς συντρόφους σου, όλοι σου οι σύντροφοι έχουν ευθύνη απέναντί σου. Άτομο κι ομάδα είναι ένα. […]






Το παιχνίδι έχει νόμους· όποιος θέλει να παίζει, οφείλει να ξέρει τους νόμους αυτούς και να τους σέβεται. Αν δεν ξέρει τους νόμους ή αν δε θέλει να τους σέβεται, δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο παιχνίδι. Μέσα στον κύκλο πού χαράζουν οι νόμοι είναι απόλυτα λεύτερος· κανένας, μήτε ο βασιλιάς, δεν έχει δικαίωμα να επέμβει. Μπορεί οι νόμοι αυτοί να ‘ναι παλιωμένοι ή στραβοί ή αυθαίρετοι· δεν έχει σημασία· το σπουδαίο είναι, κι αυτό γυμνάζει την ψυχή του ανθρώπου, να τους υπακούς.

Δεν πρέπει να ντρέπεσαι πως νικήθηκες· πρέπει να ντρέπεσαι μονάχα όταν έπαιξες κακά και γι' αυτό νικήθηκες· ή — κι αυτό , είναι το χειρότερο — πρέπει να ντρέπεσαι όταν νίκησες παίζοντας κακά η άτιμα.

Το fair-play, νά το ανώτατο χρέος. Να παίζεις καλά το παιχνίδι, είτε φουτμπόλ είναι είτε πόλεμος είτε ολόκληρη ζωή, αυτή είναι η πρώτη αυστηρότατη εντολή στον εγγλέζικο δεκάλογο. «Να 'σαι δυνατός και να παίζεις τον άντρα!» Κάνε το χρέος σου αυτό και μη σε μέλει για τίποτα άλλο. Αν πετύχεις, αν αποτύχεις, αυτό έχει μονάχα πραχτική, όχι ψυχική άξια· έκαμες το χρέος σου, τί άλλη αμοιβή θες;

Αν περιμένεις οποιαδήποτε αμοιβή, αν εργάζεσαι για να ικανοποιείς όχι εσωτερικές σου επιταγές, παρά για να πλερωθείς, είσαι μιστοφόρος· δεν είσαι λεύτερος πολεμιστής.

«Όποιος δε βρίσκει την άνταμοιβή μέσα του είναι σκλάβος· η λαχτάρα ν' αρέσει σε άλλους τρικυμίζει τα πέντε δηλητήρια, τις πέντε αίστησες του ανθρώπου». Τα υπερήφανα τούτα λόγια του μεγάλου Θιβετανού ασκητή, του Μιλαρέπα, φτερώνουν με λευτεριά την καρδιά του ανθρώπου και τέλεια ταιριάζουν στις πράσινες τούτες παλαίστρες του Ήτον. Μονάχα όποιος ζει τα λόγια τούτα και τα κάνει πράξη στην καθημερινή του ζωή, είναι λεύτερος άνθρωπος.

Μια Εγγλέζα μητέρα, πού ο γιός της σκοτώθηκε καλά πολεμώντας στον περασμένο πόλεμο, έγραψε στον τάφο του γιου της τούτον τον απλούστατο εγγλέζικο επιτάφιο ύμνο: «Έπαιξε καλά το παιχνίδι.»


***


Τέτοια έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία, στις αρχές της δεκαετίας του 40, κι ενώ παρατηρούσε τους αθλητές σ’ ένα γήπεδο του Ήτον. Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία».

Τα λόγια αυτά γράφονταν σε περίοδο Παγκοσμίου Πολέμου – χρειάζεται λοιπόν να τα δούμε υπό αυτό το πρίσμα για να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Είναι απορίας άξιο τι θα έλεγε ο Καζαντζάκης για τον αθλητισμό και τα σπορ στην εποχή μας: μια εποχή όπου οι πάντες (κυριολεκτικά) είναι «μιστοφόροι»…



Ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι κρόκετ


Εικονογράφηση: John Tenniel


«Η Αλίκη σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τέτοιο αλλόκοτο γήπεδο του κρόκετ· ήταν γεμάτο λακούβες και προεξοχές· τα μπαλάκια του κρόκετ ήταν ζωντανοί σκαντζόχοιοι, οι στέκες ήταν ζωντανοί ερωδιοί κι οι στρατιώτες έπρεπε να διπλωθούν στα δύο και να σταθούν στα τέσσερα για να παραστήσουν τις καμάρες.

Η πρωταρχική δυσκολία της Αλίκης ήταν πως να τα βγάλει πέρα με τον ερωδιό της· τα κατάφερε να μαγκώσει το σώμα του, αρκετά άνετα, κάτω από το μπράτσο της, ενώ τα πόδια του κρέμονταν στον αέρα, αλλά, γενικά, μόλις κατάφερνε να του ισιώσει το λαιμό και ετοιμαζόταν να χτυπήσει τον σκαντζόχοιρο με το κεφάλι του, ο ερωδιός γυρνούσε και την κοίταζε με μια τέτοια έκφραση απορίας, που δεν μπορούσε να μην ξεσπάσει σε γέλια· κι όταν πια του έφερνε το κεφάλι στην κατάλληλη θέση κι ήταν έτοιμη να ξαναρχίσει, διαπίστωνε, φουρκισμένη, πως ο σκαντζόχοιρος είχε ξετυλιχτεί κι έφευγε έρποντας· άσε πια, που σ' όποιο μέρος και να σημάδευε για να ρίξει τον σκαντζόχοιρο υπήρχε πάντα μέσα στη μέση μια λακκούβα η μια προεξοχή, και καθώς οι διπλωμένοι στρατιώτες συνέχεια σηκώνονταν και πήγαιναν σ' άλλα σημεία του γηπέδου, έφτασε η Αλίκη γρήγορα στο συμπέρασμα πως αυτό ήταν, στ' αλήθεια, ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι.

Οι παίκτες έπαιζαν όλοι μαζί, χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους, λογοφέρνοντας όλη την ώρα και καβγαδίζοντας για τους σκαντζόχοιρους· και τη Βασίλισσα δεν άργησε να την πιάσει μια φοβερή λύσσα, έτσι, που να χτυπάει τα πόδια της και να ουρλιάζει, τουλάχιστον μια φορά το λεπτό:

-  Κόψτε του το κεφάλι! η Κόψτε της το κεφάλι!

Η Αλίκη άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα· ακόμα, βέβαια, δεν είχε έρθει σε καμία σύγκρουση με τη Βασίλισσα, αλλά ήξερε πως αυτό μπορούσε κάθε λεπτό να συμβεί, και τότε σκέφτηκε, «τι θ' απογίνω; Εδώ πέρα τρελαίνονται να κόβουν κεφάλια - είναι να απορεί κανείς πως έχει απομείνει και κανένας ζωντανός!».


***


Λιούις Κάρολ, «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» [“Alice in Wonderland”], πρώτη έκδοση 1865, μετάφραση: Γ. Δεπάστας.

Μάλλον το πιο εξωφρενικό αθλητικό παιχνίδι στην ιστορία της κλασικής λογοτεχνίας… Ωστόσο δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο νου μας το φανατισμό των οπαδών απανταχού της γης, την ψύχωση με τις ομάδες τους, την ευκολία με την οποία κατηγοριοποιούν στερεότυπα τον κόσμο σε φίλους και εχθρούς, τη βαθιά χαρά με την επιτυχία της ομάδας και την ανείπωτη θλίψη – σε βαθμό δακρύων! – με την αποτυχία της, τα ποσά που παίζονται σε στοιχήματα, τη σύνδεση των σπορ με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις διαφημίσεις και τα κέρδη (άρα με τη συλλογική ψευδαίσθηση της διαφήμισης και την απατηλή γοητεία του χρήματος), τα πουλημένα παιχνίδια, τις αστυνομικές δυνάμεις που περιφρουρούν τα ματς και τους οργισμένους που ξεσπάνε αριστερά και δεξιά, επειδή δεν γνωρίζουν που αλλού να διοχετεύσουν το θυμό τους… δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε αυτά και άλλα πολλά για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τα σπορ, όπως περιγράφονται στην «Αλίκη», είναι λιγότερο σουρεαλιστικά και ακραία από την ίδια την πραγματικότητά μας.


Άντε – καλή συνέχεια με το Μουντιάλ και είθε να κερδίσει ο καλύτερος!







Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)













© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 18