Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #10: Λογοτεχνία και Σπορ





«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ.» - Αλμπέρ Καμύ


«Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.» - Νίκος Καζαντζάκης


«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Ντμίτρι Σοστακόβιτς



Λογοτεχνία και ποδόσφαιρο, και, σε ευρύτερο επίπεδο, λογοτεχνία και αθλητισμός. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει δύσκολο, σαν θέμα: τι σχέση μπορεί να έχουν οι τέχνες και η μπάλα. Φύσει αντισυμβατικές και ελευθεριακές οι πρώτες, μαζικό και υποταγμένο σε κανόνες το δεύτερο. Στη μοναχική εποπτεία του συγγραφέα, του καλλιτέχνη ή του φιλοσόφου αντιτίθεται το συλλογικό παιχνίδι της ομάδας – και η συσχέτιση του δεύτερου με τα Μέσα, τους ομίλους και τα κέρδη. Θεωρητικά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίθεση από την εικόνα ενός βιβλιοφάγου, σκυμμένου στο βιβλίο του, από τη μία – με την εικόνα ενός φανατισμένου οπαδού που βρυχάται σ’ ένα γήπεδο, απ’ την άλλη.

Κι όμως, τα σπορ δεν είναι μόνο αυτό – ή δεν ήταν πάντα αυτό. Στο σημερινό, λοιπόν, «Λαγούμι της Λογοτεχνίας», έκανα μια μικρή έρευνα και επέλεξα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα γνωστών και αγαπημένων συγγραφέων, που μιλούν για αθλητισμό και για μπάλα.

Η παρουσίαση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται μερικά χαρακτηριστικά αποφθέγματα – σαν προθέρμανση, πριν την έναρξη του παιχνιδιού. Στο δεύτερο μέρος το παιχνίδι αρχίζει και συναντούμε τον Αλμπέρ Καμύ να θυμάται τον καιρό που ήταν τερματοφύλακας στην κολεγιακή ομάδα της Αλγερίας, και να σχολιάζει τη σχέση του με το ποδόσφαιρο – και εντοπίζουμε κοινά μεταξύ του ποδοσφαίρου και της φιλοσοφίας του. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το χαρακτηριστικό κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για τα σπορ και τη σημασία του συλλογικού παιχνιδιού, γραμμένο στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 40 – κι ενώ ξεσπούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επιλέγουμε να κλείσουμε σουρεαλιστικά – με το πιο σουρεαλιστικό κλασικό μυθιστόρημα όλων: την Αλίκη. Γιατί όλη αυτή η συλλογική μανία με τη μπάλα και τα σπορ ενίοτε φτάνει να υπερβεί και τον μεγαλύτερο μυθιστορηματικό σουρεαλισμό – και εδώ δεν αναφέρομαι στο Μουντιάλ, που ως τώρα μοιάζει να κυλάει όμορφα, αν μη τι άλλο.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν. “Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…”



Συγγραφείς και μπάλα: μια σειρά από αποφθέγματα





«Σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου, τα πάντα γίνονται πολύπλοκα από την παρουσία της άλλης ομάδας» - Ζαν Πωλ Σαρτρ


«Το ράγκμπι είναι ένα παιχνίδι για βαρβάρους που παίζεται από τζέντλεμεν… Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι για τζέντλεμεν που παίζεται από βαρβάρους». – Όσκαρ Ουάιλντ


«Η ζωή η ίδια είναι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου» - Σερ Ουόλτερ Σκοτ


«Πέντε μέρες θα εργάζεσαι, όπως λέει η Βίβλος. Η έβδομη μέρα είναι η μέρα του Κυρίου, του Θεού σου. Η έκτη μέρα είναι για το ποδόσφαιρο» - Anthony Burgess [γνωστός για το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»]


«Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος του μυστηρίου, ο τελευταίος υπερασπιστής» - Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ


«Είναι σαν το ποδόσφαιρο: οι δύο πλευρές μπορεί να θέλουν να νικήσουν η μία την άλλη, μπορεί ακόμα και να φτάσουν να μισούν η μία την άλλη, μα αν κάποιος ερχόταν και τους έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι ανόητο και δεν αξίζει να παίζεις ή να ασχολείσαι μαζί του, τότε θα αισθάνονταν ο ένας για τον άλλον. Εκείνο που μετράει είναι το αίσθημα.» - John Fowles


«Το πράγμα με το ποδόσφαιρο – εκείνο που είναι αληθινά σημαντικό με το ποδόσφαιρο – είναι πως ποτέ δεν είναι μόνο “για το ποδόσφαιρο”» - Terry Pratchett


Κι ένα ρητό που δεν ανήκει σε λογοτέχνη, μα στο μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς:

«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Dmitri Shostakovich




Ο Αλμπέρ Καμύ για το ποδόσφαιρο: η εποπτεία του τερματοφύλακα






Ο Καμύ [Albert Camus] έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Στα νιάτα του φορούσε τη φανέλα με τον αριθμό «1» και είχε διακριθεί ως τερματοφύλακας στην Αλγερία, μα εγκατέλειψε νωρίς το παιχνίδι λόγω ενός προβλήματος υγείας. Ωστόσο η αίσθηση εκείνη του «αγώνα» έμελλε να παραμείνει μαζί του, καθώς φαίνεται: έγινε βασικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας και των γραπτών του.

Στο βιβλίο του «Η Πτώση» [“La Chute”, 1956] λοιπόν, γράφει, μεταξύ άλλων:

«Ασφαλώς κάποιες φορές προσποιούμουν πως έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά. Μα αυτή η επιπολαιότητα της σοβαρότητας γρήγορα μου αποκαλύφτηκε και ίσα που συνέχιζα να παίζω το ρόλο μου, όσο καλύτερα μπορούσα. Έπαιξα το ρόλο μου στο να είμαι ικανός, έξυπνος, δίκαιος, ένας ανήσυχος πολίτης, αγανακτισμένος, ανεκτικός, υποστηρικτικός, ένα καλό παράδειγμα… Εν ολίγοις, δε χρειάζεται να συνεχίσω. […] Ποτέ δεν υπήρξα πραγματικά ειλικρινής και ενθουσιώδης, παρά μόνο όταν έπαιζα σπορ, και, στον στρατό, όταν έπαιρνα μέρος σε παραστάσεις που στήναμε για προσωπική μας ευχαρίστηση. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένα σετ κανονισμών, που δεν ήταν σοβαρό, μα προσποιούσουν πως το έπαιρνες στα σοβαρά. Και σήμερα ακόμα, τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα ματς σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο, και το θέατρο, που έχω αγαπήσει μ’ ένα μοναδικό πάθος, είναι οι μοναδικοί τόποι όπου αισθάνομαι αθώος.»

Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η ακόλουθη φράση του Καμύ:

«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ και τα έμαθα στη RUA» [RUA = Algiers Racing University football team – την κολεγιακή ποδοσφαιρική ομάδα της Αλγερίας στην οποία συμμετείχε].


Τον βλέπετε το νεαρό τερματοφύλακα με το καπέλο και τη μαύρη μπλούζα, στο κέντρο της ομάδας; Είναι ο Αλμπέρ Καμύ


Μάλλον δεν είναι τυχαίο πως ο Καμύ είχε αναλάβει το ρόλο του τερματοφύλακα: εκείνος που στέκεται λίγο απόμακρα και εποπτεύει, για το καλό της ομάδας. Ο μοναχικός επόπτης, ο φύλακας του τέρματος, εκείνος που στέκεται στη διαχωριστική γραμμή. Δίχως να σμίγει με την υπόλοιπη ομάδα, κρατώντας τις αποστάσεις του, μα ταυτόχρονα ένα μαζί τους, μέρος του συνόλου. Βασικός υπεύθυνος για την τύχη της ομάδας του, εκείνη ακριβώς η αίσθηση της ευθύνης και της ελευθερίας που έμελλε να τον συνοδέψει στη φιλοσοφία του.

Στη διάρκεια του αγώνα, εξάλλου, είσαι παρών κάθε στιγμή που περνάει: παρατηρείς τον κόσμο που τρέχει, τους δικούς σου και τους άλλους, και δεν αφήνεις λεπτό να πέσει χαμένο – πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, τη συνείδηση απλωμένη στα βάθη του γηπέδου, να εστιάζεις στο Εδώ και Τώρα. Κάθε κίνησή σου μετράει, κάθε βλέμμα, κάθε απόφαση. Δεν έχει σημασία το χθες ή το μετά: μόνο το παρόν, η κάθε στιγμή που κυλάει σαν τη μπάλα στο χορτάρι – κι εσύ την παρατηρείς με τα μάτια καρφωμένα στο στόχο.

Αντίστοιχα, στον Υπαρξισμό μετράει το Εδώ και Τώρα: οι αποφάσεις σου, οι επιλογές σου, η ατομική σου στάση απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον εαυτό σου. Πουθενά αλλού δεν γίνεται τόσο σαφής αυτή η αίσθηση της ατομικής ύπαρξης, θα ‘λεγε κάποιος, της στιγμής που μοιάζει παντοτινή, παρά τα δευτερόλεπτα εκείνα που ο τερματοφύλακας ατενίζει τον αντίπαλο και ετοιμάζεται να αποκρούσει – ή να μην αποκρούσει – τη μπάλα που έρχεται καταπάνω του.

Σε αυτή τη δέσμευσή σου – στην επιλογή σου, στη γυμνή μοναξιά της ατομικότητάς σου και στο βλέμμα σου που εστιάζει στον κινούμενο στόχο, στη διάρκεια εκείνων των αιώνιων δευτερόλεπτων: κάπου εκεί βρίσκεται η ελευθερία.




Νίκος Καζαντζάκης: για τον αθλητισμό και τα ομαδικά παιχνίδια





«Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας όπου ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος. Έτσι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, το παιχνίδι μπορεί να σε ανεβάσει στις πιο αψηλές κι αφιλόκερδες κορυφές της ενέργειας. […]

Στα σπορτ δε γυμνάζεις το σώμα σου μονάχα· γυμνάζεις, πάνω απ’ όλα, την ψυχή σου. «Στα τερραίν του Ήτον», είπε πολύ σωστά ο Ουέλλιγκτον, «κερδήθηκε η μάχη του Βατερλώ.»

Στα ομαδικά αυτά σπορτ μαθαίνεις να ‘σαι έτοιμος, να συγκρατιέσαι, να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, να θυσιάζεις τις ατομικές χαρές ή προτίμησες για τα συμφέροντα της ομάδας. Μαθαίνεις να προσαρμόζεις τις ιδιότητές σου στις ανάγκες του συνόλου, να εκμεταλλεύεσαι, όσο μπορείς, για τη νίκη τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Με τη μέθοδο αυτή μονάχα μπορείς ν' ασκηθείς για το μεγάλο παιχνίδι, αργότερα, της δημόσιας ζωής.

Για να φτάσεις στο υψηλό αυτό κορύφωμα της άσκησης, πρέπει καλά να ξέρεις τον εαυτό σου, να ξέρεις το διπλανό σου, να ξέρεις κι αλάκερη την ομάδα, όπου ανήκεις. Κι όχι μονάχα αυτό· να ξέρεις και την αντίπαλή σου ομάδα. Να μην την περιφρονάς, να τη σπουδάζεις με αμεροληψία και σέβας, να ξέρεις καλά τις αρετές και τις δυνάμες της, για να οργανώσεις ανάλογα και συ τις αρετές και τις δυνάμες σου και να μη χάσεις το παιχνίδι.

Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.

Ό,τι αγνότατα ηθικό μπορεί να μας μάθει το παιχνίδι είναι τούτο: Ο ανώτατος σκοπός τού παιχνιδιού δεν είναι η νίκη παρά πώς, από ποιούς δρόμους, με ποιάν προπόνηση, με τί πειθαρχία, ακλουθώντας αυστηρά τούς νόμους του παιχνιδιού, να μάχεσαι για τη νίκη. […]

Η ζωή είναι παιχνίδι σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με άλλους. Έχεις ευθύνη απέναντι σε όλους τούς συντρόφους σου, όλοι σου οι σύντροφοι έχουν ευθύνη απέναντί σου. Άτομο κι ομάδα είναι ένα. […]






Το παιχνίδι έχει νόμους· όποιος θέλει να παίζει, οφείλει να ξέρει τους νόμους αυτούς και να τους σέβεται. Αν δεν ξέρει τους νόμους ή αν δε θέλει να τους σέβεται, δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο παιχνίδι. Μέσα στον κύκλο πού χαράζουν οι νόμοι είναι απόλυτα λεύτερος· κανένας, μήτε ο βασιλιάς, δεν έχει δικαίωμα να επέμβει. Μπορεί οι νόμοι αυτοί να ‘ναι παλιωμένοι ή στραβοί ή αυθαίρετοι· δεν έχει σημασία· το σπουδαίο είναι, κι αυτό γυμνάζει την ψυχή του ανθρώπου, να τους υπακούς.

Δεν πρέπει να ντρέπεσαι πως νικήθηκες· πρέπει να ντρέπεσαι μονάχα όταν έπαιξες κακά και γι' αυτό νικήθηκες· ή — κι αυτό , είναι το χειρότερο — πρέπει να ντρέπεσαι όταν νίκησες παίζοντας κακά η άτιμα.

Το fair-play, νά το ανώτατο χρέος. Να παίζεις καλά το παιχνίδι, είτε φουτμπόλ είναι είτε πόλεμος είτε ολόκληρη ζωή, αυτή είναι η πρώτη αυστηρότατη εντολή στον εγγλέζικο δεκάλογο. «Να 'σαι δυνατός και να παίζεις τον άντρα!» Κάνε το χρέος σου αυτό και μη σε μέλει για τίποτα άλλο. Αν πετύχεις, αν αποτύχεις, αυτό έχει μονάχα πραχτική, όχι ψυχική άξια· έκαμες το χρέος σου, τί άλλη αμοιβή θες;

Αν περιμένεις οποιαδήποτε αμοιβή, αν εργάζεσαι για να ικανοποιείς όχι εσωτερικές σου επιταγές, παρά για να πλερωθείς, είσαι μιστοφόρος· δεν είσαι λεύτερος πολεμιστής.

«Όποιος δε βρίσκει την άνταμοιβή μέσα του είναι σκλάβος· η λαχτάρα ν' αρέσει σε άλλους τρικυμίζει τα πέντε δηλητήρια, τις πέντε αίστησες του ανθρώπου». Τα υπερήφανα τούτα λόγια του μεγάλου Θιβετανού ασκητή, του Μιλαρέπα, φτερώνουν με λευτεριά την καρδιά του ανθρώπου και τέλεια ταιριάζουν στις πράσινες τούτες παλαίστρες του Ήτον. Μονάχα όποιος ζει τα λόγια τούτα και τα κάνει πράξη στην καθημερινή του ζωή, είναι λεύτερος άνθρωπος.

Μια Εγγλέζα μητέρα, πού ο γιός της σκοτώθηκε καλά πολεμώντας στον περασμένο πόλεμο, έγραψε στον τάφο του γιου της τούτον τον απλούστατο εγγλέζικο επιτάφιο ύμνο: «Έπαιξε καλά το παιχνίδι.»


***


Τέτοια έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία, στις αρχές της δεκαετίας του 40, κι ενώ παρατηρούσε τους αθλητές σ’ ένα γήπεδο του Ήτον. Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία».

Τα λόγια αυτά γράφονταν σε περίοδο Παγκοσμίου Πολέμου – χρειάζεται λοιπόν να τα δούμε υπό αυτό το πρίσμα για να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Είναι απορίας άξιο τι θα έλεγε ο Καζαντζάκης για τον αθλητισμό και τα σπορ στην εποχή μας: μια εποχή όπου οι πάντες (κυριολεκτικά) είναι «μιστοφόροι»…



Ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι κρόκετ


Εικονογράφηση: John Tenniel


«Η Αλίκη σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τέτοιο αλλόκοτο γήπεδο του κρόκετ· ήταν γεμάτο λακούβες και προεξοχές· τα μπαλάκια του κρόκετ ήταν ζωντανοί σκαντζόχοιοι, οι στέκες ήταν ζωντανοί ερωδιοί κι οι στρατιώτες έπρεπε να διπλωθούν στα δύο και να σταθούν στα τέσσερα για να παραστήσουν τις καμάρες.

Η πρωταρχική δυσκολία της Αλίκης ήταν πως να τα βγάλει πέρα με τον ερωδιό της· τα κατάφερε να μαγκώσει το σώμα του, αρκετά άνετα, κάτω από το μπράτσο της, ενώ τα πόδια του κρέμονταν στον αέρα, αλλά, γενικά, μόλις κατάφερνε να του ισιώσει το λαιμό και ετοιμαζόταν να χτυπήσει τον σκαντζόχοιρο με το κεφάλι του, ο ερωδιός γυρνούσε και την κοίταζε με μια τέτοια έκφραση απορίας, που δεν μπορούσε να μην ξεσπάσει σε γέλια· κι όταν πια του έφερνε το κεφάλι στην κατάλληλη θέση κι ήταν έτοιμη να ξαναρχίσει, διαπίστωνε, φουρκισμένη, πως ο σκαντζόχοιρος είχε ξετυλιχτεί κι έφευγε έρποντας· άσε πια, που σ' όποιο μέρος και να σημάδευε για να ρίξει τον σκαντζόχοιρο υπήρχε πάντα μέσα στη μέση μια λακκούβα η μια προεξοχή, και καθώς οι διπλωμένοι στρατιώτες συνέχεια σηκώνονταν και πήγαιναν σ' άλλα σημεία του γηπέδου, έφτασε η Αλίκη γρήγορα στο συμπέρασμα πως αυτό ήταν, στ' αλήθεια, ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι.

Οι παίκτες έπαιζαν όλοι μαζί, χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους, λογοφέρνοντας όλη την ώρα και καβγαδίζοντας για τους σκαντζόχοιρους· και τη Βασίλισσα δεν άργησε να την πιάσει μια φοβερή λύσσα, έτσι, που να χτυπάει τα πόδια της και να ουρλιάζει, τουλάχιστον μια φορά το λεπτό:

-  Κόψτε του το κεφάλι! η Κόψτε της το κεφάλι!

Η Αλίκη άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα· ακόμα, βέβαια, δεν είχε έρθει σε καμία σύγκρουση με τη Βασίλισσα, αλλά ήξερε πως αυτό μπορούσε κάθε λεπτό να συμβεί, και τότε σκέφτηκε, «τι θ' απογίνω; Εδώ πέρα τρελαίνονται να κόβουν κεφάλια - είναι να απορεί κανείς πως έχει απομείνει και κανένας ζωντανός!».


***


Λιούις Κάρολ, «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» [“Alice in Wonderland”], πρώτη έκδοση 1865, μετάφραση: Γ. Δεπάστας.

Μάλλον το πιο εξωφρενικό αθλητικό παιχνίδι στην ιστορία της κλασικής λογοτεχνίας… Ωστόσο δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο νου μας το φανατισμό των οπαδών απανταχού της γης, την ψύχωση με τις ομάδες τους, την ευκολία με την οποία κατηγοριοποιούν στερεότυπα τον κόσμο σε φίλους και εχθρούς, τη βαθιά χαρά με την επιτυχία της ομάδας και την ανείπωτη θλίψη – σε βαθμό δακρύων! – με την αποτυχία της, τα ποσά που παίζονται σε στοιχήματα, τη σύνδεση των σπορ με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις διαφημίσεις και τα κέρδη (άρα με τη συλλογική ψευδαίσθηση της διαφήμισης και την απατηλή γοητεία του χρήματος), τα πουλημένα παιχνίδια, τις αστυνομικές δυνάμεις που περιφρουρούν τα ματς και τους οργισμένους που ξεσπάνε αριστερά και δεξιά, επειδή δεν γνωρίζουν που αλλού να διοχετεύσουν το θυμό τους… δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε αυτά και άλλα πολλά για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τα σπορ, όπως περιγράφονται στην «Αλίκη», είναι λιγότερο σουρεαλιστικά και ακραία από την ίδια την πραγματικότητά μας.


Άντε – καλή συνέχεια με το Μουντιάλ και είθε να κερδίσει ο καλύτερος!







Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)













© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 18





Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

From Her to Eternity... Ένα κουβάρι σκέψεων μετά τη συναυλία του Nick Cave






“I don't believe in an interventionist God… but I believe in love. So keep your candles burning, and make her journey bright and pure, that she will keep returning, always and evermore”



Δεν ξεκίνησα χθες απόγευμα για το live του Nick Cave και των Bad Seeds με την καλύτερη διάθεση. Πέντε λεπτά περπάτημα αρκούσαν για να με καταβάλλει η απαίσια υγρασία της ατμόσφαιρας , ενώ τα βαριά γκρίζα σύννεφα στον ουρανό δεν προμήνυαν καλούς οιωνούς. Η άφιξη στη στάση του λεωφορείου με προορισμό την πλατεία Νερού επεφύλασσε μία ακόμα δυσάρεστη έκπληξη: η συγκοινωνία είχε διακοπεί παροδικά και χρειαζόταν να επιλέξω μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω μετρό και τραμ – σχεδόν διπλάσια στη διάρκεια.

Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με μαλλί της γριάς – όχι κάποιας αγαθής γιαγιούλας, μα μιας καταραμένης μάγισσας, μαύρα και άραχλα. Κάποιες αστραπές στον ορίζοντα λες και φώτιζαν τις σκοτεινές γωνιές της σκέψης μου – και οι σκέψεις μου, ενοχλημένες, βαθιά αντικοινωνικές, στριμώχνονταν στη γωνιά τους φωνάζοντας: «αστραπές, είστε ανεπιθύμητες εδώ, φύγετε». Μάταια όμως. Η βροχή άρχισε να πέφτει απότομα, ορμητικά, λες και κατέρρευσε μπουχτισμένο το μεγάλο φράγμα τ’ ουρανού. Ίσα που πρόλαβα να μπω στο τραμ, ενώ έξω πλημμύριζαν οι δρόμοι. Έχει γούστο να ακυρωθεί το live, σκέφτηκα – στην Ελλάδα ζούμε, έχουν ακυρωθεί συναυλίες για λιγότερο από αυτό.

Η έλλειψη παρέας δεν βοήθησε – οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να ξεχειλίζουν μέσα μου και γύρευαν κάποια διέξοδο, μια εκτόνωση. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες καταστάσεις, η μία αρνητική σκέψη έφερνε την άλλη: από τα γεγονότα της ημέρας στα προσωπικά, τα επαγγελματικά, τα υπαρξιακά – όλα μαζί, λες και χτύπησε ένα βράδυ η πόρτα του σπιτιού σου, την ώρα που γύρευες να χαλαρώσεις, και ήρθαν ακάλεστοι ένα κάρο ανεπιθύμητοι, λέγοντας με μια φωνή: «εδώ είναι το πάρτι;». Και πριν καταλάβεις τι έγινε πιάνουν ο καθένας από έναν καναπέ και αράζουν.

Έξω απ’ τα παράθυρα του τραμ μαύρη μαυρίλα. Και αν είχαν ξαποστείλει ένα νέο κατακλυσμό οι ουρανοί και το τραμ διέσχιζε την άβυσσο, μόνο καταμεσής ενός πνιγμένου κόσμου; Η μαυρίλα μέσα μου έμοιαζε να συσσωρεύεται σαν το νερό στους δρόμους. Μια καταπιεσμένη οργή φούσκωνε σα μαύρο σύννεφο, έτοιμο με τη σειρά του να ξεχυθεί με την παραμικρή αφορμή – δεν ήταν η επικείμενη απώλεια της συναυλίας ο λόγος, όχι. Ήταν οι πάντες και τα πάντα.








Κάποια στιγμή έφτασε το τραμ. Κατέβηκα και περίμενα κάτω από τη σκεπή της στάσης, περιμένοντας μπας και κοπάσει η βροχή. Δεν ήμουν μόνος – η παρουσία άλλων σαν εμένα άνοιξε με ανακούφισε ως ένα βαθμό. Μα η διάθεσή μου παρέμενε κακή. Ακόμα και όταν η βροχή έπαψε πια (γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια καλοκαιρινή μπόρα), ακόμα και όταν κίνησα επιτέλους προς τον χώρο του φεστιβάλ (πλατεία «νερού» με όλη τη σημασία της λέξης σήμερα), τα σύννεφα βάραιναν ακόμα το λογισμό μου. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήθελα να κλειστώ στο καβούκι μου. Ήθελα να κλείσω έξω τον κόσμο. Τον κόσμο που ένιωθα (εντελώς παράλογα και αδικαιολόγητα) να με έχει παρατήσει. Παρατήστε με όλοι, δε σας θέλω, με τη σειρά μου.




Το πλήθος στο φεστιβάλ έδειχνε μουδιασμένο – ή μήπως πρόβαλα πάνω του τις δικές μου συγχυσμένες σκέψεις; Που τελειώνει η αντικειμενική συμπεριφορά των άλλων όταν τους παρατηρείς και που αρχίζουν οι υποκειμενικές σου προβολές; Η μουσική είχε διακοπεί, μα ο κόσμος προσερχόταν. Αφέθηκα στην παρατήρησή του – κάτι που ανέκαθεν απολάμβανα να κάνω, να παρατηρώ τους ανθρώπους. Η χύτρα μέσα μου σιγόβραζε, μα τουλάχιστον το φαί είχε σωθεί. Τι γεύση θα είχε βέβαια είναι άλλο θέμα. Μάλλον κάτι νερόβραστο.

Και να που βγήκαν οι Editors. Απρόσμενα καλό timing, αν σκεφτεί κανείς πως είχα προσέλθει μόλις πριν λίγα λεπτά στον χώρο του φεστιβάλ – το πρώτο τυχερό γεγονός της βραδιάς. Οι γιγαντοοθόνες έδειχναν να παραπέουν, μα ο ήχος ομολογουμένως ήταν κρυστάλλινος – και η απόδοση της μπάντας εξαιρετική. Κατόρθωσε να ανεβάσει τον (μουδιασμένο ακόμα) κόσμο και να ξεπλύνει λίγο τη δυσαρέσκεια που φώλιαζε μέσα μου. Αγαπημένη στιγμή του live το “Papillon”.

Μα η αναμονή μεταξύ των Editors και του Cave ήταν απροσδόκητα μεγάλη. Μία ώρα, στη διάρκεια της οποίας στέκαμε… και περιμέναμε. Και ο εκνευρισμός άρχισε ξανά να σωρεύεται μέσα μου (πάνω που είχε αρχίσει να υποχωρεί). Και με ενοχλούσε η αναμονή, και με ενοχλούσε ο ψηλός που στήθηκε μπροστά μου και δεν μπορούσα να δω, και με ενοχλούσαν τα βρεγμένα μου πόδια, και με ενοχλούσε ένα ζευγάρι δίπλα μου που απολάμβανε ο ένας την παρουσία του άλλου, και με ενοχλούσε που ήμουν μόνος, μα και παρέα να είχα χειρότερα θα ήταν – τι τα θες, αναγνώστη, ήταν κακή βραδιά.

Και αισθανόμουν κυνικός. Παρέες, σχέσεις, έρωτας, κοινωνία, φίλοι. Τίποτα. Συσχετισμοί δύναμης, εμπορικές συναλλαγές και δημόσιες σχέσεις. Τίποτα άλλο.







Μπορούσε άραγε ο Nick Cave να μου φτιάξει τη διάθεση; Αλίμονο, το ξεκίνημα της συναυλίας δεν προμήνυε κάτι τέτοιο. Δυσκολευόμουν να δω, οι γιγαντοοθόνες είχαν χαλάσει, ένιωθα κουρασμένος. Ακόμα και η ερμηνεία ενός “Do You Love Me?” (η πρώτη στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάω, έστω μαζεμένα, παρέα με το πλήθος) δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την ψυχολογία μου.

Ο Cave στη σκηνή κινητικότατος – μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά, έδειχνε να ζει κάθε στιγμή. “Are you wet?”, ρωτάει. “Yes”, απαντάει ξερά το πλήθος. “I’ m not”, λέει εκείνος – “but I will be soon”. Οι θρυλικοί Bad Seeds εξαιρετικοί, με πρωταγωνιστή τον μουσάτο βιολιστή της μπάντας. Η ερμηνεία του “From Her To Eternity” ήταν η πρώτη στιγμή στη διάρκεια του live που έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται χαμηλόφωνα: “wow”. Μια υπέροχη μουσική παράνοια, βγαλμένη από τα άδυτα της δεκαετίας του 80, φτάνοντας ως και στις πρώτες εκείνες μέρες των Birthday Party. Είχα αρχίσει να αναγνωρίζω, σε εγκεφαλικό επίπεδο, πως βλέπω ένα εξαιρετικό live – μα η καρδιά μου ακόμα δεν είχε παραδοθεί. Τουλάχιστον η σκοτεινιά των στίχων και της μουσικής έμοιαζε ν’ αντανακλά τον νωπό εσωτερικό μου κόσμο, όπως είχε διαμορφωθεί εκείνη την τσαλαπατημένη βραδιά. Ακόμα και το πανέμορφο “The Ship Song” δεν κατάφερε να στεγνώσει τις υγρές μου σκέψεις.

Μέχρι που ο Cave, καθισμένος στο πιάνο του, είπε τους πρώτους στίχους από το “Into My Arms”.


“I don't believe in an interventionist God
But I know, darling, that you do
But if I did I would kneel down and ask Him
Not to intervene when it came to you
Not to touch a hair on your head
To leave you as you are
And if He felt He had to direct you
Then direct you into my arms”


Ω, θεοί. Τι συνέβη ξαφνικά;…

Οι σκέψεις μεμιάς έσπασαν μέσα μου, λες και γκρεμίστηκε εκείνο το φράγμα (το φράγμα που με αποξένωνε από τους ανθρώπους και από τον εαυτό μου) και παρέσυρε μακριά τη σκοτεινιά. Που πήγε ο κυνισμός; Που πήγε ο θυμός; Πως γίνεται να πλάθονται ρομαντικές σκέψεις μέσα μου; Πως είναι δυνατόν να κάνω σκέψεις για έρωτα και αγάπη και αλήθεια; Εγώ, που πριν λίγο σκεφτόμουν τα αντίθετα;

Μα συνέβη. Δεν ξέρω πως, μα συνέβη. Κοίταξα γύρω μου – ο κόσμος που με περιέβαλε ως τότε είχε αντικατασταθεί από άλλον. Δεν εντόπισα ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που είχα ξεχωρίσει ως τότε γύρω μου. Ούτε ο ψηλός που μου την έσπαγε, ούτε εκείνο το ζευγάρι, ούτε κανένας άλλος. Λες και είχα μετακινηθεί σε άλλο σημείο του συναυλιακού χώρου – μα όχι, ήμουν ακίνητος. Ο κόσμος απλά είχε αλλάξει. Δεν ξέρω πως, μα ο κόσμος είχε αλλάξει.

Και ο Cave τραγουδούσε, η ψυχή του ένα με τις νότες που απλώνονταν ιαματικά στον αέρα και αγκάλιαζαν τις σκέψεις μας.


“But I believe in love
And I know that you do too
And I believe in some kind of path
That we can walk down, me and you
So keep your candles burning
And make her journey bright and pure
That she will keep returning
Always and evermore”


Και ταξίδεψα. Και φαντάστηκα τα μάτια της – τα μάτια εκείνης, της απροσδιόριστης. Και για λίγο τα χρόνια συσσωρευμένου κυνισμού έλιωσαν μέσα μου, σαν παγωτό στον ήλιο. Και έγινα 18 χρονών – ελπίζοντας, προσδοκώντας, ονειροπολώντας σαν έφηβος. Ταξιδεύοντας σε κόσμους άσπιλου έρωτα και ανεξερεύνητου μυστηρίου. Και σκέφτηκα πέρα από τον κυνισμό. Και είδα τη μαυρίλα της βραδιάς να κυλάει και να φεύγει και να κατρακυλάει στον υπόνομο… παρέα με τη βροχή που, από ώρα, είχε υποχωρήσει, ξεπλύνοντας τους δρόμους.

Ξεπλύνοντας τις καρδιές μας. Γιατί κάθε βροχή αυτό κάνει. Ξεπλύνει τις καρδιές.





Wings of Desire, by Wim Wenders


Όλα είχαν αλλάξει. Δεν περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, μα είχαν αλλάξει. Πλέον τίποτα δεν με ενοχλούσε. Ο Cave ερμήνευσε αριστοτεχνικά τραγούδια όπως το “Tupelo” και το “Stagger Lee” και απολάμβανα κάθε στιγμή. Δεν με πείραζαν οι ψηλοί, δεν με πείραζε η κούραση ή τα βρεγμένα πόδια ή η πολύωρη ορθοστασία. Οι μαύρες σκέψεις είχαν εξανεμιστεί, λες και φύσηξε κάποιος πελώριος ανεμιστήρας και σήκωσε τη σκόνη.

Επιτέλους, συνέβη εκείνο που έπρεπε να είχε συμβεί εξαρχής: απολάμβανα έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των καιρών μας. Έναν άνθρωπο που έδωσε δίσκους σκοτεινού, ρομαντικού μεγαλείου όπως το “Murder Ballads”, το “Henrys Dream” και το “Tender Prey”, χαράζοντας την ευρύτερη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 80 και του 90 και συνεχίζοντας να μας αγγίζει στις μέρες μας. Κινητικός, γεμάτος ενέργεια, πάντα σμίγοντας με το πλήθος, παρά τις τόσες δυσκολίες που έχει βιώσει σε προσωπικό επίπεδο, ο Nick Cave δεν πτοείται – συνεχίζει, δημιουργεί, προχωράει. Ξέρει πως ο κόσμος τον αγαπάει και ανταποδίδει την αγάπη του.

Και ναι, αναγνωρίζει τη σκοτεινή πλευρά του – την αφουγκράζεται, την αποδέχεται, δεν την απαρνείται. Μα την κάνει στίχο, την κάνει τραγούδι – δημιουργεί. Και έτσι και το σκοτεινότερο αίσθημα μπορεί να μετατραπεί σε έργο τέχνης. Γιατί η σκοτεινιά είναι μέρος της ύπαρξής μας – αδύνατο να την απαρνηθούμε. Στο χέρι μας είναι αν θα δημιουργήσουμε κάτι από αυτήν – αν θα τη μετατρέψουμε σε κάρβουνο ικανό να θρέψει τη φωτιά της ζωής μας. Ή αν θα την αφήσουμε να μας καταβάλλει.

Πέρα από το θυμό υπάρχουν τα δάκρυα. Και πέρα από τα δάκρυα η λύτρωση. Και πέρα από τη λύτρωση… ποιος ξέρει. “There is a kingdom”, μας λέει ο ίδιος.

Μα χρειάζεται να ζήσεις. Μην σε καταβάλει εκείνο το βαρύ, παχύρευστο, μαύρο υγρό – χτίσε μια βάρκα και μάθε να επιπλέεις πάνω του. Φτιάξε ένα πανί και μάθε να σαλπάρεις στην καταιγίδα.

Και αν βρέχει συνεχώς… μάθε να γελάς μέσα στη βροχή. Γιατί είναι όμορφες οι καλοκαιρινές μπόρες.

Και κράτα τον ουρανό μακριά σου. Εδώ είναι ο χώρος σου – η γη, οι άνθρωποι.

Push the Sky Away”.

Και ίσως να συναντήσεις εκείνο το χαμόγελο, εκείνα τα μάτια, που σε κάνουν να πιστεύεις στη δύναμη του έρωτα – πέρα από τον κυνισμό, πέρα από την απογοήτευση, πέρα από τον στείρο ορθολογισμό. Γιατί αυτό είναι η ζωή: η καταιγίδα, η μπόρα, η αστραπή – και τα αστέρια που λάμπουν στο σκοτάδι. Το παντοτινό λουλούδι με τα παντοτινά αγκάθια. Και τι είσαι συ; Εκείνος που τρυπώνει μέσα στον κήπο και προσπαθεί, απλώνοντας το χέρι, να κόψει ένα από αυτά τα λουλούδια. Και το χέρι σου ματώνει – και συνεχίζεις να το απλώνεις.




Η συναυλία είχε τελειώσει. Μέχρι την επόμενη φορά, φίλε Νίκο.






Επίμετρο



Επιστροφή στην καθημερινή πραγματικότητα. Ισορροπία σκέψεων. Οι θετικές και οι αρνητικές έμοιαζαν να αντισταθμίζουν η μία την άλλη. Τραμ δεν υπήρχε και ήταν υψηλή η προοπτική να μείνω μέχρι το ξημέρωμα στον σταθμό, διαβάζοντας το βιβλίο μου – γιατί δεν επιθυμούσα να πάρω ταξί. Ήμουν μόνος – όπως είχα έρθει. Ούτε μαύρες σκέψεις, ούτε πολύχρωμες. Μόνο κούραση. Καθόμουν στη στάση και περίμενα το τραμ που δεν θα ερχόταν.

Μέχρι που, σαν από μηχανής θεοί, εκεί στην ερημιά μου, έκαναν την εμφάνισή τους ένα ζευγάρι Ισπανών. Ο Δαβίθ και η Πούρι. Είχαν έρθει για πενθήμερες διακοπές στην Αθήνα – με πρώτο στόχο τους τη συναυλία του Cave, την οποία και απόλαυσαν. Αποφασίσαμε να πάρουμε από κοινού ταξί και να μοιράσουμε τα έξοδα. Πιάσαμε την κουβέντα στο δρόμο της επιστροφής. Είναι από τη Μαδρίτη. Μου είπαν πως τους άρεσε πολύ η Αθήνα και, μεταξύ άλλων, ξεχώρισαν τα Αναφιώτικα στην Πλάκα και τα Εξάρχεια. Μου έκανε θετική εντύπωση το τελευταίο. Τα αγαπημένα Εξάρχεια, τα ταλαίπωρα Εξάρχεια, τα Εξάρχεια που τόσο αρέσκονται να πολεμούν τα Μέσα – μα ποτέ δεν θα τα καταφέρουν να εξαλείψουν την άγρια ομορφιά τους. Όχι όσο τουρίστες σαν τον Δαβίθ και την Πούρι τα επισκέπτονται και τα τοποθετούν στις αγαπημένες περιοχές τους.

Γύρισα σπίτι, τα πόδια μου κομμένα, γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Τι θύελλα συναισθημάτων και αυτή η βραδιά. Και τώρα τελειώνω τη συγγραφή αυτού του κειμένου, στο οποίο επιχείρησα να αποτυπώσω κάτι από τον χθεσινό ψυχολογικό ανεμοστρόβιλο. Ένα κουβάρι σκέψεων, αρνητικών και θετικών, που προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά. Όλα υπό τη μουσική του Nick Cave.


From Her to Eternity… and the road goes on





Σάββατο, 23 Ιουνίου 2018

Το Θαλασσοπούλι





Χθεσινή φωτογραφία, στη διάρκεια μιας μοναχικής εξόρμησής μου σε μια όμορφη παραλία κάπου στα περίχωρα της Αττικής. Το θαλασσοπούλι γύριζε κοντά μου κι εγώ το παρατηρούσα με ενδιαφέρον, τραβώντας διακριτικά φωτογραφίες, μη θέλοντας να το αποσπάσω από την περιήγησή του στα βράχια. Κάποια στιγμή στάθηκε ακίνητο και έμεινε να παρατηρεί τη θάλασσα. Το βλέμμα του στητό, περήφανο – σαν καπετάνιος σε κάποιο αρχέγονο βαπόρι, πέρα από τις απαρχές του χρόνου.

Έδειχνε μόνο, μα δεν ήταν. Η παρουσία του έσμιγε με τη θάλασσα, τον ήχο του κύματος, το ανεπαίσθητο αεράκι, την άμμο, τις πέτρες, τα μικροσκοπικά ζωύφια που γύριζαν ανάμεσά τους, τα βότσαλα μέσα στο νερό, τους αχινούς, τα ψάρια. Όλα ένα. Στην ολοζώντανη, παλλόμενη φύση δεν υπάρχει μοναξιά – η μοναξιά είναι ανθρώπινη κατασκευή, δημιούργημα μιας κοινωνίας που μας απομακρύνει από το φυσικό στοιχείο, που έχει λησμονήσει να μιλάει στη γλώσσα του, που μας μετατρέπει σε νησίδες καταμεσής ενός ωκεανού – ανθρώπινες νησίδες που παλεύουν να σμίξουν η μία με την άλλη ή να διαχωριστούν, αγωνιώντας για το παρόν και το παρελθόν και το μέλλον τους, ενώ στο μεταξύ ο ωκεανός γύρω τους μοιάζει να χορεύει σε κάποιον αναλλοίωτο, αιώνιο ρυθμό – τον οποίο ίσα που παίρνουμε χαμπάρι.

Είχα πάει μόνος στην παραλία, μα εκείνη τη στιγμή δεν ένιωθα μόνος. Το βιβλίο στο πλάι μου από τη μία και η άχρονη γλώσσα του συγγραφέα, το θαλάσσιο πουλί από την άλλη – και η άχρονη γλώσσα της φύσης: η αρχέγονη γλώσσα, που ενίοτε προσπαθούμε να αποκρυπτογραφήσουμε, μα πάντα μας διαφεύγει.

Κάποια στιγμή το πουλί κινήθηκε παραπέρα. Ένα κοριτσάκι, τριών-τεσσάρων χρονών το εντόπισε. «Γλάρος!» έκανε και κίνησε ενθουσιασμένο, τρέχοντας, σχεδόν χοροπηδώντας, να πάει προς το μέρος του. Το πουλί, βλέποντας το παιδί να τρέχει καταπάνω του, τίναξε τα φτερά του και πέταξε μακριά.





Κυριακή, 17 Ιουνίου 2018

Η Χώρα της Επαγγελίας... Μια αλληγορία του Σαρλ Μπωντλαίρ


Shangri-La artwork από το παιχνίδι Far Cry 4


«Υπάρχει, λένε, μια χώρα υπέροχη, μια γη της επαγγελίας, που ονειρεύομαι να επισκεφθώ με μια παλιά μου φίλη. Χώρα παράξενη, πνιγμένη στην πυκνή ομίχλη του Βορρά μας, χώρα που θα μπορούσαμε ν' αποκαλέσουμε Ανατολή της Δύσης, και Κίνα της Ευρώπης, έτσι καθώς καλπάζει εκεί η θερμή και παιχνιδιάρα φαντασία, έτσι καθώς με υπομονή και πείσμα την στόλισε με τη σοφή και χαριτωμένη βλάστησή της. Μια αληθινή γη της επαγγελίας, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα, ευγενικά• όπου η πολυτέλεια αγαπά να καθρεφτίζεται στην τάξη• όπου αναπνέεις τη ζωή, χυμώδη και γλυκιά• όπου η αταξία, η ταραχή και το απρόοπτο δεν έχουν θέση• όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία• όπου η ίδια η κουζίνα είναι ποιητική, βαριά και ερεθιστική συνάμα• όπου όλα σας μοιάζουν, ακριβέ μου άγγελε.

Γνωρίζεις αυτήν την εμπύρετη αρρώστεια που μας αρπάζει μέσα στην ψυχρή αθλιότητα, αυτήν τη νοσταλγία της άγνωστης χώρας, αυτήν την αγωνία της περιέργειας; Υπάρχει ένας τόπος που σου μοιάζει, όπου όλα είναι όμορφα, πλούσια, ήσυχα κι ευγενικά, όπου η φαντασία έχτισε και κόσμησε μια Κίνα της Δύσης, όπου αναπνέεις τη ζωή γλυκιά, όπου η ευτυχία παντρεύτηκε την ηρεμία. Εκεί πρέπει να πάμε, εκεί να ζήσουμε, εκεί πρέπει να πάμε να πεθάνουμε!

Ναι, εκεί πρέπει να πάμε ν' αναπνεύσουμε, να ονειρευτούμε, και να μεγαλώσουμε τις ώρες με των αισθήσεων το άπειρο. Κάποιος μουσικός έγραφε την Πρόσκληση σε βαλς• ποιος θα συνθέσει την Πρόσκληση σε ταξίδι, που θα προσφέρουμε στην αγαπημένη γυναίκα, στην διαλεγμένη αδελφή;

Ναι, μέσα σ' αυτήν την ατμόσφαιρα η ζωή θα ήταν ευχάριστη, - εκεί πέρα, όπου οι ώρες κυλούν πιο άγρια και είναι γεμάτες σκέψεις, όπου τα ρολόγια σημαίνουν την ευτυχία με μια επισημότητα πιο βαθιά και πιο ουσιαστική.

Πάνω σε στιλπνές επιφάνειες, πάνω σε επιχρυσωμένα δέρματα μελαγχολικού πλούτου, ζούνε διακριτικά ζωγραφιές μακάριες, ήρεμες και ουσιαστικές, σαν τις ψυχές των καλλιτεχνών που τις δημιούργησαν. Οι δύοντες ήλιοι, που χρωματίζουν τόσο πλούσια την τραπεζαρία ή το σαλόνι, ρίχνουν ένα μαλακό φως μέσα από ωραία υφάσματα ή μέσα από αυτά τα ψηλά καλοδουλεμένα παράθυρα, που ο μόλυβδος χωρίζει σε πολλά τμήματα. Τα έπιπλα είναι πολύ μεγάλα, περίεργα, ακαθόριστα, ενισχυμένα με κλειδαριές και μυστικά σαν τις εκλεπτυσμένες ψυχές. Οι καθρέφτες, τα μέταλλα, τα υφάσματα, τα ασημικά και η φαγέντσια παίζουν για τα μάτια μια συμφωνία σιωπηλή και μυστηριώδη• και από κάθε αντικείμενο, από κάθε γωνιά, από τις χαραμάδες των συρταριών κι από των υφασμάτων τις πτυχές, ξεχύνεται ένα μοναδικό άρωμα, μια νοσταλγία για την Σουμάτρα, που μοιάζει σαν να είναι η ψυχή του σπιτιού.

Μια αληθινή γη της επαγγελίας, σου λέω, όπου όλα είναι πλούσια, καθαρά και στιλπνά, όπως μια ωραία συνείδηση, όπως τα πολυτελή κουζινικά, όπως τα αστραφτερά ασημικά, όπως τα ποικιλόχρωμα κοσμήματα! Όλοι του κόσμου οι θησαυροί ρέουν εκεί, όπως στο σπίτι ενός φιλόπονου ανθρώπου που πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες στον κόσμο ολόκληρο. Χώρα παράξενη, ανώτερη απ' τις άλλες, όπως η τέχνη είναι ανώτερη απ' τη Φύση, που την αναμορφώνει με τ' όνειρο, που την διορθώνει και την ομορφαίνει και την μετουσιώνει.

Ας ψάχνουν, ας ψάχνουν ακόμη, ας διευρύνουν αδιάκοπα τα όρια της ευτυχίας τους αυτοί οι αλχημιστές της κηπουρικής! Ας προσφέρουν έπαθλα, εξήντα και εκατό φλορίνια, γι' αυτόν που θα επιλύσει τα φιλόδοξα προβλήματά τους! Εγώ, βρήκα την μαύρη τουλίπα μου και τη γαλάζια ντάλια μου.

Άνθος ασύγκριτο, τουλίπα που σε ξαναβρήκα, ντάλια αλληγορική, σ' αυτήν την όμορφη, την τόσο ήρεμη και ονειροπόλα χώρα, εκεί δεν θα έπρεπε να πάμε να ζήσουμε και να πεθάνουμε; Δεν θα έβρισκες εκεί την αναλογία σου, δεν θα μπορούσες να καθρεφτίζεσαι, για να μιλήσουμε όπως οι μυστικιστές, μέσα στην ίδια την αντιστοιχία σου;

Όνειρα! Πάντα όνειρα! Και όσο πιο φιλόδοξη κι ευαίσθητη είναι μια ψυχή, τόσο απομακρύνονται από την πραγματικότητα τα όνειρά της. Μέσα του, ο κάθε άνθρωπος κουβαλά τη δόση του από φυσικό όπιο, που ακατάπαυστα εκκρίνεται και ανανεώνεται; από τη γέννηση ως το θάνατο, πόσες να είναι οι ώρες που ζούμε γεμάτες θετική απόλαυση, γεμάτες πράξεις επιτυχείς και αποφασισμένες; Θα ζήσουμε ποτέ, θα περάσουμε ποτέ μέσα σ' αυτόν τον πίνακα που ζωγράφισε το πνεύμα μου, σ' αυτόν τον πίνακα που σου μοιάζει;

Αυτοί οι θησαυροί, αυτά τα έπιπλα, αυτή η πολυτέλεια, αυτή η τάξη, αυτά τα αρώματα, αυτά τα θαυμάσια λουλούδια, είσαι εσύ. Εσύ είσαι αυτοί οι μεγάλοι ποταμοί και αυτά τα ήσυχα κανάλια. Αυτά τα μεγάλα καράβια που πλέουν εκεί φορτωμένα με πλούτη κι απ' όπου ανεβαίνουν τα μονότονα τραγούδια της μανούβρας, είναι οι σκέψεις μου που κοιμούνται ή κυλούν πάνω στα στήθη σου. Τα οδηγείς απαλά προς την θάλασσα που είναι το Άπειρο, και στη διαύγεια της ωραίας ψυχής σου αντανακλώνται τα βάθη τ' ουρανού• και όταν, κουρασμένα από τις φουρτούνες και παραγεμισμένα με της Ανατολής τα προϊόντα, γυρνούν στο γενέθλιο λιμάνι, είναι πάλι οι σκέψεις μου που εμπλουτισμένες επιστρέφουν από το Άπειρο σ' εσένα.»



Σαρλ Μπωντλαίρ «Πρόσκληση σε Ταξίδι» [Charles Baudelaire, “L'invitation au voyage”]. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Le Spleen de Paris” [«Η Μελαγχολία του Παρισιού»]. Πρώτη δημοσίευση το 1869. Μετάφραση: Στ. Βαρβαρούσης.


The Siesta by Frederick Arthur Bridgman