27 Οκτωβρίου 2015

Σιωπηλές Συμφωνίες... Ιστορία του Βωβού Κινηματογράφου, μέρος Ι



Ιστορία του βωβού κινηματογράφου, μέρος 1. Από τον Ζωρζ Μελιές στα ρωμαϊκά έπη. Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι
Ιστορία του βωβού κινηματογράφου, © το φονικό κουνέλι



Ιστορία και ταινίες σταθμοί του Βωβού Κινηματογράφου [μέρος Ι]: Από τον Ζωρζ Μελιές στα ρωμαϊκά έπη




Φαντάσου. Είναι Σάββατο βράδυ και έχεις βγει με την παρέα σου για σινεμά. «Τι λες για μια παλιά ταινία;», σε ρωτούν. Αμέ, γιατί όχι, σκέφτεσαι. Καιρός να ξεμουδιάσεις λίγο από την οθόνη του υπολογιστή. Φτάνοντας στον κινηματογράφο παρατηρείς το πόστερ του έργου – η ταινία είναι ασπρόμαυρη και φαίνεται πως αριθμεί κάποιες δεκαετίες. Διαπιστώνεις πως ο κόσμος γύρω σου είναι διαφορετικός από εκείνον που συνήθως βλέπεις στα blockbuster του εμπορικού κέντρου. Λιγότερος αριθμητικά, χωρίς ατελείωτες παρέες εφήβων να ξεπηδούν σαν άγουρα μανιτάρια, περισσότερο εναλλακτικός στα γούστα. Δεν σου κάνει εντύπωση – η πλειοψηφία δεν θα πήγαινε, Σάββατο βράδυ, να δει μια τόσο παλιά ταινία. Αναρωτιέσαι αν άξιζε τον κόπο.

Κάθεσαι στη θέση σου, έτοιμος να δεις περί τίνος πρόκειται. Οι τίτλοι του έργου κάνουν την εμφάνισή τους. Μα – τι είναι αυτό; Οι ηθοποιοί μιλούν χωρίς να βγαίνει ήχος απ’ το στόμα τους. Επεξηγηματικές καρτέλες με διαλόγους εμφανίζονται ανάμεσα στις σκηνές. Η ταινία αυτή δεν είναι απλά παλιά – είναι παμπάλαια! Πρόκειται για έργο του βωβού κινηματογράφου! Πιθανό να αριθμεί ως και 100 χρόνια ζωής!

Η έκπληξή σου γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν διαπιστώνεις πως ο χώρος γύρω σου αλλάζει – ή μήπως είναι απλά αποκύημα της ταραγμένης φαντασίας σου; Η αίθουσα σταδιακά μεταμορφώνεται – απλώνεται σε έκταση και ύψος, τα τείχη της πλουμίζονται με εντυπωσιακά διακοσμητικά, ενώ θεωρεία ξεπετάγονται εδώ κι εκεί, λες και βρίσκεσαι σε κάποια Όπερα του παλαιού καιρού. Οι θέσεις γεμίζουν ασφυκτικά με κόσμο – άτομα κάθε ηλικίας και κοινωνικής τάξης ξάφνου κάθονται ολόγυρά σου, τα βλέμματά τους καρφωμένα στην κεντρική ασπρόμαυρη οθόνη, ρουφώντας το περιεχόμενό της με τα σπινθηροβόλα μάτια τους – μια οθόνη που περιβάλλεται τώρα από δύο πελώριες κουρτίνες. Και δες – ο κόσμος είναι ντυμένος τόσο αλλόκοτα! Οι γυναίκες φορούν κάτι περίεργα ριχτά φορέματα και στρογγυλά καπέλα, ενώ οι άντρες είναι όλοι γραβατωμένοι με κουστούμια. Κόσμος που απλώνεται ως εκεί που φτάνει το μάτι σου, εκατοντάδες! Τρίβεις τα μάτια σου, βέβαιος πως ονειρεύεσαι, μα το θέαμα παραμένει ίδιο.

Και η μουσική – ω, η μουσική! Σίγουρα το αποκορύφωμα όλων. Οι ήχοι του έργου δεν βγαίνουν πια από ηχεία – μα από ζωντανή ορχήστρα, που δεσπόζει μπροστά στην κεντρική σκηνή! Ξεχωρίζει το πιάνο, οι λυρικές νότες του οποίου απλώνονται σαν θεσπέσιο άρωμα στο χώρο. Βλέπεις την οθόνη – το φιλμ ξετυλίγεται, η μανιβέλα γυρίζει, οι ηθοποιοί μιλούν, μα ήχοι δεν βγαίνουν απ’ το στόμα τους. Μα τι σημασία έχει πια, όταν ολόκληρη ορχήστρα συνοδεύει κάθε τους στιγμή, όταν πλουμίζει τις αισθήσεις σου με αρχέγονη μαγεία;




O Μπάστερ Κίτον σε κινηματογράφο της δεκαετίας του 20




Μαγεία. Αυτό είναι. Δεν ξέρεις πως έφτασες εδώ, μα έχεις μαγευτεί. Και το ίδιο συμβαίνει με όλα τα πρόσωπα που παρατηρείς γύρω σου. Ταξιδεύουν σ’ έναν άλλον κόσμο, κυριολεκτικά. Τα μάτια των γυναικών λάμπουν και οι συνοδοί τις κρατούν από το χέρι τους. Ο κινηματογράφος γι’ αυτούς δεν είναι απλά μορφή ψυχαγωγίας – μα πύλη σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, απόδειξη πως τα όνειρα μπορούν να πραγματοποιηθούν – έστω για λίγο, όσο κρατά η διάρκεια μιας ταινίας.

Ξεκίνησες απλά για να δεις ένα παλιό έργο. Και δες – βρέθηκες σε μια άλλη εποχή. Στα χρόνια τα παλιά. Τότε που ο κινηματογράφος συμβόλιζε την αρχέγονη μαγεία, όπως ζωντάνευε επί της οθόνης. Τότε που η ζωντανή μουσική, η παντομίμα και το θέατρο συνόδευαν τις εξορμήσεις του. Τότε που πειραματιζόταν ενθουσιασμένος, όπως ένα μικρό παιδί όταν ανακαλύπτει πρώτη φορά τον κόσμο.

Βρίσκεσαι στον κόσμο του Βωβού Κινηματογράφου. Το πρώιμου σινεμά – εκείνου από το οποίο ξεκίνησαν όλα.

Και στην ιστορία αυτού του σινεμά θα εξορμήσουμε. Στα άδυτα των Φιλμ, εξερευνώντας όλες τις σημαντικές πτυχές των πρώτων 30 χρόνων τους. Θα μιλήσουμε για 50 από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία του βωβού κινηματογράφου, μα ταυτόχρονα θα ιχνηλατήσουμε την πορεία του – από τις απαρχές ως τα χρόνια που η εμφάνιση της ομιλίας έριξε την αυλαία στον παλαιό κόσμο – και ένας νέος κόσμος πια ανέτειλε, μια άλλη εποχή.

Πιάστε λοιπόν μια θέση. Αφήστε τις νότες του πιάνου να σας κατακλύσουν. Και απολαύστε το ταξίδι.



Ο κινηματογράφος των αδερφών Λυμιέρ - Cinématographe Lumière



Κινηματογράφος – Οι Απαρχές




Η επιθυμία του ανθρώπου να μιλήσει με εικόνες είναι παλιά όσο ο άνθρωπος ο ίδιος, φτάνοντας ως τα χρόνια της Παλαιολιθικής εποχής. Η ιστορία της Τέχνης, στο σύνολό της, συνιστά έκφραση της επιθυμίας του αυτής και παράλληλα φανερώνει τους θαυμαστούς τρόπους με τους οποίους μεταμορφώνονταν κάθε φορά τα εκφραστικά μέσα, ανάλογα με την εποχή και την εξέλιξη της τεχνολογίας. Φτάνοντας πια στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ τα αστικά κέντρα ολοένα και μεγάλωναν κι ενώ ο θαυμαστός ηλεκτρισμός είχε πια κάνει τη νύχτα μέρα, η βιομηχανία και η τέχνη ενώθηκαν για να δημιουργήσουν ένα νέο μέσο έκφρασης – ένα μέσο που αφενός άνοιγε καινούργιους δημιουργικούς δρόμους στους πρωτοπόρους καλλιτέχνες των καιρών, μα παράλληλα συνιστούσε (ενδεχομένως) μια επικερδή επένδυση για τους παραγωγούς.

Τα πειράματα με τις κινούμενες εικόνες αριθμούσαν αρκετά χρόνια πίσω, μα ήταν στα τέλη του 19ου αιώνα όταν οι Γάλλοι αδερφοί Λυμιέρ κατόρθωσαν να φυσήξουν πνοή στο θαυμαστό νέο επίτευγμα του ζωντανού – επί της οθόνης – φιλμ. Ήταν συγκεκριμένα το έτος 1985 όταν ο Λουί και ο Ωγκίστ Λυμιέρ [Lumière Brothers] παρέδωσαν στον απορημένο κόσμο τη νεότερη εφεύρεσή τους: το Cinématographe, όπως το αποκαλούσαν. Επρόκειτο για μια φορητή μηχανή, ικανή να τραβάει και να αποτυπώνει εικόνες σε ταινία, την οποία με τη σειρά της μπορούσε να την προβάλλει επί μιας οθόνης. Και να που οι εικόνες πια ζωντάνευαν!

Οι αδερφοί Λιμιέρ δεν ήταν υπήρξαν αποκλειστικοί πρωτοπόροι. Ήδη ο Τόμας Έντισον στις ΗΠΑ (γνωστός για τις μισές εφευρέσεις της ανθρωπότητας – με κάποια δόση υπερβολής!), λίγα χρόνια πριν, είχε κατασκευάσει ένα παρόμοιο μηχάνημα, με το χαρακτηριστικό όνομα Kinetograph – μα του Έντισον ήταν δύσχρηστο, ενώ των αδερφών Λυμιέρ εύκολο στη χρήση και φορητό. Γαλλία-ΗΠΑ, σημειώσατε Ένα και οι Γάλλοι έμελλε να πάρουν τα πρωτεία όσο αφορά την ιστορία του κινηματογράφου – μέχρι που στις ΗΠΑ δημιουργήθηκαν τα μεγάλα βιομηχανικά τραστ και το αμερικανικό Κεφάλαιο επικράτησε – και μαζί του ο κόσμος του αμερικανικού κινηματογράφου. Μα αυτό θα το δούμε στην πορεία. Για την ώρα είχαν πολλούς λόγους να χαμογελούν στην πρωτεύουσα του Φωτός.

Καθώς αφηγούμαστε την ιστορία μας, ας ξεκινήσουμε και τη χρονολογική παρεμβολή των σημαντικότερων ταινιών. Παρατίθεται ο τίτλος του έργου, η χρονολογία, το όνομα της χώρας παραγωγής και το όνομα του σκηνοθέτη.




Οι αδερφοί Λυμιέρ - Lumière brothers



1 # La Sortie de l’Usine [«Εργάτες Αποχωρούν Από Το Εργοστάσιο», Γαλλία, 1895]



Σκηνοθεσία: Louis Lumiere




Κάπως έτσι λοιπόν ξεκίνησαν όλα. Το μικροσκοπικό αυτό φιλμ, συνολικής διάρκειας περίπου ενός λεπτού, συνιστά επισήμως το πρώτο έργο στην ιστορία του κινηματογράφου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μέρος μιας σειράς από φιλμάκια που γύρισε ο δημιουργός του, Λουί Λυμιέρ, προκειμένου να επιδείξει στους θεατές τις δυνατότητες της νεότερης εφεύρεσής του – του Cinématographe.

Στη διάρκεια του φιλμ παρατηρούμε ένα πλήθος από εργάτες (άντρες και γυναίκες) την ώρα του σχολάσματός τους από το εργοστάσιο – εργοστάσιο φωτογραφίας που ανήκε στον δημιουργό του έργου, Λουί Λυμιέρ. Ντυμένοι με τα καλά τους ρούχα (όχι τα ρούχα εργασίας), αποχωρούν χαμογελώντας, έτοιμοι να υποδεχτούν τις απογευματινές ελεύθερές τους ώρες, περνώντας μπροστά από την κάμερα που κατέγραφε την αποχώρησή τους. Να ήξεραν άραγε πως συνιστούν μέρος του πρώτου κινηματογραφικού φιλμ; Πως συνιστούν μέρος ενός ιστορικού ρεύματος, που μόλις τότε είχε γεννηθεί; Ίσως τα χαμογελαστά τους πρόσωπα να μαρτυρούν αυτό ακριβώς – «ναι, γνωρίζουμε», είναι σα να σου λένε. «Και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό».




La Sortie de l’Usine / Εργάτες Αποχωρούν Από Το Εργοστάσιο, των αδερφών Λυμιέρ



Η Πρώτη Κωμωδία. Το Πρώτο Φιλί




Η αρχή είχε γίνει. Και το ρεύμα πίσω δεν γυρίζει – μόνο τρέχει ασταμάτητο μπροστά. Ως το 1898 οι αδερφοί Λυμιέρ είχαν στο ενεργητικό τους περίπου 1000 ταινίες! Όλες μικρής διάρκειας, όλες απεικονίζοντας σύντομα περιστατικά της καθημερινής ζωής. Μεταξύ άλλων ξεχωρίζει η πρώτη ίσως κωμωδία Σλάπστικ [Slapstick comedy], με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Ποτιστής Που Ποτίστηκε». Ουσιαστικά επρόκειτο απλά για την απεικόνιση ενός ποτιστή που αδυνατούσε να ποτίσει τον κήπο του, επειδή ένα παιδαρέλι στα κρυφά είχε πατήσει πάνω στο λάστιχό του. Πλησιάζει τότε ο ποτιστής να δει τι συμβαίνει, το παιδί αφήνει το πόδι απ’ το λάστιχο, το νερό εκσφενδονίζεται απότομα και ο ποτιστής καταβρέχεται. Και αυτό ήταν όλο – η πρώτη κωμωδία.

Με τον όρο “Slapstick” κατηγοριοποιούνται πλήθος κωμωδίες του παλιού καιρού. Φαρσοκωμωδίες, ουσιαστικά, με ρίζες στο αποκαλούμενο Μπουρλέσκ (Burlesque), δίνοντας έμφαση στα παθήματα του πρωταγωνιστή και προκαλώντας το γέλιο μέσα από τις κινήσεις και τις γκάφες του. Μα αν στο έργο των αδερφών Λυμιέρ η ατυχής κατάσταση του κεντρικού χαρακτήρα επέφερε το γέλιο στο κοινό, στις προθέσεις των δημιουργών του δεν ήταν να αφηγηθούν μια ιστορία – απλά να απεικονίσουν μια πραγματικότητα. Ο Λουί Λυμιέρ ήταν πρωτίστως ένας βιομήχανος και εφευρέτης. Δεν ήταν παραμυθάς. Οι εκατοντάδες ταινίες των αδερφών Λυμιέρ απεικόνιζαν όλες σκηνικά της καθημερινής ζωής της εποχής · δεν είχαν ηθοποιούς · δεν είχαν σενάρια. Επρόκειτο ουσιαστικά για μικροσκοπικά ντοκυμανταίρ – παράθυρα στον κόσμο των καιρών τους.

Ο κινηματογράφος ως παράθυρο – αυτή υπήρξε η πρώτη του μορφή. Θα ακολουθούσε ο κινηματογράφος ως αφήγημα.

Και δες – με τι θαυμασμό συνέρεε ο κόσμος για να δει από το παράθυρο αυτό! Κινούμενες εικόνες. Ζωντανές εικόνες. Φωτογραφίες εν κινήσει. Όσο δεδομένο μας φαίνεται τώρα αυτό, για τους ανθρώπους του λυκόφωτος του 19ου αιώνα υπήρξε κάτι μοναδικό, κάτι αξιοπερίεργο, κάτι θαυμάσιο. Μα η δύναμη της εικόνας, στην σύγχρονη εποχή του διαδικτύου, παραμένει το ίδιο ισχυρή όπως τότε.




Ο Ποτιστής που Ποτίστηκε, από τις πρώτες βουβές κωμωδίες



2 # The Kiss [«Το Φιλί», ΗΠΑ, 1896]


Σκηνοθεσία: William Heise (Thomas Edison)




Δεν είχε προλάβει να γεννηθεί ο κινηματογράφος, όταν ξεκίνησαν οι πρώτες εξαγριωμένες αντιδράσεις – και τα πρώτα σκάνδαλα. Το «Φιλί» γυρίστηκε για λογαριασμό της εταιρείας του Τόμας Έντισον και διαφημίστηκε ως εξής: «Προετοιμάζονται να φιληθούν, ξεκινούν να φιλιούνται, και φιλιούνται, και φιλιούνται, και φιλιούνται τόσο, που γκρεμίζουν τα πάντα γύρω τους!». Ήταν ένα από τα πρώτα έργα που προβλήθηκαν σε μαζικό κοινό και αντίστοιχα, ένα από τα πρώτα που διαφημίστηκαν. Μα το σκάνδαλο που προκάλεσε υπερέβαινε την πενιχρή διάρκεια του φιλμ – μόλις 18 δευτερόλεπτα!

Και τι απεικόνιζε το έργο; Ένα ζευγάρι να φιλιέται. Αυτό ήταν όλο.

«Το θέαμα του μακροσκελούς θωπεύματος των χειλιών, μεγεθυμένο σε υπέρογκες διαστάσεις και επαναλαμβανόμενο τρεις φορές, είναι απολύτως αηδιαστικό!», είχε γράψει ένας εξαγριωμένος κριτικός της εποχής! Καλά καλά δεν γεννήθηκε ο κινηματογράφος, κατέφτασαν και οι κριτικοί. Και μαζί τους όλη η πουριτανική κοινωνία εξέφραζε την αηδία της, απαιτώντας να λογοκριθεί το φιλμ (πως γίνεται να λογοκριθεί ένα έργο 18 δευτερολέπτων, με μια και μοναδική σκηνή; - πολύ απλά, δείχνεις μόνο τους τίτλους αρχής και τέλους). Ως και την παρουσία αστυνομικών δυνάμεων απαίτησαν, στα μέρη προβολής του έργου, «δια την αποκατάστασιν της ηρεμίας και της τάξης».

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η ταινία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και αποτέλεσε το πιο πετυχημένο φιλμ της εταιρείας του Τόμας Έντισον, για το 1896. Όπου σκάνδαλο και επιτυχία, κι ενώ οι ηθικολόγοι κραύγαζαν για τα ιερά και όσια που απειλούνταν – έναν χρόνο ζωής μαρτυρούσε ο νεογέννητος κινηματογράφος και είχε μπει για τα καλά στο νόημα.

Και όλα αυτά για ένα φιλί. Αναρωτιέμαι πόσο έχουμε αλλάξει, 120 χρόνια μετά, κι ενώ η καταστροφή και η βία συνιστούν καθημερινό θέαμα και θέμα (αφαιρέστε το «α» από το «θέαμα» και μετατρέπεται σε «θέμα») στα δελτία ειδήσεων – όσο ο έρωτας είναι κάτι που συζητιέται στα κρυφά. Η δημόσια απεικόνισή του εξακολουθεί να αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ταμπού.




Το Φιλί, από τις πρώτες ταινίες του βωβού κινηματογράφου / The Kiss by William Heise, 1896



Ζωρζ Μελιές – Ο πρωτοπόρος της Φαντασίας




Αν ο Ιούλιος Βερν γύριζε ταινίες, πιθανό να είχαν τη μορφή που τους προσέδωσε ο Ζωρζ Μελιές [Georges Méliès]. Βρισκόμαστε σε μια ιστορική καμπή για την πορεία του νεότοκου, ακόμα, κινηματογράφου. Ως τώρα το σινεμά απεικόνιζε περιστατικά της καθημερινής ζωής – άλλα εύθυμα, άλλα σοβαρά, όλα όμως αυθόρμητα γυρισμένα στο φυσικό τους περιβάλλον. Χρειάστηκε ένας άνθρωπος με ξέχειλη φαντασία και δημιουργικό πνεύμα – ένας αληθινός καλλιτέχνης – για να μεταπηδήσει ο κινηματογράφος στο επόμενο στάδιο: εκείνο της αφήγησης μιας ιστορίας.

Ο Μελιές ήταν ένας ταχυδακτυλουργός. Ένας μάγος, που αγαπούσε τα παιχνίδια και τα τρικ. Σύντομα διαπίστωσε πως η νέα κινηματογραφική τεχνική του παρείχε άφθονες δυνατότητες για φοβερά και φανταχτερά κόλπα – μπορούσε να χειριστεί την κινούμενη εικόνα, ώστε να παράγει αποτελέσματα που θα άφηναν άφωνο το κοινό του. Τα αυθόρμητα εξωτερικά γυρίσματα και ο ρεαλισμός των προκατόχων του αντικαταστάθηκαν από εσωτερικά γυρίσματα, περίτεχνα κατασκευασμένα πλάνα και ηθοποιούς. Ο Μελιές γύρισε συνολικά πάνω από 500 μικροσκοπικά έργα, χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η φανταστική τους διάσταση, καθώς και τα άφθονα οπτικά τους τρικ – με άλλα λόγια, ο Μελιές δεν υπήρξε μόνο ο πατέρας της κινηματογραφικής μυθοπλασίας, μα και ο πατέρας των εφέ.

Ανάμεσα στο πλήθος των έργων του, ένα ήταν εκείνο που θα άφηνε ιστορία και θα καταλάμβανε επάξια μια θέση στα σημαντικότερα φιλμ όλων των εποχών.




Ταξίδι στη Σελήνη του Ζωρζ Μελιές, εισαγωγική καρτέλα
Ζωρζ Μελιές, ο πρωτοπόρος του κινηματογράφου / Georges Méliès



3 # Le voyage dans la lune [«Ταξίδι στη Σελήνη», Γαλλία, 1902]


Σκηνοθεσία: Georges Méliès




Εκεί που ο μύθος χάνεται στα βάθη του χρόνου, ξεπροβάλλει η εικόνα της χαμογελαστής σελήνης. Εκεί που η φαντασία ασπάστηκε για πρώτη φορά τον κόσμο του κινηματογράφου, έκανε την εμφάνισή του ο Ζωρζ Μελιές. Το «Ταξίδι στη Σελήνη» είναι η γνωστότερη ταινία του και προάγγελος όλων των έργων Επιστημονικής Φαντασίας. Ήταν επίσης η πρώτη ταινία που κατέστησε φανερή στον κόσμο τη δύναμη της κινούμενης εικόνας, ικανή να πλάθει περιβάλλοντα εξωπραγματικά και μαγικά – τη δύναμη του κινηματογράφου ως μέσο για ταξίδια, ένα ιπτάμενο χαλί πάνω στο οποίο επιβαίνεις και μεταφέρεσαι σε κόσμους που ζωντανεύουν μπρος στα μάτια σου.

Επηρεασμένος από τον Ιούλιο Βερν και το βιβλίο του «Από Τη Γη Στη Σελήνη», μα και από τον Χ. Τζ. Γουέλς και τους «Πρώτους Ανθρώπους Στο Φεγγάρι», ο Μελιές εμπνεύστηκε το κινηματογραφικό ταξίδι του στη Σελήνη. Η ταινία διαρκεί 14 λεπτά – κάτι σπάνιο για τα δεδομένα των καιρών – και συνιστά, κυριολεκτικά, μια υπερπαραγωγή για την εποχή της. Μα εδώ δεν υπάρχει κάποια μεγάλη εταιρεία ή κάποιος εύπορος βιομήχανος να επενδύει κεφάλαια – τα πάντα ήταν αποκύημα της δουλειάς και της φαντασίας του Μελιές, όντας ο ίδιος δημιουργός, σκηνοθέτης, ηθοποιός και παραγωγός των έργων του. Ήταν επίσης εκείνος που εμπνεύστηκε τα περίτεχνα σκηνικά του έργου, ζωγράφισε τα εξωγήινα τοπία του, όρισε την ενδυματολογία των χαρακτήρων του και κατασκεύασε τα οπτικά τρικ που το χαρακτηρίζουν. Επρόκειτο για κάτι εντελώς καινούργιο: ο κινηματογράφος ξεπρόβαλε πια ως είδος τέχνης.

Ασφαλώς η πιο ξακουστή σκηνή του φιλμ είναι εκείνη που το σκάφος, σε σχήμα σφαίρας, καρφώνεται στο μάτι του Φεγγαριού με το ανθρώπινο πρόσωπο. Η εικόνα από μόνη της συνιστά έμβλημα μιας εποχής ολόκληρης, παραπέμποντας στα θαυμαστά χρόνια της παρισινής Μπελ Επόκ και του Cine-Fantasiste – του νεότερου επιτεύγματός της. Τότε που τα πάντα έμοιαζαν δυνατά και το μοναδικό σύνορο έμοιαζε να είναι η φαντασία των ανθρώπων.








Πέραν των πρωτοποριακών οπτικών εφέ, ο Μελιές εγκαινίασε τη μυθιστορηματική αφήγηση, την ιδέα της κινηματογραφικής πλοκής, το Stop-Motion, την αργή κίνηση, τα Fade-In, τα Fade-Out. Ασφαλώς έμελλαν πολλά να γίνουν ακόμα – καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου η κάμερα παραμένει στατική, καθώς η ιδέα της εναλλαγής κοντινών και μακρινών πλάνων δεν είχε καθιερωθεί ακόμα, ενώ η κινηση της κάμερας (travelling) βρισκόταν σε ακατέργαστο στάδιο. Μα η αρχή είχε γίνει. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως ο Κινηματογράφος, όπως τον γνωρίζουμε, ξεκίνησε ουσιαστικά τότε – το 1902, με το «Ταξίδι στη Σελήνη» του Μελιές.

Δυο δεκαετίες μετά, κι ενώ ο κινηματογράφος είχε πια μετατραπεί σε μεγάλη Βιομηχανία του Θεάματος, ο κόσμος θα ανακάλυπτε τον Μελιές, ηλικιωμένο, μόνο και ξεχασμένο απ’ τους πάντες, να πουλάει παιχνίδια δικής του κατασκευής σε ένα μικροσκοπικό μαγαζάκι κάπου στο Μονπαρνάς. Τα τρικ και τα παιχνίδια ήταν ανέκαθεν ο κόσμος του, βλέπετε. Όχι τα χρήματα, όχι οι επιχειρήσεις – τις οποίες αδυνατούσε, μόνος, να συναγωνιστεί. Παιχνίδι στα χέρια του στάθηκε και ο κινηματογράφος. Ένα τόσο δα παιχνιδάκι, που έλαβε γιγαντιαίες, εξωπραγματικές διαστάσεις με τα χρόνια.

Σε ευχαριστούμε, Ζωρζ Μελιές, για το ιδιαίτερο αυτό παιχνίδι σου, που στα δικά σου πρώτα χέρια έγινε τέχνη. Συμβολίζεις τη δημιουργική, παιχνιδιάρικη φύση του κινηματογράφου. Εκείνη που τοποθετεί τη φαντασία και την προσωπική δημιουργία πάνω από τα κέρδη. Η σελήνη πάντα θα χαμογελά στο άκουσμα του ονόματός σου.




Πορτραίτο του Ζωρζ Μελιές / Georges Méliès



Ο Πρώιμος Γαλλικός Κινηματογράφος




Στα πρώτα εκείνα χρόνια η Ευρώπη προπορευόταν της Αμερικής. Ήταν εξάλλου μια περίοδος που η ευρωπαϊκή κουλτούρα διένυε μια εξαιρετικά ακμάζουσα εποχή. Οι τέχνες ανθοβολούσαν και σκορπούσαν ολόγυρά τους αποχρώσεις της πρωτοπορίας και του μοντερνισμού – στη ζωγραφική, τη λογοτεχνία και πλέον – στον κινηματογράφο. Μέχρι να έρθει ο Πόλεμος και να αφήσει την Ευρώπη σε ερείπια – και πρωταγωνιστής να γίνει πια (και μέχρι σήμερα) η Αμερική.

Η Γαλλία ασφαλώς βρισκόταν στο επίκεντρο. Οι αδερφοί Λυμιέρ αποκάλυψαν το νέο μέσο, ο Μελιέ του προσέδωσε την αφηγηματική του ταυτότητα. Σύντομα οι παραγωγοί συνειδητοποίησαν τις επιχειρηματικές δυνατότητες του μέσου. Ιδιαίτερα πετυχημένος ανάμεσά τους στάθηκε ο παραγωγός Σαρλ Πατέ, ο οποίος συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη Φερντινάν Ζεκά [Ferdinand Zecca]. Σε μια από τις πρώιμες ταινίες του 1901 παρουσιάζεται ο Ζεκά να ίπταται πάνω απ’ το Παρίσι, πάνω σε μια περίτεχνη ιπτάμενη μηχανή. Αντίστοιχα έμελλε να απογειωθεί ο κινηματογράφος τα επόμενα χρόνια.




Φερντινάν Ζεκά [Ferdinand Zecca]
Ο Φαντομάς του Λουί Φεγιάντ




Τα έργα του Ζεκά σημείωσαν σημαντική επιτυχία και έφτασαν να εξάγονται ως τις ΗΠΑ. Μία από τις σημαντικές καινοτομίες του υπήρξε η αφηγηματική τεχνική του “Cliff-hanger”. Νομίζω όλοι γνωρίζετε περί τίνος πρόκειται. Η συγκεκριμένη τεχνική έμελλε να αναδειχτεί σε Τέχνη από τον σκηνοθέτη Λουί Φεγιάντ [Louis Feuillade] – τον σημαντικότερο Γάλλο σκηνοθέτη των χρόνων πριν τον Πόλεμο. Ήδη στα χρόνια εκείνα τα μικροσκοπικά, ολιγόλεπτα φιλμ του παρελθόντος είχαν αρχίσει να παραχωρούν τη θέση τους σε έργα μεγάλης διάρκειας. Ο Φεγιάντ προχώρησε ακόμα περισσότερο, δημιουργώντας ουσιαστικά τα πρώτα σήριαλ. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι σύγχρονες τηλεοπτικές υπερπαραγωγές (που πλέον φτάνουν ως και να επισκιάζουν τα κινηματογραφικά έργα σε ποιότητα και απήχηση) έχουν τις ρίζες τους στα σήριαλ του Φεγιάντ.

Η πρώτη σειρά που σημείωσε μεγάλη επιτυχία ήταν η απόδοση στην οθόνη των πετυχημένων βιβλίων «Φαντομάς» [Fantomas], τα έτη 1913-14. Δημιούργημα των συγγραφέων Marcel Allain και Pierre Souvestre, η σειρά των «Φαντομάδων» ανήκει στα κλασικότερα αστυνομικά έργα των καιρών της – αποκύημα του ίδιου λογοτεχνικού αέρα που μας έδωσε μυθιστορηματικούς χαρακτήρες όπως ο Αρσέν Λουπέν, εμβληματικοί μιας ολόκληρης εποχής. Ο Φεγιάντ διασκεύασε το «Φαντομά» για τον κινηματογράφο σε πέντε συνέχειες. Ήταν το πρώτο από τα μεγάλα σήριαλ, χαρακτηριστικό γνώρισμα του οποίου ήταν τα περίφημα cliff-hanger του: Στο τέλος κάθε επεισοδίου οι ήρωες βρίσκονταν μπλεγμένοι σε μια επικίνδυνη κατάσταση και ο θεατής έπρεπε να περιμένει ως το επόμενο επεισόδιο για να δει τι θα γίνει στη συνέχεια.

Η κινηματογραφική διασκευή των «Φαντομάδων» είχε ενθουσιώδεις θαυμαστές, μα και επικριτές, που στέκονταν στην επιφανειακή (σύμφωνα με τη γνώμη τους) προσέγγιση του έργου. Είχαμε ήδη μπει στον κόσμο των συγκρίσεων ανάμεσα στα καλλιτεχνικά μέσα και ο κινηματογράφος από πολύ κόσμο θεωρούνταν μορφή τέχνης κατάλληλη για τις «μάζες», μα ανίκανη να αποδώσει τις λεπτές συγκινήσεις και την ανώτερη αισθητική των υπολοίπων τεχνών.

Ο Φεγιάντ ωστόσο θα επέστρεφε με μια σειρά ακόμα πιο συναρπαστική.



Οι Βρυκόλακες του Λουί Φεγιάντ / Les Vampires by Louis Feuillade



4 # Les Vampires [«Οι Βρυκόλακες», Γαλλία, 1915]

Σκηνοθεσία: Louis Feuillade




Συνολικής έκτασης 10 επεισοδίων, οι «Βρυκόλακες» έμελλε να αποτελέσουν σειρά σταθμό για τα κινηματογραφικά χρονικά. Ο Φεγιάντ επιστράτευσε με μαεστρία τις τεχνικές που είχε καταστήσει γνωστούς από τους «Φαντομάδες», μα η πλοκή και η εξέλιξη της ιστορίας είχαν ακόμα μεγαλύτερο βάθος. Ουσιαστικά πρόκειται για αστυνομικό θρίλερ, στην παράδοση που έμελλε να ακολουθήσουν (και να απογειώσουν) σκηνοθέτες όπως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Οι «Βρυκόλακες» συνιστούν μια εγκληματική συμμορία, τα ίχνη της οποίας αναζητούν οι πρωταγωνιστές του έργου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η αινιγματική και επιβλητική μορφή της Irma Vep (πρόκειται περί αναγραμματισμού της λέξης “vampire”), την οποία και υποδύεται η Γαλλίδα ηθοποιός Musidora. Οι ερμηνείες της Musidora έκλεψαν την παράσταση σε βαθμό τέτοιο, που πλήθος κόσμου έφτασε να θεωρεί αυτήν – μια απ’ τους «κακούς» της ιστορίας – ως την κεντρική φυσιογνωμία της ταινίας. Το γεγονός πως η δική της μορφή άντεξε στο χρόνο, έναν αιώνα μετά, δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Πέραν του αμφιλεγόμενου ηθικού υπόβαθρού της (όπου οι κακοί φτάνουν να κλέβουν την παράσταση), η ταινία ξεχώριζε για την επιβλητική ατμόσφαιρά της. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως το διάχυτο εκείνο αίσθημα ανησυχίας, η επικείμενη αίσθηση καταστροφής και κινδύνου, που χαρακτηρίζει τόσα και τόσα θρίλερ, έλκουν την καταγωγή τους από το συγκεκριμένο φιλμ του 1915. Οι σχεδόν άδειοι παρισινοί δρόμοι στα εξωτερικά πλάνα του έργου ενισχύουν το αίσθημα ανησυχίας – ήταν, βλέπετε, 1915, και οι Γάλλοι στην πλειοψηφία τους είχαν φύγει για το Μέτωπο. Άδειοι δρόμοι, σπίτια μισοφωτισμένα, κρυφά περάσματα, δρόμοι με παγίδες – τα πάντα στην ταινία αποπνέουν αβεβαιότητα και ανασφάλεια. Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ήταν ο αστικός κόσμος που φοβόταν. Ο κόσμος που είχε φύγει για τον πόλεμο και έβλεπε τις αξίες του να βαδίζουν σε τεντωμένο σκοινί, πάνω από την άβυσσο. Το τρομερό βλέμμα της Musidora – της Βαμπίρ – απομυζούσε το κοινό από την ψευδαίσθηση ασφάλειάς του. Τα Βαμπίρ μπορούν να βρουν και σένα.

Μέχρι που το έργο τελείωνε. Ο θεατής καθόταν ακόμα στη θέση του και ένιωθε χαρούμενος και ασφαλής. Ήταν απλά μια ταινία, τίποτα παραπάνω. Τότε – όπως και τώρα.




Musidora in Les Vampires



ΗΠΑ – Ένα Θέαμα για τις Μάζες




Στα πρώτα πέντε χρόνια του Βωβού Κινηματογράφου, οι ταινίες απευθύνονταν κατά κύριο λόγο στις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Ικανές να παρέχουν μια φτηνή μορφή ψυχαγωγίας δίχως λόγια, γίνονταν αμέσως κατανοητές ακόμα και από κόσμο δίχως μόρφωση, ή ακόμα και αναλφάβητους. Από το 1900 και έπειτα όμως η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Τα παλιότερα φιλμ-ντοκυμανταίρ, με τις ανύπαρκτες πλοκές και τις απλοϊκές τους ιστορίες παραχώρησαν τη θέση τους σε έργα-μυθοπλασίες. Ο θεατής έπρεπε να επενδύσει περισσότερο στην ιστορία πλέον και να κατανοήσει τους διαλόγους, όπως παρουσιάζονταν με τη μορφή ενδιάμεσων καρτελών. Ενσωματώνοντας όλο και περισσότερες καινοτόμες τεχνικές, παρουσιαζόμενος ως μια νέα μορφή τέχνης, αποδίδοντας στην οθόνη ξακουστά έργα της λογοτεχνίας, ο κινηματογράφος άρχισε να απευθύνεται περισσότερο στις μεσαίες και αστικές τάξεις.

Τα πρώτα φιλμ στις ΗΠΑ συνιστούσαν μια φτηνή διασκέδαση. Με αντίτιμο ένα νίκελ, τα σινεμά της εποχής ονομάστηκαν Νικελόντεον [Nickelodeon]. Ήταν ο πρώιμος καιρός ακόμα, όταν απευθύνονταν στις εργατικές τάξεις. Στην πορεία όμως οι παραγωγοί και οι βιομήχανοι συνειδητοποίησαν τις εμπορικές προοπτικές που παρείχε το νέο αυτό είδος τέχνης. Άρχισαν λοιπόν να δημιουργούνται οι πρώτες επιχειρηματικές ενώσεις – τα πρώτα Τραστ, οι οποίες θα μετεξελίσσονταν στους κολοσσιαίους κινηματογραφικούς ομίλους που έμελλε να χαράξουν την ιστορία του κινηματογράφου. Ήταν επίσης εκείνα που έγειραν τον πήχη – από τον Παλαιό Κόσμο στο Νέο, από την Ευρώπη στην Αμερική. Ο κινηματογράφος ως τέχνη συγκρούστηκε με τον κινηματογράφο ως εμπόρευμα – το δεύτερο επικράτησε. Ο πρώτος θα ενσωματωνόταν στον δεύτερο και θα ξεκινούσε μια άτυπη μονομαχία μαζί του – η διάρκεια της οποίας συνεχίζεται ως σήμερα.

Ήταν στην Αμερική λοιπόν, εν έτει 1903, όταν δημιουργήθηκε ένα φιλμ που πάντρευε μοναδικά την καλλιτεχνική καινοτομία με την εμπορική απήχηση.




Τα πρώιμα Νικελόντεον / Nickelodeon movie theater



5 # The Great Train Robbery [«Η Μεγάλη Ληστεία του Τρένου», ΗΠΑ, 1903]


Σκηνοθεσία: Edwin S. Porter




Σκεφτείτε πόσο εμβρόντητο έμεινε το κοινό, εν έτει 1903, όταν είδαν την φιγούρα ενός ληστή στην οθόνη να στρέφει το βλέμμα του προς το μέρος τους – προς το μέρος των θεατών –, να στρέφει πάνω τους το όπλο του και να πυροβολεί. Αν μάλιστα ακούγονταν ζωντανές εκρήξεις στις αίθουσες της εποχής, την ώρα του πυροβολισμού, δεν αποκλείεται να παρατηρούσαμε τους θεατές να τινάζονται ταραγμένοι απ’ τις θέσεις τους. Ιδού λοιπόν τι μπορούν να επιτύχουν οι ζωντανές, κινούμενες εικόνες! Τώρα πια είχε αρχίσει να φαίνεται η δύναμή τους.

Ο λόγος για την τελευταία, εμβληματική σκηνή της «Μεγάλης Ληστείας του Τρένου». Στα 10 λεπτά που διαρκούσε, θεωρείται πρόδρομος των ταινιών Γουέστερν και συνιστά το πρώτο, ουσιαστικά, καινοτόμο φιλμ του αμερικανικού σινεμά. Ο σκηνοθέτης Έντουιν Πόρτερ υπήρξε παλιότερα χειριστής κάμερας του Τόμας Έντισον – βρισκόταν εκεί απ’ την αρχή. Είχε δει τα πρώτα σκόρπια βήματα του νεογέννητου και τώρα το υποστήριζε στην πρώτη του, θα μπορούσαμε να πούμε, διαδρομή. Η «Μεγαλή Ληστεία του Τρένου», χωρίς να συνιστά καθαρόαιμο γουέστερν, ενσωματώνει διάφορα στοιχεία που έμελλε να το χαρακτηρίσουν σαν είδος: το σκηνικό Άγριας Δύσης · οι ληστές · τα περίστροφα · η καταδίωξη · και φυσικά το ίδιο το τρένο.

Οι καινοτομίες της ταινίας σε τεχνικό/αφηγηματικό επίπεδο την κατατάσσουν στα σημαντικότερα έργα όλων των εποχών. Υπήρξε το πρώτο αμερικανικό φιλμ με μυθιστορηματική αίσθηση συνέχειας, περνώντας από τη μία σκηνή στην άλλη και πάλι πίσω, δίνοντας την αίσθηση της αλληλουχίας των σκηνών και της παράλληλης δράσης (cross-cutting), όπως επίσης υπήρξε το πιο πετυχημένο έργο των καιρών του – και για μια ολόκληρη δεκαετία. Μεταξύ άλλων περιελάμβανε και έναν από τους πρώτους ηθοποιούς-σταρ, ενώ η τελική σεκάνς με το κοντινό πλάνο του ληστή και τον πυροβολισμό του προς τη μεριά των θεατών, υπήρξε ό,τι πιο εντυπωσιακό είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε.

Τεχνική καινοτομία, μυθιστορηματική αφήγηση, εντυπωσιασμός. Στοιχεία που έμελλε να χαρακτηρίσουν το αμερικανικό σινεμά στο σύνολό του – μα και το μέλλον του κινηματογράφου.




Η Μεγάλη Ληστεία του Τρένου / The Great Train Robbery
Η κλασική σκηνή από τη Μεγάλη Ληστεία του Τρένου του Έντουιν Πόρτερ




1910s – H γιγάντωση




Βρισκόμαστε πια στο 1910 και σε Αμερική και Ευρώπη υπάρχουν πάνω από 10.000 αίθουσες κινηματογραφικών ταινιών. Η φτηνή μορφή ψυχαγωγίας των πρωταρχικών Νικελόντεον είχε εξελιχθεί σε μια μαζική βιομηχανία, στο πρωταρχικό της ακόμα στάδιο. Ήταν 1909 όταν χτίστηκε στη Νέα Υόρκη το πρώτο μεγάλο «Κινηματογραφικό Παλάτι» - όπως αποκαλούνταν οι πελώριες αίθουσες κινηματογράφου την εποχή εκείνη, που δε στέγαζαν μόνο τις θέσεις και την οθόνη – μα και ειδικούς χώρους για μουσικούς, όργανα, παρουσιαστές και πλήθη κόσμου που εργάζονταν στα πλαίσια της νεότοκης βιομηχανίας – και από την οποία σήμερα εμείς δεν μπορούμε παρά να δούμε το τελικό της αποτέλεσμα: τις βουβές, σιωπηλές ταινίες, λησμονώντας ίσως πως τον καιρό εκείνο μόνο «σιωπηλές» δεν ήταν. Πως θα μπορούσε να είναι σιωπηλό ένα έργο, όταν συνοδεύεται από μια ολόκληρη, ζωντανή ορχήστρα. Όταν χιλιάδες καρδιές πάλλονται στους ρυθμούς του.

Σκεφτείτε λοιπόν τι σήμαινε για έναν πολίτη των καιρών εκείνων να έμπαινε σε μια τέτοια κινηματογραφική αίθουσα – σε ένα από τα «Παλάτια» της σύγχρονης διασκέδασης. Κινούμενη εικόνα και μυθοπλασία και ζωντανή μουσική μαζί. Πώς να μην εξελιχθεί ο κινηματογράφος στο κατεξοχήν μέσο μαζικής απόδρασης από την πραγματικότητα. Έμπαινες απλός πολίτης, με τα προβλήματα και τις ανησυχίες σου, και έβγαινες νιώθοντας πως έχεις ταξιδέψει ως τον Άρη – και πίσω πάλι. Η μαζική κοινωνία του Εικοστού Αιώνα τώρα πια ξεπεταγόταν.

Όσο γιγαντωνόταν το Μέσο, τόσο μεγάλωνε το Μήνυμα. Τα πρωταρχικά φιλμάκια είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε υπέρλαμπρες υπερπαραγωγές. Μιλήσαμε ήδη για τα γαλλικά σήριαλ του Φεγιάντ. Νοτιότερα, η Ιταλία είχε ανακαλύψει ένα δικό της κινηματογραφικό στυλ, ξέχειλο με δράση, σασπένς και εντυπωσιακά σκηνικά – τα εντυπωσιακότερα που είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε.




Το ρωμαϊκό έπος Καμπίρια / Kabiria by Giovanni Pastrone



Ο λόγος για τα περίφημα Ρωμαϊκά Έπη – τα πρώτα φιλμ επικού κινηματογράφου, η επίδραση των οποίων έμελλε να διαρκέσει δεκαετίες. Πρώτο όλων ήταν το “Quo Vadis?” του Enrico Guazzoni, του 1912. Υπήρξε η πρώτη ταινία στην ιστορία η διάρκεια της οποίας ξεπερνούσε τις δύο ώρες. Αντίστοιχα έπη, όπως το “La Caduta Di Troia” [«Η Πτώση Της Τροίας», 1911] και το “Gli Ultimi giorni di Pompeii” [«Οι Τελευταίες Μέρες της Πομπηίας», 1913] εμπλούτισαν το μύθο, ενώ η “Kabiria” του Giovanni Pastrone [1914] ήταν το θεαματικότερο όλων. Περιγράφοντας σκηνές από τον Β’ Καρχηδονιακό Πόλεμο, περιλαμβάνοντας φαντασμαγορικά σκηνικά όπως το άγαλμα του αιμοβόρου θεού των Καρχηδονίων, Μολώχ, φτάνοντας ως και να συμπεριλάβει αληθινούς ελέφαντες στα γυρίσματα της διάβασης του Αννίβα από τις Άλπεις… το “Kabiria” παρουσίαζε πρωτόγνωρο θέαμα στα μάτια του μαγνητισμένου κοινού.

Πόσο μικρά φάνταζαν πλέον τα κινηματογραφικά τρικ του καημένου του Μελιές, μπροστά στις τεράστιες αυτές παραγωγές! Πόσα βήματα είχε κάνει ο κινηματογράφος μέσα σε μια δεκαετία! Δες, το μωρό έμαθε να περπατάει και αμέσως αποφάσισε να πετάξει και να κατακτήσει το διάστημα! Το μοναδικό όριο στις φιλοδοξίες των παραγωγών πλέον ήταν οι τεχνικές δυνατότητες του Μέσου.

Μα ο κινηματογράφος δεν είχε επιδείξει ακόμα τα δυνατά χαρτιά του. Οι ταινίες ήταν πολλές, ο κόσμος περισσότερος – μα η ποιότητα αμφίβολη. Και αν μέχρι το 1914 η Ευρώπη πρωταγωνιστούσε, μετά τον Πόλεμο η Αμερική θα έπαιρνε πια τα ηνία. Ήδη στα χρόνια του πολέμου είχε εμφανιστεί ο σκηνοθέτης εκείνος που θα έκανε τη διαφορά. Ήταν το δυνατό χαρτί που έκρυβε ο πρώιμος κινηματογράφος στο μανίκι του.


Το χαρτί αυτό ονομαζόταν D.W. Griffith.


συνεχίζεται...........


© Παρουσίαση-κείμενο-σχεδιασμός αφίσας: Το φονικό κουνέλι, 2015-18



Παλιός Κινηματογράφος δεκαετίες 10 και 20

24 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο






Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».





20 Οκτωβρίου 2015

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #1: Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


©the Lethal Rabbit



Κάποτε η Αλίκη ακολούθησε έναν βιαστικό κούνελο σ' ένα απύθμενο τούνελ. Αποζητώντας όμως τη διέξοδο στον κήπο των ονείρων της, δεν πρόσεξε μια πόρτα που οδηγούσε σ' ένα βαθύ λαγούμι. Το συγκεκριμένο λαγούμι έχει το εξής χαρακτηριστικό: ξεχειλίζει βιβλία κάθε μορφής και είδους. Βιβλία προερχόμενα απ' όλες τις εποχές και όλους τους τόπους – κάποια μάλιστα, λένε, από μέρη που δεν γνωρίζουμε καν πως υπάρχουν.

Τα βιβλία βρίσκονται ολόγυρά σου· τα βλέπεις σε ράφια που χάνονται στο σκοτάδι της οροφής – ή μήπως είναι το μαύρο του ουρανού εκείνο που αντικρίζεις; Δεν είσαι βέβαιος. Η αίσθηση του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, φαίνεται να ξεθωριάζει, οι αντιθέσεις της απαλύνονται. Το ίδιο και η αίσθηση του χρόνου. Δεν γνωρίζεις πια αν είσαι εδώ λίγα λεπτά ή ολάκερους μήνες. Ίσως χρόνια, ίσως αιώνες.

Οι βιβλιοθήκες δεν μοιάζουν με καμία που έχεις συναντήσει. Άλλες περιστρέφονται, άλλες τυλίγονται σε σχήμα σπιράλ, άλλες απλώνονται προς ποικίλες κατευθύνσεις. Σπάνε τη σοβαροφάνεια που έχεις συνηθίσει – ίσως ξεχωρίσεις μουσικές νότες να σκορπίζουν απ' τις χαραγματιές του τοίχου. Ίσως είναι πυγολαμπίδες αυτές οι λάμψεις που ξεπηδούν απ' τα βιβλία. Κάποιες βιβλιοθήκες μοιάζουν με τρενάκι ρόλερ κόστερ.

Λένε πως το μέρος αυτό δημιουργήθηκε πριν πολλές χιλιετίες. Όταν ο πρώτος Δικτάτορας, του πρώτου Κράτους, του πρώτου Πολιτισμού, σκέφτηκε πως τα βιβλία αποτελούσαν απειλή για τον ίδιο – μεγαλύτερη από το μεγαλύτερο στρατό. Λένε πως κάποτε το μέρος αυτό αποτελούσε έναν περίλαμπρο ναό, μα τώρα πια χώθηκε κάτω από τη γη, προκειμένου να διαφυλάξει την κληρονομιά του. Μα σάμπως δε μοιάζει με ουρανό εκείνη η οροφή που αντικρίζεις; Και τα απειράριθμα φωτάκια της, θαρρείς λάμψεις κεριών, σάμπως δεν μοιάζουν με αστέρια;

Μα τώρα είσαι εδώ. Το μέρος αυτό σου φαίνεται φιλόξενο - οικείο. Και αυτό συμβαίνει γιατί αγαπάς τα βιβλία. Γιατί η συντροφιά τους απαλύνει τη μοναξιά σου. Γιατί ανήκεις σ' εκείνη τη φευγάτη, πάντα ανήσυχη κατηγορία των βιβλιοφάγων. Και να – εκεί, πέρα, βλέπεις και έναν Κούνελο, σκυμμένο πάνω στο τραπέζι, το φως τρεμοπαίζοντας στη γούνα του, διατεθειμένο να μοιραστεί μαζί σου αποσπάσματα από βιβλία κλασικά και αγαπημένα.

Είναι λες και τραβάς στην τύχη ένα βιβλίο από κάποιο ράφι. Το ανοίγεις και πέφτεις σε κάποιο χαρακτηριστικό απόσπασμα. Μα αυτός είναι ο σκοπός αυτής της νέας σειράς αναρτήσεων.


***


Το Λημέρι της Λογοτεχνίας” θα έχει δεκάδες συνέχειες. Σκοπός του είναι να μας δώσει μία γεύση από κλασικά – κατά κύριο λόγο – λογοτεχνικά έργα. Εδώ κι εκεί θα εμπλουτίζω τα κείμενα με ορισμένες αφηγήσεις σχετικές με συγγραφείς, αποσπάσματα από ημερολόγια ή κάποια ιστορικά στοιχεία. Στο επίκεντρο όμως της σειράς βρίσκονται τα αποσπάσματα, που είναι επιλεγμένα προσεκτικά μέσα από τα βιβλία – η επιλογή αποσπασμάτων δεν είναι εύκολο έργο. Στόχος μου η ενθάρρυνση στο ψάξιμο, μα και η άντληση του ιδιαίτερου αρώματος του βιβλίου. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει το βιβλίο προκειμένου να απολαύσει το απόσπασμα.

Θα χωρίζω κάθε παρουσίαση σε μικρές ενότητες, από τις οποίες η καθεμιά είναι αφιερωμένη σε έναν διαφορετικό συγγραφέα/βιβλίο. Σαν σταθμούς σ' ένα ταξίδι. Ή σφήνες από διαφορετικά είδη κρασιού – κάποια εύγεστα, άλλα γλυκόπικρα, άλλα μεθυστικά.

Τώρα λοιπόν που είπαμε τα εισαγωγικά, μπορούμε να ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας. Να ξέρεις, επισκέπτη. Το Λαγούμι αυτό δεν έχει τέλος.



Πλήθος κόσμων





"Χαράζουμε τα όρια της προσωπικότητάς μας πάντοτε πολύ στενά! Υπολογίζουμε στο πρόσωπό μας πάντοτε μόνο αυτό που ξεχωρίσαμε σαν ατομικό, μόνο ότι αναγνωρίζουμε σαν διαφορετικό από τους άλλους. Όμως αποτελούμαστε από την όλη υπόσταση του κόσμου. Ακριβώς όπως ο καθένας μας κουβαλάει μέσα στο κορμί του την εξέλιξη από το ψάρι και πολύ πιο πίσω, έχουμε στην ψυχή μας όλα όσα ποτέ έζησαν σε ανθρώπινες ψυχές. Όλοι οι θεοί και οι διάβολοι που υπήρξαν ποτέ, είτε στους Έλληνες και στους Κινέζους, είτε στους Ζουλού και στους Κάφρους, όλοι τους είναι μέσα μας, είναι παρόντες, σαν δυνατότητες, σαν επιθυμίες, σαν διέξοδοι.

Αν η ανθρωπότητα πέθαινε και δεν έμενε παρά ένα και μόνο μέτριας νοημοσύνης παιδί που δε θα είχε διδαχτεί κανενός είδους μάθημα, αυτό το παιδί θα ξανάβρισκε πάλι όλη την πορεία των πραγμάτων, θα μπορούσε να δημιουργήσει πάλι θεούς, δαίμονες, παραδείσους, εντολές και απαγορεύσεις, Παλαιές και Καινές διαθήκες, όλα αυτά".

"Καλά", αντέτεινα, "σε τι συνίσταται τότε ακόμα η αξία του ατόμου; Γιατί πασχίζουμε ακόμα αν τα έχουμε ήδη όλα έτοιμα μέσα μας;"

"Aλτ!", φώναξε τότε ο Πιστόριους ζωηρά. "Υπάρχει μεγάλη διαφορά στο αν κουβαλάτε μέσα σας τον κόσμο και στο αν το ξέρετε επίσης! Ένας παράφρονας μπορεί να εκφράσει σκέψεις που θυμίζουν τον Πλάτωνα και ένα μικρό ευλαβικό παιδί του σχολείου σκέφτεται σ' ένα ινστιτούτο Χερνχούτερ δημιουργικά βαθιές μυθολογικές συναρτήσεις που απαντώνται στους γνωστικιστές ή στον Ζωροάστρη. Αλλά δεν ξέρει τίποτα γι' αυτό! Είναι ένα δέντρο ή μια πέτρα, στην καλύτερη περίπτωση ένα ζώο, για όσον καιρό δεν ξέρει. Ύστερα όμως, όταν υποφώσκει ο πρώτος σπινθήρας αυτής της επίγνωσης, γίνεται άνθρωπος.

Γιατί δε θα θεωρήσετε, βέβαια, ανθρώπους όλα τα δίποδα που κυκλοφορούν στον δρόμο απλώς και μόνο επειδή στέκονται σε όρθια στάση και επειδή κουβαλάνε μέσα τους, επί εννέα μήνες, τα μικρά τους. Βλέπετε, βέβαια, πόσοι πολλοί απ' αυτούς είναι ψάρια ή πρόβατα, σκουλήκια ή βδέλλες, πόσοι πολλοί είναι μυρμήγκια, πόσοι πολλοί είναι μέλισσες! Μέσα στον καθένα τους όμως υπάρχουν οι δυνατότητες να γίνουν άνθρωποι, αλλά αυτές οι δυνατότητες τους ανήκουν μόνο από τη στιγμή που τις διαισθάνονται, μόνο από τη στιγμή μάλιστα που μαθαίνουν να τις συνειδητοποιούν".



Χέρμαν Έσσε. Από το μυθιστόρημα "Ντέμιαν" του 1919. Η μετάφραση είναι της Ε.Χατζηγιάννη.



Ο Κάφκα και τα βιβλία που δαγκώνουν


Kafka by Robert Crumb



"Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Εάν το βιβλίο που διαβάζουμε δε μας ταρακουνάει βίαια, σα γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο να αρχίσουμε να το διαβάζουμε; Για να μας κάνει χαρούμενους; Θεέ και κύριε, θα ήμασταν εξίσου χαρούμενοι και αν δεν είχαμε καθόλου βιβλία - βιβλία που μας κάνουν χαρούμενους θα μπορούσαμε να τα γράψουμε και οι ίδιοι.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας χτυπούν, σα την μεγαλύτερη κακοτυχία (...). Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω."

Από γράμμα του Φραντς Κάφκα σε ένα φίλο του. Το έτος ήταν 1904.



Όταν ο Τζόυς συνάντησε ένα θαυμαστή






Κάποια μέρα, ένας νεαρός φοιτητής τον σταματά στον δρόμο, κάπου στη Ζυρίχη. Ο φοιτητής ανήκε στους ενθουσιώδεις θαυμαστές του. Τον πλησιάζει και του λέει με χαρά:

"Μπορώ να φιλήσω το χέρι που έγραψε τον Οδυσσέα;"

Τότε ο Τζόυς του απαντά:

"Όχι. Το χέρι έχει κάνει και πολλά άλλα πράγματα".


Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.




Φωτιά στο Μπιτ






Ήταν ο συγγραφέας του περίφημου "On The Road" και εισηγητής του όρου "Beat". Η γραφή και το ύφος του θα στέκονταν καθοριστικά για την εναλλακτική γενιά των αμερικανών Beatniks, εκεί στη δεκαετία του 50 - το πρώτο, ουσιαστικά, κίνημα εναλλακτικής κουλτούρας που εξαπλώθηκε στις χώρες της Δύσης του 20ου αιώνα. Το "On The Road" γράφτηκε εξ' ολοκλήρου στον δρόμο, όπως λέει και το όνομα του, οδηγώντας μεταξύ Αμερικής και Μεξικού, διασχίζοντας ερήμους και σκόρπιες πολιτείες...

Και ένα μάλλον κωμικό περιστατικό. Στις αρχές των 50'ς είχε βρει δουλειά ως δασοφύλακας στην πολιτεία της Ουάσινγκτον. Λίγοι μόλις μήνες πέρασαν και απολύθηκε. Τι είχε συμβεί; Ένα βράδυ ο διευθυντής της δασικής υπηρεσίας τον βρήκε να κοιμάται του καλού καιρού στο φυλάκιο. Αυτό ενώ η πυρκαγιά μαινόταν λίγα μόλις βήματα πιο πέρα.


Ο λόγος για τον Τζακ Κέρουακ.



Ένα διάλειμμα για κρασάκι






Πάμε πίσω μερικούς αιώνες. Ήταν 1670, όταν ο Μολιέρος παρουσίασε για πρώτη φορά στην αυλή του Λουδοβίκου του 14ου της Γαλλίας το θεατρικό “Ο Αρχοντοχωριάτης”... Το απόσπασμα που ακολουθεί συνιστά μια ωδή στην κρασοκατάνυξη. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί και χθες.


ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Φύλλις, πιές μια γουλιά,
ν' αρχίσει ο χορός
Αχ, πόσο όμορφη μοιάζει μες
στα χέρια σου, μια κούπα με κρασί!
Αυτά τα δύο, το κρασί
κι η ομορφιά σου,
μες στην καρδιά μου
άναψαν φωτιά.
Μπροστά στο πιόμα, εμείς οι δυο,
καρδιά μου,
πως θ' αγαπούμε ο ένας τον άλλο,
ας ορκιστούμε αιώνια.

Σαν στάζει αυτό στα χείλη σου,
ακόμη πιο πολύ τα νοστιμεύει
και πώς το στόμα σου γίνεται
ακόμη πιο γλυκό!
Αυτό ή το άλλο μου ανοίγει
την όρεξη ακόμη πιο πολύ.
Πίνω κρασί, εσένα φιλώ και
περισσότερο μεθώ.
Μπροστά σε κείνο, αγάπη μου,
πως θ' αγαπάμε ο ένας τον άλλο
ας ορκιστούμε αιώνια.


ΔΕΥΤΕΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ


Εμπρός, φίλοι, να πιούμε,
αυτόν τον χρόνο τον καλό,
χαρείτε να χαρούμε,
όσο έχουμε καιρό.
Στη σκοτεινιά του Άδη
σαν βρεθούμε,
θα χάσουμε για πάντα αγάπες
και κρασί.
Εμπρός λοιπόν, να πιούμε,
όσο κρατάει η ανάσα μας αυτή.

Παράλογος είναι όποιος ποθεί
ν' αναζητά αλλού χαρά!
Εμείς πως σ' ένα βαρέλι μέσα
νομίζουμε πως ολόκληρη χωρά.
Φήμη, μόρφωση και πλούτη
τις στενοχώριες της ζωής δεν
καταφέρνουν να σκορπούν.
Μονάχα μέσα στο ποτήρι τούτο
οι έγνοιες σκορπούν.

Εμπρός, λοιπόν, παιδιά, τον κόσμο
όλο κερνάτε με κρασί!
φέρνετε αδιάκοπα κούπες
κερνάτε εδώ γραμμή.



Σαλπάροντας στο Υπερωκεάνειο του έρωτα





Ο λόγος για ένα καράβι του οποίου πολύ θα θέλαμε να είμαστε επιβάτες. Έχοντας μάλιστα απολαύσει το κρασί που μας κέρασε ο Μολιέρος, τι καλύτερο από το να απολαμβάναμε τις θεσπέσιες ηδονές που περιέγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος.



"Ενώ ο Ρώσσος ωμιλούσε ακόμη, ο Άγγλος εκοίταζε το μέγα υπερωκεάνειον, όπως κοιτάζει κανείς έναν φίλον με τον οποίον συνεννοείται απολύτως. Τα μάτια του έλαμπαν πολύ και το όλον ύφος του έδειχνε έξαρσιν μεγάλην. Έπειτα κατευθύνων το βλέμμα του, οτέ μεν προς τον ηδονιζόμενον ναυτικόν και την μικράν Ελληνίδα, οτέ δε προς τον Ρώσσον, ο Άγγλος είπε:

"Nαι, φίλε μου, διότι για μένα, ο έρωτας με όλα του τα φαινόμενα, και όχι ως μία έννοια ανεδαφικώς τυποποιημένη από την ηθική, ο έρωτας λοιπόν εν τη πληρότητί του, ο έρωτας ο αληθινός, ο έρωτας ο βιολογικός και πάσα ωστική φορά η δύναμις είναι εν και το αυτό - δηλαδή ενέργεια ερωτική και ηδονική του σώματος και της ψυχής, τουτέστιν η πλήρης, ενιαία και αδιαίρετη ουσία, όχι μόνο του ατόμου, αλλά και της καθολικής υπάρξεως του κόσμου. Η ζωή, για μένα Σέργιε, είναι ο Έρως, αλλά ο Έρως πλήρης, με όλα του τα φαινόμενα αλληλένδετα, συνυφασμένα και συγκροτούντα την ολοκληρωτικήν υπόστασιν και μορφήν του. 

Ενώ εσύ, φίλε μου, βλέπεις με άγχος τα επι μέρους, στοιχεία και ζητήματα ενός πλήρους και ακεραίου συνόλου, εν ω επιτυγχάνομεν ή αποτυγχάνομεν, αναλόγως με τον βαθμό εις τον οποίον δεχόμεθα ή δε δεχόμεθα το σύνολον τούτο, και το άγχος σου αυτό, αγαπητέ μου, που δεν διαφέρει καθόλου από τον φόβο της κολάσεως των χριστιανών, σε εμποδίζει, Σέργιε, να δης τον έρωτα στα μάτια, δηλαδή να δης τη ζωή εν τη υπερόχω και συμπαγεί, άνευ Καλού ή Κακού ακεραιότητί της, όταν, εν θριάμβω, μέσα από τους έρωτας και μέσα από τας μάχας, εν ηδονή και εν δυνάμει ολοκληρούμεθα."

Ένα ρίγος διέτρεξε το σώμα του Ρώσσου συζητητού, επί τω ακούσματι των τελευταίων λέξεων του Αγγλοσάξονος φίλου του. Διά μίαν στιγμήν του εφάνη ότι, εκεί, δίπλα του, και επί της αναπεπταμένης προκυμαίας, εν τω μέσω του βοώντος πλήθους, που απεθαύμαζε τον "Μέγαν Ανατολικόν", του εφάνη ότι ίστατο υπό τα ενδύματα ενός ανδρός του 19ου αιώνος, ουχί ο Άγγλος φίλος του, αλλά, ως παρουσία ενός θεού ενσαρκωμένου, του εφάνη ότι ίστατο εκεί, μέσα εις την δόξαν του εκθαμβωτικού εαρινού ηλίου, στιλπνός και παντοδύναμος ο Παν".


Από το πρώτο κεφάλαιο του “Μεγάλου Ανατολικού”.


συνεχίζεται....





11 Οκτωβρίου 2015

Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος Ι: Ο Αρχέγονος Ρυθμός


©the Lethal Rabbit


H Jazz ξεπλένει την σκόνη της καθημερινής ζωής" - Art Blakey


“Με ενοχλεί όταν προσπαθούν οι άνθρωποι να αναλύσουν τη Jazz λες και είναι κάποιο διανοητικό θεώρημα. Δεν είναι. Είναι συναίσθημα” – Bill Evans


“Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν σχετικά με τη jazz, φίλε, είναι πως δεν ξέρω τι θα γίνει μετά. Εσύ ξέρεις;” – Bix Beiderbecke


O αυτοσχεδιασμός είναι η ικανότητα να επικοινωνείς με τον εαυτό σου” – Cecil Taylor


“Εάν δεν το κάνεις βίωμά σου, δεν θα ξεπροβάλλει απ’ την κόρνα σου” – Charlie Parker


“Είναι πολύ δύσκολο ν’ αποφασίσεις που ξεκινάει η Jazz και που τελειώνει, που βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη Jazz και στην Κλασική Μουσική. Ο ίδιος νιώθω πως δεν υπάρχει τέτοιο όριο” – Duke Ellington


“Η ζωή μοιάζει πολύ με τη τζαζ… είναι καλύτερη όταν αυτοσχεδιάζεις” – George Gershwin


“Ξεκινώ απ’ τη μέση μιας πρότασης και βαδίζω και προς τις δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα” – John Coltrane


“Ακόμα και η σιωπή χορεύει σε ρυθμούς swing – John Mehegan


“Η Jazz είναι μια μουσική φτιαγμένη από ανθρώπους και για ανθρώπους που έχουν επιλέξει να αισθάνονται όμορφα, ανεξαρτήτως των συνθηκών” – Johnny Griffin


H μουσική είναι η συντομογραφία του συναισθήματος” – Λέων Τολστόι


“Χωρίς τη μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος” – Φρίντριχ Νίτσε


“Φίλε, αν χρειαστεί να ρωτήσεις τι είναι η Τζαζ, ποτέ δεν θα το μάθεις” – Louis Armstrong



Ο παλμός



Αν χρειαστεί να ρωτήσεις για τη Τζαζ, ποτέ δεν θα μάθεις περί τίνος πρόκειται, έλεγε ο Λούις Άρμστρονγκ, τα μάτια του αντανακλώντας τη λάμψη της τρομπέτας του. Και να’ μαι εδώ, στον υπολογιστή μπροστά, σκορπώντας λέξεις που ακροβατούν στην οθόνη σαν ξεστρατισμένες νότες, προσπαθώντας να χτίσω μια εισαγωγή για το αφιέρωμά μας στη μουσική Τζαζ και την ιστορία της. Ένα αφιέρωμα που θα διαρκέσει μήνες και μήνες και του οποίου το φινάλε μόλις που μπορώ να φανταστώ, κάπου στα βάθη του τούνελ της σκέψης μου. Πώς να ξεκινήσω; Τι να πω για μια μουσική που μιλάει κατά κύριο λόγο δίχως λόγια; Με ποιο τρόπο θα κατορθώσουν οι ξερές αυτές λέξεις πάνω στην επίπεδη επιφάνεια της οθόνης να αποτυπώσουν κάτι απ’ την αρχέγονη της αίσθηση, αίσθηση απαλή σαν άγγιγμα μεταξωτού, μα ξέφρενη σαν διαδρομή ρόλερ κόστερ;

Τα δάχτυλά μου αποσύρονται απ’ το πληκτρολόγιο και χτυπούν ρυθμικά πάνω στο τραπέζι. Ταπ. Σκέφτομαι πως ένα χτύπημα σε μια επιφάνεια, οπουδήποτε, είναι αρκετό για να παράγει κάποιον ήχο. Ταπ. Έναν απλό ήχο που θα μπορούσε να σημαίνει χίλια πράγματα… Μα αν δύο χτυπήματα διαδέχονται το ένα το άλλο… τότε ο ήχος δημιουργεί ρυθμό. Ταπ-ταπ. Το ένα θα μπορούσε να είναι απλά τυχαίο. Μα στα δύο παύει το τυχαίο. Στα δύο αρχίζει ο χορός.

Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Ρυθμός που επαναλαμβάνεται, όμοιος με τους χτύπους της καρδιάς. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Σαν ένα άγνωστο μήνυμα που περιμένει ν’ αποκρυπτογραφηθεί. Μια ξεχασμένη γλώσσα που προσπαθείς ν’ αφουγκραστείς, ερχόμενη από τα άδυτα της συλλογικής μας μνήμης. Ταπ-ταπ. Ταπ-ταπ. Τα δάχτυλά σου στο τραπέζι. Πλιτς-πλιτς. Οι σταγόνες που κυλούν από μια βρύση. Ντουπ-ντουπ. Το πόδι σου που χτυπάει ρυθμικά στο πάτωμα. Ο αρχέγονος παλμός. Η παλιότερη απ’ τις γλώσσες.








Ταπ-ταπ. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Η καρδιά σου χτυπάει και μαζί της χτυπούν τύμπανα στη σκέψη σου. Ταξιδεύεις νοερά, πας πίσω στο χρόνο. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Στο νου σου ξεπροβάλλουν θεόρατα δέντρα και πυκνά δάση. Νομίζεις πως αντηχεί ο παλμός του δάσους, που είναι ταυτόχρονα ο χτύπος της καρδιάς σου. Και ο ρυθμός γίνεται ολοένα και πιο χορευτικός – και η καρδιά σου φτερουγίζει – και τα ταμπούρλα δυναμώνουν. Και νιώθεις – αν και αδυνατείς να το εξηγήσεις – πως έχεις βρεθεί ξανά εδώ.

Ταμ-Ταμ-Ταραπαταπ. Το τοπίο γύρω σου μοιάζει με κάποια αφρικανική ζούγκλα. Ένας πάνθηρας σε παρατηρεί κρυμμένος μες στα φυλλώματα των δέντρων, η γούνα του γυαλιστερή, τα μάτια του εξακοντίζοντας σπίθες φωτός στους θάμνους. Ταπ-ταπ-ταπ. Όλα μοιάζουν γνώριμα, η ζούγκλα δείχνει τόσο οικεία. Ταμ-ταραταμ-ταπ-ταραπαταπ. Ο ρυθμός γίνεται ακανόνιστος · το πνεύμα σου παραδίδεται στο αρχέγονο διονυσιακό ένστικτο που περιέγραψε ο Νίτσε. Γίνεσαι ένα με τα κύματα του ήχου, όπως αντηχούν στη σκέψη σου. Τελικά είναι τα τύμπανα του δάσους εκείνα που χτυπούν; Ή μήπως είναι η φαντασία σου;

Η ιστορία της Τζαζ δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινάει εκεί που όλα ξεκίνησαν: στην ίδια την καρδιά της αφρικανικής ηπείρου. Εκεί που κάποιοι πρόγονοί μας, κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, ανακάλυψαν τον αρχέγονο, πρωτόγονο ρυθμό. Όταν αντήχησαν τα πρώτα κρουστά και σκόρπισαν πολύχρωμες αχτίδες ήχου στα βάθη του απύθμενου δάσους. Τότε που γεννήθηκε η μουσική η ίδια, όταν το απολλώνιο πνεύμα της Οργάνωσης και του Νόμου απουσίαζε και δέσποζε ο Διόνυσος και η ατελείωτή του μέθη. Είναι τα ταμπούρλα της μαμάς-Αφρικής εκείνα που ακούς… μα είναι επίσης ο παλμός της μητέρας σου, τον καιρό που βρισκόσουν στην κοιλιά της – ο πρώτος ρυθμός που άκουσες ποτέ. Ο χτύπος της καρδιάς…

Ο παλμός της μουσικής είναι οι ρίζες της ίδιας της ζωής.








Έκσταση στα βάθη της Νέας Ορλεάνης



Βρισκόμαστε στις αρχές του 19ου αιώνα – περίπου δυο αιώνες πριν – και ένα ασυνήθιστο τελετουργικό έθιμο είχε αναβιώσει στην Πλατεία Κονγκό (Congo Square) της Νέας Ορλεάνης. Τις Κυριακές οι σκλάβοι συναθροίζονταν και χόρευαν εκστασιασμένοι σε κύκλους. 

Υπό τους αδιάκοπους ήχους των κρουστών έστηναν έναν ψηλό βωμό στο κέντρο της πλατείας, στην κορφή του οποίου ανέβαιναν μεταμφιεσμένα δύο πρόσωπα: ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα ντυμένη στο κόκκινο του αίματος. Μαζί τους δέσποζε η ιερή θεότητα που λάτρευαν: το όνομά της ήταν Damballa ή Da και είχε τη μορφή ενός πελώριου φιδιού. Ο βασιλιάς και η βασίλισσα επικαλούνταν τη θεότητα και άρχιζαν να λικνίζονται, να τρέμουν, να τινάσσονται, υπό τους ήχους των ταμπούρλων· σταδιακά το τρέμουλο μετατρεπόταν σε σπασμούς, ενώ οι ήχοι των κρουστών δυνάμωναν. Τα πλήθη των σκλάβων αφήνονταν να παρασυρθούν από το αόρατο κύμα. Τους έβλεπες να χορεύουν σαν μανιακοί, να φωνάζουν, να σκίζουν τα ρούχα τους, να δαγκώνουν το δέρμα τους – και ο ρυθμός δυνάμωνε, δυνάμωνε, άγγιζε τη διαπασών, και ο κόσμος χόρευε, τρελαινόταν, έφτανε στην έκσταση, παραδινόταν στο απόλυτο.







Για τους λευκούς κατοίκους της πολιτείας και τους χριστιανούς τέτοιοι χοροί ήταν συνώνυμοι με τη μαύρη μαγεία· το βουντού. Και τους αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη ή φόβο. Μα για τους σκλάβους – δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που είχαν μεταφερθεί σε αλυσίδες απ’ την πατρίδα τους – οι τελετουργικοί αυτοί χοροί συμβόλιζαν το αρχέγονο πνεύμα της χώρας τους. Και συνιστούσαν μια μοναδική περίπτωση κατά την οποία μπορούσαν οι ίδιοι να αισθάνονται ελεύθεροι – η έκσταση της μουσικής και του χορού τους έκανε για λίγο να ξεχνάνε τη σκλαβιά τους.

Οι εβδομαδιαίες αυτές μαζώξεις στην Congo Square διήρκεσαν δεκαετίες – ως το 1885. Και – πράγμα περίεργο – την ίδια εποχή που τα τελετουργικά σταμάτησαν, τον καιρό που η σκλαβιά είχε επισήμως πια καταργηθεί, άρχισαν να ξεπηδούν οι πρώτες, αρχέγονες τζαζ μπάντες. Να είναι άραγε σύμπτωση; Και αν αυτό είναι σύμπτωση, τι θα λέγαμε άραγε για τη σημερινή ονομασία της πλατείας Κονγκό;

Η ίδια αυτή πλατεία, που δυο αιώνες πριν φιλοξενούσε τις εκστατικές τελετές των σκλάβων, σήμερα ονομάζεται πλατεία Louis Armstrong.


Όσο αφορά τον ρυθμό των κρουστών, που πάντοτε συνόδευε τις λατρευτικές εκείνες εκδηλώσεις; Ο ήχος τους σκορπούσε φόβο σε μια μερίδα του λευκού πληθυσμού. Ήδη από την Εξέγερση του Stono του 1739, όταν οι σκλάβοι ξεχύνονταν στην επίθεση υπό τους ήχους των τυμπάνων, τα κρουστά είχαν ταυτιστεί με την “επικίνδυνη μαύρη μουσική”. Μια μουσική απομακρυσμένη από τις εξευγενισμένες φόρμες της δυτικής λευκής μουσικής, ταυτισμένη με τα κατώτερα ζωικά ένστικτα σύμφωνα με τους εχθρούς της – και δεν ήταν λίγοι αυτοί οι εχθροί. Υπήρξαν την εποχή εκείνη άφθονες θρησκευτικές οργανώσεις που προσπαθούσαν να μυήσουν τους μαύρους στην «καλή μουσική της Δύσης», ενώ αμερικανικές πολιτείες όπως η South Carolina έφτασαν να απαγορεύουν εξ’ ολοκλήρου τη χρήση τυμπάνων και κρουστών.

Μα ήταν αδύνατο να ξεριζώσεις τη μουσική, δίχως να βγάλεις την ίδια την καρδιά που χτυπάει. Εκείνο που αγνοούσαν οι πολέμιοι της «μαύρης μουσικής» - οι ίδιοι άνθρωποι που αντιτάχθηκαν στις εξελικτικές θεωρίες του Δαρβίνου και αρνούνταν να παραδεχτούν πως ο άνθρωπος συγγενεύει με τον πίθηκο – ήταν πως τα ρυθμικά εκείνα τύμπανα συνιστούσαν την πηγή της ίδιας της εξέλιξης. Πως αποτελούσαν ένα ανοιχτό παράθυρο στα άδυτα του χρόνου. Πως τα πάντα ξεκίνησαν από τη Μαύρη Ήπειρο. Από την ίδια εκείνη Αφρική, τους κατοίκους της οποίας έσερναν με βία στο Νέο Κόσμο, πουλώντας και αγοράζοντάς τους λες και ήταν αντικείμενα. Και αν τους τρόμαζαν οι τελετουργίες του βουντού, αγνοούσαν φαίνεται τον κατεξοχήν μαγικό ρόλο που έπαιζε η Τέχνη (άρα και η μουσική) στα πρώτα βήματά της. Στο σύνολο των αρχαίων πολιτισμών, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, τους γηγενείς της Αμερικής, τους πρώτους Ευρωπαίους… η τέχνη δεν ήταν ποτέ «απλά» μια μορφή ψυχαγωγίας. Ο ρόλος της ήταν βαθιά λειτουργικός και ταυτισμένος με τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου. Και ο παλμός της μουσικής ήταν ένας παλμός μαγικός, απελευθερωτικός.

Ήταν ο ίδιος εκείνος παλμός που δονούσε την πλατεία Κονγκό της Νέας Ορλεάνης. Ο μαγικός ρυθμός που ακόμα αντηχεί, κάπου βαθιά στη σκέψη μας, εκεί που το παρελθόν σμίγει με το παρόν, ενώ αφήνονται στην αιώνια πλημμυρίδα του χρόνου…







Τα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής παράδοσης




Ένα επισκεφτούμε σήμερα μια Εκκλησία των Βαπτιστών, σε κάποια νότια πολιτεία των ΗΠΑ, ενδεχομένως εκπλαγούμε από το... μουσικοχορευτικό θέαμα που επικρατεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Θυμόμαστε όλοι χαρακτηριστικές σκηνές από αμερικανικά φιλμ, τα οποία παρουσιάζουν πλήθη αφροαμερικανών που τραγουδούν και λικνίζονται ρυθμικά, υπό τους ήχους του εκκλησιαστικού οργάνου, ψέλνοντας ύμνους στον Θεό. Πόσο διαφορετική φαντάζει η ατμόσφαιρα συγκριτικά με το κατανυκτικό κλίμα της δυτικής παράδοσης!

Ο λόγος για τα περίφημα “Spirituals”, από τα οποία έλκει την καταγωγή της η μουσική Γκόσπελ (Gospel). Βασικό χαρακτηριστικό τους γνώρισμα είναι η παρουσία ενός ή περισσότερων κεντρικών προσώπων που τραγουδούν και η συνοδεία του τραγουδιού, στίχο προς στίχο, από το πλήθος του κόσμου.  Ουσιαστικά καταρρίπτεται η δυτική διαφοροποίηση ανάμεσα στον “τραγουδιστή” και στο “κοινό” - αμφότεροι συμμετέχουν στη γιορτή της μουσικής. Καθώς εξάλλου τα συλλογικά αυτά τραγούδια ενέχουν λατρευτικό ρόλο, μας θυμίζουν τις πρακτικές των μουσικών-μάγων που συναντήσαμε στην πλατεία του Κονγκό. Οι μεν λατρεύουν το μεγάλο θεό-φίδι και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του χορού και των κρουστών... Οι δε λατρεύουν το Θεό της χριστιανικής θρησκείας και εκστασιάζονται ομαδικά μέσω του κοινού τραγουδιού και του εκκλησιαστικού οργάνου... Οι διαφορές τους δεν είναι παρά επιφανειακές. Το βουντού συναντάει τον χριστιανισμό από την πίσω πόρτα και πάνε μαζί για ένα καφέ.

Η συνοδεία του τραγουδιού, διαδοχικά στίχο προς στίχο, από τα πλήθη των θεατών, ανήκει στη μεγάλη μουσική παράδοση του “Call And Response” - παράδοση που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πρόκειται για μια γνήσια διαλεκτική διαδικασία: ένας μουσικός παίζει μια νότα και κάποιος άλλος “απαντάει” με μια δική του. Αντίστοιχα, ένας τραγουδιστής της Γκόσπελ απαγγέλλει έναν στίχο, στον οποίο “απαντούν” με τη σειρά της η χορωδία, ή τα πλήθη των θεατών. Η πολυφωνία δεσπόζει: ο καθένας συμμετέχει παρέχοντας μια “νότα” στο σύνολο, μια προσωπική κατάθεση που σμίγει με εκείνες του πλήθος, δημιουργώντας ένα αρμονικό συλλογικό μωσαϊκό.








Στο παραδοσιακό Call and Response καταργείται, όπως είδαμε, η διάκριση ανάμεσα στους θεατές και τους μουσικούς, όπως καταργείται ενίοτε η διάκριση ανάμεσα στη μουσική και το χορό: Οι πάντες συμμετέχουν, με τις φωνές, τα μουσικά όργανα, ή με τα σώματά τους. Μια πολύ μικρή, αταβιστική ίσως υπενθύμιση αυτού του στυλ μπορούμε να νιώσουμε ίσως στη διάρκεια ορισμένων συναυλιών, όταν συνοδεύουμε ρυθμικά ένα τραγούδι με παλαμάκια και τραγουδάμε όλοι μαζί... μα αυτό δεν είναι παρά ένα ίχνος, μια μικρή αναφορά σε μια πολύ βαθύτερη παράδοση.

Η μουσική παύει να συνιστά “ανώτερη τέχνη” ή ψυχαγωγία και μετατρέπεται σε μια γνήσια μορφή συλλογικής εργασίας. Συναντούμε τον ίδιο διαχωρισμό εξάλλου και σε έργα εικαστικού χαρακτήρα: σύμφωνα με την παράδοση της Δύσης, ο σωστός τρόπος να απολαύσεις έναν ζωγραφικό πίνακα είναι να τον δεις από απόσταση. Μα σύμφωνα με την παράδοση άλλων πολιτισμών, χρειάζεται να συμμετέχουν κι άλλες αισθήσεις, όπως η αφή – δεν αρκεί να βλέπεις ένα έργο με τα μάτια σου.

Η παράδοση του Call and Response έλκει μεν τις ρίζες της από την Αφρική (όπως κάθε μουσική), μα όντας μια παράδοση λαϊκού χαρακτήρα, συναντούμε στοιχεία της και στο παρελθόν των δυτικών κοινωνιών. Ήδη σε δυτικά εργατικά τραγούδια του 15ου αιώνα έχουν εντοπιστεί ανάλογα μοτίβα – κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως η συμμετοχική αυτή μουσική παράδοση δεν τόσο συνιστά θέμα “φυλής” ή “εθνικότητας”, μα κοινωνικής τάξης. Η συμμετοχή στη μουσική ταυτιζόταν με μια συλλογική μορφή απελευθέρωσης, ενείχε δηλαδή καθαρτικό χαρακτήρα.

Οι σκλάβοι που μεταφέρονταν κατά χιλιάδες στις αμερικανικές αποικίες έφεραν μαζί τους τις μουσικές παραδόσεις των χωρών τους. Σκλάβοι όχι μόνο από την Αφρική, μα και από τα νησιά της Καραϊβικής (απ' όπου έλκουν την καταγωγή τους αρκετές από τις πρακτικές του βουντού), άνθρωποι που τραγουδούσαν και χόρευαν για να απαλύνουν τους πόνους της καθημερινότητας και να δοξολογήσουν τους θεούς που λάτρευαν. Από τη μία υπήρχαν τα Spirituals – τα πνευματικά/λατρευτικά τραγούδια και από την άλλη τα Εργατικά τραγούδια (Work Songs) – αναλογικά όμοια με εκείνα των λαών της Δύσης. Και στα μεν και στα δε συναντούμε τη διαλεκτική και την πολυφωνία του Call and Response. Αμφότερα βρίσκονται στον πυρήνα εκείνου που, καιρό μετά, θα σχημάτιζε τη μουσική Τζαζ.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης εξάλλου ήταν η έμφαση στους ήχους, όχι στις νότες. Εδώ δεν υπήρχαν παρτιτούρες, δεν συναντούσες γραπτή μουσική και υψηλές συμφωνίες. Τα πάντα πήγαζαν απ' το συναίσθημα, από το αυθόρμητο συλλογικό παίξιμο. Κάποιες φορές τα μουσικά όργανα έφταναν ως και να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή, παραδίδοντας αξιοπερίεργους, ευφάνταστους ήχους.






Δύο είδη ρυθμού



Σύμφωνα με τον ιστορικό της Τζαζ Ted Giola, το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της αφρικανικής μουσικής παράδοσης είναι ο ρυθμός. Ο προεξάρχων ρυθμός, ο ρυθμός που ποτέ δεν σταματά – όμοιος με τον παλμό της ζούγκλας που αναφέραμε στην αρχή του κειμένου. Εκεί που η αδιάκοπη ροή των κρουστών σμίγει με τον αέναο παλμό της καρδιάς.

Υπάρχει μια σχεδόν υπνωτιστική διάσταση στο ρυθμό. Ο επαναλαμβανόμενος ήχος ενός μακρινού ταμπούρλου ενδεχομένως να σου επιφέρει μια ευχάριστη υπνηλία – ιδανική για ένα μεσημεριανό υπνάκο. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μονότονος ρυθμός είχε από παλιά ταυτιστεί τόσο με τα στρατιωτικά εμβατήρια, όσο και με τις γαλέρες των σκλάβων. Ταμ-Ταμ-Ταμ. Εν-Δυο-Εν-Δυο. Αυτός ο ρυθμός ήταν ενσωματωμένος από παλιά στις παραδόσεις των ισχυρών Κρατών, εξυπηρετώντας τους σκοπούς τους, ιδανικός για την πειθάρχηση των μαζών. Και να είστε βέβαιοι πως σε μια ολοκληρωτική οργουελική κοινωνία θα ηχούσαν από τους ήχους των Μεγάφωνων μονότονοι ρυθμοί που επαναλαμβάνουν σταθερά: “Όλα-πάνε-καλά. Όλα-πάνε-καλά”.

Μα αυτή δεν είναι παρά η μία μόνο όψη του ρυθμού. Γιατί κάτω από τον υπνωτιστικό αυτό ρυθμό ξεχωρίζει και ένας άλλος – σκοτεινότερος, βαθύτερος, δημιουργικός. Ήταν εκείνος που ο Νίτσε ταύτισε με τη διονυσιακή μουσική παράδοση, την οποία συναντούμε σε πολιτισμούς όπως οι αρχαίοι Θράκες: εκεί που ο χορός, η μουσική και το τραγούδι αποκαλύπτουν τα όρια της φαινομενικότητας και το υπέροχο χάος που δεσπόζει κάτω απ' το περίτεχνο χαλί της. Ο ρυθμός παύει πια να είναι επαναλαμβανόμενος και αρχίζει να αυτοσχεδιάζει. Πλέον τα πάντα είναι πιθανά. Αυτός είναι ο ήχος της ελευθερίας. Ο ανεξέλεγκτος, εκστατικός, δαιμονιακός χαρακτήρας της μουσικής.








Ήταν αυτός ανεξέλεγκτος ο ρυθμός που φόβιζε τους συντηρητικούς – τον κόσμο που ταύτιζε τη μουσική με τις αρμονικές συνθέσεις της Δύσης, αγνοώντας πως εκείνες δεν συνιστούν παρά τη μία μόνο όψη του νομίσματος. Μα υπάρχει και μια άλλη μουσική. Ήταν η μουσική που δέσποζε στις αφρικανικές ζούγκλες, τις αρχαίες λατρευτικές εκδηλώσεις και στους θρακικούς αγρούς. Ήταν η μουσική υπό τους ήχους της οποίας εκστασιάζονταν οι σκλάβοι της πλατείας Κονγκό. Ήταν η μουσική που εισέβαλε, θα ' λεγες ανόσια, στις Εκκλησίες των Αφροαμερικανών. Ήταν μια μουσική αληθινά συλλογική, που επέτρεπε ωστόσο τον προσωπικό αυτοσχεδιασμό.


Ήταν η μουσική που γέννησε τη Τζαζ.



Βαμμένα Μαύρα Πρόσωπα



Το παρόν αφιέρωμα θα ήταν αδύνατο να γίνει δίχως φωτογραφίες – γενικά δίνω μεγάλη έμφαση στις εικόνες σε όλα τα αφιερώματα που ανεβάζω και στην συγκεκριμένη υποενότητα είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί. Ας κοιτάξουμε την ακόλουθη εικόνα. Πρόκειται για το εξώφυλλο της καταγεγραμμένης μουσικής ενός μεγάλου χιτ της εποχής. Για την ακρίβεια πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα χιτ του 19ου αιώνα, χαρακτηριστικό του πνεύματος των καιρών και των γούστων του κοινού. Στην προκειμένη περίπτωση η εικόνα μιλάει όσο χίλιες λέξεις – και ακόμα περισσότερες.








Ο λόγος για το περίφημο Jump Jim Crowτου 1828, ένα τραγούδι που συνοδευόταν απ’ τον αντίστοιχο κωμικό χορό του και αποδιδόταν ζωντανά στα λεγόμενα Minstrel Show – τη διασημότερη μορφή μαζικής ψυχαγωγίας της εποχής στις ΗΠΑ, ένα είδος λαϊκού θεάτρου που συνδύαζε κωμωδία, παντομίμα, χορό και μουσική. Αν έπρεπε να κάνουμε μια αντιπαραβολή σε επίπεδο μαζικής απήχησης, τα Minstrel Show είχαν τη σημασία που έχουν στις μέρες μας τα κλαμπ και ο κινηματογράφος μαζί. Και ο έρμος ο Jim Crow ήταν μια καρικατούρα των μαύρων της εποχής, ένας ταλαίπωρος παλιάτσος, σκοπός του οποίου ήταν η ψυχαγωγία του κοινού.

Ταλαίπωρε Τζιμ! Ακόμα και ο Τζιμ στο θρυλικό «Χάκλμπερι Φιν» του Μαρκ Τουέιν ήταν περισσότερο τυχερός από σένα! Γιατί εκείνος ήταν ένας σκλάβος που επιχείρησε να σπάσει τα δεσμά – προκατειλημμένος, αμόρφωτος, άθελά του κωμικός… μα αληθινός, όσο αληθινός μπορεί να είναι ο χαρακτήρας ενός βιβλίου. Ενώ εσύ, Τζιμ του θεάτρου, δεν ήσουν παρά μια καρικατούρα. Μια κακή απομίμηση, οικοδομημένη πάνω στα στερεότυπα που έτρεφαν για σένα οι λευκοί. Οι ίδιοι λευκοί που σου φόρεσαν αλυσίδες και έπειτα γέλασαν με τα καμώματά σου, όπως θα γελούσαν με ένα σκυλί που χοροπηδάει στο λουρί του.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του αιώνα, βλέπετε, ο ρόλος του «Τζιμ Κρόου» πάνω στη σκηνή αποδιδόταν όχι από μαύρους ηθοποιούς… μα από λευκούς, βαμμένους με μαύρη μπογιά. Μια παράδοση που έφτασε ως και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και ίχνη της οποίας βλέπουμε μέχρι και σε κινηματογραφικές επιτυχίες των καιρών, όπως ο περίφημος «Τραγουδιστής της Τζαζ» - η πρώτη ομιλούσα ταινία, με τον Αλ Τζόλσον να υποδύεται ένα μαύρο έχοντας βάψει το πρόσωπό του και διατηρώντας εκείνο το πλατύ, κωμικό χαμόγελο του κλόουν.







Το λευκό κοινό αντιμετωπίζοντας τους μαύρους ως στερεότυπα (όπως επίσης τους Κινέζους, τους Ιάπωνες, τους Εβραίους, τους αυτόχθονες Αμερικάνους και τόσους άλλους λαούς), απάλυνε τις ενοχές για την κακομεταχείρισή τους και για την έλλειψη ισότητας και ενίσχυε την ψευδαίσθηση της «εκλεκτής ράτσας», σε μια εποχή ιμπεριαλιστικής επιβολής. Ακόμα και όταν είχε καταργηθεί επισήμως η σκλαβιά, οι διακρίσεις παρέμεναν – το αποτύπωμα δεν φεύγει, βλέπετε, αν αφαιρέσετε ένα στρώμα μπογιάς. Χρειάζεται να σκάψεις κάτω βαθιά, να φτάσεις ως τις ρίζες, για να εξαλείψεις την ψυχολογική κατηγοριοποίηση, τη ρίζα κάθε ρατσισμού. Και όπως θα διαπιστώσουμε στις συνέχειες του αφιερώματός μας, η ιστορία τόσο της Τζαζ όσο και της συνολικής μουσικής του 20ου αιώνα φέρει βαθιά μέσα της αυτό το αποτύπωμα.

Το ίδιο αποτύπωμα που παρουσιάζει αυτόν τον κακομοίρη, αστείο ανθρωπάκο να χορεύει, ένα λευκό με το πρόσωπό του βαμμένο μαύρο. Η μορφή του «Τζιμ Κρόου» είναι χαραγμένη στη συλλογική μνήμη της μοντέρνας εποχής, σαν μια ουλή που θυμίζει τραύματα παλιά.

Κι ενώ οι σκλάβοι χόρευαν υπό τους ήχους μιας αληθινά δημιουργικής μουσικής έκφρασης… οι λευκοί απομιμούνταν τους μαύρους σε καρικατούρες στερεότυπα, σκορπώντας γύρω τους το γέλιο. Εν τέλει και οι δύο αυτές εκφράσεις θα συγχωνεύονταν η μία με την άλλη – η μαζική ψυχαγωγία του 20ου αιώνα θα έφερε ίχνη των μεν, όσο και των δε. Γιατί κάποιες φορές το έδαφος πάνω στο οποίο χορεύουμε κροταλίζει με ήχους από κόκαλα.

Μα ο ρατσισμός πάντα λέει περισσότερα για εκείνον που στρέφει το δάχτυλο… παρά για το υποκείμενο της χλεύης του.







Ragtime – Η μουσική της νέας εποχής



Εν αρχή ην το Ράγκταϊμ. Το μεγάλο βιβλίο της Τζαζ θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινάει με αυτήν εδώ τη φράση. Το ίδιο θα μπορούσε να αρχίζει το μεγάλο βιβλίο της Μουσικής του 20ου Αιώνα. Και η λέξη “RAGTIME” θα ήταν γραμμένη με περίτεχνα, χρυσά γράμματα στην πρώτη σελίδα του πρώτου κεφαλαίου, αποτυπωμένη πάνω σε μια πινακίδα σαν εκείνες που είχαν τα σαλούν: ξύλινη, με κάποιες τρύπες από πιστολιές απάνω.

Ήταν μια χαρούμενη, ξέφρενη, τρελή μουσική. Μια μουσική που αντανακλούσε την εποχή της Μπελ Επόκ αλα Αμερικάνα, το αισιόδοξο πνεύμα ανάμεσα σε δύο αιώνες – όταν ο 19ος αιώνας παρέδιδε με χασμουρητό τη σκυτάλη στο νεογέννητο Εικοστό, ένα ατίθασο βρέφος με τσαμπουκαλεμένη διάθεση και όρεξη για καβγά. Ω, ήταν μια τρελή εποχή αναμφισβήτητα – και δεν υπάρχει μουσική που να φανερώνει περισσότερο το πνεύμα της πέρα από το Ράγκταϊμ!

Ήταν επίσης μια μουσική των μαύρων. Εξ’ ολοκλήρου δημιούργημα της μουσικής κουλτούρας τους, το Ράγκταϊμ συνιστούσε την πρώτη μορφή δημοφιλούς μαύρης μουσικής· στους ανέμελους ρυθμούς του χόρεψαν για πρώτη φορά από κοινού μαύροι και λευκοί μαζί· για πρώτη φορά μια μορφή τέχνης του αφροαμερικανικού πληθυσμού εξαπλώθηκε και κατέκτησε τα πλήθη των λευκών. Οι καιροί άλλαζαν… και οι παρωδίες του «Τζιμ Κρόου» έβλεπαν πως οι νεότερες εποχές δεν τους χωράνε πλέον. Θα χρειάζονταν πολλές δεκαετίες ακόμα· μα η αρχή είχε γίνει.

Επιφανειακά πάντως, το Ράγκταϊμ έφερε μέσα του το πνεύμα των παλαιών Minstrel Show. Τα τελευταία, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια μορφή της εύθυμης φολκ (λαϊκής) μουσικής της εποχής – το Ράγκταϊμ δεν ήταν παρά μια ακόμα έκφανση αυτής της ίδιας μουσικής φολκ. Μόνο που τώρα δεν υπήρχε καμία παντομίμα, καμία απομίμηση, καμία παρωδία – το προιόν ήταν αυθεντικό.







Ήταν μια μουσική που ταυτίστηκε, κατά κύριο λόγο με το πιάνο, σε μια περίοδο που το πιάνο συνιστούσε βασικό έπιπλο κάθε νοικοκυριού της προκοπής, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης· κάθε σπίτι είχε πιάνο, όπως σήμερα κάθε σπίτι έχει ηλεκτρική κουζίνα ή ψυγείο. Το μέσο μερικές φορές μας λέει περισσότερα από το μήνυμα που φέρει· και το κατεξοχήν μουσικό μέσο των καιρών ήταν το πιάνο, στις ανάλαφρες νότες του οποίου λικνίζονταν από κοινού μαύροι και λευκοί, πλούσιοι και φτωχοί, άρχοντες κι αλήτες. Στην πορεία το Ragtime επεκτάθηκε σε μπάντες με έγχορδα και σε ορχήστρες με χάλκινα – μα το πιάνο παρέμενε πάντα ο ακρογωνιαίος λίθος του.

Για πρώτη φορά ρυθμοί ragtime έκαναν την εμφάνισή τους κάπου στα μισά του 19ου αιώνα. Το πρώτο ωστόσο καταγεγραμμένο Rag (η συντομογραφία της μουσικής) ήταν το “Mississipi Rag” του William Krell, εν έτει 1897. Τα επόμενα χρόνια έφεραν κυριολεκτικά έναν κατακλυσμό από τραγούδια αυτού του είδους. Διασημότερος όλων των μουσικών ήταν ο Scott Joplin – ο προπάππους της Τζαζ, θα μπορούσαμε να πούμε. Ο Τζόπλιν ήταν ένας οραματιστής πέρα από την εποχή του, κάτι που φυσικά είχε το τίμημά του, σε καιρούς που ο μέσος λευκός αντιμετώπιζε τους μαύρους ως κάτι ανάμεσα σε παλιάτσο, σκύλο και εγκληματία.

Ο πατέρας του Τζόπλιν υπήρξε πρώην σκλάβος και έπαιζε βιολί· η μητέρα του έπαιζε το μπάντζο. Γονείς που έφεραν τη μουσική στις φλέβες τους. Ο ήχος του μπάντζου έμελλε να επηρεάσει καθοριστικά το νεαρό Σκοτ – ο ιδιαίτερος συγκοπτόμενος ρυθμός του στάθηκε βασικός προκάτοχος εκείνου που αργότερα, θα συνιστούσε τον πυρήνα της Τζαζ.







Ήταν 1897 όταν ο Τζόπλιν έγραψε το “Maple Leaf Rag”. Τρία χρόνια μετά, εν έτει 1900, το συγκεκριμένο κομμάτι πιάνου έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία των καιρών του: για πρώτη φορά στα χρονικά ένα κομμάτι καταγεγραμμένης μουσικής (sheet music) έφτανε να πουλήσει πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα! Και ο πυρετός του Ragtime εξαπλωνόταν στα χαρούμενα πλήθη, που ανάσαιναν τον αέρα μιας νέας εποχής. Ήταν ο ρυθμός των σκλάβων που είχαν πια αποτινάξει τις αλυσίδες τους· η πνοή του ανέμου στα μαλλιά τους.

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ράγκταϊμ, πέρα από τον εύθυμο, ζωηρό τόνο του, ήταν ο συγκοπτόμενος ρυθμός – η λέξη στα αγγλικά είναι “syncopation”. Αφορά τις απρόοπτες, μη προβλέψιμες αλλαγές σ’ ένα κομμάτι – και οι ρίζες του φτάνουν στα βάθη της αφρικανικής μουσικής παράδοσης, για την οποία, όπως είπαμε, το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού υπήρξε αναπόσπαστο τμήμα. Τα κομμάτια του ράγκταϊμ δεν εμπεριείχαν αυτοσχεδιασμό – ήταν όλα καταγεγραμμένα, όπως είναι γραμμένο ένα κομμάτι συμφωνικής μουσικής· ωστόσο ο συγκοπτόμενος ρυθμός τους άφηνε ένα παράθυρο ανοιχτό. Ένα παράθυρο που αργότερα θα άνοιγε στην πελώρια, ανεξάντλητη λεωφόρο της Τζαζ.

Και ο πυρετός της νέας μουσικής κυρίευσε τα πλήθη. Ασφαλώς οι νεότερες αυτές τάσεις δεν άρεσαν σε όλους· δεν ήταν λίγες οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτή τη «μόδα», ερχόμενες κυρίως από τους συντηρητικούς της εποχής – τους ίδιους που δεν είχαν κανένα απολύτως παράπονο από τις παρωδίες των minstrel show και από τα στερεότυπά τους. Ιδού πως περιέγραφε το Ράγκταϊμ εφημερίδα της εποχής: «Ασθένεια σαν τη λέπρα, ή απλά άλλη μια έκφραση του παρηκμασμένου μας πολιτισμού; Σα λυσσασμένο σκυλί… ο χρόνος θα δείξει».

Ο χρόνος έδειξε, κύριοι.







Όσο αφορά τον Scott Joplin, τον σημαντικότερο εκφραστή του είδους, οι καιροί στάθηκαν ανάξιοι των προσδοκιών του. Σκοπός του ήταν να προχωρήσει πέρα από τη μοντέρνα μουσική και το πιάνο, πέρα από τους αφροαμερικανικούς ήχους – επιθυμούσε να παντρέψει το παλιό με το καινούργιο, το αμερικανικό με το ευρωπαϊκό. Μελετούσε κλασική μουσική και συνέθεσε δυο όπερες και ένα μπαλέτο – συνδυάζοντας τους νεότερους με τους παλιότερους ρυθμούς, φανερώνοντας στον κόσμο πως η μουσική επιμειξία δεν συνιστά το τέλος της μουσικής – μα το μοναδικό τρόπο να εξελιχθεί, να προκύψει κάτι καινούργιο μέσα από το πάντρεμα των παλιών. Αλίμονο – ο κόσμος ήταν υπερβολικά προκατειλημμένος τότε για να ανεχτεί τέτοιες πρωτοποριακές τάσεις. Τα μεγαλεπίβολα αυτά έργα του Τζόπλιν δεν γνώρισαν επιτυχία στον καιρό τους – και έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες και να φτάσουμε ως τη δεκαετία του 70, για να θυμηθούν οι νεότερες γενιές τον Τζόπλιν και να αναγνωρίσουν το έργο του.

“NOTE: Do not play this piece fast. Is is never right to play ragtime fast”. Ήταν η φράση με την οποία συνόδευε ο Τζόπλιν τα περισσότερα από τα δημοσιευμένα κομμάτια του. Γιατί κάποιες φορές το γρήγορο δεν είναι το καλύτερο, όπως δεν είναι πάντα σωστότερες οι πρώτες εντυπώσεις και όπως δεν είναι πάντα ομορφότερη η τέλεια ομορφιά.



Χορεύοντας στο Μέτωπο



Κάποιες φορές οι ωραιότεροι χοροί είναι εκείνοι που χορεύονται στην άκρη του γκρεμού· τα γλυκύτερα φιλιά εκείνα που δίνονται καταμεσής της κρίσης· και τα ομορφότερα σμιξίματα εκείνα που γίνονται εντελώς ανέλπιδα, λαχταριστά και παράταιρα σαν τρούφα που σκορπίζει στον κατακλυσμό.

Ο νέος αιώνας είχε έρθει και σύντομα έδειξε τα δόντια του. Ο κόσμος ξεχύθηκε ενθουσιασμένος στη λαίλαπα ενός πολέμου, του μεγαλύτερου που είχε γνωρίσει ο κόσμος μέχρι τότε, κουφός στο τραγούδι των Σειρήνων, μικρός μέσα στη μεγαλομανία του. Κι όμως, ακόμα και στο Μέτωπο, δεν έπαυε να χορεύει. Για λίγες έστω στιγμές ξέφευγε απ’ το μονότονο στρατιωτικό του βάδισμα και έπιανε ρυθμούς που θύμιζαν τις γλύκες τις ειρηνικής ζωής – γλύκες που φάνταζαν ξαφνικά τόσο μακρινές και ποθητές, καταμεσής των βρωμισμένων χαρακωμάτων.








Ήταν 1917 όταν μπήκε η Αμερική στον πόλεμο – και μαζί με αυτήν ένας μαύρος μουσικός, ο οποίος συμμετείχε στη στρατιωτική ορχήστρα της πατρίδας του. Ο λόγος για τον James Reese Europe, η μπάντα του οποίου, οι “Hellfighters”, ήταν ταυτόχρονα μουσικοί και μαχητές, ξεχωρίζοντας για τη γενναιότητά τους στο καταματωμένο γαλλικό μέτωπο. Η μουσική της μπάντας του Europe ήταν ράγκταϊμ σε ορχηστρική μορφή. Δεν ήταν λίγες οι “Ragtime Orchestras” τα χρόνια εκείνα της δεκαετίας του 10. Και μέσω της μετάβασής τους στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, γνώρισαν για πρώτη φορά οι Ευρωπαίοι τη νέα αυτή μουσική. Μια μουσική που σε πολλά σημεία θύμιζε τη νεογέννητη τότε, Τζαζ. Μα ο όρος «Τζαζ» ακόμα δεν είχε καθιερωθεί ακόμα στις συνειδήσεις του κοινού – και η μουσική, με τη σειρά της, δεν είχε απελευθερωθεί οσο χρειαζόταν. Η λέξη κλειδί ακόμα ήταν Ράγκταϊμ. Λέξη φωτιά, σαν τις φωτιές που εκτινάσσονταν στον μπαρουτοκαπνισμένο αέρα του μετώπου.

Δυστυχώς ο James Europe δεν έμελλε να ζήσει για πολύ. Δεν σκοτώθηκε στον πόλεμο, μα από μαχαιριά ενός αντίζηλου – γλίτωσε από τις τίγρεις για να τον φάνε οι κοριοί, για να θυμηθούμε και τον Μπρεχτ. Η κηδεία του ωστόσο υπήρξε γεγονός πρωτοφανές για τα χρονικά της εποχής – για πρώτη φορά σε κηδεία μαύρου (και μάλιστα, ενός μουσικού) συγκεντρώθηκαν χιλιάδες κόσμου, επιθυμώντας να αποτίσουν ένα μικρό φόρο τιμής στο μουσικό που σκόρπισε τις νότες του στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Ασφαλώς αν δεν είχε πολεμήσει ο Europe στο Μέτωπο λίγοι θα ασχολούνταν, καθώς βλέπετε πρέπει να θυσιαστείς για έναν σκοπό για να σε εκτιμήσουν τα πλήθη αν είσαι μαύρος – να παράγεις μοναδική μουσική από μόνη της δεν είναι αρκετό. Μα ήταν και αυτό ένα βήμα, αν μη τι άλλο.

Μεταξύ άλλων, η Ορχήστρα του James Europe εκτελούσε μία σύνθεση του W.C. Handy (για τον οποίο θα μιλήσουμε περισσότερο στη συνέχεια), που ονομαζόταν “Memphis Blues”. Το συγκεκριμένο κομμάτι στις ΗΠΑ χορευόταν στους ρυθμούς ενός πρωτοεμφανιζόμενου χορού, με την ονομασία “Fox Trot”. Το Φοξ Τροτ ήταν ένας χορός ανάλαφρος σαν αέρας που φυσά σε ποδόγυρο γυναίκας. Ήταν η ίδια εποχή που κατέφτανε απ’ την Αργεντινή το Τάνγκο, ξεσηκώνοντας τον κόσμο με το βαθύ ερωτισμό του. Οι χοροί άλλαζαν, οι καιροί άλλαζαν και μαζί με αυτούς οι μουσικές. Τα βαλς και οι πόλκες του παλιού καιρού σύντομα έμελλε να αντικατασταθούν από τις νέες τάσεις, όπως έμελλε να αντικατασταθούν οι κορσέδες απ’ τα ριχτά φορέματα, οι παραδοσιακές τέχνες απ’ τις τέχνες του μοντερνισμού, η βικτωριανή ηθική απ’ την ξέφρενη παράδοση στις απολαύσεις.

Κι ενώ ο Μεγάλος Πόλεμος τελείωνε και ο κόσμος συναρμολογούσε τα κομμάτια του…







Damn Right I Got The Blues



Το Ράγκταϊμ ήταν μια μουσική εύθυμη και ανάλαφρη. Τα Spirituals υπήρξαν μουσικές δοξολογίες. Τα εργατικά τραγούδια μια μορφή αποδοχής του πεπρωμένου. Τα θεατρικά Minstrel Shows χοντροκομμένες σάτιρες μαζικής αποδοχής. Η συμφωνική ευρωπαϊκή μουσική μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις τάξεις. Τα στρατιωτικά εμβατήρια προσδεδεμένα στον σκοπό του πολέμου. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλες οι μουσικές που κυριαρχούσαν στον 19ο και στις αρχές του Εικοστού αιώνα επιβεβαίωναν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τους καιρούς τους· πήγαιναν με το κύμα· έλεγαν σε όλα Ναι.

Μα καταμεσής όλων αυτών των μουσικών της μοίρας, είχε κάνει την εμφάνισή του ένα νέο μουσικό είδος. Σκόπιμα ατημέλητο, άγριο στη μορφή, ωμό στην έκφραση. Εκεί που οι άλλοι έλεγαν σε όλα Ναι, εκείνο ύψωνε ένα μεσαίο δάχτυλο μακρύ σαν μια κιθάρα. Αγαπούσε το ποτό και τη ζωή του δρόμου. Ήθελε ν’ αρέσει στις γυναίκες, μα κατά βάθος ήταν βαθιά μοναχικό. Και εξέφραζε τον πόνο του με νότες, τον καημό του με στίχους. Και τα λόγια του δεν εξωράιζαν την πραγματικότητα – παρά την αποκάλυπταν ως είναι, ξεγυμνωμένη και υγρή κάτω από τα υποκριτικά της πανωφόρια.

Ήταν το ανόσιο αδερφάκι των Spirituals και ο απελευθερωμένος ξάδερφος των καθυποταγμένων Εργατικών Τραγουδιών. Ήταν η αυθεντικότερη λαϊκή μουσική των μαύρων της γενιάς του, που έφτυνε στα μούτρα τα στερεότυπα των λευκών παραμυθάδων. Και έμοιαζε με κάποιο ρεαλιστικό πίνακα ζωγραφικής, κάποιο έργο του Κουρμπέ ή του Μιγέ, από εκείνα που παρουσίαζαν την πραγματικότητα στην αληθινή της διάσταση, φανερώνοντας τον αγώνα και τον πόνο των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων.

Και το όνομά του ήταν Blues. Η μουσική που έκανε συμφωνία με τον Διάβολο και έσπειρε γύρω της τους σπόρους τους παραδείσου. Τους σπόρους της μουσικής του 20ου αιώνα, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται κάπου στα βάθη του Μισσισσιππή, αγκυλωμένες στις πλάτες μιας περιπλανώμενης κιθάρας.








Όλες οι μουσικές που αναφέραμε ως τώρα συνέβαλαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη δημιουργία της Τζαζ. Μα η σούπα χρειαζόταν ένα ακόμα βασικό συστατικό, προκειμένου να αποκτήσει τη νοστιμάδα της – και αυτό ήταν τα Μπλουζ.

Οι ρίζες τους χάνονται κάπου στα βάθη του 19ου αιωνα – άγνωστο πότε ακριβώς ξεκίνησαν, καθώς τότε, βλέπετε, δεν υπήρχαν ηχογραφημένες μαρτυρίες και τα Μπλουζ υπήρξαν κατεξοχήν λαϊκή έκφραση – αφορούσαν τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα των μαύρων, επομένως ο λευκός πληθυσμός τα αγνοούσε. Πουθενά αλλού δεν είχαν τη δυνατότητα οι μαύροι των χαμηλών τάξεων (πρώην σκλάβοι ή απόγονοι σκλάβων) να εκφραστούν, όσο μέσω της μουσικής τους – και η έκφρασή τους ήταν ωμή, βαθιά ρεαλιστική, γελοιοποιώντας κάθε στερεότυπο, κάθε καρικατούρα που έτρεφε γι’ αυτούς ο έξω κόσμος.

Βαθιά συναισθηματικά, τα μπλουζ έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στο τραγούδι, παρά στη μουσική. Στους στίχους, όχι στις νότες. Σκοπός τους να εκφορτίσουν τον πόνο από τις κακουχίες μιας ζωής και μέσω της μουσικής, να αγγίξουν κάποια μορφή απελευθέρωσης. Μιλώντας για ξοδεμένους έρωτες, για στέγες δίχως ζεστασιά, για καρδιές περιπλανώμενες, για φτωχικές φωλιές, για τον κάματο της εργασίας, για την παρήγορη ζεστασιά του αλκοόλ και των αναλώσιμων γυναικών, τα μπλουζ υπήρξαν η γνησιότερη καταγραφή μιας εποχής. Μα σκοπός τους δεν ήταν να τραγουδηθεί η θλίψη – μα να δοθεί κάποια κάθαρση μέσω της μουσικής. Τραγουδώντας τα μπλουζ, απελευθερώνεσαι απ’ αυτά – ξορκίζεις το δαίμονα και η διάθεσή σου φτιάχνει. Και αυτή ακριβώς την καθαρτική διάσταση των Blues την αισθανόμαστε και σήμερα, όταν ακούμε αυτή τη μουσική – νιώθουμε λες και έχουμε βρει έναν καλό φίλο που μας καταλαβαίνει.








Δεν είναι τυχαίες εξάλλου οι ομοιότητες με τα δικά μας ρεμπέτικα τραγούδια και όποιος ασχοληθεί περισσότερο με την ιστορία των δύο μουσικών θα εκπλαγεί, συνειδητοποιώντας πόσο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους – σαν αδέρφια χαμένα από καιρό, που βρίσκονται ξανά.

Ξεκίνησαν από το Δέλτα του Μισσισσιπί και ευδοκίμησαν πρώτα στις αγροτικές περιοχές· για τον λόγο αυτόν τα πρώιμα Μπλουζ ονομάζονται “Delta Blues” ή “Country Blues”|. Μια κιθάρα, ενίοτε ένα μπάντζο, και ένας περιπλανώμενος, ως συνήθως, μουσικός. Κάπως έτσι άρχισαν. Ανάμεσα στους πρώτους τραγουδοποιούς που έγιναν γνωστοί στο ευρύτερο κοινό, στη διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, ήταν ο Blind Lemon Jefferson, το ωμό στυλ του οποίου χαρακτήριζε το σύνολο των παλαιών μπλουζμεν· ο Charley Patton (Τσάρλι Πάτον), μια βασανισμένη φωνή και μια περίτεχνη κιθάρα, τα κόλπα της οποίας μιμήθηκε πολλές δεκαετίες μετά ο Jimmy Hendrix· o βαθιά συναισθηματικός EddieSonHouse, προκάτοχος της slide κιθάρας· και ο Robert Johnson – η μεγαλύτερη φυσιογνωμία όλων.

Στην περίπτωση του Ρόμπερτ Τζόνσον η αφήγηση της πραγματικότητας σμίγει με το μύθο και συχνά είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα όριά τους. Είναι ο αρχετυπικός Μπλουζμαν, ο Περιπλανώμενος με παρέα τη Σκιά και την Κιθάρα του, ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι, γυρίζοντας τις πολιτείες του Νότου, παίζοντας σε νυχτερινά στέκια, αποπλανώντας τις γυναίκες, συνάπτοντας συμμαχία με το διάβολο. Εκείνος που μετέφερε όπου και αν πήγαινε το στίγμα και την ευλογία των Μπλουζ. Όσο αφορά τις ηχογραφήσεις του κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 30; Αρκεί να αναφέρουμε πως συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της μεταγενέστερης Ροκ μουσικής.

Περισσότερα για τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον περίφημο μύθο (ή μήπως ήταν πραγματικότητα;) της συνάντησής του με τον διάβολο, μπορείτε να διαβασετε σε ένα παλιότερο κείμενό μου εδώ:




Τα Μπλουζ ήταν απ’ τη φύση τους περιπλανώμενα, αδύνατο να περιχαρακωθούν σε στενά όρια και κλεισμένα σύνορα. Κάποια στιγμή λοιπόν, στο μεταίχμιο των δύο αιώνων, πρόσφυγες από τον Μισσισσιππή έφεραν τα Μπλουζ στη Νέα Ορλεάνη – μια πολιτεία που ξεχείλιζε ορχήστρες και μπάντες από χάλκινα και πνευστά μουσικά όργανα. Ήταν ζήτημα χρόνου να αρχίσουν οι τελευταίες να ενσωματώνουν στοιχεία απ’ τα Blues στη μουσική τους… και κάτι καινούργιο είχε πλέον γεννηθεί.







Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν και ένας πρωτοπόρος – κάποιος εκφραστής του αναδυόμενου ρεύματος, στη μορφή του οποίου σμίγουν το παλιό με το καινούργιο. Ήταν 1903 όταν, σύμφωνα με την αφήγησή του, ο William Christopher Handy (γνωστότερος ως W.C.Handy) άκουσε ένα μουσικό στο Δέλτα του Μισσισσιπή να παίζει κιθάρα με ένα μαχαίρι, σε κάποιο σταθμό τρένου. Ο Handy, γνώστης της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης, εντυπωσιάστηκε από τον αυθορμητισμό, τη γνησιότητα και την απλή, μα λειτουργική φόρμα του νέου αυτού ήχου – ο λόγος φυσικά για τα Μπλουζ. Αποφάσισε λοιπόν να καταγράψει για πρώτη φορά αυτή τη μουσική, ενσωματώνοντας τη στους υπάρχοντες ρυθμούς του Ράγκταϊμ, συνδυάζοντάς τη με στοιχεία της κλασικής παράδοσης. Για πρώτη φορά καταγράφτηκε σε χαρτί η περίφημη Φόρμα των Μπλουζ, η κλασική μορφή της οποίας ήταν το επαναλαμβανόμενο δωδεκάμετρο μοτίβο και οι ξακουστές Μπλε Νότες (Blue Notes).

Και για πρώτη φορά το λευκό κοινό των πόλεων έμαθε τη νέα μουσική – αρκετά διαφοροποιημένη από το αυθεντικό πρωτότυπο, περισσότερο καλογυαλισμένη, λιγότερο γνήσια ίσως… μα τα μπλουζ ήταν εκεί, έστω μεταμφιεσμένα. Ο Γουίλιαμ Χάντι χαρακτηρίστηκε «Πατέρας των Μπλουζ», χαρακτηρισμός σαφώς υπερβολικός· μα αν δεν δημιούργησε ο ίδιος τα Μπλουζ, ο ρόλος του στην καταγραφή, στην εξάπλωση και στην μεταγενέστερη αποδοχή τους, υπήρξε καθοριστικός. Τα μεταμφιεσμένα μπλουζ του Χάντι μπολιάζονταν με τις δημοφιλείς μουσικές και τις ορχήστρες των καιρών, παραδίδοντας συνθέσεις όπως το “Memphis Blues” που αναφέραμε πριν, στους ήχους του οποίου χορευόταν το Φοξ Τροτ.

Μα η μεγαλύτερη απ’ όλες τις συνθέσεις του Χάντι ήταν το μεγαλειώδες “Saint Louis Blues”, το οποίο είδε για πρώτη φορά το φως του κόσμου το 1914 – και εδώ ερχόμαστε σε μια σημαντική καμπή για την ιστορία της μουσικής. Το “Saint Louis Blues” καθιερώθηκε ως ένα από τα περισσότερο διασκευασμένα τραγούδια στην ιστορία της μουσικής, ενώ υπήρξε παράλληλα το 2ο περισσότερο ηχογραφημένο τραγούδι του πρώτου μισού του 20ου αιώνα – πίσω μόνο από την «Άγια Νύχτα»!







Επίλογος – Η γυναίκα που μελαγχολεί στο δειλινό



Και κάπου εδώ λοιπόν, με τα λόγια του θρυλικού αυτού τραγουδιού, μπορούμε να βάλουμε μια άνω τελεία. Ήδη το πρώτο μέρος της Ιστορίας της Τζαζ ξεπέρασε κατά πολύ το όριο που είχα προβλέψει – το αφιέρωμα θα μας κρατήσει συντροφιά σε μάκρος χρόνου, όπως όλα δείχνουν. Θα επανέλθω με το 2ο μέρος του αφιερώματος κάποια στιγμή μέσα στον επόμενο μήνα.

Στο μεταξύ μια γυναίκα κάπου τραγουδά· τραγουδά για έναν άντρα με καρδιά βαριά σαν πέτρα που πέφτει στο βυθό· τραγουδά για κείνον που αφέθηκε στη λάμψη κάποιας άλλης · στα διαμαντοστόλιστά της χέρια και στο πασπαλισμένο με πούδρα πρόσωπό της· για εκείνον που τον παρέσυρε ο πλούτος και χάθηκε μακριά. Τραγουδά για τον ήλιο που δύει, τον ήλιο που την μελαγχολεί. Και συνεχίζει ν’ αγαπά αυτόν που χάθηκε, ενώ πέφτει το σκοτάδι.

Και ο παλμός της καρδιάς δεν παύει να χτυπά.


I hate to see that evening sun go down
I hate to see that evening sun go down
'Cause my lovin' baby done left this town

If I feel tomorrow like I feel today
If I feel tomorrow like I feel today
I'm gonna pack my trunk and make my getaway

Oh, that St. Louis woman with her diamond rings
She pulls my man around by her apron strings
And if it wasn't for powder and her store-bought hair
Oh, that man of mine wouldn't go nowhere

I got those St. Louis blues, just as blue as I can be
Oh, my man's got a heart like a rock cast in the sea
Or else he wouldn't have gone so far from me

I love my man like a schoolboy loves his pie
Like a Kentucky colonel loves his rocker and rye
I'll love my man until the day I die, Lord, Lord

I got the St. Louis blues, just as blue as I can be, Lord, Lord
That man's got a heart like a rock cast in the sea
Or else he wouldn't have gone so far from me

I got those St. Louis blues
I got the blues, I got the blues, I got the blues
My man's got a heart like a rock cast in the sea

Or else he wouldn't have gone so far from me, Lord, Lord



Συνεχίζεται...........