31 Δεκεμβρίου 2016

Το Γκαντεμόζαρο (και πως να το αντιμετωπίσεις με τον καινούργιο χρόνο)





«Του κύκλου τα γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν
και του τροχού που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν.»

Βιτσέντζος Κορνάρος – οι πρώτες φράσεις από τον «Ερωτόκριτο»



Κάθε χρονιά που φεύγει τείνουμε να κάνουμε τον απολογισμό μας – τι πήγε σωστά, τι πήγε λάθος, που φταίξαμε οι ίδιοι, που έφταιξαν οι άλλοι… και που έφταιξε η τύχη. Η τύχη – η τυφλή αυτή θεά που γυρίζει αιώνια τον Τροχό της κι εμείς προσπαθούμε να εναρμονιστούμε με τον πάντα απρόβλεπτο ρυθμό της. 

Η τύχη – για την οποία ο Λα Ροσφουκώ είπε πως, παρέα με την ψυχική διάθεση «κυβερνά τον κόσμο». Η τύχη – που άλλοι ταύτισαν με το πεπρωμένο, άλλοι με τη θεία βούληση, και άλλοι με μια γυναίκα – που ευνοεί τους τολμηρούς. Η τύχη – την οποία ο Λάο Τσε είχε προτρέψει να αποδεχόμαστε ακόμα και στις χειρότερες στιγμές της. Η ίδια τύχη – την οποία ο Νίκος Καζαντζάκης προέτρεπε να πολεμούμε, να αγωνιζόμαστε ενάντια στις τυφλές βουλές της. Η τύχη – για την οποία τόσα και τόσα έχουν λεχθεί και πάντα θα λέγονται, γιατί τόσο σημαντικό μερίδιο έχει (καλώς ή κακώς) στις ζωές μας.

Ή όπως λέει ένα γνωμικό: «Ο Θεός άλλους έπλασε, και άλλους έκλασε».

Σήμερα, ενώ διεξάγεται η σκυταλοδρομία ανάμεσα στους Χρόνους, το Γέρο και το Νέο, επέλεξα να σας μιλήσω για την Τύχη. Μα και για εκείνο το Ζάρι που, για κάποιο λόγο, όλες οι πλευρές του έχουν μόνο άσους. Ούτε εξάρια, ούτε πεντάρια – μόνο άσους. Γι’ αυτό και όποτε το ρίχνεις, φέρνεις πάντα Ένα. Το ονομάζω «Το Γκαντεμόζαρο». 

Και αν, φίλε μου, σου έλαχε αυτό το άτιμο ζάρι, οι επιλογές σου είναι δύο: ή το ξεφορτώνεσαι… ή το αντιμετωπίζεις. Με το σημερινό μου κείμενο θα προσπαθήσω να μιλήσω γι’ αυτές ακριβώς τις επιλογές, θέτοντας κατά πρώτο λόγο το ερώτημα: πώς να αντιμετωπίσουμε την κακοτυχία; Είναι θέμα αποδοχής; Χρειάζεται δύναμη και αγώνας; Μια εναλλακτική αντίληψη; Μήπως πρέπει να της γυρίσουμε την πλάτη; Ή μήπως κάνοντας υπομονή, μπας και το ρημάδι το Γκαντεμόζαρο φέρει πάλι καλές ζαριές;

Με αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να ξορκίσω την κακοτυχία –επικαλούμενος ίσως και εκείνο το τυχερό κουνελοπόδαρό μου. Θα μιλήσω για εκείνα τα μικρά πράγματα που χρειάζεται να κάνουμε ώστε να αντιμετωπίσουμε τυχών φουρτούνες της τύχης – γιατί εξοπλίζεσαι καλύτερα απέναντι σε μια ενδεχόμενη πλημμύρα αν έχεις μπαλώσει τις τρύπες του σπιτιού σου. Και, πάνω απ’ όλα, ελπίζω αυτά τα λόγια να συμβάλλουν, έστω λίγο, ώστε να μας πάει καλύτερα ο νέος χρόνος. Γιατί πήξαμε στο Γκαντεμόζαρο, αδερφέ μου…

Ας ξεκινήσω επικαλούμενος τη σοφία του παρελθόντος – να είστε βέβαιοι πως θα αποδειχτεί πολύτιμός μας σύμμαχος.







Περί Τύχης ο λόγος



Τα γνωμικά με θέμα τους την τύχη είναι εκεί από τα αρχαία κιόλας χρόνια – από τον καιρό που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε πως κάποια άλλη δύναμη, πέραν των θεών, παίζει σημαίνοντα ρόλο στη ζωή του.


«Όν η τύχη προπηλακίζει ούτος και παρά των πράων μάστιγας ευρίσκει.» - [Όποιον τον κατατρέχει η τύχη, ακόμα κι από τους καλούς ανθρώπους βρίσκει δυστυχίες]

Σωκράτης


«Θέλω τύχης σταλαγμόν ή φρενών πίθον.» - [Προτιμώ μια σταλαγματιά τύχης, παρά ένα πιθάρι μυαλά]

Μένανδρος


«Την ειμαρμένην ουδ’ αν είς εκφύγοι.» - [Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του]

Πλάτων


Άλλοι μίλησαν για πεπρωμένο, άλλοι για τυφλή τύχη, μα η ουσία είναι πάντα ίδιο: πρόκειται για μια δύναμη που βρίσκεται έξω από τον έλεγχό μας, μα παίζει καθοριστικό ρόλο στις ζωές μας.


“Audaces fortuna iuvat” – [Η τύχη βοηθάει τους τολμηρούς]

Βιργίλιος


«Η τύχη είναι γυναίκα και γι’ αυτό ευνοεί τον νέο που την χειρίζεται με τόλμη.»

Νικολό Μακιαβέλι


Σύμφωνα με τον Βιργίλιο και τον Μακιαβέλι, λοιπόν, η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς. Δεν χωράει αμφιβολία πως ο άτολμος άνθρωπος δημιουργεί λιγότερες συνθήκες που θα μπορούσαν να ευνοήσουν την τύχη του – και οι συνθήκες είναι για την τύχη όπως ο ήλιος για το φυτό που βλασταίνει.

Μα κάποιες φορές ακόμα και οι συνθήκες δεν αρκούν, ενώ η τόλμη μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε απερισκεψία – κάτι που γνωρίζουν καλά οι χαρτοπαίχτες και τζογαδόροι του κόσμου.


Fortuna vitrea est :tum cum splendet frangitu” – [Η τύχη είναι γυαλί: εκεί που λάμπει, θρυμματίζεται]

Publilius Syrus, 1ος αιώνας μ.Χ., Ρωμαίος γνωμικογράφος



Ο τροχός της τύχης, από μεσαιωνικό χειρόγραφο



Τύχη και αποδοχή της πραγματικότητας



«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία από το να είσαι δυσαρεστημένος με την τύχη σου.»

Λάο Τσε, 6ος αιώνας π.Χ.


Η φιλοσοφία του Λάο Τσε είναι μια φιλοσοφία εναρμόνισης με την πραγματικότητα. Σε χτυπάει η τύχη; Βρέθηκες ξανά με το Γκαντεμόζαρο στα χέρια σου; Αποδέξου το! Μην αντιστέσεσαι – γιατί να αντιστέκεσαι στην τύχη είναι λες και πας κόντρα στον άνεμο, ενώ δεν είσαι παρά ένα τόσο δα μικρό φυλλαράκι.

Πρόκειται για μια αντίληψη που θυμίζει κατά πολύ τη στάση των Στωικών: η μοίρα/τύχη είναι μεγαλύτερη από μας και δεν ωφελεί να ματαιοπονούμε για την ενδεχόμενη αλλαγή της, ούτε ν’ αναστενάζουμε για τις άδικες ροπές της. Αν κάτι πήγε στραβά, χάνεις τον καιρό σου πολεμώντας το. Θα περάσεις καλύτερα αν το αποδεχτείς και αν προσπαθήσεις να ζήσεις μαζί του. Η αποδοχή της πραγματικότητας συνιστά ένδειξη ωρίμανσης.

Κανείς εξάλλου δεν αρνείται πως ο τροχός της τύχης συνεχίζει να γυρνά… πάντα γυρνά, πέρα και μακριά από τα βλέμματα του κόσμου. Ίσως λοιπόν να έρθει εκείνη η μέρα που θα γυρίσει και αυτή η κακή τύχη σου. Μα κανείς δεν ξέρει πότε – και αν θα γίνει αυτό. Γι’ αυτό το λόγο δεν ωφελεί να σκας και να αγχώνεσαι. Ζήσε την καθημερινότητά σου, αποδέξου τα στραβά σου και μη σε νοιάζει η ζαριά… ούτως ή άλλως πρόκειται για κάτι που βρίσκεται πέρα και έξω από τον έλεγχό σου. Γιατί λοιπόν να σκας;

Μπορείς να το δεις και λίγο εγωιστικά εξάλλου: εσείς, οι ευνοημένοι απ’ την τύχη, θα έχετε όλη τη χαρά, ενώ εγώ τίποτα; Όχι, κύριοι, δεν το δέχομαι αυτό! Είμαι καλύτερος από σας και θα σας το αποδείξω! Θα αντλώ ικανοποίηση από τα μικρά πράγματα που επιλέγω ο ίδιος, και ας μην έχω τη δική σας τύχη. Γιατί εγώ δεν στηρίζομαι σε πήλινα ποδάρια – ποδάρια που στην πρώτη βροχή μπορεί να λιώσουν! Βασίζομαι στον εαυτό μου και σε όσα επιλέγω να μ’ ευχαριστούν – και αν η τύχη η πόρνη πάει πάντα με τους άλλους… ε, λοιπόν, άσ’ τη να ξοδεύεται στον κάθε άχρηστο. Θεόστραβη είναι, ούτως ή άλλως.






Τύχη και μοιρολατρεία



«Η μοιρολατρία θριαμβεύει επάνω σ’ αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτήν.»

Simone De Beauvoir


«Η τύχη δεν είναι τυχαία, είναι μόχθος. Το χαμόγελο της επιτυχίας κερδίζεται.»

Emily Dickinson


«Πρέπει να χτυπούμε, να χτυπούμε τη μοίρα μας, ως ν' ανοίξουμε πόρτα, να γλιτώσουμε!»

Νίκος Καζαντζάκης, από την «Αναφορά στον Γκρέκο»



Η αποδοχή της πραγματικότητας ενέχει πάντα τον κίνδυνο της μοιρολατρίας. Γιατί είναι διαφορετικό αν συμβιβαζόμαστε με μια κατάσταση που αδυνατούμε, ούτως ή άλλως, να αλλάξουμε… και διαφορετικό αν αρνούμαστε να μεταβάλλουμε μια κατάσταση που θα μπορούσε να αλλάξει προς το καλύτερο. Κάποιες φορές μια λεπτή γραμμή χωρίζει τον σοφό από τον άτολμο, τον ορθολογικό απ’ τον παθητικό, τον γνώστη από τον μοιρολάτρη.

Υπάρχουν άνθρωποι που απλά δεν προσπαθούν. Αν τους λάχει η κακή ζαριά, θα διαμαρτυρηθούν για την κακοτυχία τους – μα δεν θα κάνουν το παραμικρό να την αλλάξουν. Από κάποιες απόψεις θυμίζουν εκείνη τη μερίδα του μέσου Νεοέλληνα που προσωπικά με ενοχλεί πολύ: γκρινιάζω με το παραμικρό, μα αρνούμαι να δραστηριοποιηθώ ώστε να αλλάξω την πραγματικότητά μου. Μου αρκεί να κλαίγομαι και να ρίχνω τις ευθύνες πάντα στους άλλους.

Φταίει λοιπόν η Κοινωνία, φταίνε οι πολιτικοί, φταίνε οι ξένοι, φταίνε οι ντόπιοι, φταίνε οι φίλοι, φταίνε οι εχθροί, φταίνε οι πάντες… εκτός από μένα.

Ορισμένες φορές η «Κακοτυχία» δεν είναι παρά το άλλοθι για την έλλειψη προσπάθειας.


«Μιλάμε για τη μοίρα μας σαν να είναι κάτι που μας επισκέπτεται. Ξεχνάμε ότι εμείς φτιάχνουμε τη μοίρα μας, κάθε μέρα της ζωής μας.»

Henry Miller



Graffiti by Banksy



Τύχη και χαρακτήρας



«Η μοίρα και ο χαρακτήρας είναι διαφορετικές ονομασίες του ίδιου πράγματος.»

Novalis


«Τύχη μερικές φορές είναι η θέληση των άλλων.»

Alfred Capus


«Αυτό που δε θέλει κανείς να ξέρει για τον εαυτό του καταλήγει να επέρχεται σαν πεπρωμένο.»

Karl Jung


«Η τύχη και η ψυχική διάθεση κυβερνούν τον κόσμο.»

Λα Ροσφουκώ


Μοίρα και χαρακτήρας είναι ένα και το αυτό, έλεγε ο Νοβάλις, ένας εκ των κλασικών Γερμανών Ρομαντικών. Έναν αιώνα μετά, ο Σίγκμουντ Φρόυντ τόνιζε πόσο καθοριστική για την εξέλιξη της ζωής μας είναι η διαμόρφωση του χαρακτήρα, όπως σχηματίζεται από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής μας. Γιατί στην τύχη, πες, μπορούμε να πάμε κόντρα. Στο χαρακτήρα μας όμως;

Σκέψου πόσες φορές έπραξες με τον ένα και όχι τον άλλο τρόπο, όχι γιατί το επιθυμούσες, ή γιατί θεώρησες πως είναι η σωστότερη επιλογή, μα γιατί κάτι «βαθύτερο» σε έσπρωχνε προς εκείνη την κατεύθυνση. Σκέψου πόσες φορές φέρθηκες έτσι που να επιβεβαιώνεις  ξανά και ξανά εκείνο που είσαι – και όχι εκείνο που οι άλλοι νομίζουν για σένα, ή εκείνο που θα ήθελαν για σένα.

Αν η τύχη είναι το άρμα μέσα στο οποίο επιβαίνεις… ο χαρακτήρας είναι το άλογο που το καθοδηγεί.

Όσο βαθύτερα γνωρίζεις τον εαυτό σου λοιπόν, τόσο καλύτερα μπορείς να κατανοήσεις την πραγματικότητά σου. Να δεις που έπραξες σωστά, που έπραξες λάθος, ποια είναι τα όρια, ποιες οι αντοχές, ποιες οι επιθυμίες και ποιες οι αντιστάσεις σου. Ποια τα θέλω και ποια τα μπορώ σου – και να κατανοήσεις πως διαχωρίζονται τα μεν από τα δε. Να δεις που τελειώνει η δική σου θέληση και που αρχίζει των άλλων – γιατί ορισμένες φορές «τύχη είναι η θέληση των άλλων». Και να διαπιστώσεις πόσο σημαντικό μερίδιο διαδραματίζει αυτή η «θέληση των άλλων», σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει χτιστεί στα μέτρα μιας συγκεκριμένης μερίδας κόσμου και μόνο – ενώ οι υπόλοιποι πασχίζουν να εναρμονίσουν τους ρυθμούς τους με αυτή τη μικροσκοπική, μα ισχυρή καθώς φαίνεται, μερίδα.

Ο Νίτσε τόνιζε τη σημασία των αλληλοσυγκρουόμενων θελήσεων. Κάποιες από αυτές τις θελήσεις είναι ισχυρότερες από τις άλλες – και εν τέλει κυριαρχούν πάνω στις άλλες. Οι τελευταίες μπορεί να αποδεχτούν μια κατάσταση ως αποτέλεσμα «κακής τύχης» ή «κακής μοίρας», ενώ δεν είναι παρά το αποτέλεσμα της επιβολής μιας βούλησης πάνω στην άλλη. Επιβολή που, σε κοινωνικό επίπεδο, φτάνει συχνά να μετατραπεί σε θεσμό.

Μα ο χαρακτήρας δεν είναι πάντα συνειδητός – συχνά το συνειδητό κομμάτι δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Κι εδώ επιστρέφουμε στους φίλους μας, τον Φρόυντ, τον Γιουνγκ και την παλιοπαρέα τους. Σκέψου πόσο βαθιά είναι τα ορμέφυτα του χαρακτήρα μας, πόσο έντονο το μελάνι που αποτυπώνουν στο χαρτί της καθημερινότητάς μας. Η ίδια η βούληση συχνά είναι τυφλή – μας καθοδηγεί δίχως να ασκούμε έλεγχο πάνω της. Πόσο μοιάζει με τη μοίρα τελικά!

Ή, αν προτιμάτε: πόσο μοιάζει με την τύχη.



Salvator Rosa - Αλληγορία της Τύχης, 1659



Συμπεράσματα: Πώς αντιμετωπίζουμε το Γκαντεμόζαρο, λοιπόν;



Ως τώρα σκιαγραφήσαμε το θέμα της τύχης από διαφορετικές πτυχές του. Μιλήσαμε για την αναγκαιότητα της αποδοχής εκείνου που αδυνατούμε να αλλάξουμε… για την εξίσου μεγάλη σημασία της αντίστασης απέναντι στις καταστάσεις που επιδέχονται αλλαγής… μα και για τον καθοριστικό ρόλο του χαρακτήρα και της συλλογικής βούλησης, που δρα συμπληρωματικά και παράλληλα με την τύχη.

Ας προσπαθήσω να συνοψίσω – και να συνταιριάξω κάπως τις πολλαπλές αυτές οπτικές ματιές πάνω στο ζήτημα της τύχης. Σκοπός μου να αμβλύνω τις συνέπειες του όποιου Γκαντεμόζαρου βρίσκεται στα χέρια μας – ελπίζω να τα καταφέρω, ως ένα βαθμό τουλάχιστον.

Κάποιες φορές χρειάζεται να αποδέχεσαι την πραγματικότητα. Κάποιος σοφότερος ίσως έλεγε «να την αγαπήσεις» - μα εγώ θα μιλήσω απλά για αποδοχή. Αποδέχεσαι την πραγματικότητα, όπως αποδέχεσαι τον χαρακτήρα σου. Αποδέχεσαι την πραγματικότητα, όπως ζητείς και από τους άλλους να σε αποδεχτούν – με τα καλά και τα κακά σου. Γιατί δεν είναι φίλος εκείνος που σε δέχεται μόνο για τα θετικά στοιχεία σου, μα γυρεύει μονίμως να διορθώσει τα κακά. Αγνοεί πως η θετική και η αρνητική όψη είναι συμπληρωματικές στο νόμισμα – και πως τα αρνητικά συχνά λειτουργούν ως καύσιμο που βάζει μπρος στα θετικά σου και καθιστά ικανή την ύπαρξή τους.

Θεωρείς λοιπόν πως είσαι άτυχος; Ας είναι, φίλε μου! Μη σε πάρει από κάτω. Μη δίνεις πάτημα στον κάθε κωλόφαρδο εκεί έξω, για να κοκορεύεται και να καμαρώνει. Από την πηγή της χαράς έχουν όλοι δικαίωμα να πιουν. Αν η τύχη σου γυρνά την πλάτη – προσπάθησε να την αγνοήσεις κι εσύ με τη σειρά σου! Δέξου την κατάσταση ως έχει και άντλησε ικανοποίηση από εκείνα τα πράγματα που γνωρίζεις πως δεν θα σε απογοητεύσουν… εκείνα που δεν θα σου γυρίσουν την πλάτη, δεν θα σε εγκαταλείψουν, δεν θα σου κάνουν τα γλυκά μάτια τη μία, για να σε ποδοπατήσουν την άλλη. Αν η τύχη είναι γυναίκα, άφησέ τη να γυρίζει με τον ένα και τον άλλο! Μη προσδοκάς το γλυκό της το χαμόγελο, γιατί μπορεί να είναι απατηλό.

Ναι, ξέρω. Πόσο πιο εύκολα είναι τα πράγματα όταν η τύχη είναι με το μέρος σου. Το γνωρίζω, φίλε μου. Μα σκέψου πόσο εύκολα η ίδια αυτή τύχη μπορεί να σου στρέψει ξαφνικά την πλάτη. Μη χτίζεις το οικοδόμημά σου στις ράχες της, λοιπόν! Χτίσε ανεξάρτητα από αυτή, βάλε τούβλα και πέτρες και τσιμέντο! Η τύχη οικοδομεί με πούπουλα και άμμο κι ένα απλό φύσημα τα ρίχνει όλα χάμω… Γι’ αυτό κι εσύ θα χτίσεις με τούβλα, με πέτρες και τσιμέντο…

Κάποιες φορές η αλλαγή είναι στα χέρια σου. Υπάρχει χάσμα μεταξύ της αποδοχής εκείνου που δεν αλλάζει… και της παθητικής υποταγής στο πεπρωμένο. Στην πρώτη περίπτωση γνωρίζεις ποια είναι τα όρια των πράξεών σου – στη δεύτερη δεν πράττεις το παραμικρό, απλά καταπίνεις τα πάντα.

Δεν υπάρχει κάποια χρυσή τομή εδώ – για τον καθένα από μας το όριο ανάμεσα στην αποδοχή και την παθητικότητα είναι διαφορετικό. Η συμβουλή μου είναι αυτή: προσπάθησε ν’ αλλάξεις εκείνο που βρίσκεται στο χέρι σου ν’ αλλάξεις… και να κατανοήσεις εκείνο που δεν βρίσκεται. Και λάβε υπόψη σου πως μιλώ πάντα για σένα και μόνο – απέναντι στους άλλους οφείλεις πρωτίστως να δείχνεις κατανόηση για τη διαφορετικότητά τους. Αν κάτι σε δυσαρεστεί, φανέρωνε μεν τη δυσαρέσκειά σου (γιατί δεν είναι καλό ποτέ κανείς να κρύβεται) – μα μην προσπαθείς να τους διορθώσεις. Στη χειρότερη περίπτωση, απλά δεν συμβαδίζουν οι δρόμοι σας. Ας πάρει ο καθένας το δικό του.

Ενεργητικότητα δε συνεπάγεται απαραίτητα πράξεις. Η δραστηριότητα είναι πρωτίστως εγκεφαλική και ψυχολογική κατάσταση. Ενεργητικός είναι ο άνθρωπος που σκέπτεται, που ερμηνεύει, που παίρνει αποφάσεις σε διαλεκτική με τα συμβάντα της καθημερινότητάς του. Παθητικός είναι εκείνος στον οποίο η σκέψη έχει αδρανήσει. Όπως καταλαβαίνετε, λειτουργεί πολύ διαφορετικά η «αποδοχή της πραγματικότητας» σε κάποιον που σκέφτεται ενεργητικά και σε κάποιον που απλά πάει με το ρεύμα. Ο πρώτος κάνει την πραγματικότητα κτήμα του. Ο δεύτερος εγκλωβίζεται μέσα της.

Η γνώση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την τύχη – οι συνέπειες της κακοτυχίας μπορούν όμως να μετριαστούν από τη γνώση των συνθηκών που την προκάλεσαν. Γνωρίζοντας κάτι το αποδέχεσαι καλύτερα – ή, ενδεχομένως, πράττεις όσα χρειάζεται να πράξεις για να το μεταβάλλεις. Και η γνώση δεν αφορά μόνο τις εξωτερικές συνθήκες μιας κατάστασης  -συχνότερα σχετίζεται με τον εσωτερικό σου κόσμο, τις ανάγκες και τις επιθυμίες σου. Πόσα πράγματα πάνε στραβά γύρω μας απλά γιατί ο κόσμος δεν ξέρει τι θέλει – ή πώς να το θέλει σωστά! Πόσα στραβά αποδίδουμε στην κακή μας τύχη, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα της άγνοιας του κόσμου, της αδυναμίας του να κατανοήσει και να εκφράσει τις ανάγκες του;

Εδώ ερχόμαστε λοιπόν και στο θέμα του χαρακτήρα – που κάποιοι ταύτισαν με την ίδια τη μοίρα. Όσο καλύτερα γνωρίζεις τον εαυτό σου, τόσο περισσότερο κατανοείς πόση απ’ την κακοτυχία σου οφείλεται σε σένα, πόση οφείλεται στους άλλους… και πόση, εν τέλει, απομένει στη μεγάλη αυτή Δεξαμενή της Τύχης, πέρα από θελήσεις και επιθυμίες.



August Wilde - Ο Τροχός της Τύχης, 1861



Επίλογος



Να που ξέμεινες λοιπόν με το Γκαντεμόζαρο στα χέρια σου. Μα έτσι είναι τα ζάρια, φίλε μου! Τι περιμένεις απ’ αυτά.

Σου κλείνουν την πόρτα; Άνοιξε παράθυρο. Σου κλείνουν το παράθυρο; Άνοιξε μια τρύπα μες στον τοίχο. Είναι φτιαγμένοι από πέτρα οι τοίχοι; Κάλυψε την πέτρα με μια όμορφη κουρτίνα.

Φτιάξε ένα καθημερινό πρόγραμμα, τέτοιο που να γεμίζει τις ώρες σου, όχι να τις αδειάζει. Πες μια καλή κουβέντα εκεί που πιστεύεις πως αξίζει να την πεις… Μοιράσου όσα αγαπάς με όσους αξίζει να τα μοιράζεσαι μαζί τους. Κοίτα να αντλείς ικανοποίηση από τα μικρά πράγματα που ξέρεις πως δεν θα σε απογοητεύσουν ποτέ – και να κρατάς κοντά σου μόνο τους ανθρώπους που σε καταλαβαίνουν και σε εκτιμούν, με τα καλά και τα κακά σου. Αρκεί να καταλαβαίνεις και ο ίδιος τον εαυτό σου.

Και άσε την τύχη να πάει στο καλό… σαν την παλίρροια και την άμπωτη η τελευταία, φουσκώνει, ξεφουσκώνει, δεν βγάζεις άκρη.

Όσο αφορά το Γκαντεμόζαρο; Δεν χρειάζεται να το αγαπήσεις, ούτε να το αποδεχτείς ντε και καλά. Απλά δέξου το σαν μέρος της πραγματικότητας και, ταυτόχρονα, αγνόησέ το. Γράψε συνθήματα στα τείχη της εξουσίας του. Μην αφήνεις να σου κρύβουν τον ουρανό τα σύννεφά του.

Και μην ξεχνάς: ρόδα είναι και γυρίζει…

Καλή χρονιά σε όλους… και με καλύτερη τύχη, παιδιά!






Επίμετρο: Λίγα ακόμα λόγια για την τύχη



«Κοίτα να μη σε καταβάλει η Τύχη, όποια χτυπήματα και βάσανα κι αν φέρει, γιατί δεν υπάρχει δυνατός και άξιος μαχητής που δεν θα πολεμήσει με την Τύχη, όταν εκείνη επιδιώξει να τον νικήσει και να τον εξουθενώσει. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να παραδοθούμε, μα να αμυνόμαστε με σθένος, κι αυτό γιατί [η Τύχη] γνωρίζει τόσο λίγα από μάχες, που οποιοσδήποτε την αντιμετωπίσει, σε παλάτι ή κατακόμβη, μπορεί να την κερδίσει από τον πρώτο κιόλας γύρο. Κανείς άνθρωπος που έχει θάρρος δεν θα τη φοβηθεί… εκτός αν ρίξει ο ίδιος τον εαυτό του στο έδαφος.

Άφησέ τη να γυρίζει τον Τροχό της, αδιάκοπα και ασταμάτητα, καθήμενη στο κέντρο σαν κάποιος που δεν βλέπει. Κάποιους τους τυφλώνει με πλούτη, τιμές και αξίες, ενώ σε άλλους δίνει φτώχεια – ενώ όποτε την ευχαριστεί, τα παίρνει όλα πίσω. Γι’ αυτό λοιπόν είναι ανόητο να νιώθεις στεναχώρια ή χαρά για οτιδήποτε [απ’ όσα κάνει η Τύχη], τη στιγμή που μπορείς με βεβαιότητα να αποτρέψεις τον εαυτό σου από κάτι τέτοιο, αρκεί να έχεις τη θέληση. Είναι ξεκάθαρο επιπλέον το ότι μετατρέπεις την Τύχη σε θεά και την ανυψώνεις στους ουρανούς, κάτι που οφείλεις να μην κάνεις, γιατί δεν είναι ούτε σωστό ούτε λογικό να ενεδρεύει η Τύχη στον παράδεισο.»


Jean de Meun, «Το Ρομάντζο του Ρόδου», γραμμένο το 1269-78, ένα απ’ τα κλασικότερα λογοτεχνικά έργα του Μεσαίωνα.


«Οι περιστάσεις μας ορίζουν. Μας σπρώχνουν προς τον ένα δρόμο ή προς τον άλλον, και μετά μας τιμωρούν γι’ αυτό.»

Ιβάν Τουργκένιεφ


«Πρέπει να πιστεύουμε στην τύχη. Πώς αλλιώς θα εξηγήσουμε την επιτυχία αυτών που αντιπαθούμε;»

Jean Cocteau


«Αν και οι άνθρωποι κολακεύονται για τις μεγάλες τους πράξεις, συχνά αυτές δεν είναι τα αποτελέσματα ενός μεγάλου σχεδίου, αλλά της τύχης.»

Λα Ροσφουκώ


«Αν τον κόσμο τον κυβερνούσε, στ’ αλήθεια, η τύχη, δεν θα υπήρχε αδικία. Επειδή η τύχη είναι δίκαιη.»

Ferdinand Galiani, 1728-1787


«Οι πιο σταθερές αρχές στο σύμπαν είναι το τυχαίο και το σφάλμα.»

Frank Herbert, γνωστός για τη λογοτεχνική σειρά του “Dune


«Ο Θεός άλλους έπλασε και άλλους έκλασε.»

γνωμικό


«Οι ακαμάτρες και οι τρελές έχουν τις τύχες τις καλές.»

γνωμικό


«Γυναίκα και καρπούζι η τύχη τα διαλέγει.»

Γνωμικό


«Τι γνωρίζω σχετικά με την ανθρώπινη μοίρα; Θα μπορούσα να σας πω περισσότερα σχετικά με τα ραδίκια!»

Samuel Beckett


«Χρειάζεται πάντα μια δόση τρέλας για να αντιμετωπίσεις το πεπρωμένο.»

Marguerite Yourcenar, 1903-1987, Γαλλίδα συγγραφέας


«Ξεκίνα. Και θα ξυπνήσεις την τύχη σου»

Περσική παροιμία


Τιτσιάνο - Ο Έρωτας και ο Τροχός της Τύχης, 1520

28 Δεκεμβρίου 2016

Έχε Γεια Πριγκίπισσα





Μικρός, πολύ μικρός, και έχοντας γεννηθεί στα 80ς, δύο ήταν οι κινηματογραφικές μορφές που είχαν χαραχτεί μέσα μου. Στους άντρες ήταν ο Ίντυ. Μεγάλωσα βλέποντας τις περιπέτειες του αρχαιολόγου με το μαστίγιο, ενώ γύριζε σε ζούγκλες και σπήλαια και κατατρόπωνε τους ναζί. Ήθελα να μεγαλώσω και να του μοιάσω. Ακόμα θέλω.

Όσο αφορά τις γυναίκες... εκείνη που είχα ερωτευτεί παράφορα... εκείνη που με μάγεψε κι έκανε να ξεπηδήσουν για πρώτη φορά μέσα μου αυτές οι αόρατες καρδούλες - καρδιές που με ακολουθούν εκ τοτε σαν κάποια ουρά, ή κάποια πυξίδα που δείχνει προς την επιθυμητή κατεύθυνση... Η γυναίκα αυτή ήταν η Princess Leia, οπως την ερμήνευσε η Carrie Fisher.

Αν ο Ίντυ ήταν το πρότυπο άντρα που ήθελα να του μοιάσω, η Πριγκίπισσα Λέια ήταν η γυναίκα που πάντα ήθελα να βρω.

Η Carrie Fisher έφυγε σε ηλικία 60 χρονών. Another one bites the dust. Ναι, ήταν σκληρή χρονιά το 16...

Έχε γεια Πριγκίπισσα. Ο πόλεμος των άστρων έχασε το ομορφότερό του άστρο.




24 Δεκεμβρίου 2016

Χριστούγεννα στην πόλη





Χριστούγεννα στην πόλη, παραμονές 2017. Κοσμοπλημμύρα στους δρόμους ενός πολυδαιδάλου κέντρου που μοιάζει με λαβύρινθο. Εκεί συχνάζει κάποιος σύγχρονος Θησέας (μεταμφιεσμένος σε υπάλληλο γραφείου), εκεί μαίνεται το άρωμα κάποιας χαμένης Αριάδνης – κι εκεί θα συναντήσεις άφθονους μινώταυρους, να γυρίζουν αποζητώντας κάποια διέξοδο – ο μύθος τους θέλει άγριους, μα εκείνοι το μόνο που γυρεύουν (το μόνο που πάντα αναζητούσαν) είναι μια απόδραση – κάποια αλλαγή.

Λιγοστά τα παιδιά που μας είπαν τα κάλαντα στη γειτονιά – με στεναχώρησε αυτό. Μπορεί να έτυχε. Μα οφείλω να παρακινήσω τους γονείς να μη κάνουν τα παιδιά τους μαλθακά – ας βγει έξω το βλαστάρι τους, ας χτυπήσει πόρτες, ας περιπλανηθεί, ας κρυώσει επιτέλους. Τα κάλαντα υπήρξαν από τις ωραιότερες αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας και σκέφτομαι πως θα ήταν θλιβερό ένας μελλοντικός ενήλικας να μην έχει αντίστοιχες αναμνήσεις σαν αυτή. Ευτυχώς, κάποια παιδιά στο Μετρό το αναπλήρωσαν – το τραγούδι είναι ίδιο, μόνο που αντί για το κουδούνι της πόρτας άκουσα το “Μπιιιζ” ενώ ανοιγοκλείνουν οι πόρτες του Μετρό.

Στο Σύνταγμα είδα μια πελώρια ρόδα. Μεγάλη, στρογγυλή και ακίνητη – υπερβολικά ακίνητη για παραμονή Χριστουγέννων. Κόσμος περνούσε με παιδιά (με σκοπό να ανέβουν στη ρόδα) και έφευγε απορημένος. Πότε σκοπεύει να λειτουργήσει; Κάποιος τη σύγκρινε με το Μάτι του Λονδίνου. Στην ιδέα της σύγκρισης πόνεσε το Μάτι μου, κυριολεκτικά.

Μα υπήρξαν και οι ευχάριστες εκπλήξεις. Σε μια στάση λεωφορείου, απέναντι απ’ την πλατεία, έπαιζε μουσική τζαζ – η ΙΔΙΑ η στάση είχε ενσωματωμένο μηχανισμό, και πατώντας ένα κουμπί μπορούσες να διαλέξεις από ένα μενού το τραγούδι της επιλογής σου. Έπρεπε να το δω για να το πιστέψω. Αυτές λοιπόν είναι οι μικρές ομορφιές της μεγάλης πόλης. Κάποιος ρώτησε αν «παίζει ελληνικά». Ευτυχώς για μας, δεν έπαιζε.

Ερμού, Αιόλου, Κολοκοτρώνη. Παραδοσιακά κοσμοπλημμυρισμένη η πρώτη, νεότερη μόδα οι δεύτερες. Καφετέριες και φαγάδικα, άφθονα σαν μανιτάρια, ανύπαρκτα πριν μια δεκαετία – και πλήθη να ζουζουνίζουν απ’ το ένα στο άλλο. Κάποια στέκια με άποψη και αισθητική, κάποια δίχως καμία αισθητική – εξίσου γεμάτα με κόσμο και τα μεν και τα δε. Οι καφετέριες είναι σαν τους ανθρώπους. Θα βρεις εκείνες με προσωπικότητα κι εκείνες που είναι ρηχές και αδιάφορες – μα στις μοδάτες περιοχές του κέντρου το πλήθος δεν κάνει διακρίσεις.

Οι εκπλήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Βλέπω πλήθος μαζεμένο σε μια γωνιά του δρόμου, ακούω ένα τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου. Κάποιο υπαίθριο γεγονός, σκέφτηκα, με ηχογραφημένη μουσική. Κι όμως – ήταν ο ίδιος ο Σαββόπουλος που τραγουδούσε ζωντανά – όχι σε πλατεία, όχι σε εξέδρα, μα σε μια γωνιά του δρόμου, έχοντας απλά στήσει ένα μικρόφωνο και δυο ηχεία. Σαν πλανόδιος μουσικός. Αρκεί να σκεφτούμε όλα εκείνα τα γνωστά ονόματα της μουσικής βιομηχανίας που για να δεις ζωντανά πρέπει να πληρώνεις τραπέζια και ποτά… ναι, αυτό ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι αυθεντικό, κάτι που μου άρεσε πολύ. Ο ίδιος ο Σαββόπουλος έχει κάνει και πράγματα που δεν μου άρεσαν – μα αυτό θύμισε τον Σαββόπουλο απ’ τα παλιά, τα πολύ παλιά.

Τα καταστήματα ανοιχτά. Πωλήτριες με σκουφάκια Αϊ Βασίλη – μα η δουλειά τους είναι ίδια όπως και των υπολοίπων ημερών. Φαντάζομαι η πρώτη σκέψη τους είναι πότε θα έρθει η ώρα να σχολάσουν – και να ξεκουραστούν επιτέλους.

Επιστροφή με τον ηλεκτρικό. Άγνωστος κόσμος, κάποιες φάτσες συμπαθητικές, άλλες όχι τόσο, όπως συμβαίνει πάντα. Κι εκείνες οι κλασικές ανταλλαγές βλεμμάτων με εκείνες τις κλασικές άγνωστες του ηλεκτρικού, που μιλάνε δίχως την παραμικρή ανταλλαγή κουβέντας – μα είναι ικανές να σου ανεβάσουν τη διάθεση. Κάποια μέρα πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο γι’ αυτό το τόσο σημαντικό θέμα.

Πίσω στο σπίτι. Ανεβάζω αυτό το μικρό κείμενο και βάζω κάτι να φάω. Το βράδυ προβλέπει παρακολούθηση κάποιας ταινίας (καιρός να θυμηθώ τον «Πολίτη Κέιν»), και άφθονη κατανάλωση κουραμπιέδων.


Καλές γιορτές σε όλους!



18 Δεκεμβρίου 2016

Είναι Μια Υπέροχη Ζωή... ένα αφιέρωμα στην ταινία του Φρανκ Κάπρα


Ένα αφιέρωμα στο Μια Υπέροχη Ζωή του Φρανκ Κάπρα... η αφίσα της ταινίας




«Παράξενο, δεν είναι; Η ζωή κάθε ανθρώπου αγγίζει τόσες άλλες ζωές. Όταν δεν βρίσκεται γύρω μας αφήνει πίσω του μια φοβερή τρύπα…»




Σήμερα, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, σκέφτηκα να μοιραστώ μαζί σας ένα αφιέρωμα για μια χριστουγεννιάτικη ταινία – ίσως την κλασικότερη από τις κλασικές χριστουγεννιάτικες ταινίες. O λόγος για το "It's a Wonderful Life" του Frank Capra.

Τα Χριστούγεννα είθισται να θεωρούνται μια γιορτή χαράς. Μα όλοι ξέρουμε πως η ευτυχία δεν πέφτει ουρανοκατέβατη τις περισσότερες φορές από τον ουρανό, σαν κάποιο φωτεινό αστέρι ή τις νιφάδες του χιονιού – τις οποίες ούτως ή άλλως δεν βλέπουμε συχνά. Κάποιες φορές μπορεί η τύχη να μην είναι με το μέρος σου και να διαπιστώσεις πως το χαρμόσυνο κλίμα των ημερών δεν απαλύνει τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζεις. Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια ηχούν αδιάφορα στ’ αυτιά σου και τα χριστουγεννιάτικα γλυκά χρησιμεύουν ίσα για να κερδίσεις μια στιγμή λησμονιάς από τις έγνοιες. Μπορεί να έχεις οικονομικά προβλήματα, δυσκολίες με σχέσεις, ή απλά να έχεις χάσει το δρόμο σου.

Ο George Bailey, πρωταγωνιστής της ταινίας μας, βρίσκεται στα πρόθυρα της απόγνωσης. Μια επικείμενη οικονομική καταστροφή μαίνεται βαριά από πάνω του, σαν κάποιο μαύρο σύννεφο. Σκέφτεται να δώσει τέλος στη ζωή του. Τότε όμως παρουσιάζεται ένας άγγελος και του φανερώνει πως θα ήταν η ζωή των υπολοίπων ανθρώπων, αν αυτός δεν είχε γεννηθεί ποτέ. Ξεδιπλώνει μπρος στα έκπληκτα μάτια του μια εναλλακτική πραγματικότητα, ενός κόσμου στον οποίο ποτέ δεν είχε υπάρξει. Και αυτός, ο George Bailey – ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος – διαπιστώνει πως η μικρή, ασήμαντη ζωή του δεν είναι τόσο μικρή, ούτε τόσο ασήμαντη τελικά.

Είναι μια «Υπέροχη Ζωή».




It's a Wonderful Life movie title - ο τίτλος της ταινίας




Ασφαλώς το “It’s A Wonderful Life” είναι παραμύθι – σε σημεία μοιάζει εξιδανικευμένο και ουτοπικό. Κανένας άγγελος δεν θα εμφανιστεί στις σκοτεινότερες στιγμές μας για να προσφέρει μια χείρα βοηθείας. Και η εναλλακτική πραγματικότητα που επισκέπτεται ο ήρωας της ιστορίας μας, με τους φιλοχρήματους ανθρώπους, τις φιέστες, την αποξένωση και την αδιαφορία… μοιάζει περισσότερο με την πραγματικότητα όπως τη ζούμε σήμερα. Που είναι οι άγγελοι λοιπόν;

Μα σκέψου λίγο – μπορεί να μην σ’ επισκεφτεί άγγελος, μα ίσως είναι κάποιος φίλος· ή μια κουβέντα που άκουσες και σου έδωσε δύναμη· ίσως μια φράση από ένα βιβλίο· οι παρηγορητικοί στίχοι ενός τραγουδιού· το ζεστό βλέμμα μιας περαστικής στο δρόμο· ή ενδεχομένως μια όμορφη ανάμνηση απ’ τα παλιά, τέτοια που σε κάνει να σκεφτείς πως, ναι, υπήρξαν οι καλές στιγμές – και όπως υπήρξαν άλλοτε, έτσι γίνεται να υπάρξουν ξανά.

Γιατί τα πάντα είναι κύκλος. Και αν θα έπρεπε να έχουν ένα ουσιαστικό νόημα τα Χριστούγεννα, πέρα από το θρησκευτικό περίβλημά τους (και τη μεταμόρφωσή τους σ’ ένα σύγχρονο όργιο κατανάλωσης), είναι αυτό: όλα γυρίζουν· ο χειμώνας δίνει τη θέση του στην άνοιξη· το αστέρι θα φωτίσει τη σκοτεινότερη νύχτα – και ο ήλιος θα αναδυθεί ξανά.

Αυτό είναι τα Χριστούγεννα στην ουσία τους: η υπόσχεση του φωτός που θα νικήσει το χειμώνα. Η φύση που θα αναγεννηθεί από τις στάχτες της…




Christmas bells ringing from It's a Wonderful Life



It’s a Wonderful Life (after all)




Μοιάζει σχεδόν ειρωνικό, μα η ταινία που σήμερα θεωρείται η κλασικότερη από τις παλιές χριστουγεννιάτικες ταινίες - και λέγοντας «παλιές» αναφέρομαι ασφαλώς στη προ-“Μόνος Στο Σπίτι” εποχή! – αντιμετώπισε σημαντικές δυσκολίες τον πρώτο καιρό που προβλήθηκε στους κινηματογράφους. Το κόστος παραγωγής ήταν κατά πολύ υψηλότερο από τα έσοδα, ενώ αρκετές από τις κριτικές ήταν αρνητικές. Συγκριτικά με τις παλιότερες μεγάλες επιτυχίες του σκηνοθέτη Frank Capra – όπως τα “It Happened One Night” και “Mr. Smith Goes To Washington” – το “It’s A Wonderful Life” φάνηκε να λυγίζει μπροστά στην υπερβολικά φιλόδοξη παραγωγή του και το ιδεαλιστικό του σενάριο.

Ο George Bailey ζει καταμεσής μιας κοινότητας που θυμίζει περισσότερο κάποια εξιδανικευμένη πραγματικότητα, παρά τον αληθινό κόσμο που ζούμε. Οι κάτοικοι γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους και είναι διατεθειμένοι να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο σε στιγμές ανάγκης. Σα να μην έφταναν αυτά, ένας άγγελος παρουσιάζεται στον πρωταγωνιστή και τον βοηθάει να ξεπεράσει τα προβλήματά του. Όσο αφορά το τέλος;… Πρόκειται για ένα κλασικό Happy Ending από εκείνα που συναντούμε συχνά στα παραμύθια.

Δεν είναι δύσκολο να αντιμετωπίσεις το φιλμ με μια κυνική ματιά – γιατί ξέρουμε καλά πως οι κοινωνίες όπως τις ζούμε απέχουν πολύ από το εξιδανικευμένο, προ-αστικό πρότυπο, που παρουσιάζει ο Κάπρα. Και στις στιγμές της ανάγκης σου όχι μόνο δεν θα έρθουν καλπάζοντας οι άγγελοι… μα μπορεί να απέχουν ακόμα και οι φίλοι – ή τουλάχιστον όσοι δηλώνουν τέτοιοι.

Σα να μην έφταναν αυτά, το φιλμ έφτασε ως και να κατηγορηθεί από το FBI για χρήση αρνητικών στερεοτύπων όσο αφορά τους τραπεζίτες και την ανώτερη αστική τάξη. Ο τραπεζίτης (και «κακός» της ιστορίας») Mr. Potter “παρουσιάζεται ως ένας ακόμα τύπος “Scrooge”, με σκοπό να υποβαθμιστεί έτσι η τάξη του – συχνό κόλπο που χρησιμοποιούν οι Κομμουνιστές”, σύμφωνα με κείμενο του FBI που εκδόθηκε το Μάιο του 1947.

Αρκεί φυσικά να θυμίσουμε πως βρισκόμαστε στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο, όταν και ξέσπασε η παράνοια του Μακαρθισμού. Έργα όπως του Φρανκ Κάπρα – με την εμφανή αντικαπιταλιστική τους ηθική – έμοιαζαν “κομμουνιστικά” στα μάτια κάποιων.



Frank Capra - Φρανκ Κάπρα
Frank Capra


Κι όμως, παρά τις κριτικές – ή ίσως εξαιτίας αυτών – το έργο όχι μόνο άντεξε, μα έφτασε να υπερκεράσει το πέρασμα του χρόνου. Η ταινία γνώρισε μια σημαντική άνθηση από τα χρόνια της δεκαετίας του 70 και έπειτα· στην εποχή που η τηλεόραση είχε πάρει τα σκήπτρα από τον κινηματογράφο, και το έργο προβαλλόταν κάθε χρόνο στη διάρκεια των Εορτών. Και αν η παλαιότερη γενιά – η γενιά του Πολέμου και των ψυχροπολεμικών αντιλήψεων – την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό, δεν συνέβη το ίδιο με τη γενιά που τη διαδέχτηκε.

Ο νεότερος κόσμος φαίνεται είδε σε αυτό το έργο πράγματα που δεν είχαν αντιληφθεί οι παλιότεροι. Είχαμε πια περάσει στη μοντέρνα εποχή και η «Υπέροχη Ζωή» φάνταζε σαν κειμήλιο μιας αλλοτινής πραγματικότητας – με τον ίδιο τρόπο που η «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Τσαρλς Ντίκενς (για την οποία μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικό αφιέρωμά μου εδώ) φανέρωνε την εικόνα των Χριστουγέννων που πάντα φανταζόμασταν – μα ποτέ δεν είχαμε τη δυνατότητα να ζήσουμε. Η «Υπέροχη Ζωή» δεν έμοιαζε πια με εξιδανικευμένη ονειροφαντασία, μα με ένα τεκμήριο αυθεντικότητας, εντός μιας εποχής που έδειχνε να χάνει την αυθεντικότητά της ολοένα και περισσότερο.

Τι σημασία έχει που το φιλμ μοιάζει πιο πολύ με παραμύθι – σάμπως τα παραμύθια δεν εμπεριέχουν τα δυνατότερα μηνύματα; Και ποιος είπε πως ήταν σκοπός του Φρανκ Κάπρα να γυρίσει ένα «ρεαλιστικό» έργο; Συχνά μέσα από θεατρικά σκηνικά και αλληγορίες παρουσιάζονται οι βαθύτερες αλήθειες για την πραγματικότητα που ζούμε.

Στην πραγματικότητα η «Υπέροχη Ζωή» ακολουθεί τα χνάρια που πρώτος χάραξε, εκεί στο πυκνό, λευκό χιόνι, ο Τσαρλς Ντίκενς. Πρόκειται για μια ταινία «μαγικού ρεαλισμού», στην οποία το όνειρο συμπλέκεται με την πραγματικότητα και η κοινωνική κριτική βαδίζει αρμονικά με τη φανταστική αφήγηση. Ίσως αυτό ακριβώς το στοιχείο – ο συνδυασμός της καθημερινής πραγματικότητας με τη μαγεία – είναι εκείνο που προσδίδει τον ιδιαίτερο «χριστουγεννιάτικο» αέρα στην ταινία. Γιατί τι θα ήταν τα Χριστούγεννα αν δεν είχαν κάτι από εκείνη την αρχέγονη μαγεία μέσα τους; Ένα κούφιο γλέντι κατανάλωσης και θρησκευτικής κατήχησης και μια ευκαιρία να πάρουμε λίγες μέρες άδεια από τη δουλειά…



Τζέιμς Στιούαρτ και άγγελος από την Υπέροχη Ζωή / James Stewart and Angel from It's a Wonderful Life




Με το πέρασμα των χρόνων το “Μια Υπέροχη Ζωή” καταξιώθηκε όχι μόνο ως ένα από τα σημαντικότερα φιλμ του Φρανκ Κάπρα· όχι μόνο ως η κλασικότερη από τις χριστουγεννιάτικες ταινίες· μα και ως ένα από τα ορόσημα της ιστορίας του κινηματογράφου.

Η κοινωνική κριτική του Κάπρα είναι αμείλικτη – δίκιο είχε το FBI που ανησυχούσε, μα για τους λάθος λόγους. Ακόμα και αν οι τραπεζίτες δεν ομοιάζουν στο «στερεότυπο του κακού Σκρουτζ» του Mr. Potter, παραμένει το γεγονός πως το κοινωνικό σύστημα το οποίο υπηρετούν – ο καπιταλισμός – αποσκοπεί στο μεγαλύτερο δυνατό κέρδος και στη δημιουργία μονοπωλίων, σε βάρος των μικρών επιχειρήσεων, κόντρα στις ανθρώπινες ανάγκες και αδιαφορώντας για τυχόν συναισθηματικές παρεκτροπές.

Η μάχη του George Bailey ενάντια στον Mr. Potter είναι η μάχη του μικρού κόντρα στον μεγάλο, ο αγώνας του καθημερινού ανθρώπου ενάντια σ’ ένα σύστημα που επιθυμεί να καταβροχθίσει τα πάντα με το πελώριο, αδηφάγο του στόμα. Και όπως αναφέρουν οι φίλοι του George Bailey στη διάρκεια της ταινίας, «χρειάζεται να είμαστε ενωμένοι για να αντισταθούμε». Γιατί μόνο έτσι αντιμετωπίζεις εκείνο που θεσμικά είναι ισχυρότερο από σένα: ενώνοντας τη φωνή σου με τους άλλους. Χτίζοντας ομάδες. Λειτουργώντας συλλογικά.




Mr. Potter from It's a Wonderful Life
It's a Wonderful Life movie still
Jimmy Stewart from It's a Wonderful Life




Εν τέλει οι αξίες που κυριαρχούν στο φιλμ είναι οι ίδιες εκείνες αξίες που θα θέλαμε να κυριαρχούν όχι μόνο τις μέρες των Γιορτών – μα και όλο τον υπόλοιπο χρόνο: η συντροφικότητα, η φιλία, η αλληλεγγύη, η αυθεντικότητα, η ζεστασιά της οικογένειας, η θαλπωρή του σπιτιού – και η ελπίδα.

Η ελπίδα, ναι. Κακά τα ψέματα, αν έχουν ένα νόημα οι "άγγελοι" στην εποχή μας, είναι αυτό. Γιατί ελπίζοντας πως μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα, κάνεις και το πρώτο βήμα για την αλλαγή αυτή.

Ο ήρωας του έργου – ο George Bailey, τον οποίο υποδύεται υποδειγματικά ο James Stewart, σε έναν από τους πλέον αξιομνημόνευτους ρόλους του – είναι ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Από μικρός ξεχείλιζε με όνειρα, μα μεγαλώνοντας βλέπει τα όνειρά του, ένα προς ένα, να καταρρέουν. Ήθελε να σπουδάσει – μα αναγκάστηκε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του. Επιθυμούσε να ταξιδέψει, να γυρίσει τον κόσμο – μα τελικά παρέμεινε μια ζωή στο μέρος που γεννήθηκε, στη μικρή εκείνη πολιτεία του Bedford Falls. Μαζί με τη γυναίκα του (τη γλυκύτατη Donna Reed) γιορτάζουν μια ιδιόμορφη βροχερή νύχτα του μέλιτος σ’ ένα παλιό σπίτι, περιβαλλόμενοι από εικονικά σκηνικά κι ενώ αντηχεί χαβανέζικη μουσική από ένα ξεφτισμένο γραμμόφωνο.

Αυτός λοιπόν ο καθημερινός άνθρωπος, με τις προσδοκίες και τα χαμένα όνειρά του, τα άγχη και τα ξεσπάσματά του, τις εντάσεις, τους αγώνες και τα αδιέξοδά του… αυτός που φτάνει στα πρόθυρα της πιο έσχατης απελπισίας… αυτός είναι ο ήρωας που κρύβουμε όλοι μέσα μας. Εκείνος που συνειδητοποιεί στο τέλος πως η βαθύτερη αξία βρίσκεται σ’ εκείνα τα πράγματα που δεν αγοράζονται, ούτε πωλούνται… στα απλά, μικρά πράγματα και στους ανθρώπους που μας περιβάλλουν και μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε.

Αυτός είναι ο αληθινός πρωταγωνιστής του Φρανκ Κάπρα: όλοι εμείς, που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μπορούμε να ταυτιστούμε μαζί του. Εμείς που αγωνιζόμαστε, επιθυμούμε, ονειρευόμαστε, θυμώνουμε, απογοητευόμαστε – και κάποιες στιγμές χάνουμε την ελπίδα μας.

Για μας είναι που χτυπούν τα καμπανάκια. Για μας είναι που βγάζουν οι άγγελοι φτερά. Για να συνειδητοποιούμε που και που πως, παρά τις δυσκολίες της (ή ίσως εξαιτίας αυτών) είναι «μια υπέροχη ζωή» τελικά.



© Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Δεκέμβριος 2016-18. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί η συνολική ανάρτηση σε άλλες ιστοσελίδες.



It's a Wonderful Life classic film scene - κλασική σκηνή από την Υπέροχη Ζωή

11 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα ενός Παιδιού από την Ουαλία. Του Ντύλαν Τόμας


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Illustration by Peter Bailey, αφίσα από το φονικό κουνέλι
Original illustration by Peter Bailey



Τον παλιό καιρό, τότε που τα Χριστούγεννα δεν είχαν ακόμα καταξιωθεί ως η επίσημη παγκόσμια γιορτή της κατανάλωσης· τότε που τα κάλαντα αποσκοπούσαν περισσότερο στη χαρά της περιπλάνησης – και τα παιδιά δεν κλείνονταν σπίτι τους, μα έβγαιναν στο κρύο να τα πουν· στην εποχή που χιόνιζε που και που μες στις γιορτές και αισθανόσουν περισσότερο τη θαλπωρή της φωτιάς και του σπιτιού· τον καιρό εκείνο που δεν ακούγαμε για εκατομμυριοστή χιλιοστή φορά το γνωστό pop άσμα που παίζει κάθε χρόνο στα ραδιόφωνα (και, πλέον, στους σταθμούς του ηλεκτρικού)· τον καιρό, εκείνο, που λέτε, ο Ουαλός ποιητής Ντύλαν Τόμας [Dylan Thomas] έγραψε τα “Χριστούγεννα Ενός Παιδιού Από Την Ουαλία”.

Η ιστορία δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1955 – άρα η εποχή που περιγράφει τοποθετείται κάπου στα χρόνια του Μεσοπολέμου, τον καιρό που ο Τόμας ήταν παιδί. Πρόκειται για μια αυτοβιογραφική ματιά στα Χριστούγεννα μιας αλλοτινής εποχής – δίχως πλοκή, μα ξεχειλίζοντας εικόνες, φαντασία και πανέξυπνο χιούμορ. Η ιστορία αντηχεί ήχους από καμπανάκια και μοσχομυρίζει γλυκό. Διαβάζοντάς τη γίνεσαι για λίγο ξανά παιδί και νιώθεις πως μεταφέρεσαι πίσω σ’ εκείνα τα χρόνια – και βάζεις παροδικά τον κυνισμό σου στην άκρη.

Αυτή τη μικρή ιστορία θέλησα απόψε να μοιραστώ μαζί σας. Τα λόγια συνοδεύουν εικονογραφήσεις από διαφορετικές εκδόσεις τις ιστορίας (μιας από τις δημοφιλέστερες του Τόμας) ανά τις δεκαετίες. Περιλαμβάνονται σχέδια των εικονογράφων Fritz Eichenberg, Ellen Raskin, Trina Schart και Peter Bailey.

Πάμε λοιπόν πίσω στον χρόνο. Και ας βαδίσουμε, παρέα με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, στη λευκοντυμένη από χιόνι εκείνη παραλία, πλάι στη θάλασσα, ενώ θέτουμε το ερώτημα: “καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;” Ίσως στην ερώτηση αυτή, βγαλμένη από τη σκέψη ενός παιδιού, περικλείεται πολύ μεγαλύτερο νόημα στις Γιορτές, συγκριτικά με τα γνωστά και χιλιοειπωμένα λόγια που ακούμε κάθε χρόνο.



A Child's Christmas in Wales - illustration: Ellen Raskin
Illustration by Ellen Raskin


Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία




«ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΕΜΟΙΑΖΑΝ ΤΟΣΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ εκείνα τα χρόνια, στην άλλη γωνιά της παραθαλάσσιας πόλης· σιωπή παντού, εκτός από τον μακρινό ψίθυρο των φωνών που ακούω, καμιά φορά, μια στιγμή πριν από τον ύπνο, έτσι που δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε χιονίσει έξι μέρες κι έξι νύχτες όταν ήμουν δώδεκα χρονών, ή δώδεκα μέρες και δώδεκα νύχτες, όταν ήμουν έξι.

Όλα τα Χριστούγεννα κυλάνε προς τη δίγλωσση θάλασσα σαν ένα κρύο και ξεροκέφαλο φεγγάρι που τρεκλίζει κατηφορίζοντας τον ουρανό, δηλαδή το δρόμο μας· και σταματάνε στον αφρό των κρυσταλλιασμένων κυμάτων που παγώνουν τα ψάρια κι εγώ βυθίζω τα χέρια μου στο χιόνι και βγάζω στην επιφάνεια ό, τι βρω. Βουλιάξει το χέρι μου σ’ αυτή την λευκόμαλλη καμπανόγλωσση μπάλα των διακοπών που φτάνει ως την άκρη της καλαντίστρας θάλασσας και ... να τους! αναδύονται η κυρία Πρόδερο κι οι πυροσβέστες.

Ήταν το απόγευμα της παραμονής κι εγώ βρισκόμουν στον κήπο της κυρίας Πρόδερο και παραφύλαγα τις γάτες, μαζί με τον γιό της, τον Τζιμ. Χιόνιζε. Πάντοτε χιόνιζε τα Χριστούγεννα. Ο Δεκέμβρης στη μνήμη μου, είναι λευκός όπως η Λαπωνία, μ' όλο που δεν υπήρχαν τάρανδοι. Αλλά υπήρχαν γάτες. Υπομονετικοί, παγωμένοι και άκαμπτοι, με τα χέρια μας τυλιγμένα σε κάλτσες, περιμέναμε ν' αρχίσουμε τις γάτες στις χιονιές. Λείες και λυγερές σαν πάνθηρες, με τρομερά μουστάκια, φτύνοντας και νιαουρίζοντας θα τινάζονταν και θα γλιστρούσαν στους άσπρους τοίχους της πίσω αυλής και οι γερακομάτηδες κυνηγοί, ο Τζιμ κι εγώ, οι παγιδευτές με τα γούνινα σκουφιά και τις γαλότσες από το Χάντσον Μπει, πέρα από την οδό Μαμπλ, θα εκσφενδονίζαμε τις θανατηφόρες χιονιές μας στο πράσινο των ματιών τους.

Οι σοφές γάτες δεν εμφανίζονταν ποτέ. Ήμασταν τόσο σιωπηλοί, τόσο ακίνητοι, εσκιμοπόδαροι αρκτικοί ανιχνευτές στην προστατευτική σιωπή του αιώνιου χιονιού - αιώνιου μολονότι το είχε στρώσει μόλις την Τετάρτη - που δεν ακούσαμε την πρώτη κραυγή της κυρίας Πρόδερο από το ιγκλού της στο βάθος του κήπου. Ή, αν την ακούσαμε, μας φάνηκε σαν μακρινή πρόκληση από εκείνη - αντίπαλο και θήραμα μαζί - την πολική γάτα της γειτόνισσας. Σύντομα, όμως, η φωνή δυνάμωσε: «Φωτιά!» κραύγαζε η κυρία Πρόδερο, χτυπώντας το γκονγκ του δείπνου.

Κι εμείς ξεχυθήκαμε στον κήπο, με τις χιονόμπαλες στα χέρια· και, πράγματι, καπνός έβγαινε από την τραπεζαρία και το γκονγκ βροντούσε και η κυρία Πρόδερο διαλαλούσε την καταστροφή σαν ντελάλης στην Πομπηία. Κι αυτό ήταν καλύτερο κι από το να στέκονταν στη σειρά πάνω στη μάντρα όλες οι γάτες της Ουαλίας μαζί. Ορμήσαμε στο σπίτι, φορτωμένοι τις χιονόμπαλες και σταματήσαμε στην ανοιχτή πόρτα του δωματίου, που είχε ντουμανιάσει απ' τον καπνό.

Κάτι καιγόταν ήταν σίγουρο. Ίσως ο κύριος Πρόδερο, που πάντοτε έπαιρνε έναν υπνάκο μετά το μεσημεριανό, με την εφημερίδα απλωμένη στο πρόσωπό του. Όμως εκείνος στεκόταν στη μέση του δωματίου λέγοντας: «Σπουδαία Χριστούγεννα!» και δέρνοντας τον καπνό με μια παντόφλα.

«Φώναξε την Πυροσβεστική!» ούρλιαξε η κυρία Πρόδερο, καθώς χτυπούσε το γκονγκ.

«Δεν θα' ρθει», είπε ο κύριος Πρόδερο, «είναι Χριστούγεννα».

Δεν υπήρχε φωτιά, μόνο σύννεφα καπνού και ο κύριος Πρόδερο όρθιος ανάμεσά τους, ανεμίζοντας την παντόφλα του, σαν να διεύθυνε ορχήστρα.

«Κάντε κάτι», είπε.

Και πετάξαμε όλες τις χιονόμπαλες στον καπνό - νομίζω πως δεν πέτυχε καμιά τον κύριο Πρόδερο - και τρέξαμε έξω απ' το σπίτι, στον τηλεφωνικό θάλαμο.

«Να φωνάξουμε και την αστυνομία», είπε ο Τζιμ.

«Και το Πρώτων Βοηθειών».

«Και τον Έρνι Τζένκινς, του αρέσουν οι πυρκαγιές».

Αλλά φωνάξαμε μόνο την Πυροσβεστική και σύντομα ήρθε το όχημα και τρεις ψηλοί άνδρες με κράνη έβαλαν μια κάνουλα μέσα στο σπίτι και ο κύριος Πρόδερο μόλις που πρόλαβε να βγει πριν την ανοίξουν. Σπάνια τυχαίνει τέτοιος σαματάς παραμονιάτικα. Κι όταν οι πυροσβέστες έκλεισαν την κάνουλα και τους είδαμε να στέκονται μέσα στο μουσκεμένο, κατακαπνισμένο δωμάτιο, η θεία του Τζιμ, η δεσποινίς Πρόδερο, κατέβηκε και τους περιεργάστηκε απ' την κορφή ως τα νύχια. Ο Τζιμ κι εγώ περιμέναμε, χωρίς να μιλάμε, ν' ακούσουμε τι θα τους έλεγε. Πάντα έλεγε το σωστό. Κοίταξε τους τρεις ψηλούς άνδρες με τ' αστραφτερά τους κράνη, όρθιους ανάμεσα στους καπνούς και τις στάχτες και τις χιονόμπαλες που έλιωναν και είπε: «Θέλετε να διαβάσετε κάτι;»



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



Χρόνια και χρόνια και χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί, όταν υπήρχαν λύκοι στην Ουαλία και πουλιά, στο χρώμα των κόκκινων φανελένιων μεσοφοριών, πετάγονταν μέσα από τους μυτερούς βράχους, όταν τραγουδούσαμε και κυλιόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα σε σπηλιές που μύριζαν σαν κυριακάτικα απογεύματα σε υγρές σάλες χωριατόσπιτων και κυνηγούσαμε τους Άγγλους και τις αρκούδες, πριν από το αυτοκίνητο, πριν από τον τροχό, πριν από το άλογο με το πρόσωπο της δούκισσας, όταν χιμούσαμε δίχως σέλλα στους αθώους, ευτυχισμένους λόφους, χιόνιζε και χιόνιζε. Αλλά εδώ ένα μικρό αγόρι λέει: «Χιόνισε και πέρσι. Έφτιαξα ένα Χιονάνθρωπο και ο αδελφός μου τον κλώτσησε και τον γκρέμισε, κι ύστερα κλώτσησα κι εγώ τον αδελφό μου και μετά πήγαμε για τσάι».

«Όμως δεν ήταν το ίδιο χιόνι», λέω εγώ. «Το χιόνι μας δεν χυνόταν μονάχα απ' τα μεγάλα κατάλευκα μαστέλα του ουρανού, μα αναδευόταν σαν σάλι μέσα απ' το χώμα κι ύστερα ξεπηδούσε και τιναζόταν από τα μπράτσα και τα χέρια και τα κορμιά των δένδρων· χιόνι φύτρωνε όλη τη νύχτα στις σκεπές των σπιτιών σαν καθαρό, γέρικο μούσκλο, λεπτοκεντούσε σαν λευκός κισσός τις μάντρες και προσγειωνόταν στους ώμους του ταχυδρόμου που εκείνη τη στιγμή άνοιγε την αυλόπορτα, σαν μουγκή, μουδιασμένη χιονοθύελλα από άσπρες, σκισμένες, χριστουγεννιάτικες κάρτες.

«Υπήρχαν και ταχυδρόμοι τότε;»

«Με ψιχαλιστά μάτια και κερασένιες από τον άνεμο μύτες· με φαρδιά, παγωμένα πόδια. Τσαλαπατούσαν τα πορτάκια και τα τράνταξαν λες κι ήταν σάκοι πυγμαχίας, όμως το μόνο που άκουγαν τα παιδιά ήταν ένα κουδούνισμα καμπάνας».

«Εννοείς πως οι ταχυδρόμοι έκαναν τοκ-τοκ κι οι πόρτες κουδούνιζαν;»

«Εννοώ πως τα κουδουνάκια που άκουγαν τα παιδιά βρίσκονταν μέσα τους».

«Εγώ ακούω βροντές καμιά φορά, ποτέ κουδουνίσματα».

«Υπήρχαν και καμπάνες».

«Μέσα τους;»

«Όχι, όχι, όχι, στα μαύρα σαν τις νυχτερίδες, χιονόλευκα καμπαναριά· τραβούσαν το σκοινί τους επίσκοποι και πελαργοί. Κι έστελναν τις ειδήσεις τους πάνω απ' την τυλιγμένη μ' επιδέσμους πόλη, πάνω από τον παγωμένο αφρό των λόφων από πούδρα ή παγωτό, πάνω απ' τη ραγισμένη θάλασσα. Θαρρούσα τότε πως όλες οι εκκλησιές βροντοφώναζαν χαρούμενα κάτω από το παράθυρό μου, και πως τα κοκόρια έκραζαν για τα Χριστούγεννα πάνω στο φράχτη μας».




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση: Trina Schart Hyman
illustration by Trina Schart Hyman



«Πες μου πάλι για τους ταχυδρόμους».

«Ήταν συνηθισμένοι ταχυδρόμοι που αγαπούσαν το περπάτημα και τους σκύλους και τα Χριστούγεννα και το χιόνι. Χτυπούσαν τις πόρτες με μελανιασμένα δάχτυλα...»

«Η οικία μας είχε ένα μαύρο ρόπτρο...»

«Και μετά στέκονταν στο άσπρο χαλάκι της εισόδου, στις μικρές, γερτές βεράντες και λαχάνιαζαν και βαριανάσαιναν, φτιάχνοντας φαντάσματα με την ανάσα τους και ταλαντεύονταν από το ένα πόδι στο άλλο, σαν παιδιά που θέλουν να βγουν από την τάξη».

«Και μετά, τα δώρα;»

«Και μετά τα Δώρα, αφού είχαν ανταλλάξει ευχές οι μεγάλοι. Και ο παγωμένος ταχυδρόμος, μ' ένα ρόδο στην άκρη της μύτης, τσουλούσε αναψοκοκκινισμένος στο γλιστερό, σαν δίσκο του τσαγιού, μονοπάτι, στον αστραφτερό, από τον πάγο, λόφο. Βάδιζε με τις κρουσταλλιασμένες βαριές του μπότες, σαν άνθρωπος που ισορροπεί στη σχεδία ενός ψαρά.

«Κι ενώ η τσάντα του λικνιζόταν σαν την παγωμένη καμπούρα μιας καμήλας, έστριβε, παραζαλισμένος, τη γωνία στο ένα πόδι, και, μα το Θεό, εξαφανιζόταν στη στιγμή».

«Πες μου πάλι για τα Δώρα».

«Υπήρχαν τα Χρήσιμα Δώρα: μάλλινα κασκόλ που σε κατάπιναν ολόκληρο και γάντια χωρίς δάχτυλα, φτιαγμένα για γιγάντια αρκουδάκια· μαντήλια με σχέδια ζέβρας από ένα υλικό σαν τσίχλα μεταξωτή, που μπορούσαν να σε τυλίξουν μέχρι κάτω, στις γαλότσες· σκουφιά που έφταναν μέχρι τα μάτια και θύμιζαν πολύχρωμες τσαγιέρες και μπαλακλάβες για θύματα άγριων φυλών που συρρικνώνουν τα κεφάλια των αιχμαλώτων τους. Από θείες που πάντοτε φορούσαν κατάσαρκα τα μάλλινα, έρχονταν άγριες γενειοφόρες φανέλες που σ' έκαναν ν' αναρωτιέσαι πώς και οι θείες είχαν ακόμη δέρμα στο σώμα τους· και κάποτε, πήρα μια σαλιάρα πλεγμένη με το βελονάκι, από μια θεία που τώρα, αλίμονο, δεν μας κλαίγεται πια. Και βιβλία χωρίς εικόνες, όπου μικρά αγόρια, μολονότι είχαν προειδοποιηθεί με στίχους και παροιμίες, είχαν τελικά πατινάρει στη λιμνούλα και είχαν πράγματι πνιγεί· και βιβλία που μου έλεγαν τα πάντα για τη σφήκα, εκτός από το γιατί».

«Πάμε τώρα στα Άχρηστα Δώρα».

«Σακουλίτσες με πολύχρωμες καραμέλες και μια διπλωμένη σημαιούλα και μια ψεύτικη μύτη κι ένα καπέλο οδηγού στα τραμ και μια μηχανή που έκοβε εισιτήρια και χτυπούσε ένα καμπανάκι· ούτε μια φορά σφεντόνα· κάποτε, από λάθος που κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει, ένα μικρό τσεκούρι· και μια πλαστική πάπια που έκανε, όταν τη ζουλούσες, τον πιο άσχετο με τις πάπιες ήχο, ένα νιαουριστό μιάου ταιριαστό σε κάποια φιλόδοξη γάτα που θα 'θελε να είναι αγελάδα· κι ένα μπλοκ ζωγραφικής, οπού μπορούσα να χρωματίσω το γρασίδι, τα δένδρα, τη θάλασσα και τα ζώα σε όποια απόχρωση μου άρεσε κι ακόμα να βάλω αστραφτερά ουρανογάλαζα πρόβατα να βοσκάνε στο κόκκινο λιβάδι κάτω από πουλιά πράσινα σαν τα μπιζέλια με ράμφη σαν ουράνια τόξα. Σοκολάτες, καραμέλες βουτύρου, φοντάν, κριτσίνια, μπισκότα, φρουί γκλασέ, αμυγδαλωτά και μπισκότα. Και στρατιές από λαμπερά μολυβένια στρατιωτάκια, που, αν δεν μπορούσαν να πολεμήσουν, μπορούσαν πάντοτε να τρέξουν. Και Φιδάκια και Γκρινιάρηδες. Και μεκανό για μικρούς μηχανικούς, με τις οδηγίες τους. Α, εύκολα για ένα Λεονάρντο! Και μια σφυρίχτρα για να προκαλείς τους σκύλους να γαβγίζουν για να ξυπνάς τον γέρο από δίπλα και να τον κάνεις να χτυπάει τον τοίχο με τη μαγκούρα του και το κάδρο στον τοίχο μας να τρέμει. Κι ένα πακέτο τσιγάρα: έβαζες ένα στο στόμα σου και στεκόσουν στη γωνιά του δρόμου και περίμενες ώρες ολόκληρες, μάταια, την ηλικιωμένη κυρία που θα σε μάλωνε γιατί κάπνιζες και τότε εσύ, μ' ένα χάχανο, θα άρχιζες να το μασάς. Και μετά, τρώγαμε πρωινό κάτω από τα μπαλόνια.



A Child's Christmas in Wales - illustration by Trina Schart Hyman
Illustration: Trina Schart Hyman



«Υπήρχαν Θείοι όπως στο σπίτι μας;»

«Υπάρχουν πάντα Θείοι τα Χριστούγεννα. Οι ίδιοι Θείοι. Και τα χριστουγεννιάτικα πρωινά, με τη σφυρίχτρα μου που αναστάτωνε τα σκυλιά και με τις ζαχαρένιες γόπες στα χείλη, σάρωνα τη μπα-λωμένη πόλη για νέα από τον μικρόκοσμο κι έβρισκα πάντα ένα νεκρό πουλί πλάι στο λευκό Ταχυδρομείο, ή κοντά στις έρημες κούνιες· ίσως έναν κοκκινολαίμη, μ' όλες του τις φωτιές, πλην μιας, σβησμένες. Άνδρες και γυναίκες άνοιγαν δρόμο σκυφτοί, με κόπο, μέσα απ' το χιόνι, γυρνώντας απ' την εκκλησία, με μύτες μπεκρήδων και ανεμοδαρμένα μάγουλα, όλοι αλμπίνοι, με κουβαριασμένα τα μαύρα τους δύσκαμπτα φτερά ενάντια στο άθρησκο χιόνι. Γκυ κρεμόταν από τις στρόφιγγες του γκαζιού σ' όλα τα μπροστινά σαλόνια· και υπήρχε σέρι και καρύδια και εμφιαλωμένη μπύρα και κράκερς πλάι στα κουταλάκια του γλυκού· και γάτες με τα γουναρικά τους χάζευαν τη φωτιά· και ο σωρός των κούτσουρων που φλέγονταν έτριξε, έτοιμος για τα κάστανα και τις μασιές. Κάτι μεγαλόσωμοι άνδρες κάθονταν στα μπροστινά σαλόνια χωρίς τα κολάρα τους, Θείοι ασφαλώς, δοκιμάζοντας τα φρέσκα τους πούρα, τεντώνοντας το μπράτσο τους όσο έπαιρνε για να τα εξετάσουν από μακριά, ξαναφέρνοντάς τα στο στόμα τους, βήχοντας, ύστερα κρατώντας τα και πάλι μακριά, σαν να περίμεναν την έκρηξη - και κάτι μικρούλες θείες ανεπιθύμητες στην κουζίνα όπως και οπουδήποτε αλλού, κάθονταν άκρη άκρη στις καρέκλες τους, τεντωμένες κι εύθραυστες, τρέμοντας μην σπάσουν, σαν ξεθωριασμένα φλυτζανάκια και πιατάκια».

Δεν κυκλοφορούσαν πολλοί εκείνα τα πρωινά στους φορτωμένους με χιόνι δρόμους· πάντοτε ένας γέρος με γκριζοκίτρινο μπόουλερ και καναρινί γάντια και, με τέτοιο καιρό, έχοντας πάντα χιονισμένες τις γκέτες του, έκανε τον περίπατο του ως τη χιονισμένη πρασιά του μπόουλινγκ και πάλι πίσω, όπως θα την έκανε, ο κόσμος να χαλούσε, όχι μόνο ανήμερα τα Χριστούγεννα αλλά και την Ημέρα ακόμη της Κρίσεως• καμιά φορά δυο λεβέντες, με τις μεγάλες πίπες τους να καπνίζουν, χωρίς πανωφόρια, με τα κασκόλ τους ν' ανεμίζουν, θα κατηφόριζαν αμίλητοι ως την παραμελημένη θάλασσα, για να τους ανοίξει η όρεξη, για να καθαρίσει το κεφάλι τους, ποιος ξέρει, κι ύστερα θα προχωρούσαν ίσια στα κύματα, ώσπου να μη μείνει τίποτα απ' αυτούς, παρά μονάχα τα δυο σγουρά σύννεφα του καπνού πάνω από τα ολόιδια τσιμπούκια τους. Μετά θα ορμούσα φουριόζος στο σπίτι, με τις μυρωδιές από τις σάλτσες των ψητών των άλλων, με τη μυρωδιά του πουλιού, του κονιάκ, της πουτίγκας και της γέμισης να μου τρυπάνε τα ρουθούνια, όταν πίσω από ένα χιονόφραχτο στενό θα εμφανιζόταν ένα αγόρι φτυστό εγώ, μ' ένα τσιγάρο με τριανταφυλλί επιστόμιο και με το βιολετί παρελθόν ενός μαυρισμένου ματιού, κορδωμένο σαν κοκόρι, να στραβοκοιτάζει τον εαυτό του τον ίδιο.

Θα τον μισούσα με την πρώτη ματιά και θα ετοιμαζόμουν να φέρω την σκυλοσφυρίχτρα μου στα χείλη και να φυσήξω τόσο που να τον κάνω να εξαφανιστεί από προσώπου Χριστουγέννων, όταν ξαφνικά εκείνος, μ' ένα βιολετί βλεφάρισμα, θα έβαζε τη δική του σφυρίχτρα στα δικά του χείλη και θα φυσούσε τόσο απότομα, τόσο τσιριχτά, τόσο εξαίσια δυνατά, που αλαφιασμένα πρόσωπα, με τα μάγουλα μπουκωμένα από τη χήνα, θα κολλούσαν στα στολισμένα τους παράθυρα, σ' όλο το μήκος του λευκού δρόμου που αντιλαλούσε.

Για δείπνο είχαμε γαλοπούλα και γυαλιστερή πουτίγκα και μετά το φαγητό οι Θείοι κάθονταν μπροστά στη Φωτιά, χαλάρωναν όλα τα κουμπιά, απόθεταν τα μεγάλα υγρά τους χέρια πάνω στις αλυσίδες των ρολογιών τους, έβγαζαν ένα δυο μουγκρητά κι αποκοιμούνταν. Μητέρες, θείες και αδελφές, έτρεχαν πάνω κάτω, κουβαλώντας γαβάθες. Η θείτσα Μπέσυ, που είχε ήδη τρομάξει δυο φορές από ένα κουρδιστό ποντίκι, κλαψούριζε ακουμπισμένη στο μπουφέ και σερβιριζόταν λίγο κρασί από βατόμουρο. Ο σκύλος ήταν άρρωστος. Η θείτσα Ντόζι έπρεπε να πάρει τρεις ασπιρίνες, αλλά η θείτσα Χάννα, που αγαπούσε το πόρτο, στεκόταν στη μέση της φρακαρισμένης από το χιόνι πίσω αυλής τραγουδώντας σαν μεγαλόστηθη τσίχλα. Εγώ φούσκωνα μπαλόνια για να δω πόσο μπορούσαν να φουσκώσουν· και, όταν έσκαγαν, πράγμα που πάντα συνέβαινε, οι Θείοι αναπηδούσαν και μουρμούριζαν. Μέσα στο πλούσιο και βαρύ απόγευμα, ενώ οι θείοι ανάσαιναν σαν δελφίνια και το χιόνι κατέβαινε απαλά, καθόμουν ανάμεσα σε γιρλάντες και κινέζικα φαναράκια και τσιμπολογούσα χουρμάδες και προσπαθούσα να φτιάξω ένα συναρμολογούμενο πολεμικό σκάφος, ακολουθώντας τις Οδηγίες για τους Μικρούς Μηχανικούς και τελικά σκάρωνα κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί υποθαλάσσιο τραμ.



Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία του Ντύλαν Τόμας - εικονογράφηση του Fritz Eichenberg
illustration by Fritz Eichenberg



Ή έβγαινα έξω, με τις ολοκαίνουργιες μπότες μου να τρίξουν, στον λευκό κόσμο, στο λόφο που έβλεπε τη θάλασσα, για να φωνάξω τον Τζιμ και τον Νταν και τον Τζακ και να βολτάρουμε στα νύχια των ποδιών στους ήσυχους δρόμους, αφήνοντας τεράστια, βαθιά ίχνη στα κρυμμένα πεζοδρόμια.

«Στοίχημα πως οι άνθρωποι θα νομίσουν ότι πέρασαν ιπποπόταμοι».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες έναν ιπποπόταμο να κατεβαίνει το δρόμο μας;»

«Θα 'κανα έτσι, μπανγκ! Θα τον πετούσα πάνω απ' τα κάγκελα και θα τον άφηνα να κατρακυλήσει στο λόφο και μετά θα τον γαργαλούσα κάτω απ' το αυτί και θα κουνούσε την ουρά του».

«Τι θα έκανες αν έβλεπες δύο ιπποπόταμους;»

Αρρενωποί ιπποπόταμοι με σιδερένιες λαγόνες, βροντούσαν και γκρέμιζαν τα πάντα καθώς έρχονταν προς το μέρος μας μέσα απ' τις ριπές του χιονιού, την ώρα που προσπερνούσαμε το σπίτι του κ. Ντάνιελ.

«Να ταχυδρομήσουμε στον κ. Ντάνιελ μια χιονόμπαλα μέσα απ' το γραμματοκιβώτιό του».

«Να γράφουμε "ο κύριος Ντάνιελ είναι σαν σπάνιελ" σ' όλη του την πρασιά».

Ή περπατούσαμε στη λευκή παραλία. «Καταλαβαίνουν τα ψάρια ότι χιονίζει;»




Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού από την Ουαλία, του Ντύλαν Τόμας. Εικονογράφηση του Peter Bailey
Illustration: Peter Bailey



Οι σιωπηλοί νεφόπληκτοι ουρανοί έβγαζαν στη θάλασσα. Τώρα ήμασταν ταξιδιώτες τυφλωμένοι από το χιόνι, χαμένοι στους βορινούς λόφους· και τεράστια σκυλιά με πλαδαρά προγούλια, με φλασκιά γύρω απ' το λαιμό τους, σκουντουφλούσαν πλησιάζοντάς μας, με την υλακή “Excelsior”. Γυρνούσαμε σπίτι μέσα από τους φτωχούς δρόμους όπου κάτι παιδιά ψαχούλευαν με γυμνά κόκκινα δάχτυλα μέσα στο αυλακωμένο από τις ρόδες χιόνι και μας γιουχάιζαν καθώς απομακρυνόμαστε, με τις φωνές τους να σβήνουν καθώς σερνόμασταν προς την κορφή του λόφου, μέσα στα κρωξίματα των γλάρων και το σφύριγμα των πλοίων στον περιδινούμενο κόλπο. Κι ύστερα, στο τσάι, οι ξανανιωμένοι Θείοι ήταν κεφάτοι· και το γλασαρισμένο κέικ δέσποζε στη μέση του τραπεζιού σαν μαρμάρινο μνήμα. Η θείτσα Χάννα έβαζε στο τσάι της και λίγο ρούμι, γιατί Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο.

Ας θυμηθούμε τώρα τις ιστορίες που λέγαμε πλάι στο τζάκι, ενώ η λάμπα του γκαζιού ανάδινε φυσαλίδες όπως ο δύτης. Φαντάσματα ούρλιαζαν σαν κουκουβάγιες τις μακριές νύχτες, που δεν τολμούσα να κοιτάξω πάνω από τον ώμο μου - ζώα παραμόνευαν κάτω απ’ τις σκάλες, όπου χτυπούσε ο μετρητής του γκαζιού. Και θυμάμαι ότι μια φορά βγήκαμε για να πούμε τα κάλαντα, και δεν υπήρχε η φέτα του φεγγαριού για να φωτίζει τα ιπτάμενα στενά. Στο τέλος ενός μεγάλου δρόμου ήταν ένα μονοπάτι που οδηγούσε σ' ένα μεγάλο σπίτι και σκοντάψαμε στο σκοτάδι του μονοπατιού εκείνη τη νύχτα, όλοι μας φοβισμένοι, όλοι μας κρατώντας μια πέτρα στο χέρι για κάθε ενδεχόμενο και όλοι μας πολύ γενναίοι για να βγάλουμε άχνα. Ο άνεμος μέσα απ' τα δένδρα έκανε ένα θόρυβο λες και κάποιοι γέροι και δυσάρεστοι και αραχνοπόδαροι άνδρες ξεφυσούσαν μέσα σε σπηλιές. Πλησιάσαμε τον μαύρο όγκο του σπιτιού.

«Τι θα τους πούμε; Το "Ακούσατε τον Άγγελο";»

«Όχι», είπε ο Τζακ, «τον "Καλό Βασιλιά Γουενσεσλάς". Με το τρία».

Ένα, δύο, τρία και αρχίσαμε να τραγουδάμε, με τις φωνές μας ψηλές και σαν μακρινές στη φοδραρισμένη με χιόνι σκοτεινιά γύρω από το σπίτι, όπου δεν κατοικούσε κανείς απ' όσους ξέραμε. Στεκόμασταν σφιγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, κοντά στη σκοτεινή πόρτα.


Ο Καλός Βασιλιάς Γουενσεσλάς κοιτούσε

Του Αγίου Στέφανου το πανηγύρι



Και τότε μια εύθραυστη, ξερή φωνή, σαν τη φωνή κάποιου που έχει να μιλήσει πολύ καιρό, άρχισε να τραγουδάει μαζί μας· μια εύθραυστη, ξερή, σαν τσόφλι αυγού φωνή, από την άλλη πλευρά της πόρτας• μια μικρή ξερή φωνή μέσα από την κλειδαρότρυπα. Κι όταν σταματήσαμε να τρέχουμε βρισκόμασταν έξω από το δικό μας σπίτι· το μπροστινό δωμάτιο ήταν υπέροχο· μπαλόνια έλαμναν κάτω από το γκάζι που κόχλαζε σαν θερμοφόρα· τα πάντα ήταν καλά και πάλι και έλαμπαν πάνω από την πόλη.

«Μπορεί να ήταν φάντασμα», είπε ο Τζιμ.

«Μπορεί να ήταν ξωτικά», είπε ο Νταν, που συνέχεια διάβαζε.

«Πάμε να δούμε αν έμεινε καθόλου πηχτή», είπε ο Τζακ. Και αυτό κάναμε.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων υπήρχε πάντα μουσική. Ένας Θείος έπαιξε βιολί, ένας ξάδελφος τραγουδούσε το "Ώριμο κεράσι" και ένας άλλος τον "Μικρό τυμπανιστή". Ήταν πολύ ζεστά στο σπιτάκι. Η θείτσα Χάννα που είχε περάσει στο κρασί από κοκκινογούλια, τραγουδούσε ένα τραγούδι για Αιμάσσουσες Καρδιές και θάνατο και μετά ένα άλλο που έλεγε πως η καρδιά της ήταν σαν Φωλιά Πουλιού· και τότε όλοι γελούσαν ξανά· και μετά πήγαινα για ύπνο. Κοιτάζοντας μέσα από το παράθυρο του δωματίου μου το φεγγαρόφωτο και το ατέλειωτο χιόνι με το χρώμα του καπνού, διέκρινα τα φώτα στα παράθυρα όλων των άλλων σπιτιών στο λόφο μας και άκουγα τη μουσική ν' ανεβαίνει μέσα απ' αυτά στη μεγάλη νύχτα που πύκνωνε όλο και πιο πολύ. Χαμήλωνα το γκάζι, ξάπλωνα στο κρεβάτι. Έλεγα λίγα λόγια στο βαθύ και άγιο σκοτάδι και αποκοιμιόμουν.»



Η ιστορία περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες» των εκδόσεων Ερατώ. Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχινά. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση του κειμένου, Το Φονικό Κουνέλι, Δεκέμβρης 16-18.



A Child's Christmas in Wales by Dylan Thomas - illustration by Peter Bailey
illustration by Peter Bailey