28 Φεβρουαρίου 2016

Η Κουλτούρα της Νεοελληνικής Παρακμής





Το αποψινό θέμα μας διαφέρει από τα άλλα. Είναι οι τέχνες, μα από την ανάποδη... είναι η εικόνα τους αντεστραμμένη στον καθρέπτη, παραμορφωμένη, στρεβλή. Πυρήνας κάθε μορφής τέχνης είναι η δημιουργικότητα και η αισθητική, μα στη σημερινή μας περιπλάνηση θα μιλήσουμε για τον ολικό εκφυλισμό αυτών των χαρακτηριστικών. Για το μεταλλαγμένο στυλ ζωής που ονομάζεται Lifestyle και «διασκέδαση» στην νεοελληνική κουλτούρα των πρόσφατων δεκαετιών – την κουλτούρα του νεοπλουτισμού, της επιδειξιομανίας και των λουλουδιών στην πίστα. Την κουλτούρα του μεγάλου εμπορεύσιμου Τίποτα. Ένα φαινόμενο που μετρά λίγες μόνο δεκαετίες ζωής – με κύρια σημεία αιχμής τη δεκετία του 80 και του 90 – μα το οποίο συνεχίζεται ακόμα και σήμερα, στις μέρες της κρίσης.

Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό τώρα στο ξεκίνημα: Η «νεοελληνική κουλτούρα» στην οποία αναφέρομαι δεν περιορίζεται στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βρίσκεται παντού. Τη συναντούμε στις γιγαντοαφίσες των δρόμων· στα περιοδικά και τις εφημερίδες· στις τηλεοπτικές εκπομπές· στις διαφημίσεις· στην τύπισσα που καμαρώνει επειδή αγόρασε μια τσάντα δύο χιλιάδων ευρώ· στον τύπο που καυχιέται για το ανοιχτό αμάξι του και κάνει βόλτες στην παραλιακή με τη μουσική στη διαπασών· βρίσκεται στις πόλεις, μα ακόμα περισσότερο, τη συναντούμε στην επαρχία· στα μπαρ· στις μοδάτες καφετέριες· στις «διακοπές στη Μύκονο»· στη γλώσσα των γηπέδων· στις επιλογές διασκέδασης· στις καταναλωτικές συμπεριφορές· ως και στο φλερτ· στις συζητήσεις· στις αντιλήψεις γύρω από τον έρωτα και τις σχέσεις.

Τη συναντούμε και στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook· στις επιδεικτικές selfies, τα ανούσια check-in και τα προκατασκευασμένα like. Στις φτηνές ατάκες και στα ανόητα site. Μια ρηχή πραγματικότητα που μας καταδυναστεύει, που μας πνίγει στην επιφάνειά της. Και αν επιθυμείς να κάνεις τη διαφορά στην πραγματικότητα αυτή... συχνά νιώθεις πως είσαι μόνος σου, στο τέλος. Απελπιστικά μόνος σου.

Συχνά μετακινούμαι με τα λεωφορεία της πόλης. Δεν είναι λίγες οι φορές που έχω παρατηρήσει αφίσες με γνωστούς τραγουδιστές της πίστας στις στάσεις. Βλέπεις τα αλαζονικά τους πρόσωπα μεγενθυμένα, να σε παρατηρούν με τα κενά τους μάτια και να σου λένε «δίνω στο τάδε μέρος παραστάσεις, μη με χάσεις». Μη χάσεις την ευκαιρία να πληρώσεις 100 ευρώ για ένα τραπέζι και να μου ρίξεις λουλούδια στη σκηνή. Και όλα αυτά για να δεις εμένα, ένα Τίποτα με κεφαλαίο, έναν ανύπαρκτο δημιουργικά και πνευματικά άνθρωπο, να «ψυχαγωγώ» τον κόσμο και να χρυσοπληρώνομαι γι’ αυτό. Μα πόσο λιγότερες είναι εκείνες οι αφίσες που προβάλλουν ανεξάρτητους δημιουργούς... Πόσο ανύπαρκτοι είναι οι ραδιοφωνικοί ή οι τηλεοπτικοί σταθμοί που υποστηρίζουν την ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση, πέρα από τα όρια της βιομηχανίας της διασκέδασης. Πέρα από βύσματα, γνωριμίες, πελάτες και συμφέροντα. Πόσο μηδαμινή είναι η σχολική εκπαίδευση πάνω σε όλα αυτά τα θέματα – αρκεί να θυμηθούμε τι κατάληξη έχουν το μάθημα της Μουσικής ή των Καλλιτεχνικών. Και πόσο δυσκολεύονται οι νέοι δημιουργοί, είτε είναι μουσικοί, εικαστικοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες ή οτιδήποτε σχετικό, να βρουν μια αξιοπρεπή απασχόληση που να τους επιτρέπει να είναι δημιουργοί – και όχι κακέκτυπα.







Και όλα αυτά σε μια χώρα που προβάλλει – ως κληρονομιά, ως στοιχείο ταυτότητας, ως τουριστικό αξιοθέατο – τον πολιτισμό της! Μα κανένας δεν προχώρησε ποτέ βασισμένος στην ιστορία του και μόνο. Σημασία έχει το τώρα, το παρόν – όχι το άλλοτε. Η εργασία, επί του παρόντος, όχι τα λόγια τα παχιά. Και όταν βλέπεις να καυχιώνται για τον «αρχέγονο πολιτισμό του έθνους» άνθρωποι δίχως την παραμικρή παιδεία, δίχως την παραμικρή αισθητική, δίχως την παραμικρή ικανότητα να δημιουργήσουν τέχνη, να κατανοήσουν τέχνη, ή ακόμα και να συντάξουν μία απλή πρόταση... άνθρωποι που καμαρώνουν για τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα μα διασκεδάζουν ρίχνοντας λουλούδια στην πίστα... άνθρωποι φασίζουσας νοοτροπίας, ημιμαθείς και μισαλλόδοξοι... τότε ξέρεις πως υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο γύρω μας.

Η οικονομική κρίση θα υποχωρήσει, αργά ή γρήγορα. Μα αν δεν υποχωρήσει η πολιτισμική κρίση – που είναι πάντα βαθύτερη, και για την οποία δεν βλέπω να γίνονται πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες, ούτε κεντρικά δελτία στις ειδήσεις – τότε να είστε βέβαιοι πως η συνέχεια θα είναι χειρότερη. Γιατί ένας λαός χωρίς χρήματα μπορεί να αντεπεξέλθει. Ένας λαός χωρίς ουσία, όμως, δίχως δημιουργικό πνεύμα, αλήθεια, που βαδίζει;

Κι όμως – επέλεξα να κλείσω με ένα σχετικά αισιόδοξο τόνο την ανάρτηση, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος. Μα ας ξεκινήσουμε με μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Πως προέκυψε η κουλτούρα της «νεοελληνικής παρακμής» και ποια η σύνδεσή της με την πρόσφατη ιστορία και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της χώρας; Για να δούμε.






Η νεοελληνική παρακμή – Μια σύντομη ιστορική αναδρομή



Το πολιτισμικό φαινόμενο του «Νεοέλληνα» πιάνει ρίζες στην ιδιαιτερότητα της ανάπτυξης της ελληνικής αστικής τάξης. Μια ανάπτυξη προβληματική ήδη απ’ τα χρόνια της γέννησης του νεοελληνικού κράτους, δίχως το επιχειρηματικό πνεύμα που χαρακτήριζε την αστική τάξη των δυτικών κρατών, βασισμένη σε μεγάλο βαθμό στις προγενέστερες σχέσεις ιδιοκτησίας (με ρίζες τους μεγάλους τσιφλικάδες του παλιού καιρού). Κεντρικός άξονας αυτής της νόθας αστικής τάξης οι πελατειακές σχέσεις· στόχος το εύκολο και γρήγορο κέρδος. Τα μετεμφυλιακά χρόνια ήταν τα χρόνια της «μεγάλης ανοικοδόμησης» και ταυτόχρονα, τα χρόνια της μεγάλης αρπαγής. Οι παλιές συνήθειες παραχωρούσαν τη θέση τους σε νέες, δίχως όμως να ριζώσουν βαθιά στη νοοτροπία του μέσου Έλληνα. Ο πατριαρχισμός του παλιού καιρού παραχώρησε ανώδυνα τη σκυτάλη σ’ έναν δυτικού τύπου εισαγόμενο καταναλωτισμό, χωρίς να υπάρξει η αναγκαία μεταβολή στις ριζωμένες νοοτροπίες. Κάθε μετάβαση ήταν επιφανειακή και έμοιαζε περισσότερο με κακή απομίμηση – η ουσία παρέμενε ίδια.

Όπως αναφέρει ο Παναγιώτης Κονδύλης, “οι κατοχικές και μεταπολεμικές ανακατατάξεις επηρέασαν, το ένα μετά το άλλο, όλα τα κοινωνικά στρώματα. Πρώτα-πρώτα άλλαξαν σημαντικά τη σύνθεση του στρώματος που προπολεμικά ονομαζόταν «αστικό», έτσι ώστε αυτό σήμερα να αποτελείται, σε βαθμό καθοριστικό για το ποιόν και τον χαρακτήρα του, από νεόπλουτους, και μάλιστα νεόπλουτους χάρη σε εργολαβικές και μεταπρατικές δραστηριότητες, τις οποίες εξέθρεψαν, μετά τη μαύρη αγορά, η «ανοικοδόμηση» και τα «μεγάλα δημόσια έργα» καθώς και η διοχέτευση όλο και μεγαλύτερου όγκου εισαγωγών στην εσωτερική αγορά. Αλλά και οι υπόλοιποι «επιχειρηματίες», με εξαιρέσεις όχι πια πολυάριθμες, παρά τις διαφορές και την ποικίλη προϊστορία των επιμέρους ασχολιών τους, ελάχιστα διαφέρουν από τους νεόπλουτους ως προς το πολιτισμικό τους επίπεδο και τον πνευματικό τους ορίζοντα, στο επίκεντρο του οποίου συχνότατα βρίσκονται τα όσα συμβαίνουν στα γήπεδα ή στα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης. Έτσι, σε γενικές γραμμές, εξέλειψε ακόμα και ο προγενέστερος νόθος αστισμός.

Από την άλλη πλευρά, ο τουρισμός και το ευρύτατο μεταναστευτικό κύμα της δεκαετίας του 1950 και του 1960 αποτέλεσαν την τρίτη μεγάλη νεοελληνική ένταξη στο διεθνές κύκλωμα της καπιταλιστικής οικονομίας και κατέλυσαν οριστικά την πατριαρχική κοινωνική διάρθρωση, καθώς δημιούργησαν κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο (δηλαδή συντείνοντας στη διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών) ένα όλο και πολυπληθέστερο μεσαίο στρώμα, χαρακτηριζόμενο από τον μιμητικό καταναλωτισμό και από την έπαρση της νεοαπόκτητης ευημερίας και της επίσης νεοαπόκτητης ημιμάθειας. Μπορεί να λεχθεί ότι πάνω στη βάση των αξιών του κατά το δυνατόν γρήγορου πλουτισμού και του εσπευσμένου καταναλωτισμού η ελληνική κοινωνία είναι σήμερα πολιτισμικά ίσως όχι καλύτερη, πάντως ομοιογενέστερη απ' ό,τι προπολεμικά.” [στο «Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας. Η καχεξία του αστικού στοιχείου στη νεοελληνική κοινωνία και ιδεολογία» (1991)]

Η νόθα αστική τάξη της προπολεμικής εποχής παραχώρησε τη θέση της σε μια μικρή τάξη νεόπλουτων και σε μια μεγάλη τάξη μικρομεσαίων. Οι τελευταίοι έφτασαν να ρουφάνε σαν σφουγγάρια τις τάσεις και τις μόδες του εξωτερικού, κάνοντας όνειρα εύκολου και γρήγορου πλουτισμού. Ο καταναλωτισμός εισάχθη ως τρόπος ζωής και η «διασκέδαση» δίχως νόημα μετετράπη σε ουσία της καθημερινότητας. Σταδιακά νεοπλουτισμός και μικροαστισμός έφτασαν να ενσωματωθούν, όσο αφορά τα πρότυπά τους: ακόμα και αν τους χωρίζουν περιουσίες, νεόπλουτοι και μικροαστοί μπορούν να μοιράζονται ένα κοινό γούστο, ένα κοινό πρότυπο ζωής, κάποιες κοινές αξίες. Οι πρώτοι θέτουν τα πρότυπα...και οι δεύτεροι τους μιμούνται τυφλά, επιθυμώντας να γίνουν σαν αυτούς.






Το φαινόμενο του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού και η ανάδειξη του Lifestyle



1 – Η Λαϊκή Τέχνη



Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον πυρήνα του «νεοελληνικού» τρόπου διασκέδασης δεσπόζει το λεγόμενο «λαϊκό» τραγούδι. Μια λέξη παραποιημένη, καρατομημένη, βιασμένη, έχοντας χάσει το αυθεντικό της νόημα, όπως τόσες και τόσες λέξεις που χρησιμοποιούμε. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις στην πολιτισμική ιστορία του 20ου αιώνα.

Ετυμολογικά η λέξη «λαϊκός» παραπέμπει στην αγγλική λέξη “folk”. Πρόκειται για μια μορφή τέχνης που εκπορεύεται από τα λαϊκά στρώματα και αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο αριθμό του πληθυσμού. Η ιστορία της τέχνης ξεχειλίζει με παραδείγματα γνήσιας, λαϊκής δημιουργίας. Κάθε χώρα, κάθε πολιτισμός, έχουν να επιδείξουν μοναδικά δείγματα λαϊκής τέχνης... από την υπέροχη φολκ μουσική των ευρωπαϊκών χωρών... στην λαϊκή τέχνη των Αφρικανών... από τις παγανιστικές καλλιτεχνικές πρακτικές... στην λαϊκή τέχνη του Μεσαίωνα και της Ανατολής... οι λαοί του κόσμου έχουν επιδείξει μοναδικές ικανότητες συλλογικού δημιουργικού πνεύματος.



Ελληνικη λαϊκή τέχνη, 18ος αιώνας, μουσείο Λαϊκής Τέχνης, Ἀθήνα. πηγή φωτογραφίας


Σε αντίθεση με την τέχνη «των λίγων» (ας χρησιμοποιήσω αυτό τον όρο, έναντι της «καλής τέχνης»), η λαϊκή τέχνη πηγάζει όχι από κάποιους μεμονωμένους δημιουργούς, μα από μια συλλογική οντότητα, την οποία και αντιπροσωπεύει. Μιλάει με το πνεύμα των καιρών και συμπληρώνει την «ανώτερη τέχνη» της εποχής, σε ένα αναπόσπαστο δίπολο: είναι αμφότερες αναγκαίες προκειμένου να κατανοήσουμε το πνεύμα μιας εποχής κι ενός πολιτισμού. Συχνά έφτασαν να συμπληρώνουν η μία την άλλη – δεν είναι λίγες οι φορές που γνωστοί καλλιτέχνες άντλησαν την έμπνευσή τους ή ενσωμάτωσαν στην τέχνη τους στοιχεία από την λαϊκή τέχνη μιας εποχής ή ενός λαού.

Η συλλογική έκφραση του 20ου αιώνα είδε συχνά τα όρια ανάμεσα στα δύο είδη τέχνης να συγκλίνουν. Και σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για τη μία ή την άλλη τέχνη - είναι πλέον συγκοινωνούντα δοχεία, συχνά αναπόσπαστη η μία απ’ την άλλη.



2 – Από την άνοδο στην παρακμή. Η εξέλιξη της ελληνικής λαϊκής μουσικής



Χαρακτηριστικά δείγματα διεθνούς μουσικής με κοσμικές (φολκ) ρίζες είναι η Country· τα Blues· η Κέλτικη μουσική· τα Oriental· η Latin· η Balkan· η Gypsy· η βορειοευρωπαϊκή Φολκ· η παραδοσιακή μουσική των γηγενών Αμερικανών· της Ινδίας· της Κίνας· των νησιών της Καραϊβικής· της Αφρικής... και ουσιαστικά, κάθε μουσική του κόσμου που φέρει πίσω μια μεγάλη και πλούσια παράδοση.

Κάπου εδώ συμπεριλαμβάνεται και η χώρα μας. Μια χώρα με πελώρια μουσική κληρονομιά (μεταξύ τόσων άλλων), έχοντας να επιδείξει μια μοναδική ποικιλομορφιά γνήσιας μουσικής έκφρασης. Από τα δημοτικά και τα νησιώτικα ως το ρεμπέτικο, το ελληνικό κοσμικό τραγούδι αναπτύχθηκε παράλληλα με τις ιδιαίτερες συνθήκες ζωής των λαϊκών, αγροτικών και αστικών στρωμάτων – μιλώντας τη γλώσσα τους, καθρεπτίζοντας τις συνήθειές τους, αντανακλώντας την εικόνα ενός ολόκληρου λαού και μιας εποχής.




Ρεμπέτικη κομπανία. Διακρίνεται η Ρόζα Εσκενάζυ


Κάπου στη διάρκεια της δεκαετίας του 50 το ρεμπέτικο τραγούδι άρχισε να μετασχηματίζεται σε λαϊκό. Η θεματολογία του σταδιακά μεταμορφώθηκε. Η διαμαρτυρία και ο καημός του αυθεντικού ρεμπέτικου μετεξελίχτηκαν σε διασκέδαση και μια γενικότερη διάθεση φυγής – αντίστοιχη με την επιθυμία ενός λαού να αποδράσει, θέλοντας να αποτινάξει τις πληγές ενός Εμφυλίου πολέμου. Είναι το τραγούδι που βλέπουμε στις παλιές ελληνικές ταινίες – και αν η θεματολογία του έχει πια αλλάξει, παραμένει αυθεντικό και γνήσιο, έχοντας να επιδείξει σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Τσιτσάνης και ο Χιώτης.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις πήγαν ακόμα παραπέρα. Πάντρεψαν το παλιό λαϊκό με τη συνθετική μουσική, συνδυάζοντας τις δυτικές φόρμες, τη λαϊκή μορφή και τη μελοποιημένη ποίηση. Το αποτέλεσμα ήταν μια σπουδαία μορφή τέχνης που κατόρθωσε να αγγίξει τόσο τα λαϊκά στρώματα, όσο και τους φίλους της εκλεκτικής μουσικής, γεφυρώνοντας επιτέλους δύο μουσικούς κόσμους που – κακώς – βρίσκονταν σε αντιπαράθεση. Ονομάστηκε «έντεχνο» ή «έντεχνο-λαϊκό» και η ονομασία υφίσταται ως σήμερα... συχνά καταλήγοντας μια κενή μορφή δίχως περιεχόμενο, αναμασώντας τα παλιά μα διστάζοντας να δημιουργήσει κάθε νέο. Ωστόσο το έργο που άφησαν οι μεγάλοι συνθέτες της δεκαετίας του 60 και του 70... το έργο αυτό παραμένει αξεπέραστο.

Όσο αφορά το λαϊκό τραγούδι και τη... δύστυχή του μοίρα; Ήταν στη διάρκεια της δεκαετίας του 60 και του 70, όταν το λεγόμενο «Ελαφρολαϊκό» άρχισε να κερδίζει ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στις ψυχαγωγικές επιλογές του κόσμου. Η ίδια η Χούντα είχε υποστηρίξει αυτόν τον τρόπο διασκέδασης (αυτόν και τη Μπάλα, φυσικά) και δεν ήταν λίγα τα κέντρα διασκέδασης της εποχής που φιλοξένησαν τους δικτάτορες πολιτικούς. Μα η Χούντα κάποια στιγμη έπεσε – και το ελληνικό τραγούδι έμελλε να διανύσει αρκετά ακόμα μονοπάτια, μέχρι να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή.



Πάνω, ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος αποκαλύπτει τα ήθη της νέας εποχής. Κάτω, οι αρχηγοί του ΠΑΣΟΚ εν ώρα εργασίας.


Ίσως η κομβικότερη στιγμή να βρίσκεται στη δεκαετία του 80. Θυμάμαι ακόμα τα άφθονα εβδομαδιαία περιοδικά που παρουσίαζαν, σε μεγάλες φωτογραφίες, τις τακτικές εξόδους των κομματικών πολιτικών αρχηγών στα διάφορα Κέντρα με μπουζούκια. Θυμάμαι τις χοντρές, καλοφαγωμένες κοιλιές τους, τις λαδωμένες τους γραβάτες, τα υπερφίαλα χαμόγελά τους μπροστά στην κάμερα. Και οι δημοσιογράφοι να τρέχουν από πίσω τους, να προσπαθούν να απαθανατίσουν κάθε τους στιγμή. Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως οι πολιτικοί του ΠΑΣΟΚ της εποχής πρώτοι δίδαξαν το Lifestyle – εκείνο που θα καθιέρωνε, την επόμενη δεκαετία, ο Κωστόπουλος και οι όμοιοί του.

Κάπου τότε, στα χρόνια της δεκαετίας του 80, ήταν που καθιερώθηκε και ο όρος «Σκυλάδικο». Μα το είδος παρέμενε, πεισμάτικα θα ‘λεγε κάποιος, ακόμα έξω από το κυρίαρχο ρεύμα της δημοφιλούς (Ποπ) μουσικής της εποχής. Υπήρχε – μα δεν είχε ταυτιστεί με έναν αναγκαίο τρόπο ζωής ή με μια mainstream κουλτούρα. Η ελληνική Ποπ της δεκαετίας του 80 παρέμενε Ποπ – βασισμένη στα δυτικά μουσικά πρότυπα, ανάλαφρη, απλοϊκή μα χαριτωμένη, δίχως την παρουσία του εγχώριου «λαϊκού» στοιχείου στον ήχο της.


3 – Η επέλαση του Lifestyle


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 κυριάρχησε, σε διεθνές επίπεδο, η επιφάνεια του εύκολου πλουτισμού· η ατελείωτη επίδειξη της κατανάλωσης· η πτώση των ιδεολογιών και η αντίληψη του «ζήσε για την πάρτη σου, βγάλε λεφτά και ξόδεψέ τα». Οι Yuppies των ανεπτυγμένων χωρών παρείχαν το πρότυπο της νέας εποχής – το πρότυπο του άντρα που ασχολείται με το χρηματιστήριο, αγαπά την πολυτέλεια, αδιαφορεί για τα κοινωνικά ζητήματα και αποζητά τον γρήγορο πλούτο. Ο καπιταλιστής επιχειρηματίας του παλιού καιρού έδωσε τη θέση του στον τζογαδόρο. Οι πιστωτικές κάρτες μπήκαν στο παιχνίδι και υπόσχονταν μια καλύτερη ζωή σε όσους τις έπαιρναν στα σοβαρά. Και σε μια χώρα που απαρτιζόταν κυρίως από νεόπλουτους και μικρομεσαίους απομιμητές, σαν τη δική μας, ήταν πολύ εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα.

Η μαζική ψυχαγωγία, αντίστοιχα, έφτασε να αντανακλά τις κυρίαρχες αξίες. Όφειλε να είναι μια ψυχαγωγία απόδρασης από τον άχθο της καθημερινότητας, από το αδιάκοπο κυνήγι του κέρδους. Μια γενικευμένη φυγή σε έναν κόσμο λαμπερό, όμοιο με τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες της εποχής και τους στραφταλιστούς αστέρες της. Ο κόσμος έβγαινε για να ξεχάσει – όχι να σκεφτεί.

Έτσι λοιπόν έφτασε το έτος 1988 – το έτος κυκλοφορίας του περιοδικού «ΚΛΙΚ». Ήταν το πρώτο από τα περιοδικά που καθιέρωσε στη χώρα μας ο Πέτρος Κωστόπουλος. Πρότυπά του τα αντίστοιχα περιοδικά των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες ο ανέμελος και ρηχός τρόπος ζωής του γρήγορου πλουτισμού και του επιδεικτικού καταναλωτισμού είχε πιάσει για τα καλά ρίζες.





Έναν χρόνο μετά, στο μεταίχμιο ανάμεσα σε δυο δεκαετίες, είδαμε και τον ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν είχαν περάσει 2 χρόνια και η ιδιωτική τηλεόραση άρχισε να κατακλύζεται από πλήθος σόου, τηλεπαιχνιδιών, πρωινάδικων, σήριαλ και θεάματος – όλα αντλώντας έμπνευση από τις αντίστοιχες παραγωγές της ξένης τηλεόρασης – ιδιαίτερα των ιταλικών ιδιωτικών καναλιών του πολιτικού και μεγαλοεπιχειρηματία Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ήταν ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο για τα ελληνικά δεδομένα, η λάμψη του οποίου τύφλωνε κάθε λογική. Και εμείς, καρφωμένοι στους δέκτες μας, είχαμε μετατραπεί σε αδηφάγους τηλεθεατές. Καταναλωτές στην κοινωνική ζωή, τηλεθεατές στην σπιτική. Τι σημασία είχε αν ήταν όλα επιφανειακά και το γνωρίζαμε... θέλαμε να αφεθούμε σε αυτή την επιφάνεια, μας στράβωνε η αίγλη του θεάματος.

Τότε ήταν που έγινε η μεγάλη Έκρηξη του Lifestyle. Τα περιοδικά του Πέτρου Κωστόπουλου κατέκλυσαν την αγορά, προβάλλοντας συγκεκριμένα πρότυπα ζωής μέσα από «έξυπνες» συμβουλές, τάχα «ειδικών». «Πως Να Γίνετε Σωστοί Άντρες», «100 Πράγματα Που Πρέπει Να Έχετε Κάνει Μέχρι Τα 40 Για Να Είστε In», «Πως Να Ρίξετε τη Γκόμενα» και άλλα τέτοια ηλίθια. Κι όπως υπήρχαν περιοδικά που απευθύνονταν σε αντρικό κοινό (τύπου “Nitro”), έτσι εμφανίστηκαν και τα αντίστοιχα περιοδικά που απευθύνονταν σε γυναικείο (χαρακτηριστικό παράδειγμα η εγχώρια εκδοχή του διεθνούς “Cosmopolitan”). Αυτά σε συνδυασμό με πλήθη τηλοπτικών έντυπων ή έντυπων με θέμα τους το κουτσομπολιό – τα τελευταία γνωστά και ως «περιοδικά για παραλίες». Πολλά ζουν και βασιλεύουν ως τις μέρες μας.

Μα είχαν το κοινό τους – και ήταν μεγάλο το κοινό, πολύ μεγάλο. Πίσω από κάθε άρθρο δέσποζε η λάμψη του χρήματος· η αίγλη ενός δυναμικού αυτοκινήτου· η επίδειξη του ρουχισμού ή του καλοφτιαγμένου σώματος· το χτίσιμο αξιών – και η καταβαράθρωση άλλων που θεωρούνταν, πια, «ξεπερασμένες». Άσε στην άκρη τις ιδέες, μην ασχολείσαι με την κοινωνία, αδιαφόρησε για τις τέχνες ή το διάβασμα – τα τελευταία είναι πολύ «κουλτουριάρικα», ενώ εμείς θέλουμε να είμαστε In! Άνετη ζωή, χρήμα, γκόμενες, αμάξια. Και φυσικά κους κους. Εδώ βρίσκεται η ουσία!






Αν μάλιστα συνδυάσεις σε αυτά το γεγονός πως παρέχονταν όλα σε ένα άκρως ελκυστικό πακέτο – μέσα από χιουμοριστικά κείμενα, πιασάρικο λόγο, μοντέρνο και αεράτο στυλ, πολύχρωμες σελίδες και φωτογραφίες με ελκυστικούς άντρες και γυναίκες – καταλήγεις πως ήταν αδύνατο να αντισταθεί ο κόσμος.

Σταδιακά τα φαντασμαγορικά τηλεοπτικά σόου της δεκαετίας του 90 παραχώρησαν τη θέση τους στα τηλεοπτικά reality. Το φαινόμενο ασφαλώς ήταν παγκόσμιο – η χώρα μας απλά μιμείτο τις κυρίαρχες τάσεις του εξωτερικού. Κάπως έτσι όμως οι αξίες του νεοπλουτισμού μεταδόθηκαν, στάλα προς στάλα, σπιθαμή προς σπιθαμή, στο σύνολο του πληθυσμού. Κάθε μικροαστός ονειρευόταν να γίνει αστέρας της TV, να έχει πολυτελές αμάξι, σπίτι με θέα τη θάλασσα και δυο τρεις γκόμενες αγκαλιά.

Σταδιακά ο κόσμος των Μέσων – ο κόσμος της ιδιωτικής Τηλεόρασης και ο κόσμος των Περιοδικών – έφτασε να δημιουργήσει μια κοινωνία στα δικά του πρότυπα – και στα πρότυπα του καλπάζοντος καπιταλισμού της εποχής, που έφτασε να διακηρύττει με αλαζονεία «το τέλος της Ιστορίας». Οι τέχνες και η δημιουργικότητα αφορούσαν πια τους «κουλτουριάρηδες». Και αυτό που ονομάζουμε «κουλτούρα» μετατράπηκε σε σνομπ κακέκτυπο του εαυτού του, δημιουργώντας ένα δίπολο ανάμεσα στο «ποιοτικό» και το «μαζικό» - ένα δίπολο προβληματικό από μόνο του, σε μια κοινωνία που δεν είχε ανάγκη από δίπολα – μα από τέχνη, σκέψη και προβληματισμό. Και ουσιαστικό έρωτα, όχι το φτηνό αντίγραφο των περιοδικών του lifestyle.







4 - Η παραποίηση της Λαϊκής Κουλτούρας



Ασφαλώς ο διαχωρισμός ανάμεσα στη «μαζική/κοσμική τέχνη» και στην «τέχνη των λίγων» υπήρχε από παλιά, όπως αναφέραμε. Μα η νέα εποχή έφερε κάτι καινούργιο στο δίπολο – κι εδώ έγκειται η μεγάλη διαφορά σε σχέση με παλιότερα. Αν κάποτε η Λαϊκή Τέχνη αντανακλούσε τις προτιμήσεις της πληθώρας του κόσμου, τα γούστα των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων... αν κάποτε μιλούσε στη δική τους γλώσσα, αντικατοπτρίζοντας τις δικές τους αξίες και τον δικό τους τρόπο ζωής... στην εποχή του Lifestyle η Λαϊκή Τέχνη έφτασε πλέον να μιλά με τη γλώσσα των Νεόπλουτων. Ήταν οι δικές τους αξίες εκείνες που αντανακλούσε, τα δικά τους γούστα. Μιλώντας με ταξικούς διαχωρισμούς, επρόκειτο για αξίες που μεταδόθηκαν από Πάνω προς τα Κάτω – από την κοινωνική τάξη των πλουσίων στα ευρύτερα λαϊκά στρώματα, τα οποία έφτασαν να τους απομιμούνται.

Με άλλα λόγια, κι επί της ουσίας, δεν υπάρχει καμία απολύτως «λαϊκή» τέχνη εδώ. Γιατί η γνήσια λαϊκή τέχνη εκπορεύεται από το λαό τον ίδιο, ενώ στην περίπτωση του Lifestyle η διαδικασία ήταν αντίστροφη. Ήταν ένας τρόπος ζωής που ασπάστηκε και αγάπησε η μάζα του κόσμου... μα δεν τον δημιούργησε η ίδια. Ήταν ο θρίαμβος του καπιταλιστικού ήθους και της ανεγκέφαλης κατανάλωσης, η επιβολή του στις τέχνες και την έκφραση, η μετατροπή των αξιών του σε τρόπο ζωής για τους μικρούς αστούς που ονειρεύονται να γίνουν μεγάλοι αστοί. Ήταν η επικράτηση του νεοπλουτισμού, η μετατροπή του σε αξία καθ’ εαυτή.






Στα ίδια εκείνα χρόνια της δεκαετίας του 90 το ελληνικό «λαϊκό» τραγούδι απέκτησε τη σημασία που έχει σήμερα για πλήθος κόσμου. Εκείνη του ανάλαφρου, ανεγκέφαλου, βιομηχανικού στυλ που ονομάστηκε «Λαϊκό-Ποπ». Ποπ και Λαϊκό είχαν πλέον παντρευτεί, σκορπώντας γύρω τους πλήθος από μπάσταρδα. Η ελληνική Ποπ έχασε τη γλυκιά αφέλεια που είχε άλλοτε. Και το ελληνικό Λαϊκό Τραγούδι διέσυρε το ίδιο το όνομά του. Οι λαϊκοί τραγουδιστές της νέας γενιάς δεν ήταν οι μεσήλικες του παρελθόντος. Ήταν νέοι άνθρωποι, όμορφοι, σκορπώντας λαμπερά χαμόγελα στα εξώφυλλα των περιοδικών, ντυμένοι με την τελευταία λέξη της μόδας. Τους έβλεπες στα τηλεοπτικά σόου, άκουγες συνεχώς τη μουσική τους στο ραδιόφωνο. Δεν είχε καμία απολύτως σημασία το γεγονός πως οι ίδιοι δεν έγραφαν ούτε τη μουσική, ούτε τους στίχους, ούτε καν επέλεγαν τι θα πουν και πως – σημασία είχε μόνο το περίβλημα, το πρoϊόν προς πώληση. Κι εκείνοι πούλησαν τους εαυτούς τους – ονομάστηκαν «καλλιτέχνες». Και αν τραγούδησαν για το λαό... το έκαναν προδίδοντάς τον. Γιατί δεν του αποκάλυψαν ποτέ την πραγματικότητα: δεν τραγουδάμε για σένα – για τους λίγους τραγουδάμε... για εκείνους που κινούν τα νήματα.

Κάπως έτσι η Λαϊκή Τέχνη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη· και ξέρασε με αηδία, βλέποντας την παραμορφωμένη αντανάκλασή της. Ξέρασε πάνω στο πλήθος από νεκρά λουλούδια που κοσμούν τις πίστες· ξέρασε πάνω στα εκατομμύρια κέρδη των ανθρώπων της νύχτας· ξέρασε πάνω στις μάσκες των τηλεοπτικών προσώπων, πάνω στα γυαλιστερά εξώφυλλα των περιοδικών. Ξέρασε φωνάζοντας: «που με καταντήσατε!»



Σήμερα. Λύσεις και προτάσεις



Βρισκόμαστε πια στο έτος 2016 κι ενώ η οικονομική/κοινωνική κρίση καλά κρατεί. Μα το φαινόμενο του Lifestyle δεν έχει υποχωρήσει. Παραμένει εκεί, σαν φίδι στη φωλιά του, περιμένοντας την ώρα που θα σηκώσει πάλι το κεφάλι και θα κάνει την επόμενή του κίνηση. Ο μέσος Έλληνας του 2016 είναι περισσότερο σκεπτικιστής από εκείνον της δεκαετίας του 90... μα είναι, άραγε, αρκετό αυτό; Μπορούμε να πούμε πως έχει τινάξει από πάνω του τους μύθους του Lifestyle – ή περιμένει απλά πότε θα βγάλει περισσότερα λεφτά, για να τα ξοδέψει πάλι με τον γνωστό τρόπο;

Δεν υπάρχει κοινωνική κρίση δίχως πολιτισμική κρίση – το ένα φέρνει το άλλο και αυτό είναι κάτι που πολλοί, ακόμα, δεν έχουν συνειδητοποιήσει. Δεν έχουν κατανοήσει πως οι αξίες του νεοπλουτισμού δεν είναι δικές τους αξίες – δεν εξυπηρετούν τους ίδιους, δεν τους προσφέρουν τίποτα περισσότερο από μια πλασματική φυγή και όνειρα κούφιου μεγαλείου. Αν όφειλε να μας έχει διδάξει κάτι η οικονομική κρίση είναι πως το χρήμα δεν είναι το παν – και αντίστοιχα, δεν είναι το παν ο τρόπος διασκέδασης που έχει ως κεντρικό του άξονα το χρήμα και την επίδειξή του. Αν δεν το κατανοήσουμε αυτό ζώντας στις μέρες της κρίσης... πότε θα το κατανοήσουμε;

Αναμφισβήτα θετική είναι η παρουσία του Διαδικτύου στις μέρες μας. Το Διαδίκτυο κατόρθωσε να σπάσει σε έναν βαθμό το μονοπώλιο των κυρίαρχων Μέσων Ενημέρωσης (τηλεόρασης, εφημερίδων, περιοδικών) – πλέον δεν μας υπαγορεύουν μονόπλευρα τι θα δούμε, τι θα ακούσουμε, τι θα φορέσουμε και πως θα διασκεδάσουμε. Ο πομπός παραμένει ισχυρός, οι κυρίαρχες τάσεις εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται την αδυναμία των ανθρώπων να σκεφτούν για τους εαυτούς τους και οι διαφημίσεις διαδραματίζουν ακόμα καθοριστικό ρόλο.... μα ο δέκτης έχει δυναμώσει, σε σχέση με παλιά.

Από την άλλη οι τάσεις προβατοποίησης παραμένουν ισχυρές – ο άνθρωπος είναι ζώο που μιμείται τον συνάνθρωπό του και η κούφια απομίμηση αποκτά νέες μορφές, αντίστοιχες με τα Μέσα των καιρών. Τότε ήταν τα περιοδικά του lifestyle που υπαγόρευαν τις «σωστές» συμπεριφορές, τώρα είναι οι κυρίαρχες τάσεις στα κοινωνικά δίκτυα, όπως το Facebook. Μα αν συναντούμε μεγάλη ανουσιότητα στα τελευταία και ατελείωτες μιμητικές τάσεις, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως, παράλληλα, καθιστούν δυνατό: 1) τον προσωπικό λόγο, 2) τη διαφοροποίηση και 3) τη δημόσια προβολή της τελευταίας. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια ρευστή κατάσταση που υπόκειται συνεχώς σε αλλαγές και δεν υπαγορεύεται μονόπλευρα από «πάνω προς τα κάτω», όπως συμβαίνει στην τηλεόραση ή τα μαζικά περιοδικά. Τα παλαιά Μέσα καλλιεργούν την παθητικότητα. Το Διαδίκτυο (παρά τα τόσα στραβά που έχει) καλλιεργεί μια περισσότερο ενεργητική στάση – περισσότερο ατομική, κόντρα στις μάζες. Και αυτό είναι ασφαλώς κάτι ελπιδοφόρο.



Athens_Graffiti


Το Διαδίκτυο εξάλλου επιτρέπει την ανάδειξη και την προβολή μιας γνήσιας, εναλλακτικής τέχνης – είτε μιλάμε για μουσική, είτε για εικαστικά, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις ή οτιδήποτε σχετικό. Κάθε δημιουργός μπορεί να μοιραστεί το έργο του και να επικοινωνήσει με όσους ενδιαφέρονται. Ασφαλώς όλα αυτά πολλές φορές τείνουν να πνίγονται μέσα στο σωρό των ανούσιων πληροφοριών, μα αποτελούν ένα μικρό βήμα τουλάχιστον. Άνθρωποι με κοινά γούστα γνωρίζονται, επικοινωνούν, ανταλλάσσουν ιδέες, πέρα από τον κόσμο των κυρίαρχων Μέσων και της κυρίαρχης μαζικής κουλτούρας. Κάτι γίνεται, κάτι σιγοβράζει, ακόμα και αν η φωτιά είναι ακόμα σιγανή. Τουλάχιστον υπάρχει – και ολοένα εξαπλώνεται.

Τίποτα δεν μπορεί να γίνει σε μαζική κλίμακα ασφαλώς αν δεν επιχειρήσουν ριζικές αλλαγές οι φορείς που κινούν τα νήματα – οι ιδιοκτήτες, οι καναλάρχες, οι βιομήχανοι, οι πολιτικοί. Πως γίνεται να αγαπήσει ο κόσμος τις τέχνες αν το ίδιο το Σχολείο τις περιθωριοποιεί, τις υποβαθμίζει, τις μετατρέπει σε «δευτερεύον μάθημα»; Αν οι σκληρές εργασιακές συνθήκες διδάσκουν την εύκολη απόδραση της ελαφράς ψυχαγωγίας; Αν το όνειρο του εύκολου πλουτισμού παραμένει πρωτεύον στα μυαλά του κόσμου;

Ας είμαστε ειλικρινείς: Δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά από τους κοινωνικούς φορείς της εξουσίας – αλίμονο αν γκρέμιζαν το ίδιο το έδαφος πάνω στο οποίο στηρίζεται η δύναμή τους. Η τωρινή κοινωνία στηρίζεται στη δύναμη του χρήματος, στα προνόμια των λίγων και, αντίστοιχα, στην απαξίωση της γνώσης και της τέχνης – ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα καταπολεμούσε αυτούς τους βασικούς πυλώνες θα έφτανε να γκρεμίσει το ίδιο το σύστημα. Τα ιδιωτικά κανάλια θα συνεχίσουν να προβάλλουν ανούσια πρωινάδικα, οι ιδιωτικές εφημερίδες θα συνεχίσουν να μιλούν για τους τραγουδιστές της πίστας, οι μαζικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί θα συνεχίσουν να παίζουν τις ίδιες playlists, τα μπουζούκια θα συνεχίσουν να ραίνουν τον κόσμο με λουλούδια.

Και θα συνεχίσω, για πολλά χρόνια μάλλον, να βλέπω τις φάτσες των γνωστών τραγουδιστών στις στάσεις των λεωφορείων. Και οι γυναίκες θα συνεχίσουν να φοράνε ψιλοτάκουνα και να χορεύουν τσιφτετέλια. Και οι άντρες θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν τα αμάξια τους. Και αμόρφωτοι σκυλάδες θα εξυψώνουν την κούφια εθνική συνείδηση. Και θα βάζω στην άκρη τα βιβλία μου, τα κείμενα και τα σχέδιά μου... και θα με πνίγει το αίσθημα της αδικίας. Της απομόνωσης. Και θα σκέφτομαι «σε τι κόσμο ζω, θεέ μου».

Μα θέλω να ελπίζω. Θέλω να ελπίζω πως κάτι θα αλλάξει. Πως αλλάζει ήδη, λίγο λίγο, σκόρπια, εδώ κι εκεί. Το βλέπουμε στο διαδίκτυο, το βλέπουμε στις εναλλακτικές επιλογές μερίδας κόσμου, στην αυξανόμενη διασπορά του γούστου, στις πολυάριθμες (έστω σκόρπιες, έστω δίχως μεγάλη προβολή) καλλιτεχνικές και πνευματικές δραστηριότητες. Στα ποσοστά του κόσμου που στρέφουν την πλάτη τους στις κάλπικες αξίες και τον τρόπο ζωής τους. Στην κοινωνική ευαισθητοποίηση, στις συλλογικές αυτοοργανώμενες ενέργειες. Στην ανάγκη για μια γνήσια μορφή επικοινωνίας που, έστω περιορισμένα, αντικαθιστά τον συρφετό της κοινωνικής επιδειξιομανίας. Ασφαλώς υπάρχουν πλήθη δραστηριοτήτων και συμπεριφορών που μας κάνουν να θλιβόμαστε – μα η μονόπλευρη προβολή του αρνητικού καλλιεργεί την ηττοπάθεια. Το κάνουν τα κυρίαρχα Μέσα – ας μην πέσουμε στην ίδια παγίδα. Γιατί ένα πελώριο ψηφιδωτό είμαστε, σαν κοινωνία – αν κάθε μοναδική ψηφίδα κάνει τη διαφορά, τότε στο τέλος η σφαιρική εικόνα θα αλλάξει.

Γιατί η αληθινή αλλαγή... κάθε αληθινή αλλαγή... ποτέ δεν έρχεται από πάνω. Ποτέ δεν έρχεται από ψηλά. Από κάτω έρχεται – απ’ τα χαμηλά. Απ’ την στάση που επιλέγει κάθε ένας από μας ξεχωριστά. Κάθε ένας ξεχωριστά.


Από τη θέληση να είμαστε οι ίδιοι εκείνη η αλλαγή που θέλουμε να δούμε γύρω μας.



22 Φεβρουαρίου 2016

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #3: Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες



Λαγούμι της λογοτεχνίας από το φονικό κουνέλι, μέρος 3 - Πινόκιο, Καρκαβίτσας, Κάφκα, Νίτσε, Μπάιρον, Μπωντλαίρ, Ντοστογιέφσκι




Το φως της μέρας φεύγει· η σκόνη της καθημερινότητας μαζί της· και τα φώτα στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας ανάβουν για άλλη μια φορά. Μικρά, θερμά φώτα που τρεμοπαίζουν παιχνιδιάρικα, τέτοια που αποκαλύπτουν πάντα λιγότερα από εκείνα που φαντάζεσαι – γιατί στον κόσμο του βιβλίου η φαντασία είναι σημαντικότερη από την άμεση αίσθηση. Και αν η φαντασία απουσιάζει από μεγάλη μερίδα κόσμου, να ξέρεις πως δεν είναι τυχαίο – λίγοι απ’ αυτούς επισκέπτονται, μεμονωμένα έστω, τον κόσμο του βιβλίου.

Το Λαγούμι ξεδιπλώνει τις σπείρες με τα ράφια του μπροστά σου – κάθε βιβλιοθήκη και μια άλλη κατεύθυνση, ένας διαφορετικός προορισμός. Από τον αρχέγονο Κήπο της Εδέμ στα Τάρταρα, από το ουτοπικό Ελ Ντοράντο στη δυστοπία του Θαυμαστού Καινούργιου Κόσμου, από τα πέρατα της γης στα πέρατα της ανθρώπινης ψυχής - κάποιες φορές είναι εξίσου μεγάλες οι αποστάσεις, μα και το ίδιο κοντινές. Θα συναντήσεις βιβλιοθήκες κάθε είδους. Άλλες είναι ευθείες, όπως ευθεία και άμεσα είναι τα βιβλία που περιέχουν. Άλλες θα τις δεις με κλίση, καθώς περιλαμβάνουν βιβλία που μιλούν με πλάγιο τρόπο για πράγματα και καταστάσεις. Κάποιες είναι σε σπιράλ: οι μισές έχουν ανηφορική κατεύθυνση και τα βιβλία τους είναι μια μικρή ανηφόρα από μόνα τους – θέλουν προσοχή και κόπο, μα στο τέλος βγαίνεις δυνατότερος. Άλλες έχουν κατηφορική κλίση και η ανάγνωση των βιβλίων τους σε παρασύρει και σε ξεκουράζει – μόνο που είναι ευκολότερο να πέσεις. Εν τέλει κατήφορος και ανήφορος είναι ο ίδιος δρόμος, όπως έλεγε εκείνος ο σοφός (θα βρεις βιβλίο δικό του στο Ράφι υπ’ αριθμόν 3244, παράρτημα 6).

Δεν ξέρω ποιος είναι ο δρόμος ο δικός σου, φίλε αναγνώστη. Στον κόσμο του βιβλίου κανένας δρόμος ποτέ δεν είναι ίδιος. Μπορώ όμως να σου παρέχω κάποιους μικρούς ταξιδιωτικούς προορισμούς – βιβλία για να αράξεις τα πανιά σου... και βιβλία για να ξεχυθείς στο πέλαγο. Η τελική επιλογή είναι δική σου.


H σκοτεινή πλευρά του παραμυθιού




Ο Πινόκιο του Κάρλο Κολόντι σε παλιά εικονογράφηση




«Γύρισε να κοιτάξει και είδε μέσα στο σκοτάδι δυο μαύρες φιγούρες, σκεπασμένες με δυο τσουβάλια από κάρβουνα, που χοροπηδούσαν πίσω του στη μύτη των ποδιών τους, σαν δυο φαντάσματα [...]. Ύστερα δοκίμασε να το βάλει στα πόδια. Δεν είχε όμως προλάβει να κάνει ούτε το πρώτο βήμα, όταν ένιωσε να τον αρπάζουν από τα χέρια και άκουσε δύο φριχτές, βραχνές φωνές, να του λένε: "Ή τη τσάντα σου, ή τη ζωή σου!" [...]

Τότε ο πιο κοντός δολοφόνος, αφού έβγαλε ένα μαχαίρι, προσπάθησε να το βάλει ανάμεσα στα χείλη του... Αυτός όμως, γρήγορος σαν αστραπή, του δάγκωσε αμέσως το χέρι και αφού του το έκοψε με τα δόντια, το έφτυσε. Και φανταστείτε την έκπληξη του όταν, αντί για χέρι κατάλαβε πως είχε φτύσει ένα γατίσιο πoδάρι [...].

Παίρνοντας θάρρος από την πρώτη αυτή νίκη, λευτερώθηκε βάζοντας όλη του τη δύναμη, από τα νύχια των δολοφόνων, και πηδώντας τον φράχτη του δρόμου, το βαλε στα πόδια μέσα στα χωράφια [...]. Ύστερα από ένα απελπισμένο τρέξιμο που κράτησε σχεδόν δύο ώρες, έφτασε τέλος λαχανιασμένος μπροστά στο σπίτι και χτύπησε.

Δεν πήρε καμία απάντηση.

Ξαναχτύπησε ακόμα πιο δυνατά, γιατί άκουγε να πλησιάζουν τα βήματα και η βαθιά και πνιγμένη ανάσα των δύο που τον κυνηγούσαν. [...] Τότε βγήκε στο παράθυρο ένα όμορφο κοριτσάκι με γαλάζια μαλλιά και ένα πρόσωπο άσπρο, σαν κέρινη κούκλα, με τα μάτια κλειστά και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Το κοριτσάκι, δίχως διόλου να σαλέψουν τα χείλη του, είπε με μια φωνούλα που έμοιαζε να ‘ρχεται απ' τον άλλο κόσμο:

— Σ' αυτό το σπίτι δεν υπάρχει κανείς. Όλοι είναι πεθαμένοι.

— Άνοιξέ μου τουλάχιστον εσύ! φώναξε, κλαίγοντας και παρακαλώντας.

— Και εγώ πεθαμένη είμαι.

— Πεθαμένη; Και τότε τι κάνεις εκεί στο παράθυρο;

— Περιμένω το φέρετρο που θα ‘ρθει να με πάρει.

Μόλις είπε αυτά τα λόγια το κοριτσάκι χάθηκε και το παράθυρο ξανάκλεισε χωρίς κανένα θόρυβο».



***


Κι όμως, το απόσπασμα που μόλις διαβάσατε δεν προέρχεται από κάποιο σύγχρονο βιβλίο τρόμου, αλλά από τον "Πινόκιο" του Κάρλο Κολόντι [Carlo Collodi, “Le avventure di Pinocchio”]

Έργο που δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1881-83.

Γιατί στα παραμύθια και τα παιδικά βιβλία του παλιού καιρού υπήρχαν πολύ περισσότερες σκοτεινές στιγμές από όσες τελικά άφησαν να φανούν οι καλογυαλισμένες, εξιδανικευμένες διασκευές τους του 20ου αιώνα. Ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε, μελλοντικά.


Μια εξομολόγηση του Διαβόλου




Ο Ντοστογιέφσκι σε πίνακα του Κονσταντίν Βασίλιεφ




«Είμαι άνθρωπος συκοφαντημένος. Να, εσύ μου κοπανάς κάθε λεπτό πως είμαι βλάκας. Πως φαίνεται πως είσαι νέος. Φίλε μου, το μυαλό δεν είναι το παν! Είμαι από του φυσικού μου καλόκαρδος και χαρούμενος [...], κι όμως η τύχη μου είναι πολύ πιο σοβαρή. Από κάποιον προαιώνιο καθορισμό, που δεν μπόρεσα ποτέ μου να τον καταλάβω, έχω ταχθεί "ν' αρνιέμαι", τη στιγμή που είμαι ειλικρινά καλόκαρδος και καθόλου ικανός για άρνηση.

Όχι, τράβα ν' αρνιέσαι, χωρίς άρνηση δεν μπορεί να υπάρχει κριτική και τι σόι περιοδικό θα βγαίνει αν δεν έχει "στήλη κριτικής"; Χωρίς κριτική θα υπάρχει μονάχα "ωσαννά". Για τη ζωή όμως δεν αρκεί η "ωσαννά", πρέπει αυτή η "ωσαννά" να περάσει από το καμίνι της αμφιβολίας, και ούτω καθεξής, στο ίδιο στυλ. Εδώ που τα λέμε δεν ανακατώνομαι, δεν είμαι εγώ ο δημιουργός, δεν είμαι εγώ ο υπεύθυνος. Βρήκανε, λοιπόν, έναν αποδιοπομπαίο τράγο, τον βάλανε να γράφει τη στήλη της κριτικής και δημιουργήθηκε η ζωή.

Εμείς την καταλαβαίνουμε αυτήν την κωμωδία. Εγώ, λ.χ., απαιτώ απλά και σκέτα την εκμηδένισή μου. Όχι, μου λένε, πρέπει να ζήσεις, γιατί χωρίς εσένα δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αν πήγαιναν όλα καλά στη γη, δε θα συνέβαινε τίποτα. Χωρίς εσένα δε θα υπάρχει κανένα γεγονός, χρειάζεται όμως να γίνονται γεγονότα. Υπηρετώ, λοιπόν, με σφιγμένη την καρδιά, για να συμβαίνουν γεγονότα και φτιάχνοντας παράλογα πράγματα κατ' εντολή. Οι άνθρωποι παίρνουν όλη αυτή την κωμωδία για κάτι σοβαρό, παρά την αναμφισβήτητη νοημοσύνη τους. Αυτή είναι η τραγωδία τους...

Υποφέρουν φυσικά... Ζουν όμως, ζουν πραγματικά κι όχι φανταστικά, γιατί ο πόνος είναι ακριβώς η ζωή. Τι ευχαρίστηση θα υπήρχε χωρίς πόνο. Τα πάντα θα μεταβάλλονταν σε μιαν ατελείωτη δέηση: είναι βέβαια, άγια πράγματα, αλλά κάπως ανιαρά.

Και γω; Υποφέρω, κι όμως, δε ζω. Είμαι το χι σε μιαν ακαθόριστη εξίσωση. Είμαι ένα φάσμα της ζωής που έχει απολέσει όλες τις αρχές κι όλα τα τέλη και που ξέχασε και ο ίδιος τελικά πως να ονομάσει τον εαυτό του...»


***


Λόγια ενός κυρίου, σωστού τζέντλεμαν, ντυμένου σ’ ένα "ντεμοντέ καφέ σακάκι και έχοντας ένα μυτερό γενάκι", που επισκέφτηκε σ’ έναν εφιάλτη τον Ιβάν Καραμάζοφ, κάποιο κρύο βράδυ του χειμώνα... Τον έχουν πει και "διάβολο" – σε μία από τις κλασικότερες εμφανίσεις του στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Από τους "Αδερφούς Καραμαζόφ" του Φίοντορ Ντοστογιέφσκι [Fyodor Dostoyevsky/ Фёдор Михайлович Достоевский, “Бра́тья Карама́зовы”]. Πρώτη έκδοση 1879-80. Η μετάφραση είναι της Κίρας Σίνου.


Η παραδοξότητα του Ωραίου



Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries 1794
Henry Fuseli - Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries



"Το ωραίο είναι πάντα παράδοξο. Δεν θέλω να πω ότι είναι ηθελημένα, ψυχρά παράδοξο, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση θα ήταν ένα τέρας, που ξεφεύγει από τις γραμμές της ζωής. Λέω ότι περιέχει πάντα λίγη παραδοξότητα, παραδοξότητα απλοϊκή, όχι ηθελημένη, και ότι είναι ακριβώς αυτή η παραδοξότητα που δημιουργεί το Ωραίο".


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Περί της Σύγχρονης Ιδέας της Προόδου στον Χώρο των Καλών Τεχνών" [1868]. Στην εικόνα ο πίνακας του Henry Fuseli "Titania Awakes Surrounded by Attendant Faries" του 1794.



Από το Ημερολόγιο του Κάφκα




Φωτογραφία του Κάφκα με καπέλο και σκύλο




Από το ημερολόγιο του Κάφκα. 15 Αυγούστου του 1913. Το “γράμμα” που αναφέρει αρχικά αφορά τη μνηστή του, Felice Bauer, σχετικά με τον γάμο τους.


«Αγωνία στο κρεβάτι, καθώς πλησίαζε η αυγή. Η μόνη λύση που έβλεπα ήταν να πηδήξω απ' το παράθυρο. Η μητέρα μου ήρθε στο κρεβάτι μου και ρώτησε αν είχα στείλει το γράμμα και αν αυτό περιείχε το αρχικό μου κείμενο. Απάντησα ότι ήταν το αρχικό κείμενο, με μερικές αλλαγές για να γίνει ακόμη οξύτερο. Είπε πως δε με καταλαβαίνει. Απάντησα ότι σίγουρα δε με καταλαβαίνει, και όχι μόνο σ' αυτό το ζήτημα.

Αργότερα με ρώτησε αν είχα γράψει στο θείο Άλφρεντ. “Δικαιούται ένα γράμμα”, είπε. Ρώτησα γιατί. “Έχει τηλεγραφήσει, έχει γράψει, έχει πάντα στην καρδιά του εσένα και την ευτυχία σου”. “Αυτές είναι τυπικότητες”, είπα, “μου είναι παντελώς ξένος, έχει μια εντελώς λανθασμένη εικόνα για μένα, δεν ξέρει τι επιθυμώ και τι χρειάζομαι, δεν έχω τίποτα κοινό μαζί του”.

“Δηλαδή κανείς δεν σε καταλαβαίνει εσένα”, είπε η μητέρα μου. “Υποθέτω ότι κι εγώ σου είμαι ξένη, το ίδιο και ο πατέρας σου. Άρα όλοι θέλουμε το κακό σου”.

“Ασφαλώς και δεν θέλετε το κακό μου. Ωστόσο, μου είστε όλοι ξένοι. Συνδεόμαστε μονάχα εξ’ αίματος, όμως το αίμα ούτε φαίνεται, ούτε μπορεί να εκφραστεί”».


Νίτσε και ελευθερία




Ο Νίτσε σε σχέδιο του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



"To πάθος είναι καλύτερο από τη στωικότητα και την υποκρισία. Η ειλικρίνεια, ακόμη και στο κακό, είναι καλύτερη από το να χαίρεσαι μέσα στην ηθικότητα της παράδοσης. Ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να είναι καλός ή κακός, αλλά ο ανελεύθερος άνθρωπος είναι όνειδος για τη φύση και δεν έχει μερίδιο σε καμιά ουράνια ή επίγεια παρηγοριά.

Τέλος, όποιος θέλει να γίνει ελεύθερος, πρέπει να γίνει ελεύθερος από μόνος του. Η ελευθερία δεν πέφτει ποτέ σαν θαυμαστό δώρο στα χέρια κανενός".



Φρίντριχ Νίτσε. Από τους "Παράκαιρους Στοχασμούς" [“Untimely Meditations” / “Unzeitgemässe Betrachtungen”, 1873-76]. Στην εικόνα σχέδιο του Νίτσε από τον Έντβαρτ Μουνκ.




Το παλάτι με τα Ζώα του Λόρδου Βύρωνα




Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals
Edwin Henry Landseer - Isaac van Amburgh and his Animals



«Στην έπαυλή του, εκτός από τους αμέτρητους υπηρέτες, κατοικούν δέκα άλογα, οκτώ πελώρια σκυλιά, τρεις πίθηκοι, πέντε γάτες, ένας αετός, ένα κοράκι και ένας γύπας, και όλα αυτά τα ζώα, με εξαίρεση τα άλογα, κυκλοφορούν ελεύθερα στο σπίτι, το οποίο όπως φαντάζεσαι αντηχεί από τις παράξενες φωνές τους...

Ωστόσο, αφού είχα σφραγίσει αυτό το γράμμα, διαπίστωσα ότι η καταμέτρηση των ζώων, σ' αυτό το παλάτι της Κίρκης, ήταν λανθασμένη, διότι μόλις διασταυρώθηκα στις σκάλες με πέντε παγώνια, έξι φασιανούς, δύο ινδικά χοιρίδια και έναν αιγυπτιακό γερανό.

Αναρωτιέμαι ποιοί ήταν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προτού μεταμορφωθούν σε αυτά τα αλλόκοτα όντα».



***



Λόγια του ποιητή Πέρσι Σέλλεϋ, περιγράφοντας τη βίλα του φίλου του, λόρδου Βύρωνα, στην οποία και φιλοξενούνταν τον καιρό εκείνο. Βρισκόμαστε στα πρώτα χρόνια του 19ου αιώνα. Πηγή το “Britannica” του Χάρη Βλαβιανού.

Ο Σέλλεϋ και ο Μπάιρον ανήκαν στους βασικούς εκπροσώπους του ρομαντικού κινήματος. Και ο Ρομαντισμός είχε ανυψώσει τη Φύση ως το απόλυτο αντικείμενο του δέους και του θαυμασμού του. Μα η "φύση" των ρομαντικών δεν ήταν οι βόλτες στα πάρκα ή στην εξοχή, οι βουτιές στη θάλασσα και μερικές γλάστρες στο μπαλκόνι. Τα ζώα των ρομαντικών δεν ήταν κατοικίδια κλεισμένα σε κλουβιά.

Φύση ήταν το υψηλό, το ανείπωτο, εκείνο που είναι αδύνατο να περιγράψουμε απόλυτα με λόγια - δε μπορούμε παρά να το ιχνηλατήσουμε, σαν εξερευνητές ή θαλασσοπόροι σε θάλασσες άγριες και αφιλόξενες. Φύση είναι ελευθερία, μα μια ελευθερία πέρα από νόμους και συμβάσεις, μακριά απ' το καλό και το κακό. Και ο άνθρωπος, δεν είναι παρά μέρος της, ένα ζώο όπως όλα, κλεισμένο στο κλουβί που ο ίδιος έχτισε, παλεύοντας να απελευθερωθεί.

Στην εικόνα ο πίνακας του ρομαντικού ζωγράφου Edwin Henry Landseer, τιτλοφορούμενος "Ο Isaac van Amburgh και τα Ζώα του", του 1839.



H θάλασσα του Καρκαβίτσα




Ένας πίνακας που απεικονίζει τη θάλασσα και ένα πολύχρωμο ελληνικό νησί



«Από µικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήµατά µου να ειπείς, στο νερό τα έκαµα. Το πρώτο µου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουµίνια µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και µε την πύρινη φαντασία µου που το έκανε µπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήµουν και γω εκεί µέσα. Μόλις όµως το απίθωσα, και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάµω άλλο µεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιµανάκι του Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυµπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα µακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύµπι πρώτος – τα λέπια µου έλειπαν.

— Μωρέ, γεια σου, και συ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας.

Εγώ καµάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους [...]

Ναι – την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα να απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα µακριά, να χάνεται στα ουρανοθέµελα σαν ζαφειρένια πλάκα, στρωτή, βουβή και πάσχιζα να µάθω το µυστικό της. Την έβλεπα, οργισµένη άλλοτε, να δέρνει µε αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κ' έτρεχα µεθυσµένος να παίξω µαζί της, να τη θυµώσω, να την αναγκάσω να µε κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω µου, όπως πειράζουµε αλυσοδεµένα τ' αγρίµια».



***


Ανδρέας Καρκαβίτσας. Από το διήγημα "Η Θάλασσα", γραμμένο το 1898. Περιλαμβάνεται στα "Λόγια της Πλώρης".

Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής νατουραλιστικής σχολής – διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό νιώθεις σχεδόν λες και βρίσκεσαι εκεί. Αισθάνεσαι τον αέρα, νιώθεις την άμμο κάτω απ' τα πόδια σου, ακούς τον παφλασμό του κύματος, ενώ παρατηρείς τις ψαρόβαρκες που φεύγουν.



Συνεχίζεται....



Οι προηγούμενες περιπλανήσεις μας στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας:



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά




14 Φεβρουαρίου 2016

Το Χρονικό της Τζαζ, μέρος ΙΙΙ: Οι Νύχτες του Σικάγο






Σικάγο, 1923. Νύχτες νοτισμένες με ποτό και απολαύσεις. Ένα μαγαζί παραδομένο στον καπνό απ’ τα τσιγάρα, βυθισμένο θα ‘λεγες σε όνειρο. Αινιγματικοί τύποι που γνέφουν με νόημα στο σκιόφως. Σκοτεινά βλέμματα που αντανακλούν τη λάμψη του χρυσού. Μια γυναίκα με κοντό μαλλί και λαμπερά δόντια, όμοια με διαμάντια. Μάτια γάτας, γουργούρισμα πάνθηρα. Ένα στέκι κατάμεστο από κόσμο, όπως φαντάζεσαι, αν και δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τον διπλανό σου μες στην καταχνιά.

Μα είναι όλοι τους εδώ – το ξέρεις. Μιλούν, χορεύουν, γελούν και πίνουν, πίνουν ασταμάτητα· κόντρα στο νόμο, κόντρα στα ήθη. Ήταν 1919 όταν κηρύχθηκε παράνομη στη χώρα η παρασκευή, η διακίνηση και η πώληση αλκοολούχων ποτών – ήταν η Ποτοαπαγόρευση. Μα ο νόμος έφερε τα αντίθετα αποτελέσματα: σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν τα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, το ένα μετά το άλλο, και οι ιδιοκτήτες τους έτριβαν τα χέρια τους με ικανοποίηση. Το παράνομο χρήμα έδινε κι έπαιρνε και τα κέρδη φούσκωναν τις τσέπες (και τις κοιλιές) των βασιλιάδων της νύχτας. Η Ποτοαπαγόρευση έμοιαζε με φράγμα που προσπαθούσε να εμποδίσει το χείμαρρο μιας εποχής ολόκληρης – γιατί στα χρόνια της Δεκαετίας του 20 η κοινωνία μεταμορφωνόταν με ραγδαίους ρυθμούς, πέρα από νόμους και διατάξεις που κατόρθωναν μόλις να ξύσουν την επιφάνεια ενός κοχλάζοντος ηφαιστείου, έτοιμου να εκραγεί. Θέλοντας ν’ αποτινάξει από πάνω του το βάρος ενός Παγκοσμίου Πολέμου, γυρίζοντας σελίδα στο παρελθόν και αδιαφορώντας για το μέλλον, ο κόσμος επέλεξε να αφεθεί στην ασυδοσία – ή τη λησμονιά – της νύχτας. Το ποτό ήταν το έμβλημα της νέας εποχής. «Ξέχασε τά όλα!», το σύνθημά της.

Το Lincoln Gardens ήταν τον καιρό εκείνο το μεγαλύτερο κέντρο χορού του Σικάγο. Τα βράδια τα πλήθη συνωστίζονταν για να πιουν, να ερωτοτροπήσουν, να αφεθούν, να λογομαχήσουν, να ζυγιάσουν βλέμματα, να κάνουν μπίζνες. Μα και για να παρακολουθήσουν την πιο καυτή μπάντα των καιρών: τη μπάντα του Joe “King” Oliver. Έχοντας μεταναστεύσει στο Σικάγο απ’ τη Νέα Ορλεάνη, όπως έκαναν χιλιάδες μαύροι τον καιρό εκείνο, ο Τζόε Όλιβερ μετέφερε στις αποσκευές του τον ανανεωτικό αέρα της μουσικής της πολιτείας του. Ήταν μια καινούργια μουσική που συνάρπαζε τα πλήθη. Ορισμένοι την αποκαλούσαν «Τζας» ή «Τζαζ» - μια λέξη ριζωμένη στη σλανγκ ορολογία των καιρών – μα ο περισσότερος κόσμος την ονόμαζε απλά “Hot Music”. Και αν τα περασμένα χρόνια οι λευκοί μουσικοί είχαν πρώτοι ηχογραφήσει μια εκδοχή αυτής της μουσικής, οι γνώστες ήξεραν καλά πως η αυθεντική Hot Music ήταν υπόθεση των μαύρων και πως η Νέα Ορλεάνη ήταν η πατρίδα της. Ανάμεσά τους, ο Τζόε Όλιβερ ήταν ο αδιαφιλονίκητος βασιλιάς – εξ’ ού και το παρατσούκλι «Κινγκ» Όλιβερ, με το οποίο έγινε γνωστός.

Ο Κινγκ Όλιβερ ήταν ένας γιγαντόσωμος, εντυπωσιακός τύπος μ’ ένα σημάδι πάνω από το αριστερό του μάτι. Εισήγαγε άφθονες καινοτομίες στο παίξιμο της κορνέτας όπως τα mutes ή η μίμηση ανθρωπίνων ήχων, όπως για παράδειγμα ο ήχος ενός μωρού που κλαίει. Και η μπάντα του υπήρξε η πρώτη αφροαμερικανική πετυχημένη μπάντα, σε μια εποχή που στις ηχογραφήσεις κυριαρχούσαν οι μπάντες των λευκών – απομιμήσεις, οι περισσότερες, του στυλ που πρώτοι καθιέρωσαν οι μαύροι. Ασφαλώς ούτε λόγος να γίνεται για μεικτά συγκροτήματα, απαρτιζόμενα από λευκούς και μαύρους μουσικούς μαζί · η δεκαετία του 20 έφερε πολλές ελευθερίες μεν, μα κάτι τέτοιο φάνταζε ακόμα αδιανόητο.


King Oliver's Creole Jazz band


Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της μουσικής του Κινγκ Όλιβερ ήταν η δημιουργία ηχητικών υφών (textures), όμοιες με τις υφές που διέπουν μια ζωγραφική σύνθεση. Οι μουσικοί του έμοιαζαν περισσότερο με εικαστικούς: συνέθεταν ήχους που έμοιαζαν με αναλογίες και προσμίξεις χρωμάτων. Βασίζονταν περισσότερο στη διαίσθηση, όχι στην κωδικοποιημένη δομή της νότας και της κλίμακας που χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Ήταν μουσική που έφερνε κατά νου τα αρχέγονα χαρακτηριστικά της αφρικανικής μουσικής – που φάνταζε σαν φυσική συνέχεια μιας ιστορίας χιλιετιών. Ήταν η αυθεντική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης.

Υπήρχε κι ένας ακόμα μουσικός που ξεχώριζε στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ, παίζοντας δεύτερη κορνέτα. Ήταν ένας μάλλον παχουλός νεαρός, λίγο μαζεμένος, του οποίου το όνειρο από μικρός ήταν να παίξει στο πλευρό του ινδάλματός του – και νά που τα κατάφερε τελικά. Ο νεαρός αυτός είχε δύο χαρακτηριστικά. Το ένα ήταν πως έτεινε να παίζει τόσο δυνατά την κορνέτα, που έφτανε κάποιες φορές ως και να επισκιάζει με το παίξιμό του τον ίδιο τον αρχηγό της μπάντας – κάτι ανεπίτρεπτο! Το άλλο ήταν το χαμόγελό του: ένα χαμόγελο που κυριολεκτικά άστραφτε, σκορπίζοντας την καταχνιά, φεγγοβολώντας στο σκοτάδι.

Ήταν ο Λούις Άρμστρονγκ. Και σήμερα, στο τρίτο μέρος του ταξιδιού μας στην Ιστορία της Τζαζ, θα μιλήσουμε γι’ αυτόν – μα όχι μόνο. Επιβιβαστείτε.






Η Μεγάλη Μετανάστευση – Από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο



«Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της μουσικής της Νέας Ορλεάνης είναι πως το μεγαλύτερο μέρος της συνέβη στο Σικάγο», αναφέρει ο ιστορικός Ted Giola στο βιβλίο του για την Ιστορία της Τζαζ. Πραγματικά, αν η Νέα Ορλεάνη υπήρξε η σπίθα, η εστία απ’ την οποία ξεπήδησε η φλόγα, ήταν το Σικάγο το μέρος στο οποίο η φλόγα έγινε φωτιά.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 είδαν μία από τις μεγαλύτερες εσωτερικές μεταναστεύσεις στη σύγχρονη ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Πάνω από 50.000 Αφροαμερικανοί εγκατέλειψαν το Νότο και κατέφτασαν στο Σικάγο, αποζητώντας ευκαιρίες για δουλειά και μια καλύτερη ζωή. Στο Νότο οι συνθήκες έφταναν να γίνουν ανυπόφορες. Ο αποκλεισμός απέναντι στους μαύρους ήταν στοιχείο της καθημερινότητας, ενώ τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 10 είχαν γνωρίσει μια αλματώδη άνοδο της δημοτικότητας της Κου Κλουξ Κλαν. Απέναντι στη φρικτή πραγματικότητα τα μοναδικά εφόδια που είχε συνήθως ένας νεαρός μαύρος, ήταν το ταλέντο του στη μουσική και μια τρομπέτα στο χέρι. Μα στην ανεμοδαρμένη πολιτεία του Σικάγο, κάποιες φορές, τα εφόδια αυτά ήταν αρκετά – τουλάχιστον για τους ικανότερους ή τους πιο τυχερούς.

Δεν ήταν όμως κάποια επίσημη κρατική πολιτική, ή κάποια κοινωνική μεταρρύθμιση εκείνη που καθιστούσε το Σικάγο μια πόλη γεμάτη ευκαιρίες· όχι, ήταν το οργανωμένο έγκλημα εκείνο που επέτρεψε την άνθιση της μουσικής στην πόλη. Γιατί στα χρόνια της Ποτοαπαγόρευσης δεν υπήρχε μεγαλύτερη επιχειρηματική ευκαιρία για τους Νονούς της νύχτας, από την ενασχόληση με τα κέντρα διασκέδασης και την παράνομη διακίνηση ποτού. Και ασφαλώς μπορούμε να φανταστούμε όλοι πως κέντρο διασκέδασης ή μπαρ δίχως ζωντανή μουσική είναι αδιανόητο. Νά λοιπόν πως αναπτύχθηκε η Τζαζ στην πόλη – και πως βρήκαν δουλειές τόσοι και τόσοι μουσικοί την εποχή εκείνη.



Nightlife by Archibald John Motley, Jr.


Στο Σικάγο κατευθύνονταν οι πάντες – η πόλη προσέλκυε τις μάζες σαν φωτεινή πηγή μες στο σκοτάδι. Οι επαγγελματικές ευκαιρίες αφορούσαν λευκούς και μαύρους. Μα όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, ήταν αδιανόητο να δει κάποιος τον καιρό εκείνον κάποια μεικτή φυλετικά μπάντα. Υπήρχαν τα συγκροτήματα των λευκών από τη μία· και των μαύρων ή των μιγάδων απ’την άλλη. Σε δισκογραφικό επίπεδο αντίστοιχα, υπήρχαν οι δίσκοι των λευκών και οι δίσκοι των μαύρων – γνωστοί και ως “Race Records”. 

Οι τελευταίοι είχαν ολοένα και μεγαλύτερη απήχηση – ο κόσμος διψούσε για «μαύρη» μουσική, κόντρα στις ανησυχητικές κωδωνοκρουσίες των συντηρηρητικών ηθικολόγων, που θεωρούσαν πως η μουσική αυτή αντανακλά την γενικευμένη κατάπτωση των ηθών. Ήδη εν έτει 1913 μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης προειδοποιούσε: «Υπάρχει η τάση η Αμερική να γίνει θύμα του συλλογικού πνεύματος των Νέγρων, μέσα από τη λεγόμενη Ragtime μουσική; Εάν ναι, τότε πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να προφυλαχτεί η χώρα από τον επικείμενο κίνδυνο... εκτός κι αν είναι πια αργά. Η Ragtime μουσική συμβολίζει την πρωτόγονη νέγρικη μουσική και τους ηθικούς περιορισμούς του νεγρικού τύπου».

Δυστυχώς για τους ηθικολόγους, ήταν πια αργά. Το Ragtime είχε μετεξελιχτεί σε Jazz – και κόντρα στις απαγορεύσεις, τα κέντρα που άνθιζε αυτή η μουσική έκαναν χρυσές δουλειές στα χρόνια της δεκαετίας του 20. Και το «επικίνδυνο νέγρικο στοιχείο» κατέκλυζε ολοένα και περισσότερο τη ζωή και τα ήθη των Αμερικανών και της νεολαίας· μιας νεολαίας διψασμένης για διασκέδαση, για μουσική, για έρωτα, μα πάνω απ’ όλα... για ελευθερία. Σε τελική ανάλυση ο κόσμος των γονιών τους – ο κόσμος που συμβόλιζε την κυρίαρχη ηθική μιας παλαιότερης εποχής είχε καταλήξει στο αιματοκύλισμα ενός γενικευμένου Πολέμου. Ας γίνουμε ανήθικοι λοιπόν! φαίνεται να σκέφτηκαν τα πλήθη των καιρών. Και δίχως ενοχές παραδόθηκαν στις απολαύσεις μιας εποχής με έμβλημα τους ήχους της Τζαζ.







Οι Μεγάλες Κυρίες των Μπλουζ



Οι πρώτες μαζικά αναγνωρίσιμες μορφές της μαύρης μουσικής ήταν οι μεγάλες κυρίες των Μπλουζ. Σε μια εποχή που μια γυναίκα με μαύρο χρώμα δέρματος ταυτιζόταν ή με στερεότυπα νοικοκυράδων και ευτραφών υπηρετριών (“Big Mama”), ή με φορείς ελαφράς ψυχαγωγίας και πόρνες, οι πρώτες αυτές κυρίες των Μπλουζ ανέδειξαν μια περισσότερο δυναμική πτυχή του γυναικείου φύλου: εκείνου της γυναίκας που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και τραγουδά, με πάθος, για την πραγματικότητα που ζει. Εδώ δεν υπάρχει επιτήδευση, δεν υπάρχει σκέρτσο, εδώ η γυναίκα δεν υποδύεται κάποιο θεατρικό ρόλο. Είναι ο εαυτός της· τα λόγια ξεπηδούν ωμά από το στόμα της, ξέχειλα με την συνειδητοποίηση της πραγματικότητας που ζει. Μα το άρωμα γυναίκας είναι πανταχού παρόν – ίσως περισσότερο από ποτέ.

Τα λόγια τους ήταν η πραγματικότητα που εξιστόρησαν, σε στίχους, τα Blues. Γεννημένα στον αμερικανικό Νότο, όμοια με πίνακες κοινωνικού ρεαλισμού ή με τα έργα κάποιου νατουραλιστή συγγραφέα, τα πρώιμα αγροτικά Μπλουζ δεν προορίζονταν για διασκέδαση – μα για έκφραση, για εκφόρτιση, για λύτρωση μέσα από τη μουσική και τον προσωπικό στίχο. Αναφερθήκαμε στην αρχική ανάπτυξη των Μπλουζ στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ). Ο W.C. Handy, καταγράφοντας τη μουσική και μπολιάζοντάς τη με τις ισχύουσες μουσικές φόρμες των καιρών, γεφύρωσε τις αποστάσεις ανάμεσα στον κόσμο της επαρχίας και στον κόσμο της πόλης – ανάμεσα στο προσωπικό και το δημοφιλές. Το επόμενο βήμα δεν άργησε να γίνει. Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 20 τα Μπλουζ του Δέλτα μετανάστευσαν κι αυτά με τη σειρά τους. Από τα χωράφια, τις αλέες, τους χωματόδρομους και τα κακόφημα μπαρ μετακόμισαν στα θέατρα και τα καμπαρέ. Είχαν γίνει παιδιά της Πόλης και της Νύχτας και αφέθηκαν να μεταμορφωθούν, υπό τους προβολείς και τη λάμψη των φώτων. Μα η αυθεντικότητα που χαρακτήριζε την αρχέγονη μορφή τους ήταν ακόμα εκεί.

Η αστικοποιημένη νέα εκδοχή των Μπλουζ καθιερώθηκε με την ονομασία «Κλασικά Μπλουζ» (Classic Blues). Δύο υπήρξαν τα προεξέχοντα χαρακτηριστικά τους: η παρουσία μιας μπάντας από χάλκινα, συχνά απαρτιζόμενης από μουσικούς της Τζαζ (ενώ στην αυθεντική μορφή τους τα Μπλουζ δεν ήταν παρά ο τραγουδιστής και η κιθάρα του) · και η κεντρική θέση μιας γυναίκας τραγουδίστριας.


Ma Rainey and fan


Εν μέρει ήταν μια στροφή στην παράδοση του αμερικανικού Vaudeville και των θεατρικών Minstrel Show. Σκοπός της μπάντας ήταν πρωτίστως να διασκεδάσει – η παρουσία της γυναίκας στον κεντρικό ρόλο προσέδιδε το αναγκαίο σεξ απίλ και τη λάμψη που χρειαζόταν για να προσελκύσει τα πλήθη. Βρισκόμαστε στις πόλεις εξάλλου, και στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων δεν έχει σημασία η καλλιτεχνική ή η προσωπική έκφραση – μα η ψυχαγωγία. Τα Μπλουζ, έχοντας εγκατασταθεί στα αστικά κέντρα, φόρεσαν το ένδυμα που τους αναλογούσε: πλουμισμένο με αστραφτερά κοσμήματα και υποσχόμενο ηδονές.

Μα ο ίδιος ο Ρόμπερτ Τζόνσον, παίζοντας μοναχός με την κιθάρα του, αποζητούσε να μαγέψει το γυναικείο κοινό της εποχής του· τα μπλουζ έβριθαν πάντα από μια μυστηριώδη σεξουαλική δύναμη, πρωτόγονη μα βαθιά μαγνητική, σχεδόν ζωώδης. Τα Κλασικά Μπλουζ έφεραν τις γυναίκες τραγουδίστριες στο προσκήνιο, ενισχύοντας στο έπακρο τον αρχέγονο αυτό μαγνητισμό τους, μπολιάζοντάς τον με το στοιχείο της προσωπικής αφήγησης. Όταν τραγουδούσε η Μπέσσυ Σμιθ (Bessie Smith) ο κόσμος κρεμόταν απ’ τα χείλη της· ένιωθες κάθε λέξη της να πάλλεται, να αιωρείται στον ρυθμό της νύχτας, σαν καπνός από τσιγάρο που σε περιτυλίγει. Γνώριζες πως κάθε στίχος, κάθε ιστορία που ξεπηδούσε απ’ τα χείλη της, ήταν αυθεντική. Σχεδόν λες και σου εξομολογούνταν κάποιο περιστατικό της ζωής της. Δεν είχε σημασία αν το είχε όντως ζήσει ή όχι – αρκούσε η αίσθηση που σου μετέδιδε, η υποψία πως μπροστά στα μάτια σου ξετυλίγεται κάποια αληθινή ιστορία.

Ήταν κάτι διαφορετικό από όσα είχε δει ο κόσμος μέχρι τότε. Ήταν ψυχαγωγία – μα ήταν και πολλά περισσότερα. Ήταν το άρωμα γυναίκας που έφεραν οι πρώτες αυτές Κυρίες των Μπλουζ – της αληθινής γυναίκας, όχι της γυναίκας κακέκτυπο, όχι της γυναίκας στερεότυπο. Της γυναίκας που αγαπάει, ερωτεύεται, υποφέρει, μένει μόνη, καταστρέφεται, ελπίζει. Της γυναίκας που δεν προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μάσκες, μα λέει αυτό που νιώθει, πράττει εκείνο που αισθάνεται, παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Ακούγοντας τη Μπέσσυ Σμιθ, βλέποντας την επιβλητική παρουσία της πάνω στη σκηνή, ήξερες πως όλα αυτά είναι αληθινά – τα ύψη και τα βάθη, κάθε στίχος, κάθε εγκατάλειψη, κάθε προσδοκία. Τίποτα δεν είναι απλά ψυχαγωγία εδώ, τίποτα δεν είναι μόνο σόου.



Bessie Smith


Στην εφηβεία της η Μπέσσυ Σμιθ περιόδευε με τη μπάντα της Μα Ρέινι (Ma Rainey). H Μα Ρέινι θεωρείται, όχι άδικα, ως «μητέρα» των Μπλουζ και η επιρροή που είχε στη νεαρή Μπέσσυ ήταν σίγουρα υψηλή. Σημαντικός σταθμός υπήρξε εξάλλου η πρώτη ηχογράφηση μίας άλλης μεγάλης κυρίας των Μπλουζ, της Mamie Smith, εν έτει 1920. Το τραγούδι “Crazy Blues” σημείωσε τεράστια επιτυχία και καθιέρωσε, ουσιαστικά, όχι μόνο τα Κλασικά Μπλουζ, μα και το σύνολο των “Race Records” – των φυλετικών δίσκων, από τους οποίους πολλές δισκογραφικές άρχισαν να έχουν παραρτήματα, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση είχαν. Μια διαφήμιση των Black Swan Records ανέφερε χαρακτηριστικά: “the only records using exclusively negro voices”, περήφανη για την παρουσία «αυθεντικών νέγρικων φωνών» στους δίσκους της.

Η Έθελ Γουότερς (Ethel Waters) ήταν μία ακόμα από τις μεγάλες κυρίες των καιρών. Σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία τόσο ως τραγουδίστρια, όσο και ως ηθοποιός, ήταν η αγαπημένη του λευκού κοινού. Η καθαρή φωνή της ερχόταν σε αντίθεση με την βραχνάδα της Μπέσσυ Σμιθ. H απήχησή της υπήρξε τόσο μεγάλη, που έφτασε να εμφανιστεί headliner στο Palace της Νέας Υόρκης – ήταν η πρώτη φορά που μια μαύρη καλλιτέχνις κατόρθωνε κάτι τέτοιο. Άραγε να γνώριζε το καλοντυμένο κοινό που συνωστιζόταν στο πολυτελές κέντρο πως η Έθελ είχε γεννηθεί από βιασμό; Λογάριαζαν άραγε οι φιλήσυχοι αστοί πως το κορίτσι αυτό ήταν στα 10 της χρόνια αρχηγός μιας συμμορίας παιδιών που έκλεβαν για να ζήσουν και επόπτευαν τους δρόμους, προειδοποιώντας τις πόρνες και τους προαγωγούς τους για τυχών ύποπτες κινήσεις; «Δεν είχα ποτέ παιδική ηλικία, ποτέ δεν με αγκάλιασε, δεν με χάιδεψε, δεν με κατάλαβε η οικογένειά μου», είχε πει η Έθελ – μία από τις πρώτες ντίβες, αυθεντική όσο ελάχιστες.

Και η πραγματικότητά της δεν ήταν η εξαίρεση – μα ο κανόνας για την πλειοψηφία των μαύρων την εποχή εκείνη. Ευτυχώς, κάποιοι είχαν το ταλέντο και την τύχη να αναδειχτούν, όπως η Έθελ. Άλλοι – οι περισσότεροι – απλά χάθηκαν μες στην αφάνεια.


Ethel Waters

Για να επιζήσεις σ’ έναν τέτοιο κόσμο χρειαζόταν όχι μόνο τύχη, μα πυγμή, δυναμισμός. Και ήταν ο δυναμισμός εκείνος από τον οποίο ξεχείλιζε η προσωπικότητα της  Μπέσσυ Σμιθ. Ήταν Ιούλιος του 1927 όταν μια ομάδα μελών της Κου Κλουξ Κλαν επιχείρησαν να αναστατώσουν μια παράστασή της. Η Μπέσσυ δεν πτοήθηκε· βγήκε έξω με τις γροθιές της σηκωμένες, προκαλώντας τους, υψώνοντας τη βροντερή φωνή της. Τα μέλη της Κου Κλουξ Κλαν το έβαλαν στα πόδια.

Η Μπέσσυ ήταν μια γυναίκα κυριολεκτικά ασυγκράτητη. Συχνά επιθετική, πίνοντας ασταμάτητα, απολύτως ανοιχτή απέναντι στη σεξουαλικότητά της, διατηρώντας σχέσεις τόσο με άντρες όσο και με γυναίκες, και ερμηνεύοντας τραγούδια με τίτλους όπως “Empty Bed Blues”, “Need A Little Sugar In My Bowl” και “You’ve Got To Give Me Some”, σκανδάλισε τα πλήθη των καιρών της – δίνοντας ταυτόχρονα πάτημα στους ηθικολόγους για να καταδικάσουν τα Blues και τη Τζαζ, παρουσιάζοντάς τα σαν μουσικές «εκφυλισμένες», συνώνυμες της «παρακμής της εποχής». Πρώτη έδωσε το καλούπι πάνω στο οποίο θα έκτιζαν αργότερα τη μορφή τους μορφές όπως η Billie Holiday και η Janis Joplin. Ήταν μια γυναίκα που γύρεψε να ζήσει ελεύθερα σ’ έναν κόσμο που σκανδαλιζόταν και μόνο στη σκέψη. Μια μαύρη που θέλησε να εκφραστεί σ’ έναν κόσμο λευκών. Έναν κόσμο παραδομένο στο χρήμα και στα κέρδη, που έβλεπε σ’ εκείνην το σκάνδαλο και την παρακμή – και τη φοβόταν δίχως να το παραδέχεται.

Η ίδια αυτή γυναίκα έδινε μεγάλο μέρος απ’ τα έσοδά της σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ δεν δίσταζε ποτέ να βοηθήσει κάποιο φίλο σε ανάγκη. Η παρουσία της ενέπνευσε πλήθος άλλων – γυναικών και αντρών – που αισθάνονταν καταπιεσμένοι και γύρευαν κάποια διέξοδο σ’ ένα περιβάλλον που δεν ήταν πλασμένο στα μέτρα τους. Καθιερώθηκε όχι μόνο σαν η σημαντικότερη Μπλουζ τραγουδίστρια των καιρών της, μα ως μία από τις μεγαλύτερες παρουσίες της εποχής. Πέθανε σε ηλικία 43 χρόνων.

Κι επιστρέφουμε στα χρόνια που περιγράφουμε... Κάπου στα μισά της δεκαετίας του 20 η Bessie Smith συνεργάστηκε με τον αναδυόμενο, τα χρόνια εκείνα, Louis Armstrong. H Μπέσσυ στη φωνή, ο Λούις στην τρομπέτα. Ο Άρμστρονγκ βρισκόταν σε μια καμπή της ιστορίας του – έχοντας σταδιακά αναπτύξει το δικό του προσωπικό ύφος και νιώθοντας πως οι μπάντες με τις οποίες είχε συνεργαστεί δεν κάλυπταν πλέον τις δημιουργικές ανάγκες του. Η επαφή με την Μπέσσυ ενδεχομένως να στάθηκε καταλυτική για τον νεαρό Λούις. Η ερμηνεία των δυο τους στο “Saint Louis Blues” παραμένει, κατά τη γνώμη μου, η βαθύτερη και η πιο ανατριχιαστική εκδοχή του περίφημου αυτού τραγουδιού – ανάμεσα στις τόσες και τόσες που υπάρχουν. Ακούγοντας τη φωνή της Μπέσσυ νιώθεις να σε κατακλύζει μια βαθιά αισθαντικότητα, ένα πηγαίο συναίσθημα μιας γυναίκας που υποφέρει. Και ακούγοντας την τρομπέτα του Λούις Άρμστρονγκ να τη συνοδεύει, συχνά μιμούμενη τη φωνή της, κάνοντας να ξεπηδούν ήχοι που δε θυμίζουν μουσικό όργανο... συνειδητοποιείς πως εκείνο που ακούς δεν είναι παρά ο αντίλαλος της δικής σου, προσωπικής φωνής, μεταμφιεσμένης σε νότες. Άκου πως χορεύουν αρμονικά, τρομπέτα και φωνή, πως σμίγουν και χωρίζουν, πως συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, πως τυλίγονται σ’ έναν αδιάσπαστο δεσμό.

Έτσι έκαναν τα Μπλουζ και η Τζαζ την εποχή εκείνη. Γι’ αυτό και η ιστορία τους είναι τόσο στενά συνυφασμένη.



Bessie Smith


Το πλατύ χαμόγελο της μουσικής



Όταν η Αλίκη συνάντησε τη Γάτα του Τσέσαϊρ στην «Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων» της έκανε εντύπωση το πλατύ χαμόγελό της· κι ενώ η γάτα γινόταν σταδιακά αόρατη, το χαμόγελό της ήταν το τελευταίο που έσβηνε – έμενε να αιωρείται, λευκή ημισέληνος που λαμποκοπούσε στο σκοτάδι. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να λέει πάντα περισσότερα από εκείνα που φανέρωνε. Ένα χαμόγελο που έμοιαζε να δανείζει το φως του στα άστρα που το περιέβαλαν, πλουμίζοντας λάμψη το μαύρο ουρανό.

Ο ουρανός της μουσικής θα φέρει για πάντα τη λάμψη απ’ το ζωογόνο, πλατύ χαμόγελο του Louis Armstrong. Ήταν πάντα εκεί – στους καλούς καιρούς και στους δύσκολους καιρούς, το ίδιο πλατύ, το ίδιο ζωογόνο. Και η μουσική Τζαζ έμελλε να γνωρίσει σε αυτόν το πρώτο μεγάλο της αστέρι – ένα από τα μεγαλύτερα που στεφάνωσαν ποτέ τον πολύφωτό της ουρανό.

Πολύς κόσμος σήμερα γνωρίζει τον Λούις Άρμστρονγκ μέσα από τα τραγούδια του. Και είναι γεγονός πως η χαρακτηριστική βραχνάδα της φωνής του επηρέασε πλήθος τραγουδιστών την εποχή εκείνη. Ωστόσο ο Άρμστρονγκ ήταν πριν απ’ όλα και πάνω απ’ όλα ένας πελώριος μουσικός – ένας πραγματικός καινοτόμος της τρομπέτας, ένας τολμηρός πρωτοπόρος που άνοιξε νέους δρόμους στη μουσική του 20ου αιώνα. Με τον Άρμστρονγκ ουσιαστικά ξεκινά η εποχή του σολίστα – τίποτα ποτέ δεν θα ήταν ξανά ίδιο, αφού ο «Σάτσμο» είχε πια κάνει το πέρασμά του, σκορπώντας γύρω του εύθυμες νότες και μουσικά χαμόγελα...






Γεννήθηκε σ’ ένα τόσο βίαιο μέρος της Νέας Ορλεάνης που ονομάστηκε «πεδίο μάχης». Η μητέρα του δούλευε συχνά σαν πόρνη για να τα βγάλει πέρα, ενώ ο πατέρας του είχε εγκαταλείψει από νωρίς την οικογένεια, για να ζήσει με την ερωμένη του. Η ζωή του δρόμου ήταν η καθημερινότητα του μικρού Λούι. Εφτά χρονών παρέδιδε κάρβουνο στις κακόφημες συνοικίες του περίφημου Storyville – και κάποιες φορές έστηνε αυτί πίσω από τις πόρτες, ακούγοντας τη μουσική που ξεχυνόταν από κάποιο παλιό πιάνο ή καμιά ξεχαρβαλωμένη κορνέτα, πνιγμένη πίσω από ξεφτισμένα βογκητά ηδονής. Έτσι ήταν που ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τη μουσική του Τζόε Όλιβερ – του ινδάλματός του. Έτσι ήταν που αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μουσική και ο ίδιος.

Στα 11 του χρόνια παράτησε το σχολείο και δημιούργησε την πρώτη του μπάντα. Το Storyville (γνωστό και ως «Συνοικία των Κόκκινων Φώτων») υπήρξε το πεδίο εξόρμησής τους, ο πρώτος συναυλιακός τους χώρος. Οι πόρνες και οι θαμώνες των μπουρδέλων πιθανό να αποτέλεσαν το πρωταρχικό κοινό του. Δες πως χαμογελούσε ο μικρός! Λες και παρέδιδε κονσέρτο σε κάποιο πολυτελές μέγαρο! Το χαμόγελο ήταν από τότε χαραγμένο στα χείλη του.

Το 1914, τον καιρό που ξέσπασε ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο έφηβος Λούις έπαιζε σε κακόφημα μπαρ και παρελάσεις, προκαλώντας ήδη εντυπώσεις με το δυνατό του παίξιμο. «Έχει ταλέντο ο μικρός», φαίνεται σκέφτηκε αρκετός κόσμος την εποχή εκείνη. Τα επόμενα χρόνια δοκίμασε την τύχη του παίζοντας μουσική σε ατμόπλοια που διέσχιζαν τον Μισσισσιπή – το ταξιδιάρικο πνεύμα είχε εισχωρήσει για τα καλά μέσα του και η μουσική του έμοιαζε να διαχέεται απ’ την μια πολιτεία στην άλλη, όμοια με τα ρέοντα νερά του ποταμού.

Κάποια στιγμή μάλιστα παντρεύτηκε τον πρώτο του έρωτα, μια νεαρή που ονομαζόταν Νταίζυ. Η σχέση τους δεν κράτησε πολύ. Παρά τις αντιξοότητες δεν το έβαζε κάτω ο νεαρός Λούις – και πάντα έβρισκε λόγους να χαμογελάει – ακόμα και όταν διαπίστωσε πως τα θέλγητρα του γάμου δεν ήταν όπως τα είχε φανταστεί. Μα αν η συζυγική ζωή του χαρακτηριζόταν από μια γενικότερη αστάθεια, τα μουσικά του βήματα τον έφερναν πάντα ένα βήμα παραπέρα. Κάπως έτσι λοιπόν, βήμα στο βήμα, ταξίδι στο ταξίδι, κατέληξε κι αυτός στο Σικάγο εν έτει 1922, παρέα με το πελώριο κύμα της μετανάστευσης που αναφέραμε. Κάπως έτσι η μουσική που γεννήθηκε στη Νέα Ορλεάνη έκανε το επόμενό της βήμα.







Λούις και Λιλ. Ο χρυσός στην πέτρα.



Τον καιρό εκείνο η Τζαζ υπήρξε μια κατεξοχήν συλλογική μουσική έκφραση· όπως αναφέραμε στο δεύτερο μέρος του αφιερώματός μας (κλικ εδώ), η πρωταρχική Τζαζ της Νέας Ορλεάνης χαρακτηριζόταν από μια διάθεση ομαδικότητας, στην οποία δεν ξεχώριζε ακόμα η ατομική φωνή του σολίστα. Από τη μία υπήρχαν οι μπάντες των λευκών, γνωστές και ως «Ντίξιλαντ» (Dixieland)· και από την άλλη οι μπάντες των μαύρων (η μουσική των οποίων συχνά αποκαλούνταν “hot music”). Μα αν σε κάθε μπάντα υπήρχαν κάποια μέλη που ξεχώριζαν ή ένας αρχηγός, ήταν η συλλογική αίσθηση εκείνη που είχε σημασία εν τέλει, όχι η ατομική φωνή του κάθε μουσικού. Αν υπήρχαν σόλο, ήταν όλα μικρής διάρκειας, δημιουργημένα ώστε να προσαρμόζονται αρμονικά στην σφαιρική σύνθεση, όχι να ξεχωρίζουν.

Έτσι είχε η κατάσταση και στη μπάντα του Τζόε «Κινγκ» Όλιβερ, που όπως αναφέραμε στην εισαγωγή, υπήρξε η δημοφιλέστερη μαύρη μπάντα των καιρών. Ο Όλιβερ υπήρξε διορατικός: είχε ακούσει για το παίξιμο του νεαρού Λούις και είχε συνειδητοποιήσει πως ο ταλαντούχος αυτός μουσικός μπορεί να συνεισφέρει θετικά στο συγκρότημά του. Γνώριζε εξάλλου πως ο νεαρός τον θαύμαζε και τι καλύτερο για ένα δάσκαλο, από το να παίζει στην ίδια μπάντα με έναν χαρισματικό του μαθητή – αρκεί να μην ξεπερνάει τα όρια και να θυμάται φυσικά πως δεν παύει να είναι ένας μαθητής. Σε τελική ανάλυση ήταν η μπάντα του King Oliver – και αυτός ήταν ο βασιλιάς της.






O Armstrong εμαθε πολλά από το δάσκαλό του – κάποιες φορές μάλιστα απογοητευόταν, καθώς αδυνατούσε να αναπαράγει τον ήχο της κορνέτας του. Δεν ήταν λίγες οι φορές που προσπάθησε να μιμηθεί το σόλο του Oliver στο “Dippermouth Blues”, δίχως όμως επιτυχία. Οι μικρές αυτές αποτυχίες ενίοτε τον αποθάρρυναν, άλλες φορές όμως τον πείσμωναν. Ήθελε να γίνει καλύτερος, να ξεπεράσει το δάσκαλό του, να φτάσει ακόμα ψηλότερα.

Όλοι κάποιες φορές έχουμε ανάγκη από μια ώθηση· έναν άνθρωπο που θα μας σπρώξει προς την σωστή κατεύθυνση· κάποιον που θα εντοπίσει το πολύτιμο μέταλλο που κρύβουμε, σε ακατέργαστη μορφή, μέσα στο σκληρό μας πέτρωμα και θα μας βοηθήσει να το εξορύξουμε· εκείνον που θα δώσει διέξοδο στις θετικές πλευρές του εαυτού μας, που συχνά κρύβουμε και ενίοτε αγνοούμε πως υπάρχουνε. Σε έναν κόσμο που συχνά πράττει το ακριβώς αντίθετο, καλλιεργώντας ό,τι ανούσιο και αρνητικό υπάρχει στους εαυτούς μας, λειτουργώντας σαν καθρέπτης που αντανακλά μόνο τις ελαττωματικές πλευρές μας (γιατί ίσως έτσι αισθάνεται ανώτερος ο ίδιος), το να αναδεικνύεις τις θετικές πτυχές των άλλων συνιστά έργο σπάνιο, μα πολύτιμο. Έχουμε περισσότερη ανάγκη από τέτοιους σκαπανείς, τέτοιους εκσκαφείς πολύτιμων μετάλλων... και λιγότερους λιθοβολιστές. Περισσότερη ενθάρρυνση και λιγότερη επίθεση. Γιατί από πέτρες, κούφιες, σκληρές και αδιάφορες... έχουμε γεμίσει.

Τέτοιος εκσκαφέας στάθηκε για τον Λούις Άρμστρονγκ μια γυναίκα: η Λιλ Χάρντιν (Lil Hardin). Μουσικός η ίδια, πιανίστα, και συμπαίχτης του στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ. Ήταν εκείνη που συνειδητοποίησε όσο κανένας άλλος το μέγεθος των ικανοτήτων του και το γεγονός πως στη μπάντα του Κινγκ Όλιβερ είχε φτάσει πλέον να περιορίζεται. Λένε πως στις ηχογραφήσεις τον έβαζαν να παίζει σε απόσταση από όλα τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, προκειμένου να μην τους θάβει με το παίξιμό του – τόσο δυνατό ήταν, τόσο επιβλητικό. Μα αν η επίσημη γραμμή του συγκροτήματος ήταν πως ο Άρμστρονγκ όφειλε να αυτοπεριορίζεται προκειμένου να μην διαταραχτεί η μουσική ισορροπία (ή ιεραρχία, αν προτιμάτε), η Λιλ διαπίστωσε πως η πολιτική αυτή κατέληγε να στερεί έναν άνθρωπο από το πλήρες ξεδίπλωμα των ικανοτήτων του.

Μα ήταν και κάτι ακόμα: Η Λιλ είχε ερωτευτεί τον ταλαντούχο, πλην ατσούμπαλο αυτόν μουσικό.




Όταν τον είχε δει για πρώτη φορά, έχοντας καταφτάσει στο Σικάγο με μια βαλίτσα στο χέρι κι ένα αφελές χαμόγελο στο πρόσωπο, της είχε κάνει εντύπωση η προχειρότητα των ρούχων του, η επαρχιώτικη διάθεση που αναδείκνυε με την εμφάνισή του. Έμοιαζε με χωριατόπουλο που είχε καταφτάσει στη μεγάλη πόλη – εκτός τόπου και χρόνου. Και σα να μην έφταναν αυτά, τον είχε θεωρήσει χοντρό – πολύ χοντρό. Ναι, η πρώτη εντύπωση που έκανε ο χοντρο-Λούι στη Λιλ κάθε άλλο παρά θετική ήταν.

Μέχρι που ξεκίνησαν οι συναυλίες της μπάντας – και τότε η Λιλ άρχισε να συνειδητοποιεί πως το ακατέργαστο, άγαρμπο, ατσούμπαλο αυτό κομμάτι πέτρας με το πλατύ χαμόγελο κρύβει μέσα του χρυσάφι. Και τον αγάπησε. Και θέλησε να τον βοηθήσει. «Μπορείς να κάνεις περισσότερα απ’ αυτό, πολύ περισσότερα», του είπε. Και ο Λούις την κοιτούσε με μάτια που πετούσαν σπίθες, όμοιες με τη λάμψη της τρομπέτας του.

Ο Λούις και η Λιλ τελικά παντρεύτηκαν – ήταν ο δεύτερος γάμος του Άρμστρονγκ. Και η Λιλ στο εξής θα λεγόταν κυρία Λιλ Άρμστρονγκ.



H Lil Hardin και ο Louis Armstrong μετά από χρόνια...


Η ανάδειξη των Hot Five



Ο άνεμος της μουσικής εξάπλωνε τις νότες του σαν κύματα στη θάλασσα. Κι εκείνες διέσχιζαν τις πολιτείες, από τη μία στην άλλη, σκορπίζοντας γύρω τους άφθονες προσδοκίες. Κάπως έτσι ξεδιπλώθηκε ο πρωταρχικός καμβάς της Τζαζ, από τη Νέα Ορλεάνη στο Σικάγο... και από το Σικάγο στη Νέα Υόρκη. Ήταν εκεί εν έτει 1924 ένας φιλόδοξος συνθέτης που ονομαζόταν Fletcher Henderson. O Χέντερσον επιθυμούσε να δημιουργήσει ένα μουσικό κράμα που θα ενσωματώνει στοιχεία της μαύρης «χοτ» μουσικής απ’ τη μία, μα εντός ενός περισσότερο κομψευόμενου «λευκού» περιτυλίγματος απ’ την άλλη. Κάλεσε λοιπόν τον Άρμστρονγκ στη μπάντα του κι εκείνος πήρε το τρένο για τη Νέα Υόρκη...

Δεν έμελλε να κάτσει για καιρό. «Ο Φλέτσερ δεν με πήγαινε όπως ο Κινγκ Όλιβερ», είπε αργότερα ο Άρμστρονγκ. «Είχε ταλέντο αξίας ενός εκατομμυρίου στη μπάντα του, μα ποτέ δεν σκέφτηκε να με αφήσει να τραγουδήσω». Τον καιρό εκείνο, βλέπετε, ο Άρμστρονγκ είχε αρχίσει να δοκιμάσει πράγματα – καθοδηγούμενος απ’ τις συμβουλές της, γυναίκας του πλέον, Λιλ, επιθυμούσε να ξεφύγει απ’ το συνοδευτικό ρόλο της δεύτερης τρομπέτας. Το τραγούδι ήταν ένας απ’ τους τομείς που τον ενδιέφεραν – άγνωστος, ακόμα, στον ίδιο. Μα τα πράγματα στη μπάντα του Φλέτσερ Χέντερσον ήταν περισσότερο σφικτά από πριν, περισσότερο περιοριστικά.

Τότε ήταν που αντήχησε στ’ αυτιά του μια κουβέντα της Λιλ – μια φράση που θα τον συνόδευε για πάντα: «Δεν θέλω να είμαι παντρεμένη με έναν δεύτερο».



Lil Hardin


Ο Άρμστρονγκ εγκατέλειψε τη μπάντα του Χέντερσον – και αποφάσισε πια ν’ ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Το μεγάλο Ρολόι της Τζαζ φτάνει σ’ ένα κομβικό σημείο· οι δείκτες σμίγουν με νόημα· και τίποτα πια δεν θα ήταν ίδιο, ποτέ ξανά, για τη μουσική του εικοστού αιώνα.

Τον καιρό εκείνο ο Άρμστρονγκ συμμετείχε σε μια σειρά συνθέσεων του Clarence Williams και της μπάντας του, των Blue Five. Πλάι στον Άρμστρονγκ έπαιζε ένας ιδιαίτερα ταλαντούχος κλαρινετίστας και σαξοφωνίστας, ο Σίντνεϊ Μπεσέτ (Sidney Bechet). Θα επανέλθουμε στον Μπεσέτ στο επόμενο μέρος του αφιερώματός μας – για την ώρα αρκεί να αναφέρουμε πως η συνύπαρξη των δυο τους στην ίδια μπάντα στάθηκε μία από τις κορυφαίες συναντήσεις μουσικών της δεκαετίας – λίγο πριν αποκαλύψουν στον κόσμο το πραγματικό τους μεγαλείο.

Τελικά ο ήρωας της ιστορίας μας επιστρέφει στο Σικάγο – πίσω στη γυναίκα του που τον περίμενε με ανοιχτές αγκάλες. Και τότε ήταν που αποφάσισαν να σχηματίσουν μια μπάντα, καλώντας μουσικούς της δικής τους επιλογής, γράφοντας οι ίδιοι τη μουσική, με τον Άρμστρονγκ πλέον να είναι μπροστάρης. Αυτό μετά από πρόταση του συναδέλφου μουσικού και παραγωγού Richard M. Jones. Για πρώτη φορά το δικό του όνομα θα δέσποζε στο συγκρότημα, όχι κάποιου άλλου. Και η Λιλ χαμογελούσε με νόημα. «Εγώ θα παίζω πιάνο», του είπε... «εσύ τρομπέτα. Ο Τζόνι στο κλαρινέτο, ο Κιντ τρομπόνι, ενώ μπορούμε να έχουμε κι ένα μπάντζο για να με συνοδεύει στο ρυθμό. Τις συνθέσεις θα τις γράφουμε οι δυο μας, μαζί».

Έτσι γεννήθηκαν οι Hot Five. Ο Louis Armstrong στην τρομπέτα. Η Lil Hardin-Armstrong στο πιάνο. Ο ξακουστός Kid Ory στο τρομπόνι. Ο μοναδικός Johnny Dodds στο κλαρινέτο. Και ο Johnny St. Cyr στο μπάντζο και, ενίοτε, στην κιθάρα.

Κι εδώ πραγματικά δυσκολεύομαι. Δυσκολεύομαι να περιγράψω και να εξηγήσω τη σημασία αυτής της μπάντας. Πολύ απλά, χωρίς τους Hot Five (και τη μπάντα που τους διαδέχτηκαν τα επόμενα χρόνια, τους Hot Seven) δεν θα υπήρχε Τζαζ όπως την γνωρίζουμε. Και όχι μόνο – η σύγχρονη μουσική στο σύνολό της θα ήταν διαφορετική. Κι αυτό γιατί με τους Hot Five, εν έτει 1925, ξεκινά ουσιαστικά η εποχή του σολίστα.

Και ο Λούις Άρμστρονγκ ήταν ο πρωτοπόρος.



Hot Five

Οι Hot Five υπήρξαν ουσιαστικά μια μπάντα του στούντιο και των ηχογραφήσεων – σπάνια έπαιζαν ζωντανά μπροστά σε κόσμο. Μα ίσως αυτό να απελευθέρωσε κάποιες δημιουργικές δυνάμεις που, αλλιώς, θα παρέμεναν κρυμμένες. Οι πρώτες ηχογραφήσεις τους δεν ξεχωρίζουν ιδιαίτερα απ’ τις παλιότερες συνθέσεις του Κινγκ Όλιβερ και του συλλογικού αυτοσχεδιασμού της Νέας Ορλεάνης. Μάλλον ο Άρμστρονγκ εισχωρούσε, βήμα βήμα, από τα ρηχά στα βαθιά. Στην πορεία του προς την άγνωστη ενδόχωρα, διέσχιζε πρώτα τις γνώριμες σε όλους παραλίες.

Σταδιακά η τρομπέτα του Άρμστρονγκ άρχισε να αναδεικνύεται ολοένα και περισσότερο. Από το “Cornet Chop Suey” ως το “Oriental Strut”, το καινούργιο άρχιζε να ξεπροβάλλει μέσα από το παλιό. Τα κομμάτια, αν και σύντομα σε διάρκεια (πράγμα που σχετίζεται με τη χωρητικότητα των δίσκων της εποχής), παραχωρούσαν περιθώριο στους μουσικούς για να ελιχθούν, να αποδράσουν απ’ το πλαίσιο της ομάδας και να μιλήσουν με τη δική τους προσωπική φωνή. Το συλλογικό παίξιμο παραχωρούσε τη θέση του σε κάποιο σύντομο σόλο, μετά ένα άλλο, μέχρι που ξεκινούσαν πάλι να παίζουν όλοι μαζί – αυτά ενώ το πιάνο, το μπάντζο ή η κιθάρα κρατούσαν το ρυθμό.

Σύνθεση στη σύνθεση, ο Άρμστρονγκ ξεδίπλωνε όλο και περισσότερες πτυχές των ικανοτήτων του. Η τρομπέτα του έφτανε σταδιακά να ζωγραφίζει σε αόρατους καμβάδες ηχοτρόπια μοναδικής έμπνευσης. Και όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν τη μουσική εκείνη συνειδητοποίησαν, για πρώτη ίσως φορά, πως η «Τζαζ» για την οποία τόσος κόσμος μιλούσε, δεν ήταν απλά μια μόδα ή ένα κατασκεύασμα της νυχτερινής ψυχαγωγίας ή της κουλτούρας της μάζας... μα μια νέα μορφή τέχνης. Πολλά έμελλε να γίνουν ακόμα... μα η αρχή είχε γίνει. Και εκείνο που κατόρθωσε ο Λούις Άρμστρονγκ τα χρόνια εκείνα δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία αυτής της μουσικής.





Κάποια στιγμή άρχισε και να τραγουδάει. Άλλοτε με εκείνο το χαρακτηριστικό «γρέτζο» της φωνής του, άλλοτε πάλι σε στυλ τενόρου. Και όπως όλοι οι μουσικοί τον καιρό εκείνο επηρεάστηκαν από το παίξιμό του, αντίστοιχα όλοι οι τραγουδιστές επηρέαστηκαν από το φωνητικό του στυλ. Μεταξύ άλλων, ξακουστό είναι και το τραγούδι “Heebie Jeebies” του 1926: ήταν το τραγούδι που καθιέρωσε το χαρακτηριστικό στη Jazz “scat singing” – το τραγούδι με τα ακατανόητα, δίχως λέξεις, παιχνιδιάρικα φωνητικά που μοιάζουν να απομιμούνται κάποιο μουσικό όργανο.

Και το χαμόγελο που έλαμπε σα μισοφέγγαρο αχτιδοβολούσε· και οι μουσικοί του απελευθέρωναν ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις που, ως τότε, έμεναν κρυμμένες σε κάποιο ορυχείο μέσα τους. Ακούστε το ‘Gut Bucket Blues” του 1926 ή το “Willie The Weeper” του 1927, για παράδειγμα, δείτε πως τα σόλο διαδέχονται χαρούμενα το ένα το άλλο, από το τρομπόνι του Kid Ory και το κλαρινέτο του Johnny Dodds ως το πιάνο της Lil   και το μπάντζο του St. Cyr, και θα διαπιστώσετε πως η αλλαγή είχε πια γίνει – και είχαν επηρεαστεί οι πάντες. Το μισοφέγγαρο είχε απλώσει τη λάμψη του στα γειτονικά αστέρια.

Κι ενώ η δεκαετία του 20 καλπάζει με φρενίτιδα στις πιο ξέφρενες στιγμές της, η δική μας ιστορία φτάνει, για άλλη μια φορά, στο τέλος της. Μέχρι τη συνέχεια του αφιερώματός μας φυσικά... γιατί έχουμε πολλά ακόμα να πούμε, κύριοι.


Συνεχίζεται.............


Μουσικές επιλογές














Το Χρονικο της Τζαζ... μέχρι τώρα. Τα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος:




Μέρος ΙΙ – Τα Φώτα Της Νέας Ορλεάνης



από την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης