Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Το Μαγικό Ζώο






Παρατηρώ με ευχαρίστηση τα πρωινά, πηγαίνοντας στη δουλειά, την όμορφη αυτή γάτα, που αράζει καιρό τώρα πάνω στα μηχανήματα των εισιτηρίων στον σταθμό στο Μοναστηράκι. Ανεπηρέαστη από την κίνηση του κόσμου, απολαμβάνοντας με τις γατίσιες της αισθήσεις τους ήχους, τη μυρωδιά και το ενδιαφέρον των περαστικών - μοιάζει σαν αρχέτυπο τοτέμ.

Ιδού, λοιπόν, ένα απόσπασμα του Χορχέ Λουίς Μπόρχες που ταιριάζει απόλυτα. Προέρχεται από το διήγημα "Ο Νότος" - οι θαμώνες στην Κουνελοχώρα το γνωρίζετε ήδη... [από τη σειρά "Μυθοπλασίες" του 1944, σε μετάφραση Α.Κυριακίδη]

«Στην αίθουσα αναμονής του σταθμού, ο Ντάλμαν είδε πως είχε ακόμα μισή ώρα καιρό. Ξαφνικά θυμήθηκε πως σ' ένα καφενείο της οδού Μπρασίλ (λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι του Υριγκόγιεν) ήταν ένας πελώριος γάτος, που καθόταν να τον χαϊδεύουν οι περαστικοί, σαν καταχθόνια θεότητα.

Ο γάτος ήταν εκεί• κοιμόταν. Ο Ντάλμαν παράγγειλε έναν καφέ, ανακάτεψε αργά αργά τη ζάχαρη, τον δοκίμασε και, καθώς χάιδευε απαλά το μαύρο τρίχωμα, σκέφτηκε πως αυτή η επαφή ήταν απατηλή, πως ήταν σαν να τους χώριζε ένα τζάμι, γιατί ο άνθρωπος ζει στο χρόνο, στην αλληλουχία, ενώ το μαγικό ζώο, στο παρόν, στην αιωνιότητα της στιγμής».


Edit, τρεις μέρες μετά: Η φωτογραφία προκάλεσε τέτοιο σάλο στο διαδίκτυο και στο Facebook (< κλικ), που θα παρομοίαζα με παλιρροϊκό κύμα! Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πελώρια και το post έφτασε σε δεκάδες χιλιάδες κόσμου. 

Χαρακτηριστικό αυτό εδώ το λινκ.

Μεταξύ μας - δεν είμαι ο πρώτος που αναφέρθηκα στο φοβερό αυτό αιλουροειδές στο διαδίκτυο. Εδώ και δυο περίπου μήνες έχει κινήσει το ενδιαφέρον του κόσμου. Μα η πάνω φωτογραφία που τράβηξα, πηγαίνοντας στη δουλειά, και το κείμενο με την οποία τη συνόδεψα, φαίνεται εκτίναξαν το φαινόμενο...


Ήταν μια ευχάριστη αλλαγή ρυθμού. Σα να ακούω μια γνώριμη γατούλα να γουργουρίζει με ικανοποίηση... Αχ, ξέρουν οι γάτες τι κάνουν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.

~


Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Μ.Καραγάτση: Επιθυμία





«Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει κι’ ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατώφλι του χινόπωρου. Τα γερατιά; Είναι ακόμα μακριά. Μα που είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από τη φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;

Και τότε είδα, και τότε ένιωσα — καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγειρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός — πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ, πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόι μ' ελατηρια που δε λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κέρδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ’ ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με το δράμι σ' όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος …

Τι κέρδισα; Τι χάρηκα; Τριγύρισα τις θάλασσες της γης, έσκισα πέλαγα κι' ωκεανούς, είδα χώρες κι' ακρογιάλια, παράλλαξα νησιά, αντίκρισα ουρανούς κι’ αστέρια στις μακριές αγρύπνιες της γέφυρας, μίλησα με ανθρώπους στους σταθμούς των λιμανιών, έσφιξα γυναίκες στην αγκαλιά μου, που μου ζήτησαν ένα κομμάτι χρυσάφι για να στενάξουν όταν στέναζα. Μα τι κέρδισα; Τι χάρηκα;

Όλ’ αυτά, και θάλασσες, και χώρες, κι’ ανθρώποι, κι’ ουρανοί, περάσαν μπροστά στις νεκρωμένες μου αισθήσεις ωσάν εικόνες ξέμακρες, αδιάφορες, που δεν άφησαν τίποτε εντός μου, αφού εντός μου δεν υπήρχε τίποτα. Τριγύρισα χρόνια τριανταοχτώ τον άδειο εαυτό μου στον έρημο τον κόσμο, ξένος κι’ απόκοσμος, άχρωμος κι’ ουδέτερος, μηδέν, τίποτα. Μου ξέφυγε η πικρή γεύση της θάλασσας, το αψύ άρωμα της στεριάς, το νόημα των ουρανών, το πάθος των ανθρώπων. Δε γεύτηκα τίποτα, γιατί δεν είχα εντός μου τίποτα.

Τη ζωή, αντίθετ’ από την τροφή, μόνον ο χορτάτος τη χορταίνει. Αυτός που βούτηξε ως τα ρουθούνια μέσα στο βουρκωμένο αγιασμό των πόθων της. Αυτός, που γέρος πια, σκυμμένος στο φως του λυχναριού με το λιγοστό το λάδι, κοιτάει να ταξινομήσει τα συντρίμμια, τα κουρέλια, τ' ατίμητα σκουπίδια, που ξέσυρε μαζί της η ψυχή κ’ ή θύμηση ως το χείλος του τάφου.

Και γω, ήμουν γυμνός από ερείπια, άδειος από καταστροφές, με γλώσσα κολλημένη στο στεγνό, τον πεινασμένο ουρανίσκο. Διψασμένος κι’ άσιτος, ζωντανός κι’ αζώητος, πουλημένος στο μηδέν, χαραμισμένος στο τίποτα. Και καθώς ο ήλιος έγερνε και πήγαινε να βασιλέψει, σκίζοντας τον άνεμο με αχτίνες κυματιστές, κατά την πρόσκαιρη νύχτα της γης, είδα κ' ένιωσα και κατάλαβα, πως του ανθρώπου το νυχτερινό σβύσιμο, δεν έχει αυγή να προσμένει, ούτε όρθρο ούτε ανατολή. Κ’ είναι βαρύ το μακρύ σκοτάδι δίχως φορτίο μάταιης χαράς...

Σηκώθηκα βαρύς, άθυμος, και πήρα το μονοπάτι της ρεματιάς. Φόβος κι’ αγωνία είχαν κυριέψει την ψυχή μου. Φόβος της ανέσπερης ζωής. Αγωνία του μάταιου θανάτου.

Ήθελα να ζήσω... Ήθελα να σφυροκοπήσω την ψυχή μου στο αμόνι του καημού με τη βαριά του πόνου. Ήθελα να χαρώ ό,τι δεν χάρηκα, πριν έρθουν ακόμα οι απελπισμένες χρονιές των γερατιών. Ήθελα να βρω, μέσα στον ελάχιστο χρόνο και τόπο, ό,τι δεν βρήκα τόσα χρόνια τώρα σ' όλα τα στίγματα της γης. Ήθελα να συναπαντήσω αυτό που θάφερνε και τ’ άλλα, αυτό που είναι όλα τ’ άλλα, και ηδονή κι’ οδύνη, και χαρά και πόνος, και γνώση κι’ ανοησία. Αυτό που είναι αιτία και πλήρωση, σκοπός και τέρμα, φτάσιμο και φυγή… Την αγάπη ...

Ν’ αγαπήσω... Όχι ν' αγαπηθώ, μα ν’ αγαπήσω… 

Τι μου πρόσφεραν οι γυναίκες που μ’ αγκάλιαζαν με τρικυμισμένη ψυχή, όταν εγώ τρυγούσα τη γλύκα τους με δόντια σφιχτά από αδιαφορία; Τι ένιωσα εγώ από τις θύελλες που γέννησα με όργια γαλήνης; Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν; Τ’ αμέτοχα πάθη δε μπορούν να ρυτιδώσουν το θολό καθρέφτη του στεκάμενου βάλτου… Κοχλάζει μονάχα η ματαιότης κ’ εξατμίζεται αφήνοντας μέσα σου κενό καταθλιπτικότατο. Τι κι’ αν μ’ αγάπησαν — αν με αγάπησαν —... Εγώ ζητάω την αγάπη... Εγώ ζητάω να σκορπίσω την ψυχή μου στους αντίθετους ανέμους, να φθαρώ στα αντίξοα ρέματα. Εγώ γυρεύω να σπείρω τις αγωνίες μου για να θερίσω πικρίες. Εγώ θέλω τη στυφή χαρά που μόνο η συντριβή χαρίζει...

Εγώ θέλω...»


***


Το απόσπασμα που διαβάσατε είναι από τα αγαπημένα μου του Μ. Καραγάτση και προέρχεται από το μυθιστόρημά του «Το Χαμένο Νησί» [πρώτη δημοσίευση 1943, Βιβλιοπωλείο της Εστίας].


Ως τίτλο ανάρτησης επέλεξα τη μία εκείνη λέξη που νομίζω το εκφράζει περισσότερο από κάθε άλλη. Πέραν αυτού το κείμενο μιλάει από μόνο του – ανασαίνει, πάλλεται, δονείται… σαν χτύπος καρδιάς. Ποιος ξέρει… ίσως να είναι ο δικός σου. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο.


Nighthawks, 1942 by Edward Hopper


Σάββατο, 4 Νοεμβρίου 2017

Όμορφοι άνθρωποι





Η χρονιά που σε δύο μήνες φεύγει έφερε την απώλεια κάποιων όμορφων ανθρώπων που είχα την τύχη να γνωρίσω. Στάθηκαν δάσκαλοι για μένα και μου έδωσαν δύναμη και έμπνευση. Με αφορμή την αναχώρησή τους σκέφτομαι… τι καθιστά έναν άνθρωπο όμορφο;

Νομίζω είναι η λάμψη που αναδεικνύει – το φως που σε εμπνέει και αναβλύζει ξέχειλο από μέσα του. Για κάποιους είναι φως γνώσης, για άλλους φως καλοσύνης. Όμορφος είναι εκείνος που μπορεί να σταθεί πρότυπο για σένα – εσένα, που τόσο συχνά βολοδέρνεις σαν φτερό στον άνεμο. Είναι η ήρεμη δύναμη, το ποταμάκι που ρέει απαλά και σε γαληνεύει με τον ήχο του γάργαρου νερού του – εσένα, τον χείμαρρο που ξεχειλίζεις βροντερά.

Απέναντι στην ορμητικότητά σου, αντιτάσσει ευγένεια. Απέναντι στην καχυποψία σου, φέρεται με ήρεμη σιγουριά. Απέναντι στην άγνοιά σου, παραθέτει γνώση, βέβαιη, σταθερή.

Δεν είναι η εμφάνιση, δεν είναι τα επιτεύγματα, δεν είναι οι τίτλοι, δεν είναι το status, δεν είναι το χρήμα, δεν είναι οι γνώσεις, δεν είναι οι καν οι εμπειρίες που ζήσατε μαζί – γιατί μερικές φορές μια μικρή επαφή είναι αρκετή. Κάποιες φορές μια ελάχιστη επαφή.

Νομίζω είναι η μεταδοτικότητα, το κέρασμα, το δόσιμο. Είναι εκείνο που αφήνουν πίσω στη σκέψη σου όταν έχουν φύγει. Εκείνο το μικρό πραγματάκι που σε κάνει να πιστεύεις στην ανθρωπότητα και στις δυνάμεις της – παρά τα χίλια μύρια προβλήματα που μας χαρακτηρίζουν.

Είναι η σπίθα του φωτός που βλέπουν σε σένα, εκεί που ο ίδιος βλέπεις σκοτεινά και απύθμενα τούνελ.

Είναι η απλότητα που τους χαρακτηρίζει, που τόσο ξεχωρίζει σ’ έναν κόσμο που κάνει τα πάντα πολύπλοκα.

Ίσως τελικά η ομορφιά να βρίσκεται πέρα από μας – κι εμείς απλά να την συναντούμε κάποιες φορές, για λίγο έστω, να σμίγουμε μαζί της, να γινόμαστε ένα. Όμορφος, λοιπόν, είναι εκείνος που μας φέρνει κοντύτερα σε αυτή την πάντα μακρινή, πάντα ποθητή, πάντα αγαπημένη ομορφιά. Και για λίγο γινόμαστε ένα μαζί της και ο κόσμος είναι γλυκός και υπέροχος.

Σας ευχαριστούμε, λοιπόν, όμορφοι άνθρωποι, που έχετε υπάρξει.




Στην κυρία Τζένη Ορνεράκη, την πιο καλή διευθύντρια, και στον κύριο Μιχάλη Παπανικολάου, δάσκαλό μου στη σχολή. Και σε εκείνους τους όμορφους ανθρώπους που υπάρχουν, είναι κοντά μας και φωτίζουν τη ζωή μας.