25 Φεβρουαρίου 2018

Καημός. Ένα διήγημα του Άντον Τσέχωφ


Anton Chekhov, Sorrow - illustration by the Kukryniksy artists


Κάποιες φορές μία από τις εγγενείς ιδιότητες που μας καθιστά ανθρώπινους είναι η επιθυμία μας να επικοινωνήσουμε. Όχι απλά να μιλήσουμε… μα ν’ ανοίξουμε την ψυχή μας, και από μέσα της να ξεχυθούν ποτάμια οι σκέψεις και τα συναισθήματα που μας κατακλύζουν. Σαν χύτρα που ξεφυσά από την πίεση, αντίστοιχα αναστενάζουμε και ξεφυσούμε στην προσπάθειά μας ν’ απελευθερώσουμε από πάνω μας τις έγνοιες, ν’ αποτινάξουμε από μέσα μας το βάρος των σκέψεων. Να μιλήσουμε – ελεύθερα, δίχως περιορισμό, δίχως φιλτράρισμα, ν’ αφεθούμε στη ροή των συναισθημάτων μας. Τότε είναι που χρειαζόμαστε έναν αποδέκτη, κάποια ανάλαφρη ψυχή ικανή ν’ απορροφήσει σαν σφουγγάρι τον εσωτερικό μας χείμαρρο, και, αν είναι δυνατόν, να μας προσφέρει μια μικρή παρηγοριά.

Ποιος, όμως, είναι ικανός γι’ αυτό το τελευταίο; Αλίμονο – ο καθένας φέρει μέσα του τις έγνοιές του και σπάνια επιθυμεί ν’ αφουγκραστεί τον άλλον. Και αν σε ακούσουν, πόσοι θα το κάνουν δίχως να γυρεύουν κάποιο όφελος, κάποια μορφή ανταμοιβής; Πόσοι, τέλος, μπορούν αληθινά να σε κατανοήσουν; Να μιλήσουν στην ίδια γλώσσα μαζί σου;

Ανθρώπινος, εν τέλει, δεν είναι μονάχα εκείνος που μπορεί να μιλάει… μα κι εκείνος που μπορεί ν’ ακούει.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα έχει απόχρωση κρύου ρωσικού χειμώνα και γράφτηκε από τον Άντον Τσέχωφ. Η γλώσσα του είναι καθαρή σαν χιόνι, «απλή όπως λες “δώσ’ μου ένα ποτήρι νερό”», όπως είχε πει για τον Τσέχωφ ο ποιητής Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Ο τίτλος του είναι “Καημός”. Θέμα του; Ένας φτωχός αμαξάς, ο Ιωνάς, που επιθυμεί να μοιραστεί την έγνοια που τον βασανίζει με κάποιον άνθρωπο. Η μετάφραση είναι του Κ. Σιμόπουλου.

Ας μεταφερθούμε νοερά, λοιπόν, στην καρδιά μιας παγερής ρωσικής πολιτείας του 19ου αιώνα… και ας παραδώσουμε τη σκυτάλη του λόγου στον Τσέχωφ.



Illumination in St. Petersburg, 1869 - Fyodor Vasilyev



ΚΑΗΜΟΣ



Σε ποιον να πω τον πόνο μου



Σουρουπώνει. Πηχτό νερόχιονο πέφτει απαλά απαλά στα αναμμένα φανάρια του δρόμου. Απλώνει ένα λεπτό, φουρφουριστό τραπεζομάντιλο στις στέγες, στα καπούλια των αλόγων, στους ώμους και τα καπέλα των περαστικών. Ο άμαξάς Ιωνάς Ποτάπωφ είναι κάτασπρος σαν φάντασμα. Έχει καμπουριάσει, όσο μπορεί να καμπουριάσει ένα ανθρώπινο κορμί. Στέκεται εκεί κουρνιασμένος ασάλευτος. Και ολόκληρη στοίβα χιόνι να κυλούσε πάνω του δε θα κουνούσε το χέρι να τιναχτεί...

Η φοράδα του κάτασπρη και κείνη και ασάλευτη. Στεκόταν στην άκρη του δρόμου ξεπαγιασμένη, όλο γωνιές, με τα κοκαλιάρικα πόδια της ίδια μπαστούνια. Σίγουρα ήταν βυθισμένη σε σκέψεις. Πως να μη συλλογιέται έτσι όπως είναι ζεμένη στο αμάξι, χαμένη μέσα στις ίδιες εικόνες της κάθε μέρας, μέσα σ' αυτό το στρόβιλο των αποκρουστικών φυτών, του ατέλειωτου βουητού και των βιαστικών ανθρώπων;

Ο Ιωνάς και το άλογό του στέκονται πολλή ώρα ακίνητοι στη άκρη του δρόμου. Έχουν από το μεσημέρι να πάρουν αγώι και δεν είναι διόλου σίγουρο πως θα παρουσιαστεί απόψε πελάτης. Το σκοτάδι της νύχτας κατεβαίνει και τυλίγει την πολιτεία. Το χλωμό φως των φαναριών ζωντανεύει και η κίνηση στο δρόμο όλο και μεγαλώνει.

—Έ! Αμαξά! Πήγαινέ με στο Βιμπόργκ, ακούει ο Ιωνάς. Αμαξά!

Ο Ιωνάς τινάζεται και ανάμεσα από τα βλέφαρά του που έχουν γεμίσει χιόνι ξεχωρίζει έναν αξιωματικό κουκουλωμένο στο μαντύα του.

— Συνοικία Βιμπόργκ! ξαναλέει ο αξιωματικός. Μίλα, λοιπόν, κοιμάσαι; Συνοικία Βιμπόργκ!

Για απάντηση ο Ιωνάς κουνάει πέρα δώθε τα χαλινάρια και τινάζει το χιόνι από τα καπούλια της φοράδας και τον ώμο του... Ο αξιωματικός θρονιάζεται στο έλκηθρο. Ο αμαξάς κάνει ένα «κλάκ» με τη γλώσσα του, απλώνει μπροστά το λαιμό, μακρύ σαν του κύκνου, ανασηκώνεται και έτσι από συνήθειο περισσότερο παρά από ανάγκη, κάνει μια στράκα με το καμιτσίκι. Η φοραδίτσα απλώνει και αυτή το λαιμό, διπλώνει τα κοκαλιάρικα πόδια και ξεκινάει ανόρεχτα.

— Που πας μωρέ να χωθείς, που να σε πάρει ο διάολος!... Ο Ιωνάς ακούει τις οργισμένες φωνές που ανεβαίνουν από τη μαύρη πήχτρα των διαβατών. Κόσμος πάει κι έρχεται γύρω του.

— Που διάολο ξεφύτρωσες εσύ, μωρέ!... Τράβα δεξιά!...

— Μα δεν ξέρεις να οδηγήσεις; Τράβα δεξιά! γκρινιάζει ο αξιωματικός.

Ο αμαξάς πετάει μια βλαστήμια. Ένας πελάτης του ρίχνει αγριεμένα βλέμματα και τινάζει το χιόνι από το μανίκι του. Περνούσε το δρόμο και ο ώμος του σκόνταψε στα ρουθούνια της φοράδας. Ο Ιωνάς στριφογυρίζει στην κούρνια του σα να κάθεται στα καρφιά, σκουντάει με τον αγκώνα και τα μάτια του παίζουν σαν χαμένα, λες και δεν καταλαβαίνει που βρίσκεται και γιατί.

— Είδες τους μασκαράδες! κοροϊδεύει ο αξιωματικός. Όλοι απάνω σου πέφτουν και μπερδεύονται στα πόδια της φοράδας. Συνωμοσία!...

Ο Ιωνάς γυρίζει το κεφάλι προς τον πελάτη και τα χείλη του σαλεύουν. Είναι ολοφάνερο πως κάτι θέλει να πει, μα τίποτα δε βγαίνει από το λαιμό, μονάχα ένα βραχνό βογκητό.

— Πως; ρώτησε ο αξιωματικός.

Ο Ιωνάς στραβώνει το στόμα, έτσι σαν να θέλει να χαμογελάσει. Πνίγεται, ξεροβήχει για να ανοίξει ο λαιμός του, ξεφυσάει, αγκομαχάει.

— Ξέρετε, κύριε, να... δηλαδή... ο γιος μου πέθανε αυτή τη βδομάδα.

—Χμ!... Και από τι πέθανε;

Ο Ιωνάς γυρίζει τώρα ολόκληρο το πανωκόρμι προς τον πελάτη και αποκρίνεται:

— Και ποιος ξέρει; Από θέρμες φαίνεται... Έμεινε τρεις μέρες στο νοσοκομείο, υστέρα πέθανε. Έτσι θέλει ο θεός...

— Στρίψε, ανάθεμά σε! Ακούγεται μια φωνή στο σκοτάδι. Που πας ζωντόβολο! Άνοιξε τα στραβά σου!...

— Άντε, λοιπόν! φωνάζει ο πελάτης. Όπως πάμε δε θα φτάσουμε ούτε το πρωί. Κουνήσου λιγάκι!...

Ο αμαξάς ξαναπλώνει το λαιμό, ανασηκώνεται και με μια χαριτωμένη κίνηση αλλά κάπως βαριά τινάζει το καμιτσίκι. Ύστερα ρίχνει ένα βλέμμα στον πελάτη, ξαναγυρίζει, ξανακοιτάζει, μα κείνος έχει κλείσει τα μάτια και φαίνεται πως δεν έχει όρεξη για κουβέντα.

Ο αξιωματικός βγήκε στη συνοικία Βιμπόργκ και ο Ιωνάς σταματάει μπροστά στην πόρτα κάποιου καμπαρέ, διπλώνεται ξανά στα δυο, αμπαρώνεται στον εαυτό του και στέκει εκεί στην κούρνια του ασάλευτος... Και να που το νερόχιονο αρχίζει να τον ξαναβάφει κάτασπρο κι αυτόν και τη φοράδα του. Περνάει μια ώρα, περνάνε δυο...

Τρεις νεαροί πλησιάζουν χτυπώντας δυνατά τις γαλότσες στο καλντερίμι και καβγαδίζουν. Οι δυο είναι ψηλοί και αδύνατοι, ο άλλος καμπούρης και κοντοστούπης.

— Αμαξά, στη Γέφυρα της 9 Αστυνομίας, φωνάζει ο καμπούρης με τρεμουλιαστή φωνή. Και οι τρεις μας είκοσι καπίκια!

Ο Ιωνάς τινάζει τα γκέμια, κάνει «κλάκ!» με τη γλώσσα του. Είκοσι καπίκια, δεν είναι αγώι αυτό, μα τι τον νοιάζει για λεφτά; Τι ένα ρούβλι, τι ένα καπίκι! Γι’ αυτόν όλα καλά είναι, φτάνει να παίρνει πελάτες... Οι νεαροί ζυγώνουν στο έλκηθρο, σπρώχνονται, βλαστημάνε και αδράχνουν και οι τρεις μαζί το παραπέτο. Άρχισε συζήτηση ποιος θα καθίσει και ποιος θα μείνει όρθιος. Αφού καβγάδισαν ώρα πολλή αποφάσισαν να μείνει ο καμπούρης όρθιος επειδή ήταν ο πιο κοντός.

— Άντε, τράβα! πρόσταξε ο καμπούρης με μια ψιλή φωνούλα. Βολεύτηκε κει μπροστά και ξεφυσάει στο σβέρκο του Ιωνά. Δίνε του!

— Ωχ! Τι κούκος είναι αυτός μωρέ γέρο: Τέτοια παλιατσούρα δεν τη βρίσκεις, αδερφέ μου, σε όλη την Πετρούπολη!...

— Χι! Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς. Καθένας φοράει τον κούκο που έχει...

— Άντε, «τον κούκο που έχει», βάρα του! Έτσι θα πάμε, μωρέ; Έ; Θέλεις να σου κοπανίσω καμία;

— Το κεφάλι μου πάει να σπάσει, λέει ο ένας από τους ψηλούς. Χτες ήπιαμε οι δυο μας, εγώ και ο Βάσκα τέσσερα μπουκάλια βότκα.

— Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί λες ψέματα, πετιέται ο άλλος αγανακτισμένος. Μωρέ αυτός όλο την ψευτιά έχει στο στόμα του σαν οδοντογιατρός!

— Να ρίξει ο θεός αστραπή να με κάψει αν δε λέω την αλήθεια...

— Αν αυτό είναι αλήθεια τότε και οι ψείρες τραγουδάνε...

— Χι! Χι! έκανε ο Ιωνάς και η καρδιά του μαλάκωσε. Οι κύριοι έχουν κέφι!

— Ουφ! Ο διάολος να σε... νευριάζει ο καμπούρης. Θα κουνηθείς γέρο φαφούτη η όχι; Έτσι θαρρείς πως θα μας πας; Δώσ' της μια καμιτσικιά που να πάρει ο διάολος. Άντε λοιπόν. Δώσ' της μια!

Ο Ιωνάς νιώθει στη ράχη του το κορμί του καμπούρη που όλο αναδεύεται και τη βραχνή τρεμουλιαστή φωνή του. Χωνεύει τις βρισιές, αγναντεύει τους διαβάτες και σιγά σιγά νιώθει πως δεν είναι τόσο μόνος. Ο καμπούρης ξεκουκκίζει τις βρισιές του. Κάποια στιγμή πνίγηκε καθώς πετούσε μια μπερδεμένη βλαστήμια έξι πατώματα και τον έπιασε φοβερός βήχας. Οι δυο καθισμένοι μιλούσαν για κάποια Ναντέζντα Πετρόβνα. Ο Ιωνάς γύρισε το κεφάλι του στους πελάτες, περίμενε λίγο, βρήκε ευκαιρία που έγινε μια μικρή διακοπή, τους ξανακοίταξε και μουρμούρισε:

— Να, δηλαδή... πέθανε ο γιος μου αυτή τη βδομάδα.

— Όλοι θα πεθάνουμε, αναστέναξε ο καμπούρης σφουγγίζοντας τα χείλη του υστέρα από το βήχα. Άντε! Δώσ' της! Χτυπά λοιπόν! Κύριοι είναι αδύνατο να συνεχιστεί αυτό το βιολί. Δεν θα φτάσουμε ούτε το πρωί...

— Βοήθησέ τον και συ λίγο... ξέρεις, στο λαιμό!

— Τ’ ακούς γέρο φαφούτη; Θα σε κάνω μαύρο στο ξύλο… Τ’ ακούς παλιόμουτρο; Ή μας κοροϊδεύεις κιόλας;

Και ο Ιωνάς άκουσε, περισσότερο άκουσε παρά ένιωσε, το σβούριγμα μιας καρπαζιάς στο σβέρκο του.

— Χι! Χι! γέλασε. Οι κύριοι έχουν κέφι! Ο θεός να τους δίνει υγεία...

—Έ! άμαξά, παντρεμένος είσαι; ρώτησε ένας από τους ψήλους.

— Ποιος; Εγώ; Χι! Χι! Έχουν κέφι οι κύριοι. Τώρα έχω γυναίκα τη μαύρη γη... Χο! Χο! Χο! Το μνήμα! Ο γιος μου πέθανε και γω ζω. Παράξενο πράμα! Ο χάρος έκανε λάθος στην πόρτα. Αντί να 'ρθει σε μένα πήγε στο γιό μου...

Και ο αμαξάς γυρίζει ξανά για να διηγηθεί πως έχασε το γιό του. Μα κείνη τη στιγμή, ο καμπούρης αναστενάζει με ανακούφιση και λέει πως, δόξα να ‘χει ο θεός, φτάσαμε επί τέλους. Ο Ιωνάς παίρνει τα είκοσι καπίκια και παρακολουθεί ώρα πολλή τους τρεις γλεντζέδες, ώσπου τρύπωσαν σε μια σκοτεινή πόρτα.

Είναι πάλι ολομόναχος και τον κυκλώνει η σιωπή. Ο καημός του που για μια στιγμή είχε καταλαγιάσει και του βαραίνει τώρα πιο πολύ την καρδιά. Τα μάτια του Ιωνά, ανήσυχα, πονεμένα, ψάχνουν τους διαβάτες που πάνε κι έρχονται στα δυο πεζοδρόμια. Δεν θα βρεθεί κανείς ανάμεσα στις χιλιάδες των περαστικών που να θέλει να ακούσει τον πόνο του; Μα όλοι τρέχουν βιαστικοί, κανείς δεν τον προσέχει, κανείς δεν λογαριάζει τον καημό του. Και ο πόνος του είναι βαθύς, απέραντος. Αν μπορούσε να σπάσει η καρδιά του Ιωνά, και να κυλήσει ο πόνος του, θα μαύριζε όλος ο κόσμος. Και όμως, κανείς δεν τον βλέπει!... Κρύβεται καταχωνιασμένος σ’ ένα μικρό, τιποτένιο καρυδότσουφλο, τόσο μικρό, που τα μάτια σου δε θα το ‘βλεπαν και να το φώτιζες ακόμα.

Ο Ιωνάς βλέπει κάποιον πορτιέρη που κουβαλάει στον ώμο ένα σακί και αποφασίζει να πιάσει κουβέντα.

— Δε μου λες, φίλε, τι ώρα είναι; ρωτάει.

— Εννιά. Τι σταμάτησες εδώ; Προχώρα!...

Ο Ιωνάς αποτραβιέται κάμποσο, ξαναδιπλώνεται, κλείνεται στον εαυτό του και απομένει με τον καημό του. Τώρα πια, συλλογιέται, είναι μάταιο να μιλήσω σε άνθρωπο. Μα σε πέντε λεπτά, ανασηκώνεται, σαλεύει το κεφάλι λες και τον περόνιασε κάποιος σουβλερός, ξαφνικός πόνος. Έπειτα τινάζει τα γκέμια. Δεν αντέχει πια!

— Να γυρίσω! λέει. Να γυρίσω!...

Και η φοραδίτσα, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, χίμηξε στο σοκάκι τριποδίζοντας. Σε μιάμιση ώρα, ο Ιωνάς κάθεται μπροστά σε ένα βρώμικο πατάρι. Κόσμος κοιμάται στο πατάρι, κατά γης και σε πάγκους. Ο καπνός ανεβαίνει τούφες τούφες... Πνίγεται κανείς εδώ μέσα. Ο Ιωνάς κοιτάζει τους κοιμισμένους, ξύνει το κεφάλι του και στενοχωριέται που γύρισε τόσο νωρίς...

«Δεν έβγαλα ούτε τη βρώμη της φοράδας σήμερα!» σκέφτεται. «Γι’ αυτό τα βλέπω όλα μαύρα. Ο αμαξάς που ξέρει τη δουλειά του, που είναι χορτάτος και έχει και το άλογό του ταϊσμένο είναι πάντοτε ήσυχος».

Στη γωνιά ανασηκώνεται ένας νεαρός αμαξάς, μουρμουρίζει μισοκοιμισμένος ακόμα και τραβάει κατά τον κουβά με το νερό.

— Διψάς; ρωτάει ο Ιωνάς.

— Έ! Ναι...

 — Ωραία! Στην υγειά σου... Και γω φίλε. Ο γιος μου πέθανε. Τ’ άκουσες πουθενά; Ναι, αυτή τη βδομάδα στο νοσοκομείο… Τι τράβηξα!...

Ο Ιωνάς τον κοίταζε με αγωνία στα μάτια να δει τι εντύπωση θα κάνουν τα λόγια του. Μα δεν είδε τίποτα. Ο νεαρός τράβηξε την κουβέρτα στο κεφάλι και αποκοιμήθηκε αμέσως. Ο γέρος αναστενάζει και ξύνει το σβέρκο του. Ο νεαρός διψούσε για νερό, αυτός διψάει για κουβέντα. Είναι τώρα μια βδομάδα που πέθανε ο γιος του και δεν μπόρεσε ακόμα να ανοίξει σε κανένα την καρδιά του. Πρέπει να τα πει όλα καθαρά, έτσι όπως έγιναν. Να διηγηθεί πως αρρώστησε ο γιος του, τα βάσανά του, τι έλεγε την ώρα που ψυχορραγούσε, πως πέθανε. Πρέπει να μιλήσει σε κάποιον για την κηδεία και πως πήγε στο νοσοκομείο να ψάξει για τα ρούχα του πεθαμένου. Στο χωριό έχει ακόμα μια κόρη, την Ανίσσια... Έπρεπε να μιλήσει και γι’ αυτή. Καλύτερα θα ήταν να πει τον πόνο του σε καμιά γυναίκα, γιατί οι γυναίκες είναι πονόψυχες. Είναι αρκετά δυο λόγια για να τις πάρουν τα δάκρυα...

— Δεν πάω να δω τη φοράδα μου; σκέφτηκε ο Ιωνάς. Έχουμε καιρό για ύπνο.

Ντύνεται και κατεβαίνει στο στάβλο. Συλλογιέται τη βρώμη, το άχερο, τι καιρό θα κάνει... Όταν είναι μονάχος δεν μπορεί να σκεφτεί το γιό του. Μπορεί να μιλήσει με κάποιον, μα να τον σκεφτεί όταν είναι μονάχος, να τον θυμηθεί έτσι πεθαμένο, αχ, δε μπορεί, είναι φοβερό...    

— Μασάς; ρωτάει ο Ιωνάς τη φοράδα του και κοιτάζει τα μάτια της που γυαλίζουν. Ωραία! Τρώγε! Τρώγε! Αφού δεν έχουμε λεφτά για βρώμη, τι να κάνουμε, θα μασάμε άχερο. Ναι... Αρχίζω και γερνάω, δε βαστάνε πια τα χέρια μου... Θα την είχε παραλάβει πια ο γιος μου τη δουλειά. Αυτός ήταν αληθινός αμαξάς! Ας ήτανε μονάχα στη ζωή...

Ο Ιωνάς στέκεται λίγο σιωπηλός, ύστερα ξαναρχίζει.

— Έτσι είναι, φοραδίτσα μου. Δεν υπάρχει πια ο γιος του Ιωνά. Δε πρόλαβε να ζήσει. Ναι, έτσι χάθηκε, για το τίποτα. Και τώρα ας πούμε πως εσύ έχεις ένα πουλαράκι και πως είσαι η μάνα που γέννησε αυτό το πουλαράκι. Και ξαφνικά να το χάσεις αυτό το πουλαράκι. Θα πονούσες, δεν είναι έτσι;

Η φοραδίτσα μασάει, αφουγκράζεται και ξεφυσάει στα χέρια του αφεντικού της.

Και ο Ιωνάς, που τον παίρνει το παράπονο, κάθεται και τα διηγιέται όλα…»



Μετάφραση: Κ. Σιμόπουλου
Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Φλεβάρης του 18


Άλλες παρουσιάσεις του έργου του Άντον Τσέχωφ από το φονικό κουνέλι:



Vasily Surikov - Bronze horseman in st Petersburg - 1870

4 Φεβρουαρίου 2018

Στο Δρόμο του Μεταξιού, μέρος 2 - Το χρώμα της ερήμου






Ένα δροσερό αυγουστιάτικο πρωινό. Μπροστά μου απλώνεται η απέραντη έκταση των πελώριων αμμόλοφων Μινγκσά, καταμεσής της ερήμου Γκόμπι. Βουνά από μεταξένια, ερυθροκίτρινη άμμο, το τέλειο σκηνικό για να γίνεις ξανά παιδί, να βγάλεις το κουβαδάκι σου και να χτίσεις κάστρα με τη φαντασία σου – ξέρεις, εκείνη που ο πολιτισμός μας έχει καταχωνιάσει στο θάλαμο με τις αποσκευές του υπερσύγχρονου, παραφορτωμένου τρένου του (σίγουρα όχι στην πρώτη θέση πάντως). 

Κι εγώ ιππεύω καθισμένος αναπαυτικά στη διπλή καμπούρα μιας συμπαθέστατης λευκής καμήλας. Μπροστά μου ένας αντιπαθέστατος Κινέζος οδηγός την οδηγεί μ’ ένα σκοινί και με κοιτάζει καχύποπτα, λέγοντάς μου κάτι στη γλώσσα του. Δεν χρειάζομαι λεξικό για να καταλάβω τι λέει: “no photos, no photos!”.

Ok”, του γνέφω χαμογελώντας, και χαμηλώνω την κάμερα. Κοιτάζω γύρω μου. Δεκάδες άτομα ιππεύουν σαν εμένα πάνω στις καμήλες τους, απολαμβάνοντας τη διαδρομή, χαζεύοντας την έρημο. Κοντά τους μια χούφτα Κινέζοι έμποροι σε προσκαλούν να ποζάρεις για μια φωτογραφία πάνω στην καμήλα. Σκοπός τους ασφαλώς είναι να στην πουλήσουν στο τέλος της διαδρομής. Να γιατί δε θέλει ο οδηγός να βγάζω φωτογραφίες – επιθυμούν να αγοράσουμε τις δικές τους.

Βγάζω την κάμερα, τραβώ στα γρήγορα μερικές ακόμα φωτογραφίες – αμφιβάλλω αν θα προσβληθεί η έρημος ή η καμήλα. Γύρω μου αρκετοί Κινέζοι σκαρφαλωμένοι στις καμήλες τραβούν selfies με τα κινητά τους. Απέναντί μου ιππεύει μια Κινέζα μαμά παρέα με το παιδάκι της· μου χαμογελούν και με χαιρετούν – τους ανταποδίδω. Ο οδηγός στρέφει το αγριεμένο βλέμμα του προς το μέρος μου. Κουνάει φρενιασμένος τα χέρια του, απειλώντας πως θα μου πάρει τη μηχανή. “Ok, ok, no photos”, του λέω και τη βάζω μέσα. Κατανοώ απόλυτα την εντολή απαγόρευσης φωτογραφιών σε συγκεκριμένους χώρους τέχνης, όπου το φλας μπορεί να κάνει ζημιά στα έργα. Μα εδώ ήταν μια ανοιχτή έρημος· σκοπός τους ήταν απλά να αγοράσεις τις δικές τους φωτογραφίες.






“Μαλάκα έμπορε, που θες να μου χαλάσεις τη μοναδική αυτή εμπειρία για το γαμημένο κέρδος σου. Από πότε η φύση έγινε ιδιοκτησία σου;” – σκέφτομαι και τραβάω στα κρυφά δυο τρεις φωτογραφίες ακόμα.

Προσπαθώ να απολαύσω τη διαδρομή. Η εμπειρία να ιππεύεις την καμήλα είναι παράδοξα αναπαυτική. Κοιτάζω την ουρά του καραβανιού που απλώνεται αριστερά και πίσω μου – κάπως έτσι ήταν λοιπόν τον παλιό καιρό, σκέπτομαι. Τότε που οι ταξιδιώτες έρχονταν από τα πέρατα της δύσης, περιπλανώμενοι βδομάδες ολόκληρες στα βάθη της ερήμου, το ρουμπινένιο άστρο της Ανατολής να αστραποβολεί στα όνειρά τους. Τότε που ο πολιτισμός σήμαινε καταφύγιο, σανίδα σωτηρίας μπρος στον ωκεανό των αφιλόξενων αμμόλοφων, ανάσα δροσιάς μπροστά στην ανελέητη κάψα της ερήμου.

Για μια στιγμή η ψευδαίσθηση πετυχαίνει. Ναι, είμαι κι εγώ μέρος ενός καραβανιού, όπως τον παλιό καιρό. Για μια στιγμή μόνο ξεχνώ τους σύγχρονους εμπόρους και το κέρδος τους, ξεχνώ τη γκρίνια των συνταξιδιωτών μου, ξεχνώ τις έγνοιές μου πίσω στην Ελλάδα, ξεχνώ τους ανθρώπους, ξεχνώ όσα με ενοχλούν. Για μια στιγμή νιώθω αληθινά ένας ταξιδιώτης που αφήνει τα ίχνη του στην έρημο…


Για όσους έχασαν το πρώτο μέρος της παρουσίασης, μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ:




Μέρα 3 – Πίσω στη Σιάν. Πέρα απ’ τον πολιτισμό.



Πίσω στη Σιάν, κάποιες μέρες πριν. Βρισκόμαστε στο νεολιθικό οικισμό του Μπανπό [Bànpō, 半坡], έναν από τους καλύτερα διατηρημένους νεολιθικούς οικισμούς του πλανήτη. Μπροστά στα μάτια μας, στο ημίφως του μουσείου, απλώνονται σκηνές από τη μητριαρχική κοινωνία που ευδοκιμούσε σε αυτή την περιοχή, πριν έξι χιλιάδες χρόνια. Κέρινα ομοιώματα αναπαριστούν γυναίκες που μαζεύουν καρπούς, άντρες στο κυνήγι, ανθρώπους σε άμεση επαφή με τη γη, πριν τα χρόνια της ατομικής ιδιοκτησίας και του πολιτισμού. 

Οι θεωρίες σχετικά με την Μητριαρχία της προ-ιστορικής εποχής ασκούσαν από παλιά μια ιδιαίτερη γοητεία πάνω μου. Κοινωνίες στις οποίες ευδοκιμεί ο κύκλος, όχι η πυραμίδα. Κοινωνίες που έδιναν έμφαση στη συλλογικότητα, όχι στην ιεραρχία. Κοινωνίες όπου κυριαρχούσε η πανταχού παρουσία της Μάνας, που όμοια με τη Γη δίνει ζωή και τρέφει όλα τα παιδιά της. Κοινωνίες όπου η ιδέα να υπερβείς τη φύση ήταν συνώνυμη με ύβρη.






Εδώ ταιριάζει απόλυτα το ακόλουθο απόσπασμα του Χέρμαν Έσσε [Hermann Hesse], από το διήγημά του “Ο Μάγος της Βροχής” [μτφ: Γ. Κωνστα]:


«Αυτή η μικρή, πανάρχαια κοινωνία δε γνώριζε τίποτα από τις σημερινές ευκολίες, ομορφιές και πολιτισμένους τρόπους των καιρών μας, πράγματα που για εμάς τους σύγχρονους είναι αυτονόητα και απαραίτητα, δικαιώματα που ανήκουν και στους πιο φτωχούς ακόμα. Δεν κάτεχε τη Γνώση ούτε τις Τέχνες, δεν ήξερε άλλου είδους κατοικίες εκτός από αυτές εδώ τις στραβοφτιαγμένες λασποκαλύβες, δεν ήξερε επίσης από σιδερένια και ατσάλινα εργαλεία, ούτε είδη όπως το κριθάρι και το κρασί ήταν γνωστά. Τρόποι φωτισμού όπως τα κεριά και οι λάμπες θα ήταν εκθαμβωτικά θαύματα γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Όμως η ζωή του Κνεχτ και ο κόσμος της φαντασίας του δε σήμαινε πως ήταν φτωχότερες σε παραστάσεις. Το Σύμπαν τον κύκλωνε από παντού σαν ένα ατέλειωτο Μυστήριο, σαν ένα απέραντο βιβλίο με εικόνες. Ένα βιβλίο που ο Κνεχτ, κάθε καινούργια ημέρα που περνούσε, κατακτούσε κι από ένα καινούργιο μικρό του κομματάκι. Από τη ζωή των ζώων και των φυτών ως τον έναστρο ουρανό και ανάμεσα στην άφωνη, σιωπηλή, μυστηριακή φύση και την άγουρη ψυχή του που σάλευε έντρομη στο παιδικό του στήθος, πηγαινοέρχονταν τα ρεύματα της Πρωταρχικής Ενότητας και κόχλαζε η Περιέργεια και η Λαχτάρα για κατάκτηση. Οτιδήποτε για το οποίο είναι ικανή η ψυχή του ανθρώπου.

Στον κόσμο του Κνεχτ δεν υπήρχε καμιά γνώση γραμμένη, καμιά Ιστορία, κανένα βιβλίο, κανένα Αλφάβητο. Οτιδήποτε βρισκόταν πάνω από 3-4 ώρες απόσταση από το χωριό του, ήταν για κείνον τελείως άγνωστο και απλησίαστο. Ο Συνοικισμός, η κοινή καταγωγή της φυλής, του έδιναν ό,τι μπορεί να δώσει στον άνθρωπο η ύπαρξη του Λαού: Μία Γης γεμάτη χιλιάδες ρίζες που ανάμεσα στο σφιχτοδεμένο πλέξιμό τους εκείνος ήταν μια μικρή ίνα, τόσο απαραίτητη όμως στη λειτουργία του Όλου!»





Κάπως έτσι, μυθιστορηματικές σχεδόν, φαντάζουν στη σκέψη μας οι μητριαρχικές κοινωνίες της προϊστορικής και νεολιθικής εποχής, είτε μιλάμε για την αρχαία Μεσοποταμία, είτε για την Κρήτη και την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, είτε για την Κίνα. Δυστυχώς ακόμα και το ομορφότερο μυθιστόρημα μπορεί να το σπιλώσει η κρατική προπαγάνδα. Δεν θα ξεχάσω πως κάποια στιγμή, ενώ παρατηρούσα τα εκθέματα του μουσείου, ρώτησα τον Κινέζο ξεναγό να μου πει τι είδους θρησκεία είχε η κοινότητα του Μπανπό. Στη σκέψη μου παρήλαυναν εικόνες με μητρικές θεότητες, όμοιες με τις τροφαντές προϊστορικές “Αφροδίτες” ή τη Θεά με τα Φίδια της Κνωσού. Μα ο ξεναγός ήταν απόλυτος: “no religion!”, μου απαντά.

Σύμφωνοι, μα δεν υπήρχε κάποια μορφή σεβασμού απέναντι στη Φύση ενδεχομένως, που ενσάρκωνε η παρουσία της Μητέρας, και την οποία περιέβαλλαν με κάποια μορφή θρησκευτικού δέους; “No religion!”.

Δεν επέμεινα. Υποθέτω στη συνείδηση του μέσου Κινέζου «κομμουνιστή» κρατικού υπαλλήλου, Μητριαρχία, Ισότητα και απουσία θρησκείας είναι το ίδιο πράγμα. Από την άλλη πλευρά, στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου γενικά, «θρησκεία» σημαίνει εκκλησίες, παπάδες, ιεραποστολές, δόγμα και κατήχηση. Απ’ αυτή την άποψη μπορώ να καταλάβω την εμφαντική στάση του ξεναγού. Αν αυτό σημαίνει η λέξη “θρησκεία”, τότε ίσως πρέπει να αλλάξουμε λέξεις… “No religion!”








Ο απέραντος στρατός ενός μοναχικού βασιλιά



Είναι μοναχικά στην κορυφή – λένε. Αν ο Κύκλος παρέχει ασφάλεια και εκείνη την όμορφη αίσθηση της συνάφειας με την ομάδα και το σύνολο, η Πυραμίδα, με την αυστηρή ιεραρχία της, απομακρύνει τους ανθρώπους, τον έναν απ’ τον άλλο. Στις υψηλές θέσεις χωράνε μόνο λίγοι και εκεί ψηλά, στην κορυφή των κορυφών – μόνο ένας. Και δες πόσο δύσκολα ισορροπεί εκεί πάνω στη σουβλερή γωνία, κοίτα πως παραπαίει, έτοιμος να πέσει, νιώσε το άγχος του ενώ κοιτάζει κάτω, στο χάος, στην αχανή απεραντοσύνη! Και αν πέσει; Πάει τότε! Την κορυφή την πιάνεις μόνο μια φορά – μετά έρχεται μόνο ο κατήφορος, να μη πω, το γκρεμοτσάκισμα!

Θα ‘λεγε κανείς πως η κορυφή δεν είναι για τους ανθρώπους – μόνο για τους θεούς! Εκείνους που αψηφούν το κρύο, την παγωνιά, τα ατέλειωτα χιόνια! Εκτός αν μάθεις να χορεύεις, όπως έλεγε ο Νίτσε. Αν μάθεις να ισορροπείς, σαν τον ακροβάτη στο σκοινί. Αν απολαμβάνεις τον κρύο αέρα του βουνού, την παγωνιά της μοναξιάς. Μα πόσοι μπορούν να γίνουν υπεράνθρωποι;

Τέτοιος προσπάθησε να γίνει ο αυτοκράτορας Τσιν Σι Χουάνγκ [秦始皇, Qin Shi Huang], ο πρώτος αυτοκράτορας της Κίνας, μοναδικός βασιλιάς της Δυναστείας των Τσιν, αποπερατωτής του Σινικού Τείχους, πυρπολητής βιβλίων, στυγερός δικτάτορας και εμπνευστής του περίφημου Πήλινου Στρατού [,Terracotta Army] – ο οποίος θάφτηκε μαζί με τον αυτοκράτορα το 210 π.χ.. Ένας απέραντος στρατός πολεμιστών, παρέα με τα άρματα και τ’ άλογά τους, σκοπός των οποίων ήταν να προστατεύουν τον βασιλιά στη μετά θάνατον ζωή – κι ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα του κόσμου.






Ένα από τα χαρακτηριστικά του απέραντου μαυσωλείου που συστεγάζει τον Πήλινο Στρατό είναι η αίσθηση του ανολοκλήρωτου που σου αφήνει. Αισθάνεσαι δέος όχι μόνο για τις χιλιάδες των μορφών που δεσπόζουν, βγαλμένες απ’ το χρόνο, ζωντανές σχεδόν, η καθεμιά με τα χαρακτηριστικά της, μπροστά στα μάτια σου – μα και για τις χιλιάδες εκείνων που βρίσκονται ακόμα μες στη γη. Κομμάτια από στρατιώτες εξακολουθούν να αναδύονται απ’ τις ανασκαφές, εκατοντάδες άλλοι βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας. Λες και τα σπασμένα κομμάτια του Ονείρου του Αυτοκράτορα εκτίθενται, ένα προς ένα, μπροστά στα μάτια σου – ένα ατελές ψηφιδωτό με βλέψεις στην αιωνιότητα.

Και τι όνειρο ήταν αυτό; Ένα όνειρο κορυφής. Ένα όνειρο όπου ένας άνθρωπος προσπάθησε να ισορροπήσει στην πυραμίδα της εξουσίας. Να γίνει άρχοντας του ουρανού, όμοιος με τον παντοδύναμο Δράκοντα, κυρίαρχος των πάντων. Αλίμονο. Ο Τσιν Σι Χουάνγκ κέρδισε την αιωνιότητα, μα όχι την αγάπη των συγκαιρινών του. Μέσο κυριαρχίας του υπήρξε ο φόβος. Αυτός δεν είναι ο χορευτής του Νίτσε. Ο δεύτερος έχει ελαφρά ποδάρια, ανασαίνει μοναχικά στις κορυφές, ταξιδεύει με την πνοή του ανέμου. Δεν έχει τη σιδερένια φτέρνα του δικτάτορα, δεν έχει ανάγκη από υποτακτικούς, ούτε από στρατούς να τον συνοδεύουν στο ταξίδι.

Μα εμείς οι άνθρωποι εντυπωσιαζόμαστε από το μεγαλείο των χεριών μας - είναι κι αυτό μια ματιά στην αιωνιότητα. Και ατενίζουμε τον απέραντο πήλινο στρατό του αυτοκράτορα με θαυμασμό. Αξίζει, λοιπόν, να θυσιάσεις το παρόν, για μια θέση επιβάτη στο βαγόνι του μέλλοντος;…






Μέρα 4 – Στο δρόμο για το Λαντσόου




Να και το περίφημο τρένο-βολίδα. Εκείνο που οι Κινέζοι έφεραν απ’ τις αποσκευές τους, παρέα με άφθονα ακόμα τεχνολογικά επιτεύγματα, απ’ τη γειτονική Ιαπωνία. Κάποτε ήταν η Ιαπωνία εκείνη που δανειζόταν απ’ τους Κινέζους: τη γλώσσα, την τέχνη, τη θρησκεία, τις ιδέες, την τεχνολογία. Καιρός να ξεπληρώσει το χρέος.

Απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας, το ταξίδι με το τρένο είναι το αγαπημένο μου. Διατηρεί όλα τα καλά του ταξιδιού, και αφήνει τα άσχημα στην άκρη. Εδώ δεν υπάρχει η ανασφάλεια του αεροπλάνου (φαντασιακή, ασφαλώς, μα τι να κάνουμε), ούτε η μονοτονία του πλοίου. Και σε αντίθεση με το λεωφορείο ή το αμάξι, εδώ μπορείς να χαλαρώσεις, να διαβάσεις το βιβλίο σου, να πάρεις ένα καλό γεύμα, ενώ απολαμβάνεις παράλληλα το τοπίο που εναλλάσσεται διαρκώς μπροστά στα μάτια σου, έξω απ’ τα μεγάλα παράθυρα. Να μην αναφέρω φυσικά κι εκείνη την πανταχού παρούσα μυθιστορηματική διάθεση που αποπνέει ένα τρένο, φέρνοντας στη σκέψη σου τον Ηρακλή Πουαρώ και τους ήρωες του Χίτσκοκ. Δώστε μου τρένα να γυρίσω όλο τον κόσμο! (δεν θα είχα αντίρρηση και για ορισμένα δωρεάν εισιτήρια φυσικά).

Έξω απ’ τα παράθυρα το πράσινο των καλλιεργήσιμων εκτάσεων εναρμονιζόταν με το καφεκίτρινο των ξερών λόφων και το γαλάζιο τ’ ουρανού. Εντός του τρένου όμως ξεχώριζε το βαθύ κόκκινο της υπαλλήλου.

Περιττό να πω πως με απασχόλησε περισσότερη ώρα το εσωτερικό παρά το εξωτερικό τοπίο.





Ήταν καλή ευκαιρία να συνδυάσω τη θέαση του τοπίου με την ανάγνωση ενός κλασικού κινεζικού μυθιστορήματος που έφερνα – όχι τυχαία φυσικά – στις αποσκευές μου. Ο λόγος για την “Ιστορία της Πέτρας” του Τζάο Σούε Τσιν, γνωστό και ως “Το Όνειρο της Κόκκινης Κάμαρας” [“Dream of the Red Chamber” / “The Story of the Stone”, 紅樓夢, by Cáo Xuěqín, 曹雪芹]. Γραμμένο στη διάρκεια του 18ου αιώνα κι ένα από τα αριστουργήματα της κινεζικής λογοτεχνίας – δεν υπάρχει μαθητής στην Κίνα που να το αγνοεί, με τον ίδιο τρόπο που δεν αγνοούμε οι ίδιοι συγγραφείς όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης (τουλάχιστον κατ’ όνομα, ας αφήσουμε την ουσία και τη διδασκαλία της για κάποια άλλη φορά…)

Διαβάζοντας το βιβλίο εντόπισα κι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα που ταίριαζε απόλυτα με τη θέαση του τοπίου – και το οποίο φυλάω για τη συνέχεια της παρουσίασης, όταν το βαθύ κόκκινο της υπαλλήλου του τρένου παραχώρησε τη θέση του σ’ ένα ακόμα βαθύτερο, ακόμα πιο εκθαμβωτικό κόκκινο – τέτοιο που έμοιαζε με ριγμένο ρουμπίνι καταμεσής της ερήμου.








H Πολιτεία του Κίτρινου Ποταμού




Κάποια στιγμή φτάσαμε στον επόμενο σταθμό μας – μια ιστορικά πόλη του Δρόμου του Μεταξιού, στην οποία ανεφοδιάζονταν οι έμποροι μετά το ταξίδι τους στην έρημο: το Λαντσόου [Lanzhou, ]. Η φωτογραφία που βλέπετε είναι από το εσωτερικό του σιδηροδρομικού σταθμού. 








Πελώριες εσωτερικές εκτάσεις, αχανείς διάδρομοι, πολυδαίδαλοι σχηματισμοί, χαρακτηριστικό της απέραντης έκτασης αυτής της χώρας (συνολικά η έκταση της Κίνας είναι τριπλάσια σχεδόν της Ευρώπης), που ως και οι σταθμοί του τρένου της εκτείνονται στο άπειρο. Θα μπορούσες να διασχίζεις πεζός αυτή τη χώρα, να ξεκινήσεις νέος και να γεράσεις περπατώντας – δίχως να έχεις φτάσει ακόμα στα μισά.

Η εξωτερική εικόνα της πόλης δεν ήταν ιδιαίτερα γοητευτική. Το Λαντσόου απέπνεε μια ξεραΐλα, το πράσινο ήταν αισθητά λιγότερο συγκριτικά με τη Σιάν – μα το κλίμα ομολογουμένως ήταν περισσότερο υποφερτό. Πανύψηλες και κακόγουστες πολυκατοικίες, σπαρμένες εδώ κι εκεί σαν ζιζάνια στη μέση ενός αγρού, αποκάλυπταν το πανταχού παρόν στεγαστικό πρόβλημα της Κίνας: ο ατελείωτός της πληθυσμός, ο μεγαλύτερος της γης, και η προσπάθεια να χωρέσουν όλοι αυτοί στις πόλεις – με αποτέλεσμα να χτίζονται ολοένα και ψηλότερα κτίρια, εκατοντάδες ορόφων, ικανά να στεγάσουν χιλιάδες ενοίκων. 

Και όπως έλεγα και στο προηγούμενο μέρος της παρουσίασης, φαντάζει οξύμωρο το γεγονός πως εμείς που ζούμε σε πολυκατοικίες των 10 και των 20 διαμερισμάτων φτάνουμε ν’ αγνοούμε τον ίδιο μας τον γείτονα και ζούμε τόσο απομονωμένοι ο ένας απ’ τον άλλον, κλεισμένοι στα μικροσκοπικά μας χαρτόκουτα.

Κύριοι, δεν ξέρετε τι θα πει χαρτόκουτο αν δεν δείτε τις κινεζικές αυτές πολυκατοικίες.

Πολλά κτίρια ήταν στριμωγμένα και απεριποίητα – παρά τις εμφανείς διαφορές τους, η αισθητική τους ανεπάρκεια μου θύμισε κάποιες γνωστές πυκνοκατοικημένες γειτονιές του αθηναϊκού κέντρου, που τόσο όμορφες υπήρξαν πριν μερικές δεκαετίες – και τόσο πολύ τις αφήσαμε στη μοίρα τους έκτοτε. Αναρωτιέμαι μέχρι πότε.

Εκεί, στο Λαντσόου, προστέθηκε στο γκρουπ μας και η Τζάο [Zhao]. Ταξιδιωτική πράκτορας απ’ το Πεκίνο και συνεργάτης του Tropical – μα τώρα ερχόταν μαζί μας σαν τουρίστρια, θέλοντας να επισκεφτεί τη χώρα της και να κάνει η ίδια τη διαδρομή του Μεταξιού. 



Η Τζάο



Η παρουσία της Τζάο στην ομάδα προσέδωσε μια άλλη δυναμική στο γκρουπ: ένα γκρουπ αποτελούμενο από ένα ανομοιογενές, παράξενο και αταίριαστο μίγμα ανθρώπων, που έμοιαζε περισσότερο με σαλάτα που ανακατεύτηκε άσχημα, παρά με ομάδα – ξέρετε, από εκείνες τις σαλάτες στις οποίες πέφτει πάντα περισσότερο ξύδι απ’ ότι πρέπει, ή λιγότερο αλάτι. Μα στο τέλος βγαίνουν πάντα άνοστες και άγευστες.

Γκρουπ Ελλήνων ταξιδιωτών φυσικά, μιας ηλικίας και πάνω οι περισσότεροι (ήμουν με διαφορά ο νεαρότερος), η μιζέρια και η γκρίνια ορισμένων με έκανε πολλές φορές να σκεφτώ πως εμείς οι Έλληνες είμαστε εκείνα ακριβώς τα υλικά της κακοφτιαγμένης σαλάτας: καταδικασμένα απ’ τη μοίρα να βρίσκονται σε μια ατελείωτη διαμάχη, επιθυμώντας να επικρατήσει το ένα του άλλου, και να μη σμίγουν ποτέ σε αρμονία μεταξύ τους.

Ε, λοιπόν, η Τζάο προσέδωσε σε αυτό το αταίριαστο και γκρινιάρικο γκρουπ μια δροσερή, εξωτική γεύση: ήταν το λαχανικό που γλίτωσε το μπαστάρδεμα των υλικών και δε χάλασε η γεύση του. Χαμογελαστή, επικοινωνιακή και συνεργάσιμη, παρέα με τον πατέρα μου και μια καλή γυναίκα που πιάσαμε φιλίες στη διάρκεια του ταξιδιού, στάθηκαν οι μοναδικοί άνθρωποι με τους οποίους μπόρεσα να επικοινωνήσω. Πέραν εκείνων – είχα το προσωπικό μου τετράδιο με τις σημειώσεις, που καθημερινά κρατούσα, γνωρίζοντας πως κάποια στιγμή οι σημειώσεις αυτές θα αξιοποιηθούν και θα γίνουν αφιέρωμα εδώ, στο Λαγούμι. Όταν το έδειξα στην Τζάο την εντυπωσίασε ο «δυτικός» του χαρακτήρας και η αισθητική του. Υποθέτω το ίδιο θα σκεφτόμουν και ο ίδιος παρατηρώντας ένα τετράδιο με πυκνογραμμένη κινεζική γραφή.

Εξίσου μεγάλη εντύπωση έκανε στην Τζάο και το βιβλίο που κρατούσα: η “Ιστορία της Πέτρας”. «Δεν ήξερα ότι κυκλοφορεί μεταφρασμένο», είπε όταν το είδε και το επεξεργάστηκε φυλλομετρώντας τις σελίδες του. Υποθέτω της έκανε εντύπωση, με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να μας εντυπωσίαζε αν βλέπαμε κάποιον ντόπιο Κινέζο να διαβάζει Όμηρο μεταφρασμένο στα κινέζικα.

Με αφορμή το βιβλίο, πιάσαμε κάποια στιγμή κουβέντα για τα κινεζικά ιδεογράμματα – που τόσο μακρινά και αλλόκοτα φαντάζουν σε μας τους δυτικούς (ας πούμε, αγαπητέ αναγνώστη, για χάρη συντομίας και για να αποφύγουμε τις περιττές αναλύσεις, πως ανήκουμε κι εμείς σαν χώρα, στη Δύση – τουλάχιστον μένοντας στο θέμα της γλώσσας!). Σε αντίθεση με το δυτικό λεξιλόγιο, στο οποίο μία λέξη συνδέεται με μια συγκεκριμένη σημασία, στην κινεζική γραφή μία λέξη μπορεί να σημαίνει πολλές διαφορετικές ιδέες – εξ’ ού και η ονομασία “Ιδεογράμματα”. Είναι το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται η λέξη εκείνο που της προσδίδει την τελική της σημασία, και όχι η λέξη από μόνη της. 

Οι δυτικοί έχουμε φτάσει να λησμονούμε τη σημασία του πλαισίου, μετατρέποντας τα πάντα σε μονάδες, τάχα απομονωμένες η μία απ’ την άλλη, αγνοώντας πως οι λέξεις εξελίσσονται κι αυτές με τη σειρά τους – το ίδιο και το νόημά τους, που μπορεί να μεταβάλλεται σαν τα νερά ενός ποταμού, ανάλογα με την οπτική γωνία θέασής του. Μα στους Κινέζους δεν υπάρχει ανάλογη σύγχυση – γνωρίζεις εξαρχής πως καμία λέξη δεν σημαίνει ένα μόνο πράγμα.








Εδώ ταιριάζει να επιστρέψω στον Νίκο Καζαντζάκη και στις δικές του περιγραφές, από τις εμπειρίες του τα χρόνια που είχε ταξιδέψει στην Κίνα. Ακολουθεί η περιγραφή, δια στόματος ενός Κινέζου, της κινεζικής γλώσσας:


«Εχουμε δύο γλώσσες· η μια γράφεται, η άλλη μιλιέται. Η γραφόμενη γλώσσα μας δεν είναι αλφαβητική, οι λέξες της δεν είναι συνδυασμοί όπως οι δικές σας γλώσσες. Έχουμε εμείς χιλιάδες ιδεογράμματα, και καθένα τους αντιπροσωπεύει μιαν ιδέα ή ένα πράγμα. Τα πρώτα μας ιδεογράμματα είναι χοντροκομμένα σχέδια που παρίσταναν τον ουρανό, τη γης, τον άνθρωπο, τα κατοικίδια ζώα, το σκύλο, τη γάτα, το βόδι. Άλλα, τα πουλιά, τα δέντρα, τα ψάρια, τα μέταλλα. Ήταν όλα όλα διακόσια δεκατέσσερα. Μα ολοένα τα ιδεογράμματα αυτά δεν μπορούσαν πια να χωρέσουν τον πνευματικό μας πλούτο. Έπρεπε να τελειοποιηθεί η γραφή μας, να βρεθεί νέος τρόπος γραφής, γιατί βέβαια ήταν αδύνατο να γράφουμε ζωγραφίζοντας το κάθε αντικείμενο. Πώς θα ξεχώριζες σε μιαν τέτοια αναγκαστικά χοντροειδή αναπαράσταση το σκύλο από το λύκο ή την αλεπού; Πώς θα ξεχώριζες μια μηλιά από μιαν αχλαδιά ή μιαν κερασιά; Κι έπειτα, πως θα μπορούσες να εκφράσεις αφηρημένες έννοιες ή συναισθήματα; Την οργή, τον έρωτα, την ελπίδα; Δύσκολο πρόβλημα, και ποτέ δεν ήρθε στο νου μας να το λύσουμε, όπως κάματε σεις, με το αλφαβητικό ή το συλλαβικό σύστημα.

Τί κάμαμε λοιπόν; Συνδυάσαμε τα πρώτα 214 ιδεογράμματα και σχηματίσαμε νέα σημάδια, αυθαίρετα βέβαια, μα πολύ βολικά κι εκφραστικά. Κάθε μας λέξη είναι ένας μικρός γρίφος, κι οι μορφωμένοι μονάχα μπορούν να τον λύσουν. Κι όσο και πιο μορφωμένος είσαι, τόσο μπορείς να λύσεις περισσότερους γρίφους. Διαιρέσαμε λοιπόν σε κατηγορίες τα ζώα και τα φυτά. Ο τύπος του σαρκοβόρου ζώου παριστάνεται με το γενικό ιδεόγραμμα του σκύλου· το βόδι είναι το γενικό Ιδεόγραμμα για τα μηρυκαστικά· το ποντίκι για τα τρωκτικά· ο χοίρος για τα παχύδερμα. Όταν θέλουμε λοιπόν να γράψουμε τη λέξη «τίγρης», γράφουμε πρώτα το γενικό ιδεόγραμμα του σαρκοβόρου, το σκύλο, και δίπλα του ένα σημαδάκι που συνδυαζόμενο παριστάνει τον τίγρη.

— Μα τις αφηρημένες έννοιες ; Πώς μπορέσατε ;

— Δύσκολο πολύ, αποκρίθηκε η πριγκίπισσα γελώντας, μα εδώ φάνηκε η σοφία κι εξυπνάδα της ράτσας μας. Για να εκφράσουμε την οργή, ζωγραφίζουμε μιαν καρδιά με το σημάδι της σκλαβιάς από πάνω της· δύο γυναίκες κάτω από μια στέγη, θα πει : φιλονικία· ένα χέρι με ισοζυγισμένη ζυγαριά, θα πει: ιστορικός* δύο όμοια μαργαριτάρια: φιλία.

Εννοείτε λοιπόν τώρα γιατί σε μας η καλλιγραφία θεωρείται εφάμιλλη με τη ζωγραφική. Για να ‘σαι καλός σοφός, πρέπει να ‘σαι καλός ζωγράφος. Όταν η ράτσα μας ήταν στην ακμή της, η γραφή ήταν πράξη ιερή. Έπρεπε να λούσεις το κορμί, να βάλεις καθαρά ρούχα και να πιάσεις το πινέλο. Να κρατάς ανασηκωμένο το μπράτσο παράλληλα με το χαρτί, να μην ακουμπάει ποτέ ο αγκώνας. Η κορφή του πινέλου ν’ αποτελεί τρίγωνο με τη μύτη και με την καρδιά σου. Δύσκολος άθλος. Πολλοί Κινέζοι σοφοί το χειμώνα, όταν δεν έχουν φωτιά να ζεσταθούν, πιάνουν και γράφουν· μετά δέκα λεφτά είναι μουσκίδι στον ίδρωτα. Όταν είσαι θυμωμένος ή λυπημένος, γράφεις, κι ο θυμός κι η θλίψη σου εξαφανίζουνται. Και να σκεφτείτε πως από 214 ιδεογράμματα που είχαμε στην αρχή, έχουμε τώρα χιλιάδες. Το περίφημό μας κλασικό λεξικό, που γράφτηκε τώρα και δύο αιώνες, περιέχει 44.449 ιδεογράμματα! Μα κανένας δεν τα ξέρει όλα. Μαθαίνουμε όσα μπορούμε· πέντ’ έξι χιλιάδες φτάνουν.»

[Νίκου Καζαντζάκη, “Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία-Κίνα”]


Πρώτος μας σταθμός στο Λαντσόου ήταν το Μουσείο της Επαρχίας του Κανσού [, Gānsù] – της επαρχίας στην οποία ανήκε το Λαντσόου. Το σπουδαιότερο έκθεμα στο μουσείο δεν ήταν άλλο από το “Ιπτάμενο Άλογο του Γκανσού” [Gansu Flying Horse, 銅奔馬], ένα υπέροχο ορειχάλκινο αγαλματίδιο που χρονολογείται από τον 2ο αιώνα μ.Χ., επί Δυναστείας των Χαν. Χαρακτηριστικό του η αέρινη, ολοζώντανη τρισδιάστατη στάση του, που δίνει την αίσθηση πως πετάει.









Άλλα ενδιαφέροντα εκθέματα ήταν η ορειχάλκινη τίγρης που κατασπαράζει ένα ταλαίπωρο ζωντανό (χρονολογείται μεταξύ 770 και 476 π.Χ.), και η αναπαράσταση μιας παλαιολιθικής κοινωνίας κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, μέσα από πανέμορφα κέρινα ομοιώματα και πληθωρικές μακέτες.

Ήταν όμως ώρα ν’ αφήσουμε πίσω μας το ημίφως των μουσείων - ένα περιβάλλον κοινό σε όλες τις χώρες του κόσμου – και να αφεθούμε στην εξωτερική φυσική πραγματικότητα – μια πραγματικότητα εντελώς διαφορετική συγκριτικά με οτιδήποτε είχαν δει τα μάτια μου ως τότε.

Ο λόγος φυσικά για τον Κίτρινο Ποταμό.








Ένας θεός με δύο πρόσωπα



Η δύναμη είναι πέρα απ’ το καλό και το κακό. Μπορεί να σκορπίσει ευλογίες, μπορεί να σπείρει κατάρες. Το αληθινό πρόσωπο ενός θεού της Δύναμης είναι ένα πρόσωπο εξίσου υπέροχο και τρομαχτικό· σου εμπνέει σεβασμό, υπακοή, δέος, φόβο και λατρεία – μα όχι αγάπη. Η αγάπη είναι κάτι άλλο – κάτι πέραν της δύναμης. Μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της μονοθεϊστικής θρησκείας (ή των εκπροσώπων και ερμηνευτών της) είναι πως αποπειράθηκε να συνενώσει την αγάπη με τη δύναμη, σ’ ένα και μοναδικό υπερουράνιο ον και να ταυτίσει μεταξύ τους τις συχνά αντικρουόμενες αυτές ιδιότητες. Μα η αγάπη συχνά ξεδιπλώνεται μέσα απ’ την αδυναμία, την κατανόηση και την αμοιβαιότητα – όχι από τη δύναμη, όχι από την ανισότητα. Η δύναμη… η δύναμη είναι κάτι διαφορετικό. Αν αγαπάς κάποιον εξαιτίας της δύναμής του, ίσως είναι η δύναμη εκείνο που αγαπάς πραγματικά – και όχι αυτόν τον ίδιο. Αγαπάς την εξουσία – όχι τον εκπρόσωπό της. Αγαπάς – και ταυτόχρονα φοβάσαι. Άρα δεν αγαπάς πραγματικά.

Ένας θεός της δύναμης – ένας θεός με δύο πρόσωπα – υπήρξε και ο Κίτρινος Ποταμός, γνωστός και ως Χουάνγκ Τσε [Yellow River, Huang He, 黄河] για τους Κινέζους. Ζωοδότης και καταστροφέας, ευλογία και κατάρα. Πηγή ζωής, η κοιτίδα του κινεζικού πολιτισμού από αρχαιοτάτων χρόνων – μα και υπαίτιος καταστροφικών πλημμύρων και ασθενειών, σπορέας θανάτου. Τέτοιος που ονομάστηκε “Οδύνη της Κίνας” και “Μάστιγα των Χαν”.

Έπρεπε να τον δω με τα μάτια μου για να συνειδητοποιήσω πως η ονομασία «κίτρινος» μόνο τυχαία δεν είναι. Ο λόγος φυσικά για το χαρακτηριστικό αυτό κίτρινο-καφέ χρώμα του, που οφείλεται στη λάσπη, στον αργιλώδη πηλό που παρασέρνει στο διάβα του και γίνεται ένα με τα νερά του – πουθενά αλλού στον κόσμο γη και ύδωρ δεν έσμιξαν τόσο στενά, τόσο ασφυκτικά μεταξύ τους, σαν αδιάσπαστοι εραστές, που το ύδωρ έφτασε ν’ αποκτήσει το χρώμα της γης.

Σαν τα δύο πρόσωπα του Κίτρινου Θεού που σμίγουν σε μια ενιαία, αδιάσπαστη ενότητα. Θεός δημιουργίας, θεός καταστροφής, η πεμπτουσία της φύσης, που όση ζωή χαρίζει, άλλη τόση παίρνει πίσω.








Η βόλτα στις όχθες του Κίτρινου Ποταμού στο Λαντσόου στάθηκε μια από τις πλέον ευχάριστες και αναζωογονητικές του ταξιδιού για μένα. Πλήθος κόσμου γυρόφερναν εδώ κι εκεί, άλλοι γυροφέρνοντας τη μεγάλη γέφυρα που ένωνε τις όχθες, άλλοι τραβώντας selfies και αναμνηστικές φωτογραφίες (οι 9 στους 10 Κινέζους είχαν από ένα κινητό στο χέρι), άλλοι παρατηρώντας την κίνηση, άλλοι κάνοντας βαρκάδα στα νερά. 

Ένα άγαλμα κάποιας μητρικής θεότητας, εκεί κοντά, έμοιαζε ν’ αποκαλύπτει την αληθινή ουσία του ποταμού, για την οποία μιλήσαμε: την πανταχού παρούσα δύναμη της φύσης, ικανή να δώσει ζωή και να πάρει.

Μα η σημερινή βόλτα έμοιαζε περισσότερο με τσαλαβούτημα στα ρηχά, ίσα για να βρέξεις τα ποδάρια σου. Ήταν μια συντομευμένη καρτ ποστάλ, μια selfie σε αξιοθέατο, ένα ανάλαφρο αστικό tour στην επιφάνεια των πραγμάτων. Η επόμενη μέρα θα μας έφερνε πολύ εγγύτερα στην αληθινή φύση του Κίτρινου Θεού της Κίνας.









Μέρα 5 – Οι σπηλιές του Μπινγκλίνγκ Σι



“Toto, I’ ve got a feeling we’ re not in Kansas, anymore”. 

Η ξακουστή ατάκα της Ντόροθυ όταν αντικρίζει να ξεδιπλώνεται μπροστά της η Χώρα του Οζ. Ένα τοπίο ολότελα διαφορετικό από οτιδήποτε είχε συνηθίσει μέχρι τότε. Ένας άλλος κόσμος.

Έτσι ένιωσα παρατηρώντας τα θεόρατα βουνά και τους αλλόκοτους βραχώδεις σχηματισμούς που περιέβαλαν τις βουδιστικές σπηλιές του Μπινγκλίνγκ Σι, τα βάθη των οποίων χάνονταν στα λασπερά άδυτα του Κίτρινου Ποταμού. Πόσο διαφορετική τοπογραφία συγκριτικά με τα γαλανά νερά και τα γνώριμα ορεινά τοπία μας! Μα αυτές οι εικόνες δεν απέκλιναν μόνο από την ελληνική, μα και από την ευρωπαϊκή τοπογραφία στο σύνολό της. Μόνο στα βάθη της αχανούς Ανατολής μπορεί κανείς να συναντήσει μορφές όπως αυτές. Φάνταζαν σαν αρχαίοι πέτρινοι θεοί που τρέφονταν με τα νερά ενός ποταμού καμωμένου από λάσπη, και στον οποίο απουσίαζε πλήρως το γαλάζιο. Όχι, αυτό δεν ήταν γήινο τοπίο, δεν μπορεί να ήταν. Περισσότερο έμοιαζε με σκηνικό από κάποιον άλλο πλανήτη.

Ιδού, λοιπόν, η φυσική, άγρια και αδάμαστη μορφή που είχαν οι όχθες του μεγάλου Κίτρινου Θεού. Δίχως πόλεις να εξημερώνουν το τοπίο, δίχως κτίρια να σπιλώνουν τον ουρανό. Και το ποτάμι δίπλα άφριζε, βούιζε, τα νερά απλώνονταν απέραντα, τρομακτικά – ένιωθες την αρχέγονη βοή τους, τον υπόκωφό τους βρυχηθμό. Αυτά τα νερά δεν συγχωρούν όσους τα αντιμετωπίζουν δίχως σεβασμό.







Η διαδρομή στον ποταμό έγινε με σκάφος. Είχαμε φορέσει όλοι σωσίβια και διατηρούσαμε τα παράθυρα ερμητικά κλειστά – γιατί η επιφάνεια του νερού βρισκόταν στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με μας· και ο Ποταμός φούσκωνε και άφριζε και χρεμέτιζε απειλητικά, ενώ σκίζαμε τα νερά του στα δυο, σαν κάποιο θηρίο που το ξυπνάμε από τον ύπνο του.

Στην πρύμνη του σκάφους η κινεζική σημαία έσμιγε στον χορό του ανέμου. Ύψωνε περήφανα το ανάστημά της, κόντρα στο αφιλόξενο τοπίο, πάνω απ’ τα αφρίζοντα νερά. Έμοιαζε με το κοντάρι του κατακτητή στη γη που ανακάλυψε, σύμβολο της κυριαρχίας του ανθρώπου. Μα η γη στα βάθη συνεχίζει να βουίζει, όπως έκανε χιλιάδες χρόνια τώρα.

Γνώριζαν καλά τι έκαναν, οι βουδιστές μοναχοί του Μεσαίωνα, όταν αποφάσισαν να χτίσουν τις σπηλιές τους σε ένα τόσο άγριο και απόμακρο τοπίο. Γύρευαν απομόνωση, κάποιο χώρο που θα μπορούσαν να στοχαστούν και να προσευχηθούν με την ησυχία τους, μακριά από την ανθρωπομάζα της πόλης. Τον παλιό καιρό εδώ δεν μπορούσε να νοικιάσει κάποιος ένα σκάφος και να έρθει· ούτε ερχόταν κανείς ιππεύοντας ένα άλογο, ή μια καμήλα. Η διαδρομή ήταν επικίνδυνη, σχεδόν αδιάβατη, και για να έρθεις έπρεπε να καίει μέσα σου μια ιερή φλόγα. Τέτοια που ώθησε μια χούφτα ανθρώπων να κάνουν το επικίνδυνο ταξίδι, με μόνα σύνεργά τους τα βιβλία και την πίστη τους.








Οι σπηλιές Μπινγκλίνγκ Σι [Bǐnglíng Sì, 炳灵寺] ξεκίνησαν να κατασκευάζονται, σκάβοντας στα βάθη των βράχων, ήδη από το 420 μ.Χ., και σταδιακά πολλαπλασιάστηκαν, καλύπτοντας ένα χρονικό διάστημα που έφτασε να ξεπεράσει τα χίλια χρόνια. Συνολικά απαριθμούνται 183 σπηλιές, άλλες μεγαλύτερες και άλλες μικρές σαν τρύπες, πλαισιωμένες με γλυπτά και τοιχογραφίες. Ένα μεγάλο μέρος των σπηλαίων χρονολογούνται από την κλασικότερη περίοδο της μεσαιωνικής Κίνας, εκείνης της Δυναστείας των Τανγκ, μεταξύ 618 και 907 μ.Χ., και της Δυναστείας των Σονγκ, μεταξύ 960 και 1279 μ.Χ. 

Μα είναι αμφίβολο αν οι βουδιστές μοναχοί, παραδομένοι στην τέχνη και την περισυλλογή τους, χαμένοι στα βάθη του εξωγήινου βράχου, παραδομένοι στο βουητό του υδάτινου κίτρινου θεού και αφουγκραζόμενοι το αιώνιο τραγούδι του ανέμου όπως διαπερνούσε τα φυλλώματα των δέντρων… είναι αμφίβολο κατά πόσο οι βουδιστές αυτοί μοναχοί απασχολούνταν με τη μία ή την άλλη δυναστεία.

Η διαδρομή στο φιδογυριστό μονοπάτι που έσμιγε τα σπήλαια ήταν βαθύτατα αναζωογονητική. Τα δέντρα, οι βράχοι, το ποτάμι, οι σπηλιές… έμοιαζαν όλα να αποκαλύπτουν το ευγενικό τους πρόσωπο τώρα. Είχαν αφήσει στην άκρη την αγριάδα της υποδοχής και λιάζονταν αναπαυτικά στον ήλιο. Μια παρέα βουδιστών μοναχών γυρόφερναν εκεί κοντά – ήταν νεαροί, μικρότεροι από μένα, και ο ένας απ’ τους δύο κουβαλούσε μια φωτογραφική μηχανή. Τράβαγαν φωτογραφίες και μιλούσαν στη γλώσσα τους, λέγοντας αστεία και γελώντας.








Κι εγώ γυρόφερνα και σκεπτόμουν πως ένα περιβάλλον σαν αυτό συνέβαλε ώστε να ευδοκιμήσει μία από τις ευγενέστερες θρησκείες του κόσμου, ο βουδισμός. Περισσότερο φιλοσοφία παρά θρησκεία στην καταγωγή του (κάθε θρησκεία συνιστά μορφή απλοποιημένης φιλοσοφίας, διατηρώντας μόνο τις απαντήσεις της δεύτερης και βάζοντας στην άκρη τα ερωτήματα), έχοντας τις ρίζες της στην Ινδία και στη μορφή του Σιντάρτα Γκαουτάμα, ο βουδισμός αναπτύχθηκε πέρα απ’ την φθοροποιό τριβή της ανόδου και της πτώσης των ανθρωπίνων παιχνιδιών δύναμης. 

Μη-εξουσιαστικός στη φύση του, αδιάφορος να κυριαρχήσει ή να προσηλυτίσει, πέρα από πατρίδες και σύνορα, ο βουδισμός μπόρεσε να διατηρήσει εκείνο το χαρακτηριστικό γνώρισμα που έπρεπε να συνιστά επίκεντρο κάθε θρησκείας: πολύ απλά, πώς να κάνει τη ζωή του ανθρώπου περισσότερο υποφερτή, όχι μόνο για τον εαυτό του, μα και για τη σχέση του με τη φύση και τον συνάνθρωπό του.

Ανεξαρτήτως αν οι απαντήσεις που έδωσε ή δίνει ικανοποιούν τον καθένα, παραμένει η πρακτική ουσία του: η καλυτέρευση της ζωής. Η αποδοχή πως όλοι ανεξαιρέτως συνιστούν σταγόνες ενός μεγάλου, ενός πελώριου ωκεανού – τίποτα πάνω και πέρα από αυτόν.







Και να που ξεπρόβαλε, θεόρατος μπροστά στα μάτια μου, ο Βούδας. Ένα πελώριο άγαλμα, το μεγαλύτερο που είδα στο ταξίδι, σκαμμένος στο βράχο, ένα με αυτόν, ένα με τη φύση και τον κόσμο – μέρος του ωκεανού και ο ίδιος, ένας αδιάσπαστος συνεκτικός κρίκος. Ας θυμηθούμε, γι’ ακόμα μια φορά, τον Καζαντζάκη, και τις σκέψεις που έκανε μόλις αντίκρισε ένα Βούδα, όχι στο βράχο, όχι στο ηλιόφως, μα στο ημίφως ενός μικρού επαρχιακού ναού:

«Μα τη στιγμήν εκείνη ένας καλόγερος, που ήταν στη γωνιά και δεν τον έβλεπα, άπλωσε το χέρι του κι άναψε ένα μικρό ηλεκτρικό. Και μονομιάς φάνηκε στο βάθος του ναού να κάθεται διπλοπόδι, πελεκημένος σε διάφανο πολύτιμο αλάβαστρο, στον ανθό της νιότης του, με βυσσινή χιτώνα που του άφηνε ξέσκεπο το αφράτο στήθος, όλο δροσιά και χαμόγελο, ο Βούδας! Ποτέ άγαλμα δε μου ‘δωκε χαρά μεγαλύτερη· όχι χαρά, λύτρωση, ελευτεριά, συναίστηση πως γλίτωσες από το μισητόν εαυτό σου, έσπασες το φράχτη κι ενώθηκες με το απέραντο διάφανο Τίποτα. Ό,τι μονάχα ο χορός, η μουσική κι ο έναστρος ουρανός μπορούν να δώσουν, το δίνει η πολύτιμη τούτη, ασάλευτη φλούδα της ύλης. Το πρώτο κύμα που σε κυριεύει αντικρίζοντας το Βούδα τούτον, είναι η χαρά που νιώθει ο κολυμπητής όταν σμίγει απλωτά τα χέρια, τεντώνει τ’ αντικνήμια, ζυγιάζεται μιαν αστραπή στ’ ακροδάχτυλα και ρίχνεται μέσα στη θάλασσα. Έτσι χιμάς και συ μέσα στον αλάβαστρο τούτον και χάνεσαι.

Νιώθεις να κολυμπάς αθόρυβα, όπως μέσα σε όνειρο, σε διάφανα πράσινα νερά, κι είναι πανσέληνος. Πρώτη φορά κατάλαβα τη διδασκαλία του Βούδα. Τί είναι νιρβάνα; Η απόλυτη εξαφάνιση ή η αθάνατη ένωση με το σύμπαντο; Δυο χιλιάδες τώρα χρόνια μαλώνουν οι σοφοί κι οι θεολόγοι, σχολιάζουν, αναλύουν, μάχουνται να βρουν την έννοια της νιρβάνας. Βλέπεις τον αλαβάστρινο τούτον Βούδα, κι ο νους σου ξεχειλίζει βεβαιότητα. Ζεις τη νιρβάνα: Μήτε εξαφάνιση, μήτε αθανασία· αφανίζεται ο καιρός κι ο τόπος, το πρόβλημα αλλάζει μορφή, φτάνει στην ανώτατή του μορφή που ξεπερνάει τον ανθρώπινο λόγο. Κοιτάζεις το διάφανο τούτον Βούδα και το σώμα σου δροσίζεται, γλυκαίνεται η καρδιά, κι ο νους σου γίνεται ένας ήσυχος λύχνος μέσα στο χάος. Έως τώρα σάλευε τρικυμισμένος από τα πάθη, φώτιζε δόξες, συμφέροντα, πρόσωπα αγαπημένα, πατρίδες. Κι άξαφνα βλέπεις τον Βούδα τούτον κι ο νους σου σβήνει. Δε σβήνει· γίνεται Βούδας.

Ώρες έμεινα ακίνητος και κοίταζα το αλαβάστρινο τούτο κέντρο του κόσμου. Ένιωθα πως εδώ, στο αυτόφωτο τούτο μάρμαρο που φωσφορίζει, καταλήγουν όλες οι αχτίδες της γης. Όλες οι προσπάθειες του ανθρώπου.»

[Νίκου Καζαντζάκη, «Ταξιδεύοντας, Ιαπωνία-Κίνα»]


Αργά το απόγευμα, κι ενώ ο ήλιος βρισκόταν στη δύση του, προσπαθήσαμε να τον ακολουθήσουμε, εγκαταλείποντας το Λαντσόου και τον Κίτρινο Ποταμό, πηγαίνοντας προς τα δυτικά – μας πρόλαβε όμως και νύχτωσε πριν μπορέσουμε να τον πιάσουμε. Θα επιστρέψω, είπε, μην ανησυχείτε. Πάντα επιστρέφω.



Μέρα 6 – Όταν το Ουράνιο Τόξο έσμιξε με τη Γη



Σκέψου ο μεγάλος Μάστορας της Φύσης, μια μέρα που έχει κέφια, να παίρνει ένα μεγάλο πινέλο, να το βρέχει καλά καλά με νέκταρ, να το βουτάει καταμεσής του ουράνιου τόξου, να ανακατεύει τα χρώματα και… να ζωγραφίζει. Ή ενδεχομένως σκέψου ένα μπόμπιρα με θεϊκές ιδιότητες, εκεί ψηλά στα σύννεφα, να κλέβει το κουτί με τα λαδοπαστέλ απ’ τη συρτάρι της θεϊκής μαμάς του («είναι του μπαμπά Ουρανού αυτό, μη το πειράζεις, τα χρειάζεται για το Ουράνιο Τόξο») και να δοκιμάζει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες πάνω στο φόρεμα της ανυποψίαστης μαμάς του – της Γης.

Το αποτέλεσμα είναι το φόρεμα της μαμάς να χάνει τα αρχικά του γεωκίτρινα χρώματα και να εμπλουτίζεται με κόκκινες, πράσινες και θαλασσιές ραβδώσεις. Και ο άτακτος μικρός ν’ απολαμβάνει το έργο του και να σκέφτεται πως θέλει να το επεκτείνει ακόμα παραπέρα – μέχρι που οι γονείς τον πιάσανε στα πράσα («Ιιιι, πάει το φόρεμα της μαμάς!»), του πήρανε τα χρώματα και τον έβαλαν τιμωρία για μερικούς αιώνες. Και ο μικρός έπιασε το κλάμα – ένας ακόμα παρεξηγημένος καλλιτέχνης, μα το έργο του θ’ αναγνωριστεί, που θα πάει.








Να γιατί κάθε φορά που βρέχει οι λόφοι στο Γεωλογικό Πάρκο της Τζανγκγιέ [Zhangye National Geopark, 掖国家地公园] αποκτούν εκείνες τις μοναδικές χρωματικές αποχρώσεις, τέτοιες που όμοιές τους σπάνια συναντάς στον πλανήτη. 

Οι γεωλόγοι θα σου πουν πως το φαινόμενο οφείλεται στη διάβρωση των ψαμμιτικών πετρωμάτων που έγινε σε διάρκεια εκατομμυρίων ετών και πως τα πετρώματα αναδεικνύουν τα εντυπωσιακά αυτά χρώματα με το πέρας της βροχής – μα ας αφήσουμε αυτές τις ιστορίες για το μάθημα Γεωλογίας. Εγώ προτιμώ την εκδοχή με τον θεϊκό μπόμπιρα που έκλεψε τα λαδοπαστέλ του μπαμπά του. Και η βροχή που αναδεικνύει τα χρώματα στους βράχους δεν είναι άλλη από το κλάμα του, εκεί που στέκεται τιμωρία στη γωνία και αναλογίζεται πως κάποια μέρα θ’ αναγνωριστεί η αξία του σαν καλλιτέχνης.

Ε, λοιπόν, μικρέ, έκανες απίστευτη δουλειά, σου το αναγνωρίζω!

Σκέφτομαι και μια άλλη εκδοχή της ιστορίας, βέβαια, κατάλληλη για μεταμεσονύχτιες αναγνώσεις: εκεί που η μαμά-Γη και ο μπαμπάς-Ουρανός σμίγουν, σείεται η Γη, βροντά ο Ουρανός… και στο κορύφωμα της σεξουαλικής πράξης, στη στιγμή του οργασμού, ο Ουρανός ξεχύνει το περιεχόμενό του πάνω στην κοιλιά της ερωμένης του – και να πως το ουράνιο τόξο έσμιξε με τη γη.



Το ρουμπίνι στο στόμα του Δράκοντα



Ήταν εκεί. Έστεκε σαν αρχέγονη θεότητα σ’ ένα ύψωμα με φόντο τους πολύχρωμους λόφους. Φορούσε το βαθυκόκκινο του αίματος – το χρώμα της Κίνας. Τα μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν σαν νυχτόβια πουλιά. Το αλαβάστρινο δέρμα της ήταν άσπρο σαν το γάλα που ρέει, παρέα με το μέλι, στη γη της Επαγγελίας. Και οι καμπύλες του κορμιού της έμοιαζαν με τα φιδογυριστά δρομάκια που διασχίζουν την ολάνθιστη έκτασή της.

Ήταν η στιγμή που έπαψα να παρατηρώ το τοπίο – όσο εντυπωσιακό και αν ήταν – και εστίασα στην ολοζώντανη φιγούρα, παλλόμενη σάρκα, που έστεκε μπροστά μου. Ήταν εντυπωσιακή μέσα στο κατακόκκινό της φόρεμα και το κατάμαυρο μαλλί της. Τα χρώματα των λόφων δεν είχαν πια σημασία για μένα. Μόνο το κόκκινο και μαύρο της γυναίκας. Γέννησε μέσα μου την επιθυμία – περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, από όσες είδα στο ταξίδι.






Την φωτογράφισα. Μια φορά, δύο φορές. Μα δεν έφυγα – περιδιάβαινα κοντά, μπρος πίσω, ανήσυχος, σαν τον λύκο που παρατηρεί τη λεία του. Πόζαρε στο φακό για μια φίλη της. Έμοιαζε λες και οι λόφοι πήραν σάρκα και οστά – και μεταμορφώθηκαν σε μια γυναίκα, καρπό, ίσως, της ένωσης της γης και τ’ ουρανού.

Ήταν η κόρη τ’ ουρανού. Το ρουμπίνι στο στόμα του Δράκοντα.

Συγκέντρωσα λίγο θάρρος (ομολογώ δεν το έχω πολύ με αυτά, αγαπητέ αναγνώστη). Την πλησίασα. Της έδειξα τη φωτογραφική μου μηχανή και της ζήτησα αν γινόταν να μας τραβήξει η φίλη της, μαζί, μια φωτογραφία. Δέχτηκε με προθυμία – μιλούσε αγγλικά, κάτι που σπάνια συνάντησα στη διάρκεια του ταξιδιού. Στηθήκαμε – αφού περιποιήθηκε ένα ολόκληρο λεπτό το μαλλί της, παρέα με τη φίλη της – και το αποτέλεσμα είναι η φωτογραφία που βλέπετε.

Στη συνέχεια μου ζήτησε η ίδια να φωτογραφηθώ μαζί με την κόρη της – ένα κοριτσάκι 8-9 χρονών, που φαντάζομαι θα το είχε κάνει πολύ νέα. Σύζυγος δεν υπήρχε πουθενά εκεί κοντά, για να μου χαλάσει τη φαντασίωση. Γιατί όχι, λοιπόν. Φωτογραφήθηκα παρέα με την κόρη της, μια φωτογραφία που την κράτησε η ίδια – σκέφτηκα πως υπάρχει ένας συμβολισμός εδώ. Την χαιρέτησα κι έφυγα κρατώντας τη φωτογραφική μου μηχανή σφιχτά, λες και είχα εξορύξει ένα πολύτιμο λίθο από κάποιο ορυχείο και τον έσφιγγα στη χούφτα μου, φοβούμενος μη τυχόν τον χάσω.







Ίσως ακούγεται απλή, σαν συναναστροφή. Ήταν απλά μια κοινή φωτογραφία και μερικές ανταλλαγές λέξεων και βλεμμάτων. Μα για την επόμενη μία ώρα του ταξιδιού ένιωθα λες και με έχουν βουτήξει σε μια κολυμπήθρα όπιο.

Σε αυτή τη γυναίκα λοιπόν, το ρουμπίνι της ερήμου, αφιερώνω το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο που διάβαζα εκείνες τις μέρες: την «Ιστορία της Πέτρας» [紅樓夢] του Τζάο Σούε Τσιν:

«Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το πέρασε δυτικά της Λάμψης του Ηλιοβασιλέματος, εξερευνώντας τις όχθες του Μαγικού Ποταμού. Εκεί, πλάι στον Βράχο της Αναγέννησης, εντόπισε το πανέμορφο Λουλούδι του Άλικου Μαργαριταριού, το οποίο του άρεσε τόσο, που το πότιζε καθημερινά με γλυκιά δροσιά, μεταδίδοντάς της έτσι το δώρο της ζωής.

Η ουσία του Άλικου Μαργαριταριού αποτελούνταν από τις αγνότερες κοσμικές ουσίες, επομένως ήταν ήδη θεϊκή κατά το ήμισυ. Και τώρα, χάρη στις αναζωογονητικές επιδράσεις της γλυκιάς δροσιάς, έγινε ικανή να ρίξει το φυτικό της σχήμα και ν’ αποκτήσει τη μορφή ενός κοριτσιού.

Το νεραϊδίσιο αυτό κορίτσι γυρόφερνε έξω από το Βασίλειο του Αποχωρισμού, τρώγοντας το Μυστικό Φρούτο του Πάθους όταν πεινούσε, και πίνοντας από το Ύδωρ της Λύπης όταν διψούσε. Η συνείδηση που χρωστούσε στην πέτρα και στην ευγένειά της που την πότιζε, άρχισε να καταλαμβάνει τη σκέψη της και να μετατρέπεται σε εμμονή:

“Δεν διαθέτω εδώ γλυκιά δροσιά, με την οποία θα μπορούσα να τον ξεπληρώσω”, έλεγε στον εαυτό της. “Ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα μπορούσα ίσως να τον ξεπληρώσω, θα ήταν με τα δάκρυα που θα έπεφταν στη διάρκεια μιας θνητής ζωής, αν εκείνος κι εγώ έμελλε ποτέ ν’ αναγεννηθούμε σαν άνθρωποι στον κόσμο κάτω.”»

[Τζάο Σούε Τσιν, “Η Ιστορία της Πέτρας”]



Από τη γη στον άνθρωπο. Πέρα από τις λέξεις.



Το θέαμα των μοναδικών αυτών λόφων ήταν αναμφισβήτητα μία από τις εντυπωσιακότερες στιγμές του ταξιδιού μας. Χιλιάδες Κινέζων επισκεπτών προσέρχονται σε καθημερινή βάση για να απολαύσουν το σπάνιο αυτό γεωλογικό φαινόμενο – μα εντόπισα ελάχιστους επισκέπτες που δεν ήταν Κινέζοι, ή Ασιάτες. Και όσο παράξενο και αν ακούγεται, φίλε αναγνώστη, φαίνεται το θέαμα των λόφων έκανε εξίσου εντύπωση σε ορισμένους, όσο και το θέαμα που παρουσιάζαμε εμείς, οι δυτικοί τουρίστες, τους οποίους δεν έχουν συνηθίσει – ακόμα. 

Ο εγχώριος τουρισμός σε μέρη όπως το Τζανγκγιέ είναι πελώριος, μα η Δύση σε μεγάλο ποσοστό δεν έχει εμβαθύνει ακόμα σε αυτές τις περιοχές της Κίνας. Δύο φορές με σταμάτησαν χαμογελαστοί Κινέζοι έφηβοι, το κινητό στο χέρι, θέλοντας να βγάλουν… selfie μαζί μου. Μα υπήρξαν αρκετοί ακόμα που επέλεγαν να με φωτογραφήσουν εξ’ αποστάσεως, μέρος του αξιοθέατου κι εγώ, παρέα με τους λόφους. Ήταν κάτι που το συνάντησα ήδη από την πρώτη μέρα του ταξιδιού και έμελλε να το παρατηρώ ως το τέλος.

Το αποκορύφωμα ήταν δυο μέρες πριν, στη διάρκεια της επίσκεψής μας στο μουσείο που συστέγαζε τον Πήλινο Στρατό, όταν με προσέγγισε ένας δάσκαλος και, με σπαστά αγγλικά, μου ζήτησε να… μιλήσω με τους μαθητές του – ένα τσούρμο δεκαπεντάχρονα, αγόρια και κορίτσια, που με είχαν κυκλώσει και με κοιτούσαν λες και ήμουν κάποια διασημότητα! Κι εγώ να χαμογελώ αμήχανος και να μην έχω ιδέα τι να πω – με έπιασαν απροετοίμαστο! Έχω κάνει διάφορα ταξίδια, εδώ κι εκεί, μα τέτοιο πράγμα δεν το έζησα ποτέ ξανά – και αμφιβάλλω αν θα το ζήσω πάλι.







Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι είναι μέρος του τοπίου – κάθε τοπίου, κάθε περιοχής. Αναπόσπαστο κομμάτι της ζωντάνιας του, το γιανγκ που τροφοδοτεί το γιν του (και αντίστροφα), το αλατοπίπερο που νοστιμίζει το φαί του, ο μοχλός που πυροδοτεί τον μηχανισμό της κίνησής του, το πνεύμα που διαποτίζει το φυσικό περίβλημά του. Παρατηρώντας τη φύση μελετάς το άχρονο· μελετώντας όμως τους ανθρώπους βρίσκεσαι στο εδώ και τώρα – βλέπεις στα μάτια σου μπροστά να ξετυλίγεται η σκυταλοδρομία ανάμεσα στους χρόνους, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Είσαι μέσα στην κίνηση, ζεις την πραγματικότητα της εποχής σου, αφουγκράζεσαι τον ολοζώντανο παλμό της.

Να γιατί μου αρέσει να φωτογραφίζω όχι μόνο τις φυσικές εκτάσεις, όχι μόνο τα αρχιτεκτονικά έργα, τα βουνά, τις πόλεις, τους ναούς… μα και τους ανθρώπους, ειδικά αν πρόκειται για ντόπιους. Προσπαθώ ν’ αποτυπώσω στην κάμερα μια απόχρωση της καθημερινότητάς τους, μια ιδέα όσων τους καθιστούν διαφορετικούς και αξιοπερίεργους στα μάτια μου – και να καταλήξω στο συμπέρασμα, βλέποντας ένα χαμογελαστό βλέμμα, μια μαμά να ταΐζει ένα μωρό, δυο παιδιά να με κοιτούν με περιέργεια, μια πωλήτρια πίσω απ’ τον πάγκο με τις πραμάτειές της, έναν ηλικιωμένο ποδηλάτη, μια κοπέλα μ’ ένα σκυλάκι… πως οι άνθρωποι, παντού και πάντα, είναι ίδιοι.

Είναι ο πολιτισμός εκείνος που τους διαφοροποιεί, η ιστορία, η κουλτούρα. Μα στο βάθος των πραγμάτων, στην ουσία της φύσης τους… οι άνθρωποι, κάθε εποχής, κάθε πολιτισμού, κάθε εθνότητας, κάθε φυλής… είναι ίδιοι.







Αγάπησα εκείνους τους απλούς ανθρώπους που συνάντησα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού – σε κάποιες περιοχές περισσότερο από άλλες. Όσο απλούστεροι ήταν, όσο πιο καθημερινοί, τόσο ομορφότεροι ήταν. Στις μικρότερες πόλεις το συνάντησα σε μεγαλύτερη έκταση, παρά στις μεγάλες. Όσο λιγότερο εκδυτικισμένη ήταν μια περιοχή, τόσο πιο ξεχωριστοί οι άνθρωποί της – γιατί εκεί που είχε εισχωρήσει για τα καλά η κουλτούρα της κατανάλωσης και της σύγχρονης τεχνολογίας, δεν εντόπιζες καμία διαφορά απολύτως: σε προσπερνούσαν το ίδιο αδιάφορα στους δρόμους, όσο θα σε προσπερνούσαν μια καθημερινή μέρα σ’ έναν δρόμο της Αθήνας. Μόνο οι επιγραφές στα καταστήματα άλλαζαν.

Μα όταν εισχωρούσες σε περιοχές που δεν είχαν παραδοθεί απόλυτα (ακόμα) στη δυτική κουλτούρα και δεν ήταν συνηθισμένες τόσο σε τουρίστες, έβλεπες κάτι διαφορετικό: σε παρατηρούσαν με βλέμμα ευπρόσδεκτο, σε έκαναν να νιώθεις ιδιαίτερος, ξεχωριστός. Δεν επικοινωνούσαμε παρά με βλέμματα, χειρονομίες και χαμόγελα – μα τα σκόρπιζαν απλόχερα, δίχως να τσιγκουνεύονται. Τα βλέμματά τους απέναντί σου δεν ήταν βλέμματα καχυποψίας, μα ζεστά, φιλόξενα. Δεν ένιωθες ξένος – μα επισκέπτης. Φιλοξενούμενος. Με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο σπουδαία είναι αυτή η αίσθηση: να ταξιδεύεις, ξένος σ’ έναν τόπο, μα να μη νιώθεις ξένος· να μη σε κάνουν να νιώθεις ξένος.

Για πόσους λαούς και πόσα έθνη μπορούμε να πούμε άραγε σήμερα πως ισχύει κάτι τέτοιο; Να ταξιδεύεις και να μην αισθάνεσαι παρείσακτος; Να ζεις αλλού και να μη νιώθεις ξένο σώμα; Πόσο άραγε διατηρούμε οι ίδιοι αυτή τη στάση απέναντι στους ξένους που επισκέπτονται τη χώρα μας; Υφίσταται ακόμα άραγε η «ελληνική φιλοξενία» για την οποία τόσο καμαρώναμε παλιά;

Δεν θα ξεχάσω τις μαμάδες με τα μωράκια τους – τους χαμογέλασα και μου ανταπέδωσαν το χαμόγελο, βάζοντας το μωράκι τους να χαιρετήσει στην κάμερα. Από τις χιλιάδες των φωτογραφιών που τράβηξα, αυτές ανήκουν στη χούφτα των αγαπημένων μου. Με κατέκλυσε με ζεστασιά το βλέμμα τους, το χαμόγελό τους – και δεν ανταλλάξαμε ούτε μια λέξη, γιατί δεν γνωρίζαμε ο ένας τη γλώσσα του άλλου.







Ο μύθος της Βαβέλ είναι λάθος τελικά. Δεν είναι η διαφορετικότητα της γλώσσας εκείνη που αποξενώνει τους ανθρώπους – μα τα βλέμματά τους που αποξενώθηκαν το ένα από το άλλο. Τα τεχνητά σύνορα που έκτισαν για να φυλάξουν τους καρπούς της ματαιοδοξίας τους. Η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τους μη-λεκτικούς τρόπους επικοινωνίας – σαφώς ανώτεροι και βαθύτεροι από τους άλλους. Σαν τη μουσική κι αυτοί, σμίγουν, υπενθυμίζοντάς μας όσα έχουμε κοινά – όχι όσα μας χωρίζουν. Μα εμείς συνεχίζουμε να εγκλωβίζουμε τους εαυτούς μας πίσω από οχυρά λέξεων και σημασιών – κάποιες εκ των οποίων έχουν πια σαπίσει, μα εμείς τις επιδεικνύουμε σαν όπλα και ασπίδες, αντί να τις πετάξουμε μια ώρα αρχύτερα στον κάλαθο των αχρήστων.

Αν η γλώσσα, αν οι λέξεις (προφορικές ή γραπτές) δεν χρησιμεύουν σε τίποτα πια παρά να μας αποξενώνουν, τότε καλύτερα να τις ξεφορτωθούμε – και να θυμηθούμε πως «επικοινωνώ» δεν σημαίνει απαραίτητα «μιλώ με λέξεις». Κι εγώ ο ίδιος, που τόσο πολύ εκφράζομαι μέσω των λέξεων, που τόσες και τόσες ώρες θα μπορούσα να συζητώ μαζί σου από κοντά, φίλε αναγνώστη, μιλώντας για ένα κάρο πράγματα… θα τα πετούσα όλα στην άκρη, κάθε γλώσσα, κάθε λέξη, για να έχω στη θέση τους μια άλλη, περισσότερο αρχέγονη μορφή επικοινωνίας.

Να ξέρεις, μου λείπει πραγματικά.

Να ‘στε καλά, όμορφοι άνθρωποι, εσείς που συνάντησα στο ταξίδι μου, που μου την υπενθυμίσατε.







Δυο λόγια για το κινέζικο φαγητό



Το στομάχι εδρεύει στην ενδοχώρα της Μνήμης· στην καρδιά, στον πυρήνα της. Είναι πιθανό να ξεχάσεις κάτι που είδες, κάποια συζήτηση που έκανες, κάποια πληροφορία που απέσπασες… μα αποκλείεται να ξεχάσεις κάτι που έφαγες και δεν είχες φάει ποτέ ξανά. Μπορεί να το καταβρόχθισες ή ενδεχομένως να το έβαλες στην άκρη μετά από μια μπουκιά – μα σίγουρα θα το θυμάσαι μετά από καιρό. Όχι το όνομά του – μα την αίσθηση που σου άφησε.

Γιατί οι αισθήσεις, περισσότερο από τις πληροφορίες, χαράζουν βαθύτερα ίχνη στην άμμο της μνήμης – η όσφρηση (η πλέον αρχέγονη των αισθήσεων), η ακοή, η αφή… και φυσικά η γεύση. Μην αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί δεν έπιασες ποτέ ξανά να φας εκείνο το παράξενο γλυκό που είχες φάει μια φορά πριν από πολλά χρόνια και ποτέ άλλοτε – εσύ μπορεί να μην γνωρίζεις το λόγο, μα η μνήμη σου (η ασυνείδητη μνήμη σου) δεν σε ξεγελά!

Κινέζικο φαγητό: ας ξεχάσουμε τα άφθονα καταστήματα που σερβίρουν «κινέζικο» εδώ στη χώρα μας – κάποια προσεγγίζουν περισσότερο την πραγματικότητα συγκριτικά με άλλα, μα επί της ουσίας μόνο στην ίδια την πηγή μπορείς να κατανοήσεις ποια είναι η πραγματικότητά του. Μιλώντας φυσικά για την Κίνα, χρειάζεται να λάβουμε υπόψη μας το αχανές της χώρας – δεν υπάρχει ένα ενιαίο «κινέζικο φαγητό», μα εκατοντάδες, μια πελώρια ποικιλία από γεύσεις, διαφορετικές από τη μία επαρχία στην άλλη, από την ανατολή στη δύση και από τον βορά στο νότο, με λίγους μόνο συνδετικούς κρίκους – όπως τα ξυλάκια, το ρύζι, οι πελώριες πίτες, ή τα χαρακτηριστικά εκείνα μικρά μπολάκια σερβιρίσματος.







Πέραν αυτών όμως οι διαφορές είναι πελώριες. Το φαγητό στην ανατολική και κεντρική Κίνα προσεγγίζει περισσότερο την γενική ιδέα που έχουμε περί «κινέζικου»: άφθονες μερίδες σε μπολάκια, ρύζι, τα γνωστά σε όλους μας “noodles”, απουσία ψωμιού, ψιλοκομμένο κρέας (ξεχάστε τις μεγάλες μερίδες με μπριζόλες που μοιάζουν με το παπούτσι σας, εκεί το κρέας σερβίρεται πάντα ψιλοκομμένο), πλήθος λαχανικών (πολλά εκ των οποίων είναι μαγειρευτά ή βραστά), ζωμοί και ποικιλία φρούτων (κάποια εκ των οποίων άγνωστα σε μας).

Πηγαίνοντας δυτικά όμως στη διάρκεια του ταξιδιού μας, και φτάνοντας σε μουσουλμανικά επί το πλείστον εδάφη (μια όχι ιδιαίτερα γνωστή πλευρά της Κίνας, για την οποία θα μιλήσω στο επόμενο μέρος του αφιερώματος) οι κυρίαρχες γευστικές αποχρώσεις διαφοροποιούνταν αισθητά. Το φαγητό στη δύση προσεγγίζει περισσότερο τις παραδόσεις της Μέσης Ανατολής – άρα και τις δικές μας. Δεν θα ξεχάσω τα πεντανόστιμα εκείνα σουβλάκια του Κασγκάρ.

Πέραν αυτών η Κίνα αποτελεί κυριολεκτικά ένα γευστικό χάος. Η διαδρομή στις κατάμεστες με κόσμο υπαίθριες αγορές, για παράδειγμα (όπως η αγορά της Σιάν, για την οποία μίλησα στο προηγούμενο μέρος του αφιερώματος, ή η αγορά του Κασγκάρ, για την οποία θα μιλήσω στο μέλλον), με τους ξέχειλους πάγκους και τις εκατοντάδες διαφορετικές μυρωδιές που διαδέχονταν στο πέρασμα δευτερολέπτων η μία την άλλη, υπήρξε μια πολύ διαφορετική εμπειρία συγκριτικά με το φαγητό που μας σέρβιραν στα εστιατόρια ή στο ξενοδοχείο. Κάποια φαγητά οπτικά και μόνο δεν σε προσέλκυαν ούτε να τα πλησιάσεις – προτίμησα αντί αυτών να τα τραβήξω φωτογραφίες, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι για την ποιότητά τους.

Γιατί, σε γενικές γραμμές, το φαί στην Κίνα ήταν ομολογουμένως νόστιμο. Όχι όλα όσα δοκίμασα – μα κάποια ανάμεσά τους ήταν πραγματικά πεντανόστιμα, είτε μιλάμε για τα εξαιρετικά λαχανικά, είτε για τις μερίδες με κρέας.

(ο αναγνώστης πιθανό ν’ αναρωτιέται αν φάγαμε τίποτα… σκύλους και τέτοια. Όχι, αγαπητέ αναγνώστη, θα σε απογοητεύσω. Στα μέρη που πήγαμε – και διασχίσαμε πελώριες εκτάσεις – δεν έτυχε να συναντήσουμε κάτι τέτοιο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υφίστανται ακόμα τέτοιες διατροφικές συνήθειες μεταξύ του πληθυσμιακού χάους των Κινέζων – μα δεν είδαμε πουθενά κάτι τέτοιο στα μέρη που πήγαμε)








Τρία αξιοσημείωτα όσο αφορά το φαγητό: Ένα, το πόσο καυτερό ήταν. Δεν φαντάζεστε, όλοι εσείς οι φίλοι του «καυτερού»! Κάποια στιγμή ο οργανισμός μας, μην έχοντας συνηθίσει σε τέτοιες γεύσεις, αντέδρασε. Για δυο-τρεις μέρες προσωπικά είχα περιοριστεί σε πρωινό, φρούτα και φαγητό απ’ το σουπερμάρκετ (όπως μπισκότα).

Δύο, το καυτό, ζεματιστό νερό, με το οποίο συνόδευαν τα γεύματα! Έπρεπε να το δω για να το πιστέψω: αντί να σερβίρουν ένα ποτήρι δροσερό νεράκι, να πάει κάτω η κάψα απ’ το φαί, σου φέρνουν αντίθετα νερό που βράζει και κοχλάζει! Για να πιεις κρύο νερό έπρεπε να κάνεις ειδική παραγγελία. Αυτό συμβαίνει κυρίως για λόγους υγιεινής – το νερό στην Κίνα δεν είναι πόσιμο, ενώ το καυτό νερό με τη σειρά του θεωρείται ιαματικό. Μπορεί και να είναι… μα δυστυχώς αυτή την πλευρά της κινεζικής διατροφής δεν μπόρεσα να τη χωνέψω. Ευτυχώς που το εμφιαλωμένο κρύο νερό βρισκόταν παντού, σε όλα τα καταστήματα. Πρόκειται πάντως για ένα μείζον ζήτημα για την Κίνα και τη σχέση της με το περιβάλλον – το ζήτημα του νερού.







Τρία, (κι εδώ ερχόμαστε στα όμορφα) τα λαχταριστά εκείνα φρούτα! Ειλικρινά, φίλοι, δεν έχω φάει ποτέ νοστιμότερα πεπόνια, από τα υπέροχα κινεζικά πεπόνια Χέμι! Το ξηρό κλίμα της ερήμου ευνοεί την καλλιέργεια των φρούτων – και εδώ η κινεζική διατροφή βρίσκεται στα καλύτερά της. Αξίζει να σημειώσω πως το Χέμι [Hami, 哈密], η πόλη από την οποία πηγάζει η καλλιέργεια των συγκεκριμένων πεπονιών, φέρει μια ενδιαφέρουσα ιστορία από τα ταξίδια του Μάρκο Πόλο: Λέει ο Μάρκο Πόλο πως ανήκε στις παραδόσεις του Χέμι, ο άντρας οικοδεσπότης να παραχωρεί για μια βδομάδα τη γυναίκα του στον φιλοξενούμενο ταξιδιώτη – κι εκείνη του ανήκε απόλυτα για εκείνο το διάστημα. Στο μεταξύ ο σύζυγος αποχωρούσε διακριτικά και άφηνε το νέο ζευγάρι να ευχαριστηθεί την απουσία του με την ησυχία του!

Όταν αναφέραμε την ιστορία στην Τζάο, την Κινέζα συνοδό μας στο ταξίδι, διαμαρτυρήθηκε σθεναρά – αρνούμαι να δεχτώ πως υπήρξε κάτι τόσο εξωφρενικό για μια γυναίκα στη χώρα μου, έκανε χαμογελώντας. Ωστόσο το έψαξε η ίδια, διασταύρωσε τις πηγές – και επιβεβαίωσε το αληθές του πράγματος. Δε βαριέσαι, Τζάο – αν κρίναμε κάθε λαό από τις παραδόσεις του και μόνο, ζήτω που καήκαμε. Το θέμα είναι τώρα, στο παρόν, τι κάνουμε (και πάλι, βλέποντας πως είναι τώρα τα πράγματα… ζήτω που καήκαμε, αγαπητοί).

Αυτά τα ολίγα για το φαγητό στην Κίνα!



Μέρα 7 – Μια ειδυλλιακή στιγμή.



Η συνέχεια της διαδρομής μας προς τη δύση μας έφερε στο Τζιαγιουγκουάν [Jiayuguan, 嘉峪], μια μικρή (για τα πληθυσμιακά δεδομένα της Κίνας) πόλη του στρατηγικού Διαδρόμου Γκενσού (ή Χεξί), κύριος δρόμος επικοινωνίας απ’ τα παλιά μεταξύ ανατολικής και δυτικής Κίνας. Βασικό αξιοθέατο σε αυτή την πόλη είναι το Φρούριο στην άκρη της ερήμου, το δυτικότερο στα σύνορα της παλιάς Κίνας. Πέραν του εντυπωσιακού αρχιτεκτονικά οικοδομήματος η περιήγηση στο φρούριο συνοδεύτηκε από πλήθος παραστάσεων folklore αισθητικής, με σκοπό να δώσουν στον επισκέπτη μια ιδέα της κινεζικής μεσαιωνικής παράδοσης, στρατιωτικής και καλλιτεχνικής.

Έβλεπες λοιπόν λυγερές χορεύτριες σε ασκήσεις ισορροπίας και χορευτές να επιδίδονται σε στρατιωτικά νούμερα ντυμένοι όπως οι πολεμιστές του Μεσαίωνα, ενώ μεταξύ άλλων ξεχώρισε και μια αναπαράσταση παραδοσιακού κινεζικού θεάτρου. Το τελευταίο μου απέσπασε ιδιαίτερα την προσοχή. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που προσπάθησα να αφεθώ στη δίνη του χρόνου – να σκεφτώ πως θα ήταν το βίωμα τότε, στα παλιά χρόνια. Αυτό ενώ πλήθος επισκεπτών έρχονταν κι έφευγαν γύρω μου, κάμερες και κινητά υψώνονταν στον ουρανό και ο οδηγός του γκρουπ μας φώναζε να κάνουμε γρήγορα για να πάμε στον επόμενο προορισμό μας.

Η ψευδαίσθηση κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα. Μα εσείς μπορείτε, αν μη τι άλλο, να πάρετε μια ιδέα βλέποντας τις φωτογραφίες. Στιγμές σαν αυτές όσο αποτυπώνονται μέσα σου, άλλο τόσο σε κάνουν να αισθάνεσαι «τουρίστας» με όλη τη σημασία της λέξης.









Κοντά στο Φρούριο δέσποζε εντυπωσιακό και το δυτικότερο όριο του περίφημου Σινικού Τείχους. Πρόκειται για μια όψη του Τείχους που λίγοι ξένοι επισκέπτες στην Κίνα αντικρίζουν – οι περισσότεροι γνωρίζουν την πλευρά του Τείχους που βρίσκεται ανατολικότερα, στο Πεκίνο.

Αναμφισβήτητα ήταν όλα εντυπωσιακά – νομίζω οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. Μα αν με ρωτάς προσωπικά, φίλε αναγνώστη, θα έλεγα πως σημαντικότερο βίωμα στην συγκεκριμένη πόλη, για μένα, στάθηκε όχι η πρωινή μας περιήγηση στα φρούρια και στα τείχη… μα ένας βραδινός περίπατος που έκανα το προηγούμενο βράδυ, σε ένα πάρκο που εκτεινόταν απέναντι απ’ το ξενοδοχείο που διαμέναμε.

Δεν επρόκειτο για κάποιο ιστορικό αξιοθέατο – δεν θα βρεις να γράφουν γι’ αυτό τα βιβλία ιστορίας και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Μα κατόρθωσα να βιώσω αυτόν τον περίπατο, να ζήσω τη στιγμή, να ρουφήξω κάθε ανάσα απ’ τον νυχτερινό αέρα και κάθε στάλα απ’ τη δροσιά των φυλλωμάτων των δέντρων.

Το πάρκο σου έδινε σχεδόν την εντύπωση μιας ειδυλλιακής στιγμής – θα μπορούσε να ήταν θέμα κάποιου αναγεννησιακού πίνακα, ή ενδεχομένως ενός έργου του Μπρέγκελ, από εκείνα που απεικονίζουν καθημερινές στιγμές απ’ τη ζωή του απλού λαού. Περιδιαβαίνοντας στα στενά του και παρατηρώντας τους θαμώνες μου έρχονταν κατά νου εικόνες από κάποια γραπτή Ουτοπία: αν μπορούσε να υπάρξει μια ιδανική κοινωνία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του λαού, δίχως βασιλείς, αφέντες και εξουσιαστές – έτσι θα ήταν, σκέφτηκα.

Αυτό καθ’ εαυτό το πάρκο από μόνο του ήταν πανέμορφο – μου θύμισε αντίστοιχα πάρκα και άλση που έχω δει στα ταξίδια μου σε μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες – και σκέφτηκα με θλίψη πόσες ευκαιρίες είχαμε ως τώρα να επιδείξουμε κάτι αντίστοιχο στην πρωτεύουσά μας, και πως τις έχουμε σκορπίσει. Μεγάλη έκταση, εκατοντάδες στενά που μπορούσες να κάνεις τον περίπατό σου ανάμεσα στα δέντρα, σιντριβάνια και μικρά ποταμάκια με βράχους, χαμηλός ατμοσφαιρικός φωτισμός, μια παιδική χαρά κρυμμένη κάπου, παγκάκια εδώ κι εκεί όπου έβλεπες νεαρούς εραστές ν’ ανταλλάσουν ερωτόλογα, μια μεγάλη τεχνητή λίμνη στο κέντρο και στο βάθος ένα πελώριο μεταλλικό δελφίνι – στο οποίο μπορούσες ν’ ανέβεις με ασανσέρ και να δεις τη θέα.

Ήταν όλα καθαρά, δεν υπήρχε ίχνος σκουπιδιών – και ήταν όλα γαλήνια. Με κάθε βήμα μου αποτίνασσα τη σκόνη απ’ την ταλαιπωρία των πρωινών περιηγήσεων και το θόρυβο της πολυκοσμίας. Ήμουν μόνος και ήμουν ελεύθερος, βάδιζα δίχως προορισμό, δίχως σχέδιο, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή της νύχτας.







Μα το πάρκο από μόνο του δεν θα μετέδιδε την εικόνα της «ειδυλλιακής στιγμής» που σας περιέγραψα, αν δεν συνοδευόταν από χαρακτηριστικές ανθρώπινες σκηνές: σ’ ένα σημείο δυο ομάδες νεαρών έπαιζαν ένα παιχνίδι με ρακέτες· αλλού ένα γκρουπ με γυναίκες έκαναν γυμναστική· κάποια κυρία είχε συγκεντρώσει κοντά της μια ομάδα ανθρώπων και ορισμένους μουσικούς και τραγουδούσε παραδοσιακά κινεζικά τραγούδια· ένας τύπος, σκυμμένος μ’ ένα κουβά μπογιά κι ένα πινέλο, ζωγράφιζε στο πλακόστρωτο λέξεις (εδώ σκέφτηκα πως η κινεζική γραφή δεν γράφεται – αλλά ζωγραφίζεται!)· παρέες νεαρών γυρόφερναν ανέμελοι. Άλλοι χάζευαν τη λίμνη.

Έμοιαζαν όλα τέλεια. Καμία παραφωνία, κανένας θόρυβος, καμιά αίσθηση ανησυχίας. Ήταν λες και ο κόσμος όλος είχε συρρικνωθεί σ’ έναν μικροσκοπικό Κήπο της Εδέμ, στον οποίο γυρνούσες ήσυχος κι ένιωθες ένα με τα νερά του ποταμού – και αν γινόταν χαλασμός κόσμου έξω δεν σε απασχολούσε, όσο γυρόφερνες ήσυχος στο πάρκο σου.

Περισσότερο απ’ τα εντυπωσιακά μνημεία, η απλή αυτή περιήγησή μου στο πάρκο (σ’ ένα σύγχρονο πάρκο που δεν θα βρείτε στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, μα που τόσο σημαντικό είναι για τη σύγχρονη εικόνα μιας πόλης) μου υπενθύμισε ποιος είμαι και τι αναζητώ στο βάθος. Έμοιαζε λες και επέστρεψα σπίτι, μετά από μακρόχρονη διαδρομή στα ξένα – έφερε μαζί του εκείνο το γαλήνιο αίσθημα της ηρεμίας, της φυσικότητας, της οικειότητας και της αποδοχής.

Κλείνοντας, θα μοιραστώ μαζί σας ένα μυστικό: το πάρκο αυτό υπάρχει – σε μύριες εκδοχές. Μπορεί να παίρνει διαφορετικά ονόματα – μα υπάρχει και μπορείς να το βρεις, συχνά δίχως να χρειαστεί καν να ταξιδέψεις. Κάποιες φορές δεν μοιάζει καν με πάρκο – δεν έχει δέντρα ή σιντριβάνια ή πλατείες. Μα είναι το ίδιο πάντα πάρκο.

Η ίδια πηγή στην οποία επιστρέφεις και νιώθεις μέσα σου γαλήνη.







Μέρα 8 – Πίσω στην Έρημο



Τέλος, επιστρέφω στην αρχή. Στους απέραντους αμμόλοφους της ερήμου Γκόμπι. Στα καραβάνια με τις καμήλες. 

Είμαι πάλι εκεί – πάνω στην συμπαθέστατη λευκή καμήλα, πίσω απ’ τον αντιπαθέστατο Κινέζο οδηγό που απειλεί να μου πάρει τη  φωτογραφική μηχανή, δίπλα μου δεκάδες ντόπιοι να τραβούν selfies, κι εγώ να προσπαθώ να νιώσω – για λίγο έστω – πως ήταν τον παλιό καιρό… δίχως εμπόρους, δίχως τουρίστες, δίχως κινητά τηλέφωνα, δίχως γκρινιάρηδες συνταξιδιώτες, δίχως να υπολογίζεις το διαθέσιμο χρόνο της διαδρομής με το σταγονόμετρο – 100 γιουάν τα 20 λεπτά. Τότε που το ταξίδι ήταν τρόπος ζωής, τότε που το καραβάνι χάραζε στην άμμο λέξεις επικοινωνίας μεταξύ λαών, τότε που ενέδρευε ο κίνδυνος σε κάθε βήμα, τότε που στο βάθος της ερήμου λαμποκοπούσε σαν διαμάντι ο ποθητός προορισμός: η όαση.

Και πέρα από την όαση, βαθύτερα και από τους βαθύτερους αμμόλοφους, πίσω απ’ την ποθητή πολιτεία του ορίζοντα… ίσως να βρίσκεται το μεγαλύτερο διαμάντι όλων – ο ίδιος σου χαμένος εαυτός, στην αναζήτηση του οποίου εξορμάς.

Μάλλον εκεί οδηγούν τα ίχνη της ερήμου – κάθε ερήμου, σε κάθε σημείο του κόσμου.






Μα νομίζω ήρθε η ώρα να βάλω μια άνω τελεία – και να αφήσω την καμήλα να βοσκήσει λίγο. Ήδη είπαμε πολλά. Θα επανέλθουμε – στην έρημο και στους αμμόλοφους και στο Δρόμο του Μεταξιού, ο οποίος θα μας πάει δυτικότερα, όλο δυτικότερα, σε μέρη άγνωστα για την πλειοψηφία του κόσμου, σε μια Κίνα που μοσχοβολάει μπαχαρικά και δονείται από συγκρούσεις.

Κλείνοντας, θα αναφερθώ ξανά στον άνθρωπο που έκανε δυνατό αυτό το ταξίδι για μένα: στο Νίκο Μαρκουλάκη και στο Tropical Tours [Πλατεία Καπνικαρέας 3, Αθήνα]. Περισσότερα για το Tropical εδώ: ΚΛΙΚ

Υπάρχουν άφθονοι διοργανωτές ταξιδιών και πλήθος ταξιδιωτικών πρακτορείων, μα ελάχιστοι έχουν την εμπειρία, τη γνώση, την ικανότητα να κάνουν τη διαφορά και – κυρίως – το μεράκι και την αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, όσο ο Νίκος Μαρκουλάκης.


Στο προσεχές μέλλον θα επανέλθω με τη συνέχεια της παρουσίασης… Ο Δρόμος του Μεταξιού δεν έχει ακόμα ξετυλίξει ορισμένα απ’ τα συναρπαστικότερά του μυστικά.

Για όσους έχασαν το πρώτο μέρος της παρουσίασης, μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ εδώ:



ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


 © Κείμενο και φωτογραφίες: Το Φονικό Κουνέλι. Φλεβάρης 18