18 Μαρτίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #9... Ο χορός των εφτά πέπλων






«Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»... Πωλ Γκωγκέν


Όλοι αναζητούμε κάποια μορφή απόδρασης. Όσο προσκολλημένοι και αν είμαστε στην πραγματικότητα του κόσμου που ζούμε, άλλο τόσο ρίχνουμε κλεφτές ματιές σε εκείνα που μπορούν να μας ταξιδέψουν σε κάποια άλλη μορφή πραγματικότητας. Θες γιατί ο πολιτισμός που έχουμε χτίσει ενίοτε μας πνίγει κάτω από το σωρό των καταναλωτικών αγαθών και τα ασφυκτικά όρια της καθημερινής ρουτίνας; Θες γιατί είμαστε λιγότερο ή περισσότερο φαντασιόπληκτοι, προσπαθώντας να υποκαταστήσουμε με τη φαντασία μας (όση μας έχει μείνει) εκείνα που μας λείπουν από την πραγματική ζωή; (ή αδυνατούμε να διεκδικήσουμε;) Θες απλά γιατί είναι η φύση της ύπαρξης να επιζητά μονίμως το κάτι παραπάνω – είναι ατελής και ανολοκλήρωτη γιατί μονάχα έτσι μπορεί να προχωρήσει και να θέσει στόχους που υπερβαίνουν το παρόν;

Η ουσία είναι πως η απόδραση συνιστά μέρος της καθημερινότητάς μας. Μας τρέφει, μας αναζωογονεί και – ενίοτε – μας υπνωτίζει. Μέσω της διέγερσης της φαντασίας είναι ικανή να μας ωθήσει να οραματιστούμε ένα καλύτερο παρόν (όπως συνέβαινε, για παράδειγμα, με τους Ρομαντικούς του 19ου αιώνα), είτε να μας βυθίσει σε μια χοάνη αποχαύνωσης (όπως συμβαίνει με μεγάλο μέρος της σύγχρονης μαζικής κουλτούρας). Σας άλλη Σαλώμη, χορεύει εμπρός μας τον Χορό των Εφτά Πέπλων – και μεις απομένουμε να τη θαυμάζουμε με ανοιχτό το στόμα, ξεχνώντας κάθε πραγματικότητα, παραδομένοι στη δίνη της απόλαυσης και της επιθυμίας.

Έτσι θα χορέψουμε και μεις στο σημερινό «Λαγούμι της Λογοτεχνίας». Εφτά πέπλα, εφτά αποδράσεις. Κάθε πέπλος που φεύγει θα μας πηγαίνει όλο και πιο κοντά στην πηγή – και θα μας αποκαλύψει κάποιες κρυφές αλήθειες… Θα αναβιώσουμε μια παιδική εμπειρία του Νίκου Καζαντζάκη, όταν χόρευε μπρος του μια ανατολίτισσα – και η ψυχή του έμοιαζε να παίζει με το θάνατο. Θα πιούμε το μεθυστικό πιοτό από τις Χίλιες και Μια Νύχτες. Θα ταξιδέψουμε παρέα με τον Πωλ Γκωγκέν στα νησιά του Ειρηνικού, αναζητώντας (μάταια;) να ξεφύγουμε από τον σύγχρονο πολιτισμό. Θα μιλήσουμε για τη μυστήρια εκείνη φυλή των «Nacirema» - και θα διερωτηθούμε για τη σχετικότητα των αξιών ανάμεσα στους πολιτισμούς του κόσμου και κατά πόσο όλα είναι θέμα οπτικής γωνίας. Θα αγγίξουμε τις απαρχές της ιστορίας της λογοτεχνίας, με το σουμεριακό «Έπος του Γκίλγκαμες» - γραμμένο πριν χιλιάδες χρόνια. Λίγο πριν την αφαίρεση του τελευταίου πέπλου, θα διερωτηθούμε, παρέα με τον Φρίντριχ Νίτσε, για τη σημασία της αλήθειας και της πλάνης…

Όσο αφορά το τελευταίο πέπλο; Αυτό το φύλαξα για τον «Σιντάρτα» του Χέρμαν Έσσε – και την αποκάλυψη μιας αλήθειας πέρα από το χρόνο, πέρα από την πολλαπλότητα των οπτικών γωνιών, πέρα από το καλό και το κακό…

Ας θέλετε να παρακολουθήσετε μαζί μου αυτόν τον ιδιαίτερο Χορό των Εφτά Πέπλων, ως τη μεγάλη αποκάλυψη του τέλους… δεν έχετε παρά να συνεχίσετε την ανάγνωση.



1ο Πέπλο: Η αφύπνιση του αισθησιασμού






«Βαστούσε ο κατακλυσμός όλη τη μέρα, είχε πλακώσει η νύχτα, σκοτείνιασε έξω ο κόσμος, ουρανός και γης έσμιξαν, έγιναν κι οι δύο λάσπη. Άναψαν κι άλλα λυχνάρια, τραβήχτηκαν όλοι κατά τον τοίχο, αναμέρισαν τα σκαμνιά και τα τραπέζια, να κάμουν τόπο, οι νέοι κι οι νιές κι οι γέροι θα χορέψουν (...)

Και πήγαινε μπροστά μια γυναίκα χλωμή, λιγνή, μια σαρανταριά χρονών, με χείλια πορτοκαλιά, γιατί τα χε τρίψει με καρυδόφυλλο, και τα κορακάτα μαλλιά της γυαλοκοπούσαν, αλειμμένα με δαφνόλαδο. Στράφηκα, την είδα και τρόμαξα. Γιατί γύρα τα μάτια της είχαν δύο σκούρους, γαλάζιους κύκλους και μέσα βαθιά έλαμπαν, όχι έλαμπαν, έκαιγαν τα δυό θεοσκότεινα μάτια. Μια στιγμή μου φάνηκε πως με κοίταξε. Πιάστηκα απ' την ποδιά της μάνας μου, ήθελε να με αρπάξει η γυναίκα αυτή, μου φάνηκε, να με πάρει να φύγουμε...

- Γειά σου Σουρμελίνα!, ακούστηκε ένας γέρος βαρβάτος με γένια τραγίσια, πετάχτηκε μπροστά της, έβγαλε το μαύρο κεφαλομάντιλο, έδωκε τη μιάν άκρα στη γυναίκα, πήρε αυτός την άλλη και ρίχτηκαν κι οι δυό αλλοπαρμένοι, με το κεφάλι αψηλά, με το κορμί λαμπάδα, στον χορό.

Η γυναίκα φορούσε ξύλινα τσόκαρα, τα χτυπούσε στο σανιδένιο πάτωμα, τ' αντιχτυπούσε με δύναμη κι όλο το σπίτι κουνιόταν. Λύθηκε η άσπρη μπολίδα της, φάνηκαν τα χρυσά φλουριά που στόλιζαν το λαιμό της, έπαιζαν τα ρουθούνια της, μυρίζουνταν τον αέρα, λάχνιζαν τα χνότα γύρω της των αντρών, λύγιζε, στρούφιζε, έκανε να πέσει στον άντρα μπροστά της, μα μονομιάς, μ' ένα λύγισμα των γοφιών της, αφανίζουνταν από μπρος του. (...) Κι ο κόσμος βούλιαξε κι απόμεινε μονάχα απάνω στο χάος η γυναίκα αυτή, η Σουρμελίνα, που χόρευε.

Είχε αγριέψει το πρόσωπο του γέρου, κατακοκκίνησε, κοίταζε τη γυναίκα, τα χείλια του έτρεμαν κι έλεγα τώρα θα της χυθεί να την κάμει κομμάτια. Θα το ψυχανεμίστηκε ο λυράρης, κι απότομα στάθηκε το δοξάρι. Κόπηκε ο χορός, απόμειναν οι δυο χορευταράδες με το πόδι ανάερα, ακίνητοι. Έτρεχε κρουνός ο ιδρώτας απάνω τους, έτρεξαν οι άντρες, πήραν τον γέρο και τον έτριβαν με ρακή, κι οι γυναίκες τριγύρισαν τη Σουρμελίνα, να μη βλέπουν οι άντρες. Χώθηκα κι εγώ ανάμεσά τους, δεν ήμουν ακόμα άντρας, με αφήκαν. Της άνοιξαν το μπολκάκι, της έριχναν ανθόνερο στο λαιμό, στις αμασκάλες και στα μελίγγια. Κι αυτή είχε κλειστά τα μάτια και χαμογελούσε. […]

Χορός και Σουρμελίνα και τρόμος έσμιξαν από τότε μέσα μου, έγιναν ένα. Χορός, γυναίκα και θάνατος. Ύστερα από σαράντα χρόνια στην Τιφλίδα, στην αψηλή ταράτσα του ξενοδοχείου "Οριέντ", μια Ιντιάνα σηκώθηκε να χορέψει. Έλαμπαν τ' άστρα από πάνω της, αφώτιστη η ταράτσα και γύρα μια δεκαριά άντρες και δεν έβλεπες παρά τις μικρές, κόκκινες φωτίτσες από τα τσιγάρα τους. Φορτωμένη βραχιόλια, σκουλαρίκια, πετράδια, χρυσούς χαλκάδες στους αστραγάλους της, η γυναίκα χόρευε αργά, με μια τρομάρα μυστικιά, θαρρείς και χόρευε στην άκρα του γκρεμού ή του Θεού, κι έπαιζε μαζί του, ζύγωνε, τον προκαλούσε, αλάργαινε κι έτρεμε σύγκορμη, μην πέσει.

Κάποτε απόμενε ασάλευτη και μονάχα τα μπράτσα της, σαν δυο φίδια, τυλίγουνταν και ξετυλίγουνταν κι έσμιγαν ερωτικά στον αέρα. Οι κόκκινες φωτίτσες έσβησαν, απόμειναν μονάχα σε όλη την απέραντη νύχτα η γυναίκα ετούτη που χόρευε κι από πάνω της τ' άστρα. Χόρευαν κι αυτά μαζί της, ακίνητα. Κρατούσαμε όλοι την ανάσα.

Κι άξαφνα με κυρίεψε τρόμος. Δεν ήταν ετούτη μια γυναίκα που χόρευε στην άκρα του γκρεμού, ήταν η ίδια η ψυχή μας που ερωτοτροπούσε κι έπαιζε με το θάνατο.»


Νίκου Καζαντζάκη. Από την "Αναφορά στον Γκρέκο". Ο πίνακας στην εικόνα είναι ο "Χορός των Εφτά Πέπλων" του Gaston Bussière (1925).



2ο Πέπλο: Οι επίγειες απολαύσεις






«Πίνε, πίνε το γλυκό πιοτό: πίνε ελεύθερα και με καλή καρδιά.

Πίνε το θεϊκό πιοτό που γιατρεύει κάθε λύπη και πόνο.

Μην αδειάζεις το ποτήρι, παρά με ένα φίλο μπιστικό, μ' ένα φίλο που έχει ευγενικιά καρδιά και μεγάλη αξία.

Μη δέχεσαι το ποτήρι, παρά από ένα χέρι αγαπητό σαν το δικό σου: το ποτήρι θυμίζει τις χάρες εκείνης που το προσφέρει, κι εκείνη που το προσφέρει θυμίζει τις γλύκες του κρασιού.

Καθώς ο αέρας που περνά απάνω από τα μυροβόλα λουλούδια φέρνει μιάν ευωδιά μεθυστική και γλυκιά, έτσι και τούτο το πιοτό, και γλυκό κρασί, ερχόμενο από τα μοσχομυρισμένα σου χεράκια, μου φέρνει μαζί του της σάρκας σου το μύρο και των χειλιών σου τη γλύκα.»



Από τις "Χίλιες και μια Νύχτες" και την "Ιστορία του Βαστάζου και των Τριών Κυράδων της Βαγδάτης" – γραμμένη στα βάθη του Μεσαίωνα. Η μετάφραση του Κ. Τρικογλίδη. Η εικονογράφηση στην εικόνα του Γάλλου Léon Carré.

Γιατί ποια μορφή απόδρασης είναι διαχρονικότερη, από την απόδραση και τη λησμονιά της τέρψης.



3ο Πέπλο: Αναζήτηση ενός άλλου πολιτισμού






Από τα κείμενα που έγραψε ο Πωλ Γκωγκέν, στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα.



«Τα Σκανδιναβικά σου μπλε μάτια κοίταξαν με προσοχή τους πίνακες που κρέμονταν στον τοίχο. Tότε ένιωσα την διέγερση της επανάστασης – μια πλήρη σύγκρουση ανάμεσα στον πολιτισμό σου και στον βαρβαρισμό μου. Τον πολιτισμό, από τον οποίο υποφέρεις. Τον βαρβαρισμό, ο οποίος, για μένα είναι μια αναζωογόνηση.»


***


«Φεύγω προκειμένου να βρω ειρήνη και ησυχία, να απαλλαγώ από τις επιδράσεις του πολιτισμού. Θέλω μόνο να κάνω απλή, πολύ απλή τέχνη και προκειμένου να τα καταφέρω, θα χρειαστεί να αφήσω τον εαυτό μου να απορροφηθεί από την παρθένα φύση, να μην βλέπω κανέναν παρά μόνο ιθαγενείς, να ζω τη δική τους ζωή, με καμία άλλη σκέψη στο νου πέρα από το απεικονίσω τα σχήματα που θα πάρουν μορφή μες στο μυαλό μου - με τον τρόπο ενός παιδιού..."


***


«Η ζωή στο νησί σύντομα έγινε δυσβάσταχτη.

Ήταν η Ευρώπη, εκείνη η Ευρώπη από την οποία επιθυμούσα να απαλλαγώ. Και αυτό υπό τις εκνευριστικές συνθήκες του αποικιακού σνομπισμού και τη μίμηση, γκροτέσκα συχνά στα πρόθυρα της καρικατούρας, των εθίμων μας, της μόδας, των διαστροφών και των παραλογισμών του πολιτισμού...

Έκανα λοιπόν όλο αυτό το μακρινό ταξίδι, μονάχα για να ανακαλύψω πάλι εκείνο από το οποίο δραπέτευσα μακριά;»...


***


Λόγια για την απόδραση από τον πολιτισμό και την αναζήτηση ενός καταφυγίου σ' έναν άλλο κόσμο, πέρα από τις επιδράσεις της Δύσης – έναν κόσμο που πλέον δεν υπάρχει, μα, όπως θα διαπίστωνε ο ίδιος ο Γκωγκέν, και τότε ακόμα είχε αρχίσει να χάνεται. Σήμερα οι ιθαγενείς στα νησιά φοράνε t-shirts, πίνουν και τρώνε στις γνωστές αλυσίδες και στέλνουν μηνύματα σε Ipad.

Και εμείς βλέπουμε τα έργα του Γκωγκέν εδώ, στην οθόνη του υπολογιστή μας. Το έργο της εικόνας είναι η "Arearea" του 1892.



4ο Πέπλο: Η σχετικότητα






Υπήρχε από παλιά η τάση να αντιμετωπίζουμε ως "αξιοπερίεργες" τις συνήθειες και τα έθιμα διαφορετικών λαών και πολιτισμών από τους δικούς μας - σε αντίθεση με τον δικό μας πολιτισμό και την δική μας κουλτούρα, που θεωρούμε "φυσιολογικά". Εν έτει 1956, ο ανθρωπολόγος Horace Miner παρουσίασε μια περίφημη μελέτη σχετικά με τις αντιλήψεις και τις περίεργες σωματικές τελετουργίες μιας φυλής, των Nacirema... Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Κοινωνιολογία» του Anthony Giddens.


«Η βασική αντίληψη που φαίνεται να διατρέχει ολόκληρο το σύστημα των Nacirema μοιάζει να είναι ότι το ανθρώπινο σώμα είναι άσχημο, και ότι η φυσική του τάση είναι η εξασθένιση του και η αρρώστια. Όντας φυλακισμένος σε ένα τέτοιο σώμα, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη ελπίδα από το να απομακρύνει τα χαρακτηριστικά αυτά με την χρήση των ισχυρών επιδράσεων του τελετουργικού και της τελετής... Κάθε νοικοκυριό διαθέτει ένα ή περισσότερα ιερά αφιερωμένα σε αυτόν τον σκοπό. [...]

Το κεντρικό σημείο ενός τέτοιου ιερού είναι ένα εντοιχισμένο κουτί ή ερμάριο, στο οποίο φυλάγονται τα διάφορα φυλαχτά ή μαγικά καταπότια, χωρίς τα οποία κανένας ιθαγενής δεν πιστεύει ότι μπορεί να επιβιώσει. Τα παρασκευάσματα αυτά τα προμηθεύονται από διάφορους εξειδικευμένους θεραπευτές. Οι πιο ισχυροί από αυτούς είναι οι γιατροί, η βοήθεια των οποίων πρέπει να ανταμειφθεί με σημαντικά δώρα. Καθορίζουν τα συστατικά τους και τα γράφουν σε μια αρχαία και μυστική γλώσσα. Την γλώσσα αυτή την γνωρίζουν μόνο οι γιατροί και οι παρασκευαστές, οι οποίοι, αμειβόμενοι με πρόσθετα δώρα, παρασκευάζουν τα απαιτούμενα φυλαχτά. [...]

Οι Nacirema έχουν έναν παθολογικό σχεδόν φόβο και μια έλξη για το στόμα, η κατάσταση του οποίου θεωρείται ότι ασκεί υπερφυσικές επιδράσεις σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Οι ιθαγενείς πιστεύουν ότι, αν δεν υπήρχαν τα τελετουργικά του στόματος, θα έπεφταν τα δόντια τους, θα μάτωναν τα ούλα τους, θα μάζευαν τα σαγόνια τους, οι φίλοι τους θα τους εγκατέλειπαν και οι εραστές τους θα τους απόδιωχναν. Πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια στενή σχέση μεταξύ των στοματικών και των ηθικών χαρακτηριστικών. Υπάρχει, παραδείγματος χάρη, μια τελετουργική πλύση του στόματος για τα παιδιά, που πιστεύεται ότι βελτιώνει την ηθική τους υπόσταση.

Οι καθημερινές τελετουργίες που κάνουν όλοι περιλαμβάνουν και μια στοματική τελετουργία. Παρά το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο σχολαστικοί για την φροντίδα του στόματος, το τελετουργικό αυτό συνεπάγεται κάποιες πρακτικές που μοιάζουν αηδιαστικές στον αμύητο. Μου αναφέρθηκε ότι το τελετουργικό συνίσταται στην εισαγωγή στο στόμα ενός μικρού μάτσου γουρουνότριχες και στην μετακίνησή του μέσα στο στόμα με εξαιρετικά τυποποιημένες κινήσεις.» [Miner, 1956]


***


Αυτή ήταν η περιγραφή της αξιοπερίεργης τελετουργίας της φυλής των Nacirema.

Ας δοκιμάσουμε τώρα να γράψουμε το όνομα στα αγγλικά: Nacirema... και να το αντιστρέψουμε.

Nacirema > American

Η περιγραφή που διαβάσατε δεν είναι άλλη από την καθημερινή συνήθεια του πλυσίματος των δοντιών, στις σύγχρονες κοινωνίες μας. Και αφορά όλους εμάς, τους "δυτικούς"... από τα μάτια ενός τρίτου. Γιατί όπως εμάς μας φαίνονται συχνά παράδοξες και "αφύσικες" οι συνήθειες και πρακτικές διαφορετικών λαών και πολιτισμών... το ίδιο φαντάζουν και οι δικές μας πρακτικές σε αυτούς.



5ο Πέπλο: Η μεταμόρφωση του έρωτα






Ας μετακινηθούμε μερικές χιλιάδες χρόνια πριν. Πολύ πριν την ρωμαϊκή εποχή, πολύ πριν τα έπη του Ομήρου, πολύ πριν τις ιστορίες της Βίβλου. Ας ταξιδέψουμε στην αρχαία Μεσοποταμία, στις ερήμους και στις αχανείς πεδιάδες της. Εκεί ζούσε ένας αγριάνθρωπος. Ονομαζόταν Ενκιντού. Η γλώσσα του ήταν εκείνη των ζώων, το ίδιο και οι συνήθειες του.

Ώσπου τον προσέγγισε μια πόρνη, ιέρεια της θεάς Ιστάρ - η Σάμχατ. Η Σάμχατ θέλησε να κάνει το ζώο άνθρωπο. Θέλησε να του χαρίσει τον έρωτά της. Έτσι λοιπόν:


«Τα άγρια ζώα ήρθανε να ξεδιψάσουν στο νερό.
Τότε ο Ενκιντού, ο γεννημένος στα βουνά,
Που τρέφεται με τα ζαρκάδια αντάμα χόρτα,
Σίμωσε στην ποτίστρα, για να πιεί αντάμα με τ' αγρίμια,
Με τ' άγρια ζώα στο νερό τη δίψα του να σβήσει.
Η Σάμχατ κοίταξε τον άξεστο,
Τον αγριάνθρωπο από τα βάθη της ερήμου,

"Νάτος, Σάμχατ! Γύμνωσε τα στήθη σου,
Τα σκέλια σου άνοιξε και άσ' τονε τα κάλλη σου ν' αδράξει.
Μην τραβηχτείς! Δέξου το πάθος του!
Όταν σε δει κοντά σου θά' ρθει.
Το ρούχο σου άνοιξε και απάνω σου άσ' τονε να ξαπλώσει.
Κάνε στον άμαθο ό,τι οι γυναίκες κάνουν.
Τ' αγρίμια που μεγάλωσαν στην έρημο μαζί του
θα τον απαρνηθούν.
Τον έρωτά του σε σένα θα χαρίσει!" [...]

Για έξι μέρες κι εφτά νύχτες ο Ενκιντού ξεσηκωμένος
Πλάγιαζε με τη Σάμχατ.
Κι όταν τα θέλγητρά της χόρτασε,
Κίνησε για τ' αγρίμια του στην έρημο.
Μα τα ζαρκάδια έφυγαν, τον Ενκιντού σαν είδαν,
Μακριά του φύγανε τ' αγρίμια της ερήμου.
Κατάπληκτος ο Ενκιντού τέντωσε το κορμί του,
Κοκάλωσαν τα γόνατα, τ' αγρίμια του είχαν φύγει.
Κατάκοπος ο Ενκιντού σιγάνεψε το βήμα του
- σαν πριν να τρέξει δεν μπορούσε.

Είχε όμως τώρα ωριμάσει και γνώση απόκτησε πλατειά.
Γυρίζει πίσω, κάθεται στα πόδια μπρος της πόρνης.
Το βλέμμα του σ' αυτήν σηκώνει,
Τ' αυτιά του τεντωμένα, καθώς μιλά η πόρνη
Και λέει σ' αυτόν, τον Ενκιντού:
Ενκιντού, είσαι σοφός, θεός μου μοιάζεις!"



***



Από το "Έπος του Γκίλγκαμες", σε μετάφραση της Aύρα Ward. Το παλαιότερο έπος στην ιστορία της ανθρωπότητας, με ρίζες ως την εποχή των αρχαίων Σουμερίων, πάνω από 2000 χρόνια π.χ.

Συνοψίζοντας το απόσπασμα που διαβάσατε με δυο προτάσεις: Ο άντρας στην αρχική μορφή του ήταν ίδιος με ζώο. Μια γυναίκα όμως, μια ιερόδουλη, του έμαθε τον έρωτα - και έγινε άνθρωπος και "γνώση απόκτησε πλατειά".



6ο Πέπλο: Η αναγκαιότητα της πλάνης;






«Τώρα σου φαίνεται πλάνη κάτι που άλλοτε το αγαπούσες ως αλήθεια ή πιθανότητα. Το πετάς μακριά σου κι έχεις την ψευδαίσθηση ότι το λογικό σου κέρδισε μια νίκη. Ίσως όμως αυτή η πλάνη να ήταν απαραίτητη για σένα τότε, τότε που ήσουν ακόμα διαφορετικός άνθρωπος – όπως είναι όλες οι τωρινές σου "αλήθειες", κάτι σαν δέρμα, που σου έκρυβε και σου κάλυπτε πολλά που δεν έπρεπε να δεις ακόμη.

Η καινούργια σου ζωή κι όχι το λογικό σου σκότωσε αυτή τη γνώμη για λογαριασμό σου: ΔΕΝ ΤΗ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΠΙΑ, και τώρα καταρρέει, και το α-λογο βγαίνει έρποντας σαν σκουλήκι από μέσα της στο φως. Όταν ασκούμε κριτική, αυτό δεν είναι αυθαίρετο και απρόσωπο γεγονός – είναι, τουλάχιστον πολύ συχνά, απόδειξη πως υπάρχουν μέσα μας ζωτικές δυνάμεις έτοιμες να κάνουν το φλοιό τους να σκάσει.

Αρνούμαστε και πρέπει να αρνούμαστε, επειδή κάτι μέσα μας ΘΕΛΕΙ να ζήσει και να επιβεβαιωθεί – κάτι που ίσως δεν το ξέρουμε, ή δεν το βλέπουμε ακόμη!»


Φρίντριχ Νίτσε. Από την "Χαρούμενη Επιστήμη". Πρώτη έκδοση το 1882.



7ο Πέπλο: Πέρα από τις αυταπάτες






«O Γκοβίντα είπε: "Σε πιστεύω πως δεν ακολούθησες κανέναν δάσκαλο. Αλλά δεν έχεις ανακαλύψει εσύ ο ίδιος, αν όχι μία διδαχή, μερικές γνώσεις, μερικές εμπειρίες, που σου ανήκουν και σε βοηθούν να ζεις; Αν ήθελες να μου πεις κάτι γι' αυτές θα μου έδινες μεγάλη χαρά".

Ο Σιντάρτα είπε: "Ναι, είχα σκέψεις και βιώματα, που και που. Ένιωσα κάποτε, για μια ώρα ή για μια μέρα, τη γνώση μέσα μου όπως νιώθει κανείς τη ζωή μέσα στην καρδιά του. Ήταν μερικές σκέψεις, μα μου είναι δύσκολο να τις μοιραστώ μαζί σου. Δες, Γκοβίντα μου, αυτή είναι μία από τις σκέψεις που ανακάλυψα: Η σοφία που προσπαθεί να μεταδώσει ο σοφός ηχεί πάντα σαν τρέλα".

"Αστειεύεσαι;", ρώτησε ο Γκοβίντα.

"Δεν αστειεύομαι. Λέω αυτό που ανακάλυψα. Μπορεί να μεταδώσει κανείς τη γνώση, αλλά όχι τη σοφία. Τη σοφία μπορεί κανείς να τη βρει, μπορεί να τη ζήσει, μπορεί να ενισχυθεί από αυτήν, να κάνει μ' αυτή θαύματα, αλλά δεν μπορεί να την πει και να την διδάξει. Αυτό ήταν που υποψιαζόμουνα καμιά φορά όταν ήμουν νέος, αυτός ήταν που με τράβηξε μακριά από τους δασκάλους.

Έχω ανακαλύψει μια σκέψη, Γκοβίντα, που θα σου φανεί πάλι σαν αστείο ή σαν τρέλα, αλλά είναι η καλύτερή μου σκέψη. Άκουσε τη: το αντίθετο κάθε αλήθειας είναι εξίσου αληθινό! Δηλαδή: μια αλήθεια που μπορεί να διατυπωθεί και να περιβληθεί με λόγια είναι πάντα μονόπλευρη. Μονόπλευρα είναι όλα όσα μπορεί κανείς να συλλογιστεί με σκέψεις και να πει με λέξεις, όλα μονόπλευρα, μισά όλα, αποκομμένα από την ολότητα, από τον κύκλο, από την ενότητα.

Όταν ο φωτισμένος Βούδας μιλούσε διδάσκοντας για τον κόσμο, ήταν αναγκασμένος να τον διαιρέσει σε σανσάρα και Νιρβάνα, σε πλάνη και αλήθεια, σε οδύνη και σε λύτρωση. Ο κόσμος όμως, όσα συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, δεν είναι ποτέ μονόπλευρος. Ποτέ ένας άνθρωπος ή μια πράξη δεν είναι μόνο σανσάρα ή μόνο Νιρβάνα, ποτέ δεν είναι ένας άνθρωπος ολότελα άγιος ή εντελώς αμαρτωλός.

Κι αν φαίνεται έτσι, είναι γιατί είμαστε υποταγμένοι στην πλάνη πως ο χρόνος είναι κάτι πραγματικό. Ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, Γκοβίντα, το διδάχτηκα πολλές φορές αυτό. Κι αν ο χρόνος δεν είναι πραγματικός, τότε είναι πλάνη και η διαχωριστική γραμμή που φαίνεται πως υπάρχει ανάμεσα στον κόσμο και την αιωνιότητα, ανάμεσα στην οδύνη και την μακαριότητα, ανάμεσα στο καλό και το κακό".»



Από το "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε [Herman Hesse]. Μετάφραση: Μ. Παξινού. Πρώτη έκδοση το 1922.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)










Dance of the Seven Veils by Otto Pilny

6 σχόλια:

  1. "Κούνελε" την άποψή μου την ξέρεις....! στην έχω τονίσει κατ' επανάληψη.
    Το πνευματικό σου παιδί εδώ "τα σπάει" για να το πω στη γλώσσα την κοινή.
    Μια πνευματική εγκυκλοπαίδεια και ένας θησαυρός τέχνης.
    Όχι δεν είμαι υπερβολικός, λέω ότι νιώθω.
    Του έριξα μια γενική ματιά. Θα το ξεσκονίσω στη συνέχεια.
    Καλό βράδυ φίλε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλό βράδυ και καλή βδομάδα να έχεις, Γιάννη!

      Διαγραφή
  2. Χώθηκα στο λαγούμι σου και μαγεμένη σε "ψάχνω"!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. «Ο χορός των έφτα πέπλων», που εκτυλίσσεται στο λαγούμι σου, είναι άκρως θελκτικός και γιομάτος έκσταση, Κούνελε. Μας καθήλωσες, και δεν μπορούσαμε παρά να παραμείνουμε στη θέση μας, και να τον παρακολουθήσουμε με μία ανάσα ως το τέλος του. Σ' ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή