Κυριακή, 24 Ιουνίου 2018

From Her to Eternity... Ένα κουβάρι σκέψεων μετά τη συναυλία του Nick Cave






“I don't believe in an interventionist God… but I believe in love. So keep your candles burning, and make her journey bright and pure, that she will keep returning, always and evermore”



Δεν ξεκίνησα χθες απόγευμα για το live του Nick Cave και των Bad Seeds με την καλύτερη διάθεση. Πέντε λεπτά περπάτημα αρκούσαν για να με καταβάλλει η απαίσια υγρασία της ατμόσφαιρας , ενώ τα βαριά γκρίζα σύννεφα στον ουρανό δεν προμήνυαν καλούς οιωνούς. Η άφιξη στη στάση του λεωφορείου με προορισμό την πλατεία Νερού επεφύλασσε μία ακόμα δυσάρεστη έκπληξη: η συγκοινωνία είχε διακοπεί παροδικά και χρειαζόταν να επιλέξω μια εναλλακτική διαδρομή, μέσω μετρό και τραμ – σχεδόν διπλάσια στη διάρκεια.

Τα σύννεφα στον ουρανό έμοιαζαν με μαλλί της γριάς – όχι κάποιας αγαθής γιαγιούλας, μα μιας καταραμένης μάγισσας, μαύρα και άραχλα. Κάποιες αστραπές στον ορίζοντα λες και φώτιζαν τις σκοτεινές γωνιές της σκέψης μου – και οι σκέψεις μου, ενοχλημένες, βαθιά αντικοινωνικές, στριμώχνονταν στη γωνιά τους φωνάζοντας: «αστραπές, είστε ανεπιθύμητες εδώ, φύγετε». Μάταια όμως. Η βροχή άρχισε να πέφτει απότομα, ορμητικά, λες και κατέρρευσε μπουχτισμένο το μεγάλο φράγμα τ’ ουρανού. Ίσα που πρόλαβα να μπω στο τραμ, ενώ έξω πλημμύριζαν οι δρόμοι. Έχει γούστο να ακυρωθεί το live, σκέφτηκα – στην Ελλάδα ζούμε, έχουν ακυρωθεί συναυλίες για λιγότερο από αυτό.

Η έλλειψη παρέας δεν βοήθησε – οι αρνητικές σκέψεις άρχισαν να ξεχειλίζουν μέσα μου και γύρευαν κάποια διέξοδο, μια εκτόνωση. Όπως συμβαίνει συνήθως σε τέτοιες καταστάσεις, η μία αρνητική σκέψη έφερνε την άλλη: από τα γεγονότα της ημέρας στα προσωπικά, τα επαγγελματικά, τα υπαρξιακά – όλα μαζί, λες και χτύπησε ένα βράδυ η πόρτα του σπιτιού σου, την ώρα που γύρευες να χαλαρώσεις, και ήρθαν ακάλεστοι ένα κάρο ανεπιθύμητοι, λέγοντας με μια φωνή: «εδώ είναι το πάρτι;». Και πριν καταλάβεις τι έγινε πιάνουν ο καθένας από έναν καναπέ και αράζουν.

Έξω απ’ τα παράθυρα του τραμ μαύρη μαυρίλα. Και αν είχαν ξαποστείλει ένα νέο κατακλυσμό οι ουρανοί και το τραμ διέσχιζε την άβυσσο, μόνο καταμεσής ενός πνιγμένου κόσμου; Η μαυρίλα μέσα μου έμοιαζε να συσσωρεύεται σαν το νερό στους δρόμους. Μια καταπιεσμένη οργή φούσκωνε σα μαύρο σύννεφο, έτοιμο με τη σειρά του να ξεχυθεί με την παραμικρή αφορμή – δεν ήταν η επικείμενη απώλεια της συναυλίας ο λόγος, όχι. Ήταν οι πάντες και τα πάντα.








Κάποια στιγμή έφτασε το τραμ. Κατέβηκα και περίμενα κάτω από τη σκεπή της στάσης, περιμένοντας μπας και κοπάσει η βροχή. Δεν ήμουν μόνος – η παρουσία άλλων σαν εμένα άνοιξε με ανακούφισε ως ένα βαθμό. Μα η διάθεσή μου παρέμενε κακή. Ακόμα και όταν η βροχή έπαψε πια (γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν ήταν παρά μια καλοκαιρινή μπόρα), ακόμα και όταν κίνησα επιτέλους προς τον χώρο του φεστιβάλ (πλατεία «νερού» με όλη τη σημασία της λέξης σήμερα), τα σύννεφα βάραιναν ακόμα το λογισμό μου. Ήθελα να γυρίσω πίσω. Ήθελα να κλειστώ στο καβούκι μου. Ήθελα να κλείσω έξω τον κόσμο. Τον κόσμο που ένιωθα (εντελώς παράλογα και αδικαιολόγητα) να με έχει παρατήσει. Παρατήστε με όλοι, δε σας θέλω, με τη σειρά μου.




Το πλήθος στο φεστιβάλ έδειχνε μουδιασμένο – ή μήπως πρόβαλα πάνω του τις δικές μου συγχυσμένες σκέψεις; Που τελειώνει η αντικειμενική συμπεριφορά των άλλων όταν τους παρατηρείς και που αρχίζουν οι υποκειμενικές σου προβολές; Η μουσική είχε διακοπεί, μα ο κόσμος προσερχόταν. Αφέθηκα στην παρατήρησή του – κάτι που ανέκαθεν απολάμβανα να κάνω, να παρατηρώ τους ανθρώπους. Η χύτρα μέσα μου σιγόβραζε, μα τουλάχιστον το φαί είχε σωθεί. Τι γεύση θα είχε βέβαια είναι άλλο θέμα. Μάλλον κάτι νερόβραστο.

Και να που βγήκαν οι Editors. Απρόσμενα καλό timing, αν σκεφτεί κανείς πως είχα προσέλθει μόλις πριν λίγα λεπτά στον χώρο του φεστιβάλ – το πρώτο τυχερό γεγονός της βραδιάς. Οι γιγαντοοθόνες έδειχναν να παραπέουν, μα ο ήχος ομολογουμένως ήταν κρυστάλλινος – και η απόδοση της μπάντας εξαιρετική. Κατόρθωσε να ανεβάσει τον (μουδιασμένο ακόμα) κόσμο και να ξεπλύνει λίγο τη δυσαρέσκεια που φώλιαζε μέσα μου. Αγαπημένη στιγμή του live το “Papillon”.

Μα η αναμονή μεταξύ των Editors και του Cave ήταν απροσδόκητα μεγάλη. Μία ώρα, στη διάρκεια της οποίας στέκαμε… και περιμέναμε. Και ο εκνευρισμός άρχισε ξανά να σωρεύεται μέσα μου (πάνω που είχε αρχίσει να υποχωρεί). Και με ενοχλούσε η αναμονή, και με ενοχλούσε ο ψηλός που στήθηκε μπροστά μου και δεν μπορούσα να δω, και με ενοχλούσαν τα βρεγμένα μου πόδια, και με ενοχλούσε ένα ζευγάρι δίπλα μου που απολάμβανε ο ένας την παρουσία του άλλου, και με ενοχλούσε που ήμουν μόνος, μα και παρέα να είχα χειρότερα θα ήταν – τι τα θες, αναγνώστη, ήταν κακή βραδιά.

Και αισθανόμουν κυνικός. Παρέες, σχέσεις, έρωτας, κοινωνία, φίλοι. Τίποτα. Συσχετισμοί δύναμης, εμπορικές συναλλαγές και δημόσιες σχέσεις. Τίποτα άλλο.







Μπορούσε άραγε ο Nick Cave να μου φτιάξει τη διάθεση; Αλίμονο, το ξεκίνημα της συναυλίας δεν προμήνυε κάτι τέτοιο. Δυσκολευόμουν να δω, οι γιγαντοοθόνες είχαν χαλάσει, ένιωθα κουρασμένος. Ακόμα και η ερμηνεία ενός “Do You Love Me?” (η πρώτη στιγμή που έπιασα τον εαυτό μου να τραγουδάω, έστω μαζεμένα, παρέα με το πλήθος) δεν ήταν αρκετή για να αλλάξει την ψυχολογία μου.

Ο Cave στη σκηνή κινητικότατος – μπρος, πίσω, αριστερά, δεξιά, έδειχνε να ζει κάθε στιγμή. “Are you wet?”, ρωτάει. “Yes”, απαντάει ξερά το πλήθος. “I’ m not”, λέει εκείνος – “but I will be soon”. Οι θρυλικοί Bad Seeds εξαιρετικοί, με πρωταγωνιστή τον μουσάτο βιολιστή της μπάντας. Η ερμηνεία του “From Her To Eternity” ήταν η πρώτη στιγμή στη διάρκεια του live που έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται χαμηλόφωνα: “wow”. Μια υπέροχη μουσική παράνοια, βγαλμένη από τα άδυτα της δεκαετίας του 80, φτάνοντας ως και στις πρώτες εκείνες μέρες των Birthday Party. Είχα αρχίσει να αναγνωρίζω, σε εγκεφαλικό επίπεδο, πως βλέπω ένα εξαιρετικό live – μα η καρδιά μου ακόμα δεν είχε παραδοθεί. Τουλάχιστον η σκοτεινιά των στίχων και της μουσικής έμοιαζε ν’ αντανακλά τον νωπό εσωτερικό μου κόσμο, όπως είχε διαμορφωθεί εκείνη την τσαλαπατημένη βραδιά. Ακόμα και το πανέμορφο “The Ship Song” δεν κατάφερε να στεγνώσει τις υγρές μου σκέψεις.

Μέχρι που ο Cave, καθισμένος στο πιάνο του, είπε τους πρώτους στίχους από το “Into My Arms”.


“I don't believe in an interventionist God
But I know, darling, that you do
But if I did I would kneel down and ask Him
Not to intervene when it came to you
Not to touch a hair on your head
To leave you as you are
And if He felt He had to direct you
Then direct you into my arms”


Ω, θεοί. Τι συνέβη ξαφνικά;…

Οι σκέψεις μεμιάς έσπασαν μέσα μου, λες και γκρεμίστηκε εκείνο το φράγμα (το φράγμα που με αποξένωνε από τους ανθρώπους και από τον εαυτό μου) και παρέσυρε μακριά τη σκοτεινιά. Που πήγε ο κυνισμός; Που πήγε ο θυμός; Πως γίνεται να πλάθονται ρομαντικές σκέψεις μέσα μου; Πως είναι δυνατόν να κάνω σκέψεις για έρωτα και αγάπη και αλήθεια; Εγώ, που πριν λίγο σκεφτόμουν τα αντίθετα;

Μα συνέβη. Δεν ξέρω πως, μα συνέβη. Κοίταξα γύρω μου – ο κόσμος που με περιέβαλε ως τότε είχε αντικατασταθεί από άλλον. Δεν εντόπισα ούτε ένα πρόσωπο από εκείνα που είχα ξεχωρίσει ως τότε γύρω μου. Ούτε ο ψηλός που μου την έσπαγε, ούτε εκείνο το ζευγάρι, ούτε κανένας άλλος. Λες και είχα μετακινηθεί σε άλλο σημείο του συναυλιακού χώρου – μα όχι, ήμουν ακίνητος. Ο κόσμος απλά είχε αλλάξει. Δεν ξέρω πως, μα ο κόσμος είχε αλλάξει.

Και ο Cave τραγουδούσε, η ψυχή του ένα με τις νότες που απλώνονταν ιαματικά στον αέρα και αγκάλιαζαν τις σκέψεις μας.


“But I believe in love
And I know that you do too
And I believe in some kind of path
That we can walk down, me and you
So keep your candles burning
And make her journey bright and pure
That she will keep returning
Always and evermore”


Και ταξίδεψα. Και φαντάστηκα τα μάτια της – τα μάτια εκείνης, της απροσδιόριστης. Και για λίγο τα χρόνια συσσωρευμένου κυνισμού έλιωσαν μέσα μου, σαν παγωτό στον ήλιο. Και έγινα 18 χρονών – ελπίζοντας, προσδοκώντας, ονειροπολώντας σαν έφηβος. Ταξιδεύοντας σε κόσμους άσπιλου έρωτα και ανεξερεύνητου μυστηρίου. Και σκέφτηκα πέρα από τον κυνισμό. Και είδα τη μαυρίλα της βραδιάς να κυλάει και να φεύγει και να κατρακυλάει στον υπόνομο… παρέα με τη βροχή που, από ώρα, είχε υποχωρήσει, ξεπλύνοντας τους δρόμους.

Ξεπλύνοντας τις καρδιές μας. Γιατί κάθε βροχή αυτό κάνει. Ξεπλύνει τις καρδιές.





Wings of Desire, by Wim Wenders


Όλα είχαν αλλάξει. Δεν περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, μα είχαν αλλάξει. Πλέον τίποτα δεν με ενοχλούσε. Ο Cave ερμήνευσε αριστοτεχνικά τραγούδια όπως το “Tupelo” και το “Stagger Lee” και απολάμβανα κάθε στιγμή. Δεν με πείραζαν οι ψηλοί, δεν με πείραζε η κούραση ή τα βρεγμένα πόδια ή η πολύωρη ορθοστασία. Οι μαύρες σκέψεις είχαν εξανεμιστεί, λες και φύσηξε κάποιος πελώριος ανεμιστήρας και σήκωσε τη σκόνη.

Επιτέλους, συνέβη εκείνο που έπρεπε να είχε συμβεί εξαρχής: απολάμβανα έναν από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες των καιρών μας. Έναν άνθρωπο που έδωσε δίσκους σκοτεινού, ρομαντικού μεγαλείου όπως το “Murder Ballads”, το “Henrys Dream” και το “Tender Prey”, χαράζοντας την ευρύτερη μουσική σκηνή της δεκαετίας του 80 και του 90 και συνεχίζοντας να μας αγγίζει στις μέρες μας. Κινητικός, γεμάτος ενέργεια, πάντα σμίγοντας με το πλήθος, παρά τις τόσες δυσκολίες που έχει βιώσει σε προσωπικό επίπεδο, ο Nick Cave δεν πτοείται – συνεχίζει, δημιουργεί, προχωράει. Ξέρει πως ο κόσμος τον αγαπάει και ανταποδίδει την αγάπη του.

Και ναι, αναγνωρίζει τη σκοτεινή πλευρά του – την αφουγκράζεται, την αποδέχεται, δεν την απαρνείται. Μα την κάνει στίχο, την κάνει τραγούδι – δημιουργεί. Και έτσι και το σκοτεινότερο αίσθημα μπορεί να μετατραπεί σε έργο τέχνης. Γιατί η σκοτεινιά είναι μέρος της ύπαρξής μας – αδύνατο να την απαρνηθούμε. Στο χέρι μας είναι αν θα δημιουργήσουμε κάτι από αυτήν – αν θα τη μετατρέψουμε σε κάρβουνο ικανό να θρέψει τη φωτιά της ζωής μας. Ή αν θα την αφήσουμε να μας καταβάλλει.

Πέρα από το θυμό υπάρχουν τα δάκρυα. Και πέρα από τα δάκρυα η λύτρωση. Και πέρα από τη λύτρωση… ποιος ξέρει. “There is a kingdom”, μας λέει ο ίδιος.

Μα χρειάζεται να ζήσεις. Μην σε καταβάλει εκείνο το βαρύ, παχύρευστο, μαύρο υγρό – χτίσε μια βάρκα και μάθε να επιπλέεις πάνω του. Φτιάξε ένα πανί και μάθε να σαλπάρεις στην καταιγίδα.

Και αν βρέχει συνεχώς… μάθε να γελάς μέσα στη βροχή. Γιατί είναι όμορφες οι καλοκαιρινές μπόρες.

Και κράτα τον ουρανό μακριά σου. Εδώ είναι ο χώρος σου – η γη, οι άνθρωποι.

Push the Sky Away”.

Και ίσως να συναντήσεις εκείνο το χαμόγελο, εκείνα τα μάτια, που σε κάνουν να πιστεύεις στη δύναμη του έρωτα – πέρα από τον κυνισμό, πέρα από την απογοήτευση, πέρα από τον στείρο ορθολογισμό. Γιατί αυτό είναι η ζωή: η καταιγίδα, η μπόρα, η αστραπή – και τα αστέρια που λάμπουν στο σκοτάδι. Το παντοτινό λουλούδι με τα παντοτινά αγκάθια. Και τι είσαι συ; Εκείνος που τρυπώνει μέσα στον κήπο και προσπαθεί, απλώνοντας το χέρι, να κόψει ένα από αυτά τα λουλούδια. Και το χέρι σου ματώνει – και συνεχίζεις να το απλώνεις.




Η συναυλία είχε τελειώσει. Μέχρι την επόμενη φορά, φίλε Νίκο.






Επίμετρο



Επιστροφή στην καθημερινή πραγματικότητα. Ισορροπία σκέψεων. Οι θετικές και οι αρνητικές έμοιαζαν να αντισταθμίζουν η μία την άλλη. Τραμ δεν υπήρχε και ήταν υψηλή η προοπτική να μείνω μέχρι το ξημέρωμα στον σταθμό, διαβάζοντας το βιβλίο μου – γιατί δεν επιθυμούσα να πάρω ταξί. Ήμουν μόνος – όπως είχα έρθει. Ούτε μαύρες σκέψεις, ούτε πολύχρωμες. Μόνο κούραση. Καθόμουν στη στάση και περίμενα το τραμ που δεν θα ερχόταν.

Μέχρι που, σαν από μηχανής θεοί, εκεί στην ερημιά μου, έκαναν την εμφάνισή τους ένα ζευγάρι Ισπανών. Ο Δαβίθ και η Πούρι. Είχαν έρθει για πενθήμερες διακοπές στην Αθήνα – με πρώτο στόχο τους τη συναυλία του Cave, την οποία και απόλαυσαν. Αποφασίσαμε να πάρουμε από κοινού ταξί και να μοιράσουμε τα έξοδα. Πιάσαμε την κουβέντα στο δρόμο της επιστροφής. Είναι από τη Μαδρίτη. Μου είπαν πως τους άρεσε πολύ η Αθήνα και, μεταξύ άλλων, ξεχώρισαν τα Αναφιώτικα στην Πλάκα και τα Εξάρχεια. Μου έκανε θετική εντύπωση το τελευταίο. Τα αγαπημένα Εξάρχεια, τα ταλαίπωρα Εξάρχεια, τα Εξάρχεια που τόσο αρέσκονται να πολεμούν τα Μέσα – μα ποτέ δεν θα τα καταφέρουν να εξαλείψουν την άγρια ομορφιά τους. Όχι όσο τουρίστες σαν τον Δαβίθ και την Πούρι τα επισκέπτονται και τα τοποθετούν στις αγαπημένες περιοχές τους.

Γύρισα σπίτι, τα πόδια μου κομμένα, γύρω στις 4 τα ξημερώματα. Τι θύελλα συναισθημάτων και αυτή η βραδιά. Και τώρα τελειώνω τη συγγραφή αυτού του κειμένου, στο οποίο επιχείρησα να αποτυπώσω κάτι από τον χθεσινό ψυχολογικό ανεμοστρόβιλο. Ένα κουβάρι σκέψεων, αρνητικών και θετικών, που προσπάθησα να βάλω σε μια σειρά. Όλα υπό τη μουσική του Nick Cave.


From Her to Eternity… and the road goes on





2 σχόλια:

  1. Ευτυχώς που υπάρχει και κείνο το χέρι, της Τέχνης (μουσικής, λογοτεχνίας, οτιδήποτε - δεν έχει σημασία), που υπομονετικά παίρνει κλωστή τη κλωστή απ' το κουβάρι, σκέψεων - συναισθημάτων, κι απιθώνει φροντισμένα τις κλωστές μέσα μας· και, κατά ένα μαγικό τρόπο, πάντοτε με τον τρόπο που 'χουμε ανάγκη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή