Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #10: Λογοτεχνία και Σπορ





«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ.» - Αλμπέρ Καμύ


«Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.» - Νίκος Καζαντζάκης


«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Ντμίτρι Σοστακόβιτς



Λογοτεχνία και ποδόσφαιρο, και, σε ευρύτερο επίπεδο, λογοτεχνία και αθλητισμός. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει δύσκολο, σαν θέμα: τι σχέση μπορεί να έχουν οι τέχνες και η μπάλα. Φύσει αντισυμβατικές και ελευθεριακές οι πρώτες, μαζικό και υποταγμένο σε κανόνες το δεύτερο. Στη μοναχική εποπτεία του συγγραφέα, του καλλιτέχνη ή του φιλοσόφου αντιτίθεται το συλλογικό παιχνίδι της ομάδας – και η συσχέτιση του δεύτερου με τα Μέσα, τους ομίλους και τα κέρδη. Θεωρητικά δεν υπάρχει μεγαλύτερη αντίθεση από την εικόνα ενός βιβλιοφάγου, σκυμμένου στο βιβλίο του, από τη μία – με την εικόνα ενός φανατισμένου οπαδού που βρυχάται σ’ ένα γήπεδο, απ’ την άλλη.

Κι όμως, τα σπορ δεν είναι μόνο αυτό – ή δεν ήταν πάντα αυτό. Στο σημερινό, λοιπόν, «Λαγούμι της Λογοτεχνίας», έκανα μια μικρή έρευνα και επέλεξα ορισμένα χαρακτηριστικά αποσπάσματα γνωστών και αγαπημένων συγγραφέων, που μιλούν για αθλητισμό και για μπάλα.

Η παρουσίαση χωρίζεται σε τέσσερα μέρη: Στο πρώτο περιλαμβάνονται μερικά χαρακτηριστικά αποφθέγματα – σαν προθέρμανση, πριν την έναρξη του παιχνιδιού. Στο δεύτερο μέρος το παιχνίδι αρχίζει και συναντούμε τον Αλμπέρ Καμύ να θυμάται τον καιρό που ήταν τερματοφύλακας στην κολεγιακή ομάδα της Αλγερίας, και να σχολιάζει τη σχέση του με το ποδόσφαιρο – και εντοπίζουμε κοινά μεταξύ του ποδοσφαίρου και της φιλοσοφίας του. Στο τρίτο μέρος παραθέτουμε το χαρακτηριστικό κείμενο του Νίκου Καζαντζάκη για τα σπορ και τη σημασία του συλλογικού παιχνιδιού, γραμμένο στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 40 – κι ενώ ξεσπούσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος επιλέγουμε να κλείσουμε σουρεαλιστικά – με το πιο σουρεαλιστικό κλασικό μυθιστόρημα όλων: την Αλίκη. Γιατί όλη αυτή η συλλογική μανία με τη μπάλα και τα σπορ ενίοτε φτάνει να υπερβεί και τον μεγαλύτερο μυθιστορηματικό σουρεαλισμό – και εδώ δεν αναφέρομαι στο Μουντιάλ, που ως τώρα μοιάζει να κυλάει όμορφα, αν μη τι άλλο.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν. “Αρχίζει το ματς, αδειάσαν οι δρόμοι…”



Συγγραφείς και μπάλα: μια σειρά από αποφθέγματα





«Σ’ έναν αγώνα ποδοσφαίρου, τα πάντα γίνονται πολύπλοκα από την παρουσία της άλλης ομάδας» - Ζαν Πωλ Σαρτρ


«Το ράγκμπι είναι ένα παιχνίδι για βαρβάρους που παίζεται από τζέντλεμεν… Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι για τζέντλεμεν που παίζεται από βαρβάρους». – Όσκαρ Ουάιλντ


«Η ζωή η ίδια είναι ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου» - Σερ Ουόλτερ Σκοτ


«Πέντε μέρες θα εργάζεσαι, όπως λέει η Βίβλος. Η έβδομη μέρα είναι η μέρα του Κυρίου, του Θεού σου. Η έκτη μέρα είναι για το ποδόσφαιρο» - Anthony Burgess [γνωστός για το «Κουρδιστό Πορτοκάλι»]


«Ο τερματοφύλακας είναι ο μοναχικός αετός, ο άνθρωπος του μυστηρίου, ο τελευταίος υπερασπιστής» - Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ


«Είναι σαν το ποδόσφαιρο: οι δύο πλευρές μπορεί να θέλουν να νικήσουν η μία την άλλη, μπορεί ακόμα και να φτάσουν να μισούν η μία την άλλη, μα αν κάποιος ερχόταν και τους έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι ανόητο και δεν αξίζει να παίζεις ή να ασχολείσαι μαζί του, τότε θα αισθάνονταν ο ένας για τον άλλον. Εκείνο που μετράει είναι το αίσθημα.» - John Fowles


«Το πράγμα με το ποδόσφαιρο – εκείνο που είναι αληθινά σημαντικό με το ποδόσφαιρο – είναι πως ποτέ δεν είναι μόνο “για το ποδόσφαιρο”» - Terry Pratchett


Κι ένα ρητό που δεν ανήκει σε λογοτέχνη, μα στο μεγάλο συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς:

«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» - Dmitri Shostakovich




Ο Αλμπέρ Καμύ για το ποδόσφαιρο: η εποπτεία του τερματοφύλακα






Ο Καμύ [Albert Camus] έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Στα νιάτα του φορούσε τη φανέλα με τον αριθμό «1» και είχε διακριθεί ως τερματοφύλακας στην Αλγερία, μα εγκατέλειψε νωρίς το παιχνίδι λόγω ενός προβλήματος υγείας. Ωστόσο η αίσθηση εκείνη του «αγώνα» έμελλε να παραμείνει μαζί του, καθώς φαίνεται: έγινε βασικό χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας και των γραπτών του.

Στο βιβλίο του «Η Πτώση» [“La Chute”, 1956] λοιπόν, γράφει, μεταξύ άλλων:

«Ασφαλώς κάποιες φορές προσποιούμουν πως έπαιρνα τη ζωή στα σοβαρά. Μα αυτή η επιπολαιότητα της σοβαρότητας γρήγορα μου αποκαλύφτηκε και ίσα που συνέχιζα να παίζω το ρόλο μου, όσο καλύτερα μπορούσα. Έπαιξα το ρόλο μου στο να είμαι ικανός, έξυπνος, δίκαιος, ένας ανήσυχος πολίτης, αγανακτισμένος, ανεκτικός, υποστηρικτικός, ένα καλό παράδειγμα… Εν ολίγοις, δε χρειάζεται να συνεχίσω. […] Ποτέ δεν υπήρξα πραγματικά ειλικρινής και ενθουσιώδης, παρά μόνο όταν έπαιζα σπορ, και, στον στρατό, όταν έπαιρνα μέρος σε παραστάσεις που στήναμε για προσωπική μας ευχαρίστηση. Και στις δύο περιπτώσεις υπήρχε ένα σετ κανονισμών, που δεν ήταν σοβαρό, μα προσποιούσουν πως το έπαιρνες στα σοβαρά. Και σήμερα ακόμα, τα ποδοσφαιρικά κυριακάτικα ματς σ’ ένα κατάμεστο γήπεδο, και το θέατρο, που έχω αγαπήσει μ’ ένα μοναδικό πάθος, είναι οι μοναδικοί τόποι όπου αισθάνομαι αθώος.»

Ιδιαίτερα δημοφιλής είναι η ακόλουθη φράση του Καμύ:

«Έπειτα από πολλά χρόνια, και έχοντας δει πολλά πράγματα, εκείνα που γνωρίζω με τη μεγαλύτερη βεβαιότητα για την ηθική και τα καθήκοντα του ανθρώπου τα οφείλω στα σπορ και τα έμαθα στη RUA» [RUA = Algiers Racing University football team – την κολεγιακή ποδοσφαιρική ομάδα της Αλγερίας στην οποία συμμετείχε].


Τον βλέπετε το νεαρό τερματοφύλακα με το καπέλο και τη μαύρη μπλούζα, στο κέντρο της ομάδας; Είναι ο Αλμπέρ Καμύ


Μάλλον δεν είναι τυχαίο πως ο Καμύ είχε αναλάβει το ρόλο του τερματοφύλακα: εκείνος που στέκεται λίγο απόμακρα και εποπτεύει, για το καλό της ομάδας. Ο μοναχικός επόπτης, ο φύλακας του τέρματος, εκείνος που στέκεται στη διαχωριστική γραμμή. Δίχως να σμίγει με την υπόλοιπη ομάδα, κρατώντας τις αποστάσεις του, μα ταυτόχρονα ένα μαζί τους, μέρος του συνόλου. Βασικός υπεύθυνος για την τύχη της ομάδας του, εκείνη ακριβώς η αίσθηση της ευθύνης και της ελευθερίας που έμελλε να τον συνοδέψει στη φιλοσοφία του.

Στη διάρκεια του αγώνα, εξάλλου, είσαι παρών κάθε στιγμή που περνάει: παρατηρείς τον κόσμο που τρέχει, τους δικούς σου και τους άλλους, και δεν αφήνεις λεπτό να πέσει χαμένο – πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, τη συνείδηση απλωμένη στα βάθη του γηπέδου, να εστιάζεις στο Εδώ και Τώρα. Κάθε κίνησή σου μετράει, κάθε βλέμμα, κάθε απόφαση. Δεν έχει σημασία το χθες ή το μετά: μόνο το παρόν, η κάθε στιγμή που κυλάει σαν τη μπάλα στο χορτάρι – κι εσύ την παρατηρείς με τα μάτια καρφωμένα στο στόχο.

Αντίστοιχα, στον Υπαρξισμό μετράει το Εδώ και Τώρα: οι αποφάσεις σου, οι επιλογές σου, η ατομική σου στάση απέναντι στον κόσμο και απέναντι στον εαυτό σου. Πουθενά αλλού δεν γίνεται τόσο σαφής αυτή η αίσθηση της ατομικής ύπαρξης, θα ‘λεγε κάποιος, της στιγμής που μοιάζει παντοτινή, παρά τα δευτερόλεπτα εκείνα που ο τερματοφύλακας ατενίζει τον αντίπαλο και ετοιμάζεται να αποκρούσει – ή να μην αποκρούσει – τη μπάλα που έρχεται καταπάνω του.

Σε αυτή τη δέσμευσή σου – στην επιλογή σου, στη γυμνή μοναξιά της ατομικότητάς σου και στο βλέμμα σου που εστιάζει στον κινούμενο στόχο, στη διάρκεια εκείνων των αιώνιων δευτερόλεπτων: κάπου εκεί βρίσκεται η ελευθερία.




Νίκος Καζαντζάκης: για τον αθλητισμό και τα ομαδικά παιχνίδια





«Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας όπου ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος. Έτσι, από σκαλοπάτι σε σκαλοπάτι, το παιχνίδι μπορεί να σε ανεβάσει στις πιο αψηλές κι αφιλόκερδες κορυφές της ενέργειας. […]

Στα σπορτ δε γυμνάζεις το σώμα σου μονάχα· γυμνάζεις, πάνω απ’ όλα, την ψυχή σου. «Στα τερραίν του Ήτον», είπε πολύ σωστά ο Ουέλλιγκτον, «κερδήθηκε η μάχη του Βατερλώ.»

Στα ομαδικά αυτά σπορτ μαθαίνεις να ‘σαι έτοιμος, να συγκρατιέσαι, να περιμένεις την κατάλληλη στιγμή, να θυσιάζεις τις ατομικές χαρές ή προτίμησες για τα συμφέροντα της ομάδας. Μαθαίνεις να προσαρμόζεις τις ιδιότητές σου στις ανάγκες του συνόλου, να εκμεταλλεύεσαι, όσο μπορείς, για τη νίκη τα ελαττώματα και τα προτερήματά σου. Με τη μέθοδο αυτή μονάχα μπορείς ν' ασκηθείς για το μεγάλο παιχνίδι, αργότερα, της δημόσιας ζωής.

Για να φτάσεις στο υψηλό αυτό κορύφωμα της άσκησης, πρέπει καλά να ξέρεις τον εαυτό σου, να ξέρεις το διπλανό σου, να ξέρεις κι αλάκερη την ομάδα, όπου ανήκεις. Κι όχι μονάχα αυτό· να ξέρεις και την αντίπαλή σου ομάδα. Να μην την περιφρονάς, να τη σπουδάζεις με αμεροληψία και σέβας, να ξέρεις καλά τις αρετές και τις δυνάμες της, για να οργανώσεις ανάλογα και συ τις αρετές και τις δυνάμες σου και να μη χάσεις το παιχνίδι.

Κι ακόμα τούτο το σημαντικότατο, που αποτελεί το πιο κρυφό, το πιο πανανθρώπινο πνεύμα του παιχνιδιού: να ξέρεις πως κι η αντίθετη ομάδα στο βάθος δεν είναι αντίμαχη, συνεργάζεται μαζί σου, γιατί χωρίς αυτή δε θα υπήρχε παιχνίδι.

Ό,τι αγνότατα ηθικό μπορεί να μας μάθει το παιχνίδι είναι τούτο: Ο ανώτατος σκοπός τού παιχνιδιού δεν είναι η νίκη παρά πώς, από ποιούς δρόμους, με ποιάν προπόνηση, με τί πειθαρχία, ακλουθώντας αυστηρά τούς νόμους του παιχνιδιού, να μάχεσαι για τη νίκη. […]

Η ζωή είναι παιχνίδι σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με άλλους. Έχεις ευθύνη απέναντι σε όλους τούς συντρόφους σου, όλοι σου οι σύντροφοι έχουν ευθύνη απέναντί σου. Άτομο κι ομάδα είναι ένα. […]






Το παιχνίδι έχει νόμους· όποιος θέλει να παίζει, οφείλει να ξέρει τους νόμους αυτούς και να τους σέβεται. Αν δεν ξέρει τους νόμους ή αν δε θέλει να τους σέβεται, δεν είναι άξιος να λάβει μέρος στο παιχνίδι. Μέσα στον κύκλο πού χαράζουν οι νόμοι είναι απόλυτα λεύτερος· κανένας, μήτε ο βασιλιάς, δεν έχει δικαίωμα να επέμβει. Μπορεί οι νόμοι αυτοί να ‘ναι παλιωμένοι ή στραβοί ή αυθαίρετοι· δεν έχει σημασία· το σπουδαίο είναι, κι αυτό γυμνάζει την ψυχή του ανθρώπου, να τους υπακούς.

Δεν πρέπει να ντρέπεσαι πως νικήθηκες· πρέπει να ντρέπεσαι μονάχα όταν έπαιξες κακά και γι' αυτό νικήθηκες· ή — κι αυτό , είναι το χειρότερο — πρέπει να ντρέπεσαι όταν νίκησες παίζοντας κακά η άτιμα.

Το fair-play, νά το ανώτατο χρέος. Να παίζεις καλά το παιχνίδι, είτε φουτμπόλ είναι είτε πόλεμος είτε ολόκληρη ζωή, αυτή είναι η πρώτη αυστηρότατη εντολή στον εγγλέζικο δεκάλογο. «Να 'σαι δυνατός και να παίζεις τον άντρα!» Κάνε το χρέος σου αυτό και μη σε μέλει για τίποτα άλλο. Αν πετύχεις, αν αποτύχεις, αυτό έχει μονάχα πραχτική, όχι ψυχική άξια· έκαμες το χρέος σου, τί άλλη αμοιβή θες;

Αν περιμένεις οποιαδήποτε αμοιβή, αν εργάζεσαι για να ικανοποιείς όχι εσωτερικές σου επιταγές, παρά για να πλερωθείς, είσαι μιστοφόρος· δεν είσαι λεύτερος πολεμιστής.

«Όποιος δε βρίσκει την άνταμοιβή μέσα του είναι σκλάβος· η λαχτάρα ν' αρέσει σε άλλους τρικυμίζει τα πέντε δηλητήρια, τις πέντε αίστησες του ανθρώπου». Τα υπερήφανα τούτα λόγια του μεγάλου Θιβετανού ασκητή, του Μιλαρέπα, φτερώνουν με λευτεριά την καρδιά του ανθρώπου και τέλεια ταιριάζουν στις πράσινες τούτες παλαίστρες του Ήτον. Μονάχα όποιος ζει τα λόγια τούτα και τα κάνει πράξη στην καθημερινή του ζωή, είναι λεύτερος άνθρωπος.

Μια Εγγλέζα μητέρα, πού ο γιός της σκοτώθηκε καλά πολεμώντας στον περασμένο πόλεμο, έγραψε στον τάφο του γιου της τούτον τον απλούστατο εγγλέζικο επιτάφιο ύμνο: «Έπαιξε καλά το παιχνίδι.»


***


Τέτοια έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης στη διάρκεια της παραμονής του στην Αγγλία, στις αρχές της δεκαετίας του 40, κι ενώ παρατηρούσε τους αθλητές σ’ ένα γήπεδο του Ήτον. Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία».

Τα λόγια αυτά γράφονταν σε περίοδο Παγκοσμίου Πολέμου – χρειάζεται λοιπόν να τα δούμε υπό αυτό το πρίσμα για να τα κατανοήσουμε καλύτερα. Είναι απορίας άξιο τι θα έλεγε ο Καζαντζάκης για τον αθλητισμό και τα σπορ στην εποχή μας: μια εποχή όπου οι πάντες (κυριολεκτικά) είναι «μιστοφόροι»…



Ένα σουρεαλιστικό παιχνίδι κρόκετ


Εικονογράφηση: John Tenniel


«Η Αλίκη σκέφτηκε ότι ποτέ στη ζωή της δεν είχε δει τέτοιο αλλόκοτο γήπεδο του κρόκετ· ήταν γεμάτο λακούβες και προεξοχές· τα μπαλάκια του κρόκετ ήταν ζωντανοί σκαντζόχοιοι, οι στέκες ήταν ζωντανοί ερωδιοί κι οι στρατιώτες έπρεπε να διπλωθούν στα δύο και να σταθούν στα τέσσερα για να παραστήσουν τις καμάρες.

Η πρωταρχική δυσκολία της Αλίκης ήταν πως να τα βγάλει πέρα με τον ερωδιό της· τα κατάφερε να μαγκώσει το σώμα του, αρκετά άνετα, κάτω από το μπράτσο της, ενώ τα πόδια του κρέμονταν στον αέρα, αλλά, γενικά, μόλις κατάφερνε να του ισιώσει το λαιμό και ετοιμαζόταν να χτυπήσει τον σκαντζόχοιρο με το κεφάλι του, ο ερωδιός γυρνούσε και την κοίταζε με μια τέτοια έκφραση απορίας, που δεν μπορούσε να μην ξεσπάσει σε γέλια· κι όταν πια του έφερνε το κεφάλι στην κατάλληλη θέση κι ήταν έτοιμη να ξαναρχίσει, διαπίστωνε, φουρκισμένη, πως ο σκαντζόχοιρος είχε ξετυλιχτεί κι έφευγε έρποντας· άσε πια, που σ' όποιο μέρος και να σημάδευε για να ρίξει τον σκαντζόχοιρο υπήρχε πάντα μέσα στη μέση μια λακκούβα η μια προεξοχή, και καθώς οι διπλωμένοι στρατιώτες συνέχεια σηκώνονταν και πήγαιναν σ' άλλα σημεία του γηπέδου, έφτασε η Αλίκη γρήγορα στο συμπέρασμα πως αυτό ήταν, στ' αλήθεια, ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι.

Οι παίκτες έπαιζαν όλοι μαζί, χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους, λογοφέρνοντας όλη την ώρα και καβγαδίζοντας για τους σκαντζόχοιρους· και τη Βασίλισσα δεν άργησε να την πιάσει μια φοβερή λύσσα, έτσι, που να χτυπάει τα πόδια της και να ουρλιάζει, τουλάχιστον μια φορά το λεπτό:

-  Κόψτε του το κεφάλι! η Κόψτε της το κεφάλι!

Η Αλίκη άρχισε να νιώθει πολύ άσχημα· ακόμα, βέβαια, δεν είχε έρθει σε καμία σύγκρουση με τη Βασίλισσα, αλλά ήξερε πως αυτό μπορούσε κάθε λεπτό να συμβεί, και τότε σκέφτηκε, «τι θ' απογίνω; Εδώ πέρα τρελαίνονται να κόβουν κεφάλια - είναι να απορεί κανείς πως έχει απομείνει και κανένας ζωντανός!».


***


Λιούις Κάρολ, «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» [“Alice in Wonderland”], πρώτη έκδοση 1865, μετάφραση: Γ. Δεπάστας.

Μάλλον το πιο εξωφρενικό αθλητικό παιχνίδι στην ιστορία της κλασικής λογοτεχνίας… Ωστόσο δεν έχουμε παρά να φέρουμε στο νου μας το φανατισμό των οπαδών απανταχού της γης, την ψύχωση με τις ομάδες τους, την ευκολία με την οποία κατηγοριοποιούν στερεότυπα τον κόσμο σε φίλους και εχθρούς, τη βαθιά χαρά με την επιτυχία της ομάδας και την ανείπωτη θλίψη – σε βαθμό δακρύων! – με την αποτυχία της, τα ποσά που παίζονται σε στοιχήματα, τη σύνδεση των σπορ με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, τις διαφημίσεις και τα κέρδη (άρα με τη συλλογική ψευδαίσθηση της διαφήμισης και την απατηλή γοητεία του χρήματος), τα πουλημένα παιχνίδια, τις αστυνομικές δυνάμεις που περιφρουρούν τα ματς και τους οργισμένους που ξεσπάνε αριστερά και δεξιά, επειδή δεν γνωρίζουν που αλλού να διοχετεύσουν το θυμό τους… δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε αυτά και άλλα πολλά για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τα σπορ, όπως περιγράφονται στην «Αλίκη», είναι λιγότερο σουρεαλιστικά και ακραία από την ίδια την πραγματικότητά μας.


Άντε – καλή συνέχεια με το Μουντιάλ και είθε να κερδίσει ο καλύτερος!







Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» (κάνετε κλικ πάνω στους συνδέσμους)













© Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 18





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου