Κυριακή, 22 Ιουλίου 2018

Once a Maiden fan, Always a Maiden fan





“Don't waste your time always searching for those wasted years,
Face up; make your stand and realize you're living in the golden years”



Όλα ξεκινούν τη νύχτα, καταμεσής κάποιου δρόμου θαμμένου στη βαριά βρετανική ομίχλη. Τα πεζοδρόμια υγρά, σκορπώντας αντανακλάσεις από το φως του δρόμου – μοναχική παρουσία που στέκει και παραφυλά, προσπαθώντας να σπρώξει προς τα πίσω το σκοτάδι – το μόνο που πετυχαίνει όμως είναι να εντείνει τις σκιές: γιατί πάντα έτσι γίνεται, όσο μεγαλώνει το φως, τόσο απλώνει η σκιά. Στους τοίχους σκισμένες προεκλογικές αφίσες της Μάργκαρετ Θάτσερ. Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος προ των πυλών. Μια νυχτερίδα τινάζει τα φτερά της και φεύγει.

Κι εσύ. Κάπου ριγμένος σε αυτόν τον κόσμο, νέος, έφηβος, ένα πουλί μες στο κλουβί του – ή μια νυχτερίδα που ξέπεσε και αποζητά τ’ αδέρφια της που στάθηκαν περισσότερο τυχερά.

Οι λιγοστοί περαστικοί σε κοιτούν με φοβισμένο βλέμμα και επιταχύνουν το βήμα τους. Τι φταις που είσαι νυχτερίδα – όπως όλα τα πουλιά, θες απλά να τινάξεις τα φτερά σου. Να είσαι ελεύθερος.

Ο νόμος είναι εχθρός σου. Η πολιτική είναι εχθρός σου. Η κοινωνία – αυτή η κοινωνία της ανθρωπομάζας με τα κοστούμια και τις τηλεοράσεις, τις μετοχές και τα γρήγορα αμάξια – είναι εχθρός σου. Φίλοι σου οι απόκληροι: οι καλλιτέχνες, οι μοναχικοί, οι πόρνες. Και οι φιγούρες του παλιού καιρού, σαν αυτόν τον μασκοφορεμένο οργανοπαίχτη που ζούσε στα υπόγεια της παρισινής Όπερας και συνέθετε ουράνιες μελωδίες για την εκλεκτή της καρδιάς του. Να ‘χες μια εκλεκτή κι εσύ ο ίδιος, να συνθέτεις ουράνιες μελωδίες, κι ας είναι όλος ο κόσμος εναντίον σου!

Μα έχεις ένα πράγμα: την ελευθερία σου. Και αυτό δεν το αλλάζεις με τίποτα.







Κλείνεις τα μάτια. Χάνεσαι στη φαντασία σου – το παντοτινό σου καταφύγιο. Οι σκιές ξεδιπλώνονται αργόσυρτα στο δρόμο, σα φίδι που ζητά τη λεία του. Τα σπίτια μοιάζουν ρευστά, οι μορφές τους ρέουν η μία μες την άλλη, το παρόν με το παρελθόν συμπλέκονται λες και συνυπάρχουν όλα μαζί την ίδια στιγμή. Αυτό που βλέπεις μπροστά σου είναι το Λονδίνο της δεκαετίας του 80 – μα είναι και το Παρίσι του 19ου αιώνα. Και – ίσως – είναι και το δωμάτιό σου, το καταφύγιό σου, με τις κουρτίνες τραβηγμένες, τα φώτα χαμηλά, τον υπολογιστή αναμμένο και τη μουσική να παίζει. Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Τι είναι χώρος, τι είναι χρόνος – εξήγησέ μου.

Και αυτός ο ημιφωτισμένος δρόμος που διακρίνεται μπροστά σου θυμίζει ένα παλιό μυθιστόρημα του Ένγκαρ Άλαν Πόε. Όδος Μοργκ. Κάτι είχε συμβεί σε αυτή την οδό – προσπαθείς να θυμηθείς. Μέχρι που μια σπαραχτική στριγκλιά σκίζει στα δυο τη σιγαλιά της νύχτας. Και πιάνεις τον εαυτό σου να ουρλιάζει μαζί της – μα είναι ουρλιαχτό φρίκης ή ουρλιαχτό ηδονής;

Κυκεώνας. Ανεμοστρόβιλος. Η καμπή του χρόνου λύγισε. Γυρνάς σα σβούρα, χάνεσαι στη δίνη. Φωτιές γύρω σου παντού, νιώθεις τη φλόγα τους, σε τσουρουφλίζει το άγγιγμά τους. Μάτια που αστράφτουν στο σκοτάδι – και γέλια, φρικτά γέλια, σατανικά γέλια! Γύρω σου οι δικαστές, η φυλακή, οι δήμιοι, τα αυτάρεσκα καλοβολεμένα πρόσωπά τους. Που είναι η συμμορία της νεότητάς σου; Που είναι εκείνο το μπουρδέλο στην 22η λεωφόρο που πήγαινες κρυφά; Που είναι η Σάρλοτ η πόρνη; Είσαι ζωντανός ή νεκρός; Μήπως βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος στα μάτια σου; Αλίμονο, διανύεις τις τελευταίες σου στιγμές: βαδίζεις αργά προς το εκτελεστικό απόσπασμα, προς την καρέκλα, την κρεμάλα – και βλέπεις τη ζωή να κυλάει μπρος τα μάτια σου! Γι’ αυτό και όλες αυτές οι εικόνες, γι’ αυτό όλες οι αναμνήσεις. Όχι, αφήστε να με φύγω, δεν είμαι εγώ ο ένοχος, δεν είμαι περισσότερο ένοχος από όλους εσάς! Γιατί με στιγματίζετε; Γιατί με εγκαταλείπετε; Ήθελα μόνο να είμαι ελεύθερος, ελεύθερος, τίποτα παραπάνω!

Θεέ μου, που βρίσκεσαι; Και αυτή η πεταλούδα που είδα να πετάει – μήπως είναι η ψυχή μου που γυρεύει να σκορπίσει; Να τινάξει τα φτερά της και ν’ αποτινάξει την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας που ζω; Την πραγματικότητα που ζείτε όλοι σας; Μια εικονική πραγματικότητα!

Ελευθερία! Ελευθερία!

Σιωπή. Σπαρακτική σιωπή.

Μέχρι που μια φωνή απλώνεται μες στο σκοτάδι – μια φωνή που σκορπά ανατριχίλες: «ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστί· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ αὐτοῦ ἑξακόσιοι ἑξήκοντα ἑξ – 666»






Και να γύρω σου οι διάβολοι που χορεύουν! Και να ο Σατανάς ο ίδιος, στρογγυλοκαθισμένος στο θρόνο του! Θεέ μου, είναι αλήθεια όλα αυτά; Ή μήπως ονειρεύομαι κάποιο όνειρο ενός τρελού; Το όνειρο μιας ανθρωπότητας που τρελάθηκε; Και οι διάβολοι χορεύουν, κραδαίνοντάς τις τρίαινές τους! Ένας χορός, ένας ασταμάτητος χορός στα έγκατα της κόλασης!

Φύγε! Τρέξε μακριά! Και αν αυτοί οι δαίμονες μεταμορφωθούν μπροστά στα μάτια σου – αν τους δεις να μετατρέπονται σε εκείνους τους Λευκούς Κατακτητές, εκείνους τους καταπατητές, εκείνους τους σφετεριστές της γης σου… μην απορήσεις! Οι δαίμονες και οι παπάδες, δυο όψεις του ίδιου νομίσματος! Γιατί θα έρθουν κρατώντας το σπαθί στο ένα χέρι, τη Βίβλο στο άλλο! Αυτά είναι τα δύο πρόσωπά τους! Τρέξε, εσύ υπερασπιστή της λεφτεριάς, γενναίε ιθαγενή, φύγε μακριά απ’ τον πολιτισμό του Λευκού Κατακτητή! Τρέξε στους λόφους να σωθείς! Πάρε γυναίκες και παιδιά και τρέξε στους λόφους να σωθείς!

Μα αν χρειαστεί να πολεμήσεις… αν χρειαστεί ν’ αγωνιστείς, τότε να το κάνεις! Γιατί μόνο για ένα πράγμα αξίζει να πολεμάς: για τη λεφτεριά σου – τίποτα άλλο! Πάρε αεροπλάνα και πέτα εκεί που οι αετοί χτίζουν τις φωλιές τους! Πέτα πιο ψηλά και από τον Ίκαρο – να προσέχεις μόνο μη κάψεις τα φτερά σου! Πολέμα, χύμα στον εχθρό της λεφτεριάς! Εσύ δε γνωρίζεις να περπατάς στρατιωτικά, δεν αγαπάς να περπατάς στρατιωτικά – θέλεις μόνο να χορεύεις! Κρούσε το μουσκέτο σου, άστραψε το ατσάλι σου, βρόντα το κανόνι σου – φωτιά και ατσάλι και αγώνας μέχρι τέλους!




Ίσως να κουραστείς κάποια στιγμή. Να γυρέψεις κάποια γαλήνη. Λίγη ειρήνη στην ψυχή σου. Αχ, να μπορούσα ν’ απομακρυνθώ απ’ το θόρυβο, ν’ απαλλαγώ απ’ τη βοή του πλήθους, απ’ όλες τις φρικτές φωνές τους. Να χαθώ στην ποίηση, την ομορφιά, την τέχνη. Αχ, θέλω να με παρασύρει μια θάλασσα ποίησης, ομορφιάς και τέχνης. Να γλιτώσω απ’ όλο αυτό το ατέρμονο Παιχνίδι της Δύναμης. Να αφεθώ σε άλλους κόσμους. Ποια θάλασσα θα με πάρει μαζί της; Πάρε με, Θάλασσα, μαζί σου, να γλιτώσω απ’ τους ανθρώπους!

Και να που βρίσκεσαι καταμεσής της θάλασσας. Και να που σαλπάρεις σ’ ένα καράβι του παλιού καιρού, στις παρυφές του παγωμένου Νότου. Εσύ – ο γέρο ναυτικός και το ακούραστό σου πλήρωμα! Και τα άλμπατρος πετούν στον ουρανό – κι εσύ, αλίμονο, τοξεύεις το πουλί και το σκοτώνεις! Μα ποτέ σου δε θα μάθεις; Έτσι είπε ο ποιητής που λεγόταν Κόουλριτζ, έτσι βλέπεις κι εσύ τον αιώνιο κύκλο ν’ αναδημιουργείται απ’ την αρχή ξανά. Η γέννηση και ο αγώνας και η φθορά και ο θάνατος – πάλι απ’ την αρχή!

Χαμένος στη δίνη του χρόνου. Δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, όλα είναι εδώ και τώρα – αλίμονο, που θα σε προσγειώσει η νέα πτήση σου;

Να σε καταμεσής μιας φουτουριστικής πολιτείας. Μα όπως συμβαίνει με κάθε φουτουριστική πολιτεία (γιατί άραγε;) σου είναι παράξενα οικεία. Εκεί βρίσκεται το μπαράκι “Aces High”, πλημμυρισμένο στα φώτα νέον, εκεί στέκουν φρουροί οι πύργοι Bradbury (συγγραφέας δεν ήταν αυτός;), λίγο παραπέρα το ολονύχτιο σινεμά “Philip Κ. Dick” (κι αυτός συγγραφέας δεν είναι;). Να και το κτίριο “Asimov Foundation” – ε, αυτός είναι σίγουρα συγγραφέας, δεν σε γελά η μνήμη σου! Είχε γράψει εκείνη την ωραία τριλογία… για δες, πως τη λένε.

Και μια αναγγελία ενός αγώνα ποδοσφαίρου, σε κάποια φωτεινή πινακίδα που σκορπά την παιχνιδιάρικη λάμψη της στο δρόμο: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ… WEST HAM 7, ARSENAL 3».

Τώρα είσαι βέβαιος πως ονειρεύεσαι.






Κάθε μέλλον που έρχεται φέρνει μαζί του ένα καινούργιο παρελθόν. Μεταμορφωμένο, ιδωμένο με καινούργια μάτια. Που πήγαν λοιπόν τα χρόνια; Πότε μεγάλωσες, πότε έφτασες σε αυτή την ηλικία; Κατάφερες άραγε εκείνα που είχες επιθυμήσει – ή απέμεινες να σκέφτεσαι τα χρόνια που έφυγαν και δεν θα γυρίσουν ποτέ ξανά πίσω;

Μην απελπίζεσαι! – υψώνει ο βάρδος τη φωνή του. Μη χαραμίζεις το χρόνο σου με το να σκέφτεσαι εκείνα που έφυγαν – πάνε, τέλειωσαν πια! Μα το τώρα είναι εδώ, το εδώ και τώρα! Αυτά είναι τα χρυσά χρόνια – δεν υπάρχει μέλλον, δεν υπάρχει παρελθόν – μόνο το εδώ και τώρα! Ζήσε το!

Αυτό εξάλλου είναι και το βαθύτερο νόημα κάθε ταξιδιού στο χρόνο: η επιστροφή στο παρόν – και η επανεκτίμησή του. Να γυρίζεις πίσω όπως επιστρέφεις από κάποιο μακρύ ταξίδι και να λες: είμαι σπίτι – δηλαδή είμαι στο εδώ και τώρα. Και είμαι έτοιμος να ζήσω.

Και αν ο δρόμος σου είναι ξανά μοναχικός – μη το βάζεις κάτω! Και αν υψώνεται πάντα εκείνος ο ανήφορος, ο ίδιος πάντα ανήφορος – να σκέφτεσαι εκείνο το μοναχικό δρομέα! Να σκέφτεσαι τον αιώνιο μαραθωνοδρόμο! Τον πιο μοναχικό, τον πιο αγωνιστικό, εκείνον που πετυχαίνει το ακατόρθωτο – με όπλο του την επιμονή, την αφοσίωση, τη δύναμη ψυχής, την πίστη στον σκοπό, την αγάπη.

Και έτσι ο ανήφορος ποτέ δεν θα είναι ο ίδιος πάντα – γιατί τα πόδια σου θα έχουν αλλάξει.







Τώρα που ησύχασες επέτρεψέ μου να σου πω ένα παραμύθι – μια ιστορία του παλιού καιρού. Μιλά για τους πάγους των δύο πόλων. Μιλά για την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Μιλά για τους καλούς που φεύγουν πάντα νέοι. Μιλά για το κακό που αναδημιουργείται πάντα από τις στάχτες του. Μιλά για τα βασανισμένα όνειρα μιας ανήσυχης ψυχής, ταλαντευόμενη αιωνίως μεταξύ αντιφατικών δρόμων. Μιλά για το παιχνίδι με την τρέλα. Μιλά για μια απόκρυφη προφητεία, γραμμένη σ’ ένα αραχνιασμένο βιβλίο.

Μιλά για τον Έβδομο Γιο του Εβδόμου Γιού.

Εσύ λοιπόν ποιο δρόμο θα διαλέξεις; Θα καταλήξεις στην κόλαση, τον παράδεισο – ή σε κανένα από τα δύο;


“Give me the sense to wonder, to wonder if I'm free
Give me a sense of wonder, to know I can be me”


Και αν κόλαση και παράδεισος δεν είναι παρά δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Και αν δεν βρίσκονται κάπου πέρα, μακριά – μα εδώ, στη γη που πατάς και περπατάς; Αν η κόλαση είναι από εδώ ως την αιωνιότητα; Σκέψου για παράδειγμα εκείνο τον Πόλεμο στην έρημο – σου διαφεύγει το όνομά του, μα εδώ που τα λέμε, κάθε πόλεμος είναι ίδιος με τον άλλον. Σκέψου που δεν ήθελες να πιάσεις όπλο στα χέρια σου – γιατί φοβόσουν να πυροβολήσεις ξένους. Μα σε ανάγκασαν – είπαν πως είναι για «την ελευθερία, τη δημοκρατία, την πατρίδα». Μα δεν ήθελες να γίνεις κριτής των άλλων. Ζήσε και άφησε να ζήσουν – αυτή ήταν η αξία που πίστευες. Μα πήρες τ’ όπλο. Είσαι λοιπόν συνένοχος στο έγκλημα;

Στο τέλος απομένει το σκοτάδι. Το σκοτάδι έξω από σένα. Και το σκοτάδι μέσα σου. Λοιπόν, τι έχεις να πεις – φοβάσαι το σκοτάδι;






Και αν δεν αντικρίσεις την ίδια τη σκιά σου να σε κοιτάζει με μάτια φλογερά – ίσως έρθουν να σε βρουν κάποιοι τύποι με κουκούλες, κραδαίνοντας σταυρούς. Θα κάνουν πάνω σου το σήμα του σταυρού και θα προσευχηθούν στο Όνομα του Ρόδου. Για άλλη μια φορά ο χρόνος πάει κι έρχεται, μπρος πίσω, κι εσύ μαζί του.


“Questions are a burden,
And answers are a prison for oneself”


Και να σε πάλι, υπερασπιστής της λεφτεριάς – της μόνης αξίας για την οποία αγωνίζεσαι. Μα από τις φυλές των αυτόχθονων Αμερικάνων τώρα βρίσκεσαι καταμεσής των σκωτσέζικων clan – και είσαι έτοιμος ν’ αντισταθείς στους καταπατητές Άγγλους. Ίσως τελικά να μην έχει σημασία το μέρος ή ο χρόνος – Αμερική, Βρετανία, Λατινική Αμερική, Ασία, Αφρική – ο αγώνας για την ελευθερία είναι πάντα και παντού ο ίδιος.

Και αν ηττηθείς; Αν παραδώσεις τα όπλα; Αν υποχωρήσεις στην εφησυχαστική παρηγοριά μιας θεσμικής ασφάλειας; Εκεί που το Κράτος αποφασίζει για σένα χωρίς εσένα; Εκεί που έχεις μετατραπεί σε ένα πρόθυμο υπηρέτη του, έναν αιώνιο καταναλωτή ηδονής και προϊόντων, ικανών να κοιμίζουν το νου και να αποχαυνώνουν τη σκέψη; Τότε, φίλε μου, δεν έχω παρά να σε καλώς ορίσω: Καλώς όρισες στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο.

(μια φωνή μέσα σου ξανά: και αυτό βιβλίο είναι! Όπως και πολλά που δεν ανέφερα. Που τελειώνει λοιπόν η πραγματικότητα και πού αρχίζει η φαντασία του μυθιστοριογράφου; Μα τι θα ήταν η δεύτερη δίχως την πρώτη; Τι είναι το βιβλίο, αν όχι η συμπύκνωση σε απλοποιημένο τρόπο ορισμένων πτυχών της απόλυτα υπαρκτής πραγματικότητάς μας; Τι είναι οι στίχοι, τι είναι τα τραγούδια;)





Μα θα έρθει η στιγμή που η ανθρώπινη κοινωνία – όσο τεχνητή και τέλεια και αποστειρωμένη και αν είναι – θα υποχωρήσει μπρος στον αιώνιο χορό της Φύσης. Η άμμος θα ρουφήξει τα ερείπια των θαμμένων πόλεων και τα χνάρια όσων σφαγιάστηκαν για να τις υπερασπιστούν ή να τις κατακτήσουν. Και ο Χορός του Θανάτου θα στήσει το δικό του πανηγύρι. Δες τους μασκοφορεμένους, κοίτα πως χορεύουν! Αληθινά το διασκεδάζουν. Σκέφτεσαι ξανά λοιπόν πως ονειρεύεσαι;

Μα όταν ξυπνήσεις θα δεις πως ο κόσμος συνεχίζει να γυρνά – αιώνιος και απαράλλακτος. Κυβερνήσεις θ’ ανεβαίνουν και θα πέφτουν, νευρωτικοί εργαζόμενοι θα τρέχουν στις δουλειές τους, οικονομίες θα σκάνε σαν τις φούσκες, και πολεμόχαροι άνθρωποι θα σφαγιάζονται στο όνομα των θεών τους.

Και ο κύκλος συνεχίζεται. Και η δίνη στην οποία έχεις αφεθεί σε παρασέρνει, σε κάποια νέα αρχή, σε ένα καινούργιο τέλος.



Η μουσική που έβγαινε από τα ηχεία τελείωσε. Ανοίγεις τα μάτια σου. Είσαι στο δωμάτιό σου. Οι δίσκοι σου, ο υπολογιστής σου, οι αφίσες, τα βιβλία σου. Είναι νύχτα και ο κόσμος κοιμάται και συ είσαι στο δωμάτιό σου. Ίσως ονειρεύτηκες – μα τώρα έχεις ξυπνήσει, και ο κόσμος γύρω σου κοιμάται. Μια γαλήνια σιγαλιά απλώνεται παντού – ο ήχος των τριζονιών σου θυμίζει πως είναι καλοκαίρι. Μια γλυκιά νύχτα ενός ζεστού καλοκαιριού.

Νιώθεις όμορφα. Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνεσαι βαθύτερος. Λες και ταξίδεψες στην κόλαση και τον παράδεισο και πίσω πάλι.

Θα ξανακάνεις αυτό το ταξίδι. Κάποια άλλη μέρα. Δεν έχεις παρά να πατήσεις το μαγικό κουμπί του “play”. Και η δισκογραφία των Iron Maiden θα ξετυλίξει πάλι το μαγικό, διαχρονικό της νήμα.


“Oh there is beauty and surely there is pain,
But we must endure it to live again”




Επίμετρο


Ήταν Σεπτέμβρης του 99, είχα μόλις τελειώσει το σχολείο, και βρέθηκα με μια παρέα στη συναυλία των Iron Maiden στο Περιστέρι. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ξένης μουσικής. Πριν λίγες μέρες, 19 χρόνια μετά, τους είδα πάλι – παρέα με μια κοσμοθαλασσιά φίλων της μουσικής τους, οι μεγαλύτεροι των οποίων ξεπερνούσαν τα 60 και οι μικρότεροι ήταν μόλις 3 χρονών. Και κατάλαβα ξανά για ποιο λόγο ανήκουν σε εκείνα τα συγκροτήματα που κατορθώνουν να σμίξουν τις γενιές – είναι τέτοια η κληρονομιά τους.

Γι’ αυτούς λοιπόν, τους Maiden, έγραψα αυτό το αφιέρωμα – μα το έγραψα με το δικό μου τρόπο. Για τον Bruce και τον Steve Harris, τον Adrian Smith, τον Dave Murray, τον Janick Gers, τον Nicko McBrain, μα και τον Paul DiAnno, τον Blaze Bayley, τον Doug Sampson, τον Dennis Stratton και τον Clive Burr. Και φυσικά τον Eddie και τους ιδιαίτερους δημιουργούς του: τον Derek Riggs (αναγνωρίζω τον κλασικότερο όλων) και την παρέα τους.

Once a Maiden fan, always a Maiden fan, κύριοι.


“Dream on brothers while you can,
Dream on sisters, I hope you will find the one,
All of our lives, covered up quickly by the tides of time”


© Ένα κείμενο που γράφτηκε από το φονικό κουνέλι μια ζεστή μέρα του Ιουλίου του 18





4 σχόλια: