25 Νοεμβρίου 2018

"Ελεονόρα"... ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε


Ελεονόρα - ένα διήγημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε, σε μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Η ψυχή σώζεται αν διατηρηθεί

με μια συγκεκριμένη μορφή»


Raymond Lully



«Βαστώ από γενιά διάσημη για τη δύναμη της φαντασίας της και τους φλογερούς της έρωτες. Οι άνθρωποι με είπαν τρελό, μα δεν έχει ακόμα λυθεί το ζήτημα, αν η τρέλα είναι ή δεν είναι η υπέρτατη νοημοσύνη, αν ένα μεγάλο μέρος απ' ό,τι είναι υπέροχο, αν ό,τι ανεξαίρετα είναι βαθυστόχαστο, δεν πηγάζει από μίαν αρρωστημένη διάνοια, από μια ιδιότυπη νοοτροπία, που έχει αναπτυχθεί εις βάρος της γενικής διανόησης. Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. Στους θαμπούς οραματισμούς τους αποκαλύπτεται μπροστά τους μια φευγαλέα θέα της αιωνιότητας, κι αναρριγούν, ξυπνώντας, στην ιδέα πως είχαν βρεθεί στο χείλος του μεγάλου μυστικού. Στ' αρπαχτά, μαθαίνουν κάτι από τη σοφία, που είναι επ’ αγαθώ και περισσότερα από τις γνώσεις, που είναι επί κακώ. Εισδύουν, ωστόσο, δίχως τιμόνι και πυξίδα στον απέραντο ωκεανό του «άφατου φωτός» και, όπως στις περιπέτειες του γεωγράφου της Νουβίας, “agressi sunt mare tenebrarum quid in eo esset exploraturi”. [“πήγαν σε μια θάλασσα από ίσκιους με σκοπό να εξερευνήσουν ό,τι βρίσκονταν μέσα της].

Ας πούμε, λοιπόν, πως είμαι τρελός. Παραδέχομαι, τουλάχιστον, πως υπάρχουν δυο ξεχωριστές καταστάσεις της διανοητικής μου ζωής: η κατάσταση της διαύγειας του λογικού, που δεν αμφισβητείται, και που αφορά την ανάμνηση από γεγονότα που αποτελούν την πρώτη εποχή της ζωής μου – και μια κατάσταση όλο ίσκιους και αμφιβολίες, που ανήκει στο παρόν και στη θύμηση των όσων αποτελούν τη δεύτερη μεγάλη περίοδο της ύπαρξής μου. Για τούτο, ό,τι θα διηγηθώ από την πρώτη περίοδο, πιστέψετέ το• και σε ό,τι θ' αφηγηθώ από τα τελευταία χρόνια, δώστε όση πίστη θα σας φανεί πως ταιριάζει – ή αμφισβητήστε τα και ολότελα, ή, αν δεν μπορέσετε να τα αμφισβητήσετε, παίξτε το ρόλο του Οιδίποδα για να λύσετε το αίνιγμά τους.



Όσοι ονειροπολούν στο διάστημα της μέρας, γνωρίζουν πολλά πράγματα, που διαφεύγουν σε όσους ονειρεύονται μόνο τη νύχτα. 



Αυτή που αγάπησα στα νιάτα μου, και που αυτήν αφορούν οι αναμνήσεις που γράφω τώρα με ηρεμία και σαφήνεια, ήταν η μοναχοκόρη της μόνης αδελφής της μητέρας μου, πεθαμένης πριν πολλά χρόνια. Ελεονόρα ήταν το όνομα της εξαδέλφης μου. Ανέκαθεν κατοικούσαμε μαζί, κάτω από έναν ήλιο τροπικό, στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Κανένας δεν πάτησε ποτέ σ' αυτή την κοιλάδα δίχως οδηγό, γιατί βρισκότανε πολύ μακριά, ανάμεσα σε μια γιγάντια βουνοσειρά που τα φρύδια της την έζωναν από παντού, αποκλείοντας το φως του ήλιου από τα τρισχαριτωμένα βάθη της. Κανένας δρόμος δεν υπήρχε εκεί γύρω• και για να φτάσει κανείς στο ευτυχισμένο σπίτι μας, έπρεπε να παραμερίσει με χίλια ζόρια τις φυλλωσιές από χιλιάδες δέντρα και να ποδοπατήσει θανατώνοντας εκατομμύρια μυριστικά λουλούδια. Έτσι, ζούσαμε ολομόναχοι, μην ξέροντας τίποτα από τον κόσμο που βρισκόταν έξω από την κοιλάδα – εγώ, η εξαδέλφη μου και η μητέρα της.

Από τις σκοτεινές περιοχές πέρα από τα βουνά, στην ψηλότερη άκρη του κυκλωμένου μας βασιλείου, κυλούσε ένα στενό και βαθύ ποτάμι, πιο λαμπερό από καθετί εκτός από τα μάτια της Ελεονόρας – και φιδώνοντας σιωπηλά μ' ένα σωρό ελιγμούς, χανότανε τέλος μέσ' από μια ισκιερή ρεματιά, ανάμεσα σε λόφους ακόμα πιο ζοφερούς κι από τα βουνά απ' όπου ξεκινούσε. Το λέγαμε το «Ποτάμι της Σιωπής» • ήταν σαν η ροή του να επιδρούσε σιωπηλά. Κανένα ψιθύρισμα δεν έβγαινε από την κοίτη του, και τόσο ήρεμα κυλούσε, που τα σαν μαργαριτάρια βότσαλα που μας άρεσε να τα κοιτάζουμε στα βάθη του, δε σαλεύανε στο παραμικρό, ευχαριστημένα στην ακινησία τους, το καθένα στην παλιά του θέση, λαμποκοπώντας με μια αιώνια ομορφιά.

Οι όχθες του ποταμού και οι όχθες των ρυακιών, που γυαλοκοπούσανε λοξεύοντας από διάφορες διευθύνσεις και ξεχύνονταν στο ρέμα του, καθώς και τα τοιχώματα που κατέβαιναν από τις ακροποταμιές ως κάτω στην κοίτη με τα βότσαλα – όλα αυτά, όπως κι ολόκληρη η κοιλάδα που απλωνότανε απ' το ποτάμι ως τα βουνά που την έζωναν, ήταν στρωμένα μ' ένα χαλί από απαλή πράσινη χλόη, πυκνή, κοντή, απόλυτα ομαλή, που μύριζε βανίλια, αλλά τόσο ανθοσπαρμένη πέρα ως πέρα με κίτρινες νεραγκούλες, λευκές μαργαρίτες, μενεξεδιές βιολέτες και κόκκινους σαν το ρουμπίνι ασφόδελους, που η υπέροχη ομορφιά της μιλούσε αδιάκοπα στην καρδιά μας για την αγάπη και τη δόξα του Θεού.

Και δώθε κείθε, πάνω στη χλόη, σαν απόκοσμα όνειρα, υψώνονταν δασάκια από κάτι δέντρα φαντασμαγορικά, που ψηλοί λεπτοί κορμοί τους δεν στέκονταν ολόισιοι, αλλά έγερναν με χάρη κατά το φως που έπεφτε το μεσημέρι στο κέντρο της κοιλάδας. Η φλούδα τους ήταν πιτσιλωτή, γυαλιστερή, με κουκίδες μαύρες σαν έβενος και ασημιές, πιο λεία από καθετί εκτός από το δέρμα της Ελεονόρας – έτσι που δίχως τα γυαλιστερά πράσινα πελώρια φύλλα τους, που απλώνονταν απ' τις κορφές τους σε μακριές τρεμουλιαστές γραμμές παιχνιδίζοντας με τις αύρες, θα τα φανταζότανε κανείς σαν γιγάντια φίδια της Συρίας που προσκυνούν τον αφέντη τους τον Ήλιο.

Δεκαπέντε χρόνια τριγυρνούσα σ' αυτή την κοιλάδα μαζί με την Ελεονόρα, με τα χέρια μας πλεγμένα, πριν φωλιάσει η αγάπη στις καρδιές μας. Ένα δειλινό – εκείνη έκλεινε τα δεκαπέντε χρόνια της ζωής της κι εγώ τα είκοσι – καθόμασταν αγκαλιασμένοι κάτω από τα φιδόδεντρα και κοιτάζαμε τις εικόνες μας μες στα νερά του Ποταμού της Σιωπής. Μείναμε σιωπηλοί όλο το υπόλοιπο διάστημα εκείνης της γλυκιάς μέρας• ακόμα και την άλλη μέρα τα λόγια μας ήταν τρεμουλιαστά και λίγα. Είχαμε ανασύρει το θεό Έρωτα μέσ' από κείνα τα νερά, και τώρα νιώθαμε πως είχε ανάψει μέσα μας τις φλογερές ψυχές των προγόνων μας. Το ερωτικό πάθος, που ήταν για αιώνες το ξεχωριστό γνώρισμα της γενιάς μας, χίμηξε μαζί με τις φαντασίες, που και γι' αυτές ξεχώριζε η γενιά μας, και φύσηξαν μαζί μια πνοή εξαίσιας ουράνιας ευτυχίας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Μια αλλαγή απλώθηκε πάνω σε όλα. Παράξενα ολόφωτα λουλούδια, που έμοιαζαν με αστέρια, ξεφύτρωσαν πάνω στα δέντρα, που ποτέ πρωτύτερα δεν είχανε ανθίσει. Το χρώμα του πράσινου χαλιού έγινε πιο βαθύ – και όταν, μία μία, μαράθηκαν οι άσπρες μαργαρίτες, ξεπετάχτηκαν στη θέση τους, δέκα δέκα μαζί, κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι. Και η ζωή μας φανερώθηκε• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο, άγνωστα ως τότε στην κοιλάδα, μαζί μ' ένα σωρό άλλα ζωηρόχρωμα πουλιά, ανέμιζαν καμαρωτά μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους. Χρυσαφιά και ασημένια ψάρια κολυμπούσαν στο ποτάμι, που είχε αρχίσει ν' αναδίνει σιγά σίγα ένα ψιθύρισμα, που έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. Κι ένα μεγάλο σύννεφο, που το βλέπαμε από καιρό στου Έσπερου τα μέρη, κύλησε από κει πέρα, χρυσοπόρφυρο, σταμάτησε γαλήνιο πάνωθέ μας, και άρχισε να κατεβαίνει, μέρα με τη μέρα, όλο πιο χαμηλά, ώσπου οι άκρες του κάθισαν πάνω στις βουνοκορφές, αλλάζοντας το σκοτάδιασμά τους σε παραδείσιο φως, και κλείνοντάς μας, λες μια για πάντα, σε μια μαγεμένη φυλακή μακαριότητας και ησυχίας.



έγινε στο τέλος μια μελωδία νανουριστική, πιο θεϊκή κι από τους ήχους της λύρας του Αίολου – πιο γλυκιά από το καθετί, εκτός απ' τη φωνή της Ελεονόρας. 



Η Ελεονόρα έμοιαζε με σεραφείμ στην ομορφιά – μα ήταν ένα κοριτσόπουλο απονήρευτο κι αθώο όσο κι η σύντομη ζωή που είχε περάσει μέσα στα λουλούδια. Δεν προσπαθούσε με καμώματα να κρύψει τη θέρμη της αγάπης που φλόγιζε την καρδιά της, την ερευνούσε μαζί μου ως τα τρίσβαθα, έτσι που τριγυρνούσαμε οι δυο μας στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης και μιλούσαμε για τις μεγάλες μεταβολές, που είχαν γίνει εκεί μέσα τον τελευταίο καιρό.



Εικονογράφηση του Arthur Rackham [1935] για την "Eleonora" του Edgar Allan Poe
Illustration: Arthur Rackham



Μια μέρα μου μίλησε με δάκρυα στα μάτια για την τελευταία οικτρή μεταβολή που έλαχε στη μοίρα του ανθρώπου, και από τότε δεν παρατούσε αυτό το θλιβερό θέμα, παρεμβάλλοντας το σε όλες μας τις συνομιλίες, όπως στα τραγούδια του βάρδου του Σιράζ ξανάρχονται οι ίδιες εικόνες κάθε τόσο, σε κάθε παραλλαγή του στίχου.

Είχε καταλάβει πως την είχε αγγίξει το δάχτυλο του θανάτου – πως, όπως το εφήμερον, η πεταλουδίτσα, είχε πλαστεί με τέλεια ομορφιά, με μόνο προορισμό το θάνατο. Αλλά ο φόβος του τάφου είχε γι’ αυτήν μιαν όψη μονάχα, που μου την αποκάλυψε ένα βράδυ, με το σούρουπο, κοντά στις όχθες του Ποταμού της Σιωπής. Θλιβότανε στη σκέψη πως όταν πια θα την έθαβα στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης, θα ‘φευγα για πάντα από την ευτυχισμένη μας κοιλάδα και θα χάριζα την αγάπη μου, που ήταν τώρα με τόσο πάθος και τόσο αποκλειστικά δική της, σε κάποια κοπέλα του εξωτερικού συνηθισμένου κόσμου. Και κάθε τόσο ριχνόμουνα στα πόδια της Ελεονόρας και ορκιζόμουνα σ' εκείνη και στους Ουρανούς πως ποτέ δεν επρόκειτο να παντρευτώ κάποια θυγατέρα της γης – πως ποτέ δε θα πρόδινα την αγαπημένη θύμησή της, τη θύμηση της αφοσιωμένης της αγάπης, που ήταν για μένα μια ευλογία. Κι έκανα επίκληση στον Κραταιό Άρχοντα του Σύμπαντος να παρασταθεί μάρτυρας για την επισημότητα του όρκου μου. Και η κατάρα, που επικαλέστηκα – τόσο Εκείνου όσο κι εκείνης, που ήταν μια άγια των Ηλυσίων Πεδίων – αν πρόδινα τον όρκο μου, συνεπαγότανε για μένα μια τιμωρία, που η ανατριχιαστική της φρίκη δεν μου επιτρέπει να την αναφέρω.

Τα λαμπερά μάτια της Ελεονόρας έγιναν ακόμη πιο λαμπερά με αυτά μου τα λόγια. Αναστέναξε σα να ‘φυγε από το στήθος ένα βάρος θανατερό. Έτρεμε σύγκορμη κι έκλαψε πικρά. Αλλά πίστεψε τον όρκο μου (γιατί δεν ήταν παρά ένα παιδί) κι αυτό την έκανε να δεχτεί μ' ευκολία το θάνατο. Και μου είπε, καθώς ξεψυχούσε ήρεμα λίγες μέρες αργότερα, πως γι' αυτό που είχα κάνει για την ησυχία της ψυχής της, θα με φύλαγε από ψηλά μετά την αποδημία της, και, αν της επιτρεπότανε, θα ξαναγύριζε κοντά μου «εν φυλακαίς νυκτός». Αν όμως αυτό ήταν αδύνατο για τις ψυχές που μένουν στον Παράδεισο, τότε θα μου έδινε συχνά μαρτυρίες της παρουσίας της: θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων. Και μ' αυτά τα λόγια στα χείλια της παρέδωσε την αθώα της ζωή, βάζοντας ένα τέλος και στην πρώτη περίοδο της δικής μου.

Ως εδώ η αφήγησή μου είναι απολύτως αξιόπιστη. Αλλά καθώς περνώ το ορόσημο, πάνω στο δρόμο του Χρόνου, που έχει στήσει ο θάνατος της αγαπημένης μου, και προχωρώ στη δεύτερη εποχή της ζωής μου, νιώθω έναν ίσκιο να τυλίγει το μυαλό μου και δυσπιστώ αν είναι απόλυτα ισορροπημένα όσα θα πω. Ας συνεχίσω ωστόσο.



θα μου έστελνε τους στεναγμούς της με τους νυχτερινούς ανέμους, ή θα γέμιζε τον αέρα που ανάσαινα με τη μυρωδιά του λιβανιού από τα θυμιατήρια των αγγέλων.



Τα χρόνια περνούσανε βαριά κι εγώ εξακολουθούσα να μένω στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Αλλά μια δεύτερη αλλαγή ήρθε κι απλώθηκε πάνω σε όλα. Τα λουλούδια, που έμοιαζαν μ' αστέρια, μαράθηκαν και δεν ξαναφυτρώσανε. Το χρώμα του πράσινου χαλιού ξεθώριασε, κι ένας ένας μαράθηκαν κι οι κόκκινοι σαν το ρουμπίνι ασφόδελοι, και στη θέση τους ξεφύτρωσαν δεκάδες, ζοφεροί μενεξέδες, που αναδεύονταν ανήσυχοι και που αδιάκοπα τους ενοχλούσε η δρόσο. Και η ζωή έφυγε από το δρόμο μας• γιατί τα ψηλά φλαμίγκο δεν ανέμιζαν πια μπροστά μας τις άλικες φτερούγες τους, αλλά πετάξανε θλιβερά απ’ την κοιλάδα στα βουνά, μαζί με όλα τα χαρούμενα ζωηρόχρωμα πουλιά, που είχαν έρθει συνοδεύοντάς τους. Και τα χρυσαφιά και ασημένια ψάρια έφυγαν μέσ' από την πέρα χαμηλή ρεματιά και δεν στόλιζαν πια το όμορφο ποτάμι. Κι η νανουριστική μελωδία, που ήταν πιο απαλή από την αιθέρια λύρα του Αίολου, πιο θεϊκή από καθετί εκτός απ’ της Ελεονόρας τη φωνή, έσβησε λίγο λίγο σε ψιθυρίσματα, που ολοένα γίνονταν πιο σιγανά, ώσπου το ποτάμι ξαναγύρισε στη σοβαρή κι επίσημη παλιά του σιωπή. Κι έπειτα, τέλος, το μεγάλο σύννεφο ανυψώθηκε και παρατώντας τις βουνοκορφές στο παλιό σκοτάδιασμα, ξανάφυγε στου Έσπερου τα μέρη συναποκομίζοντας όλη τη χρυσοπόρφυρη αίγλη από την Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης.

Ωστόσο η Ελεονόρα δεν ξέχασε τις υποσχέσεις της – γιατί άκουγα να κουδουνίζουν τα θυμιατήρια των αγγέλων, κι αρώματα θεϊκά πλανιόντουσαν αδιάκοπα μες στην κοιλάδα. Και στις ώρες της μοναξιάς, όταν η καρδιά μου χτύπαγε βαριά, οι άνεμοι, που χάιδευαν το μέτωπό μου αναστενάζανε απαλά• κι αόριστα ψιθυρίσματα γεμίζανε συχνά το νυχτερινό αέρα. Και μια φορά – αχ, μόνο μια φορά! – με ξύπνησαν από έναν ύπνο, που έμοιαζε με τον ύπνο του θανάτου, δυο χείλια ψυχικά που ακουμπούσαν πάνω στα δικά μου.

Μα κι έτσι ακόμα, το κενό που ένιωθα μες στην καρδιά μου δεν εννοούσε να γεμίσει. Λαχταρούσα την αγάπη που την πλημμύριζε πρωτύτερα. Και τελικά η κοιλάδα με βασάνιζε από τις αναμνήσεις που είχε της Ελεονόρας, και την παράτησα για πάντα, για τις ματαιότητες και την πολυτάραχη κωμική ζωή.



*** 



Βρέθηκα σε μια ξένη πολιτεία, όπου όλα λες και συνωμότησαν για να σβήσουν από τη θύμησή μου τα γλυκά όνειρα που είχα ονειρευτεί τόσον καιρό στην Κοιλάδα της Πολύχρωμης Χλόης. Τα μεγαλεία και οι γιορτές μιας μεγαλόπρεπης βασιλικής αυλής, η άγρια κλαγγή των όπλων, οι γυναίκες που αχτιδοβολούσαν ομορφιά, συντάραξαν και μέθυσαν το νου μου. Μα ως τώρα η ψυχή μου είχε μείνει πιστή στους όρκους της και οι μαρτυρίες για την παρουσία της Ελεονόρας εξακολουθούσαν να μου φανερώνονται μες στις σιωπηλές ώρες της νύχτας.

Ξαφνικά σταμάτησαν αυτές οι εκδηλώσεις, ο κόσμος σκοτείνιασε μπροστά στα μάτια μου και στάθηκα γεμάτος φρίκη για τις πονηρές σκέψεις, που με τυραννούσαν, και τους τρομερούς πειρασμούς που μ' έζωναν. Γιατί στην εύθυμη αυλή του βασιλιά που υπηρετούσα, είχε φτάσει από μια πολύ μακρινή και άγνωστη χώρα μια κοπέλα, που η μικρόψυχη καρδιά μου αμέσως παραδόθηκε στην ομορφιά της, που λύγισα στα πόδια της δίχως καμιάν αντίσταση, με την πιο φλογερή, την πιο ταπεινωτική ερωτική λατρεία. Κι αλήθεια, τι ήτανε η αγάπη μου για το κοριτσόπουλο της κοιλάδας σε σύγκριση με τη φλόγα, με το παραλήρημα, με την εκστατική λατρεία, που άφησα κλαίγοντας να ξεχειλίσει η ψυχή μου στα πόδια της αιθέριας Ερμενγάρδης; Αχ, ήταν παραδείσιο σεραφείμ η Ερμενγάρδη! – δεν είχα θέση για καμιάν άλλη στην καρδιά μου. Αχ, ήταν ένας άγγελος θεϊκός η Ερμενγάρδη! Και καθώς κοίταζα στα βάθη των αξέχαστων ματιών της, είχα στη σκέψη μου αυτά μονάχα – κι εκείνη.

Παντρευτήκαμε – δίχως να φοβηθώ τη φοβερή κατάρα που είχα επικαλεστεί. Ούτε κι έπεσε πάνω μου η κατάρα. Και μια φορά – πάλι μια φορά μονάχα, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας – ξανάρθανε οι απαλοί αναστεναγμοί που μ' είχαν εγκαταλείψει, και πήραν τη μορφή μιας γλυκιάς και γνώριμης φωνής που είπε:

«Κοιμήσου ήσυχα! Γιατί το Πνεύμα της Αγάπης κυβερνά και βασιλεύει. Και βάζοντας την Ερμενγάρδη μέσα στην καρδιά σου, λύθηκες – για λόγους, που θα σου γίνουνε γνωστοί στους ουρανούς – από τους όρκους που είχες κάνει στην Ελεονόρα».



******



Ήταν η «Ελεονόρα» - ένα από τα αγαπημένα μου διηγήματα του Έντγκαρ Άλαν Πόε [Edgar Allan Poe, "Eleonora"], γραμμένο το 1841, σε μετάφραση Κοσμά Πολίτη. Η εικονογράφηση είναι του Arthur Rackham [“Poe's Tales of Mystery and Imagination”, 1935].

Η «Ελεονόρα» ακροβατεί στο μεταίχμιο του ονείρου και της πραγματικότητας. Είναι μια ιστορία που φέρνει στο νου μας μια εικόνα αρχέγονου ερωτικού παραδείσου, μα με μια σημαντική διαφορά… το φινάλε της ιστορίας. Γιατί εδώ ο παράδεισος δεν χάθηκε. Δεν θα βρείτε ενοχές, αμαρτίες και βάσανα εδώ. Όσο η αγάπη συνεχίζει να βασιλεύει, ο παράδεισος απλά αλλάζει πρόσωπα…


Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένου: το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 18



Πορτραίτο του Έντγκαρ Άλαν Πόε / Edgar Allan Poe portrait

18 Νοεμβρίου 2018

Όταν ο Ρόμπερτ Τζόνσον συνάντησε τον Διάβολο


Ο Ρόμπερτ Τζόνσον, ο Διάβολος και τα Μπλουζ - αφιέρωμα και σχέδιο από το φονικό κουνέλι / When Robert Johnson met the Devil



Ο Robert Johnson και οι απαρχές των Blues… Ένα αφιέρωμα στη διασταύρωση της αλήθειας και του μύθου




Ένα κρύο βράδυ του Οκτώβρη, στα σκονισμένα χρόνια της δεκαετίας του 30, μια νύχτα που το ολόγιομο φεγγάρι έβαφε τον ουρανό στην απόχρωση του αίματος, ο Ρόμπερτ Τζόνσον έκανε συμφωνία με τον διάβολο.

Τον καιρό εκείνο ο Τζόνσον [Robert Johnson] ήταν ένας μοναχικός νεαρός μουσικός των Blues, γυροφέρνοντας σαν την άδικη κατάρα με τη κιθάρα του στα χαραγμένα απ’ το πιοτό και την εκμετάλλευση τοπία του αμερικανικού Νότου. Αναζητούσε κάποια αναγνώριση – μια διέξοδο από εκείνο το τούνελ που είχε καταπιεί εκατοντάδες χιλιάδες ψυχές πριν απ’ αυτόν: ψυχές φτωχών και περιθωριακών, σέρνοντας πίσω τους το βάρος μιας μακραίωνης ιστορίας σκλαβιάς και ρατσισμού. Τι και αν η σκλαβιά είχε επισήμως καταργηθεί εδώ και δυο γενιές; Μπορούσες ακόμα ν’ ακούσεις τον ήχο απ’ τις αλυσίδες της στα μαζεμένα βήματα των νεαρών νέγρων της εποχής – όπως και στα περιφρονητικά και φοβισμένα βλέμματα που εξαπέλυε πάνω τους η καλοστεκούμενη λευκή αστική κοινωνία των καιρών – όση, τέλος πάντων, είχε βγει ανέπαφη απ’ την οικονομική κρίση και τολμούσε να κοιτάξει καταπρόσωπο τους νέγρους.

Γεννήθηκε στο Μισισίπι και μεγάλωσε στο Μέμφις. Η μητέρα του είχε άλλα δέκα παιδιά πριν από αυτόν. Ο πατέρας του καταγόταν από σκλάβους. Ακόμα κι εκείνον τον καιρό η οικογένειά του εργαζόταν στις φυτείες – το ίδιο περιβάλλον που είχαν γνωρίσει οι παππούδες και οι πρόγονοί του. Βαμβάκια, φτωχόσπιτα και το στίγμα του αράπη. Μα είχαν και την παρηγοριά τους: το αλκοόλ, τη θρησκεία… και τα μπλουζ. Ένα είδος μουσικής που γεννήθηκε στο περιθώριο, σαν τους δημιουργούς του, και ανησύχησε ουκ ολίγους καλοβαλμένους αστούς της εποχής για τον «ηθικό εκφυλισμό» που το χαρακτήριζε. Να ήταν άραγε τα Μπλουζ η μουσική του διαβόλου;

Όσοι γνώρισαν τον νεαρό Τζόνσον λένε πως δεν ήταν καλός μουσικός τα πρώτα εκείνα χρόνια. Είχε μάθει κάποιες τεχνικές της κιθάρας από έναν αδερφό του, μα αδυνατούσε να φτάσει στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen των καιρών, όπως ο Charley Patton και ο Skip James – τους πρώτους μέντορες των “Blues του Δέλτα”, όπως χαρακτηρίστηκαν. Ένας άλλος δάσκαλος των Blues, ο Son House [Σον Χάουζ], τον είχε ακούσει να παίζει σ’ ένα τοπικό στέκι και είχε δηλώσει πως η μουσική του ήταν σκέτη φασαρία. «Δεν είχες ξανακούσει τέτοιο θόρυβο! Πάρε την κιθάρα απ’ τον μικρό, έλεγαν κάποιοι. Θα τους τρελάνει όλους με δαύτη! Δεν πιάνεις τη φυσαρμόνικα καλύτερα;»

Και το βλέμμα του νεαρού Τζόνσον άστραφτε σαν το μάτι του πάνθηρα στο σκοτάδι – ή σαν την αστραπή που φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό.



Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον
Μία από τις φωτογραφίες του Ρόμπερτ Τζόνσον



Στα 17 του παντρεύτηκε τη φιλενάδα από τα παιδικά του χρόνια, 16χρονη Virginia Travis, μα ίσα που πρόλαβε να ζήσει έναν χρόνο φευγάτης ευτυχίας. Η Virginia πέθανε στη διάρκεια της γέννας – και μαζί με αυτή, πέθανε και το παιδί της. Δύο χρόνια μετά θα παντρευόταν την Coletta Craft - μα θα πέθαινε κι εκείνη.

Ο Τζόνσον ήταν απαρηγόρητος. Δεν του έμενε άλλη επιλογή – έπρεπε να φύγει. Να πάρει τον δρόμο και όπου βγει, παρέα με την κιθάρα του. Ποιος τον αναγνώριζε; Κανένας. Ποιος είχε διάθεση ν’ ασχοληθεί σοβαρά μαζί του; Κανένας. Ποιος έπαιρνε στα σοβαρά τη μουσική του; Κανένας. Μα σάμπως είχε να χάσει κάτι; Τα είχε ήδη χάσει όλα. Τα βήματά του δεν ήταν παρά αποτυπώματα στη σκόνη. Κι αυτός μια κινούμενη σκιά σ’ έναν κόσμο που αδιαφορούσε για υπάρξεις σαν αυτόν.

Και πήρε τους δρόμους, χαράζοντας την πορεία του στα κατάστιχα του αμερικανικού Νότου. Στη διάρκεια της εξορίας του γνώρισε έναν κιθαρίστα, τον Ike Zimmerman, ο οποίος ανέλαβε να τον διδάξει ένα δυο πράγματα. Λέγεται πως κατέφευγαν τις νύχτες στα νεκροταφεία, γράφοντας τραγούδια στις ταφόπλακες, ρουφώντας το φεγγάρι, θέλοντας ίσως να ξυπνήσουν τους νεκρούς… Μα υπήρχε ένας πρακτικός λόγος γι’ αυτό: δεν επιθυμούσαν να ενοχλήσουν τους κατοίκους της πολιτείας, παίζοντας μουσική τα βράδια – μόνη διέξοδός τους το κοιμητήριο. Εκεί ήξεραν πως κανείς δεν θα τους έδιωχνε. Θα έπαιζαν με την ησυχία τους. Σκυλιά που γαβγίζουν στο αιμόφυρτο φεγγάρι. Σκυλιά που αλυχτούν στον κόσμο που τα σπρώχνει μακριά του. Σκυλιά με δόντια που γυαλίζουν.

Ποιος ξέρει… ίσως και να κατόρθωναν όντως ν’ αναστήσουν κάποιον νεκρό από τον τάφο του.



Τα χρόνια της δόξας




Και – ως δια μαγείας – έγινε το θαύμα. Έναν χρόνο μετά ο Τζόνσον επέστρεψε στα παλιά του λημέρια. Μα τώρα πια δεν ήταν ο άχαρος αυτός μουσικός που έκανε τους πάντες να κλείνουν τ’ αυτιά τους. Είχε μεταμορφωθεί σ’ έναν δεξιοτέχνη, όμοιος με τον οποίο δεν είχε ακουστεί ως τότε. Ο κόσμος έτριβε τα μάτια του – μα, αυτός συναγωνίζεται στο παίξιμο τους μεγάλους bluesmen! Και τι συναίσθημα αποπνέει, τι τεχνική, τι ήρεμη δύναμη!

Ο Τζόνσον συνέχισε τις περιπλανήσεις του, εγκαταλείποντας τα γνώριμα τοπία του Νότου. Έμοιαζε να καθοδηγείται από κάποια εσωτερική φωτιά, που τον έσπρωχνε ολοένα μπρος – ποτέ πίσω. Σικάγο, Νέα Υόρκη, Ντιτρόιτ. Τα Μπλουζ είχαν μεταμορφωθεί στα χέρια του από παράφωνο μωρό σ’ ένα παιχνιδιάρικο παιδί – και αυτός έπαιζε μαζί τους, γελούσε μαζί τους, έκλαιγε μαζί τους. Εν έτει 1932 έπαιξε ξανά μπροστά στους αλλότινούς του μέντορες: τον Son House και τον Willie Brown. Μα οι περασμένες εντυπώσεις ανήκαν στο παρελθόν. Οι παλιοί δάσκαλοι δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους. Μα – αυτός είναι ένας εξαιρετικός μουσικός! Πρόκειται άραγε για τον ίδιο νεαρό που είχαμε γνωρίσει πριν μερικά χρόνια;

Και οι γυναίκες – α, οι γυναίκες τον λάτρευαν. Στις πόλεις και στα μπαρ οι ερωμένες διαδέχονταν η μία την άλλη. Και ο Τζόνσον απολάμβανε την αυξανόμενη φήμη του, τη ρουφούσε αχόρταγα σα νέκταρ.



Η ξακουστή φωτογραφία του Ρόμπερτ Τζόνσον με το κοστούμι, την κιθάρα και το καπέλο
Το ξακουστό πορτραίτο του Ρόμπερτ Τζόνσον



Ήταν μια εποχή που ο κόσμος αποζητούσε τη μουσική των μαύρων. Η Τζαζ είχε εδώ και μια δεκαετία σχεδόν εκτοξευτεί στις προτιμήσεις του κοινού, συμπεριλαμβανομένου του λευκού κοινού των πόλεων – σειρά τώρα είχαν τα Μπλουζ. Την εμπορική αρχή είχαν κάνει οι μεγάλες Ντίβες των Μπλουζ, γυναίκες σαν την Ma Rainey και την Bessie Smith. Τώρα έμελλε ν’ ακολουθήσουν οι μοναχικοί bluesmen του Δέλτα, η μουσική των οποίων εκπροσωπούσε τα πρωταρχικά, αρχέγονα μπλουζ του Νότου.

Έτσι κι έγινε λοιπόν. Μια σημαντική δισκογραφική εταιρία, η ARC Records, πρότεινε στον Τζόνσον να ηχογραφήσει τα τραγούδια του. Το αποτέλεσμα ήταν οι θρυλικές εκείνες εκτελέσεις των 29 τραγουδιών, με τα οποία γνώρισε ο κόσμος τη μουσική του και οι οποίες με το πέρασμα των χρόνων (και των δεκαετιών) έγιναν γνωστές ως τα τραγούδια του “King of the Delta Blues Singers”. Ήταν τα τραγούδια με τα οποία έμελλε να τον γνωρίσουν, καιρό μετά το θάνατό του, ο Muddy Waters και ο Howlin’ Wolf• ο Jimmy Page και ο Eric Clapton• o Keith Richards και ο Bob Dylan.

Ήταν τα τραγούδια στη βάση των οποίων οικοδομήθηκε η μισή μουσική του 20ου αιώνα. Ο πηλός (ακατέργαστος, ίσως, και ωμός, μα στιβαρός και ουσιώδης) πάνω στον οποίο σμιλεύτηκε το μνημείο της Blues και της Ροκ μουσικής.

Είναι δυνατόν αυτός ο καταπληκτικός μουσικός να είναι ο ίδιος εκείνος παλικαράκος με τον οποίο γελούσαμε λίγα χρόνια πριν; - αναρωτιόταν το κοινό που τον ήξερε από παλιότερα. Αποκλείεται! Δες τις επιτυχίες του, δες τη δύναμη που αποπνέει. Κάποιο πνεύμα έχει μπει μέσα του και καθοδηγεί το παίξιμό του! Ναι – αυτή η εξήγηση έμοιαζε περισσότερο πιθανή.

Κάποιοι θα έλεγαν – ο διάβολος.



Παζάρι με τον διάβολο. Ο νέος Φάουστ




Στο σταυροδρόμι των αποφάσεων




Ο μύθος λέει πως ήταν ένα μοιραίο, παγερό βράδυ, στη διάρκεια της περιόδου της εξορίας. Ο Τζόνσον έπαιζε μόνος σε μια σκοτεινή διασταύρωση, στο ανίερο σμίξιμο των δρόμων Highway 61 και 49… Σύμφωνα με μια παράδοση που είχε ρίζες στο μακρινό παρελθόν, η διασταύρωση δύο δρόμων θεωρείται μέρος ερεβώδες, δαιμονικό, χαίνουσα πηγή μαύρης μαγείας. Ο άνεμος φυσούσε, αντηχώντας σαν αναστεναγμός μανιασμένου εραστή. Ο ουρανός έσμιγε με τη σελήνη και γεννούσανε σκιές. Ένα σκυλί ούρλιαζε σα λυσσασμένο, χοροπηδώντας λες και προσπαθούσε να πιάσει το σκιερό του είδωλο – μα εκείνο του διέφευγε διαρκώς.

Τότε ήταν – λένε – που ο Τζόνσον ήρθε σε επαφή με έναν μεγαλόσωμο, επιβλητικό, μαυριδερό κύριο. Ο κύριος του χαμογέλασε και τα λευκά δόντια του αντανακλούσαν τη λάμψη απ’ το φεγγάρι. «Σε περίμενα», του είπε – ή μήπως ήταν ο ήχος της κιθάρας του που έμοιαζε να σμίγει με τον άνεμο και να συνθέτουν λέξεις; «Άργησες, ξέρεις», αντήχησε η φωνή (ή οι συγχορδίες που παρέσερνε ο άνεμος). «Μα ίσως και όχι. Σε αυτή τη διασταύρωση ποτέ κανένας δεν αργεί… κάποιος έρχεται πάντα όταν είναι η ώρα του να έρθει.»

Ο Τζόνσον κατάλαβε ποιος ήταν. Και κατάλαβε ποιος ήταν ο σκοπός του. Η καρδιά του χτύπησε με φόβο και λαχτάρα. Η κιθάρα του άρχισε να παίζει δυνατότερα. «Έχω χάσει όλα όσα είχα. Τη ζωή μου, τη γυναίκα μου, το παιδί μου. Μόνο η κιθάρα αυτή μου μένει. Το μόνο όνειρό μου, ν’ αναγνωριστώ. Να πνίξω τον πόνο μου στη παρηγοριά της δόξας, στη ζεστασιά του ακριβού ποτού, να με θαυμάζουν οι μουσικοί και να με ποθούνε οι γυναίκες. Μπορείς να μου δώσεις αυτό που σου ζητώ;»

Ο διάβολος τον κοίταξε και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Ο άνεμος φυσούσε με μανία. «Μπορώ να σου χαρίσω τόση δόξα, όση δε φαντάζεσαι. Θα έχεις ουίσκι άφθονο και γυναίκες φίνες. Δεκαετίες και δεκαετίες μετά θα μνημονεύεται το όνομά σου και θα σε μελετούν οι καλλιτέχνες. Η μουσική του εικοστού αιώνα θα εμποτιστεί στους ρυθμούς που θα της δώσεις… Μα, να ξέρεις, υπάρχει πάντα και το τίμημα... Νομίζω πως αυτό είναι αυτονόητο, θα συμφωνήσεις μαζί μου».



Ο Ρόμπερτ Τζόνσον και ο Διάβολος σε κάρτες / Robert Johnson and the Devil cards



Ο Τζόνσον φάνηκε διστακτικός. Το σταυροδρόμι κάτω στα πόδια του φάνταζε λες και ανήκε σ’ έναν άλλο κόσμο – σα να ήταν το μοναδικό σταυροδρόμι που είχε ποτέ υπάρξει, ίδιο και απαράλλαχτο σε όλες τις εποχές και τους τόπους. Ο αέρας είχε πάψει ν’ αντηχεί, το σκυλί ίσα που ακουγόταν κάπου μακριά. Η κιθάρα χαμήλωσε. Ο Τζόνσον σκέφτηκε το παρελθόν του… τι είχε χάσει, τι είχε να κερδίσει. Σκέφτηκε τα μέλη της φυλής του. Τους εκατοντάδες χιλιάδες εκείνων που γεννιόνταν και πέθαιναν στην αφάνεια, ελπίζοντας, ίσως, σε κάποιο μεταθανάτιο παράδεισο, πέρα απ’ τα μαρτύρια αυτού του κόσμου.

Τα σκέφτηκε όλα αυτά και αποφάσισε.

«Θέλω να γίνω ο βασιλιάς των Blues», είπε στον διάβολο. Και ο διάβολος χαμογέλασε.

«Φέρε την κιθάρα σου, παλικάρι μου», του είπε. Ο Τζόνσον την παραχώρησε. Ο διάβολος την πήρε στα πελώρια χέρια του, την κούρδισε και εκείνη φάνηκε ν’ αναστενάζει ηδονικά. Φλόγες φάνηκαν να ξεπετάγονται από μέσα της. Μα όταν ο Τζόνσον την έπιασε στα χέρια του, η κάψα όλη μπήκε στο κορμί του. Και αισθάνθηκε τότε τη γλυκιά ηδονή της έμπνευσης να τον κατακλύζει.

Και έπαιξε. Και η κιθάρα δυνάμωσε, ο ήχος της εκτόξευσε σπίθες στο σκοτάδι. Ήταν λες και δεν έπαιζε πλέον αυτός, λες και δεν ήταν τα δικά του δάχτυλα στην ταστιέρα. Και ο άνεμος ούρλιαξε με φρενιασμένη χαρά.



Λίγα χρόνια μετά, κάποιο βράδυ στο άδυτο ενός μπαρ, κι ενώ ο Τζόνσον είχε αποκτήσει την αναγνώριση που τόσο επιθυμούσε, έπεσε νεκρός. Πηγή του θανάτου ένα ποτήρι ουίσκι ποτισμένο με δηλητήριο. Κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν πως μαχαιρώθηκε. Αμφότερες οι πηγές αναφέρουν ως αιτία θανάτου τον ερωτικό ανταγωνισμό μεταξύ του Τζόνσον και του συζύγου κάποιας από τις ερωμένες του.

Ο διάβολος είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.



Ο δαίμονας του Βουντού Papa Legba
Papa Legba painting



Επίλογος. Τα μπλουζ και ο διάβολος – μια κριτική θεώρηση




Η ακόλουθη ανάλυση δεν έχει σκοπό να «εκλογικεύσει» τον μύθο του Ρόμπερτ Τζόνσον – υπάρχει ένας λόγος που σχηματίζονται οι μύθοι και ο λόγος αυτός υπερβαίνει την κοινή λογική – μα να φωτίσει μια συγκεκριμένη πτυχή του φαινομένου «κουλτούρα και διάβολος» - ξεκινώντας από το κυνήγι μαγισσών και φτάνοντας ως τη δαιμονοποίηση της ροκ και μέταλ μουσικής, μεταξύ άλλων. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο που αμφότερες οι μεγάλες μουσικές δημιουργίες των μαύρων – η Τζαζ και τα Μπλουζ – στα πρώτα χρόνια της ανέλιξής τους στιγματίστηκαν ως «ανήθικες» ή έφτασαν να δαιμονοποιηθούν από μια μερίδα κόσμου.

Είναι συχνό φαινόμενο (κατά τη διάρκεια του χριστιανικού δυτικού πολιτισμού) η τάση των μαζών να συγχωνεύουν με τον Διάβολο ή το Κακό οτιδήποτε αδυνατούν να κατανοήσουν ή οτιδήποτε αποκλίνει από τις επικρατούσες κοινωνικές νόρμες. Το ίδιο πράγμα που οι «εκλεπτυσμένοι» αστοί καταδικάζουν ως «ανήθικο» ή «ανατρεπτικό», τα χαμηλότερης παιδείας κοινωνικά στρώματα τείνουν να το ερμηνεύουν με θρησκευτικούς όρους: «κακό», ή «σατανικό». Σκεφτείτε τι μπορεί να σήμαινε για το βαθιά θρησκευόμενο και προληπτικό πνεύμα του αμερικανικού Νότου ένας ανερχόμενος μαύρος αστέρας της μουσικής στη διάρκεια της δεκαετίας του 30. Ένας αστέρας που είχε ξεπηδήσει κυριολεκτικά από το πουθενά. Προκαλούσε δέος – και φόβο.

Τι και αν η σκλαβιά είχε καταργηθεί επισήμως. Οι νέγροι έσερναν παντού γύρω τους το στίγμα του «αράπη». Ο πολιτισμός τους φάνταζε «πρωτόγονος» και «βάρβαρος» στα μάτια των συντηρητικών λευκών. Και αν ο λευκός κόσμος αναγνώριζε τις ικανότητές τους ως καλλιτεχνών, αυτό γινόταν μόνο στα πλαίσια της ψυχαγωγίας τους: οι μαύροι ως «διασκεδαστές», ως «θεατρίνοι» - μια παράδοση που φέρει πίσω της δεκαετίες και δεκαετίες, φτάνοντας ως τα πρώτα χρόνια του αμερικανικού κράτους και στην θεατρική παράδοση του Vaudeville – τότε που λευκοί ηθοποιοί έβαφαν τα πρόσωπά τους μαύρα, φορούσαν παρδαλά ρούχα, μιλούσαν με γελοία προφορά και πετούσαν τούρτες ο ένας πάνω στον άλλο.

Και να που, καταμεσής αυτών, εμφανίστηκαν τα Blues. Μια μουσική στην οποία – για πρώτη φορά – ο νέγρος δεν τραγουδούσε για να διασκεδάσει το λευκό κοινό… μα για να ευφράνει την ψυχή του. Για να εξωτερικεύσει τον πόνο του. Για να εκφράσει τη λαχτάρα του. Για πρώτη φορά μετουσίωνε σε τέχνη τα αληθινά του αισθήματα – δεν ήταν πια ηθοποιός, δεν ήταν πια ψυχαγωγός, δεν ήταν πια διασκεδαστής, μα ένας αληθινός άνθρωπος, με σάρκα και οστά. Και επιθυμίες – όχι απαραίτητα «ηθικές» με βάση τα κυρίαρχα λευκά πρότυπα, μα σίγουρα ανθρώπινες.




Μουσικός των Μπλουζ / Blues musician




Αν όμως αυτοί οι «αράπηδες» διεκδικούν αξιώσεις ανθρώπου, πως μπορούμε πια να τους φερόμαστε σαν ζώα; Αν τραγουδάμε τα τραγούδια τους και ταυτιζόμαστε με τους στίχους τους, πως είναι δυνατόν να αποδεχόμαστε τη χαμηλή κοινωνική τους θέση; Όχι, κάτι τέτοιο είναι ανήκουστο! Γιατί από τη στιγμή που θα αποδεχτείς τον άλλο σαν συνάνθρωπό σου, ίσο και όμοιο με σένα, ικανό να παράγει τέχνη ισάξια με τη δική σου, ολόκληρο το κοινωνικό οικοδόμημα πάνω στο οποίο έχεις χτίσει την εξουσία σου κινδυνεύει να γκρεμιστεί από το βάθρο του.

Τι μένει, λοιπόν; Να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «ανήθικη». Ως «στερημένη πνεύματος». Ως «εκφυλισμένη». Να υποτιμήσεις το έργο του, να το περιθωριοποιήσεις, να αρνηθείς την υπόστασή του.

Και αν είσαι θρησκευόμενος μπορείς εύκολα να κάνεις κάτι ακόμα: να χαρακτηρίσεις τη μουσική του ως «μουσική του διαβόλου». Αυτό ήταν: με τόσους θρήσκους και προληπτικούς εκεί έξω, ξεμπέρδεψες. Και το κοινωνικό status quo παραμένει ως έχει.

Που να ήξεραν – που να ήξεραν πως τα θεμέλια είχαν πια σκαφτεί! Με το πέρασμα των δεκαετιών τα «σατανικά» Μπλουζ θα παραχωρούσαν τη θέση τους στη «σατανική» Ροκ. Μα ήταν πια αργά για τους πουριτανούς του κόσμου – η μουσική είχε πια τον πρώτο λόγο… 




Μουσικοί των Μπλουζ στις αρχές του 20ου αιώνα /Early Blues musicians




Και ο διάβολος; Και ο μύθος που περιγράψαμε; Άραγε υπήρξε ποτέ εκείνη η μοιραία νύχτα, στη διασταύρωση των Highway 61 και 49;

Στη μυθολογία του Βουντού γίνεται λόγος για μια θεότητα με το όνομα “Papa Legba”. Λέγεται πως συχνάζει σε σταυροδρόμια, όταν έρχονται στιγμές μεγάλων αποφάσεων για τη ζωή ενός ανθρώπου, και παρέχει συμβουλές. Δεν ταυτίζεται με το «κακό», όσο με την ανατροπή – και ενίοτε, το ξεγέλασμα. Θα βρείτε πολλές αναφορές σε αυτόν στη μυθοπλασία γύρω από τη ζωή του Ρόμπερτ Τζόνσον. Να θυμίσουμε, εξάλλου, πως οι μάζες των αφρικανών σκλάβων που μετέβησαν στην Αμερική έφεραν μαζί τους τις πνευματικές παραδόσεις της πατρίδας τους – σμίγοντάς τες με την χριστιανική πίστη που συνάντησαν στις αποικίες και δημιουργώντας πλήθος από ενδιαφέροντα θρησκευτικά αμαλγάματα.

Κάθε κριτική ανάλυση ενός μύθου σκοντάφτει σε ένα χώρο που αδυνατεί, κατά τη γνώμη μου, να φωτίσει. Είναι σαν εκείνο που έλεγε ο Φρόυντ για τα όνειρα: προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις και ως ένα βαθμό το κατορθώνεις – μα υπάρχει πάντα ένα επίπεδο πέραν του οποίου δεν μπορείς να πας: το «σκοτεινό» σημείο του ονείρου, όπως και το «σκοτεινό» σημείο του μύθου. Γιατί κάθε μύθος φέρει πίσω του το συλλογικό ασυνείδητο του λαού που τον γέννησε – ένα αχανές πλέγμα σημασιών και φαντασιακού.

Εξάλλου ο ίδιος μύθος που για μια μερίδα κόσμου δρα αποτρεπτικά και εκφοβιστικά, για μια άλλη συνιστά αιτία ενδυνάμωσης. Ένας άνθρωπος που έφτασε σε σημείο να κάνει συμφωνίες με θεούς, δαίμονες και πνεύματα – τι καλύτερος τρόπος για εκτοξεύσεις μια τέχνη ή ένα κίνημα! Κάπως έτσι αρχίζουν οι θρησκείες.

Και η μουσική… είναι μια θρησκεία – και ίσως κάτι παραπάνω.




Κιθάρα Blues




Έχω την αίσθηση πως αν ρωτούσαμε τον Ρόμπερτ Τζόνσον αν έκανε συμφωνία με τον διάβολο – θα μας κοιτούσε με νόημα και θα χαμογελούσε. Και στη συνέχεια θα έπιανε την κιθάρα του και θα έπαιζε ένα τραγούδι. Αυτό όλο – και ας δώσει ο καθένας τις δικές του ερμηνείες.

Κάπου εδώ φτάνουμε στο τέλος. Αν απολαύσατε το παρόν μουσικό ταξίδι, μπορείτε να συνεχίσετε την ιστορική και αφηγηματική μας διαδρομή με την παρουσίασή μου πάνω στην ιστορία της Τζαζ:


Η Ιστορία της Τζαζ, μέρος 1 – ο Αρχέγονος Ρυθμός


Μέχρι να τα ξαναπούμε, σας αφήνω με κάποιους στίχους του Ρόμπερτ Τζόνσον – του αδιαμφισβήτητου Βασιλιά των Blues του Δέλτα.



I got to keep movin', I got to keep movin' 

Blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

Hmmm-mmm, blues fallin' down like hail, blues fallin' down like hail 

And the days keeps on worryin' me 

There's a hellhound on my trail, hellhound on my trail 

Hellhound on my trail… 


Every old place I go, every old place I go 

I can tell the wind is risin', the leaves tremblin' on the tree 

Tremblin' on the tree 

I can tell the wind is risin', leaves tremblin' on the tree 

Hmm-hmm hmm-mmm 

All I need's my little sweet woman 

And to keep my company, hey, hey, hey 

My company 



© Παρουσίαση και σχεδιασμός αρχικής εικόνας από το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος του 18. Παρακαλώ να μην γίνει αντιγραφή και αναδημοσίευση του κειμένου σε άλλες ιστοσελίδες


Στη διασταύρωση 61 και 49 / Robert Johnson Highway 61 & 49

11 Νοεμβρίου 2018

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα


Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11. Λογοτεχνία, ποίηση και τρέλα. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Περάστε, αγαπητοί! Περάστε στο όμορφο Λαγούμι μας, που άνοιξε ξανά τις πόρτες του για σας… Ένα πράγμα μόνο σας παρακαλώ: αφήστε τη λογική σας έξω, μη την πάρετε μαζί σας. Και μαζί με αυτήν πετάξτε στα σκουπίδια, για λίγο έστω, όλα όσα σας έχουν μάθει σε αυτόν τον κόσμο των ανθρώπων – που όσο λογικός πασχίζει να φαίνεται, τόσο παράλογος είναι στην ουσία του…

Τα σημερινά αποσπάσματα σχετίζονται με την τρέλα και την ποίηση. Και τον έρωτα. Και την ψευδαίσθηση. Και το μεθύσι. Όλες λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια…

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ – ο περίφημος εκείνος Γάλλος με τη μεγάλη μύτη – μας περιγράφει την εμπειρία του από το ταξίδι στη Σελήνη και τα έθιμα των Σεληνάνθρωπων, οι οποίοι κάνουν τις συναλλαγές τους με ποιήματα αντί για χρήματα… Ο Χ. Π. Λάβκραφτ μας παρουσιάζει μια κρυμμένη Πολιτεία πέρα και έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στο κλασικό του βιβλίο «Τα Βουνά της Τρέλας»… Ο Τριστάν Τζαρά γράφει, εν έτει 1918 και στη διάρκεια του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το Μανιφέστο του Νταντά… Μια γυναίκα εξομολογείται τον παράφορο έρωτά της σ’ ένα Τέρας, δια στόματος Βίκτορα Ουγκώ… Ο Τομ Ρόμπινς παίζει με τις λέξεις και αναπνέει ποίηση… Ο Έρασμος μας παρουσιάζει τη διαχρονική τρέλα του ανθρωπίνου είδους στο «Εγκώμιο της Τρέλας» του… Ο Φρίντριχ Νίτσε τονίζει πόσο αναγκαία είναι η τέχνη και, μαζί με αυτήν, η τρέλα… Ο Μπωντλαίρ μας καλεί να μεθύσουμε… Και, τέλος, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μας νανουρίζει σε κόσμους ψευδαίσθησης και τρελού, αλλοπρόσαλλου έρωτα, στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Διαβάστε μαζί μου. Και υποσχεθείτε μου πως κάτι θα αλλάξει μέσα σας μετά από αυτή την ανάγνωση… Υποσχεθείτε μου...



Συρανό ντε Μπερζεράκ – Ποιήματα αντί για χρήματα




Κολλάζ για το Ταξίδι στη Σελήνη του Συρανό ντε Μπερζεράκ - το φονικό κουνέλι




Ένας από τους παλαιότερους συγγραφείς που ισχυρίστηκαν πως είχαν ταξιδέψει στη Σελήνη, εν έτει 1657, ήταν ο Συρανό ντε Μπερζεράκ. Στη διάρκεια του ταξιδιού του συναντάει τους Σεληνάνθρωπους και γνωρίζει τα έθιμά τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που έκαναν εντύπωση στον συγγραφέα ήταν το τοπικό νόμισμα του πλανήτη: στη Σελήνη οι κάτοικοι δεν πληρώνουν με χρήματα, αλλά με… ποιήματα. Ας δούμε το απόσπασμα από το βιβλίο του:



«Μετά το γεύμα μου ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και κάνοντας χίλιες γκριμάτσες, που τις χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να δείξουν συμπάθεια, ο πανδοχέας πήρε ένα χαρτί. Τον ρώτησα αν ήταν κάποιο τσεκ ή γραμμάτιο για την πληρωμή. Απάντησε αρνητικά κι ότι τακτοποίησε την οφειλή μ' ένα ποίημα.

«Τι; Ποίημα;» έκανα. «Οι πανδοχείς έχουν την παραξενιά της ομοιοκαταληξίας;»

«Αυτό είναι το τοπικό νόμισμα», μου απάντησε, «και τα έξοδα που κάναμε εδώ κοστίσανε ένα εξάστιχο. Δεν ανησυχούσα μήπως δεν μου φτάσουν, γιατί ακόμα κι αν περνούσαμε μια εβδομάδα χλιδής, θα μας κόστιζε ένα σονέτο κι εγώ έχω τέσσερα επάνω μου, μαζί με δύο επιγράμματα, δύο ωδές κι ένα βουκολικό». […]

Ύστερα ρώτησα αν τους στίχους που χρησιμοποίησε σαν χρήμα μπορούσε να τους κοπιάρει κάποιος και να τους χρησιμοποιήσει ξανά. Μου απάντησε πως όχι και συνέχισε: «Όταν ένα ποίημα είναι έτοιμο, ο συγγραφέας το πηγαίνει στην κεντρική τράπεζα νομίσματος, όπου εδρεύει η επιτροπή των ποιητών. Εκεί, οι επίσημοι στιχουργοί θέτουν τα έργα σε δοκιμασία και, αν κριθούν καλής ποιότητας, τα διατιμούν όχι με το βάρος, αλλά με την ευφυΐα που περικλείουν. Έτσι, όποιος πεθαίνει από πείνα, πάει να πει πως είναι σκέτο βόδι, κι αυτοί που τρώνε πάντα καλά είναι οι ευφυείς».

Εκστατικός θαύμαζα τη δικαιοσύνη αυτού του τόπου».


Από το βιβλίο του Συρανό ντε Μπερζεράκ “Ταξίδι στη Σελήνη” [Cyrano de Bergerac, “L’Autre monde ou les états et empires de la Lune” – σε μτφ Ι.Λο Σκόκκο], δημοσιευμένο το 1657.

Σκεφτείτε λοιπόν, στη δική μας πραγματικότητα πλέον, να είχαμε ποιήματα, ή ενδεχομένως και τραγούδια, στη θέση των χρημάτων. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα ήταν οι ικανοί ποιητές. Και ο άνθρωπος που σκέφτεται δημιουργικά, ο άνθρωπος που συναισθάνεται βαθύτερα, θα άξιζε μια περιουσία ολόκληρη.

Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει σήμερα δηλαδή.




Χ.Π. Λάβκραφτ. Τα βουνά της τρέλας



Σύνθεση για τα Βουνά της Τρέλας του Χ.Π. Λάβκραφτ




«Όλες οι στιγμές εκείνης της πτήσης που κράτησε τέσσερις ώρες και μισή, είναι αποτυπωμένες με πυρωμένο σίδερο στη μνήμη μου, εξαιτίας της κρίσιμης σημασίας που είχαν για τη ζωή μου. Σημάδεψαν την απώλεια, στα πενήντα τέσσερα μου χρόνια, κάθε γαλήνης και κάθε ισορροπίας που διαθέτει ένα κανονικό μυαλό, χάρη στις παραδεδεγμένες ιδέες του για την περιβάλλουσα φύση και για τους φυσικούς νόμους. […]

Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε πέρα, μπροστά μας, το ανώμαλο περίγραμμα των μαγικών κώνων και πυραμίδων και οι φωνές του μας έστειλαν όλους στα παράθυρα της καμπίνας του μεγάλου αεροπλάνου. Παρά την ταχύτητά μας μεγάλωναν με αργό ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να βρίσκονταν σε άπειρη απόσταση και ότι φαίνονταν μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά σιγά-σιγά υψώθηκαν σκυθρωπά στον ουρανό της δύσης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διάφορες γυμνές, έρημες, μαυρωπές κορυφές και να νιώσουμε το ξύπνημα της αίσθησης του φανταστικού που προκαλούσε η θέα τους κάτω από το ερυθρωπό ανταρκτικό φως. Πίσω και πάνω τους ιρίδιζαν τα σύννεφα της χιονόσκονης ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη συνολική εντύπωση.

Το όλο θέαμα απέπνεε έναν επίμονο υπαινιγμό φοβερής μυστικότητας, γεννούσε μια προσμονή αποκάλυψης. Σαν να σημάδευαν οι γυμνοί, εφιαλτικοί εκείνοι πυργίσκοι τους πυλώνες μιας τρομερής πύλης που σε εισήγαγε σε απαγορευμένες σφαίρες ονείρου, σε περίπλοκες αβύσσους απόμακρου χρόνου, χώρου, πολυδιαστατικότητας. Δεν μου έφευγε η αίσθηση ότι ήταν πράγματα του κακού – βουνά παραφροσύνης, που οι πιο απόμακρες κορυφογραμμές τους ξανοίγονταν προς κάποιαν αβυσσαλέα, καταραμένη εσχατιά.

Το φόντο των ημιφώτεινων, περιδινούμενοι σύννεφων ήταν γεμάτο από άρρητες προρρήσεις μιας αόριστης, αιθέριας απεραντοσύνης, άγνωστης για τη γήινη αίσθηση του χώρου, φρικαλέα υπενθύμιση άπειρης απόστασης, ετερότητας, ερημιά που μιλούσε για τον απ’ αιώνων θάνατο αυτού του απάτητου και αβυθομέτρητου νότιου κόσμου».


Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Τα Βουνά της Τρέλας» [H.P. Lovecraft, “At the Mountains of Madness”]. Πρώτη έκδοση το 1936, σε μετάφραση: Β. Καλλιπολίτη.

Ένα μικρό απόσπασμα ενός απ' τα σημαντικότερα βιβλία τρόμου του 20ου αιώνα. Μικρό - μα παγωμένο και απόμακρο, ξεχειλίζοντας από εκείνη την αρχέγονη αίσθηση τρόμου που ο Λάβκραφτ ήξερε τόσο πετυχημένα να χειρίζεται.

Τελικά υπάρχει άραγε εκείνη η Αρχαία Πολιτεία - πιο αρχαία και από τα αρχαιότερα πλάσματα της γης -, θαμμένη κάτω από τους απάτητους πάγους του Νότου;...




Τριστάν Τζαρά – Μανιφέστο Νταντά



Νταντά - Kleine Dada Soiree των Theo van Doesburg και Kurt Schitters
Theo van Doesburg & Kurt Schitters, 1922.



«Κάθε προϊόν αηδίας που έχει την τάση να γίνει η άρνηση της οικογένειας, είναι Νταντά. Η διαμαρτυρία με τις γροθιές ολόκληρου του είναι σου και η καταστροφική δράση: ΝΤΑΝΤΑ. Η υιοθεσία όλων εκείνων των τρόπων συμπεριφοράς, που η σεξουαλική ντροπή, οι βολικοί συμβιβασμοί και η ευγένεια ανέκαθεν καταδίκαζαν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της λογικής, αυτού του χορού των ανίκανων να δημιουργήσουν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας αλλά και κάθε κοινωνικής εξίσωσης που θα επερχόταν σαν αποτέλεσμα αξιών που χαρακτηρίζουν υπηρέτες: ΝΤΑΝΤΑ.

Κάθε αντικείμενο, όλα τα αντικείμενα, τα συναισθήματα και οι ασάφειες, οι εμφανίσεις και το σοκ ακριβείας των παράλληλων γραμμών, να τα όπλα στη μάχη που δίνει το ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της μνήμης: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της αρχαιολογίας: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση των προφητών: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση του μέλλοντος: ΝΤΑΝΤΑ. Το εκλεπτυσμένο και χωρίς προκαταλήψεις πήδημα από την αρμονία σε μια άλλη σφαίρα [...] μ' αυτήν την ένταση μέσα στους θάμνους, ένταση απαλλαγμένη από τα έντομα των γαλαζοαίματων και χρυσωμένη με σώματα αρχαγγέλων, με την ψυχή του φορέα της.

Η ελευθερία: ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ - το ουρλιαχτό των συρρικνωμένων οδυνών, ο συνυφασμός των αντιθέσεων και όλων των αντιφάσεων, των γελοιοτήτων και των ασυνεπειών: Η ζωή.»


Από το περίφημο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» του Τριστάν Τζαρά [Tristan Tzara, “Le Manifeste DaDa”], σε μετάφραση Ανδρέα Κανελλίδη. Γεννημένο στην καρδιά του ιστορικού παραλογισμού, εν έτει 1918, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δίνοντας διέξοδο σε μια νέα τέχνη που πετούσε τον παραλογισμό της κοινωνίας των ανθρώπων στα σκουπίδια – επιλέγοντας, έναντι αυτής, την υγιή τρέλα της δημιουργίας… 

Κολλάζ: "Kleine Dada Soiree" των Theo van Doesburg και Kurt Schitters, του 1922.



Τομ Ρόμπινς – Αναπνέοντας ποίηση



Ο Τομ Ρόμπινς σχεδιασμένος από τον Ryan Sheffield - Tom Robbins by Ryan Sheffield
Tom Robbins by Ryan Sheffield



«Στη γλώσσα των Ινδιάνων Χάιντα, που ζούσαν στις βορειοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, το ρήμα «γράφω ποίηση» είναι ίδιο με το ρήμα «αναπνέω».

Αυτές οι εθνολογικές πληροφορίες άρεσαν πολύ στην Αμάντα, που αποφάσισε ότι στο εξής θα προσπαθούσε να ρυθμίζει κάθε ανάσα της σαν να έγραφε ένα ποίημα. Πραγματικά, κράτησε το λόγο της, και αυτός ο νέος τρόπος αναπνοής μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την προσωπική της γοητεία.

Μια φορά, ενώ ανάσαινε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στιχάκι, ρούφηξε ένα ζουζούνι που περνούσε εκείνη τη στιγμή πετώντας. «Τι απαίσια ομοιοκαταληξία», είπε η Αμάντα βήχοντας. «Μου φαίνεται ότι θα ξαναγυρίσω στην πρόζα».


Ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο του “Another Roadside Attraction” - το βιβλίο με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο [γνωστό στα ελληνικά ως «Αμάντα»]. Πρώτη έκδοση το 1971, μτφ: Γ. Μπαρουξής.



Ερωτική εξομολόγηση σ’ ένα τέρας






«Νιώθω ξεπεσμένη κοντά σου, τι ευτυχία! Να 'σαι υψηλότατη, τι ανούσιο πράγμα! Είμαι αυγούστα, πόσο με κουράζει αυτό! Ενώ σαν ξεπέφτεις, ξεκουράζεσαι. Έχω τόσο πολύ μπουχτίσει το σεβασμό, ώστε έχω ανάγκη την περιφρόνηση [...] Σ' αγαπώ όχι μόνο γιατί είσαι παραμορφωμένος, αλλά γιατί είσαι ένας τιποτένιος. Αγαπώ το τέρας, αγαπώ τον παλιάτσο. Ένας ταπεινός, βρομερός, χυδαίος, χονδροειδέστατος και φρικτός εραστής, που είναι εκτεθειμένος στο γέλιο πάνω σ’ εκείνο τον κύφωνα που τον ονομάζουν θέατρο, αυτό αποτελεί μια σοφία μοναδική. Είναι σαν να δαγκώνεις τον καρπό της αβύσσου.

Ένας εραστής ατιμωτικός είναι κάτι εξαίσιο. Να δαγκώνω το μήλο όχι του Παράδεισου, μα της κόλασης, να ποιος είναι ο δικός μου πειρασμός κι έχω αυτή την πείνα κι αυτή τη δίψα, είμαι μια Εύα κι εγώ. Η Εύα της αβύσσου. Κι εσύ, το πιθανότερο, χωρίς να το ξέρεις είσαι ένας δαίμονας. Κράτησα ως τώρα το κορμί μου για τη μάσκα του ονείρου. Είσαι κάποιο νευρόσπαστο, που ένα φάντασμα κρατά τα νήματά σου. Είσαι το όραμα του τρομερού γέλιου της κόλασης. Είσαι ο αφέντης που περίμενα. […]

Γκουινπλέιν, είμαι ο θρόνος κι εσύ είσαι το παλκοσένικο. Ας σταθούμε λοιπόν στο ίδιο επίπεδο. Αχ! Είμαι ευτυχισμένη, να που έπεσα χαμηλά. Θα ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει ως ποιο σημείο είμαι τιποτένια. Γονατίζω μπροστά σου, γιατί όσο πιο τιποτένιος γίνεσαι τόσο περισσότερο σέρνεσαι. Έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος. Εχθρικό, όμως ερπετό. Δράκοντας, όμως σκουλήκι. Ω: Είμαι έκφυλη σαν τις θεές [...]

Εσύ όμως δεν είσαι άσχημος, είσαι δύσμορφος. Ο άσχημος είναι ταπεινός, ο δύσμορφος είναι μεγάλος. Ο άσχημος είναι η γκριμάτσα του διαβόλου πίσω από την ομορφιά. [...]

…Σ' αγαπώ!» του φώναξε.

Και τον δάγκωσε καθώς του έδινε ένα φιλί.»


Βίκτωρ Ουγκώ, «Ο Άνθρωπος που Γελά» [Victor Hugo , “L'Homme qui rit”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα. Στην εικόνα σκηνή από την ταινία του 1928.

Και, ναι, ο «Άνθρωπος που γελά», με το μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο παραμορφωμένο πρόσωπό του, υπήρξε προπάτορας του γνωστού σε όλους Τζόκερ.




Έρασμος – Η τρέλα των ανθρώπων



Ο Έρασμος, σε πίνακα του Quinten Massys / Desiderius Erasmus by Quinten Massys,1517
Desiderius Erasmus by Quinten Massys, 1517



Αν η Τρέλα ήταν πρόσωπο και είχε φωνή, τι λόγια θα μας έλεγε, άραγε, για το είδος των ανθρώπων; Πιθανό να ήταν λόγια σαν αυτά που κατέγραψε, μιλώντας εξ ονόματός της, ο Έρασμος εν έτει 1509-11 στο κλασικό έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» [Desiderius Erasmus, “Moriae Encomium” / “In Praise of Folly”], από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα. Η μετάφραση είναι του Στρατή Τσίρκα και το πορτραίτο του Έρασμου του Quinten Massys [1517]. 



«Είναι απίστευτο πόσο χαίρονται, διασκεδάζουν και ξεκαρδίζονται ολοχρονίς οι αθάνατοι με τους κακόμοιρους τους ανθρώπους. Το πρωί, που δεν είναι πιωμένοι, το περνούν ακούοντας τα παράπονα και περιμένοντας τις προσευχές. Ύστερα, μόλις τσούξουν το νέκταρ και γίνουν τάπα, το ρίχνουν στο τσακίρ κέφι, και πού μυαλό για σοβαρή δουλειά. Πάνε και κάθονται όλοι μαζί στην πιο ψηλή κορφή τ’ ουρανού κι από κει σκύβοντας βλέπουν τα καμώματα των ανθρώπων. Δε βρίσκεται στον κόσμο θέαμα που να το γλεντούν περισσότερο. Θεούλη μου, τι θέαμα είναι τούτο! Τί ποικιλία από τρελούς και τί βαβυλωνία! [...]

Να ένας άντρας που ψοφά για μια τοσηδά γυναικούλα, κι όσο λιγότερο τον αγαπάει αυτή, τόσο το πάθος του κορώνει. Ο άλλος παντρεύεται όχι γυναίκα, μα προίκα. Τούτος κάνει το ρουφιάνο στη γυναίκα του, ο άλλος ζηλεύει τη δική του και την προσέχει όλος μάτια, σαν τον Άργο. [...] Αυτός μαζεύει όσα μπορεί για να τα ρίξει στην κοιλάθρα του, κι ας πεθάνει αύριο της πείνας. [...] Να ένας που ζει με θαλασσοδάνεια και θαρρεί πως είναι πλούσιος, ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό. Άλλος το νομίζει ευτύχημα να ζεί φτωχικά, για να κάνει πλούσιο τον κληρονόμο του. Τούτος για μια σταλιά κι όχι σίγουρο κέρδος αλωνίζει τις θάλασσες κιντυνεύοντας στους αγέρηδες και στα κύματα τη ζωή του, που κανένας θησαυρός δε θα μπορέσει να του την ξαναδώσει. Ο άλλος προτιμά να γυρέψει την τύχη του στον πόλεμο, παρά να ζήσει στο σπιτάκι του ήσυχος κι ασφαλισμένος. [...]

Είναι μερικοί, πλούσιοι μόνο από ελπίδες• τα ευχάριστα όνειρα που κάνουν μόνοι τους θαρρούν πως φτάνουν για την ευτυχία τους. Πολλοί ευχαριστιούνται να φαίνονται παραλήδες στον κόσμο, και σπίτι τους πεθαίνουν συστηματικά της πείνας. Τούτος βιάζεται να σπαταλήσει όσα έχει, ο άλλος θησαυρίζει αδίσταχτα και στοιβάζει. Ο ένας τρελαίνεται για πόστα και λαχανιάζει ψαρεύοντας ψήφους, ο άλλος καρφί δεν του καίγεται και χουζουρεύει στη γωνίτσα του πλάι στο τζάκι. Κάμποσοι βάζουν μπρος δίκες ατέλειωτες και συνερίζονται με πείσμα, ποιος θα πλουτίσει δικαστή που δίνει πρόθυμα τις αναβολές και συνένοχό του δικηγόρο, με τις στρεψοδικίες του. [...]

Κοντολογής, αν μπορούσατε να κοιτάξετε από το Φεγγάρι την αμέτρητη σύγχυση των ανθρώπων, θα νομίζατε πως βλέπετε σύννεφο μύγες και σκνίπες, να τσακώνονται, να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο, να στήνουν παγίδες, να κλέβουν, να παίζουν, να τσιλιπουρδίζουν, να γεννοβολούν, να πέφτουν και να πεθαίνουν. Και θα σας φαινόταν απίστευτο πόσες ταραχές, πόσες τραγωδίες ξεσηκώνει ένα τοσοδούλικο ζωύφιο, που προορίζεται σε λίγο να χαθεί.»



Νίτσε – Η αναγκαιότητα της τέχνης και της τρέλας




Ο Νίτσε σε χαρακτικό του Έντβαρντ Μουνκ
Nietzsche by Edvard Munch



«Αν δεν είχαμε καλοδεχτεί τις τέχνες κι αν δεν είχαμε επινοήσει αυτό το είδος της λατρείας του αναληθούς, τότε η κατανόηση της γενικής αναλήθειας και ψευδότητας, στην οποία μας οδηγεί η επιστήμη — η κατανόηση ότι η ψευδαίσθηση και η πλάνη είναι προϋποθέσεις της γιγνώσκουσας και αισθανόμενης ύπαρξης — θα 'ταν ανυπόφορη. Η εντιμότητα θα μας οδηγούσε στην αηδία και στην αυτοκτονία. Να όμως που υπάρχει μια αντιδύναμη κατά της εντιμότητάς μας, αντιδύναμη που μας βοηθάει να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες: είναι η τέχνη ως καλή θέληση για φαινομενικότητα.

Ως αισθητικό φαινόμενο η ύπαρξη είναι πάντα υποφερτή για μας και η τέχνη μας δίνει μάτια και χέρια και, πάνω απ' όλα, την καλή συνείδηση που χρειάζεται για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε τέτοιο φαινόμενο. Κάπου-κάπου πρέπει να ξεκουραζόμαστε από τον εαυτό μας κοιτάζοντάς τον από ψηλά, κοιτάζοντάς τον κάτω από ψηλά και, από μια καλλιτεχνική απόσταση, να τον περιγελούμε ή να τον κλαίμε. Πρέπει να ανακαλύπτουμε τόσο τον ήρωα όσο και τον γελωτοποιό που κρύβονται μέσα στο πάθος μας για γνώση• πρέπει κάπου-κάπου να απολαμβάνουμε την τρέλα μας προκειμένου να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη σοφία μας!

Επειδή ακριβώς είμαστε κατά βάθος βαριοί και σοβαροί άνθρωποι (περισσότερο βάρη παρά άνθρωποι) τίποτε δεν μας ωφελεί περισσότερο από τη σκούφια του τρελού: τη χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας — χρειαζόμαστε κάθε ζωηρή, κυμαινόμενη, χορευτική, κοροϊδευτική, παιδιάστικη και μακάρια τέχνη για να μη χάσουμε εκείνη την ελευθερία πάνω από τα πράγματα, την ελευθερία την οποία απαιτεί από μας το ιδανικό μας.

Και θα 'ταν ξανακύλισμα για μας (λόγω της ευερέθιστης εντιμότητάς μας) να πέφταμε εντελώς στην ηθική και να καταλήγαμε να γίνουμε ενάρετα τέρατα και σκιάχτρα για χάρη των υπεραυστηρών απαιτήσεων που θα είχαμε από τους εαυτούς μας. Πρέπει επίσης να μπορέσουμε να σταθούμε πάνω από την ηθική — κι όχι μόνο να σταθούμε, με την αγωνιώδη ακαμψία ενός ανθρώπου που κάθε στιγμή φοβάται μήπως γλιστρήσει και πέσει• πρέπει να μπορέσουμε να πετάξουμε πάνω από την ηθική και να παίξουμε! Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε δίχως την τέχνη και δίχως την τρέλα;

Και όσο συνεχίζετε να ντρέπεστε με κάποιον τρόπο για τον εαυτό σας, δεν ανήκετε σε μας!»



Φρίντριχ Νίτσε, από την «Χαρούμενη Επιστήμη» (Η Χαρούμενη Γνώση) [Friedrich Nietzsche, “Die fröhliche Wissenschaft” / The Gay Science or The Joyful Wisdom]. Πρώτη έκδοση 1882, μετάφραση: Λίλα Τρουλινου. Tο χαρακτικό είναι του Edvard Munch.



Μεθύστε μαζί με τον Μπωντλαίρ



Νύμφη που πίνει, πίνακας του Ferdinand Keller.
Art by Ferdinand Keller



«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: αυτό είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μην νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.

Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: "Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε».


Σαρλ Μπωντλαίρ, "Μεθύστε". Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων "Η Μελαγχολία του Παρισιού" [Charles Baudelaire, “Le Spleen De Paris”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Η μετάφραση του Στέλιου Βαρβαρούση και ο πίνακας στην εικόνα του Ferdinand Keller.

Ας μεθύσουμε λοιπόν.....




Τρελοί, ποιητές και ερωτοχτυπημένοι



Σκηνή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ, πίνακας του Edwin Landseer [1851]
“Scene from A Midsummer Night's Dream”, Edwin Landseer [1851]



Άκουσα να λένε πως υπάρχει μια νύχτα, στη διάρκεια του μεσοκαλόκαιρου, που μια φορά στα τόσα κάτι μαγικό συμβαίνει – ζωντανεύουν, λέει, πανάρχαια πλάσματα του δάσους, η ομορφιά ερωτεύεται την ασχήμια, η λογική παθιάζεται με την τρέλα, οι άρχοντες γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί αποκτούν στέμμα φτιαγμένο από φυτά του δάσους. Και στη διάρκεια αυτής της νύχτας, λένε, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμα τα πιο τρελά σου όνειρα. Ή όπως λέει ο ποιητής:



«Μόνον οι ερωτοχτυπημένοι κι οι τρελοί,

που βράζουν τα μυαλά τους, βλέπουν τέτοια ονείρατα

κι ίσκιους που δεν τους νιώθει η λογική. Οι τρελοί,

οι ερωτεμένοι κι οι ποιητές γιομάτοι είν’ όλοι

φαντασία. Ο ένας βλέπει τόσους διαβόλους

που ούτε η κόλαση η πλατιά δεν τους χωράει.

Ο χτυπημένος απ’ τον έρωτα τρελός κι αυτός

θαρρεί πως βλέπει της Ελένης ομορφιά

σε μούτρο αράπη. Του ποιητή το μάτι βόσκοντας

σε μια άλλη τρέλα ωραία πηδάει από τη γη

στον ουρανό κι από τον ουρανό στη γη

κι ό,τι μορφές από άγνωστα μας πλάθει η φαντασία,

η πένα του ποιητή σε σκήμα τις τορνεύει

και στο αιθέριο τίποτα του δίνει θέση

να στέκει κι όνομα. Έχει τέτοια η φαντασία

εξαίσια χάρη• αρκεί να νιώσει μόνο μια χαρά και βλέπει όποιον φέρνει τη χαρά• ή τη νύχτα,

σαν της περάσει κάποιος φόβος, πόσο είν’ εύκολο να πάρει κούτσουρο γι’ αρκούδα!»





[Κι ενώ ξημερώνει, κάπου στην καρδιά του δάσους....]




ΟΜΠΕΡΟΝ: Ξύπνα, Τιτάνια μου, γλυκιά βασίλισσά μου!


ΤΙΤΑΝΙΑ: Καλέ μου! τί’ ταν τούτη η υπνοφαντασία μου!

Είδα πως τάχα είχα αγαπήσει ένα γαϊδούρι.»



Τα αποσπάσματα από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σάιξπηρ [William Shakespeare, “A Midsummer Night's Dream”] σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Πρώτη έκδοση: 1595-96. Πίνακας: “Scene from A Midsummer Night's Dream” του Edwin Landseer [1851].


Σε αναμονή αυτής της νύχτας, το λοιπόν. Προσοχή μόνο, γιατί διαρκεί για λίγες μόνο ώρες – μπορεί και να τη χάσουμε. Μα αν συμβεί αυτό, υπάρχει πάντα και Του Χρόνου...

Τι μένει, λοιπόν, όταν το όνειρο έχει πια χαθεί; Νομίζω το μόνο που μένει είναι να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Αν όχι με έρωτα, με μεθύσι. Και αν όχι με μεθύσι, με ποίηση. Και τέχνη.

Τι άλλο μας μένει λοιπόν;…



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ


© Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος 2018.

8 Νοεμβρίου 2018

Μια καυτή ερωτική βραδιά του Τσαρλς Μπουκόφσκι


Ένα απόσπασμα από τις Σημειώσεις ενός Πορνόγερου του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με θέμα του μια τραγελαφική ερωτική βραδιά! Σκίτσο: Robert Crumb, γραφιστικό: το φονικό κουνέλι



Ένα απόσπασμα από τις "Σημειώσεις ενός Πορνόγερου"




Για τον Τσαρλς Μπουκόφσκι δεν χρειάζονται περιττές εισαγωγές. Είναι γνωστός σε όλους, σαν τον άδειο πάτο εκείνου του αστραφτερού ποτηριού μπίρας που σου θυμίζει το ολόγιομο φεγγάρι – ή τον πισινό μιας γυναίκας. Η πλειοψηφία του κόσμου γνωρίζει τον Μπουκόφσκι για την περιθωριακή, αθυρόστομη και ακατέργαστη πλευρά του. Λιγότεροι είναι εξοικειωμένοι με την άλλη του πλευρά: την ποιητική, τη μελαγχολική, τη βαθιά ρομαντική. Γιατί στον πάτο ενός ποτηριού μπίρας (και, ναι, στη γυναίκα και στα κάλλη της) συχνά ξεπροβάλλει ένας αναστεναγμός – και ο Μπουκόφσκι είναι αυτή η μπίρα και αυτός ο αναστεναγμός μαζί.

Αλλά δε βαριέσαι… σήμερα θα δούμε την πρώτη πλευρά του Μπουκόφσκι – και θα αφήσουμε τη μελαγχολική πλευρά του για κάποια άλλη φορά! Επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας ένα απόσπασμα από τις περίφημες «Σημειώσεις ενός Πορνόγερου» [Charles Bukowski, “Notes of a Dirty Old Man”], τις οποίες έγραφε στα τέλη της δεκαετίας του 60 σε μορφή άρθρων για την underground αμερικάνικη εφημερίδα “Open City”.

Το απόσπασμα ανήκει στις κορυφαίες κωμικές στιγμές του συγγραφέα… Περιγράφει έναν διακαή ερωτικό του πόθο και την απόπειρά του, κάποια νύχτα, να τον ικανοποιήσει. Κι αυτό ενώ το ολοστρόγγυλο φεγγάρι – θα επαναλάβω, με σχήμα πισινού – φέγγει και χασκογελά στον ουρανό. Μάλλον θα μέθυσε κι αυτό απ’ το πολύ πιοτό που πίνουμε τις νύχτες στ’ όνομά του…


Μια ξέφρενη ερωτική βραδιά



«Εκείνες τις μέρες όλο και κάποιος τύχαινε να είναι σπίτι μου, είτε ήμουν εκεί είτε όχι, και όταν πέρναγα την πόρτα για να μπω μέσα, δεν είχα ιδέα για το ποιον ή ποιους θα συναντούσα. Όλο και κάποιο πάρτι θα 'ταν στα σκαριά και, για να στρογγυλοκαθίσουν τα έξι ή επτά άτομα στο σπίτι, αρκούσαν δύο δολάρια και κάτι ψιλά για κάποια «ειδική προσφορά» στην κάβα.

Όλα εντάξει λοιπόν. Κάποια νύχτα ξύπνησα, όπως ήμουν πεσμένος στο κρεβάτι μου, τελείως σκνίπα αλλά έχοντας το μυαλό μου ακόμα καθαρό. Τα φώτα ήταν σβηστά. Τεντώθηκα λιγάκι, κοίταξα τριγύρω και μου φάνηκε ότι δεν ήταν κανείς πια εκεί. Μερικά άδεια μπουκάλια σκόρπια εδώ κι εκεί στο πάτωμα. Ανακάθισα στο κρεβάτι και διέκρινα κάποιον να κοιμάται δίπλα μου. Χμ, μάλιστα. Προφανώς μια απ' αυτές τις πόρνες αποφάσισε να μείνει μαζί μου. Αυτό είναι ο Έρωτας. Πραγματική ένδειξη κουράγιου. Σκατά, και ποια θα μπορούσε να με υποφέρει; Αυτή που θα κατάφερνε να με αντέξει θα 'πρεπε να 'χει στ' αλήθεια καρδιά από καθαρό χρυσάφι. Γι' αυτό και μόνο θα 'πρεπε κι εγώ αυτή την αδελφή ψυχή να την ΑΝΤΑΜΕΙΨΩ που κατάφερε να μου παρασταθεί και για το ζήλο που έδειξε μένοντας μαζί μου.

Και ποια θα ήταν ωραιότερη ανταμοιβή από το να τη γαμήσω από πίσω;

Είχα ένα περίεργο σερί από διάφορα θηλυκά πίσω μου και καμιά απ' όλες αυτές δεν ήθελε να μ' αφήσει να της το κάνω από πίσω, και το αποτέλεσμα ήταν να μου γίνει έμμονη ιδέα. Με το που έπινα λιγάκι άρχιζα πάλι φτου κι απ' την αρχή. Διπλάρωνα το πρώτο θηλυκό και του έλεγα:

«Θα σου ξεσκίσω τον κώλο και θα ξεσκίσω τον κώλο της μάνας σου και θα ξεσκίσω τον κώλο της κόρης σου». Και η απάντηση ήταν στερεότυπη: «Αχ, όχι, αυτό δεν πρόκειται να το κάνεις!» Ήτανε έτοιμες για όλα, αλλά γι' ΑΥΤΟ όχι. Ίσως ήταν ο νόμος του σερί, ή ίσως οφειλόταν αποκλειστικά στον καιρό, πάντως ύστερα από μερικά χρόνια εκεί που κάθονταν τα διάφορα θηλυκά ξαφνικά λέγανε: «Μπουκόβσκι, γιατί δε με γαμάς από πίσω; Έχω ένα ολοστρόγγυλο και αφράτο πισινό...» κι εγώ φρόντιζα να απαντώ : «Αλήθεια είναι, γλύκα μου, φαίνεται το πράμα. Αλλά άσε καλύτερα».

Πάντως εκείνο τον καιρό, σχετικά μ’ αυτό το θέμα υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, και είχε αρχίσει σιγά σιγά να μου τη βαράει κατακούτελα, κι όπως την έβλεπα ξαπλωμένη έτσι δίπλα μου, είπα στον εαυτό μου: «Άνθρωπε, τράβα της ένα ωραίο γαμησάκι στον κώλο και θα ξεφορτωθείς ένα κάρο συναισθηματικές αβεβαιότητες.»

Έψαξα και βρήκα ένα μικρό υπόλοιπο κρασιού σ' ένα ποτήρι γεμάτο στάχτες και μετά ξαναχώθηκα στο κρεβάτι και άρχισα την επιχείρηση του να κατευθύνω τη μικρή μου τσουτσουνίτσα στον άσπιλο, κοιμισμένο και τουρλωτό πισινό. Για τον γνήσιο λωποδύτη, λένε, πως δεν είναι η λεία που τόσο αποζητάει όσο η ίδια πράξη της κλοπής. Εγώ λατρεύω και τα δύο. Το μαραφέτι μου παλλότανε κι έτρεμε έχοντας φτάσει στο χείλος της παραφροσύνης. Αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο και η εκδίκηση, αηδιαστική κι απόλυτη, η εκδίκηση για όλα, για τους συνεσταλμένους πωλητές παγωτών, για την πεθαμένη μάνα μου που πασάλειβε το αδιάφορο και χωρίς ζωή πρόσωπό της μ' όλες εκείνες τις λιπαρές κρέμες...

Αλλά τούτη δω κοιμότανε πολύ βαριά, σκέφτηκα. Ε, δε βαριέσαι, καλύτερα. Μάλλον η Μίτζι θα είναι. Ή ίσως η Μπέττυ. Δεν έχει σημασία. Ήτανε η νίκη μου — η δυστυχισμένη, άνεργη και καταπιασμένη ψωλή έσπασε και πέρασε νικηφόρα την πύλη προς όλα τα απαγορευμένα πράγματα! ΦΑΝΦΑΡΕΣ! Αισθανόμουνα ότι ήμουν το επίκεντρο ενός ΔΡΑΜΑΤΟΣ — όπως ο Τζέσσε Τζέιμς όταν σ' εκείνο το εκθαμβωτικά φωτισμένο χολλυγουντιανό στούντιο έτρωγε τη χρυσή σφαίρα. Δεν κρατιόμουνα με τίποτα, ήμουν δαιμονισμένος.

Εκείνη αναστέναζε κι έκανε διάφορα ΛΑΡΓΚ, ΟΥΓΚ, ΧΟ, ΑΧ, ΧΑ... Ήμουνα βέβαιος ότι έκανε την κοιμισμένη. Κι έκανε έτσι για να σώσει τα υπολείμματα της πνιγμένης τιμής της κι ήμουν ο ΑΝΤΡΑΣ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΟΥ ΤΗ ΒΓΕΙ!

Και για αλλαγή έφτασα σε μια πραγματική περίοδο οργασμού και η μαγική αίγλη και η δόξα της πράξης καθώς και η βίαιη κτηνωδία μου με οδήγησαν σε υψηλές σφαίρες κι έσπρωχνα συνέχεια κι όλα ήταν αγνά και τέλεια.

Και τότε μες' στην έξαψη μας έφυγε η κουβέρτα κι έπεσε, κι είδα το κεφάλι και τους ώμους — ήταν ο Μπαλτη Μ. ένα φαλακρό αμερικάνικο ΑΡΣΕΝΙΚΟ!...

Μεμιάς μου ‘πέσαν όλα. Γύρισα ανάσκελα γεμάτος αηδία και βάλθηκα να κοιτάζω το ταβάνι.

Και δεν υπήρχε ούτε σταγόνα αλκοόλ στο σπίτι».



Το απόσπασμα από τις "Σημειώσεις Ενός Πορνόγερου" του Τσαρλς Μπουκόφσκι [1969]. Μετάφραση: Τέο Ρόμβος. Το σκίτσο στην εισαγωγική εικόνα είναι του θρυλικού Robert Crumb και το γραφιστικό δικό μου. 

Περισσότερα για τον Μπουκόφσκι εδώ:




Για την εισαγωγή και την ψηφιοποίηση του αποσπάσματος: Το φονικό κουνέλι, Νοέμβριος 18.


Τσαρλς Μπουκόφσκι - Charles Bukowski

6 Νοεμβρίου 2018

Χαρούκι Μουρακάμι : Πως ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη είδα το 100% κορίτσι


Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι. Σχεδιασμός εικόνας: το φονικό κουνέλι




«Πριν από πολλά πολλά χρόνια, ζούσαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το αγόρι δεκαοχτώ χρονών και το κορίτσι δεκαέξι. Το αγόρι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο, και το κορίτσι δεν είναι ιδιαίτερα όμορφο. Ένα μοναχικό και συνηθισμένο αγόρι κι ένα μοναχικό και συνηθισμένο κορίτσι, σαν αυτά που υπάρχουν παντού. Ωστόσο πιστεύουν ακράδαντα πως κάπου σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχει ένα κορίτσι ή ένα αγόρι, που τους ταιριάζει 100%. Ναι, πιστεύουν σ' ένα θαύμα. Κι αυτό το θαύμα ήρθε.

Μια μέρα οι δυο τους συναντιούνται τυχαία στη γωνία κάποιου δρόμου.

«Απίστευτο» λέει το αγόρι στο κορίτσι, «σ' έψαχνα παντού! Είτε το πιστεύεις είτε όχι, είσαι για μένα το 100% κορίτσι».

Και το κορίτσι απαντάει: «Κι εσύ είσαι για μένα το 100% αγόρι. Ακριβώς όπως το είχα φανταστεί. Είναι σαν όνειρο».

Οι δυο τους κάθονται σ' ένα παγκάκι του πάρκου, κρατιούνται απ' το χέρι και μιλάνε συνέχεια, χωρίς να βαριούνται. Δεν είναι πια μόνοι. Βρήκαν το 100% ταίρι τους κι αυτό τους βρήκε επίσης. Το να βρεις το 100% ταίρι σου και να σε βρει και κείνο, είναι κάτι εντελώς ασυνήθιστο, ένα θαύμα του κόσμου.

Αλλά τις καρδιές τους τις σκιάζει μια μικρή, πολύ μικρή αμφιβολία. Είναι δυνατόν το όνειρό τους να εκπληρώθηκε τόσο απλά; Σ' ένα διάλειμμα της συζήτησης, λέει το αγόρι:

«Ας κάνουμε μια δοκιμή. Αν είμαστε 100% φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο, σίγουρα κάπου κάποτε θα ξανασυναντηθούμε. Την επόμενη φορά θα ξέρουμε πως είμαστε 100% προορισμένοι ο ένας για τον άλλο, και θα παντρευτούμε αμέσως. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ» απάντησε το κορίτσι.

Κι έτσι χώρισαν. Ο ένας στη Δύση κι ο άλλη στην Ανατολή. Στην πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς περιττό να βάλουν τη μοίρα τους σε δοκιμασία. Δεν έπρεπε να το κάνουν. Ήταν προορισμένοι 100% ο ένας για τον άλλο. Η αγάπη τους ήταν ένα θαύμα. Επειδή όμως ήταν ακόμα πολύ νέοι, δεν μπορούσαν να το ξέρουν. Κι έτσι παρασύρθηκαν από το αδιάκοπο, ανελέητο κύμα της μοίρας.

Μια μέρα του χειμώνα, αρρώστησαν κι οι δύο από μια επιδημία γρίπης, που ήταν εκείνη τη χρονιά σε έξαρση. Για πολλές βδομάδες πάλευαν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, κι όταν πια έγιναν καλά, όλη η προηγούμενη ζωή τους είχε σβηστεί από τη μνήμη τους. Πώς να το πω, όταν ξύπνησαν και πάλι, τα κεφάλια τους είχαν εντελώς αδειάσει, σαν τον κουμπαρά του νεαρού Ντ. Χ. Λώρενς.

Όμως, επειδή αυτός ήταν ένα έξυπνο και καρτερικό αγόρι, κι εκείνη ένα έξυπνο και καρτερικό κορίτσι, δούλεψαν σκληρά, ξαναπόκτησαν συνείδηση και αισθήματα κι επέστρεψαν με επιτυχία στην κοινωνία. Ναι, μα το Θεό, ήταν πραγματικά σωστοί πολίτες. Ήξεραν σε ποιους σταθμούς έπρεπε να κατέβουν στο μετρό και πως να στείλουν ένα γράμμα εξπρές στο ταχυδρομείο. Αγαπούσαν κιόλας, πότε 75%, πότε 85%.

Το αγόρι είχε γίνει πια 32 χρονών και το κορίτσι 30 χρονών. Τα χρόνια είχαν περάσει χωρίς να το καταλάβουν.

Κι ένα όμορφο πρωινό του Απρίλη, το αγόρι πάει από τη Δύση στην Ανατολή από έναν μικρό παράπλευρο δρόμο στο Χαραγιούκου, για να πιει έναν καφέ, και το κορίτσι, πηγαίνοντας ν' αγοράσει γραμματόσημα για ένα γράμμα εξπρές, παίρνει τον ίδιο δρόμο από την Ανατολή στη Δύση. Στα μισά του δρόμου διασταυρώνονται. Για μια στιγμή αστράφτει στις καρδιές τους η αδύναμη λάμψη της χαμένης μνήμης. Το στήθος τους βροντοκοπάει. Και ξέρουν.

Αυτή είναι για μένα το 100% κορίτσι.

Αυτός είναι για μένα το 100% αγόρι.

Όμως η λάμψη της ανάμνησης είναι πολύ αδύναμη, η γλώσσα τους δεν έχει πια τη διαύγεια που είχε πριν από δεκατέσσερα χρόνια. Κι οι δυο τους, χωρίς να πουν λέξη, περνούν ο ένας δίπλα στον άλλο και χάνονται μέσα στο πλήθος. Για πάντα.

Θλιβερή ιστορία, δε νομίζεις;»



Ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι [Haruki Murakami - 村上 春樹] σε μετάφραση Αντώνη Μπίκου. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του Μουρακάμι με τίτλο «Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται» [“The Elephant Vanishes” / 象の消滅 Zō no shōmetsu], γραμμένα μεταξύ 1980 και 1991.

Για τον σχεδιασμό της εικόνας και την ψηφιοποίηση του κειμένου: Το φονικό κουνέλι, Νοέμβρης 18.