Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #11: Ποίηση και Τρέλα

Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11. Λογοτεχνία, ποίηση και τρέλα. Μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι

Περάστε, αγαπητοί! Περάστε στο όμορφο Λαγούμι μας, που άνοιξε ξανά τις πόρτες του για σας… Ένα πράγμα μόνο σας παρακαλώ: αφήστε τη λογική σας έξω, μη την πάρετε μαζί σας. Και μαζί με αυτήν πετάξτε στα σκουπίδια, για λίγο έστω, όλα όσα σας έχουν μάθει σε αυτόν τον κόσμο των ανθρώπων – που όσο λογικός πασχίζει να φαίνεται, τόσο παράλογος είναι στην ουσία του…

Τα σημερινά αποσπάσματα σχετίζονται με την τρέλα και την ποίηση. Και τον έρωτα. Και την ψευδαίσθηση. Και το μεθύσι. Όλες λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, με άλλα λόγια…

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ – ο περίφημος εκείνος Γάλλος με τη μεγάλη μύτη – μας περιγράφει την εμπειρία του από το ταξίδι στη Σελήνη και τα έθιμα των Σεληνάνθρωπων, οι οποίοι κάνουν τις συναλλαγές τους με ποιήματα αντί για χρήματα… Ο Χ. Π. Λάβκραφτ μας παρουσιάζει μια κρυμμένη Πολιτεία πέρα και έξω από τα όρια της ανθρώπινης λογικής, στο κλασικό του βιβλίο «Τα Βουνά της Τρέλας»… Ο Τριστάν Τζαρά γράφει, εν έτει 1918 και στη διάρκεια του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η ανθρωπότητα, το Μανιφέστο του Νταντά… Μια γυναίκα εξομολογείται τον παράφορο έρωτά της σ’ ένα Τέρας, δια στόματος Βίκτορα Ουγκώ… Ο Τομ Ρόμπινς παίζει με τις λέξεις και αναπνέει ποίηση… Ο Έρασμος μας παρουσιάζει τη διαχρονική τρέλα του ανθρωπίνου είδους στο «Εγκώμιο της Τρέλας» του… Ο Φρίντριχ Νίτσε τονίζει πόσο αναγκαία είναι η τέχνη και, μαζί με αυτήν, η τρέλα… Ο Μπωντλαίρ μας καλεί να μεθύσουμε… Και, τέλος, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μας νανουρίζει σε κόσμους ψευδαίσθησης και τρελού, αλλοπρόσαλλου έρωτα, στο «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας».

Διαβάστε μαζί μου. Και υποσχεθείτε μου πως κάτι θα αλλάξει μέσα σας μετά από αυτή την ανάγνωση… Υποσχεθείτε μου…

Συρανό ντε Μπερζεράκ – Ποιήματα αντί για χρήματα

Κολλάζ για το Ταξίδι στη Σελήνη του Συρανό ντε Μπερζεράκ - το φονικό κουνέλι

Ένας από τους παλαιότερους συγγραφείς που ισχυρίστηκαν πως είχαν ταξιδέψει στη Σελήνη, εν έτει 1657, ήταν ο Συρανό ντε Μπερζεράκ. Στη διάρκεια του ταξιδιού του συναντάει τους Σεληνάνθρωπους και γνωρίζει τα έθιμά τους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που έκαναν εντύπωση στον συγγραφέα ήταν το τοπικό νόμισμα του πλανήτη: στη Σελήνη οι κάτοικοι δεν πληρώνουν με χρήματα, αλλά με… ποιήματα. Ας δούμε το απόσπασμα από το βιβλίο του:

«Μετά το γεύμα μου ετοιμαστήκαμε να φύγουμε και κάνοντας χίλιες γκριμάτσες, που τις χρησιμοποιούν όσοι θέλουν να δείξουν συμπάθεια, ο πανδοχέας πήρε ένα χαρτί. Τον ρώτησα αν ήταν κάποιο τσεκ ή γραμμάτιο για την πληρωμή. Απάντησε αρνητικά κι ότι τακτοποίησε την οφειλή μ’ ένα ποίημα.

«Τι; Ποίημα;» έκανα. «Οι πανδοχείς έχουν την παραξενιά της ομοιοκαταληξίας;»

«Αυτό είναι το τοπικό νόμισμα», μου απάντησε, «και τα έξοδα που κάναμε εδώ κοστίσανε ένα εξάστιχο. Δεν ανησυχούσα μήπως δεν μου φτάσουν, γιατί ακόμα κι αν περνούσαμε μια εβδομάδα χλιδής, θα μας κόστιζε ένα σονέτο κι εγώ έχω τέσσερα επάνω μου, μαζί με δύο επιγράμματα, δύο ωδές κι ένα βουκολικό». […]

Ύστερα ρώτησα αν τους στίχους που χρησιμοποίησε σαν χρήμα μπορούσε να τους κοπιάρει κάποιος και να τους χρησιμοποιήσει ξανά. Μου απάντησε πως όχι και συνέχισε: «Όταν ένα ποίημα είναι έτοιμο, ο συγγραφέας το πηγαίνει στην κεντρική τράπεζα νομίσματος, όπου εδρεύει η επιτροπή των ποιητών. Εκεί, οι επίσημοι στιχουργοί θέτουν τα έργα σε δοκιμασία και, αν κριθούν καλής ποιότητας, τα διατιμούν όχι με το βάρος, αλλά με την ευφυΐα που περικλείουν. Έτσι, όποιος πεθαίνει από πείνα, πάει να πει πως είναι σκέτο βόδι, κι αυτοί που τρώνε πάντα καλά είναι οι ευφυείς».

Εκστατικός θαύμαζα τη δικαιοσύνη αυτού του τόπου».

Από το βιβλίο του Συρανό ντε Μπερζεράκ “Ταξίδι στη Σελήνη” [Cyrano de Bergerac, “L’Autre monde ou les états et empires de la Lune” – σε μτφ Ι.Λο Σκόκκο], δημοσιευμένο το 1657.

Σκεφτείτε λοιπόν, στη δική μας πραγματικότητα πλέον, να είχαμε ποιήματα, ή ενδεχομένως και τραγούδια, στη θέση των χρημάτων. Οι πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου θα ήταν οι ικανοί ποιητές. Και ο άνθρωπος που σκέφτεται δημιουργικά, ο άνθρωπος που συναισθάνεται βαθύτερα, θα άξιζε μια περιουσία ολόκληρη.

Το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που συμβαίνει σήμερα δηλαδή.

Χ.Π. Λάβκραφτ. Τα βουνά της τρέλας

Σύνθεση για τα Βουνά της Τρέλας του Χ.Π. Λάβκραφτ

«Όλες οι στιγμές εκείνης της πτήσης που κράτησε τέσσερις ώρες και μισή, είναι αποτυπωμένες με πυρωμένο σίδερο στη μνήμη μου, εξαιτίας της κρίσιμης σημασίας που είχαν για τη ζωή μου. Σημάδεψαν την απώλεια, στα πενήντα τέσσερα μου χρόνια, κάθε γαλήνης και κάθε ισορροπίας που διαθέτει ένα κανονικό μυαλό, χάρη στις παραδεδεγμένες ιδέες του για την περιβάλλουσα φύση και για τους φυσικούς νόμους. […]

Ο ναύτης Λάρσεν ήταν ο πρώτος που είδε πέρα, μπροστά μας, το ανώμαλο περίγραμμα των μαγικών κώνων και πυραμίδων και οι φωνές του μας έστειλαν όλους στα παράθυρα της καμπίνας του μεγάλου αεροπλάνου. Παρά την ταχύτητά μας μεγάλωναν με αργό ρυθμό, πράγμα που σήμαινε ότι πρέπει να βρίσκονταν σε άπειρη απόσταση και ότι φαίνονταν μόνο χάρη στο αφύσικο ύψος τους. Αλλά σιγά-σιγά υψώθηκαν σκυθρωπά στον ουρανό της δύσης, επιτρέποντάς μας να διακρίνουμε διάφορες γυμνές, έρημες, μαυρωπές κορυφές και να νιώσουμε το ξύπνημα της αίσθησης του φανταστικού που προκαλούσε η θέα τους κάτω από το ερυθρωπό ανταρκτικό φως. Πίσω και πάνω τους ιρίδιζαν τα σύννεφα της χιονόσκονης ενισχύοντας ακόμα περισσότερο τη συνολική εντύπωση.

Το όλο θέαμα απέπνεε έναν επίμονο υπαινιγμό φοβερής μυστικότητας, γεννούσε μια προσμονή αποκάλυψης. Σαν να σημάδευαν οι γυμνοί, εφιαλτικοί εκείνοι πυργίσκοι τους πυλώνες μιας τρομερής πύλης που σε εισήγαγε σε απαγορευμένες σφαίρες ονείρου, σε περίπλοκες αβύσσους απόμακρου χρόνου, χώρου, πολυδιαστατικότητας. Δεν μου έφευγε η αίσθηση ότι ήταν πράγματα του κακού – βουνά παραφροσύνης, που οι πιο απόμακρες κορυφογραμμές τους ξανοίγονταν προς κάποιαν αβυσσαλέα, καταραμένη εσχατιά.

Το φόντο των ημιφώτεινων, περιδινούμενοι σύννεφων ήταν γεμάτο από άρρητες προρρήσεις μιας αόριστης, αιθέριας απεραντοσύνης, άγνωστης για τη γήινη αίσθηση του χώρου, φρικαλέα υπενθύμιση άπειρης απόστασης, ετερότητας, ερημιά που μιλούσε για τον απ’ αιώνων θάνατο αυτού του απάτητου και αβυθομέτρητου νότιου κόσμου».

Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Τα Βουνά της Τρέλας» [H.P. Lovecraft, “At the Mountains of Madness”]. Πρώτη έκδοση το 1936, σε μετάφραση: Β. Καλλιπολίτη.

Ένα μικρό απόσπασμα ενός απ’ τα σημαντικότερα βιβλία τρόμου του 20ου αιώνα. Μικρό – μα παγωμένο και απόμακρο, ξεχειλίζοντας από εκείνη την αρχέγονη αίσθηση τρόμου που ο Λάβκραφτ ήξερε τόσο πετυχημένα να χειρίζεται.

Τελικά υπάρχει άραγε εκείνη η Αρχαία Πολιτεία – πιο αρχαία και από τα αρχαιότερα πλάσματα της γης -, θαμμένη κάτω από τους απάτητους πάγους του Νότου;…

Τριστάν Τζαρά – Μανιφέστο Νταντά

Νταντά - Kleine Dada Soiree των Theo van Doesburg και Kurt Schitters

«Κάθε προϊόν αηδίας που έχει την τάση να γίνει η άρνηση της οικογένειας, είναι Νταντά. Η διαμαρτυρία με τις γροθιές ολόκληρου του είναι σου και η καταστροφική δράση: ΝΤΑΝΤΑ. Η υιοθεσία όλων εκείνων των τρόπων συμπεριφοράς, που η σεξουαλική ντροπή, οι βολικοί συμβιβασμοί και η ευγένεια ανέκαθεν καταδίκαζαν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της λογικής, αυτού του χορού των ανίκανων να δημιουργήσουν: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση κάθε ιεραρχίας αλλά και κάθε κοινωνικής εξίσωσης που θα επερχόταν σαν αποτέλεσμα αξιών που χαρακτηρίζουν υπηρέτες: ΝΤΑΝΤΑ.

Κάθε αντικείμενο, όλα τα αντικείμενα, τα συναισθήματα και οι ασάφειες, οι εμφανίσεις και το σοκ ακριβείας των παράλληλων γραμμών, να τα όπλα στη μάχη που δίνει το ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της μνήμης: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση της αρχαιολογίας: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση των προφητών: ΝΤΑΝΤΑ. Η κατάργηση του μέλλοντος: ΝΤΑΝΤΑ. Το εκλεπτυσμένο και χωρίς προκαταλήψεις πήδημα από την αρμονία σε μια άλλη σφαίρα […] μ’ αυτήν την ένταση μέσα στους θάμνους, ένταση απαλλαγμένη από τα έντομα των γαλαζοαίματων και χρυσωμένη με σώματα αρχαγγέλων, με την ψυχή του φορέα της.

Η ελευθερία: ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ, ΝΤΑΝΤΑ – το ουρλιαχτό των συρρικνωμένων οδυνών, ο συνυφασμός των αντιθέσεων και όλων των αντιφάσεων, των γελοιοτήτων και των ασυνεπειών: Η ζωή.»

Από το περίφημο «Μανιφέστο του Ντανταϊσμού» του Τριστάν Τζαρά [Tristan Tzara, “Le Manifeste DaDa”], σε μετάφραση Ανδρέα Κανελλίδη. Γεννημένο στην καρδιά του ιστορικού παραλογισμού, εν έτει 1918, κατά τη διάρκεια του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και δίνοντας διέξοδο σε μια νέα τέχνη που πετούσε τον παραλογισμό της κοινωνίας των ανθρώπων στα σκουπίδια – επιλέγοντας, έναντι αυτής, την υγιή τρέλα της δημιουργίας…

Κολλάζ: “Kleine Dada Soiree” των Theo van Doesburg και Kurt Schitters, του 1922.

Τομ Ρόμπινς – Αναπνέοντας ποίηση

Ο Τομ Ρόμπινς σχεδιασμένος από τον Ryan Sheffield - Tom Robbins by Ryan Sheffield

«Στη γλώσσα των Ινδιάνων Χάιντα, που ζούσαν στις βορειοδυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, το ρήμα «γράφω ποίηση» είναι ίδιο με το ρήμα «αναπνέω».

Αυτές οι εθνολογικές πληροφορίες άρεσαν πολύ στην Αμάντα, που αποφάσισε ότι στο εξής θα προσπαθούσε να ρυθμίζει κάθε ανάσα της σαν να έγραφε ένα ποίημα. Πραγματικά, κράτησε το λόγο της, και αυτός ο νέος τρόπος αναπνοής μεγάλωσε ακόμη περισσότερο την προσωπική της γοητεία.

Μια φορά, ενώ ανάσαινε ένα ιδιαίτερα δύσκολο στιχάκι, ρούφηξε ένα ζουζούνι που περνούσε εκείνη τη στιγμή πετώντας. «Τι απαίσια ομοιοκαταληξία», είπε η Αμάντα βήχοντας. «Μου φαίνεται ότι θα ξαναγυρίσω στην πρόζα».

Ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς από το βιβλίο του “Another Roadside Attraction” – το βιβλίο με το οποίο έκανε το λογοτεχνικό του ντεμπούτο [γνωστό στα ελληνικά ως «Αμάντα»]. Πρώτη έκδοση το 1971, μτφ: Γ. Μπαρουξής.

Ερωτική εξομολόγηση σ’ ένα τέρας

«Νιώθω ξεπεσμένη κοντά σου, τι ευτυχία! Να ‘σαι υψηλότατη, τι ανούσιο πράγμα! Είμαι αυγούστα, πόσο με κουράζει αυτό! Ενώ σαν ξεπέφτεις, ξεκουράζεσαι. Έχω τόσο πολύ μπουχτίσει το σεβασμό, ώστε έχω ανάγκη την περιφρόνηση […] Σ’ αγαπώ όχι μόνο γιατί είσαι παραμορφωμένος, αλλά γιατί είσαι ένας τιποτένιος. Αγαπώ το τέρας, αγαπώ τον παλιάτσο. Ένας ταπεινός, βρομερός, χυδαίος, χονδροειδέστατος και φρικτός εραστής, που είναι εκτεθειμένος στο γέλιο πάνω σ’ εκείνο τον κύφωνα που τον ονομάζουν θέατρο, αυτό αποτελεί μια σοφία μοναδική. Είναι σαν να δαγκώνεις τον καρπό της αβύσσου.

Ένας εραστής ατιμωτικός είναι κάτι εξαίσιο. Να δαγκώνω το μήλο όχι του Παράδεισου, μα της κόλασης, να ποιος είναι ο δικός μου πειρασμός κι έχω αυτή την πείνα κι αυτή τη δίψα, είμαι μια Εύα κι εγώ. Η Εύα της αβύσσου. Κι εσύ, το πιθανότερο, χωρίς να το ξέρεις είσαι ένας δαίμονας. Κράτησα ως τώρα το κορμί μου για τη μάσκα του ονείρου. Είσαι κάποιο νευρόσπαστο, που ένα φάντασμα κρατά τα νήματά σου. Είσαι το όραμα του τρομερού γέλιου της κόλασης. Είσαι ο αφέντης που περίμενα. […]

Γκουινπλέιν, είμαι ο θρόνος κι εσύ είσαι το παλκοσένικο. Ας σταθούμε λοιπόν στο ίδιο επίπεδο. Αχ! Είμαι ευτυχισμένη, να που έπεσα χαμηλά. Θα ήθελα όλος ο κόσμος να μάθει ως ποιο σημείο είμαι τιποτένια. Γονατίζω μπροστά σου, γιατί όσο πιο τιποτένιος γίνεσαι τόσο περισσότερο σέρνεσαι. Έτσι είναι φτιαγμένο το ανθρώπινο γένος. Εχθρικό, όμως ερπετό. Δράκοντας, όμως σκουλήκι. Ω: Είμαι έκφυλη σαν τις θεές […]

Εσύ όμως δεν είσαι άσχημος, είσαι δύσμορφος. Ο άσχημος είναι ταπεινός, ο δύσμορφος είναι μεγάλος. Ο άσχημος είναι η γκριμάτσα του διαβόλου πίσω από την ομορφιά. […]

…Σ’ αγαπώ!» του φώναξε.

Και τον δάγκωσε καθώς του έδινε ένα φιλί.»

Βίκτωρ Ουγκώ, «Ο Άνθρωπος που Γελά» [Victor Hugo , “L’Homme qui rit”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Μετάφραση: Ντορέτα Πέππα. Στην εικόνα σκηνή από την ταινία του 1928.

Και, ναι, ο «Άνθρωπος που γελά», με το μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο παραμορφωμένο πρόσωπό του, υπήρξε προπάτορας του γνωστού σε όλους Τζόκερ.

Έρασμος – Η τρέλα των ανθρώπων

Ο Έρασμος, σε πίνακα του Quinten Massys / Desiderius Erasmus by Quinten Massys,1517

Αν η Τρέλα ήταν πρόσωπο και είχε φωνή, τι λόγια θα μας έλεγε, άραγε, για το είδος των ανθρώπων; Πιθανό να ήταν λόγια σαν αυτά που κατέγραψε, μιλώντας εξ ονόματός της, ο Έρασμος εν έτει 1509-11 στο κλασικό έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» [Desiderius Erasmus, “Moriae Encomium” / “In Praise of Folly”], από το οποίο και το ακόλουθο απόσπασμα. Η μετάφραση είναι του Στρατή Τσίρκα και το πορτραίτο του Έρασμου του Quinten Massys [1517].

«Είναι απίστευτο πόσο χαίρονται, διασκεδάζουν και ξεκαρδίζονται ολοχρονίς οι αθάνατοι με τους κακόμοιρους τους ανθρώπους. Το πρωί, που δεν είναι πιωμένοι, το περνούν ακούοντας τα παράπονα και περιμένοντας τις προσευχές. Ύστερα, μόλις τσούξουν το νέκταρ και γίνουν τάπα, το ρίχνουν στο τσακίρ κέφι, και πού μυαλό για σοβαρή δουλειά. Πάνε και κάθονται όλοι μαζί στην πιο ψηλή κορφή τ’ ουρανού κι από κει σκύβοντας βλέπουν τα καμώματα των ανθρώπων. Δε βρίσκεται στον κόσμο θέαμα που να το γλεντούν περισσότερο. Θεούλη μου, τι θέαμα είναι τούτο! Τί ποικιλία από τρελούς και τί βαβυλωνία! […]

Να ένας άντρας που ψοφά για μια τοσηδά γυναικούλα, κι όσο λιγότερο τον αγαπάει αυτή, τόσο το πάθος του κορώνει. Ο άλλος παντρεύεται όχι γυναίκα, μα προίκα. Τούτος κάνει το ρουφιάνο στη γυναίκα του, ο άλλος ζηλεύει τη δική του και την προσέχει όλος μάτια, σαν τον Άργο. […] Αυτός μαζεύει όσα μπορεί για να τα ρίξει στην κοιλάθρα του, κι ας πεθάνει αύριο της πείνας. […] Να ένας που ζει με θαλασσοδάνεια και θαρρεί πως είναι πλούσιος, ενώ πάει τρέχοντας για τον γκρεμό. Άλλος το νομίζει ευτύχημα να ζεί φτωχικά, για να κάνει πλούσιο τον κληρονόμο του. Τούτος για μια σταλιά κι όχι σίγουρο κέρδος αλωνίζει τις θάλασσες κιντυνεύοντας στους αγέρηδες και στα κύματα τη ζωή του, που κανένας θησαυρός δε θα μπορέσει να του την ξαναδώσει. Ο άλλος προτιμά να γυρέψει την τύχη του στον πόλεμο, παρά να ζήσει στο σπιτάκι του ήσυχος κι ασφαλισμένος. […]

Είναι μερικοί, πλούσιοι μόνο από ελπίδες• τα ευχάριστα όνειρα που κάνουν μόνοι τους θαρρούν πως φτάνουν για την ευτυχία τους. Πολλοί ευχαριστιούνται να φαίνονται παραλήδες στον κόσμο, και σπίτι τους πεθαίνουν συστηματικά της πείνας. Τούτος βιάζεται να σπαταλήσει όσα έχει, ο άλλος θησαυρίζει αδίσταχτα και στοιβάζει. Ο ένας τρελαίνεται για πόστα και λαχανιάζει ψαρεύοντας ψήφους, ο άλλος καρφί δεν του καίγεται και χουζουρεύει στη γωνίτσα του πλάι στο τζάκι. Κάμποσοι βάζουν μπρος δίκες ατέλειωτες και συνερίζονται με πείσμα, ποιος θα πλουτίσει δικαστή που δίνει πρόθυμα τις αναβολές και συνένοχό του δικηγόρο, με τις στρεψοδικίες του. […]

Κοντολογής, αν μπορούσατε να κοιτάξετε από το Φεγγάρι την αμέτρητη σύγχυση των ανθρώπων, θα νομίζατε πως βλέπετε σύννεφο μύγες και σκνίπες, να τσακώνονται, να κάνουν μεταξύ τους πόλεμο, να στήνουν παγίδες, να κλέβουν, να παίζουν, να τσιλιπουρδίζουν, να γεννοβολούν, να πέφτουν και να πεθαίνουν. Και θα σας φαινόταν απίστευτο πόσες ταραχές, πόσες τραγωδίες ξεσηκώνει ένα τοσοδούλικο ζωύφιο, που προορίζεται σε λίγο να χαθεί.»

Νίτσε – Η αναγκαιότητα της τέχνης και της τρέλας

Ο Νίτσε σε χαρακτικό του Έντβαρντ Μουνκ

«Αν δεν είχαμε καλοδεχτεί τις τέχνες κι αν δεν είχαμε επινοήσει αυτό το είδος της λατρείας του αναληθούς, τότε η κατανόηση της γενικής αναλήθειας και ψευδότητας, στην οποία μας οδηγεί η επιστήμη — η κατανόηση ότι η ψευδαίσθηση και η πλάνη είναι προϋποθέσεις της γιγνώσκουσας και αισθανόμενης ύπαρξης — θα ‘ταν ανυπόφορη. Η εντιμότητα θα μας οδηγούσε στην αηδία και στην αυτοκτονία. Να όμως που υπάρχει μια αντιδύναμη κατά της εντιμότητάς μας, αντιδύναμη που μας βοηθάει να αποφύγουμε τέτοιες συνέπειες: είναι η τέχνη ως καλή θέληση για φαινομενικότητα.

Ως αισθητικό φαινόμενο η ύπαρξη είναι πάντα υποφερτή για μας και η τέχνη μας δίνει μάτια και χέρια και, πάνω απ’ όλα, την καλή συνείδηση που χρειάζεται για να μπορέσουμε να μετατρέψουμε τους εαυτούς μας σε τέτοιο φαινόμενο. Κάπου-κάπου πρέπει να ξεκουραζόμαστε από τον εαυτό μας κοιτάζοντάς τον από ψηλά, κοιτάζοντάς τον κάτω από ψηλά και, από μια καλλιτεχνική απόσταση, να τον περιγελούμε ή να τον κλαίμε. Πρέπει να ανακαλύπτουμε τόσο τον ήρωα όσο και τον γελωτοποιό που κρύβονται μέσα στο πάθος μας για γνώση• πρέπει κάπου-κάπου να απολαμβάνουμε την τρέλα μας προκειμένου να συνεχίσουμε να απολαμβάνουμε τη σοφία μας!

Επειδή ακριβώς είμαστε κατά βάθος βαριοί και σοβαροί άνθρωποι (περισσότερο βάρη παρά άνθρωποι) τίποτε δεν μας ωφελεί περισσότερο από τη σκούφια του τρελού: τη χρειαζόμαστε για τον εαυτό μας — χρειαζόμαστε κάθε ζωηρή, κυμαινόμενη, χορευτική, κοροϊδευτική, παιδιάστικη και μακάρια τέχνη για να μη χάσουμε εκείνη την ελευθερία πάνω από τα πράγματα, την ελευθερία την οποία απαιτεί από μας το ιδανικό μας.

Και θα ‘ταν ξανακύλισμα για μας (λόγω της ευερέθιστης εντιμότητάς μας) να πέφταμε εντελώς στην ηθική και να καταλήγαμε να γίνουμε ενάρετα τέρατα και σκιάχτρα για χάρη των υπεραυστηρών απαιτήσεων που θα είχαμε από τους εαυτούς μας. Πρέπει επίσης να μπορέσουμε να σταθούμε πάνω από την ηθική — κι όχι μόνο να σταθούμε, με την αγωνιώδη ακαμψία ενός ανθρώπου που κάθε στιγμή φοβάται μήπως γλιστρήσει και πέσει• πρέπει να μπορέσουμε να πετάξουμε πάνω από την ηθική και να παίξουμε! Πως θα μπορούσαμε, λοιπόν, να κάνουμε δίχως την τέχνη και δίχως την τρέλα;

Και όσο συνεχίζετε να ντρέπεστε με κάποιον τρόπο για τον εαυτό σας, δεν ανήκετε σε μας!»

Φρίντριχ Νίτσε, από την «Χαρούμενη Επιστήμη» (Η Χαρούμενη Γνώση) [Friedrich Nietzsche, “Die fröhliche Wissenschaft” / The Gay Science or The Joyful Wisdom]. Πρώτη έκδοση 1882, μετάφραση: Λίλα Τρουλινου. Tο χαρακτικό είναι του Edvard Munch.

Μεθύστε μαζί με τον Μπωντλαίρ

Νύμφη που πίνει, πίνακας του Ferdinand Keller.

«Πρέπει να είστε πάντα μεθυσμένοι. Αυτό είναι το παν: αυτό είναι το μοναδικό ζήτημα. Για να μην νοιώθετε το τρομερό φορτίο του Χρόνου που τσακίζει τους ώμους σας και σας γέρνει προς τη γη, πρέπει να μεθάτε χωρίς ανάπαυλα.

Αλλά από τι; Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε. Αλλά μεθύστε.

Και αν κάποτε, στα σκαλοπάτια ενός μεγάρου, πάνω στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στη μελαγχολική μοναξιά του δωματίου σας, αν ξυπνήσετε, αφού η μέθη θα έχει ήδη ελαττωθεί ή εξαφανιστεί, ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, ό,τι φεύγει, ό,τι αναστενάζει, ό,τι κυλάει, ό,τι τραγουδάει, ό,τι μιλάει, ρωτήστε τι ώρα είναι· και ο άνεμος, το κύμα, το αστέρι, το πουλί, το ρολόι, θα σας απαντήσουν: “Είναι ώρα για να μεθύσετε! Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του Χρόνου, μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, από ποίηση ή από αρετή, όπως προτιμάτε».

Σαρλ Μπωντλαίρ, “Μεθύστε”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων “Η Μελαγχολία του Παρισιού” [Charles Baudelaire, “Le Spleen De Paris”]. Πρώτη έκδοση το 1869. Η μετάφραση του Στέλιου Βαρβαρούση και ο πίνακας στην εικόνα του Ferdinand Keller.

Ας μεθύσουμε λοιπόν…..

Τρελοί, ποιητές και ερωτοχτυπημένοι

Σκηνή από το Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας του Σαίξπηρ, πίνακας του Edwin Landseer [1851]

Άκουσα να λένε πως υπάρχει μια νύχτα, στη διάρκεια του μεσοκαλόκαιρου, που μια φορά στα τόσα κάτι μαγικό συμβαίνει – ζωντανεύουν, λέει, πανάρχαια πλάσματα του δάσους, η ομορφιά ερωτεύεται την ασχήμια, η λογική παθιάζεται με την τρέλα, οι άρχοντες γίνονται φτωχοί και οι φτωχοί αποκτούν στέμμα φτιαγμένο από φυτά του δάσους. Και στη διάρκεια αυτής της νύχτας, λένε, τα πάντα είναι δυνατά – ακόμα τα πιο τρελά σου όνειρα. Ή όπως λέει ο ποιητής:

«Μόνον οι ερωτοχτυπημένοι κι οι τρελοί,
που βράζουν τα μυαλά τους, βλέπουν τέτοια ονείρατα
κι ίσκιους που δεν τους νιώθει η λογική. Οι τρελοί,
οι ερωτεμένοι κι οι ποιητές γιομάτοι είν’ όλοι
φαντασία. Ο ένας βλέπει τόσους διαβόλους
που ούτε η κόλαση η πλατιά δεν τους χωράει.
Ο χτυπημένος απ’ τον έρωτα τρελός κι αυτός
θαρρεί πως βλέπει της Ελένης ομορφιά
σε μούτρο αράπη. Του ποιητή το μάτι βόσκοντας
σε μια άλλη τρέλα ωραία πηδάει από τη γη
στον ουρανό κι από τον ουρανό στη γη
κι ό,τι μορφές από άγνωστα μας πλάθει η φαντασία,
η πένα του ποιητή σε σκήμα τις τορνεύει
και στο αιθέριο τίποτα του δίνει θέση
να στέκει κι όνομα. Έχει τέτοια η φαντασία
εξαίσια χάρη• αρκεί να νιώσει μόνο μια χαρά και βλέπει όποιον φέρνει τη χαρά• ή τη νύχτα,
σαν της περάσει κάποιος φόβος, πόσο είν’ εύκολο να πάρει κούτσουρο γι’ αρκούδα!»

[Κι ενώ ξημερώνει, κάπου στην καρδιά του δάσους….]

ΟΜΠΕΡΟΝ: Ξύπνα, Τιτάνια μου, γλυκιά βασίλισσά μου!

ΤΙΤΑΝΙΑ: Καλέ μου! τί’ ταν τούτη η υπνοφαντασία μου!
Είδα πως τάχα είχα αγαπήσει ένα γαϊδούρι.»

Τα αποσπάσματα από το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Ουίλιαμ Σάιξπηρ [William Shakespeare, “A Midsummer Night’s Dream”] σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα. Πρώτη έκδοση: 1595-96. Πίνακας: “Scene from A Midsummer Night’s Dream” του Edwin Landseer [1851].

Σε αναμονή αυτής της νύχτας, το λοιπόν. Προσοχή μόνο, γιατί διαρκεί για λίγες μόνο ώρες – μπορεί και να τη χάσουμε. Μα αν συμβεί αυτό, υπάρχει πάντα και Του Χρόνου…

Τι μένει, λοιπόν, όταν το όνειρο έχει πια χαθεί; Νομίζω το μόνο που μένει είναι να αρχίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Αν όχι με έρωτα, με μεθύσι. Και αν όχι με μεθύσι, με ποίηση. Και τέχνη.

Τι άλλο μας μένει λοιπόν;…

Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 – Οι στάχτες του πολέμου

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ

© Παρουσίαση και ψηφιοποίηση κειμένων: Το Φονικό Κουνέλι, Νοέμβριος 2018.

Tags: , , , , , , , , , ,

6 Responses

  1. "Kούνελε" αγαπητέ φίλε πάλι ζωγραφίζεις !!! με τη δημιουργία σου !
    με τις αναφορές σου.
    Είναι περιττό να δηλώσω ξανά την ποιότητα αλλά και τη λογοτεχνική αξία αυτών σου των θεμάτων. Μια λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια που δύσκολα θα συναντήσεις.
    Την καλησπέρα μου φίλε.

  2. Επειδή κρατώ τις υποσχέσεις που δίνω (κι έδωσα μία ενώ ξεκινούσα την ανάγνωση), άλλαξε η διάθεσή μου, μόλις έφτασα στο τέλος!
    Με Ρόμπινς, Νίτσε και Σαίξπηρ χαμογέλασα και αισθάνθηκα για τούτη τη στιγμή πληρότητα.
    Στην ποίηση, στην τρέλα, στο μεθύσι, τον έρωτα και όσα έχεις ως κεντρικό θέμα σήμερα αφήνεσαι στη γοητεία τους, ονειρεύεσαι κι έπειτα σκέφτεσαι!
    Καλή εβδομάδα κι έχω χάσει πολλά από ό,τι βλέπω…!

    • Ευτυχώς εδώ στο Λαγούμι επιβεβαιώνεται τρανώς η σχετικότητα του χώρου και του χρόνου – τι και αν έχεις χάσει; Ανά πάσα στιγμή μπορείς να επανέλθεις σα να μην έχασες το παραμικρό, ποτέ. Καλή βδομάδα, Γλαύκη!

  3. Αυτές οι αναρτήσεις είναι όλα τα λεφτά.
    Με την πλαισίωση κάθε κείμενο αποκτά επίσης πρόσθετη σημασία απ' ότι αν το διάβαζες μεμονωμένο.
    Να σαι καλά κουνέλι, καλή συνέχεια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares