22 Μαΐου 2019

Game of Thrones. Ένας απολογισμός


Game of Thrones and A Song of Ice and Fire books



Κάτι σαν εισαγωγή




Ε λοιπόν, αυτό το κείμενο παρουσιάζει την εξής ιδιαιτερότητα: είχα ξεκινήσει να γράφω, χθες το απόγευμα, «λίγα λόγια» για το Game of Thrones και τη συνολική αίσθηση που μου απέφερε η σειρά, τώρα που τελείωσε. Μετά από τρεις σχεδόν ώρες γραψίματος διαπίστωσα πως το «σύντομο» κείμενό μου είχε ξεπεράσει τις 2500 λέξεις… και σκέφτηκα να αναβάλω την ανάρτηση για την επόμενη μέρα. Ξημερώνει, λοιπόν, η σημερινή μέρα, και συνειδητοποιώ πως… δεν είχα καμία απολύτως όρεξη να μοιραστώ το κείμενο! Σκέφτηκα κάτι τέτοιο: “ήδη έχουν ασχοληθεί τόσοι με το Game of Thrones! Έχουν ήδη ειπωθεί τόσα. Γιατί να το κάνω κι εγώ;”

Μα είχα ήδη γράψει ένα μεγάλο κείμενο – κρίμα να το άφηνα έτσι. Έπειτα σκέφτηκα πως ήμουν εκεί και έγραφα για τη συγκεκριμένη σειρά πολύ πριν μετατραπεί σε τέτοιο μαζικό φαινόμενο – ήδη από τον πρώτο κύκλο της, πριν 8 χρόνια. Τον ίδιο καιρό είχα διαβάσει τα βιβλία, μονορούφι, το ένα μετά το άλλο… και έκτοτε περίμενα. Περίμενα να δω ποια θα είναι η κατάληξη – όχι τόσο της τηλεοπτικής σειράς, όσο της ιστορίας που ξεκίνησε, στις αρχές της δεκαετίας του 90, ο George R. R. Martin. Μια ιστορία με αρκετά σκαμπανεβάσματα, η οποία όμως – δικαίως – ανήκει στα σημαντικά έργα της νεότερης λογοτεχνίας του φανταστικού. Μια ιστορία που δεν ολοκληρώθηκε (ακόμη) και παραδόθηκε στους τηλεοπτικούς παραγωγούς, ώστε να τη μεταχειριστούν με τον τρόπο που κρίνουν καλύτερο οι ίδιοι. Επομένως ο παρόντας «απολογισμός» συνιστούσε κι ένα είδος «τελικού συμπεράσματος» όχι μόνο από έναν τηλεθεατή, αλλά και από έναν αναγνώστη των βιβλίων – που προσδοκούσε να τελειώσει η σειρά για να διαπιστώσει αν τελικά είχε κάποιο σφαιρικό θετικό νόημα αυτό που ξεκίνησε να διαβάσει και να βλέπει, πριν αρκετά χρόνια, ή όχι.

Δεν ξεχνώ πως υπήρξε μια εποχή που διάβασα το “A Clash of Kings” και το “A Storm of Swords” και είχα απορροφηθεί πλήρως από τον πλούτο των χαρακτήρων και από το πολυσύνθετο περιεχόμενό τους. Η τηλεοπτική μεταφορά όσο με κέρδισε αρχικά, άλλο τόσο με απογοήτευσε στη συνέχεια – τα τελευταία χρόνια η τηλεοπτική σειρά έμοιαζε να κερδίζει σε δημοτικότητα, όσο έχανε σε ουσία. Μα στην κατάληξη της σειράς είδα ξανά, μετά από καιρό, κάποια ίχνη από τον ίδιο τον συγγραφέα της – και μαζί με αυτά εντόπισα το νόημα που αποζητούσα. Ναι, τώρα μπορούσα να γράψω τον παρόντα «απολογισμό». Ας τον μοιραστώ λοιπόν μαζί σας.



A Song of Ice and Fire. Τα βιβλία και η θέση τους στη λογοτεχνία του φανταστικού




Έκλεισε λοιπόν ο κύκλος της τηλεοπτικής σειράς του Game of Thrones. Μια σειρά που είχε ξεκινήσει κάποτε από ένα βιβλίο και κατέληξε, χρόνο με τον χρόνο, να μετατραπεί, στη διάρκεια των τελευταίων 8 χρόνων, σε mainstream pop φαινόμενο των σύγχρονων καιρών μας. Μα σε αυτόν εδώ τον προσωπικό απολογισμό, επιτρέψτε μου να πάω πέρα από τα εντυπωσιακά νούμερα, πέρα από τα φανταχτερά εφέ, πέρα από τα τηλεοπτικά κλισέ, πέρα από το απαιτητικό fanbase. Και το ερώτημα που θα θέσω είναι το εξής: κατόρθωσε άραγε αυτή η σειρά, καταμεσής του θορύβου και του θεάματος, να αφήσει κάποιο θετικό νόημα όσο αφορά το περιεχόμενό της;

Η απάντησή μου είναι θετική – ναι, για μένα τουλάχιστον το κατόρθωσε. Και αυτό ήταν μια μικρή έκπληξη για μένα. Μα για λόγους που τους εκθέτω αναλυτικά παρακάτω.

Επιθυμώ να επιστρέψω στις ρίζες της σειράς και να τις περιεργαστώ μέσα από τα μάτια κάποιου που, όμοια με τον χαρακτήρα του Σαμ, θεωρεί πως σημαντικότερο όπλο είναι (ή, ενδεχομένως, θα έπρεπε να είναι) η γνώση – και όχι τα όπλα. Αναφέρομαι φυσικά στα βιβλία του George R. R. Martin, στα οποία δόθηκε η ονομασία “A Song of Ice and Fire” – και τα οποία έμελλε να δούμε να ολοκληρώνονται στην οθόνη και όχι στο χαρτί. Θα επιδιώξει άραγε ποτέ ο συγγραφέας να τελειώσει τη σειρά των βιβλίων του; Έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε – πιθανό να του λείπει πια το κίνητρο, έχοντας δει το γραπτό παιδί του να μετατρέπεται σε έναν τηλεοπτικό κολοσσό και έχοντας κερδίσει τόση φήμη και χρήμα στην πορεία. Μα τίποτα δεν αποκλείεται.

Σκοπός του συγγραφέα των βιβλίων, τότε, 25 περίπου χρόνια πριν, δεν ήταν να δημιουργήσει ένα υπερθέαμα για τις μάζες – βρισκόμαστε ακόμα στις αρχές της δεκαετίας του 90: πριν το ίντερνετ, πριν τις τηλεοπτικές υπερπαραγωγές, πριν ακόμα ο ίδιος ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν καταλήξει να μετατραπεί σε μαζικό φαινόμενο. Το “Game of Thrones” γράφτηκε, τον καιρό εκείνο, απευθυνόμενο όχι στα πλήθη, μα στη μερίδα εκείνη των φίλων της λογοτεχνίας του φανταστικού, που γύρευαν κάτι «περισσότερο εναλλακτικό» συγκριτικά με τον κλασικό δρόμο του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».




George R. R. Martin



Και δεν ήταν η μόνη σειρά βιβλίων που επεδίωξε κάτι ανάλογο. Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Michael Moorcock έσπαγε τις παραδοσιακές αντιλήψεις του «καλού» και του «κακού» παραδίδοντάς μας τον χαρακτήρα του Έλρικ, ενώ συγγραφείς όπως οι Stephen Donaldson, Robin Hobb, Tad Williams, Ursula Le Guin (μεταξύ άλλων) έμελλε επίσης, πριν τον Μάρτιν, να καταπιαστούν με διάφορες παραδοσιακές πτυχές της φανταστικής λογοτεχνίας, προσδίδοντάς τους όμως ένα νέο πρόσωπο, περισσότερο «ενήλικο» και «σκοτεινό». Σε αυτά τα βιβλία δεν θα δούμε απλά ιστορίες «φυγής», με γενναίους ήρωες και τρομερά θηρία – μα αναφορές στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και σαφή μηνύματα για τη ανθρώπινη φύση και την πολυδιάστατη πραγματικότητά της. Ως και το «Σιλμαρίλλιον» του ίδιου του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν (που εκδόθηκε μετά το θάνατό του) αποκαλύπτει μια σαφώς σκοτεινότερη και περισσότερο πολύπλοκη πτυχή της μυθοπλασίας του, συγκριτικά με τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών».

Με άλλα λόγια, δεν ήταν μόνο ο Μάρτιν – μα με τον Μάρτιν, και φτάνοντας ειδικά στα 90’s και τα 00’s, το φαινόμενο κατέληξε να διαδοθεί σε τέτοιο βαθμό, που έφτασε να θεωρείται πια «δεδομένο» πως αν αφηγηθείς μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε έναν «φανταστικό κόσμο» και απευθύνεται σε ενήλικες, αυτή «πρέπει» να συνοδεύεται από βία, σεξ, γκρίζους χαρακτήρες και κυνική διάθεση. Καλώς ή κακώς. Ποιος ξέρει – πιθανό να αντανακλά την εποχή που ζούμε.

Οι συγκεκριμένοι, βέβαια, συγγραφείς (όμοια με τον Τόλκιν παλαιότερα) δεν ακολουθούσαν κάποια «μόδα» - και γι’ αυτό ξεχώρισαν. Θα ‘λεγε κανείς πως ήταν γέννημα θρέμμα της εποχής τους (μια εποχή που ακροβατούσε μεταξύ προβληματισμού για τα κοινά και μιας κυνικής διάθεσης απόσυρσης), όπως αντίστοιχα ο Τόλκιν ήταν γέννημα θρέμμα μιας άλλης εποχής: μια εποχή που ίσως εξιδανίκευε και ίσως ονειρευόταν περισσότερο.




Game of Thrones book 1 by George R. R. Martin



Το τηλεοπτικό φαινόμενο του Game of Thrones




Αντίστοιχα, σε τηλεοπτικό επίπεδο, το Game of Thrones δεν έκανε την εμφάνισή του «εκ του μηδενός». Από τη μία, η κινηματογραφική επιτυχία του “Lord of the Rings” είχε καταδείξει πως, για πρώτη φορά, η λογοτεχνία του φανταστικού μπορούσε να μετατραπεί σε ένα εμπορικό υπερθέαμα – ικανό να τρέφει τις μάζες μα, ταυτόχρονα, να διατηρεί την ποιότητά του – προς ικανοποίηση των χιλιάδων βιβλιοφάγων. Από την άλλη, μια χούφτα τηλεοπτικές σειρές, εκεί στα 00’s, έθεσαν νέα standards και παρουσίασαν με έναν «ωμό ρεαλισμό» την κοινωνική πραγματικότητα γύρω τους (κάποιες εκ των οποίων όπως το “Wire” και οι “Sopranos” εξακολουθούν να θεωρούνται κορυφαίες στο είδος), ενώ εντυπωσιακές σειρές ιστορικού περιεχομένου όπως το “Rome” παρέδωσαν, λίγο πολύ, τις τηλεοπτικές βάσεις, πάνω στις οποίες έμελλε να στηριχτεί το Game of Thrones.

Όμοια με τα βιβλία, λοιπόν, το Game of Thrones εμφανίστηκε στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη χρονική στιγμή – για να εξελιχθεί στο φαινόμενο που γνωρίσαμε.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Εκατομμύρια τηλεθεατών συντονίζονται για να δουν το τελευταίο επεισόδιο της σειράς και το διαδίκτυο κατακλύζεται από κριτικές και γνώμες. Η τελευταία σεζόν του Game of Thrones συγκέντρωσε αφενός τα υψηλότερα ποσοστά τηλεθέασης, αφετέρου τις δριμύτερες κριτικές – το σκορ του τελευταίου επεισοδίου στο Imdb είναι πραγματικά κωμικοτραγικό, για να μην αναφέρω εκείνη τη μαζική συγκέντρωση υπογραφών για να… γυριστεί ξανά η τελευταία season (αστεία πράγματα). Κόσμος και κοσμάκης συζητάει για το αν ο Jon έπραξε καλά, αν η μάχη ήταν σκοτεινή ή όχι, αν ο Μάρτιν μας έχει όλους γραμμένους, αν εκείνο το πλαστικό ποτήρι του καφέ (ή το πλαστικό μπουκάλι του νερού) είχαν λόγο ύπαρξης – και πολλά άλλα. Και φυσικά εκείνοι που δεν ασχολήθηκαν ποτέ με τη σειρά έχουν κάθε λόγο να απορούν: «καλά, μας δουλεύετε;»

Όχι, κανείς δεν μας δουλεύει, αγαπητοί. Αυτό σημαίνει να έχει μετατραπεί μια σειρά σε pop φαινόμενο.

Μα πέρα και πίσω από τη δόξα… «υπάρχουν οι ιστορίες». Υπάρχουν τα βιβλία. Και εμείς που είχαμε καταπιαστεί μαζί τους, τον παλιό καιρό, και τα είχαμε αγαπήσει παρά τις αυξομειώσεις της ποιότητάς τους (τα πρώτα βιβλία είναι σαφώς ανώτερα συγκριτικά με τα υπερφίαλα δύο τελευταία), εξακολουθούσαμε να αναζητούμε κάποια χνάρια από την «ιστορία» πέρα και έξω από τη φήμη της οθόνης. Κάποιο νόημα πέρα από την κενή ψυχαγωγία.

Οι πρώτες season του Game of Thrones ακροβατούν πετυχημένα μεταξύ των τηλεοπτικών «εμπορικών» standard και του βιβλιογραφικού υπόβαθρου – το δεύτερο παρέχει τις βάσεις, τους κεντρικούς διαλόγους, τις βασικές εξελίξεις της πλοκής, την ανάπτυξη των χαρακτήρων. Και ναι – η μεταφορά είναι πετυχημένη, παρά τις όποιες διακυμάνσεις. Δεν συνιστά «καλύτερη σειρά» συγκριτικά με αρκετές άλλες που υπάρχουν – μα είναι σίγουρα αξιόλογη, όχι μόνο σε επίπεδο τηλεοπτικού θεάματος, μα και σε επίπεδο χαρακτήρων, μυθοπλασίας και εξέλιξης.

Κάποια στιγμή όμως το υλικό των βιβλίων τελειώνει – και οι τηλεοπτικοί παραγωγοί πλέον βρίσκονται δίχως επαρκές υλικό στα χέρια τους. Μα εδώ είναι τηλεόραση και δεν ισχύουν οι κανόνες της δημιουργικής γραφής: όταν ξεκινάς μια ιστορία, οφείλεις να την συνεχίσεις μέχρι τελικής πτώσεως, όσο σου αποφέρει κέρδη: αυτό επιτάσσουν οι κανόνες της τηλεόρασης και του χρήματος. Και αν δεν έχουμε ένα γραπτό υπόβαθρο ικανό να στηρίξει την ιστορία μας, δεν πειράζει – έχουμε χρήμα και έχουμε μεγάλη φήμη. Θα τα καταφέρουμε.

Το αποτέλεσμα αυτών είναι οι τελευταίες 2-3 season του Game of Thrones. Παράδοξη ανάπτυξη χαρακτήρων, ανούσια περιβάλλοντα (να θυμηθούμε το Dorne;) βαθιά στερεότυποι διάλογοι, ακατανόητα άλματα σε θέματα χώρου και χρόνου, προβλέψιμες σκηνές, ολοένα αυξανόμενη άρση του ρεαλισμού προς όφελος μιας στερεότυπης «χολυγουντιανής» στάσης, χαρακτήρες που γίνονται άτρωτοι απλά και μόνο γιατί το επιτάσσει η πλοκή – και πολλά άλλα. Οι παραγωγοί της σειράς, έχοντας εξαντλήσει πια το αχανές υλικό των βιβλίων, δεν είχαν παρά ένα γενικό σχεδιάγραμμα ως προς το που θα καταλήξει η σειρά – και τίποτα περισσότερο. Τα υπόλοιπα έπρεπε πια να τα σκαρφιστούν οι ίδιοι. Μα εδώ δεν μιλάμε για καταξιωμένους συγγραφείς, μα για τηλεοπτικούς παραγωγούς και εμπειρογνώμονες του «εμπορικού» κινηματογράφου.

Φυσικά το αποτέλεσμα αυτών είναι η πτώση της ποιότητας της σειράς, στη διάρκεια των τελευταίων 2-3 χρόνων. Μα ακόμα χειρότερα: είναι η αντιστροφή των ίδιων των «κανόνων» που έθεσε ο συγγραφέας της σειράς στα βιβλία του. Όταν ο ρεαλισμός θυσιάζεται επανειλημμένα στο όνομα του τηλεοπτικού κλισέ, τότε ξέρεις πως κάτι δεν πάει καλά.

Βέβαια τα νούμερα άλλα έδειχναν τόσο καιρό. Η σειρά ολοένα και ανέβαινε σε θεαματικότητα και απήχηση. Και αν έχανε πια σε αφηγηματικό ρεαλισμό, δεν είχε σημασία – αναπλήρωνε και με το παραπάνω σε εντυπωσιακά εφέ και παραγωγή όμοια με την οποία δεν είχε ξαναγίνει. Και κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό: η παραγωγή του Game of Thrones άγγιξε πελώρια ύψη για τα τηλεοπτικά δεδομένα. Ναι – ήταν εντυπωσιακό. Εκεί που το χρήμα αναπληρώνει το κενό σε ουσία.




Jon Snow and Daenerys Targaryen final scene



Τα ίχνη του συγγραφέα




Και φτάνουμε στο τέλος. Κι εγώ αποζητούσα, εδώ κι εκεί, σκόρπια καταμεσής των τελευταίων επεισοδίων της σειράς, τα ίχνη του συγγραφέα της – λες και αναζητούσα τα ίχνη των χαμένων ανταρόλυκων στο χιόνι: έψαχνα να βρω τον George R. R. Martin. Γιατί εδώ, σε αυτή την τηλεοπτική κατάληξη, θα φανερωνόταν, έστω περιορισμένα, το όραμα του ίδιου του δημιουργού των βιβλίων σχετικά με τον κόσμο και τους χαρακτήρες του.

Γιατί μόνο με την ολοκλήρωση ενός έργου μπορείς να καταλάβεις ποιος, τελικά, είναι ο σκοπός του δημιουργού του. Μόνο στη συνεκτική του εικόνα μπορείς να κατανοήσεις τον σκοπό κάθε μικρής του λεπτομέρειας. Και από τη στιγμή που δεν έχουμε στα χέρια μας την ολοκληρωμένη σειρά των βιβλίων… έπρεπε να αρκεστούμε στην ολοκλήρωση της τηλεοπτικής σειράς, μπας και καταλάβουμε ποιος ήταν ο σκοπός του δημιουργού της. Δεν ήταν αρκετό – μα θα παίρναμε μια ιδέα.

Και το προσωπικό μου ερώτημα, ήδη από τον πρώτο κύκλο της σειράς, πριν 8 χρόνια, όταν είχα διαβάσει μεμιάς όλα τα βιβλία, ήταν το εξής: φέρει, άραγε, κάποιο θετικό νόημα για τον άνθρωπο και την πραγματικότητά του αυτό που βλέπω και διαβάζω; Ή συνιστά απλά μια ακόμα ιστορία φυγής, εμποτισμένη από ένα «κυνικό» πνεύμα – που τόσο αρμόζει στους καιρούς μας; Ένα πνεύμα ματαιότητας που φανερώνει πως οι «καλοί σκοποί» δεν φέρουν απαραίτητα «καλά αποτελέσματα»• πως ο όποιος ιδεαλισμός είναι καταδικασμένος να χαθεί στη λήθη• πως μόνη πραγματικότητα γύρω μας είναι πως «οι δυνατοί επιβιώνουν με κάθε μέσο»• και πως το αιματοβαμμένο παιχνίδι της εξουσίας και της δύναμης μοιάζει να είναι το μόνο κίνητρο της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτό που, με άλλα λόγια, έμοιαζε να παρουσιάζει ο ίδιος ο Μάρτιν ως “απάντηση” στον φανταστικό κόσμο του Τόλκιν.

Αυτό είναι όλο λοιπόν; Αυτό είναι το τελικό μήνυμα του Game of Thrones; Προσθέστε σε αυτή την οπτική κάμποσες δόσεις χολυγουντιανού κλισέ στο μίξερ και έχετε την εξέλιξη της τηλεοπτικής σειράς. Ένα όχι ιδιαίτερα ελκυστικό μείγμα. Ένα μείγμα που δεν ξέρω αν λέει πολλά πράγματα για την ανθρώπινη κατάσταση [με τον τρόπο που έκαναν οι μεγάλοι λογοτέχνες του παρελθόντος] – σίγουρα λέει πολλά για την εποχή μας και τα γούστα της.

Ε, λοιπόν… Θεωρώ πως πήρα τις απαντήσεις μου με την κατάληξη της σειράς. Και οι απαντήσεις, για πρώτη φορά μετά από καιρό – με ικανοποίησαν. Ναι, λοιπόν. Με ικανοποίησαν!




Drogon, fiery dragon in Game of Thrones
Jon reunites with Ghost in Game of Thrones' finale



Το θετικό μήνυμα της σειράς. * προσοχή, ακολουθούν spoiler *




Η κατάληξη της «Μητέρας των Δράκων» ξεσήκωσε θύελλες διαμαρτυρίας μεταξύ «αγανακτισμένων φαν» - μα οι συγκεκριμένοι φαν μάλλον δεν είχαν καταλάβει τίποτα τόσο καιρό. Δεν είχαν καταλάβει πως η σειρά δεν αφορά μια ακόμα στερεότυπη μάχη των «καλών» ενάντια στους «κακούς» και πως δεν παρακολουθούν ένα χαρούμενο παραμύθι – με τη Barbie να καβαλά το φλογοβόλο μικρό της Πόνι. Ή ενδεχομένως να μην τους το επέτρεψε να το καταλάβουν η τηλεοπτική εξέλιξη της σειράς στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων – μια εξέλιξη όπου το στοιχείο του George R. R. Martin απουσίαζε ολοένα και περισσότερο, σε βάρος του στοιχείου του εμπορικού κινηματογραφικού κλισέ.

Εξίσου δυσφόρησαν κάποιες «φεμινίστριες», που στην περσόνα της Daenerys είχαν εντοπίσει μια «δυναμική γυναίκα ικανή να ανατρέψει την πατριαρχική τάξη πραγμάτων και να φέρει μια νέα εποχή». Αυτό κατάλαβαν. Λες και οι τάξεις πραγμάτων μπορούν να έρθουν ουρανοκατέβατες, από ένα και μόνο πρόσωπο. Δεν γράφεται έτσι η ιστορία, κύριοι. Και σε αυτό ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν είναι ρεαλιστής – με τη γνήσια και αυθεντική έννοια.

Είχα υποθέσει την πιθανή εξέλιξη της Daenerys εδώ και πολλά χρόνια και έβλεπα πάντα, σε εκείνη τη μονομερή μανία της για να «πάρει αυτό που της ανήκει» μια απωθητική, ως ακατανόητη, έλξη για εξουσία. Ένα κίνητρο που με απέτρεπε από το να συμπαθήσω αληθινά τον χαρακτήρα της. Ήλπιζα να δούμε να ξεσπάει η σκοτεινή πλευρά της στο φινάλε – και, για μια φορά, δεν απογοητεύτηκα. Ο τρόπος που έγινε βέβαια ήταν υπερβολικά απότομος και τα κίνητρά της ελαφρώς ακατανόητα – και εδώ για άλλη μια φορά ευθύνεται η έλλειψη γραπτού υλικού, η βιασύνη των παραγωγών να τελειώσουν με τη σειρά και η αδυναμία τους να γράψουν έναν πιστευτό τηλεοπτικό χαρακτήρα – μα το αποτέλεσμα ήταν εκείνο που έπρεπε να είναι. Και αυτό το αποτέλεσμα – η μανιακή βασίλισσα που καταλήγει να σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά της – είναι ατόφιο George R. R. Martin.

Επιτέλους, μέσα στον ορυμαγδό της μάχης και τη σκόνη, είχαμε βρει ξανά τα ίχνη του συγγραφέα.




Daenerys Targaryen and her army, Game of Thrones season 8, episode 6




Τα λόγια του Tyrion προς τον Jon στο τελευταίο επεισόδιο (αναμφισβήτητα ό,τι πιο πνευματώδες και εγκεφαλικό έχει πει ο χαρακτήρας τα τελευταία 4 χρόνια) συνοψίζουν όχι μόνο την κατάληξη του χαρακτήρα της Daenerys, αλλά και τη μοίρα κάθε εξουσίας, που στο όνομα «ιδεαλιστικών σκοπών» (πάντα έτσι γίνεται) είναι διατεθειμένη να διαπράξει τις πιο φρικαλέες πράξεις. Και αυτό συνιστά, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα θετικά μηνύματα της σειράς του George R. R. Martin: δεν υπάρχουν σύγχρονοι «μεσσίες». Η ελευθερία δεν έρχεται σαν δώρο από τον ουρανό, ουρανοκατέβατη σαν το μάννα τ’ ουρανού – ή τη φωτιά του δράκου. Και αν κάποιος «χαρισματικός ηγέτης» σπέρνει υποσχέσεις στα πλήθη των γοητευμένων οπαδών του – προσοχή, γιατί κάποια στιγμή, μαζί με την σπορά έρχεται και ο θερισμός.

Ο Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν είχε δηλώσει από παλιά πως επιθυμεί να μεταφέρει ένα αντιπολεμικό και, συνάμα, ένα περιβαλλοντικό μήνυμα μέσα από το έργο του. Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές. Ο Σιδερένιος Θρόνος συνιστά ένα σύμβολο για οτιδήποτε είναι αρπακτικό και εγωκεντρικό στον άνθρωπο: την εξουσία και τον αγώνα για την κατάκτησή της. Έναν αγώνα που η κατάληξή του δεν μπορεί παρά να είναι βουτηγμένη στο αίμα – πέρα και έξω από κάθε «ιδεαλισμό». Κοινωνικά ιδανικά όπως η «ελευθερία» ή η «δημοκρατία» δεν εξάγονται, ούτε μπορεί να τα «χαρίσει» στον κόσμο κάποιος “ανώτερος ηγέτης”. Να γιατί οι απόπειρες της Daenerys να απελευθερώσει τους σκλάβους ήταν μάταιες. Να γιατί χλεύασαν οι άρχοντες την πρόταση του Sam για να «αποφασίζουν οι ίδιοι οι άνθρωποι για τις τύχες τους», στο τέλος. Δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα. Δεν επαρκούσαν οι συνθήκες.

Η δημοκρατία και η ελευθερία δεν χαρίζονται. Δεν εξάγονται με το ζόρι. Ούτε παραδίδονται από πάνω προς τα κάτω, σε ανθρώπους που ποτέ ως τότε δεν είχαν μάθει να ζουν έτσι. Διεκδικούνται. Κερδίζονται με αγώνα του ίδιου του λαού – και όχι μιας χούφτας ηγετών, που στο όνομα αυτών των ιδανικών, είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα. Και μαζί με αυτούς όλοι οι κεραυνοβολημένοι φανατικοί οπαδοί τους.

Αυτό, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, συνιστά το θετικό μήνυμα της σειράς – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο με άφησε ικανοποιημένο το φινάλε, παρά τον τόσο κακοτράχαλο δρόμο που έκανε για να φτάσει ως εκεί.

Όσο αφορά το περιβαλλοντικό μήνυμα; Αυτό σχετίζεται με την «απειλή πέρα από το Τείχος» - τους απέθαντους White Walkers –, τον ερχομό τους και την ανάγκη να αφήσουν οι άνθρωποι τις διαφορές τους και να συνασπιστούν για να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό. Δυστυχώς όμως εδώ η σειρά δεν κατόρθωσε να αποδώσει την απειλή με πειστικό τρόπο, και η κατάληξή της (η σούπερ-Άρια και το φονικό μαχαίρι της) προσωπικά με άφησε απογοητευμένο. Δε βαριέσαι. Αν ολοκληρωθούν τα βιβλία πιστεύω πως θα διαβάσουμε κάτι περισσότερο πιστευτό και ικανοποιητικό.

[Συμπλήρωμα: είδαμε και τον Ghost στο φινάλε! Ας προστεθεί στα θετικά και αυτό, κύριοι]




Tyrion Lannister



Επίλογος. Μένουν οι ιστορίες




Η τηλεοπτική σειρά του Game of Thrones κατέληξε να μοιάζει με ένα πελώριο ελβετικό τυρί: νόστιμη και γνωστή στους πάντες – μα γεμάτη τρύπες.

Έστω όμως. Έμεινα ικανοποιημένος με το μήνυμα στο τέλος και την εκτέλεσή του: η σκηνή με το τελικό ξέσπασμα του Drogon ανήκει στις ωραιότερες της σειράς, δίχως αμφιβολία. Σα να είδα κάπου να ξεπροβάλλει πάλι η τροφαντή και χαμογελαστή φιγούρα του Τζορτζ Ρ. Ρ. Μάρτιν, κάπου εκεί, καταμεσής της τηλεοπτικής αντάρας – και χαμογέλασα μαζί του. Και αν η σειρά με απογοήτευσε στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων… δεν ξεχνώ πόσο καλά πέρασα βλέποντάς την τα πρώτα χρόνια – και δεν ξεχνώ πως πέρασα εξίσου όμορφα διαβάζοντας τα βιβλία της (έστω, τα πρώτα τρία!). Και – ναι – οι τελικές κοινωνικές και πολιτικές της προεκτάσεις θεωρώ πως κατορθώνουν να πάνε πέραν του κυνισμού και της παραίτησης: οι άνθρωποι μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα γύρω μας. Μα πρέπει να μάθουμε να συνασπιζόμαστε. Και πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε αλλιώς.

Μένει στον συγγραφέα των βιβλίων να καταπιαστεί ξανά μαζί τους και να μας μεταδώσει τη συνεκτική του άποψη πάνω σε αυτό που είδαμε. Δεν είμαι βέβαιος αν θα ολοκληρώσει τα βιβλία – μα αν το κάνει, νομίζω πως θα ικανοποιηθούν οι προσδοκίες του κόσμου.

Και τώρα; Συνεχίζουμε! Υπάρχουν πολλές σειρές που αξίζουν την προσοχή μας. Παρεμπιπτόντως… σε λίγο καιρό ξεκινάει η προβολή του “Good Omens” – η φοβερή αυτή συνεργασία των Neil Gaiman και Terry Pratchett μεταφέρεται από το βιβλίο στην τηλεοπτική οθόνη! Όσοι το έχετε διαβάσει, ξέρετε. Αναμένω πως και πως. Και ακολουθεί το αγαπημένο και νοσταλγικό “Stranger Things” καταμεσής της καλοκαιρινής κάψας. Έχουμε πολλά να δούμε και να πούμε.

Όσο αφορά τα βιβλία και τις ιστορίες; Αχ, ευτυχώς δεν έχουν τέλος. Υπάρχουν πολλές ακόμα ιστορίες που περιμένουν να χαθούμε στους κόσμους τους… ποιος ξέρει – ίσως καταμεσής αυτών να βρίσκεται και η δική μας.



Το Φονικό Κουνέλι, Μάιος του 19



Game of Thrones season 1 cast

19 Μαΐου 2019

À bout de souffle... Ή όλα ή τίποτα.



Ένα αφιέρωμα στην ταινία Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και το Νέο Κύμα, από το φονικό κουνέλι



Ένα αφιέρωμα στην ταινία "Με Κομμένη την Ανάσα" του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ



[Τόπος: μικροσκοπικό δωμάτιο στο διαμέρισμα της Πατρίσια. Ο Μισέλ και η Πατρίσια στο κρεβάτι]


ΜΙΣΕΛ: “Θα άφηνες κάποιον άλλο άντρα να σε χαϊδέψει;” [τη χαϊδεύει απαλά]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ξέρεις... είπες πριν ότι φοβάμαι. Αλήθεια είναι - φοβάμαι. Επειδή θέλω να με αγαπάς. Μα, την ίδια στιγμή, θέλω να πάψεις να με αγαπάς. Είμαι πολύ ανεξάρτητη, ξέρεις.”

[ο Μισέλ απλώνει το χέρι του γύρω της και την αγκαλιάζει]

ΜΙΣΕΛ: “Σε αγαπάω, αλλά όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πώς, τότε;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Μα δεν ξέρεις τι νομίζω. Δεν γνωρίζεις.”

ΜΙΣΕΛ: “Ασφαλώς και γνωρίζω.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, δεν γνωρίζεις. Θέλω να ξέρω τι κρύβεται πίσω από το πρόσωπό σου. Το κοιτάζω εδώ και 10 λεπτά, και ακόμα δεν ξέρω τίποτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν είμαι θλιμμένη, αλλά φοβάμαι.”

[ο Μισέλ παίρνει μία ρουφηξιά από το τσιγάρο του και της χαϊδεύει τα μαλλιά]

ΜΙΣΕΛ: “Γλυκιά, ευγενική Πατρίσια.” [η Πατρίσια κάνει πέρα απότομα]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι.”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μοχθηρή, ανόητη, άκαρδη, δειλή, τρισάθλια, ελεεινή...” [η Πατρίσια χαμογελάει και ανάβει τσιγάρο]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ναι, ναι.”

ΜΙΣΕΛ: “Δεν ξέρεις καν ούτε πώς να βάζεις το κραγιόν σου. Τώρα είσαι αποκρουστική.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Πες ό,τι θες, δεν με νοιάζει. Θα τα βάλω όλα στο βιβλίο μου.”

ΜΙΣΕΛ: “Ποιο βιβλίο?”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γράφω ένα μυθιστόρημα.”

ΜΙΣΕΛ: “Εσύ;”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γιατί όχι; Τι κάνεις εκεί;” [ο Μισέλ πάει να της βγάλει την μπλούζα]

ΜΙΣΕΛ: “Σου βγάζω την μπλούζα.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι τώρα, Μισέλ.” [τον αποτρέπει]

ΜΙΣΕΛ: “Πω πω, τι μπελάς που είσαι. Τι είναι όλα αυτά;”

[η Πατρίσια πιάνει ένα βιβλίο στα χέρια της]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Γνωρίζεις τον William Faulkner;”

ΜΙΣΕΛ: “Όχι, ποιος είναι; Κάποιος που κοιμήθηκες μαζί του;” [τη χαϊδεύει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Όχι, γλυκέ μου...”

ΜΙΣΕΛ: “Τότε μπορεί να πάει στο διάολο! Βγάλε τη μπλούζα σου.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Είναι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχεις διαβάσει το "The Wild Palms";”

ΜΙΣΕΛ: “Είπα όχι. Βγάλε τη μπλούζα σου.” [η Πατρίσια συνεχίζει να τον αποφεύγει]

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Άκου η τελευταία πρόταση είναι πολύ όμορφη: “between grief and nothing, i will take grief”... Μεταξύ της θλίψης και του τίποτα, διαλέγω τη θλίψη.” [γυρίζει προς το μέρος του Μισέλ και τον κοιτάζει] “Εσύ ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Άσε με να δω τα δάχτυλά του ποδιού σου.” [η Πατρίσια γελάει] “Τα δάχτυλα είναι σημαντικά σε μία γυναίκα, μη γελάς.”

ΠΑΤΡΙΣΙΑ: “Ποιο θα διάλεγες;”

ΜΙΣΕΛ: “Η θλίψη είναι ανόητη. Διαλέγω το τίποτα. Δεν είναι καλύτερο... αλλά η θλίψη είναι ένας συμβιβασμός. Και εγώ τα θέλω ή όλα... ή τίποτα.”




Οι πρωταγωνιστές του À bout de souffle του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ




*** 



Ελάχιστες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου μπορούν να καυχώνται για το ακόλουθο: ανακάλυψαν την απόκρυφη πηγή της νιότης και ήπιαν απ’ το διάφανο νερό της. Ήπιαν τόσο, που μοιάζουν το ίδιο νέες ακόμα και δεκαετίες μετά το γύρισμά τους. Και θα συνεχίσουν να δείχνουν εξίσου νέες – όσα χρόνια και αν περάσουν.

Ποιο είναι το μαγικό συστατικό τους; Μήπως η ηλικία των πρωταγωνιστών; Ή το γεγονός πως οι δημιουργοί του περιβόητου “Nouvelle Vague” – του κινηματογραφικού Νέου Κύματος – υπήρξαν εξίσου νέοι τον καιρό που γύριζαν τα συγκεκριμένα έργα; Όχι, αγαπητοί – αν και σίγουρα έπαιξαν κι αυτά τον ρόλο τους. Μα κι άλλες ταινίες είχαν (και έχουν) νεαρούς πρωταγωνιστές – δίχως όμως το ίδιο αποτέλεσμα.

Όχι, δεν είναι οι ηλικίες. Εκείνο που αποτυπώνει στα πρωτοπόρα έργα του Νέου Κύματος το αειθαλές τους ύφος είναι το στυλ: είτε μιλάμε για τους διαλόγους, είτε για τις σκηνοθετικές τεχνικές, είτε για τις εκφράσεις των πρωταγωνιστών, είτε για εκείνη τη διάθεση να πετάξουν κάθε κινηματογραφική σύμβαση στα σκουπίδια – τα πάντα σε αυτές τις ταινίες ξεχειλίζουν από μια αδιάκοπα cool και ταυτόχρονα, βαθιά ανατρεπτική διάθεση. Επρόκειτο για ένα φύσημα φρέσκου ανέμου στον κινηματογράφο, προορισμένο να απομακρύνει τους σωρούς της σκόνης – και όλα τα συσσωρευμένα εμπορικά κλισέ της.

Και το «Με Κομμένη την Ανάσα» [“A Bout de Souffle”], σε σκηνοθεσία Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και σενάριο Φρανσουά Τρυφώ… είναι ίσως η πιο cool και στυλάτη ταινία όλων. Παρατηρείς εκείνη την έκφραση του Ζαν Πολ Μπελμοντό, ενώ προσπαθεί να μιμηθεί το ίνδαλμά του, Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, και σκέφτεσαι… cool. Βλέπεις τη μυστήρια, ακροβατούσα μεταξύ εύθραυστου και υποχθόνιου, στάση της Τζιν Σίμπεργκ, και σκέφτεσαι… cool. Αφήνεις να σε απορροφήσουν οι διάλογοι των χαρακτήρων, ρεαλιστικοί σαν καθρέφτες και παιχνιδιάρικοι σαν τρενάκι σε λούνα παρκ και σκέφτεσαι… cool. Παρασύρεσαι από τις τζαζ μελωδίες που περιβάλλουν τα ηχοτρόπια του φιλμ και σκέφτεσαι… cool. Διαπιστώνεις πως ο σκηνοθέτης δεν σκηνοθετεί απλά ένα έργο… μα παίζει με την κάμερα και τις τεχνικές του μοντάζ, παίζει σαν ένα μικρό παιδί που ανακαλύπτει εκ νέου τους κανόνες του κινηματογράφου – ε, και αναφωνείς: αυτό είναι ωραίο.




Ζαν Πολ Μπελμοντό και Τζιν Σίμπεργκ στους δρόμους του Παρισιού, από το Breathless του Godard
Ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και οι πρωταγωνιστές του στα γυρίσματα του Με Κομμένη την Ανάσα
À bout de souffle, aka Breathless... Jean paul belmondo and Jean seberg
Godard filming Breathless, era of the Nouvelle Vague




Αυτό είναι στην πραγματικότητα το “A Bout de Souffle”… ένα πείραμα. Αυτό υπήρξε το «Νέο Κύμα» στα πρώτα χρόνια του. Μια νέα μέθοδος, διατεθειμένη να κρατήσει από την ιστορία του κινηματογράφου μόνο εκείνα που αγάπησε βαθιά και την ενέπνευσαν (όπως κάποια έργα του αμερικανικού φιλμ νουάρ, για παράδειγμα, και τις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ) – και να απομακρύνει όλα τα υπόλοιπα. Οι πρωτοπόροι του Νουβέλ Βαγκ – ο Γκοντάρ, ο Τρυφώ, ο Αλέν Ρενέ – ενδιαφέρονταν για τους «κανόνες» μόνο όσο εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους. Όσα δεν εξυπηρετούσαν αυτόν τον σκοπό ήταν πια αχρείαστα. Και ο σκοπός αυτών των σκηνοθετών ήταν να επαναφέρουν το προσωπικό στίγμα στον κινηματογράφο, το υποκειμενικό βίωμα, τη ματιά του δημιουργού.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το «Με Κομμένη την Ανάσα» σε σημεία μοιάζει σχεδόν με ντοκιμαντέρ. Νιώθεις πως έχει ανοίξει ένα παράθυρο στην προσωπική ζωή των πρωταγωνιστών του… και τους βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, να συνδιαλέγονται μεταξύ τους, αληθινούς, με σάρκα και οστά. Τους ακολουθείς ενώ βαδίζουν στο υπέροχο ασπρόμαυρο Παρίσι των αρχών της δεκαετίας του 60 και μοιάζεις ο ίδιος με εκείνη την κάμερα που τρέχει ξωπίσω τους, σαν σκυλάκι, χύμα και εκτεθειμένη και δίχως καμία απόπειρα προσομοίωσης του περιβάλλοντος σε κάτι που θα παρέπεμπε σε κινηματογραφικό στούντιο. Και άσε τους περαστικούς να σε κοιτάζουν με απορία – τα απορημένα βλέμματα και οι αμήχανες ματιές τους θα μείνουν κι αυτά στην ιστορία του έργου, αναπόσπαστο μέρος του υποκειμενικού ρεαλισμού του.

Όσο αφορά τους διαλόγους των χαρακτήρων… νομίζω πως το απόσπασμα που επέλεξα να μοιραστώ μαζί σας, πάνω, είναι απολύτως χαρακτηριστικό. Και, ναι – μοιάζει με μυθιστόρημα. Μα αν το “A Bout de Souffle” ήταν μυθιστόρημα, σίγουρα θα έστεκε πλάι σε έργα όπως του Τζόυς, του Μπέκετ ή του Κέρουακ. Ή ενδεχομένως εκείνο το υπέροχο «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ. Θα ήταν, με άλλα λόγια, ένα από εκείνα τα έργα που άλλαξαν το στυλ και το ύφος της γραπτής αφήγησης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα.

Πέραν των κινηματογραφικών τεχνικών του – τα περίφημα “jump-cuts” του Γκοντάρ και εκείνη η νατουραλιστική διάθεση – και πέραν του αναμφίβολου στυλ του, το “Breathless” (ας αναφέρω και τον αγγλικό του τίτλο) ξεχωρίζει για την πιστή αποτύπωση των χαρακτήρων μιας νέας εποχής – και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ταιριάζει απόλυτα στο λυκαυγές της δεκαετίας του 60. Θα μπορούσαμε να πούμε, μάλιστα, πως ελάχιστα φιλμ αποπνέουν τόση «δεκαετία του 60» μέσα τους, όσο το συγκεκριμένο. Και όχι, αυτό δεν έρχεται σε αντίφαση με εκείνο περί «αειθαλούς νεότητας» που έγραψα πριν, αγαπητοί μου. Διότι αν έφερε κάτι καινούργιο η δεκαετία του 60 στον ανθρώπινο πολιτισμό, ήταν ακριβώς εκείνος ο εναγκαλισμός της νεότητας, σε κάθε της διάσταση – φτάνοντας ως τα άκρα του πειραματισμού και την επιθυμία να ανατραπεί κάθε κατεστημένο καθεστώς.

Και αυτό το πνεύμα είναι πάντα διαχρονικό, όσες δεκαετίες και αν περάσουν. Και αν η εποχή μας σε πολλά πράγματα δείχνει «γεροντότερη» συγκριτικά με τη δεκαετία του 60 – αυτό συμβαίνει μάλλον γιατί δεν μελετήσαμε καλά τα μαθήματα που μας άφησε. Και διότι ξεχάσαμε πως το παζλ βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, όχι απλά για να το στήσουμε σύμφωνα με τους κανόνες – μα για να το ανακατέψουμε, να το αναπλάσουμε και να το χτίσουμε πάλι απ’ την αρχή. Ε, και σε αυτά, όλο και κάτι θα μπορούσε να μας διδάξει η δεκαετία του 60 – και πειράματα όπως η Νουβέλ Βαγκ. 



Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό στο Με Κομμένη την Ανάσα του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ /Jean-Paul Belmondo in Breathless
Ο Τζιν Σίμπεργκ στο Με Κομμένη την Ανάσα / Jean Seberg in Breathless




Κάποιοι υπερβολικά «πολιτικοποιημένοι» κριτικοί των καιρών είχαν επικρίνει τον Γκοντάρ πως οι χαρακτήρες του έργου του χαρακτηρίζονται από «μηδενιστικό» τρόπο σκέψης. Εκείνο το «δεν ξέρω» της γλυκιάς, μα επικίνδυνης Πατρίσια (μια φιγούρα που σίγουρα αποτίνει φόρο τιμής στην πεμπτουσία του φιλμ νουάρ και των femme fatale του), αυτή η αδιάκοπη αίσθηση μετέωρου που αποπνέει το ζευγάρι καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, η άνετη μα ταυτόχρονα αδιάφορη μορφή του Μισέλ… όλα μοιάζουν να επιδοκιμάζουν μια αισθητική που αδιαφορεί για κάθε μορφή ιδεαλισμού και κάθε θετικό στόχο. Μα οι συγκεκριμένοι κριτικοί προσπέρασαν το γεγονός πως οι ίδιοι χαρακτήρες ακροβατούν στα άκρα της κοινωνικής αποδοχής – και αδιαφορούν για τα κινηματογραφικά και αφηγηματικά ταμπού των καιρών τους. Αμφισβητούν κάθε εξουσία, συζητούν ανοιχτά για το σεξ, κινούνται πέρα από την επικρατούσα ηθική – και προβληματίζονται.

Σύμφωνοι – δεν έχουν απαντήσεις. Μα κάποιες φορές οι πολλές απαντήσεις (και οι αυθεντίες που τις επικαλούνται) σε κάνουν να νιώθεις μπουχτισμένος. Κάποιες φορές θες απλά να γκρεμίσεις εκείνο που σε καταπιέζει, είτε με τη μορφή μιας θετικής κατεύθυνσης, είτε με τη μορφή μιας εξουσίας – να το γκρεμίσεις και να το οικοδομήσεις ξανά, τούβλο προς τούβλο, απ’ την αρχή.

Σαν παιδί.

Να γιατί βρίσκω πολλά κοινά συνδετικά στοιχεία του Nouvelle Vague όχι μόνο με τα καλλιτεχνικά κινήματα του μοντερνισμού του 20ου αιώνα, μα και με τη μουσική της εποχής – ιδιαίτερα τη τζαζ της δεκαετίας του 50 και του 60 – καθώς και με την επερχόμενη ροκ και πανκ μουσική που έμελλε να χαρακτηρίσει τις επόμενες δεκαετίες. Αν και μάλλον η τζαζ (και ιδιαίτερα η cool jazz και το bebop) συνιστά το τέλειο ηχητικό υπόβαθρο για τα πειράματα του Νέου Κύματος… Παιχνιδιάρικη και ανατρεπτική μεν, δίχως όμως τον βαθύ εγωκεντρισμό και το «φτύνω-στα-μούτρα-σου» στυλ που έμελλε να χαρακτηρίσει την επερχόμενη ροκ αισθητική.

Αυτό είναι λοιπόν το “A Bout de Souffle”! Η ταινία που καθιέρωσε το κινηματογραφικό Νέο Κύμα – ένα κύμα που θα μπορούσε, και σήμερα ακόμα, να ξεπλύνει μεγάλο μέρος της σύγχρονης εμπορικής καλλιτεχνικής ξηρασίας. Ό,τι και να λέμε: όταν ένα έργο αφιερώνει πάνω από το 1/3 της διάρκειάς του στον καθημερινό διάλογο δύο πρωταγωνιστών, που απλά αράζουν σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο – και κατορθώνει να σε απορροφήσει λες και βλέπεις το πιο συναρπαστικό υπερθέαμα… ε, τότε ξέρεις πως τα κομμάτια του παζλ έχουν ανασυσταθεί ξανά απ’ την αρχή.

Και γίνεσαι ξανά παιδί και παίζεις. Και ανασαίνεις βαθιά.

Ναι – ανασαίνεις.


© Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι, μια γλυκιά Κυριακή του Μαΐου του 19.



Με Κομμένη την Ανάσα: το φιλί των πρωταγωνιστών

15 Μαΐου 2019

Οι Γερμανοί Ξανάρχονται... Ένα απόσπασμα - και μια υπενθύμιση






[Τόπος: Αυλή στο σπίτι του Θόδωρου. Ο Θόδωρος παρέα με τρεις φίλους του. Μεσημεράκι.]



ΘΟΔΩΡΟΣ: "Να μωρέ παιδιά... Από νωρίς είχα πάει στον κινηματογράφο να δω ένα έργο... Ύστερα, πήγα στην αγορά να ψωνίσω κάτι. Καθώς γύριζα, επεσα μεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Πώς τη σκαπουλάρησα βρε παιδιά, ένας Θεός το ξέρει."

ΦΙΛΟΣ 1 [δεξιών πεποιθήσεων]: "Τίποτα αναρχικοί θα ήταν."

ΦΙΛΟΣ 2 [αριστερών πεποιθήσεων]: "Φασίστες ήτανε."

ΦΙΛΟΣ 3: "Δηλαδή, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, πιθανότατα ήσαν αναρχικοί. Δεν αποκλείεται όμως να ήσαν και φασίσται."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Μωρέ τι αναρχικοί και φασίστες και κολοκύθια μου λες εμένα. Αλήτες ήτανε. Τραμπούκοι ήτανε. Επαγγελματίες της κουκούλας ήτανε. Αχ μωρέ, να με κάνανε κράτος για 5 ημέρες..."

ΦΙΛΟΣ 3: "Δηλαδή, για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, το ζήτημα δεν είναι ελληνικόν, κύριοι. Εδώ υπάρχουν δύο μεγάλα μπλόκα: Το δυτικόν και το ανατολικόν."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Γιατί ρε να υπάρχουνε δύο; Ε; Όταν τους είχε καθίσει ο Χίτλερ στον σβέρκο, γιατί ήταν όλοι ένα; Και ζήτω η ένδοξη Ρωσία, οι Εγγλέζοι. Και ζήτω η Μεγάλη Βρετανία, οι Ρώσοι. Και βροχή τα δώρα. Ε, λοιπόν, θα το πιστέψετε παιδιά, σας το λέω σοβαρά, πολύ σοβαρά, μα τον σταυρό. Έρχονται στιγμές που λαχταράω - νοσταλγώ την Κατοχή."

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: "Τι;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Νοσταλγώ την Κατοχή. Μάλιστα. Καρπαζιά. Κλωτσιά. Σκοτάδι. Φυλακή. Αβιταμίνωση. Εκτέλεση. Αλλά... και ελπίδα. Άντε ρε παιδιά, κουράγιο μαζί, άντε σήμερα φεύγουνε, άντε αύριο φεύγουνε... Ήτανε κάτι τι. Ήμασταν στο σκοτάδι και περιμέναμε το φως. Τώρα είμαστε στο φως και μας τρώει το σκοτάδι. Τι πράγμα είναι τούτο; Έλα Χριστέ μου..." [κάνει τον σταυρό του και απομακρύνεται]








ΦΙΛΟΣ 3: "Και όμως το ζήτημα είναι σαφές, κύριοι. Εδώ υπάρχουν δύο μεγάλα μπλόκα. Το δυτικόν και το..."

ΘΟΔΩΡΟΣ [τον διακόπτει, σκύβει κάτω και μαζεύει ένα κομμάτι ψωμί]: "Τι είναι αυτό εδώ; Ποιος πετάει τα ψωμιά χάμω; Ρε μην πετάτε τα ψωμιά χάμω, μην πετάτε τα ψωμιά χάμω, αυτό μας έλειπε τώρα. [φωνάζει το σκυλί του] Φλοξ, Φλοξ... Nα, Φλοξ, ψωμάκι βρε." [ αφήνει στον Φλοξ το κομμάτι με το ψωμί - ο Φλοξ το μυρίζει, μα δεν το τρώει]

ΦΙΛΟΣ 3: "Άσε, κύριε Θόδωρε. Δεν το τρώει."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Δεν το τρώει;"

ΦΙΛΟΣ 3: "Όχι. Μόνο κόκαλα τρώει."

ΘΟΔΩΡΟΣ [με εντυπωσιασμένο ύφος]: "Μπράβο, Φλοξ... Μπράβο... Καλομαθημένοι είμαστε βλέπω. Τι να σε κάνω, φουκαρά μου, επρεπε να σε είχα στην Κατοχή, να σε έκανα γιουβετσάδα, θα σου 'λεγα εγώ. Χε, χε, χε." [γελάνε]

[Από το παράθυρο ξεπροβάλλει η γυναίκα του ΦΙΛΟΥ 1]

ΓΥΝΑΙΚΑ: "Λευτέρη!"

ΦΙΛΟΣ 1: "Τι τρέχει;"

ΓΥΝΑΙΚΑ: "Για τρέξε να φέρεις καμία ντομάτα. Θα μείνουμε νηστικοί. Γιατί τα παϊδάκια που μου 'φερες μου φαίνονται λίγο σκληρά."

ΦΙΛΟΣ 1: "Καλά, θα πάω."

ΘΟΔΩΡΟΣ: "... Δεν είμαστε καλά, δεν πάμε καλά..."

ΦΙΛΟΣ 2: "Δηλαδή;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Τι δηλαδή; Βρε είμαστε ασεβείς, βρε... Ξεχάσαμε την ψωμόλυσσα που μας έδερνε στην Κατοχή; Ξεχάσαμε το κουκουτσάλευρο και το σκουπιδόψωμο που ήταν κίτρινο; Ορίστε. Της κυράς δεν της αρέσουν τα παιδάκια γιατί είναι σκληρά και της κόρης μου της κακοφανήκαν τα σαφρίδια... Και έχεις και τον Φλοξ να μην τρώει το ψωμί - που το στερηθήκαμε εμείς οι άνθρωποι τόσα χρόνια. [ο Φλοξ διαμαρτύρεται]. Βρε ουστ. Κοπρόσκυλο. Άσε τώρα και το άλλο..."

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: "Το ποιο;"

ΘΟΔΩΡΟΣ: "Που κουμπουριαζόμαστε και σφαζόμαστε μεταξύ μας. Έφυγε ο ένας ο βραχνάς από πάνω μας και εμείς πάμε σώνει και καλά να βάλουμε καινούργιον. Αλλά το νου σας βρε... Το νου σας βρε γιατί ο Θεός τιμωρεί τους ασεβείς. Φωτιά θα ρίξει να μας κάψει, στη μέση θα ανοίξει τη γη να μας καταπιεί. Τον Χίτλερ βρε, τον Χίτλερ να τον αναστήσει, να μας τον ξαναστείλει - για να δούμε τι είχαμε και τι χάσαμε. Μάλιστα, μάλιστα ναι."



*** 



Ήταν ένα γραπτό απόσπασμα από την ταινία του Αλέκου Σακελλάριου "Οι Γερμανοί Ξανάρχονται". Παραγωγής, 1948 - και ενώ ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Τι νόημα και ποια αξία να έχουν, άραγε, τα λόγια αυτά για εμάς σήμερα - στην εποχή μας;




12 Μαΐου 2019

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #13: Λογοτεχνία και Χιούμορ


Λαγούμι της Λογοτεχνίας... Λογοτεχνία και Χιούμορ. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




Η λέξη «χιούμορ» στα λατινικά συνδέεται εννοιολογικά με την «υγρασία». Και «υγρός» σημαίνει ρευστός, σε κίνηση, όχι άκαμπτος, όχι κολλημένος. Με άλλα λόγια, αν υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεκολλήσει τον αιώνια κολλημένο κόσμο απ’ τη θέση του – αυτό είναι το χιούμορ. Το χιούμορ είναι το υγρό αντίδοτο σε κάθε νοητική κόλλα ισχύος, η δύναμη που λύνει τους γόρδιους δεσμούς του εγκεφάλου, η δαιμονική απελευθέρωση της ψυχής απ’ τα δεσμά της ψυχρής υπολογιστικής σκέψης. Είναι το ηδονικό υγρό πυρ που περιλούζει με ζωογόνο σπέρμα κάθε αποστειρωμένη ιδέα, κάθε μορφή δογματισμού.

Να γιατί το χιούμορ υπήρξε πάντα εχθρός κάθε σκληροπυρηνικής εξουσίας και κάθε πολιτικής δικτατορίας. Να μη μιλήσω για εκείνη τη ριμάδα κοινωνική σοβαροφάνεια– στην οποία θα άξιζε κάποιος να της κατεβάσει τα βρακιά και να της ρίξει μερικές ξυλιές στον πισινό.

Το σημερινό «Λαγούμι της Λογοτεχνίας» επανέρχεται με ένα μεγάλο σαρκαστικό χαμόγελο στο στόμα. Το χαμόγελό του είναι ταυτόχρονα ένα μεγάλο Όχι και ένα μεγάλο Ναι. Γελάει τρανταχτά, δαιμονικά – και τρομάζει τους αγγέλους.

Η σειρά παρουσίασης των αποσπασμάτων είναι χρονολογική. Επέλεξα να ξεκινήσω με – ποιον άλλον; – τον Αριστοφάνη. Αλήθεια, γιατί η κωμωδία δεν συνιστά μέρος της διδακτέας ύλης στα σχολεία; (ρητορικό ερώτημα). Συνεχίζουμε με τον περίφημο «Χρυσό Γάιδαρο» του Απουλήιου – και τις ερωτικές περιπτύξεις του με μια κυρία της καλής κοινωνίας. Ακολουθεί ο πατέρας της κωμωδίας στη Γαλλία, ο Φρανσουά Ραμπελαί – και ένα απόσπασμα όπου ο Γαργαντούας ανακαλύπτει τον ιδανικό τρόπο για να σκουπίζει τον πισινό του. Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο πως η κωμική αυτή «χυδαιότητα» του Ραμπελαί ταυτίστηκε με τα χρόνια της Αναγέννησης – όταν απελευθερώνεται το πνεύμα, όταν ανοίγει το μυαλό, τότε σπάνε τα ταμπού και λύνεται η γλώσσα.

Λίγο καιρό μετά, στην Ισπανία, ο Σάντσο Πάντσα ανακουφίζεται με τη σειρά του… προς μεγάλη δυσαρέσκεια του Δον Κιχώτη. Έναν αιώνα μετά, ο γνωστός σε όλους Γκιούλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτ βρίσκει πως ο κατάλληλος τρόπος να σβήσει μια πυρκαγιά στη Λιλιπούτη είναι να ουρήσει πάνω της – σε ένα απόσπασμα που δεν βλέπουμε στις παιδικές διασκευές του βιβλίου.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από την περιβόητη «Μύτη» του Νικολάι Γκόγκολ – ένα από τα πιο σουρεαλιστικά διηγήματα που γράφτηκαν ποτέ. Από το αφιέρωμα δεν θα μπορούσε να λείπει το βαθιά πνευματώδες χιούμορ του Όσκαρ Ουάιλντ – και συγκεκριμένα από το θεατρικό του έργο με τον εύηχο τίτλο: «Η Σημασία να είσαι Σοβαρός».

Μπαίνουμε στον 20ο αιώνα με ένα ανεκδοτολογικό απόσπασμα του μεγάλου αμερικανού μάστορα του πνεύματος – του Μαρκ Τουέιν. Ακολουθεί ο αγαπημένος Τομ Ρόμπινς, καθώς και εκείνη η περίφημη συνεργασία των Neil Gaiman και Terry Pratchett, και το ξεκαρδιστικό εκείνο πόνημά τους με τίτλο «Καλοί Οιωνοί». Τέλος, επέλεξα να κλείσω με ένα κείμενο του Χένρι Μίλερ – με θέμα του τη δύναμη του χιούμορ και τη σχέση του με τον Θεό και την ελευθερία.

Και όπως έλεγε ο Μ. Καραγάτσης, στα τελευταία εκείνα λόγια του τελευταίου του μυθιστορήματος: «Ας γελάσω!»...



Η χαρά να έχεις φτερά




Οι Όρνιθες του Αριστοφάνη σε αρχαίο αγγείο / The Birds, by Aristophanes




«Αν κάποιος από σας, θεατές, με τα πουλιά θέλει να ζήσει

γλυκιά ζωή στο εξής, σ' εμάς ας έρθει. […]



Τίποτε πιο γλυκό, τίποτ' ανώτερο από γεννησιμιού φτερά έχεις.

Αν κάποιος από σας, θεατές μου, ήταν φτερωτός,

και πεινασμένος με τους χορούς των τραγωδών βαριόταν,

πετώντας θα 'φευγε, θα πήγαινε στο σπίτι του να φάει,

και χορτασμένος πάλι θα ερχότανε σ' εμάς πετώντας.

Κι αν κάποιος από σας, νέος κομψός, νιώθει να χέζεται,

μες στα ρούχα του δεν θα ίδρωνε, αλλά ψηλά πετώντας

θα 'κλανε, θα ξαλάφρωνε και κάτω πάλι πετώντας θα γυρνούσε.



Κι αν κάποιος από σας συμβαίνει να μοιχεύει

και βλέπει τον άντρα της ερωμένης του

στων βουλευτών τα ειδώλια,

κι εκείνος φτερουγίζοντας ψηλά θα σηκωνόταν,

κι αφού παράνομα έρωτα έκανε στη θέση του πάλι θα καθόταν.



Να είσαι φτερωτός δεν είναι άραγε το πιο καλό απ' όλα;»



Αριστοφάνης, “Όρνιθες”, στ. 753–754, 785–797


Έρωτας μ’ έναν γάιδαρο




Από τοιχογραφία του 16ου αιώνα, με τον Χρυσό Γάιδαρο του Απουλήιου / Apuleius Golden Ass fresco
Ο Χρυσός Γάιδαρος σε τοιχογραφία του 16ου αιώνα




Το ακόλουθο απόσπασμα χαρακτηρίζεται από δύο ιδιαιτερότητες. Πρώτον, ανήκει στο παλαιότερο σωσμένο μυθιστόρημα της δυτικής παράδοσης – τον περίφημο «Χρυσό Γάιδαρο» του Απουλήιου, γραμμένο στη διάρκεια του 2ου αιώνα μ.χ. Πρωταγωνιστής είναι ένας γάιδαρος (στην πραγματικότητα, ένας άνθρωπος μεταμορφωμένος σε γάιδαρο) και μέσα από την αφήγησή του βλέπουμε άφθονες πτυχές της ρωμαϊκής κοινωνίας των καιρών. Δεύτερον, το απόσπασμα δεν γνωρίζει καμία απολύτως αιδώ ή σεμνοτυφία – σας προειδοποίησα! Ας πάρουμε μια γεύση, λοιπόν, από τις περιπέτειες του άτακτου γαϊδαράκου μας γραμμένες πριν περίπου 2000 χρόνια. Αφηγείται ο ήρωας γάιδαρος:



«Ανάμεσα σ' αυτό το πλήθος ήρθε και μια κυρία πάμπλουτη, της ανώτερης κοινωνίας, και είδε πληρώνοντας τα διάφορα παιχνίδια μου με τόσην ευχαρίστηση, ώστε λίγο–λίγο ο θαυμασμός της μεταβλήθηκε σ’ έναν παράδοξον έρωτα για μένα• τίποτα δε μπορούσε να καλμάρει τις αχαλίνωτες επιθυμίες της, και όπως η Πασιφάη για τον ταύρο, έτσι ένιωθε και κείνη για το γάιδαρό της• για να χαρεί τ' αγκαλιάσματά μου συμφώνησε να πληρώσει ένα μεγάλο ποσό στο φύλακά μου και να πλαγιάσει για μόνο νυχτιά μαζί μου. Εκείνος, δίχως ν’ ανησυχήσει για λογαριασμό μου κι ευχαριστημένος για το κέρδος, δέχτηκε.

Άμα γυρίσαμε από το τραπέζι του αφέντη μου, βρήκαμε την κυρία που περίμενε από πολλήν ώρα στην κάμαρή μου. Ώ θεοί! Τί προετοιμασίες, τί μεγαλοπρέπεια! Τέσσερεις ευνούχοι βιάζονταν να μας στρώσουν ένα κρεβάτι καταγής με πολυάριθμα μαξιλάρια, φουσκωμένα με μαλακά φτερά• ρίχνουν πάνω κουβέρτες χρυσοΰφαντες κι από πάνω μικρά τετράγωνα μαξιλαράκια για ν’ ακουμπά η γυναίκα το κεφάλι της• και για να μην αργοπορούν περισσότερο τη διασκέδαση της κυράς τους, κλείνουν το δωμάτιο και φεύγουν.

Στη μέση του δωματίου ένα κερί αναμμένο σκόρπιζε το φως του• αυτή γυμνώθηκε τότε ολοσδιόλου, έβγαλε ακόμη και τη ζώνη πού στήριζε το ωραίο στήθος της• στέκεται κοντά στο φως κι από μια χάλκινη φιάλη χύνει ένα ωραίο μυρωδάτο λάδι, αλείβεται και μου τρίβει και μένα μ’ αυτό τα γεννητικά μου όργανα. Αμέσως μ’ αγκαλιάζει, με σφίγγει με τρυφερότητα, δίνοντάς μου όχι φιλιά πόρνης στον πρώτο τυχόντα πού την πληρώνει, αλλά φιλιά θερμά, αγνά, που συνοδεύονταν από χαϊδευτικά λόγια: «Σ’ αγαπώ, πεθαίνω, λιώνω, εσένα μόνο λατρεύω, χωρίς εσένα δεν μπορώ να ζήσω» και χίλια δυο άλλα τρυφερά λόγια που συνηθίζουνε οι γυναίκες για να ξετρελάνουνε τους άντρες, μα και για να εκδηλώσουν τα αισθήματά τους. Μ’ έπιασε από το χαλινάρι κι εύκολα μ’ έβαλε να πλαγιάσω στη θέση που είχα συνηθίσει• η περίσταση αυτή δε μου φάνηκε καθόλου δύσκολη, και μάλιστα τώρα, που ύστερα από τόσον καιρό εγκράτειας βρισκόμουν στην αγκαλιά μιας τόσο ωραίας και τόσο θερμής γυναίκας, όντας κι ερεθισμένος από το έξοχο κρασί και τα τριψίματα με το δαφνόλαδο.

Όμως ένα πράγμα με σκότιζε και με φόβιζε: σκεφτόμουνα πώς θα μπορούσα να καβαλήσω με τα χοντρά και μακριά μεριά μου μια γυναίκα τόσο λεπτοκαμωμένη• πώς με το χαώδες στόμα μου, που το στόλιζαν δόντια σα κοτρώνες, θα φιλούσα τα ζεστά χειλάκια της τα πορφυρένια• [...] Αυτή όμως δεν έπαυε να μου λέει τρυφερά λογάκια, να με χαϊδεύει, να με φιλά και να με κοιτάζει φλογερά: «Σ’ έχω στην αγκαλιά μου, μου έλεγε, μικρούλη μου, περιστεράκι μου, σπουργιτάκι μου».

Και μονομιάς, σα να ’θελε να μου δείξει πως οι σκέψεις μου ήσαν ανόητες κι οι φόβοι μου αβάσιμοι, με σφιχταγκαλιάζει και κολλά απάνω μου ώστε να με δεχτεί μέσα της ολόκληρον: επαναλαμβάνω, ολόκληρον! Και κάθε φορά που προσπαθούσα λιγάκι να τραβηχτώ για να μην κακοπάθει, αυτή γαντζωνόταν με λύσσα απάνω μου, αγκάλιαζε τη ράχη μου και μ’ έσφιγγε ακόμα πιο δυνατά, τόσο πού στο τέλος άρχισα να φοβούμαι μήπως και δεν διέθετα τα κατάλληλα μέσα για να την ικανοποιήσω. Τότε κατάλαβα ότι η μητέρα του Μινώταυρου είχε ασφαλώς τους λόγους της που γύρεψε την ευτυχία της στην αγκαλιά ενός τετράποδου εραστή. Έτσι, ύστερα από μια νύχτα αγρύπνιας και σκληρής δουλειάς, η καλή αυτή κυρία έφυγε, αφού προηγουμένως συμφώνησε να ξαναρθεί και την επομένη, με την ίδια τιμή.»



Απουλήιος, “Ο Χρυσός Γάιδαρος ή οι Μεταμορφώσεις” [“The Metamorphoses of Apuleius” / “The Golden Ass” (“Asinus aureus”) ], Τέλη 2ου αιώνα μ.Χ. Μετάφραση: Αριστείδης Αιβαλιώτης.


Το κωλοσφούγγι του Γαργαντούα



Εικονογράφηση του Gustave Doré για τον Γαργαντούα του Φρανσουά Ραμπελαί / Gargantua illustration, by Gustave Doré
Εικονογράφηση του Gustave Doré



«Ανακάλυψα», απάντησε ο Γαργαντούας, «μετά από μακροχρόνιες και λεπτομερείς έρευνες, έναν τρόπο να σκουπίζω τον πισινό μου. Πρόκειται για τον πιο αρχοντικό, τον πιο καλό και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο που είδε ποτέ άνθρωπος.»

«Ποιόν τρόπο;», ρώτησε o Γκρανγκουζιέ.

«Αυτό θα σου διηγηθώ ευθύς αμέσως», είπε ο Γαργαντούας: «Σκουπίστηκα μια φορά με το βελούδινο κασκολί μιας δεσποινίδας και το βρήκα μια χαρά, γιατί η απαλότητα του βελούδου του μου προξένησε άφατη απόλαυση στον πάτο μου. Άλλη μια φορά με τη σκουφίτσα της ίδιας δεσποινίδας και το αποτέλεσμα υπήρξε πανομοιότυπο. Μιαν άλλη φορά μ’ ένα λαιμομάντιλο. Μιαν άλλη φορά με τ’ αφτάκια μιας σκούφιας από πορφυρό σατέν, αλλά τα στολίσματα, καμωμένα από ένα σωρό σκατένιες χάντρες, μου έγδαραν όλο τον αφεδρώνα. Κι είθε ο μακαρίτης ο Άγιος Αντώνιος να κάψει την κωλοτρυπίδα του χρυσοχόου που τις έραψε και της κυράς που τις φορούσε!

»Αυτό το κακό πέρασε, σκουπίζοντας τον πισινό μου μ’ ένα καπέλο νεαρού ακόλουθου, όμορφα πλουμισμένο με φτερά σαν Ελβετού μισθοφόρου. Ύστερα, ενώ τα έκανα πίσω από ένα φράχτη, βρήκα μια μαρτιάτικη γάτα και σκουπίστηκα, αλλά τα νύχια της μου ξέσκισαν όλο το περίνεο. Γιατρεύτηκα την επόμενη μέρα, όταν σκουπίστηκα με τα γάντια της μάνας μου, άριστα αρωματισμένα με γιασεμούνι. Ύστερα σκουπίστηκα με σφάκα, μάραθο, άνηθο, μαντζουράνα, τριαντάφυλλα, κολοκυθόφυλλα, κουνουπιδόφυλλα, σεσκλόφυλλα, αμπελόφυλλα, αγριομολόχες, φλόμο (σου κοκκινίζει τον κώλο), με μαρουλόφυλλα και φύλλα από σπανάκι – και μη ρωτάς τι ωφέλεια βρήκα! –, με παρθενούδι, με υδροπέπερι, με τσουκνίδες, με σύμφυτο. Μ’ έπιασε όμως τέτοια κωλοπιλάλα, από την οποία γιατρεύτηκα σκουπίζοντας τον πισινό μου με την πεοδόχη μου.

»Ύστερα σκουπίστηκα με σεντόνια, με την κουβέρτα, με τις κουρτίνες, μ’ ένα μαξιλάρι, μ’ ένα χαλί, με μια πράσινη τσόχα, μ’ ένα ξεσκονόπανο, με μια πετσέτα, μ’ ένα μυξομάντιλο, με μια ρόμπα. Σε όλα αυτά βρήκα περισσότερη ευχαρίστηση απ’ όση νιώθουν οι ψωριάρηδες, όταν τους περνάνε με ξυστρί.

«Πολύ ωραία», είπε ο Γκρανγκουζιέ, «αλλά ποιο κωλοσφούγγι βρήκες καλύτερο;» […]

«Για να κλείσουμε όμως αυτό το κεφάλαιο, λέω κι υποστηρίζω πως δεν υπάρχει καλύτερο κωλοσφούγγι από ένα χηνάκι με μπόλικα φτεράκια, αρκεί να του κρατάς το κεφάλι ανάμεσα στα σκέλια. Σου δίνω τον λόγο μου πως νιώθεις μια θεσπέσια απόλαυση στην κωλοτρυπίδα, τόσο εξαιτίας της απαλότητας του φτερώματος, όσο και λόγω της όμορφης ζέστης από το χηνάκι, που μεταδίδεται εύκολα από το κωλάντερο στ’ άλλα σωθικά ως την περιοχή της καρδιάς και του μυαλού. Μην πιστεύεις πως η μακαριότητα των ηρώων και των ημιθέων που βρίσκονται στα Ηλύσια Πεδία οφείλεται στους ασφόδελούς τους, στην αμβροσία, ή το νέκταρ, όπως λένε ετούτες εδώ οι γριές. Οφείλεται (κατά την γνώμη μου) στο γεγονός ότι σκουπίζουν τον κώλο τους μ’ ένα χηνάκι, κι αυτή είναι επίσης η γνώμη του δασκάλου Ιωάννη Σκότου».



Φρανσουά Ραμπελαί, “Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ” [François Rabelais , “La vie de Gargantua et de Pantagruel”, 1532–64]. Μετάφραση: Φίλιππος Δρακονταείδης.



Η ανακούφιση του Σάντσο




Εικονογράφηση του Louis Anquetin για τον Δον Κιχώτη, 1890 / Don Quixote illustration by Louis Anquetin, 1890
Εικονογράφηση του Louis Anquetin, 1890



«Εκείνη την ώρα, λόγω της δροσιάς του πρωινού που πλησίαζε, ή επειδή ο Σάντσο είχε φάει αποβραδίς κάτι μαλακτικό, ή τέλος, επειδή ήταν φυσικό — και μάλλον αυτό συνέβη — τον έπιασε μεγάλη επιθυμία και πρεμούρα να κάνει κάτι που κανένας άλλος δεν μπορούσε να κάνει γι’ αυτόν. Ο φόβος όμως που του είχε κυριέψει την καρδιά ήταν τόσο μεγάλος, που δεν τολμούσε να σαλέψει ρούπι μακριά απ' το αφεντικό του· το να σκεφτεί πάλι να μην κάνει εκείνο που λαχταρούσε, ήταν πράγμα αδύνατον πια.

Έτσι λοιπόν, για να βρει λύτρωση, κατέβασε σιγά σιγά το δεξί του χέρι απ' την πίσω άκρη της σέλας, και όμορφα όμορφα κι αθόρυβα έλυσε τον κόμπο του κορδονιού που κρατούσε τα βρακιά του, κι αυτά έπεσαν αμέσως κάτω κι έμειναν σαν να 'χε σίδερα στα πόδια. Σήκωσε ύστερα το πουκάμισό του όσο καλύτερα μπορούσε κι έβγαλε στον αέρα τα δυο του καπούλια, που δεν ήταν και πολύ μικρά. Αφού το 'κανε αυτό — νόμιζε ότι ήταν και το σπουδαιότερο για να βγει απ' την τρομερή στενοχώρια — παρουσιάστηκε μια άλλη δυσκολία, μεγαλύτερη: του φάνηκε δηλαδή ότι δεν μπορούσε να ανακουφιστεί δίχως ν' αφήσει να του ξεφύγει κάποιος θόρυβος· άρχισε λοιπόν να τρίζει τα δόντια και να σφίγγει τους ώμους, κρατώντας την ανάσα του όσο μπορούσε περισσότερο. Παρά τα μέτρα αυτά όμως, ήταν άτυχος, και στο φινάλε του ξέφυγε ένας θόρυβος πολύ διαφορετικός από κείνον που τόσο φόβο του προκαλούσε.

Ο Δον Κιχώτης τον άκουσε και τον ρώτησε: «Τι θόρυβος ήταν αυτός, Σάντσο;»

«Δεν ξέρω, κύριε» του απάντησε· «πρέπει να’ ναι κάτι καινούριο, γιατί οι περιπέτειες και οι κακοτυχίες σαν αρχίσουν, δε λένε να τελειώσουν».

Προσπάθησε ξανά να δοκιμάσει την τύχη του, κι αυτή τη φορά τα κατάφερε τόσο καλά, που, δίχως άλλο θόρυβο και σαματά, ελευθερώθηκε απ' το βάρος που τόσο πολύ τον ζόριζε. Ο Δον Κιχώτης όμως είχε την αίσθηση της όσφρησης τόσο οξεία όσο και της ακοής, και καθώς ο Σάντσο ήταν σαν ραμμένος πάνω του, και τόσο κοντά, που οι ατμοί ανέβαιναν σχεδόν σε ευθεία γραμμή, δεν ήταν δυνατόν να μη φτάσουν μερικοί στη μύτη του. Μόλις την άγγιξαν, αυτός έσπευσε να τη βοηθήσει σφίγγοντάς την με τα δυο του δάχτυλα, και μιλώντας λίγο με τη μύτη, του είπε:

«Μου φαίνεται, Σάντσο, πως φοβάσαι πολύ».

«Ναι, πάρα πολύ» απάντησε ο Σάντσο· «πως το καταλάβατε όμως ότι τώρα φοβάμαι περισσότερο από πριν;»

«Από το ότι τώρα μυρίζεις περισσότερο, και βέβαια όχι μόσχο» απάντησε ο Δον Κιχώτης.

«Μπορεί να 'ναι κι έτσι» είπε ο Σάντσο, «μα δεν φταίω εγώ, φταίτε εσείς που με φέρνετε τέτοιες απίθανες ώρες σε έρημα περάσματα και με βάζετε σε κινδύνους που δεν έχω συνηθίσει».



Μιγκέλ ντε Θερβάντες, “Δον Κιχώτης” (α’ τόμος) [“El ingenioso hidalgo Don Quixote de la Mancha”, 1605]. Μετάφραση: Δημήτρης Ρήσος.



Ο Γκιούλιβερ σβήνει την πυρκαγιά




Εικονογράφηση για τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ - η σκηνή με το σβήσιμο της πυρκαγιάς / Gulliver puts out the fire, illustration




«Κάμποσοι αυλικοί του αυτοκράτορα, ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα στο πλήθος, με παρακαλούσαν να πάω αμέσως στο παλάτι, όπου είχαν πάρει φωτιά τα ιδιαίτερα διαμερίσματα της Αυτής αυτοκρατορικής μεγαλειότητας, από απροσεξία μιας κυρίας των τιμών, που είχε αποκοιμηθεί ενώ διάβαζε κάποιο αισθηματικό μυθιστόρημα. Πετάχτηκα πάνω στη στιγμή, κι αφού δόθηκε διαταγή να μου κάνουν χώρο να περάσω, και καθώς ήταν φεγγαρόφωτη νύχτα, προχώρησα γρήγορα προς το παλάτι χωρίς να τσαλαπατήσω κανέναν.

Είδα πως είχαν κιόλας τοποθετήσει ανεμόσκαλες στους τοίχους του διαμερίσματος και είχαν κουβαλήσει πάρα πολλούς κουβάδες, μα το νερό βρισκόταν λίγο μακριά. Οι κουβάδες αυτοί είχαν περίπου το μέγεθος μεγάλης δαχτυλήθρας και οι κακόμοιροι μου τους έδιναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, μα τόσο είχανε θεριέψει οι φλόγες, που ελάχιστα κατάφερνα με δαύτους. Εύκολα θα μπορούσα να σβήσω τη φωτιά με το σακάκι μου, μα δυστυχώς, στη βιασύνη μου, το είχα ξεχάσει κι έφυγα φορώντας μόνο το δερμάτινο γιλέκο μου. Η κατάσταση φαινόταν απελπιστική και αξιοθρήνητη κι είναι σίγουρο ότι εκείνο το εξαίσιο παλάτι θα είχε γίνει στάχτη, αν μια φαεινή ιδέα, πράγμα ασυνήθιστο σ' εμένα, δε μου ερχόταν άξαφνα για να δώσει τη λύση.

Είχα πιει το περασμένο βράδυ άφθονη ποσότητα από ένα γευστικότατο κρασί που το έλεγαν γλιμιγρίμ (οι Μπλεφουσκουανοί το ονομάζουν φλουνέκ, μα το δικό μας θεωρείται καλύτερο), πάρα πολύ διουρητικό. Η καλή τύχη το 'φερε να μην έχω ανακουφιστεί ούτε μία φορά από το προηγούμενο βράδυ. Η θερμότητα που μου δημιουργούσαν οι φλόγες και ο μόχθος που κατέβαλλα για να τις σβήσω έκαναν το κρασί μέσα μου ν' αρχίσει ν' αναζητά διέξοδο με την ούρηση, πράγμα το οποίο έκανα εξακοντίζοντας μια τέτοια ποσότητα και κατευθύνοντας τα ούρα με τόση ευθυβολία, ώστε μέσα σε τρία λεπτά είχε σβήσει εντελώς η φωτιά· κι έτσι σώθηκε απ' τον αφανισμό το υπόλοιπο κομψοτέχνημα, που είχε πάρει τόσα χρόνια και τόσα έξοδα για ν' ανεγερθεί.

Είχε πια ξημερώσει. Γύρισα στο σπίτι μου χωρίς να περιμένω τα συγχαρητήρια του αυτοκράτορα, επειδή, μολονότι είχα προσφέρει μια πολυτιμότατη υπηρεσία, δεν ήμουν σίγουρος αν ο μεγαλειότατος δε θα κατακεραύνωνε τον τρόπο με τον οποίο την είχα εκτελέσει: γιατί, σύμφωνα με τους θεμελιώδεις νόμους του βασιλείου, απαγορεύεται σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως θέσεως και βαθμού, να ουρεί στην περιοχή του παλατιού.»



Τζόναθαν Σουίφτ, “Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ” [“Gulliver's Travels”, 1726]. Μετάφραση: Φώντας Κονδύλης.



Η μέρα που το έσκασε η Μύτη σου




Η Μύτη του Νικολάι Γκόγκολ, σε αγγλική έκδοση / Nikolai Gogol, The Nose




Πόσα πράγματα θεωρούμε δεδομένα μέχρι να τα χάσουμε. «Αχ, και να ήξερα!», λέμε όλοι εκ των υστέρων. Σκεφτείτε για παράδειγμα ένα πρωινό να ξυπνήσετε και να συνειδητοποιήσετε πως έχετε χάσει τη... μύτη σας. Δεν εννοώ να έχετε χτυπήσει ή κάτι τέτοιο – απλά να διαπιστώσετε πως η μύτη σας έχει εξαφανιστεί. Ακόμα χειρότερα, σκεφτείτε να βγείτε στο δρόμο έξω και να δείτε τη μύτη σας να... κυκλοφορεί αμέριμνη, φορώντας «χρυσοκεντημένη στολή, παντελόνι από βελούδινο δέρμα», ενώ «από τα φτερά στο καπέλο μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι είχε το βαθμό του δημοσίου υπαλλήλου 5ης τάξης».

Ο λόγος για το γραπτό πόνημα του Νικολάϊ Γκόγκολ με τίτλο “Η Μύτη”! Δημοσιευμένο το 1836, ανήκει σίγουρα στα πιο σουρεαλιστικά διηγήματα που γράφτηκαν ποτέ – και φανερώνει πως οι Ρώσοι συγγραφείς δεν είχαν μόνο εξαιρετικές ικανότητες μυθιστορηματικής και ψυχολογικής εμβάθυνσης, μα αν ήθελαν μπορούσαν να αφηγηθούν και ιστορίες που θα ζήλευαν ως και οι Monty Python – ή ο Κάφκα, αν έγραφε με περισσότερο χιουμοριστική διάθεση.

Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο. Ο άτυχος ήρωάς μας διαπιστώνει πως η χαμένη, πλην καλοντυμένη Μύτη του, έχει εισέλθει σε μια εκκλησία! Την ακολουθεί λοιπόν και…




«Η μύτη είχε κρύψει τελείως το πρόσωπό της, πίσω από το μεγάλο, σκληρό κολάρο, και προσευχόταν με μιαν έκφραση υπέρτατης ευλάβειας. [...]

«Αξιότιμε κύριε...», είπε ο Κοβαλιόφ, προσπαθώντας μέσα του να πάρει θάρρος. «Αξιότιμε κύριε...»

«Τι επιθυμείτε;», απάντησε η μύτη, γυρίζοντας.

«Είμαι έκπληκτος, αξιότιμε κύριε... Μου φαίνεται ότι έπρεπε να ξέρετε τη θέση σας. Και ξαφνικά σας βρίσκω, και μάλιστα που; Στην εκκλησία.»

«Συγχωρήστε με, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω για ποιο πράγμα μιλάτε... Εξηγηθείτε».

“Πως να του το εξηγήσω;”, σκέφτηκε ο Κοβολιόφ και αποτολμώντας, άρχισε:

«Φυσικά εγώ... εξάλλου, εγώ είμαι ταγματάρχης. Συμφωνείτε ότι το να περπατάω χωρίς μύτη είναι απρεπές. Κάποια μανάβισσα, που πουλάει καθαρισμένα πορτοκάλια στη γέφυρα Βοσκρεσένσκι, μπορεί να μην έχει μύτη... και επιπλέον, καθώς είμαι γνωστός σε πολλά σπίτια με κυρίες: την Τσεχταριόβα, τη σύζυγο του δημοσίου υπαλλήλου 5ης τάξης, και με άλλες... κρίνετε μόνος σας... Συγχωρήστε με... αλλά αν το δει κανείς σύμφωνα με τους κανόνες του χρέους και της τιμής, μόνος σας μπορείτε να καταλάβετε ότι...»

«Δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα», απάντησε η μύτη. «Εξηγηθείτε πιο καθαρά».

«Αξιότιμε κύριε...», είπε ο Κοβαλιόφ με αξιοπρέπεια. «Όλη η υπόθεση μου φαίνεται πραγματικά προφανής... ή επιθυμείτε... μα είσαστε η μύτη μου!»

Η μύτη κοίταξε τον ταγματάρχη και συνοφρυώθηκε λίγο.

«Κάνετε λάθος, αξιότιμε κύριε. Είμαι αυθύπαρκτος. Εξ’άλλου μεταξύ μας δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν κανενός είδους στενές σχέσεις. Κρίνοντας από τα κουμπιά του υπηρεσιακού σας φράκου, θα πρέπει να εργάζεστε σε κάποιον άλλο τομέα».

Λέγοντας αυτό, η μύτη γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε να προσεύχεται.»



Νικολάι Γκόγκολ, “Η Μύτη” [Nikolai Gogol, “Нос Nos” / “The Nose”, 1836]. Μετάφραση: Παναγιώτης Λουτας.



Η Σημασία να είσαι σοβαρός. Αποσπάσματα από το θεατρικό έργο του Όσκαρ Ουάιλντ




Φωτογραφία του Όσκαρ Ουάιλντ, ενώ καπνίζει / Oscar Wilde smoking





«Δεν βλέπω τίποτα ρομαντικό σε μια πρόταση γάμου. Ρομαντικό είναι να είσαι ερωτευμένος. Αλλά, όταν κάνεις πρόταση γάμου δεν είναι καθόλου ρομαντικό – είναι πεζό. Και το χειρότερο; Κινδυνεύεις να σου πει Ναι – γιατί σχεδόν πάντα όλες δέχονται. Και από κει και πέρα, τέρμα η συγκίνηση. Η πεμπτουσία του ρομαντισμού είναι η αβεβαιότητα.»



*** 




«Δεν ταξιδεύω ποτέ χωρίς το ημερολόγιό μου. Στο τρένο πρέπει να έχεις πάντα κάτι συνταρακτικό για να διαβάζεις.»



***




«Οι γυναίκες λατρεύονται μεταξύ τους, αφού πρώτα έχουν πει τέρατα η μία την άλλη.»




***



«Δεν το καταλαβαίνεις; Στον έγγαμο βίο, τρεις είναι συντροφιά, δύο είναι μοναξιά».




***




«ΤΖΑΚ: Έλεος, μην κάνεις τον κυνικό – είναι πολύ εύκολο να είσαι κυνικός.

ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ: Όχι, φίλε μου, στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο να είσαι οτιδήποτε. Υπάρχει τρομερός ανταγωνισμός.»




***



«ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ: Όλες οι γυναίκες γίνονται σαν τις μανάδες τους, κι αυτή είναι η τραγωδία τους. Ενώ κανένας άντρας δεν γίνεται σαν τη μάνα του, κι αυτή είναι η δική του τραγωδία.

ΤΖΑΚ: Αυτό τώρα είν' εξυπνάδα;

ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ: Είναι φράση σωστά διατυπωμένη. Και τόσο αληθινή όσο κάθε άλλη παρατήρηση για την πολιτισμένη ζωή μας.

ΤΖΑΚ: Σιχαίνομαι θανάσιμα την εξυπνάδα. Σήμερα όλοι είναι έξυπνοι. Όπου και να πας συναντάς έξυπνους ανθρώπους. Το πράγμα έχει καταντήσει δημόσιος κίνδυνος! Ελπίζω και εύχομαι να έχουν μείνει ακόμα μερικοί ηλίθιοι.

ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ: Έχουν μείνει.

ΤΖΑΚ: Θέλω πολύ να τους γνωρίσω. Και τι συζητάνε;

ΑΛΤΖΕΡΝΟΝ: Οι ηλίθιοι; Μα, φυσικά, για τους έξυπνους.

ΤΖΑΚ: Τι ηλίθιοι!»



Όσκαρ Γουάιλντ, αποσπάσματα από το θεατρικό έργο “Η Σημασία να Είσαι Σοβαρός” [Oscar Wilde, "The Importance of Being Earnest", 1895]. Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές.



Η Πρώτη Πατάτα




Μαρκ Τουέην, το Ημερολόγιο του Αδάμ και της Εύας σε αγγλική έκδοση / Diaries of Adam and Eve by Mark Twain




«Η Εύα κατηγορεί εμένα ότι είμαι η αιτία της καταστροφής μας!» είπε ο Αδάμ. «Λέει, με φανερή ειλικρίνεια κι εντιμότητα, ότι ο Όφις τη διαβεβαίωσε ότι ο απαγορευμένος καρπός δεν ήταν μήλο, αλλά πατάτα. Εγώ τότε είπα ότι ήμουν αθώος, καθώς δεν είχα φάει καθόλου πατάτες. Είπε ότι ο Όφις την πληροφόρησε ότι “πατάτες” ήταν μεταφορικός όρος, και σήμαινε εν προκείμενο το παλιό ή άνοστο αστείο.

Χλόμιασα• έλεγα πολλά αστεία για να περάσω την ώρα μου, και μερικά από αυτά θα μπορούσαν να είναι τέτοιου είδους, αν και, ειλικρινά, όταν τα έλεγα, υπέθετα ότι ήταν πρωτότυπα. Με ρώτησε αν είχα πει κάποιο αστείο την ώρα ακριβώς της καταστροφής. Ήμουν υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι είχα πει ένα τέτοιο αστείο στον εαυτό μου, αν και όχι φωναχτά. Το εξής:

Σκεφτόμουν τους Καταρράκτες και είπα μέσα μου: “Πόσο όμορφα είναι να βλέπεις αυτό τον τεράστιο όγκο νερού να κατρακυλάει εκεί κάτω!” και αμέσως, μια λαμπρή ιδέα άστραψε στο μυαλό μου, και την άφησα να βγει, λέγοντας: “Θα ήταν ακόμα πιο όμορφα να το βλέπεις να κατρακυλά προς τα πάνω!” – κι ετοιμαζόμουν να σκάσω στα γέλια όταν ο πόλεμος και ο θάνατος ξέσπασαν σε όλη την πλάση κι εγώ έπρεπε να το βάλω στα πόδια για να σώσω τη ζωή μου.

«Ορίστε» είπε θριαμβευτικά η Εύα «αυτό ακριβώς είναι. Ο Όφις μου ανέφερε αυτό ακριβώς το αστείο, και το ονόμασε Η Πρώτη Πατάτα, και είπε ότι ήταν τόσο παλιό όσο και η δημιουργία».

«Αλίμονο, είμαι αξιοκατάκριτος. Μακάρι να μην ήμουν τόσο πνευματώδης. Ω, ας μην είχα κάνει ποτέ αυτή τη λαμπρή σκέψη!»



Μαρκ Τουέην, “Το Ημερολόγιο του Αδάμ και της Εύας” [Mark Twain, “The Diary of Adam and Eve”,1905]. Μετάφραση: Αλεξάνδρα Δημητριάδη.



Χορεύοντας με οτιδήποτε




Ο Τομ Ρόμπινς πίσω από τη μάσκα του Πάνα / Tom Robbins behind Pan's mask




«Μετά το φαγητό, που το έφαγαν σιωπηλοί, πάνω σε έναν τραχύ ξύλινο πάγκο, ο Τσινκ πήγε μέσα στη σπηλιά και ξαναγύρισε μ ένα μικροσκοπικό πλαστικό τραντζίστορ, με πράσινες ρίγες στο χρώμα της μέντας. Το άνοιξε κι αμέσως τα ακουστικά τους νεύρα ερεθίστηκαν από την «Πόλκα της Χαρούμενης Ώρας». Κρατώντας ακόμα το ραδιόφωνο στο ένα του χέρι, ο Τσινκ πήδηξε μέσα στον κύκλο της φωτιάς κι άρχισε να χορεύει.

Σε όλα της τα ταξίδια, η Σίσσυ δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο. Ο γεροπαράξενος χόρευε στις μύτες και τις φτέρνες, λικνιζόταν και χοροπηδούσε. Τίναζε το κορμί του, τα κόκαλά του, τη γενειάδα του. «Γιπ! Γιπ!» έσκουζε με τυρολέζικες ιαχές «Χα χα χο χο και χι χι». Με τα χέρια ν’ ανεμίζουν και τα πόδια του να κάνουν στράκες, χόρεψε δύο ακόμα πόλκες και θα χόρευε και μια τέταρτη, αλλά η μουσική σταμάτησε για το δελτίο ειδήσεων. Η διεθνής κατάσταση ήταν απελπιστική, όπως συνήθως.

«Προσωπικά, προτιμάω τον Στήβι Γουόντερ», ομολόγησε ο Τσινκ, «αλλά διάβολε, τι πειράζει; Αυτές οι καουμπόισσες γκρινιάζουν συνέχεια επειδή ο μοναδικός ραδιοφωνικός σταθμός της περιοχής παίζει μονάχα πόλκες, αλλά εγώ σου λέω ότι μπορείς να χορέψεις με ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ, αν έχεις πραγματική όρεξη για χορό».

Και για να το αποδείξει, σηκώθηκε και χόρεψε με τις ειδήσεις.»



Τομ Ρόμπινς, “Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν” [Tom Robbins, “Even Cowgirls Get the Blues”, 1976]. Μετάφραση: Γιάννης Κωστόπουλος, Γιώργος Μπαρουξής.


Η Γη είναι Ζυγός




Νιλ Γκέιμαν και Τέρι Πράτσετ, εικονογράφηση για το βιβλίο Καλοί Οιωνοί / Neil Gaiman and Terry Pratchett drawing




«Σύμφωνα με τις τρέχουσες θεωρίες για τη δημιουργία του Σύμπαντος, αν τελικά όντως δημιουργήθηκε και δεν είχε απλώς μια ανεπίσημη, ας πούμε, έναρξη, αυτό συνέβη πριν από δέκα με είκοσι δισεκατομμύρια χρόνια. Με βάση τις ίδιες πηγές, η ηλικία της Γης είναι περίπου τεσσεράμισι δισεκατομμύρια χρόνια.

Αυτά τα νούμερα είναι ανακριβή.

Οι εβραίοι λόγιοι του Μεσαίωνα τοποθέτησαν τη Δημιουργία στο 3760 π.Χ., ενώ οι χριστιανοί ορθόδοξοι θεολόγοι νωρίτερα, στο 5508 π.Χ.

Αυτές οι προσεγγίσεις είναι επίσης ανακριβείς.

Το 1654 ο αρχιεπίσκοπος Τζειμς Άσερ (1580–1656) δημοσίευσε το έργο Annales Veteris et Novi Testamenti, όπου υποστηρίζει πως ο Ουρανός και η Γη δημιουργήθηκαν το 4004 π.Χ. Ένας από τους βοηθούς του, μάλιστα, προχώρησε ακόμα παραπέρα τους υπολογισμούς του και έφτασε στο πανηγυρικό συμπέρασμα ότι η Γη δημιουργήθηκε την Κυριακή, 21 Οκτωβρίου του 4004 π.Χ., στις 9.00 π.μ. ακριβώς, γιατί του Θεού του άρεσε να ξεμπερδεύει νωρίς με τις δουλειές Του, όσο ένιωθε ακόμα φρέσκος.

Κι αυτό ανακριβές είναι. Για ένα τέταρτο της ώρας περίπου.

Όλη αυτή η ιστορία με τους δεινόσαυρους και τους απολιθωμένους σκελετούς τους είναι μια φάρσα που οι παλαιοντολόγοι δεν την έχουν πάρει χαμπάρι ακόμα.

Αυτό αποδεικνύει δύο πράγματα:

Πρώτον, ότι μυστήριοι αι βουλαί του Κυρίου, για να μην πούμε αλλοπρόσαλλοι. Ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το σύμπαν· παίζει ένα άδηλο παιχνίδι δικής Του επινόησης που, απ' τη μεριά κάποιου από τους άλλους παίκτες, θα μπορούσε να συγκριθεί με το να παίζεις μια περίπλοκη και δυσνόητη εκδοχή πόκερ σ' ένα κατασκότεινο δωμάτιο, με κενά φύλλα, άπειρο ποντάρισμα κι έναν ντίλερ που δεν σου λέει τους κανόνες και χαμογελάει συνεχώς.

Δεύτερον, ότι η Γη είναι Ζυγός.

Η αστρολογική πρόβλεψη για τους Ζυγούς στη στήλη «Τα Άστρα Σήμερα» στον “Διαφημιστή” του Τάντφιλντ, την ημέρα που αρχίζει η ιστορία μας, αναφέρει:

“ΖΥΓΟΣ. 24 Σεπτεμβρίου–23 Οκτωβρίου. Νιώθετε κάπως πεσμένοι και εγκλωβισμένοι στην καθημερινή σας ρουτίνα. Χρονοτριβείτε με οικιακά και οικογενειακά ζητήματα που υπερτονίζονται και διογκώνονται. Αποφύγετε περιττά ρίσκα. Ένας φίλος θα αποδειχθεί σημαντικός για σας. Αναβάλετε σπουδαίες αποφάσεις μέχρι να καθαρίσει το πεδίο μπροστά σας. Ίσως σήμερα σας προκύψει κάποια στομαχική διαταραχή, γι' αυτό καλύτερα να αποφύγετε τις σαλάτες. Η βοήθεια μπορεί να έρθει από κάπου που δεν το περιμένετε.”

Όλα αυτά ανταποκρίνονταν απόλυτα στην πραγματικότητα, εκτός από το σημείο με τις σαλάτες.»



Νιλ Γκέιμαν και Τέρι Πράτσετ, “Καλοί Οιωνοί” [Neil Gaiman & Terry Pratchett,

“Good Omens: The Nice and Accurate Prophecies of Agnes Nutter, Witch”, 1990]. Μετάφραση: Θάνος Καραγιαννόπουλος.



Ο Θεός και το γέλιο



Φωτογραφία του Χένρι Μίλερ / Henry Miller




«Όταν ο κωμικός αρχίζει να μας συγκινεί, αυτός ο άνθρωπος, που τ' όνομά του θα μπορούσε να 'ναι Θεός, εάν θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει ένα όνομα, παίρνει το λόγο. Όταν ολόκληρη η ανθρώπινη ράτσα ξεκαρδίζεται στα γέλια, τότε όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται στο σωστό το δρόμο. Εκείνη τη στιγμή καθένας τους μπορεί να 'ναι Θεός ή οτιδήποτε άλλο. Εκείνη τη στιγμή η διπλή, τριπλή, τετραπλή, πολλαπλή συνείδηση, που κάνει τα σκοτεινά σημεία να κουλουριάζονται σε νεκρά σχήματα στην κορυφή του κρανίου, εκμηδενίζεται. Εκείνη τη στιγμή μπορείς να αισθανθείς στ’ αλήθεια την τρύπα ν’ ανοίγει στην κορυφή του κεφαλιού. Ξέρεις ότι εκεί κάποτε είχες ένα μάτι, κι ότι αυτό το μάτι ήταν ικανό να συλλάβει ταυτόχρονα τα πάντα. Τώρα το μάτι λείπει, αλλά όταν γελάσεις μέχρι δακρύων, όταν γελάσεις σε σημείο που ν' αρχίσει πονά το στομάχι σου, η τρύπα ανοίγεται και αερίζεται το μυαλό. […]

Όποιος ξέρει την ακριβή σημασία της ελευθερίας, της απόλυτης, όχι της σχετικής, τότε πρέπει να παραδεχτεί πως κάτι τέτοιο αποτελεί την κοντινότερη προσέγγιση προς την απόλυτη ελευθερία που μπορεί να πετύχει. Αν είμαι αντίθετος προς την υπάρχουσα τώρα στον κόσμο κατάσταση, δεν είναι γιατί είμαι ηθικολόγος. Είναι γιατί θέλω να γελώ συχνά. Δεν υποστηρίζω ότι ο Θεός είναι ένα τεράστιο χαμόγελο. Υποστηρίζω πως πρέπει να γελάσεις σκληρά πριν κατορθώσεις να πλησιάσεις το Θεό. Ο μοναδικός σκοπός της ζωής μου είναι να φτάσω κοντά στο Θεό, να φτάσω δηλαδή κοντύτερα στον εαυτό μου.»



Χένρυ Μίλερ , “Τροπικός του Αιγόκερω” [“Tropic of Capricorn”, 1939]. Μετάφραση: Βαγγέλης Κατσάνης.



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»



Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11 – Ποίηση και Τρέλα


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 12 – Ιδού η κοινωνία σου, Αστέ



© Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάιος 19.

~

5 Μαΐου 2019

Τα Πεινασμένα Τσακάλια. Του Ηλία Βενέζη


Τα πεινασμένα τσακάλια. Ένα απόσπασμα από την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη. Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι



Ένα κεφάλαιο από την "Αιολική Γη" του Ηλία Βενέζη




«Έρχονταν νύχτες πού τίποτα δεν ακουγόταν, τίποτα δε γινόταν έξω στα Κιμιντένια. Ήταν οι νεκρές νύχτες. Σε βουβά κύματα κατέβαινε απ’ τα σύννεφα κι απ’ τα βουνά η δροσιά, κατέβαιναν και κάθονταν πάνω στα φύλλα οι στάλες. Το ταξίδι τους ήταν αδιατάρακτο, στην καθαρή ατμόσφαιρα που πλέανε κανένα κακό συναπάντημα δεν είχαν, μονάχο οδηγό τους και σύντροφο είχαν τα άστρα. Όμως δεν είχαν ανάγκη μήτε από οδηγό, μήτε από σύντροφο. Γιατί από τότε που γεννηθήκανε ψηλά οι στάλες της δροσιάς, η γη ήταν η μαγική χώρα όπου προορίζονταν. Ξέραν πως τελικά εκεί ήταν η μοίρα τους, κ’ έτσι η γη τις τραβούσε να πέσουν να χαθούν, τις έσερνε η γοητεία του τέλους.

Τα παιδιά — τ’ αδέρφια μου κ' εγώ — μαζεμένα στο δωμάτιο του πάππου και της γιαγιάς μας, ανήσυχα απ’ την τόση γαλήνη, σκύβαμε έξω απ’ το παράθυρο μπας και πάρουμε κανέναν ήχο.

Τίποτα. Καμιά φωνή δε ζούσε. Όμως η μαγεία της νύχτας, βαθύς και ανεξερεύνητος κόσμος, μιλούσε στην καρδία μας.

— Παππού, τι γίνεται έξω; ρωτούσαμε.

— Τι γίνεται! Τίποτα!

Τίποτα; Μα άκου λοιπόν!..

Στύλωνε τ’ αυτί του, κ’ υστέρα επιβεβαίωνε τον πρώτο λόγο του:

— Σας είπα. Δεν ακούω τίποτα! Και γυρίζοντας στη γιαγιά μιας:

— Εσύ ακούς τίποτα, γιαγιά;

Μα εκείνη ήταν γυναίκα, ήταν γιαγιά, και καταλάβαινε.

— Βέβαια ακούω, έλεγε γλυκά, ευλογώντας μας όλους με τη ματιά της.

— Τι είναι; Τι είναι λοιπόν; ρωτούσαμε με αγωνία να μάθουμε.

— Η Νύχτα ξύπνησε, παιδιά μου, αποκρινόταν γαλήνια και πειστικά.

Α! Η Νύχτα ξύπνησε...

— Και τα τσακάλια τι γίνανε; Οι αλεπούδες τι γίνανε και δε φωνάζουν;

— Μα δεν το ξέρετε; Όλα τα ζαρκάδια τα πήρε απόψε ο Μεγάλος Δράκος στη σπηλιά, τα έβαλε να φάνε και τ’ αποκοίμισε.

— Α! Γι’ αυτό...



Μα εκείνη ήταν γυναίκα, ήταν γιαγιά, και καταλάβαινε. 



Ο Μεγάλος Δράκος ήταν το πιο ευνοούμενο πλάσμα της γιαγιάς μας. Από ανθρωποφάγος ήρωας των παραμυθιών σιγά-σιγά κατάντησε στο στόμα της αγαθοποιός θεότητα του δάσους. Εκείνος σφαλνούσε τα μάτια των παιδιών να κοιμηθούνε, εκείνος τα τιμωρούσε με ψιλή βέργα τόσο ελαφρά σα να τα χάιδευε, αν κάνανε κακή πράξη, αν δεν άκουγαν τη μητέρα τους ή ξεχνούσαν την προσευχή τους. Εκείνος έδειχνε στους παραστρατημένους ξένους το μονοπάτι της κοιλάδας, εκείνος έστρωνε τραπέζι και καλούσε να φάνε τα καημένα τα τσακάλια όταν πολύ ούρλιαζαν.

Κι εμείς, αυτά ακούγοντας για το Μεγάλο Δράκο, τον φανταζόμαστε σαν το Θεό που ήταν ζωγραφισμένος στους θόλους των εκκλησιών. Τον φανταζόμαστε με μεγάλη άσπρη γενειάδα, με χρυσή κορόνα στο κεφάλι, κουκουλωμένον, να πορεύεται σιωπηλός, δρασκελώντας με τα ψηλά ποδάρια του τα δέντρα. Μπροστά του πήγαιναν σαράντα μικροί δράκοι και πίσω του άλλοι σαράντα, και τα βαριά κουδούνια που κρέμονταν απ’ το λαιμό τους αχολογούσαν μες στο δάσος —γκλάγκα γκλούγκα— όλα να το ξέρουν πως ο Μεγάλος Δράκος περνά...




Η Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη



*** 



Αυτά γίνονταν στις ήσυχες καλοκαιρινές νύχτες κάτω απ’ τα Κιμιντένια. Μα δεν ήταν πάντα έτσι ήσυχα. Έρχονταν άλλες νύχτες, κι αυτές ήταν οι πιο πολλές, που ο Μεγάλος Δράκος, αποκάνοντας να φιλεύει και να κοιμίζει τα τσακάλια, τ’ άφηνε να ξεχυθούν στον κάμπο, στην οργωμένη γη, να φάνε και να χορτάσουν. Την άνοιξη, όταν οι καρποί ακόμα δεν είχαν γίνει, η επιδρομή τους ήταν ακίνδυνη, και κανένας στο κτήμα δε νοιαζόταν γι’ αυτή. Ακούγαμε τ’ άγρια ουρλιαχτά τους μακριά στο βάθος, αδύνατα στην αρχή, και τα περιμέναμε με αγωνία και φόβο.

— Θα ‘ρθουν άραγες ίσαμε δω;..

— Ε, τι; Φοβόσαστε; έλεγε ο παππούς." Ας έρθουν!

— Ας έρθουν! έλεγα κ’ εγώ, το αγόρι του σπιτιού, να δείξω θάρρος στ’ αδέρφια μου. Τι τρέμετε;

Η μικρή Αρτέμη, η μικρή Αγάπη, η μικρή Λένα τρέμαν αληθινά και, βλέποντας το θαρραλέο εμένα, αγαναχτούσαν με τα καμώματα μου.

— Καημένε κ’ εσύ! φώναζαν με αβάσταχτη περιφρόνηση. Να μας κάνεις κιόλας πως δε φοβάσαι! Εσύ που τρέμεις τις σαύρες!

Τρέμω τις σαύρες. Σωστό. Όμως μ’ αυτό τι; Οι σαύρες τρέχουν μες στα πόδια σου και γλιστρούν σα χέλια. Τι πιο φυσικό να τις φοβάσαι; Ενώ απ’ τα τσακάλια, εδώ, σε φυλάνε οι τοίχοι.

Α, α, βέβαια! Μονάχα πίσω απ’ τούς τοίχους κάνεις εσύ το παλικάρι!

Τα κορίτσια δεν προφταίνανε ν’ αποτελειώσουν τον καγχασμό τους, όταν τα ουρλιαχτά των τσακαλιών, που στο μεταξύ είχαν φτάξει πολύ κοντά, κόβαν στο στόμα τη φωνή τους και το αίμα στις φλέβες τους.

— Θέ μου! Έρχουνται!

Ερχόταν σπαραχτική και ιερή, μες στην ησυχία της γης, η φωνή της πείνας. Ποτέ σπαραγμός ανθρώπου, ποτές οδύνη θανάτου, δεν αντήχησε έτσι άγρια. Τίποτα απ’ ό, τι ξέραμε δεν μπορούσε να είναι όμοιο μ’ αυτό. Τα φύλλα ριγούσαν και σώπαιναν απάνω στα δέντρα, οι στάλες της δροσιάς, χτυπημένες απότομα στον αγέρα, σταματούσαν να πέφτουν στη γη, οι ρίζες δε σάλευαν στα έγκατα, τα άστρα πια δεν πορεύονταν, οι υπόγειες φλέβες των νερών πάγωσαν — επειδή στα Κιμιντένια, θεότητα σκληρή κι αλύπητη ήρθε η πείνα. Ήμαστε τότε μικρά παιδιά, η καλή γη μας έδινε σπόρους και τα δέντρα καρπούς, δεν ξέραμε ακόμα τότε τι ήταν η πείνα. Όμως είχαμε την καθαρή καρδιά μας οδηγό καλό, γι’ αυτό όλα τα μυστικά του κόσμου μπορούσαν να βρουν μέσα μας χώρο φιλικό, μπορούσαμε να αισθανθούμε και να εννοήσουμε. Μες στην ασφάλεια των ψηλών τοίχων που μας προφυλάγανε, κάτω απ’ τη σκιά του μεγάλου δέντρου —του παππού μας— που μας έσκεπε, δε γινόμαστε σαν τους μεγάλους ανθρώπους, που όταν εκείνοι δεν υποφέρνουνε είναι ανελέητοι κι αδιάφοροι. Ζούσαμε όσο γίνεται δυνατά το δράμα της νύχτας.



Ερχόταν σπαραχτική και ιερή, μες στην ησυχία της γης, η φωνή της πείνας. Ποτέ σπαραγμός ανθρώπου, ποτές οδύνη θανάτου, δεν αντήχησε έτσι άγρια. 



— Αχ πια! πρώτη πάντα ξεσπούσε η Αγάπη, επειδή ήταν πιο αδύνατη και πιο ευαίσθητη απ’ όλους.

Άρχιζε να κλαίει σπαραχτικά, με λυγμούς. Βλέποντάς την παίρναμε κ’ εμείς θάρρος, η Άρτεμη, η Λένα κ’ εγώ, αρχίζαμε να κλαίμε όλοι και να ξεφωνίζουμε:

— Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια; Γιατί να πεινάνε τα τσακάλια;

Γινόταν τότε πανδαιμόνιο μέγα: απέξω να ουρλιάζουν τ’ αγρίμια και μέσα εμείς να οδυρόμαστε. Ο πάππους στην αρχή γελούσε μ’ αυτά τα ξεσπάσματα της παιδικής καρδιάς, ενώ η μητέρα μας κ’ η γιαγιά τρέχαν να μας χαϊδέψουν και να μας μερώσουν.

— Γιαννακό! έλεγε σοβαρή η γιαγιά. Μην το κάνεις αυτό! Δεν τα βλέπεις; έλεγε κ’ έδειχνε το σπαραγμό μας.

Πολύ σπάνια του μιλούσε σ’ αυτό τον τόνο, σα να τον μάλωνε. Κ’ εκείνος τότε γινόταν απότομα σοβαρός, σαν άνθρωπος που έσφαλε, και σταματούσε να γελά.

— Ελάτε! Ελάτε τώρα! Ησυχάστε! μας καταπράυνε η γιαγιά. Θα βρει τροφή και για τα τσακάλια ο θεός. Είναι καλός και θα βρει. Πηγαίνετε να κοιμηθείτε.

Πολύ αργά οι φωνές των τσακαλιών σβήνανε. Πια δεν ακουγόταν τίποτα. Κάναμε την προσευχή μας για να κοιμηθούμε και παρακαλούσαμε, όπως πάντα, το Θεό να φυλάει τον παππού, τη γιαγιά, τον πατέρα μας, τη μητέρα μας, τα δέντρα κι όλους τους ανθρώπους. Πέφταμε, μα ο ύπνος δε μας έπαιρνε. Ερχόταν και βάραινε απάνω στα ματόκλαδά μας, όμως βάζαμε όλη τη δύναμη να τον διώξουμε ίσαμε που να βεβαιωθούμε πως πια τα τσακάλια φύγανε. Και τότες, όταν πια ήμαστε σίγουροι πως φύγανε, ψιθυρίζαμε μέσα μας ξανά την προσευχή μας και, πλάι στους ανθρώπους και στα δέντρα, παρακαλούσαμε και για τα πεινασμένα τσακάλια του κόσμου.





Τα πεινασμένα τσακάλια. Κεφάλαιο από την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη
Εικονογράφηση του Σπύρου Βασιλείου για την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη



*** 



Ερχόταν όμως ο καιρός που ωρίμαζαν οι καρποί, και τα μισογινωμένα τσαμπιά κρέμονταν απ’ τα κλήματα. Τότες το να μας ριχτούνε τα τσακάλια δεν ήταν χωρίς κίνδυνο όπως την άνοιξη. Αν τόσο μεγάλα κοπάδια πεινασμένα αγρίμια μπαίναν για μια μονάχα νύχτα μες στο κτήμα, την άλλη μέρα δε θα βρισκόταν πια καρπός.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι κοίταζαν πως να πολεμήσουνε το κακό και ν’ αντισταθούνε. Όλοι όσοι δουλεύανε στο υποστατικό, γυναίκες κι άντρες, χωρίζονταν σε τρεις βάρδιες. Η πρώτη ίσαμε τις δέκα τη νύχτα, η άλλη ίσαμε τα μεσάνυχτα, κ’ η τρίτη ως τις πρωινές ώρες. Περιμένανε και, μόλις τα τσακάλια έρχονταν κοντά, χύνονταν όλοι κατά τα σύνορα του υποστατικού, βγάζοντας φωνές φωνές και χτυπωντας ντενεκέδες ή τούμπανα. Αν η νύχτα ήταν σκοτεινή, πολλοί βαστούσανε αναμμένες σκίζες δαδιά στα χέρια. Τ’ αγρίμια τρομαγμένα τραβιόνταν πίσω, λυσσασμένα ουρλιάζοντας, και χιμούσαν σ’ άλλα γειτονικά υποστατικά. Σε λίγο έρχονταν οι αλαλαγμοί των ανθρώπων από κει, από τ’ άλλα τα κτήματα, που προσπαθούσαν ν’ αμυνθούνε στρέφοντας το κοπάδι της πείνας άλλου. Περνούσε κάμποση ώρα, και πάλι οι κραυγές ακούγονταν, τώρα από πιο βαθιά, από άλλο υποστατικό. Ήταν σαν ένα φοβερό κύμα που στριφογύριζε δαιμονισμένο, χτυπούσε πότε δω, πότε κει, ώσπου να βρει τόπο να ξεσπάσει. Δεν έβρισκε και ξανάρχιζε τον κύκλο. Πάλι μας χτυπούσε, πάλι χιμούσαν οι άνθρωποί μας να το διώξουνε. Έτσι έρχονταν νύχτες που αυτό το κυνήγι του φόβου και της πείνας βαστούσε ίσαμε το πρωί.



Ήταν σαν ένα φοβερό κύμα που στριφογύριζε δαιμονισμένο, χτυπούσε πότε δω, πότε κει, ώσπου να βρει τόπο να ξεσπάσει. Δεν έβρισκε και ξανάρχιζε τον κύκλο. 



Η πρώτη γνωριμία μας μ’ αυτό το σκληρό παιχνίδι έφερε, σ’ εμάς τα παιδιά, αληθινή αναστάτωση. Ένα βράδυ περίεργη κίνηση έγινε μες στην αυλή του υποστατικού. Οι γυναίκες, οι νέες προπάντων εργάτισσες, κ’ οι άντρες κάνανε παρέες παρέες, λέγαν, γελούσαν, ετοίμαζαν δαδιά, ετοίμαζαν ντενεκέδες και τούμπανα. Είχαμε μαζευτεί νωρίς στην κάμαρά μιας η μικρή Λένα, η Αγάπη κ εγώ, και παίζαμε κάνοντας καραβάκια από πεύκο. Γι’ αυτό δεν πήραμε είδηση τι γινόταν έξω. 

Έλειπε μονάχα από ανάμεσά μας η Αρτέμη. Κάπου θα γύριζε, κάτω. Κανένας δεν παραξενεύτηκε. Η Αρτέμη ήταν το πιο ανήσυχο παιδί απ’ όλους μας. Είχε περιέργεια απίθανη για την ηλικία της, που έφτανε ως το πάθος. Σα να προαισθανόταν πως έμελλε να μας φύγει πολύ νωρίς, γι’ αυτό ήθελε να τα μάθει όλα του κόσμου τούτου, βιαζόταν να προφτάξει πριν έρθει η μεγάλη ώρα της και είναι αργά. Όταν εμείς οι άλλοι ικανοποιούμαστε με τις πιο πρόχειρες απαντήσεις που δίναν οι μεγάλοι στις απορίες μας, εκείνη, πάντα άπιστη, οσμιζόταν μιαν άλλη αλήθεια κρυμμένη πίσω απ’ τα πέπλα που τύλιγαν τον κόσμο, ρωτούσε, ανασκάλευε, επέμενε να της πουν, επέμενε να μάθει. Έτσι βρίσκονταν κ’ οι μεγάλοι σε δυσκολία τί να της αποκριθούνε, κάθε φορά, για πράματα που δεν έπρεπε να τα ξέρει ακόμα. Λοιπόν, της λέγαν ό, τι τους ερχόταν. Τα πέπλα του κόσμου έτσι γίνονταν πιο πυκνά, η Άρτεμη το διαισθανόταν και χτυπούσε νευριασμένη τα πόδια της.

«Όχι! Δεν είναι αυτό! Δεν είναι αυτό!» φώναζε, έτοιμη να κλάψει.

Όμως δεν έκλαιγε, πολύ σπάνια έκλαιγε. Τη συγκρατούσε πάντα ένα πρώιμο αίσθημα σοβαρότητας, μια αξιοπρέπεια ολότελα αφύσικη για παιδί.

Ενώ, λοιπόν, κείνο το βράδυ εμείς παίζαμε με καραβάκια από πεύκο, ανοίγει απότομα η πόρτα και χιμά μέσα η Αρτέμη. Το πρόσωπό της ήταν ξαναμμένο, αλαφρό κόκκινο χρώμα έβαφε τα χλωμά της μάγουλα, τα μεγάλα μαύρα μάτια της σπίθιζαν.




Εικονογράφηση του Σπύρου Βασιλείου για την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη




— Το μάθατε, λοιπόν; Το μάθατε;

Πεταχτήκαμε απάνω, παρατώντας τα καράβια μας, και κρεμαστήκαμε με απληστία απ’ το στόμα της.

— Τι είναι, Άρτεμη; Τι είναι;

Σα να ‘θελε να μας τυραννήσει, έριξε μια περιφρονητική ματιά στα πόδια μας, στα λατίνια και στις ψαρόβαρκες που μέναν έρημες.

— Εσείς παίζετε τα καράβια, όταν απόψε...

— Αχ, Άρτεμη, πες μας τι είναι! Πες μιας! την ικετεύαμε.

Έγινε απότομα σοβαρή, μας κοίταξε μια, κ’ έπειτα:

— Δεν είδατε τα δαδιά και τα τούμπανα που ετοιμάζουνε;

— Ετοιμάζουνε δαδιά και τούμπανα; Γιατί λοιπόν; Γιατί;

— Πόλεμος!, λέει η Άρτεμη κοιτάζοντάς μας κατάματα.

«Πόλεμος;» Τι θα πει αυτό; Κανένας μας δεν ήξερε, ποτές δεν είχαμε ακούσει παρόμοιο πλάσμα, ζώο ή πουλί ή δέντρο.

— Απόψε αρχίζει ο πόλεμος με τα τσακάλια! λέει η Άρτεμη. Μου το είπε ο Αλέξης,

Πηδήσαμε απ’ τη χαρά μας, επειδή κάτι νέο μαθαίναμε πως θα’μπαινε στη ζωή μας. Σίγουρα τίποτα παιχνίδι θα ‘ταν ο «πόλεμος»…

— Αλήθεια; Θα γίνει, λοιπόν, αυτό; Πως το είπες αυτό; Θα γίνει... πόλεμος; φωνάζαμε και πηδούσαμε.

Όμως η Άρτεμη δεν πηδούσε, δε γελούσε μαζί μας. Είχε δεμένα σφιχτά τα χείλια της και χτυπούσε τα πόδια της νευρικά. Σα να μάντευε κάτι, σαν κάτι να προαισθανόταν.

Πρώτη η Αγάπη — κοριτσάκι δέκα χρόνω τότε — πρόσεξε τη σοβαρή έκφραση της μικρότερης αδερφής μας, που τόσο παραφωνούσε με τη δική μας τη χαρά.

— Τι έχεις, Άρτεμη; της λέει.

Κ ευθύς αμέσως συνδέοντας την απορία που ξαφνικά πρόβαλε μέσα της με την έκφραση που είχε το πρόσωπο της Άρτεμης:

—... Και τι είναι αυτό το παιχνίδι, Άρτεμη; Τι είναι πόλεμος; ρώτησε δειλά.

Αχ! Αλήθεια! Τι είναι;

Τα πηδηχτά και τα ξεφωνητά μας σταμάτησαν μονομιάς, και τα μάτια πάλι στυλώθηκαν στην Άρτεμη.

— Τι είναι, Άρτεμη; Τι είναι πόλεμος;

Όμως κ’ η Αρτέμη δεν ήξερε, δεν είχε μπορέσει να καταλάβει. Της είχε αναγγείλει το νέο ο Αλέξης, ο πιο φίλος μας ανάμεσα σ’ όλους τους ζευγάδες. Μα ήταν βιαστικός και φουριόζος, κ’ η Άρτεμη δεν μπόρεσε να ρωτήσει άλλον, ανυπόμονη καθώς ήταν να μιας φέρει το νέο πρώτη. Αλλά το μυστήριο του λόγου, το ότι δεν μπορούσε να ξέρει, αυτό, δεμένο με τα προαισθήματά της, την τάραζε βαθιά.

— Δεν ξέρω! έλεγε. Που να ξέρω; Τι ρωτάτε εμένα;

Στάθηκε μια στιγμή διστάζοντας, κ’ έπειτα:

— Πρέπει να μάθω! λέει αποφασιστικά. Πρέπει να μάθω! Πηγαίνω στον παππού!

Χίμηξε στην πόρτα, τρέξαμε κ’ εμείς από πίσω της. Όπως ήμαστε αναστατωμένοι απ’ το νέο μήνυμα, περιμέναμε να βρούμε και τον παππού μας σε ταραχή, σε κίνηση. Τίποτα. Καθόταν γαλήνιος καθώς τα άλλα βράδια, σα να μη γινόταν τίποτα, τίποτα να μην έμελλε να συμβεί.

— Παππού, απόψε θα γίνει πόλεμος; λέει η Άρτεμη λαχανιασμένη, πέφτοντας στα πόδια του.

Γύρισε ξαφνιασμένος και την κοίταξε, κοίταξε κ’ εμάς όλους, τα μάτια μας που ερευνούσαν.

— Τι θα γίνει λέει;

— Πόλεμος, παππού! Απόψε δεν είναι να γίνει πόλεμος;

Στέκουν εκεί και τρέμουν απ’ την απληστία του αγνώστου, τρέμουν τα μάτια μας.

— Πόλεμος; ψιθυρίζει ο παππούς. Ποιος σας τον είπε αυτό το λόγο; Ποιος σας είπε πως θα γίνει πόλεμος;

— Έλα, παππού, μη μας το κρύβεις! φώναξε η Άρτεμη. Το ‘μαθα σίγουρα πως θα κάμουμε πόλεμο με τα τσακάλια!





Από την Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη





Τότε ο παππούς άρχισε να γελά μ’ εκείνο το μακάριο παιδικό γέλιο του, να γελά και να μας κοιτάζει όλους.

— Α! Γι’ αυτό λέτε; Γι’ αυτό λέτε;

Σκούπισε τα μάτια του και χάιδεψε την Άρτεμη:

— Δεν είναι τίποτα, παιδάκια μου. Δεν είναι τίποτα.

— Πως δεν είναι τίποτα, παππού! Πως δεν είναι τίποτα! έλεγε εκείνη, φωνάζαμε κ’ εμείς. Γιατί τότε ετοιμάζουνε δαδιά και τούμπανα;

— Μα βέβαια δεν είναι τίποτα! Τα πεινασμένα τσακάλια μπορούν τώρα να μας κάνουν κακό. Λοιπόν, θα τα χτυπήσουμε. Αυτό είναι!

— Α! Θα χτυπήσουμε τα πεινασμένα τσακάλια!

— Μα βέβαια. Θα τα χτυπήσουμε.

Ακαθόριστα συναισθήματα μας είχαν κυριέψει εκείνο το βράδυ. Τι έγινε, λοιπόν, ο καλός θεός της γιαγιάς, εκείνος που μυστικά τον ικετεύαμε στην προσευχή μας να βρει και για τα πεινασμένα τσακάλια σπόρους; Τι έγινε και χάθηκε ο Μεγάλος Δράκος, θεότητα τόσο φιλική και φιλεύσπλαχνη του δάσους που, όταν πολύ πεινούσαν τα τσακάλια και φώναζαν, τα έβαζε να φάνε και να κοιμηθούνε; Κι αφού εκείνοι γίνηκαν καπνός — ο Θεός κι ο Μεγάλος Δράκος — και τα τσακάλια πεινούσαν, πως οι άνθρωποι τα χτυπούσαν έτσι σκληρά;

Ήταν πια αδύνατο να καταλάβουμε. Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. Ως τότε ξέραμε μονάχα να τα φοβόμαστε, επειδή μας ήταν άγνωστα, επειδή δεν ξέραμε παρά μονάχα τη φωνή το κ’ η φωνή τους ήταν άγρια. Τώρα έπρεπε να συνηθίσουμε να τα πολεμούμε, έπρεπε να κάμουμε τα πρώτα βήματα προς το παντοδύναμο εφόδιο των ανθρώπων, το μίσος.


Τα τσακάλια, από πλάσματα του δάσους που είχαν δικαίωμα να φάνε, έπρεπε τώρα να γίνουν εχτρός. 


Άγρυπνοι κείνη τη νύχτα, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια μας περιμέναμε, όταν ακούστηκαν τα ουρλιαχτά των τσακαλιών που πλησίαζαν. Κρατήσαμε την ανασαμιά μας. Άξαφνα, σ’ ένα σύνθημα δοσμένο ποιος ξέρει πως, άγρια χλαπαταγή αντήχησε μες στη νύχτα: οι άνθρωποι χιμούσαν. Αλάλαζαν, χτυπούσαν τα τούμπανα, χτυπούσαν ντενεκέδες, κουνούσαν τ’ αναμμένα δαδιά. Που και που έπεφτε και καμιά ντουφεκιά. Τ’ αγρίμια, έτσι απότομα χτυπημένα, βγάλανε σπαραχτικές φωνές κι αποτραβήχτηκαν, μιά. Πάλι ξεχύθηκαν με λύσσα. Πάλι η φωνή των ανθρώπων χτύπησε απάνω στη νύχτα σα σε μπακίρι• πάλι τα ουρλιαχτά αντήχησαν. Ο αγέρας ήταν πυκνός και βαρύς από σπαραγμό, από πάθος και αφρούς. Τα άστρα κρύφτηκαν για λίγο κάτω απ’ τον καπνό. Ύστερα ήρθε ένα μεγάλο σύννεφο και τα σκέπασε.

Σωπαίναμε. Ακούγαμε. Μήτε τα δάκρυα δε θελαν να βλογήσουν τα κουρασμένα μάτια μας. Τρέμοντας μπαίναμε στο νόημα του σκληρού νόμου του κόσμου.»



Η "Αιολική Γη" του Ηλία Βενέζη εκδόθηκε το 1943. Εικονογράφηση βιβλίου: Σπύρος Βασιλείου. Για την παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι, Μάιος 19.




Ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης