18 Ιανουαρίου 2019

Ο έρωτας του Δον Κιχώτη


Ο έρωτας του Δον Κιχώτη για τη Δουλτσινέα σε παλιά εικονογράφηση διαφήμισης / Don Quixote and Dulcinea, liebig ad illustration




Ένα απόσπασμα από τον "Δον Κιχώτη" και ένα σχόλιο για τον έρωτα, τη φαντασία και την τρέλα




«Στο ερωτικό γράμμα, Σάντσο, θα βάλεις για υπογραφή: “Δικός σας ως το Θάνατο, ο Ιππότης της Ελεεινής Μορφής”• και δεν έχει σημασία που θα 'ναι γραμμένο με άλλο χέρι, γιατί, αν θυμάμαι καλά, η Δουλτσινέα δεν ξέρει ούτε να διαβάζει ούτε να γράφει, και δεν έχει δει στη ζωή της άλλη γραφή ή γράμμα από μένα, αφού οι έρωτές μας ήταν πάντα πλατωνικοί και δεν έφταναν μακρύτερα από ένα σεμνό βλέμμα. Μα κι αυτό ακόμα, σε τόσο αραιά διαστήματα, που θα τολμούσα να ορκιστώ με σιγουριά ότι στα δώδεκα χρόνια που την αγαπώ περισσότερο κι απ' το φως των ματιών μου, που θα τα φάει μια μέρα το χώμα, δεν την έχω δει πάνω από τέσσερις φορές• επίσης, ίσως κι εκείνη να μη με παρατήρησε ούτε μια απ' τις τέσσερις φορές που την κοίταξα — με τέτοια φροντίδα και περιορισμούς την έχει αναθρέψει ο πατέρας της ο Λορέντσο Κορτσουέλο και η μητέρα της η Αλδόνθα Νογάλες».

«Μπα!» έκανε ο Σάντσο. «Τι! Η κόρη του Λορέντσο Κορτσουέλο είναι η σενιόρα Δουλτσινέα απ' το Τοβόσο, που αλλιώς ονομάζεται Αλδόνθα Λορέντσο;»

«Αυτή είναι» είπε ο Δον Κιχώτης, «και αξίζει να είναι κυρία όλου του κόσμου».

«Τη γνωρίζω καλά» είπε ο Σάντσο, «και μπορώ να πω πως ρίχνει το ραβδί εξίσου καλά με το πιο ρωμαλέο παλικάρι του χωριού. Να πάρει η οργή, είναι κοπέλα με τσαγανό, καλοφτιαγμένη και στητή, και με τρίχες στην κοιλιά• αυτή μπορεί να ζυμώσει σαν ψωμί όποιον πλανόδιο ιππότη την πάρει για αφέντρα. Ω γιε της πουτάνας, τι λαρύγγι είν' αυτό και τι φωνή! Σας διαβεβαιώ ότι ανέβηκε μια μέρα στο καμπαναριό του χωριού για να φωνάξει κάτι παραγιούς που ήταν σ' ένα άσπαρτο χωράφι του πατέρα της, και μολονότι βρίσκονταν δυο χιλιόμετρα μακριά από κει, την άκουσαν τόσο καθαρά, όσο θα την άκουγαν και στην πόρτα του καμπαναριού. […]

«Σου το 'χω πει πολλές φορές, Σάντσο» είπε ο Δον Κιχώτης, «είσαι μεγάλος φαφλατάς, και μόλο που το μυαλό σου είναι χοντρό, μερικές φορές τα ψιλολογάς πολύ. Όμως για να δεις πόσο ανόητος είσαι εσύ και πόσο στοχαστικός εγώ, θέλω ν' ακούσεις μια μικρή ιστορία που θα σου πω.

» Μάθε λοιπόν πως μια όμορφη χήρα, νέα, ζωηρή, πλούσια, και προπαντός υπερβολικά θαρρετή, ερωτεύτηκε έναν δόκιμο καλόγερο, κοντό, χοντρό και τετράγωνο – το 'μαθε ο πρεσβύτερός του, και μια μέρα, είπε στην καλή χήρα, μαλώνοντάς την κάπως σαν αδελφός: “Παραξενεύομαι, κυρία, κι όχι αδικαιολόγητα, πως μια κυρία τέτοιας ποιότητας, τόσο όμορφη και τόσο πλούσια σαν εσάς, πήγε κι ερωτεύτηκε έναν άνθρωπο τόσο ποταπό, τόσο αγροίκο και ηλίθιο σαν αυτόν, σαν να μην υπήρχαν εδώ μέσα τόσοι σπουδαγμένοι, διπλωματούχοι και θεολόγοι, που θα μπορούσατε να τους ξεδιαλέξετε σαν τα αχλάδια και να πείτε: “θέλω αυτόν, όχι εκείνον”. Εκείνη όμως του απάντησε χωρίς ιδιαίτερη ευπρέπεια, αλλά με πολύ κέφι: “Κύριε, κάνετε μεγάλο λάθος, και σκέφτεστε παλιομοδίτικα αν νομίζετε ότι έκανα άσχημα που διάλεξα έναν τέτοιο, όσο ηλίθιος κι αν σας φαίνεται• γι' αυτό που τον θέλω, ξέρει τα ίδια με τον Αριστοτέλη, και περισσότερα”.

» Έτσι λοιπόν, Σάντσο, για την αγάπη με την οποία αγαπώ τη Δουλτσινέα απ' το Τοβόσο, αξίζει όσο και η μεγαλύτερη αρχόντισσα της γης. Μήπως νομίζεις ότι οι ποιητές που εγκωμιάζουν κυράδες με ονόματα υποθετικά, που τα επινοούν κατά τα γούστα τους, τις έχουν κιόλας και στο χέρι τους; Όχι. Νομίζεις ότι οι Αμαρυλλίδες, οι Φυλλίδες, οι Σιλβίες, οι Αρτέμιδες, οι Γαλάτειες και άλλες παρόμοιες, που απ' αυτές είναι γεμάτα τα βιβλία, οι ρομάντσες, τα μπαρμπέρικα και τα θέατρα, ήταν αληθινές γυναίκες με σάρκα και οστά, και άνηκαν σ' εκείνους που τις εξυμνούν και τις εξύμνησαν;

» Όχι βέβαια• οι περισσότεροι τις έπλασαν για να βρουν θέμα για τους στίχους τους, και για να τους εκτιμήσουν και να τους θεωρήσουν ερωτευμένους ή ικανούς να ερωτευτούν. Γι' αυτό κι εμένα μου αρκεί να σκέφτομαι και να πιστεύω ότι η καλή Αλδόνθα Λορέντσo είναι ωραία και σεμνή• κι όσο για τη γενιά της, ελάχιστα μας νοιάζει, γιατί δε θα πάει κανείς να της δώσει χρίσμα ή ιπποτικό περιδέραιο• για μένα είναι η καλύτερη αρχόντισσα του κόσμου, επειδή εγώ το θέλω.

» Πρέπει να ξέρεις, Σάντσο, αν δεν το ξέρεις, πως δυο πράγματα προκαλούν περισσότερο τον έρωτα: η μεγάλη ομορφιά και η καλή φήμη. Και τα δυο τα έχει στον ύψιστο βαθμό η Δουλτσινέα — στην ομορφιά δεν έχει ταίρι, και στην καλή φήμη λίγες την πλησιάζουν. Κοντολογίς, φαντάζομαι πως όλα είναι έτσι όπως τα λέω, τίποτε παραπάνω και τίποτε παρακάτω. Την παριστάνω στη φαντασία μου έτσι όπως τη θέλω, τόσο στην ομορφιά όσο και στην ποιότητα: η Ελένη η ίδια δεν την πλησιάζει, η Λουκρητία δεν τη φτάνει, ούτε καμιά άλλη απ' τις μεγάλες κυρίες του παρελθόντος, Ελληνίδα, βάρβαρη ή Λατίνα. Κι ας πει ο καθένας ό,τι θέλει. Αν με κακολογήσουν οι αδαείς, δε θα με τιμωρήσουν οι σωστοί άνθρωποι».

«Λέω πως έχετε δίκιο παντού και σ' όλα» απάντησε ο Σάντσο, «και πως είμαι γάιδαρος• μα γιατί βάζω το όνομα του γαϊδάρου στο στόμα μου, αφού στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί; Δώστε μου λοιπόν τώρα το γράμμα, και αντίο, φεύγω».



Επίμετρο. Ο Δον Κιχώτης και ο έρωτας




Οι ποιητές συχνά έχουν παρομοιάσει τον έρωτα με την τρέλα• όταν η φαντασία (αυτό το τόσο ανθρώπινο χαρακτηριστικό) απαγκιστρώνεται γερά από τα σύννεφα και τις ομίχλες που την περιβάλλουν και, τινάσσοντας τα πόδια της στον αέρα, ελπίζει πως θα πετάξει μέσα τους, σμίγοντας με τις νεφέλες τ’ ουρανού. Επιλογές δίχως λογική, συσκότιση της σκέψης, παραπλάνηση των αισθήσεων, ανόητες κρίσεις, αφελείς προσδοκίες – ένα υποκειμενικό παραμύθιασμα που μοιάζει με τη διαδικασία του ονείρου, ως προς τους πλασματικούς κόσμους που κατασκευάζει προς τέρψιν της ψυχής.

Έλα όμως που στο παραμύθιασμα αυτό μπορεί κάποιος να πιει, γουλιά γουλιά, το νέκταρ της ζωής. Οι γύρω του ίσως απορήσουν: θα τον δουν να κρέμεται πάνω από μια πηγή με βαλτόνερα και να έχει πέσει με τα μούτρα μέσα της σαν αγριογούρουνο στις λάσπες – μα εκείνος πείθει τον εαυτό του πως βουτάει στη ζεστή αγκαλιά των θεών και γεύεται το εκλεκτότερο έδεσμα του κόσμου.

Τι τα θες! Δεν έχει λογική ο έρωτας. Πρόκειται για μια αέναη απόδραση από κάθε τι στέρεο, τετράγωνο και υπολογισμένο. Ίσως σε αυτό να οφείλεται η ακατανίκητή του δύναμη: στο θραύσμα κάθε τετραγωνισμού, στη φυγή προς το παράλογο που είναι η ελευθερία και η ζωή η ίδια πέρα από καλούπια.

Και αν κάποια στιγμή φας τα μούτρα σου, ή αν σου αποκαλυφθεί το μέγεθος της πλάνης σου – ε, τουλάχιστον θα λες πως έκανες μια ωραία πτήση.

Κανένα άλλο πρόσωπο στην ιστορία της λογοτεχνίας δεν φέρει τόσο αρμονικά αυτό το συνταίριασμα της φαντασμένης πλάνης και του ιδανικού, όσο ο φημισμένος ήρωας του Μιγκέλ ντε Θερβάντες – ο Δον Κιχώτης από τη Μάντσα [“El ingenioso hidalgo Don Quixote de la Mancha”]. Μα στο απόσπασμα που διαβάσατε ο Δον Κιχώτης, απευθυνόμενος στον Σάντσο και ζητώντας του να παραδώσει ένα ερωτικό γράμμα στην εκλεκτή της καρδιάς του, Δουλτσινέα, αποκαλύπτει το πνευματικό βάθος που δεσπόζει πίσω από την τρέλα του. Ο Δον Κιχώτης ΓΝΩΡΙΖΕΙ πως η Δουλτσινέα κάθε άλλο παρά αρχοντική και όμορφη είναι: δεν είναι παρά μια χοντροκομμένη χωριάτισσα, «κοπέλα με τσαγανό», όπως αναφωνεί ο Σάντσο, με βροντερή αγριοφωνάρα, «καλοφτιαγμένη και στητή, και με τρίχες στην κοιλιά». Πρόκειται για μια γυναίκα που απέχει από το ιπποτικό ιδανικό όσο η μέρα με τη νύχτα.

Ο Δον Κιχώτης όμως αδιαφορεί γι’ αυτό. Σημασία για εκείνον δεν έχει η Δουλτσινέα όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά η Δουλτσινέα όπως την αναπαριστά στη φαντασία του: «για μένα είναι η καλύτερη αρχόντισσα του κόσμου, επειδή εγώ το θέλω». Τι σημασία έχουν οι γνώμες του κόσμου! Την αγαπώ ΕΠΕΙΔΗ είναι παράλογο. Στα μάτια μου αυτή, η άξεστη χωριάτισσα, είναι η ομορφότερη πριγκίπισσα.

Κάπως έτσι αποκαλύπτεται πως ο Δον Κιχώτης επιλέγει να βλέπει τον κόσμο όπως τον βλέπει – παραμορφωμένο από τις επιθυμίες και τη φαντασία του. Επιλέγει να τον βλέπει έτσι γιατί απλά, δίχως αυτήν την παραμόρφωση, ο κόσμος θα φάνταζε πολύ στεγνός και πεζός στα μάτια του – μάτια που ξεχειλίζουν ποίηση.

Τι είναι ο κόσμος, εξάλλου, πέρα και έξω από τις επιθυμίες και τα όνειρά μας; Πόσοι, άραγε, σήμερα, επιλέγουν να ξεστρατίσουν από τις κυρίαρχες νόρμες και βλέπουν τον κόσμο με μάτια σαν αυτά; Πόσοι είναι ικανοί να χρωματίσουν την πραγματικότητα με τα χρώματα του ουράνιου τόξου – μετασχηματίζοντας έτσι την άποψη που έχουμε γι’ αυτήν;

Στους Δον Κιχώτες του κόσμου πολλοί θα βλέπουν πάντα ένα μάτσο φαντασμένους που παλεύουν με αόρατους γίγαντες και τρώνε τα μούτρα τους. Κατά βάθος ίσως να συμφωνούμε μαζί τους – εμείς, οι «λογικοί» και οι «προσγειωμένοι». Εμείς που προσπαθούμε να δούμε τα πράγματα «αντικειμενικά». Εμείς που πασχίζουμε να δώσουμε τετράγωνες εξηγήσεις σε όλα. Εμείς που απορούμε με την τρέλα των ανθρώπων. Μα οι Δον Κιχώτες του κόσμου αδιαφορούν για την γνώμη των πολλών. Θυμούνται πως η φαντασία είναι σημαντικότερη από τη λογική. Έχουν πιάσει τον χορό και χορεύουν.

Ποιος ξέρει… ίσως κάποια στιγμή να τοποθετήσουμε κι εμείς τη λογική μας στην άκρη και να τους ζητήσουμε να μας μάθουν κάποια βήματα.


Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στον πρώτο τόμο του «Δον Κιχώτη», σε μετάφραση Δημήτρη Ρήσου. Πρώτη δημοσίευση το 1603. Για την ψηφιοποίηση του κειμένου και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης του 19.


Don Quixote and Sancho Panza by Jules David, 1887 / Ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα σε εικονογράφηση του Jules David
Don Quixote and Sancho Panza by Jules David, 1887

15 Ιανουαρίου 2019

Χρόνος και Καπιταλισμός. Μια κοινωνική-ψυχολογική μελέτη


Χρόνος και Καπιταλισμός... μια μελέτη από το φονικό κουνέλι



«Σήμερα, όπως και πάντα, όλοι οι άνθρωποι κατατάσσονται σε δυο κατηγορίες: σε δούλους και ελεύθερους. Όποιος δεν έχει για τον εαυτό του τα δύο τρίτα της μέρας του, είναι δούλος, ό,τι και να είναι: πολιτικός, έμπορος, υπάλληλος, επιστήμονας.»


Φρίντριχ Νίτσε [από το «Ανθρώπινο, πάρα πολύ Ανθρώπινο»]




Δεν υπάρχει τίποτα πιο ανθρώπινο από την έννοια του «χρόνου». Πασιφανής και αινιγματικός, συγκεκριμένος και αφηρημένος, φέροντας το στιγμιαίο και το αιώνιο, το γραμμικό και το κυκλικό, τη φθορά και την αθανασία, τον πολιτισμό και το ασυνείδητο, ο Χρόνος είναι ταυτόχρονα το ερώτημα και η απάντηση στο αίνιγμα της Σφίγγας. Είναι ο ίδιος τρομακτικός Γέρος που τρώει τα παιδιά του και το αγαθό μωρό που σκορπίζει παιχνιδίσματα προσδοκιών με την κουδουνίστρα του. Η σχετικότητα του χρόνου είναι η σχετικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων: η αδιάκοπη ροή τους, η εναλλαγή των νερών του ποταμού, που όσο μεταβάλλεται τόσο ίδιος μοιάζει.

Ο χρόνος ως φιλοσοφική/επιστημονική κατηγορία δεν θα μας απασχολήσει στη σημερινή μας μελέτη – θα εστιάσουμε όμως σε δύο άλλες πτυχές του χρόνου, βαθιά αλληλένδετες μεταξύ τους: τον «χρόνο» ως πολιτισμικό κατασκεύασμα και τον «χρόνο» ως ψυχολογική αίσθηση. Ο χρόνος ως πολιτισμικό κατασκεύασμα εντάσσεται στο πλέγμα του κοινωνικού φαντασιακού: κατασκευάζεται, με άλλα λόγια, από τον εκάστοτε ανθρώπινο πολιτισμό, ο οποίος τον εμποτίζει με τις σημασίες του. Άλλη αντίληψη περί «χρόνου» είχαν οι άνθρωποι στην αρχαία Κίνα, άλλη στον φεουδαρχικό Μεσαίωνα, άλλη στον σύγχρονο καπιταλισμό της Δύσης. Ο χρόνος ως ψυχολογική αίσθηση επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικές σημασίες που τον περιβάλλουν: η επαφή με το ρολόι, η διαίρεση της μέρας σε εργάσιμες ώρες και ελεύθερο χρόνο, το στρες της καθημερινής βιασύνης, η αίσθηση πως «περνούν τα χρόνια», ακόμα και η στάση μας απέναντι στο «παρελθόν» και το «μέλλον» - όλα αυτά συνιστούν αντανακλάσεις, σε βιωματικό και ψυχολογικό επίπεδο, του «χρόνου» όπως αυτός έχει κατασκευαστεί και βιώνεται σε έναν ορισμένο πολιτισμό.

Ο «χρόνος», όπως έχει κατασκευαστεί και βιώνεται στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες, είναι ο χρόνος της παραγωγικής διαδικασίας: τα πάντα, άνθρωποι και μηχανές, έχουν προσδεθεί γερά στα γρανάζια του και τρέχουν στις ράγες ενός τρένου, παράγοντας ασυνάρτητο και ατελείωτο θόρυβο. Δουλειά, σπίτι, δουλειά, οι κάρτες να χτυπούν, τα ρολόγια να τρέχουν, οι άνθρωποι στους δρόμους να τρέχουν, όλοι βιαστικοί, όλοι αγχωμένοι, τυπικοί, στην «ώρα τους», μια μηχανή δίχως τελειωμό όπου δεν έχουν σημασία τα μεμονωμένα μέρη μα το σύνολο, ένα Ρολόι που οι δείκτες του μοιάζουν να μας κυνηγούν από πίσω – κι εμείς τρέχουμε προσπαθώντας να ξεφύγουμε απ’ την αρπακτική δαγκάνη τους. Αυτός, κύριοι, είναι ένας «χρόνος» που κατασκευάσαμε οι ίδιοι – μα όπως συμβαίνει με τόσα και τόσα έργα των χεριών μας, καταλήγει να μας χειρίζεται ο ίδιος αντί να τον χειριζόμαστε εμείς.



Ο Χάρολντ Λόιντ στην κλασική σκηνή με το ρολόι / Harold Lloyd in Safety Last


Εργασία και ελεύθερος χρόνος



Στον πυρήνα του σύγχρονου κοινωνικού φαντασιακού σχετικά με τον χρόνο συναντούμε τη διάκριση μεταξύ «εργασίας» και «ελευθέρου χρόνου». Πρόκειται σαφώς για ένα κοινωνικό κατασκεύασμα, το οποίο συνδέει την έννοια της «ελευθερίας» με την απαλλαγή από τις εργασιακές ενασχολήσεις, προσπερνώντας το γεγονός πως υπάρχουν εργασίες περισσότερο «ελεύθερες» συγκριτικά με άλλες και υπάρχουν ελεύθεροι χρόνοι όχι και τόσο «ελεύθεροι» συγκριτικά με άλλους.

Ένας άνθρωπος που βρίσκει ικανοποίηση κάνοντας μια εργασία της επιλογής του δίχως όμως να έχει έναν σταθερό μισθό, θεωρείται λιγότερο «εργαζόμενος» συγκριτικά με εκείνον που βαράει σφραγίδες όλη μέρα σ’ ένα γραφείο και πληρώνεται γι’ αυτό. Αντίστοιχα, ένας άνθρωπος που ξοδεύει τ’ απογεύματά του κάνοντας τα ίδια πράγματα με εκατομμύρια άλλων ανθρώπων εκεί έξω (τηλεόραση, αγορές προϊόντων, χάζεμα στο διαδίκτυο, μπύρες, κλπ), για κάποιο λόγο αντιμετωπίζει αυτές τις ώρες σαν «ελεύθερες», προσπερνώντας το γεγονός πως δεν επέλεξε το παραμικρό από όσα κάνει και πως οι μέρες συνήθως καταλήγουν να μοιάζουν ίδιες, η μία με την άλλη, δίνοντας έτσι την αίσθηση πως ο χρόνος τρέχει ασταμάτητα – και μεις μεγαλώνουμε και στο τέλος δεν κάνουμε αυτά που επιθυμούσαμε να κάνουμε. Που βρίσκεται ο «ελεύθερος» χρόνος, λοιπόν;

Η φράση «ο χρόνος είναι χρήμα» είναι γνωστή σε όλους. Στην πραγματικότητα ο χρόνος, στη βαθύτερη έννοια και σημασία του, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το χρήμα. Ο καπιταλισμός όμως δημιούργησε έναν τέτοιο χρόνο, ώστε να προσαρμόζεται στο νόημα αυτής της φράσης – ο «χρόνος που είναι χρήμα» δεν είναι παρά ο κατασκευασμένος χρόνος του καπιταλιστικού φαντασιακού. Ο χρόνος των εργοστασίων, της γραμμής παραγωγής και της οικονομικής συσσώρευσης. Όπως συσσωρεύονται και ξοδεύονται τα χρήματα, αντίστοιχα φτάνει να εξοικονομείται και να σκορπά ο χρόνος για τους ανθρώπους. Η αντιπαραβολή «εργασία-ελεύθερος χρόνος» ανήκουν στο ίδιο φαντασιακό, και ως τέτοιες έννοιες, αμφότερες συνιστούν ανθρώπινα κατασκευάσματα. Δεν είναι αυθύπαρκτες, δεν είναι δοσμένες απ’ έξω, δεν ανήκουν σε κάποιο πλατωνικό αιώνιο βασίλειο των Ιδεών.

Και όντας ανθρώπινα κατασκευάσματα… είναι δυνατόν να αλλάξουν.



Προσπαθώντας να κερδίσεις χρόνο - Trying to save some time. Man on big clock  
Άγχος στη δουλειά / Stress at work


Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο




Συχνά ακούμε να ρωτούν έναν εργαζόμενο «πόσα χρήματα βγάζεις;». Αν τα χρήματα είναι καλά, ο εργαζόμενος επαινείται για την αξία και την τύχη του. Αν τα χρήματα είναι λίγα, αρχίζει ο προβληματισμός. Φταίει ο ίδιος; Φταίνε οι οικονομικές συνθήκες; Φταίνε οι εργοδότες; Φταίει η κρίση; Και αρχίζουν μετά οι συγκρίσεις με άλλες χώρες, όπου το οικονομικό επίπεδο είναι υψηλότερο και οι εργαζόμενοι αμείβονται καλύτερα. Και αν μια μερίδα κόσμου αξιώνει διεκδικήσεις, αυτές συνήθως είναι οικονομικής φύσης – ενίοτε αφορούν και τις εργασιακές συνθήκες.

Μα το ωράριο εργασίας; Το δικαίωμα στον «ελεύθερο χρόνο»; Η αξιοποίηση αυτού του χρόνου; Αυτά για κάποιο λόγο μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων ο άνθρωπος διεκδίκησε και διεκδικεί το «Δικαίωμα στην Εργασία»… μα ο ελεύθερος χρόνος έμοιαζε να ανήκει στο καταραμένο βασίλειο της «απραξίας» και της «τεμπελιάς» και, ως τέτοιος, δεν άξιζε σοβαρή ενασχόληση. Ακόμα και όταν ο γαμπρός του Μαρξ, Πωλ Λαφάργκ, έγραφε το «Δικαίωμα στην Τεμπελιά», λίγοι του έδωσαν σημασία – για το κυρίαρχο ρεύμα των Σοσιαλιστών μία ήταν η αξία και αυτή ονομαζόταν Εργασία.

Λέγοντας φυσικά «εργασία», θα επαναλάβουμε, δεν αναφερόμαστε στην αυτοδημιούργητη απασχόληση που μπορεί να σχετίζεται με έναν άνθρωπο από επιλογή δική του, πέραν των ορίων της μισθοδοσίας. «Εργασία» καταλήγει να σημαίνει ό,τι έχει αντίκρισμα σε χρήμα. Μια νοικοκυρά που καταπιάνεται με τα οικιακά και τη φροντίδα του παιδιού, ή ένας καλλιτέχνης που αγωνίζεται να βρει νέες μορφές έκφρασης θεωρείται πως δεν ανήκουν στον συγκεκριμένο αυτόν χώρο της «Εργασίας».

Στην εποχή της κρίσης η εργασία φτάνει να μετατρέπεται σε πανάκεια: δουλίτσα να ‘ναι, και ό,τι να’ ναι! Φυσικά αυτή η ανάγκη για εργασία συνιστά και βασικό όπλο στα χέρια της απανταχού Εργοδοσίας: σου παρέχω εργασία και γι’ αυτό θα πρέπει να βάλεις στην άκρη τυχών αξιώσεις και διεκδικήσεις. Χαμηλός μισθός; Καθημερινές υπερωρίες; Εργασία τα Σαββατοκύριακα; Εργασία ως τις 8-9 το βράδυ; Πιθανότητα αντικατάστασης ανά πάσα στιγμή; Μόνιμο άγχος και υπερένταση; Αρκεί! Σου παρέχω δουλειά! Δέξου τη – αλλιώς βρες αλλού, υπάρχουν στρατιές ολόκληρες εκεί έξω που αναζητούν εργασία σαν εσένα.

Ένας άνθρωπος που αφιερώνει οχτώ ώρες την ημέρα σε μια δουλειά που ΔΕΝ αγαπάει και άλλες δύο ώρες στον δρόμο, φτάνει να επενδύει τη μισή καθημερινότητά του σε μια ατέρμονη διαδικασία με μοναδικό σκοπό της την αναγκαία συσσώρευση χρήματος. Το καπιταλιστικό φαντασιακό του χρόνου ξεδιπλώνεται σε όλο το μεγαλείο του: Σπίτι, δουλειά, σπίτι, δουλειά, με μικρά διαλείμματα αναψυχής στο ενδιάμεσο, ίσα να γεμίσουν οι μπαταρίες, και ξανά απ’ την αρχή. Μισή καθημερινότητα – δηλαδή μισή ζωή. Μα αν αμείβεται καλά καταλήγουμε να τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό. Σκοτώνει τη μισή ζωή του – κι εμείς πασχίζουμε να τον μιμηθούμε. Το οικονομικό κριτήριο παραμένει πρωτεύον κριτήριο αξιολόγησης. Η παραγωγική διαδικασία εξακολουθεί να εδράζεται στον πυρήνα της κοινωνικής θέσμισης του χρόνου.



Κλασική γελοιογραφία για τον καπιταλισμό / Capitalism draining the workers, classic cartoon
Γκόγια - λεπτομέρεια από το Κρόνος καταβροχθίζει το παιδί του / Goya, Saturn devouring his son, detail




«Πόσα χρήματα βγάζεις;» - παραμένει το κυρίαρχο ερώτημα. Σπάνια ακούμε να κάνουν τις ακόλουθες δύο ερωτήσεις σ’ έναν εργαζόμενο: «πόσο χρόνο διαθέτεις για τον εαυτό σου;» και «πως αξιοποιείς τον χρόνο σου;». Θέτουμε ως πρότυπα τις χώρες ή την πολιτική εκείνη που παρέχει καλύτερους μισθούς, μα δεν αναρωτιόμαστε για τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται οι συγκεκριμένοι μισθοί στις συγκεκριμένες χώρες, υπό τις συγκεκριμένες πολιτικές. «Εκεί αμείβονται καλύτερα», λέμε. ΖΟΥΝ όμως καλύτερα; Δημιουργούν, άραγε, κάτι της προκοπής, από τον όποιο «ελεύθερο χρόνο» διαθέτουν; Ή κοιτάζουν να σκοτώσουν τον χρόνο τους, ελπίζοντας να πνίξουν μαζί του και τα όποια ψυχολογικά προβλήματα τους διακατέχουν;

Ας ξεδιαλύνω ένα ρεύμα ομίχλης που θα μπορούσε να συσκοτίσει τη σκέψη του φίλου αναγνώστη. Εξυπακούεται πως είναι αναγκαίος κάποιος οικονομικός μηχανισμός που θα παρέχει στα μέλη μιας κοινωνίας όλα τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους. Δεν εξιδανικεύω την απραξία (κάθε άλλο), ούτε περιφρονώ τα οφέλη του χρήματος. Κάθε άνθρωπος χρειάζεται να εξασφαλίσει τα μέσα της διαβίωσής του, ένα σπίτι, τη διατροφή, την υγεία, την ψυχαγωγία του. Κάθε κοινωνία οφείλει να χτίσει μια βάση παραγωγής και διανομής των αγαθών. Μα υπάρχει πελώρια απόσταση ανάμεσα στο πραγματικά αναγκαίο και στο πλασματικά αναγκαίο. Και υπάρχει πελώρια απόσταση ανάμεσα στον «χρόνο» ως βαθύ προσωπικό βίωμα και στον «χρόνο» ως κοινωνικά κατασκευασμένη κατηγορία, κοινή και επιβαλλόμενη σε όλους – και η συσκότιση αυτή συνιστά τη ραχοκοκαλιά του κοινωνικού μας συστήματος.

Όσο μια παγκόσμια κοινωνία εξιδανικεύει την απατηλή λάμψη του χρήματος, τόσο θα υπάρχουν οι στρατιές του κόσμου που θα επιζητούν εργασίες με υψηλότερες οικονομικές απολαβές και χαμηλότερο δείκτη προσωπικής απόλαυσης. Γεμίζοντας λεφτά, αδειάζουμε από ηδονή. Αναπληρώνουμε σε χρήμα ό,τι είμαστε ανίκανοι να αισθανθούμε – τη μαγική εκείνη αίσθηση που νιώθαμε, σαν ήμασταν παιδιά, βλέποντας το χιόνι ή παρατηρώντας με τις ώρες τη φωτιά που τρεμοσβήνει στο τζάκι. Το φλερτ, την ποίηση, την περιπλάνηση, τη φιλοσοφία. Εκείνες τις διαδικασίες που η κοινωνία μας θεωρεί «αντιπαραγωγικές». «Χασιμο χρόνου», δηλαδή χρημάτων.

Μα αυτός ακριβώς ο «χαμένος χρόνος» είναι ο αληθινά κερδισμένος χρόνος: εκείνος που κατορθώνει να δραπετεύσει από το άτεγκτο φαντασιακό της καπιταλιστικής παραγωγικής αλυσίδας και συσσώρευσης.



Εργάτες κοιμούνται στην κορυφή της Νέας Υόρκης / New York workers sleeping on the job



Επίλογος. Το τέλος είναι (κάποιες φορές) η αρχή




Ο καπιταλισμός έχει δεχτεί (και δέχεται) μόνιμη κριτική για τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που επιφέρει, για τις στρατιές των ανέργων, για την καταστρατήγηση του «δικαιώματος στην εργασία». Μα λιγότεροι αναλογίζονται ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του καπιταλισμού: το ξόδεμα του χρόνου. Τη μετατροπή του Αινίγματος της Σφίγγας σε κουρδιστό ρολόι. Την περιχαράκωση του μυστηρίου της ζωής σ’ ένα καλά πακεταρισμένο εργοστασιακό κουτί, με τα «ωράρια εργασίας» και τις «ελεύθερες ώρες» του. Τη μετατροπή του ανθρώπου σε αυτόματο.

H γνωστή γελοιογραφία παρουσιάζει τους ευτραφείς καπιταλιστές να ξεζουμίζουν τα χρήματα (την υπεραξία) ενός ανθρώπου. Θα μπορούσαν όμως να ξεζούμιζαν τον χρόνο της ζωής του – και αντί για κέρματα να πετάγονταν ρολόγια.

Όταν οι μέρες φτάνουν να σκορπούν σαν τα φύλλα στον άνεμο• όταν οι χρονιές περνούν και καταλήγουν να μοιάζουν η μία με την άλλη, παραδομένες στον μονότονο ρυθμό «δουλειά-σπίτι-δουλειά-σπίτι»• όταν ο εργαζόμενος καταλήγει να μετατρέπεται σε ένα μηχάνημα, προορισμένο να υπηρετεί μια απρόσωπη επιχείρηση σε βάρος του εαυτού του• όταν η αυτοδημιούργητη ψυχαγωγία αντικαθίσταται (λόγω «έλλειψης χρόνου») από τη φτηνή «διασκέδαση»• όταν επιλέγεται η φυγή έναντι του στοχασμού• όταν η τέχνη μετατρέπεται σε είδος κατανάλωσης έναντι καθημερινής ανάγκης• όταν ξοδεύεις τη μισή ζωή σου υπηρετώντας οικονομικές ανάγκες και μόνο… τότε, αδερφέ μου, υπάρχει κάτι βαθιά σάπιο εκεί έξω.

Ποια είναι η λύση; θα ρωτήσεις, φίλε αναγνώστη. Α, αγαπητέ. Η όποια «λύση» σε συλλογικά ζητήματα δεν μπορεί παρά να είναι εξίσου συλλογική – μην περιμένεις να στην παρέχει ένα άτομο λοιπόν. Ατομικές λύσεις σε συλλογικά ζητήματα παρέχονται από πολιτικούς ρήτορες, από προφήτες και παπάδες (τα τρία «π»). Κατανοώ πως η πλειοψηφία του κόσμου έχει ανάγκη τέτοια πρόσωπα, μα ο ίδιος προτιμώ να προσπεράσω.

Υπάρχει, εξάλλου, η ψυχολογική διάσταση στο ζήτημα του χρόνου – και αυτή αφορά τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Στο βάθος κάθε κοινωνικής φαντασιακής σημασίας εδράζεται το μεμονωμένο άτομο, η ατομική ψυχή. Η ζωές μας, οι επιθυμίες μας, τα όνειρά μας, οι προσδοκίες μας, οι απογοητεύσεις μας. Το θέμα του χρόνου, όταν συλλογιστούμε και συνειδητοποιήσουμε τις κοινωνικές καταβολές του, μετατρέπεται σε υπαρξιακό ζήτημα – και βαθιά προσωπικό, για τον κάθε έναν από μας ξεχωριστά. Ακόμα και η αντιμετώπισή του σε συλλογικό επίπεδο (διεκδίκηση λιγότερων ωρών εργασίας, για παράδειγμα) καταλήγει να σχετίζεται με τις ανάγκες και επιθυμίες κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Δεν εξαρτάται μόνο από εμάς – μα εξαρτάται ΚΑΙ από εμάς.

Ο χρόνος δεν είναι χρήμα. Μετετράπη σε τέτοιος. Κατασκευάστηκε έτσι. Όπως κατασκευάζεται πάντα, ένα ψηφιδωτό με εκατοντάδες σημασίες, βαθιά ανθρώπινες τόσο στις ανάγκες, όσο και στην πλάνη τους.

Ποιος ξέρει. Ίσως κάποτε η ερώτηση «πόσα βγάζεις;» να φαντάζει ανόητη για την πλειοψηφία των ανθρώπων. Και τη θέση της να έχει πάρει το ερώτημα: «πως επιλέγεις να ζεις;». Αν συμβεί αυτό, ο κόσμος που ζούμε θα έχει αλλάξει.



© Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι, ένα κρύο βράδυ του Γενάρη του 19. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί και αναδημοσιευτεί σε άλλες ιστοσελίδες.


Fly Away Graffiti in Florence, Italy.
Graffiti in Florence. Photo source

6 Ιανουαρίου 2019

Η Αμερική... όπως την είδε ο Δημήτρης Ψαθάς


Το ταξίδι του Δημήτρη Ψαθά στην Αμερική, όπως το κατέγραψε στο βιβλίο του Κάτω από τους Ουρανοξύστες. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι.




Ήταν αρχές της δεκαετίας του 50 όταν ο Δημήτρης Ψαθάς, γνωστός σε όλους μας για τα θεατρικά του σενάρια, ταξίδεψε στην Αμερική και κατέγραψε τις εμπειρίες του στο βιβλίο του «Κάτω από τους Ουρανοξύστες». Tο σκηνικό θυμίζει παλιά ελληνική ταινία: Ένας Έλληνας της πρώιμης μετεμφυλιακής εποχής από τη μικρή και ταλαίπωρη Ελλαδίτσα στην πατρίδα του Θείου Σαμ, εξαγωγέα χρημάτων και ονείρων.

Τέτοια ταξίδια σπάνιζαν για τον πολύ κόσμο την εποχή εκείνη. Οι ταξιδιώτες μετέφεραν τις εντυπώσεις τους πίσω στην πατρίδα μοιάζοντας με αγγελιοφόροι ενός άλλου κόσμου ή με ταξιδιώτες του μέλλοντος. Αμερική; Τι λες τώρα! Πες μας, τι μας έφερες; Δώρα; Κοστούμια; Οικιακά σκεύη; Καλλυντικά; Μη μας κρατάς σε αγωνία!

Σας έφερα εντυπώσεις – θα μπορούσε να απαντήσει ο Ψαθάς. Δε φαντάζεστε πόσο διαφορετική είναι η κοινωνία των Αμερικανών από τη δική μας! Καθίστε, θα σας τα πω ένα ένα, με τη σειρά.

Κι έτσι ο Ψαθάς κατέγραψε, με τον χαρακτηριστικό χιουμοριστικό του τρόπο, τις εμπειρίες του. Νέα Υόρκη, Σικάγο, πανύψηλα κτίρια, άνθρωποι που τρέχουν στους δρόμους, μπλεγμένοι αυτοκινητόδρομοι, πελώρια σουπερμάρκετ που μπορούσες να αγοράσεις ό,τι επιθυμείς, κακόφημες συνοικίες, εντυπωσιακά εργοστάσια, αχανή στάδια, και πολλά ακόμα…

Διαβάζοντας το βιβλίο του Ψαθά, σχεδόν 70 χρόνια μετά την εποχή που γράφτηκε, δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε με την εντύπωση που του προκαλούν τα «αμερικανικά μπακάλικα», δηλαδή τα Σούπερ Μάρκετ, ή το γεγονός πως αμφότεροι άντρας και γυναίκα μοιράζονταν το νοικοκυριό του σπιτιού… Μα συγκρίνοντας τότε την παντοδύναμη αμερικανική κοινωνία των καιρών με τη μικροσκοπική Ελλάδα, που πάλευε να σταθεί στα δυο της πόδια, δεν μπορούμε παρά να προβληματιστούμε… Και ο λόγος είναι απλός: η Αμερική της δεκαετίας του 50, που περιγράφει ο Ψαθάς, δεν είναι άλλη από την κοινωνία όπως τη ζούμε τις τελευταίες δεκαετίες. Η αμερικανική κοινωνία της δεκαετίας του 50 έγινε η παγκόσμια κοινωνία των σύγχρονων καιρών - δίχως την οικονομική κρίση.

Η Αμερική εξήγαγε το μοντέλο της σε διεθνή κλίμακα και ο πλανήτης πάσχισε – και πασχίζει ακόμα – να τη μιμηθεί. Αυτοκίνητα, αλυσίδες καταστημάτων, πελώριες επιχειρήσεις, φαστ φουντ, ανταγωνισμός και το πανταχού παρόν κυνήγι του χρήματος. Το πρότυπο των Ηνωμένων Πολιτειών έγινε ο καθρέφτης των σύγχρονων υπερδυνάμεων του κόσμου, που σαν άλλη Βασίλισσα κοιτάζουν το είδωλό τους και διερωτώνται: «καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, πες μου, είμαι εγώ η ομορφότερη που υπάρχει;»




Ουρανοξύστες στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 30 / New York skyscrapers in the 30s



Επέλεξα να σας παρουσιάσω τέσσερα αποσπάσματα από το βιβλίο του Ψαθά. Στο πρώτο, ο Ψαθάς περιγράφει με χιούμορ το χάος που συνάντησε στη Νέα Υόρκη – τόσο διαφορετικό από τις ελληνικές πόλεις των καιρών! Μοιάζει λες και τα πάντα, άνθρωποι, δρόμοι και κτίρια, μπήκαν σ’ ένα τρελό μίξερ. Μια πολιτεία όπου οι πάντες τρέχουν πάνω-κάτω, ασταμάτητα, θυμίζοντας μυρμήγκια που διακλαδώνονται σε μια αχανή μυρμηγκοφωλιά….

Το δεύτερο απόσπασμα λειτουργεί συμπληρωματικά με το πρώτο. Ο Ψαθάς μας περιγράφει τη συναναστροφή του με έναν υπάλληλο ξενοδοχείου. Τι είναι τελικά εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην Αμερική; Ποια είναι η κυρίαρχη αξία των σύγχρονων καιρών; Ποιος είναι ο ένας και μοναδικός θεός της εποχής μας; Ε… δεν είναι δύσκολη η απάντηση.

Το τρίτο απόσπασμα συνιστά έναν απολογισμό του αμερικανικού ονείρου. Πρόκειται για ένα κείμενο στο οποίο ο Ψαθάς φανερώνει τη βαθιά διορατικότητά του και είναι επίκαιρο σήμερα όσο ποτέ. Ποιο είναι το μεγαλύτερο εξαγώγιμο προϊόν της Αμερικής, κύριοι; Καταναλωτικά είδη; Όχι. Χρήματα; Ούτε! Είναι τα όνειρα, αγαπητοί… και συγκεκριμένα εκείνο το Ένα, το όνειρο που καθοδηγεί όλα τα άλλα (σαν το Ένα Δαχτυλίδι στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών»), εκείνο το όνειρο που λέει: «προσπάθησε, αγωνίσου και θα καταφέρεις κι ΕΣΥ να φτάσεις στην κορυφή!»… Αυτό είναι το Αμερικανικό Όνειρο, με σάρκα και οστά.

Ποια μπορεί να είναι η απάντηση σε αυτά; Αν κάποιος θεωρήσει πως η απάντηση βρίσκεται σε κάποιο πολιτισμικό πισωγύρισμα, σε μια επιστροφή σε μια άλλη κοινωνία αλλοτινών καιρών, το τέταρτο και τελευταίο απόσπασμα έρχεται να σκάψει ακόμα βαθύτερα το αυλάκι του προβληματισμού. Ο Ψαθάς επισκέπτεται ένα μουσείο, παρατηρεί τα έργα τέχνης, και αναθυμάται εκείνο που πολλοί Ευρωπαίοι (Έλληνες και μη) έχουν σκεφτεί εκ τότε: “καλή η Αμερική και τα λεφτά της, μα… Ευρώπη δεν είναι. Συγκρίνεται η κουλτούρα και η ιστορία της Ευρώπης με τη ρηχή αμερικανική κοινωνία;”.

Μα ο Ψαθάς δεν συμμερίζεται αυτήν τη (ναρκισσιστική, αν μη τι άλλο) σκέψη. Καλή η κουλτούρα σας, κύριοι Ευρωπαίοι… ευτυχία, όμως, σας έδωσε; Γιατί εγώ βλέπω μια Ευρώπη διαλυμένη από δυο Παγκόσμιους Πολέμους, παλεύοντας με τα φαντάσματά της, πασχίζοντας ν’ απαγκιστρωθεί από όνειρα κάποιου αλλοτινού πολιτισμικού μεγαλείου για να μην πνιγεί… Ο τρόπος με το οποίο κλείνει το κείμενό του ο Ψαθάς είναι πραγματικά αποκαλυπτικός.

Ας παραδώσουμε λοιπόν την σκυτάλη στον Δημήτρη Ψαθά και ας ακούσουμε τα λόγια του – λόγια που γράφτηκαν εν έτει 1950 και 1957. Και… ας διερωτηθούμε. Άραγε να ανεκπλήρωτα όνειρα του παρελθόντος να γίνονται οι δυνάστες του μέλλοντος; Και αν ναι, πώς μπορούμε να χαρίσουμε νέα όνειρα στον εαυτό μας;




Κάτω από τους Ουρανοξύστες του Δημήτρη Ψαθά


Το χάος της Νέας Υόρκης




«Τα ‘χω χαμένα; Μάλλον!... Είναι λίγες ώρες που έφτασα στη Νέα Υόρκη κι ακόμα βρίσκομαι στην κατάσταση του ανθρώπου που ζει ένα όνειρο απίθανο. Γύρισα μια βόλτα στους δρόμους της κι είμαι ζαλισμένος από την επίθεση των πρώτων εντυπώσεων. […]

Γέρνω το κεφάλι πίσω και κοιτάζω ψηλά. Πόσα πατώματα βλέπω; Τριάντα. Το γέρνω παραπίσω και κοιτάζω ψηλότερα. Τώρα βλέπω εξήντα. Με λίγη προσπάθεια ακόμα ξαναγέρνω πιο πίσω το κεφάλι, τεντώνω το κορμί και ζυγίζω τη μύτη μου να σταθεί κάθετα προς τον ουρανό. Γες, σερ. Τώρα βλέπω καλύτερα: κοντά ογδόντα.

Βρε τι γίνεται! Παράθυρα, παράθυρα, παράθυρα —μια έκρηξη ή μάλλον μια φωτοχυσία παραθύρων που τιναχτήκαν στα ύψη και χάνονται στα σύννεφα. Πατώματα, πατώματα, πατώματα. Εκεί ψηλά, λέει, στο εικοστό, στο πεντηκοστό, στο ογδοηκοστό κάθονται πλάσματα του Θεού κι εργάζονται, ανάμεσα ουρανού και γης, σαν τα πετεινά του ουρανού. […]

Ο λαιμός μου έχει πιαστεί, η μέση μου πονάει, ανασηκώνομαι, τρίβω το σβέρκο μου και κοιτάζω τριγύρω τρομαγμένος. Βρε τι γίνεται! Από δω χείμαρρος ανθρώπων. Από κει χείμαρρος αυτοκινήτων. Κάνω να περάσω, χιμούνε τ' αυτοκίνητα. Κάνω να σταθώ, με τραβάει το ποτάμι των ανθρώπων. Επάνω απ' το κεφάλι μου ορυμαγδός: περνάει ο εναέριος. Κάτω από τα πόδια μου πάταγος: περνάει ο υπόγειος. Η γη καπνίζει, βγάζει τούφες ατμού από τρυπίτσες σαν να βράζει φασουλάδα.

Προσέχω τους ανθρώπους: τρύπες τους καταπίνουν από δω, κι άλλες τρύπες τους ξερνάνε εκεί. Κι όλοι βιάζονται. Τρεχάλα αναδύονται από τη γη, τρεχάλα καταδύονται, για να μπουν στους χαλύβδινους ασπάλακες που οργώνουν ιλιγγιωδώς τα έγκατα της πόλης. […] Που τρέχουν; Και γιατί; Ποιος τους κυνηγάει; Που πάνε;

Πιάνω έναν: —Με συγχωρείτε, σερ. Είναι βιαστικός: —Μπίζι, μπίζι!

Και μου φεύγει. Πιάνω άλλον: —Μίστερ Τζον... Και μου γλιστράει: —Μπίζι, μπίζι! Αρπάζω τρίτον:

—Εξκιούζ μι... Και ξεφεύγει: —Μπίζι, μπίζι! […]

Και σιγά-σιγά με πιάνει και μένα κάτι σαν σπουδή, σαν αγωνία, μπαίνει στην ψυχή και στα πόδια μου το πνεύμα της τρεχάλας, ανοίγω τις ποδάρες, τρέχω, παρασύρομαι, σκοντάφτω, βιάζονται εκείνοι, βιάζομαι κι εγώ, τρέχουν εκείνοι, τρέχω ξοπίσω τους κι εγώ, κι ούτε καταλαβαίνω γιατί τρέχω, που πηγαίνω, τι μ' έπιασε να κυνηγιέμαι στους δρόμους του Μανχάταν σαν τρελός, αφού τρελός —υποτίθεται— δεν είμαι.

—Εεεεε, μίστερ Τζον!

Έχω αρπάξει τον μίστερ Τζον απ' το σακάκι, τρέχοντας του μιλάω και τρέχοντας μου απαντάει:

— Ουέλ, τι θέλεις;

— Γιατί τρέχεις;

— Τρέχεις κι εσύ. Γιατί;

— Εγώ τρέχω γιατί τρέχεις κι εσύ.

— Κι εγώ τρέχω γιατί τρέχουν οι άλλοι.

— Και γιατί τρέχουν οι άλλοι; Που τρέχομεν, που τρέχετε, που τρέχουσι; Σας κυνηγάει κανείς;

— Νο σερ.

— Ποιον κυνηγάτε;

— Το δολάριο!»




Κοσμοσυρροή στην Times Square της Νέας Υόρκης, 1945 / NY Times Square 1945




Τα δολάρια κερδίζουν τον σεβασμό



[Ο Ψαθάς βρίσκεται στο ξενοδοχείο του, στη Νέα Υόρκη, και περιμένει να μπει στο δωμάτιό του. Μπροστά του στέκεται ο νεαρός υπάλληλος του ξενοδοχείου που μεταφέρει τις βαλίτσες]



«Μπροστά ο στρατάρχης μου —μεγαλοπρεπής, ψυχρός και σοβαρός— κρατάει και μεταφέρει τις βαλίτσες μου, εκτελώντας τα καθήκοντα του χαμάλη με άνεση κι αξιοπρέπεια. Μου δείχνει ένα από τα δέκα ασανσέρ:

— Από δω, κύριε.

— Θενκ γιου. Είναι ψηλά;

— Νόου, σερ.

— Ποιο πάτωμα;

— Δεκαεφτά, σερ.

Πάλι καλά. Μπαίνουμε. Και στο 17, ολ ράιτ, βγαίνουμε. Στέκομαι και κοιτάζω, ταράζομαι ξανά και απορώ γιατί δεν έβαλαν αστυφύλακες της τροχαίας σε τούτους τους διαδρόμους που αρχίζουν από δω και χάνονται πέρα και στρίβουν παραπέρα και περιλαμβάνουν πόρτες, πόρτες σε πολλές παράλληλες και διασταυρούμενες σειρές. Γιατί δεν έβαλαν ονόματα στους δρόμους των πατωμάτων, να κοιτάζω, να ξέρω που θα μπω, πούθε θα βγω. Γιατί εδώ δεν πρόκειται για απλό ξενοδοχείο, αλλά για μια μικρή πόλη χτισμένη κατακόρυφα, με τα μαγαζιά της, τα γραφεία της, τους κήπους της, τα εστιατόριά της, το ταχυδρομείο, το τηλεγραφείο, την αστυνομία της, τις πισίνες για κολύμπι, σαλόνια όλων των ειδών, βιβλιοθήκες, πλυντήρια, μπαρ, λουστρατζίδικα και ό,τι άλλο θέλετε.

Περπατάμε, περπατάμε, στρίβουμε δεξιά, προχωρούμε αριστερά, περπατάμε, κι έξαφνα ο στρατάρχης μου σταματάει σε μια από τις πόρτες:

— Εδώ, κύριε.

— Ολ ράιτ.

— Ορίστε, περάστε.

Μου ανοίγει την πόρτα —μια απ' τις χίλιες πεντακόσιες πόρτες—, αφήνει τις βαλίτσες μου με την ψυχρή ευγένεια που του επιβάλλει το καθήκον του, με χαιρετάει, κοντοστέκεται, του δίνω ένα χαρτονόμισμα, το κοιτάζει και αστραπιαία τον βλέπω να μεταμορφώνεται:

—Ω, θενκ γιου. Θενκ γιου βέρι-βέρι ματς!

Ύψιστε! Πως άλλαξε έτσι; Τον κοιτάζω εμβρόντητος και με κοιτάζει κι εκείνος τώρα μ' ένα σεβασμό βαθύτατο και ξαφνικό, σαν ν’ ανακάλυψε μονομιάς ότι είμαι προσωπικότης κι όχι μονάχα έπρεπε να πει σωστά το όνομά μου, αλλά και να το συνοδέψει με τις δέουσες τιμές. Υποκλίνεται και ξαναλέει:

— Θενκ γιου.

Του λέω κι εγώ:

— Θενκ γιου.

Και ξαναλέει:

— Θενκ γιου, βέρι-βέρι ματς.

Κι επιτέλους φεύγει και κλείνει την πόρτα από πίσω του. Σπεύδω τότε, μισανοίγω την πόρτα να τον δω πούθε πηγαίνει, να ξέρω ποιον δρόμο θα πάρω για να ξαναβρώ το ασανσέρ. Αλλά καθώς τον κοιτάζω ν' απομακρύνεται, γυρναει, με βλέπει και σπεύδει πίσω ολοταχώς:

—Θέλετε τίποτε, σερ;

—Ω νόου, σερ.

—Με συγχωρείτε, σερ.

—Παρακαλώ, σερ.

Ξανακλείνω την πόρτα, ύστερα τη μισανοίγω πάλι, τον βλέπω ν' απομακρύνεται, αλλά΄ νάτον πάλι που γυρνάει, με μπανίζει και ξανατρέχει πίσω ολοταχώς:

—Θέλετε τίποτε, σερ;

—Ω νόου, σερ.

—Με συγχωρείτε, σερ.

Αυτό γίνεται τρεις-τέσσερις φορές και κάθε φορά τον ακούω να προφέρει τ' όνομά μου καθαρότερα με βαθύτατες υποκλίσεις και «θενκ γιου», έτσι που πείθομαι ότι απέκτησα ξαφνικά ένα πολύ οικείο και δημοφιλές όνομα και προπάντων πολύ ευκολοπρόφερτο.

— Ό,τι θέλετε, μίστερ Πσατάς, είμαι στη διάθεσή σας. Δεν έχετε παρά να διατάξετε. Αν δε σας αρέσει το δωμάτιό σας ή το πάτωμα, να πω να σας το αλλάξουν αμέσως!

Τι συνέβη; Προσπαθώ να λύσω το μυστήριο και το λύνω πολύ εύκολα όταν ανοίγω το πορτοφόλι μου και βλέπω. Αντί να του δώσω ένα δολάριο πουρμπουάρ, του 'δωσα κατά λάθος δεκάρικο, γιατί τα χαρτονομίσματα στην Αμερική δεν έχουν διαφορά ούτε στο χρώμα ούτε στο μέγεθος και μπορεί να την πάθει ο πρωτάρης όπως την έπαθα εγώ.

Χαλάλι, όμως. Γιατί από την πρώτη μέρα έγινα κάτι μέσα στο ξενοδοχείο μου, παίρνοντας συγχρόνως άλλο ένα μάθημα: Στη Νέα Υόρκη είσαι μηδέν μέχρις ότου μπορέσεις ν' αποδείξεις ότι είσαι κάτι. Και το αποδεικνύεις βγάζοντας από την τσέπη σου δολάρια. Όσο περισσότερα βγάζεις και σκορπάς, τόση υπόληψη, εκτίμηση και γόητρο αποκτάς.»



Δρόμος με αμάξια στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 50 / New York street and cars in the 50s




Κυνηγώντας το αμερικάνικο όνειρο



[Το σκηνικό του ακόλουθου αποσπάσματος είναι ένα τσίρκο. Ο Ψαθάς παρατηρεί τα περίτεχνα ακροβατικά ενός σχοινοβάτη και ακολουθούν οι σκέψεις που θα διαβάσετε…]


«Φαντάσου, λοιπόν, να 'ρθεις στην Αμερική να κάνεις καριέρα, να φανείς. Πως θα πετύχεις; Απλούστατα θα πρέπει να συναγωνιστείς όλους αυτούς τους άσους, δεκάδες, εκατοντάδες χιλιάδες, γιατί ό,τι ικανότερο υπάρχει στον κόσμο έχει συγκεντρωθεί εδώ και αγωνίζεται τον αγώνα τον καλόν της φήμης και του δολαρίου.

Ό,τι και να 'σαι, συγγραφέας, καλλιτέχνης, ζωγράφος, έμπορος, ηθοποιός, μπίζνεσμαν ή σοφός, η ίδια θα 'ναι η περίπτωσή σου, γιατί θα βρεθείς οπωσδήποτε ανάμεσα σε χιλιάδες άσους του επαγγέλματός σου που ανταγωνίζονται ελεύθερα στη χώρα τούτη, και αναπηδά μέσ' από τη μάζα μόνο εκείνος που μπορεί να ξεπεράσει τους άλλους.

Νάτον που φτάνει ένας ωραίος. Σου λέει στην Αμερική έχουν πέραση οι ωραίοι, ας πάω στο Χόλιγουντ. Τραβάει στο Χόλιγουντ και βρίσκει δέκα χιλιάδες ωραίους να σκουπίζουν ή να πλένουν πιάτα.

— Τι δουλειά ξέρεις;

— Είμαι ωραίος. Μοιάζω με τον Έρολ Φλιν. Και θέλω να παίξω σε ταινία.

— Οκέι. Πιάσε προς το παρόν τη σκούπα.

Και την πιάνει. Τι να κάνει;

Πάει κι ένας επιστήμονας, δόξα του τόπου του, και κάνει, φέρ' ειπείν, πειράματα για τον καρκίνο. Τον ρωτάνε ποιος είναι και τι θέλει, και τους το λέει:

— Πειράματα;

— Για τον καρκίνο. Γες!

— Οκέι. Άντε να μπεις μαθητευόμενος σε κανένα εργαστήριο από τις χιλιάδες, για να μάθεις.

Και πάει. Τι να κάνει; Άλλους βοηθάει το μυαλό και αναδύονται απ' το σωρό. Άλλους βοηθάει η τύχη και δοξάζονται. Άλλους όμως —τους περισσότερους— τους καταπίνει ο ωκεανός της αφάνειας, όπου κολυμπάνε χρόνια, λαχανιαστά, κι ύστερα πνίγονται. 



Loner smoking in New York, photo by Jay Maisel
photo by Jay Maisel, picture source



— Βλέπεις;

— Που;

— Εκεί, μωρέ! Εκεί!

Βλέπω κι εκεί. Είναι ένας κύριος που στέκεται επάνω σ' ένα δάχτυλο του χεριού του μ' ολόκληρο το κορμί ψηλά, τα πόδια στον αέρα, ακίνητος σαν ξύλο, ισορροπώντας μόνο στον δείχτη του χεριού του! Και που; Η άκρη του δαχτύλου σε μια σφαίρα, ακουμπισμένη σ' ένα τρίποδο, κι ούτε η σφαίρα να κυλάει ούτε το δάχτυλο του ισορροπιστή να ξεγλιστράει!

Τι είσαι; Ακροβάτης; Κι ήρθες στην Αμερική να καταπλήξεις; Λοιπόν, για να πετύχεις πρέπει να ξεπεράσεις όλους τους άλλους κι ύστερα τούτον εδώ: Ένας στύλος. Γύρω τριγύρω στο στύλο σύρματα χοντρά, τεντωμένα, δεμένα στη γη, που τον κρατούν. Να τον ο ακροβάτης. Φτάνει σ' ένα απ' τα σύρματα και, κρατώντας μόνο ομπρέλα για να ισορροπεί, αρχίζει ν' ανεβαίνει. Κομπιάζει, ταλαντεύεται, πάει να πέσει, έφτασε ψηλά σε ύψος οχτώ μέτρα, δίχως να κρατιέται πουθενά —α, έπεσε, α, θα πέσει! ανέβηκε.

— Ουφ! Δόξα σοι ο Θεός.

Στην κορφή του στύλου υπάρχει ένα σύρμα οριζόντιο, που πάει απέναντι σ' ένα είδος εξέδρας εναέριας. Κι εκεί που έφτασε ο ακροβάτης υπάρχει ένα ποδήλατο. Παίρνει ένα μακρύ κυρτό κοντάρι, ανεβαίνει στο ποδήλατο κι αρχίζει σιγά-σιγά να προχωρεί με το ποδήλατο του πάνω στο σύρμα. Κάτω χάος. Κι ούτε φιλέ ούτε τίποτα μαλακό. Κόβεται η ανάσα του κόσμου. Πόσες χιλιάδες θεατές; Ούτε ίχνος ψιθύρου. Κι ο ποδηλάτης προχωρεί.

— Θα πέσεις, μωρέ!

Στη μέση του σύρματος ταλαντεύεται. Αλλά ξαναισορροπεί. Και φτάνει στο τέρμα. Δόξα σοι ο Θεός! Τελείωσε; Αμ δε! Εκεί, τον περιμένουν δυο κοπελίτσες όμορφες, ως είκοσι χρονών, στην εναέρια εξέδρα. Ζυγώνουν στο ποδήλατο, κρεμιούνται ανάποδα, τα πόδια στο ποδήλατο και τα κεφάλια στο κενό! Και μ' αυτό το φορτίο, κρεμασμένο στο χάος, αρχίζει να προχωρεί με το ποδήλατό του απάνω στο σύρμα. Το βλέπεις. Χτυπάει η καρδιά σου. Λίγο, τόσο δα να λασκάρει, θα γκρεμιστούνε όλοι στο κενό.

Και προχωρεί. Και ταλαντεύεται. Και ισορροπεί. Και άντε λίγο ακόμα. Χιλιάδες μάτια αγωνιούν. Χιλιάδες καρδιές χτυπούν. Ανέβηκε η ψυχή στα δόντια μας και πάει να σπάσει η καρδιά μας. Και άντε λίγο ακόμα. Και δώσ' του λίγο ακόμα. Νάτος που φτάνει, μισό μέτρο ακόμα τον χωρίζει απ' το τέρμα. Τελειώνει; Αμ δε που θα τελειώσει! Τι κάνει τώρα, Ύψιστε! Εκεί που βρίσκεται στο χάος, αρχίζει να προχωρεί στο σύρμα, με όλο το φορτίο, ανάποδα! Σιγά- σιγά, πόντο-πόντο, κλονίζεται, βρίσκει την ισορροπία με το κυρτό κοντάρι και γυρίζοντας ξανάστροφα τα πεντάλ, σιγά- σιγά, προχωρεί με την πλάτη προς τα μπρος! Πέσε, λοιπόν, κύριε, να φας τα μούτρα σου!

Δεν έπεσε!

Ουέλ, αν είσαι ακροβάτης και θες να γίνεις άσος στην Αμερική, πρέπει να κάνεις κάτι δυσκολότερο απ' αυτόν! Κι αν είσαι επιστήμονας και θες να γίνεις δόξα της Αμερικής πρέπει να βρεις κάτι σπουδαιότερο απ' την ατομική βόμβα. Αλλιώς, αν έχεις τύχη μεν, γίνεσαι δόξα εφήμερη, απ' αυτές που ανάβουν και σβήνουν γρήγορα σαν τα τρελά φώτα του Μπρόντγουεϊ, ή αν δεν έχεις τύχη κυνηγιέσαι όλα σου τα χρόνια στον ίλιγγο της καθημερινής ζωής προσπαθώντας να πιάσεις την άπιαστη και φευγαλέα οπτασία του δολαρίου.»



Ο Ευρωπαίος και η τέχνη του




L.H.O.O.Q by Marcel Duchamp, 1919 - Mona Lisa with a moustache
L.H.O.O.Q by Marcel Duchamp, 1919



«Κάθε «πνευματικός» άνθρωπος που πάει στην Αμερική σηκώνεται στις μύτες των ποδιών του και παίρνει απέναντί της ύφος κριτικού. Και όλοι μαζί στο τέλος καταλήγουν σε συγκρίσεις με την Ευρώπη και οι περισσότεροι μένουν σύμφωνοι ότι, α! όλα κι όλα, η Αμερική είναι τόπος αντιπνευματικός και δεν μπορεί να συγκριθεί με την Ευρώπη. Η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, το θέατρο, η ζωγραφική, η μουσική, η γλυπτική, καλλιεργήθηκαν, αναπτύχθηκαν και φώτισαν την ιστορία της με αστραπές μεγάλων ονομάτων: Μιχαήλ Άγγελος, Σαίξπηρ, Μπετόβεν, Γκαίτε...

Βαριά η πνευματική κληρονομιά της Ευρώπης, μεγάλη και συγκλονιστική η πορεία του πνεύματος ανάμεσα στους φωτισμένους της αιώνες. Πως να σηκώσει το κεφάλι του και ν' ατενίσει ο Νέος Κόσμος τον παλιό; Αστεία πράματα! Εδώ, η έξαρση του ανθρώπου στις υψηλές σφαίρες της πνευματικής δημιουργίας. Εκεί, το κυνήγι του δολαρίου, ο ακατάσχετος ρυθμός της βιομηχανικής παραγωγής, η τηλεόραση και τα ηλεκτρικά ψυγεία.

Αυτά σκέφτονται οι σοφοί. Κάθεται όμως κι ο άσοφος, βάζει τα πράματα κάτω, περνάει με γρήγορο μάτι την ιστορία της πνευματικής δόξας της Ευρώπης και λέει αμερικανιστί:

—Εντ σόου χουάτ;

Όπερ μεταφραζόμενο σημαίνει: Και τι μ' αυτό, κύριοι Ευρωπαίοι; Είμαστε απολύτως σύμφωνοι ότι η γηραιά Ευρώπη έδωσε γίγαντες και τιτάνες της τέχνης και του πνεύματος και γι' αυτό βγάζουμε το καπέλο μας και προσκυνάμε, σκύβοντας βαθύτατα στη γη και κολλώντας τη μύτη μας στο χώμα της, για την ασύγκριτη πνευματική της δόξα.

Όμως —εδώ που τα λέμε— τι ωφελήθηκε ο Ευρωπαίος απ' το ίδιο του το πνεύμα; Τι ωφελήθηκε απ' τ’ αριστουργήματα του Μιχαήλ Αγγέλου, απ' τους δραματικούς χειμάρρους του Σαίξπηρ, απ' τους θαυματουργούς χρωστήρες της Αναγέννησης, απ' τις θείες μουσικές εκρήξεις της Ενάτης; Όλα αυτά θα έπρεπε να μπορούσαν να κάνουν τον άνθρωπο πιο άνθρωπο. Θα έπρεπε να μπορούσαν να ημερέψουν τη φύση του ανθρώπου. Θα έπρεπε να μπορούσαν να τον ανυψώσουν κάπου ψηλά, ώστε να κοιτάζει άφοβα το πρόσωπό του και να μην ντρέπεται τον εαυτό του.

Μπόρεσαν; Ω, φίλτατοι, νομίζω ότι δεν μπόρεσαν! Αν έχει φιλότιμο ο Ευρωπαίος, θα έπρεπε να ντρέπεται τον εαυτό του. Γιατί ήταν ανήμερο θηρίο και τέτοιο έμεινε. Με τα μάτια του γεμάτα από το φως του Μιχαήλ Αγγέλου έσφαζε και σφάζει σαν τραγί τον αδελφό του. Με τ’ αυτιά του πλημμυρισμένα από τη μαγεία του Μπετόβεν, έτρωγε και τρώει σαν κανίβαλος το γείτονά του. Γεμάτη είναι η ιστορία του Ευρωπαίου απ' τις ντροπές των ατελείωτων πολέμων. Μέγας έγινε. Άνθρωπος δεν έγινε!

Κι ακόμα κάθεται ο άσοφος, μετράει τα πράγματα και γελάει με δάκρυα στα μάτια όταν σκέφτεται πόσο κωμικός και πόσο τραγικός και πόσο αξιοθρήνητα υποκριτής είναι ο Ευρωπαίος, όταν, μέσα στους κανιβαλισμούς των πολέμων του, τρέμει μην τυχόν και καταστρέψει τα μουσεία της τέχνης και του πνεύματός του, και θρηνεί απελπισμένα όταν κάποια βόμβα του χαλάσει έναν πίνακα!»



Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Δημήτρη Ψαθά, «Κάτω από τους Ουρανοξύστες». Το σκίτσο στην εισαγωγική εικόνα, που κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου, είναι του Φωκίωνα Δημητριάδη. Για την παρουσίαση, Το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 19. Παρακαλώ να μην αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.



Πορτραίτο του Δημήτρη Ψαθά

3 Ιανουαρίου 2019

Ξωτικά και Στοιχειά της Ιρλανδίας... του Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς


Ξωτικά και παραδόσεις της Ιρλανδίας, όπως τις κατέγραψε ο W. B. Yeats. Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Fairies and traditions of Ireland, by W. B. Yeats




Ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης είναι η Ιρλανδία εκείνη που διατηρεί, περισσότερο από κάθε άλλη, κάτι από την αρχέγονη μαγεία των αρχαίων ημερών – και λέγοντας «αρχαίες μέρες» δεν αναφέρομαι στους ιστορικούς χρόνους, μα στον χρόνο του συλλογικού ασυνείδητου: τον χρόνο των λαϊκών μύθων και των θρύλων. Τότε που ξωτικά και πνεύματα, αγαθά και δαιμονικά, διέσχιζαν τα δάση και τη γη, σκορπώντας άλλοτε γέλιο και χαρά και άλλοτε τρόμο στο πέρασμά τους.

Ο μεγάλος ιρλανδός μάστορας του λόγου, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς [William Butler Yeats – εν συντομία, W.B. Yeats] εντρύφησε όσο λίγοι στους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του. Έσκαψε στα βάθη της νωπής ιρλανδικής γης και ανέδειξε, σαν άλλους χρυσούς λίθους, πλήθος μύθων και παραμυθιών που χάνονται στα βάθη της αρχέγονης κέλτικης παράδοσης.

Σήμερα θα σας παρουσιάσω την αρχική εισήγηση του Γέιτς για τα Ξωτικά της Ιρλανδίας, όπως περιλαμβάνεται στο βιβλίο του «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας» [“Fairy Folk Tales of Ireland”], δημοσιευμένο το 1892. Η μετάφραση είναι της Αλίνας Πασχαλίδη. Σε αυτή την εισήγηση ο Γέιτς μας παρουσιάζει τις κατηγορίες των σημαντικότερων ξωτικών, τα χαρακτηριστικά τους και διάφορες παραδόσεις σχετικές με αυτά. Να σημειώσω επίσης πως ως «ξωτικό» έχει μεταφραστεί η βρετανική λέξη “fairy”. Τα “elves” (που επίσης μεταφράζονται ως «ξωτικά» στη χώρα μας) είναι γερμανικής/σκανδιναβικής, όχι κέλτικης προέλευσης. Όταν λοιπόν ο W.B. Yeats αναφέρεται σε «ξωτικά», ο λόγος γίνεται για τα “fairies”.



Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς ενώ διαβάζει ένα βιβλίο / W. B. Yeats reading a book



Τα ξωτικά που ζουν σε ομάδες




«Η ιρλανδική λέξη για το ξωτικό είναι sheehogue (sidheog στην κέλτικη γραφή). Τά ξωτικά είναι τα deenee shee (daoine sidhe).

Τί είναι τα ξωτικά; «Διωγμένοι Άγγελοι, πού δεν ήταν αρκετά καλοί ώστε να σωθούν, αλλά ούτε κι άρκετά κακοί ώστε να χαθούν», λένε οι χωρικοί. «Οι Θεοί της Γης», λέει το Βιβλίο Armagh. «Οι Θεοί της παγανιστικής Ιρλανδίας», λένε οι ιρλανδοί αρχαιοδίφες, «οι Tuatha Dé Danann (ο Λαός της Θεάς Danu) που, όταν έπαψαν να τους λατρεύουν και να τους προσφέρουν δώρα, μαράζωσαν και ζάρωσαν στη λαϊκή φαντασία και τώρα απόμειναν να 'χουν μπόι μόνο λίγες πιθαμές».

Και σαν απόδειξη προσθέτουν ότι τα ονόματα των αρχηγών των ξωτικών είναι τα ίδια με των αρχαίων ηρώων Danann και οι τόποι που συχνάζουν τα ξωτικά δεν είναι παρά τ' αρχαία νεκροταφεία των Danann.

Απ' την άλλη μεριά, υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι είναι «εκπεσόντες άγγελοι». Μάρτυρας η φύση τους: η ιδιοτροπία τους, η τάση τους να φέρονται καλά στους καλούς κι άσχημα στους κακούς, καθώς και τ' ότι έχουν όλα τα χαρίσματα, εκτός από συνείδηση και συνέπεια. Τα όντα αυτά προσβάλλονται και θίγονται τόσο εύκολα που καλύτερα να μιλάς όσο το δυνατό λιγότερο στη συντροφιά τους και να τ' αποκαλείς «αρχόντους». Απ' την άλλη πάλι, τόσο εύκολο είναι να τα ευχαριστήσεις που φτάνει να τους να τους αφήσεις λίγο γάλα στο περβάζι τη νύχτα κι αυτά θα βάλουν τα δυνατά τους να σε φυλάξουν απ' τις κακοτοπιές. Γενικά η λαϊκή παράδοση μας λέει πως διώχτηκαν απ' τον Παράδεισο, αλλά δεν χάθηκαν, γιατί δεν είχαν αληθινή μοχθηρία μέσα τους.

«Θεοί της Γης»; Ίσως! Πολλοί ποιητές, κι όλοι οι μυστικιστές κι αποκρυφιστές συγγραφείς, σ' όλες τις εποχές και σ' όλον τον κόσμο, έχουν δηλώσει ότι πίσω άπ' το ορατό υπάρχουν ατέλειωτες στρατιές συνειδητών όντων, που δεν είναι του ουρανού, μα εδώ της γης, που δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη απ' τη φύση τους μορφή, παρά αλλάζουν ανάλογα με τα κέφια τους ή ανάλογα με κείνον που τα βλέπει. Ούτε το χέρι σου δεν μπορείς να κουνήσεις χωρίς να επηρεάσεις και να επηρεαστείς απ' τις κρυφές αυτές δυνάμεις. Ο ορατός κόσμος είναι απλά το εξωτερικό τους δέρμα. Στα όνειρά μας βρισκόμαστε ανάμεσά τους και παίζουμε και μαλώνουμε μαζί τους. Μπορεί να 'ναι ανθρώπινες ψυχές σε κρίσιμες καμπές – σε στιγμές δοκιμασίας – αυτά τα ιδιότροπα πλάσματα.

Μη νομίζετε πως τα ξωτικά είναι πάντοτε μικροσκοπικά. Τα πάντα εξαρτώνται απ' τις παραξενιές τους, ακόμα και το μέγεθός τους. Απ' ό,τι φαίνεται, παίρνουν όποιο μέγεθος κι όποιο σχήμα τους αρέσει. Σαν κύριες ασχολίες τους έχουν τα γλέντια, τις μάχες και τον έρωτα και παίζουν συναρπαστική μουσική. Μόνον έναν φιλόπονο τύπο έχουν στη συντροφιά τους, τον παπουτσή – ίσως γιατί απ’ τον πολύ χορό λιώνουν τα παπούτσια τους. Κοντά στο χωριό Μπαλισοντέρ ζει μια μικροκαμωμένη γυναίκα που έμεινε κοντά στα ξωτικά εφτά ολόκληρα χρόνια. Όταν γύρισε, δεν είχε πια πατούσες – είχαν λιώσει απ' τον πολύ χορό.



Ο Χορός των μικροσκοπικών ανθρωπάκων, πίνακας του William Holmes Sullivan / The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan
The Dance of the Little People, by William Holmes Sullivan



Τα ξωτικά έχουν τρεις μεγάλες γιορτές κάθε χρόνο, μία την άνοιξη, παραμονή Πρωτομαγιάς, μία το καλοκαίρι, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, και μία το φθινόπωρο, στις 31 Οκτωβρίου, την παραμονή των Άγιων Πάντων.

Κάθε εφτά χρόνια, την παραμονή της Πρωτομαγιάς, γίνεται σωστό πανδαιμόνιο, γιατί τα καλύτερα σπειριά σταριού της σοδειάς ανήκουν δικαιωματικά στα ξωτικά. Ένας γέρος μου είπε κάποτε ότι τα είδε να τρέχουν αφιονισμένα σ' ένα χωράφι και πάνω στη βιάση τους έριξαν τη σκεπή ενός σπιτιού. (Αν ήταν κανένας άλλος εκεί, δεν θα 'χε δει βέβαια παρά έναν ανεμοστρόβιλο που παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά του.) Όταν ο αέρας στροβιλίζει τα καλάμια και τα φύλλα, λένε πως «περνούν τ' αερικά» κι οι χωρικοί βγάζουν τα καπέλα τους και τους εύχονται «ο Θεός μαζί σας».

Την παραμονή τού Αϊ-Γιαννιού, που ανάβουνε φωτιές προς τιμήν του Αγίου, τα ξωτικά είναι στα μεγάλα τους κέφια και πολλές φορές κλέβουν όμορφες θνητές για γυναίκες τους.

Την παραμονή των Αγίων Πάντων όμως είναι στις μαύρες τους, γιατί, σύμφωνα με την παλιά κέλτικη δοξασία, αυτή είναι η πρώτη νύχτα του χειμώνα. Στήνουν λοιπόν όλη νύχτα χορό με τα φαντάσματα, οι μάγισσες κάνουν τα μάγια τους και τα κορίτσια στρώνουν τραπέζι με φαγητά προς τιμήν του Σατανά, για να προκαλέσουν το είδωλο του μελλοντικού εραστή τους να μπει απ' το παράθυρο να τα γευτεί. Μετά την τελευταία μέρα του Οκτώβρη, ξινίζουν τα βατόμουρα, γιατί τα πατάει το Pooka.



Ξωτικά και νεράιδες, εικονογράφηση του Brian Froud / Faeries and piskies by Brian Froud
Faeries and piskies by Brian Froud



Όταν τα ξωτικά θυμώνουν, ρίχνουν σ’ ανθρώπους και ζωντανά τις μαγικές τους σαΐτες, που τους παραλύουν. Όταν όμως είναι χαρούμενα, τραγουδάνε και δεν είναι λίγες οι φορές που τα κορίτσια ακούνε τα τραγούδια τους και μαραζώνουν και σβήνουν απ' τον έρωτα γι’ αυτά. Ένα σωρό όμορφοι παλιοί ιρλανδικοί σκοποί είναι μουσική των ξωτικών, που κάποιος, λένε, την κρυφάκουσε και την τραγούδησε ύστερα στους άλλους. Κανένας μυαλωμένος χωρικός δεν μουρμουρίζει ποτέ την «Όμορφη μικρή άρμέχτρα» κοντά στα μέρη των ξωτικών, γιατί ζηλεύουν, λέει, ν’ ακούνε τα τραγούδια τους από τη φάλτσα φωνή των ανθρώπων. Ο Κάρολαν, ο τελευταίος απ' τους κέλτες βάρδους, κοιμήθηκε σε χαλάσματα στοιχειωμένα και τον κυρίεψαν οι μαγικοί ρυθμοί• έτσι έγινε ξακουστός.

Πεθαίνουν άραγε τα ξωτικά; Ο Μπλέικ είδε κάποτε την κηδεία μιας νεράιδας• στην Ιρλανδία όμως πιστεύουν πως είναι αθάνατα.»


Νεραϊδόπαιδα


Ξωτικά των λουλουδιών / Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker
Flower Fairies, illustration by by Cicely Mary Barker



«Δεν είναι σπάνιο να λιμπιστούν τα ξωτικά κάποιον θνητό και να τον πάρουν στα μέρη τους αφήνοντας στη θέση του ένα αρρωστιάρικο νεραϊδοπαίδι ή ένα κούτσουρο μαγεμένο, με τη μορφή ετοιμοθάνατου ανθρώπου, που κατόπιν πεθαίνει και τον θάβουνε. Τα παιδιά είναι η προτίμησή τους. Όταν ένα παιδί ματιαστεί, είναι στο έλεος των ξωτικών.

Υπάρχουν πολλές μέθοδοι για ν' ανακαλύψει κανείς αν έχουν αλλάξει το παιδί του με νεραϊδοπαίδι, αλλά μια απ' όλες είναι αλάνθαστη: να το βάλεις στη φωτιά με τα λόγια «Κάψου - κάψου - αν είσαι του διαόλου, μα αν είσαι του καλού θεού μην καίγεσαι» (συνταγή της Λαίδης Γουάιλντ). Αν είναι νεραϊδοπαίδι θα ορμήσει πάνω στην καμινάδα ουρλιάζοντας (γιατί, σύμφωνα με τον Γιράλδο Καμπρένσις, η φωτιά είναι ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε στοιχειού, σε τέτοιο βαθμό που όσοι έχουν δει φάντασμα χάνουν τις αισθήσεις τους μόλις βλέπουνε φλόγα να τρεμοσβήνει).

Μπορεί βέβαια να ξεφορτωθεί κανείς το ανεπιθύμητο πλάσμα και με λιγότερο άγριο τρόπο. Λένε πως κάποτε που μια μητέρα ήταν σκυμμένη πάνω από ένα ζαρωμένο και σταφιδιασμένο νεραϊδοπαίδι, σηκώθηκε το μάνταλο της πόρτας και μπήκε μια νεράιδα κι έφερε μόνη της πίσω το κλεμμένο μωρό. «Οι άλλοι το κλέψανε», είπε, «όχι εγώ». Εκείνη ήθελε πίσω το δικό της παιδί.

Όσο για τα παιδιά που τα κλέβουν τα ξωτικά, άλλοι λένε πως περνούν καλά, με μουσική και γλέντια, κι είναι ευτυχισμένα, κι άλλοι πως δεν παύουν να νοσταλγούν τους δικούς τους στη γη. Η Λαίδη Γουάιλντ λέει για μια σκοτεινή παράδοση σύμφωνα με την οποία υπάρχουν δύο είδη ξωτικών – τα πρόσχαρα και καλά, και τα μοχθηρά. Αυτά τα τελευταία κάνουν θυσίες κάθε χρόνο στον Σατανά και γι’ αυτό κλέβουν ανθρώπους. Κανένας άλλος μελετητής της ιρλανδικής παράδοσης δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Αν υπάρχουν τέτοια μοχθηρά ξωτικά, θ' ανήκουν σίγουρα στα Μοναχικά.»


Τα Μοναχικά Ξωτικά



«Τα πιο πολλά απ' τα μοναχικά ξωτικά είναι φοβερά στην όψη. Υπάρχουν ωστόσο μερικά ανάμεσά τους που είναι καλοπροαίρετα και [...] προσέχουν πολύ και το ντύσιμο τους!



Ο Παπουτσής [Leprechaun]






Αυτός όλο μαστορεύει• καρφώνει παπούτσια, κρυμμένος μες στους θάμνους. Όποιος τον τσακώσει, μπορεί να τον πείσει να του δώσει τα κιούπια το χρυσάφι που 'χει κρατήσει ο παλιοτσιγγούνης για δικά του – θαμμένα απ' τον καιρό των αρχαίων πολέμων. Μόλις όμως πάρεις τα μάτια σου από πάνω του, γίνεται καπνός. Λένε πως είναι παιδί ενός κακού πνεύματος και μιας ξεπεσμένης νεράιδας.

Φοράει ένα κόκκινο πανωφόρι με δύο σειρές από εφτά κουμπιά κι ένα δίκωχο καπέλο που η κορφή του στριφογυρίζει σαν μύλος. Στο Ντόνεγκαλ, τον έχουν δει και μ' ένα χοντρό γούνινο παλτό. 

Στην αρχή του 19ου αιώνα μάλιστα, σύμφωνα με τον Κρόκερ, σ' ένα Πρακτορείο Τύπου στο Τιππερέρι, έδειχναν στον κόσμο ένα μικρό παπουτσάκι που το 'χε ξεχάσει εκεί, λέει, αυτό το ξωτικό.



Ο Μπεκρής [Cluricaun]




Μερικοί πιστεύουν πως δεν είναι παρά ο Παπουτσής, που αφήνει τη δουλειά του τη νύχτα και πάει να ξεφαντώσει. Κλέβει ποτά απ' τα κελάρια των αρχοντικών και κυνηγάει για το κέφι του τα πρόβατα και τα τσομπανόσκυλα, γιατί το πρωί τα βρίσκουν οι βοσκοί, λαχανιασμένα και λασπωμένα. Στο Βορρά και στο Κόνοκτ είναι σχεδόν άγνωστος.




Ο Ερωτιάρης με την Πίπα [Ganconer]




Άλλη μια παραλλαγή του Παπουτσή, μόνο που, αντίθετα από κείνον, αυτός εδώ είναι τεμπέλαρος. Γυρνάει σε απόμερα λιβάδια, πάντα με μια παλιά ιρλανδέζικη πίπα να κρέμεται στα χείλια, και ξεμυαλίζει τις βοσκοπούλες και τις γαλατούδες. Είναι γρουσουζιά να τον πετύχεις• κι όσους τον βλέπουν, τους καταστρέφει αργά ή γρήγορα η αδυναμία τους στο ωραίο φύλο.




Ο Φαρσαδόρος Κρεμανταλάς [Far Darrig = Ο Κόκκινος Άνθρωπος]




Αυτός, ψηλός και άχαρος, φοράει πάντα ένα κόκκινο σκουφί και πανωφόρι και σκαρώνει κακόγουστα και μάλλον μακάβρια αστεία σε βάρος των θνητών. Είναι άτιμο υποκείμενο και κυβερνάει τους εφιάλτες των ανθρώπων.



Το Πούκα [poc = τράγος]



Το Πούκα της ιρλανδικής παράδοσης / Púca or pooka or phooka



Ανήκει στην οικογένεια του εφιάλτη. Πολλοί το θεωρούν τον πρόγονο του Puck στο «Όνειρο Θερινής Νύχτας» του Σαίξπηρ. Ζει σε ερημικές βουνοκορφές κι «έχει αποκτήσει όψη τέρατος απ' την πολλή μοναξιά».

«Σε μια ιστορία ανώνυμου συγγραφέα», γράφει ο κύριος Ντάγκλας Χάιντ, «διαβάζουμε ότι, σ' ένα λόφο, στο Λένστερ, πρόβαλε τα παλιά χρόνια ένα καλοθρεμμένο άλογο, με στιλπνό τρίχωμα και όψη τρομερή, και μιλούσε στον καθένα με ανθρώπινη φωνή για το τί θα γίνει την πρώτη μέρα του χειμώνα κι είχε μάθει να δίνει έξυπνες και σωστές απαντήσεις σ' όποιον το ρωτούσε για όσα θα γίνονταν ως την πρώτη Νοεμβρίου του επόμενου χρόνου. Ο κόσμος του άφηνε δώρα και προσφορές στο λόφο μέχρι τη γιορτή του Αγίου Πατρικίου». Αυτή η παράδοση είναι συγγενική με κείνη του Πούκα [έκτος πάλι κι αν ήταν το Άλογο των Νερών – augh ishka – που ήταν πολύ γνωστό παλιότερα. Αναδυόταν απ' τη θάλασσα και κάλπαζε στην άμμο και στους αγρούς κι οι άνθρωποι πολλές φορές το κυνηγούσαν για να το δαμάσουν. Όταν κατάφερναν να το σελώσουν και να του περάσουν χαλινάρια, ήταν το καλύτερο άλογο απ' όλα• φτάνει να το κρατούσες μακριά απ' το νερό, γιατί έτσι και το έπιανε το μάτι του, ορμούσε μέσα μαζί με τον καβαλάρη του και τον κατασπάραζε στον βυθό].

Το Πούκα είναι πνεύμα του Νοεμβρίου και η πρώτη Νοεμβρίου είναι για κείνο μέρα ιερή – αν κι είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς αυτό το άγριο στοιχειό, με το βλέμμα που στυλώνεται επάνω σου, ήσυχο και πολιτισμένο.

Παίρνει πολλές μορφές, πάντοτε ζώων• άλογου, γαϊδάρου, τράγου, ταύρου κι αετού. Του αρέσει να παίρνει τους ανθρώπους καβάλα κι αφού τους τριγυρίσει σε λαγκάδια και βουνά να τους πετάει άπ' την πλάτη του το ξημέρωμα. Η αδυναμία του είναι να ταλαιπωρεί τους μεθύστακες. Ο ύπνος του πιωμένου είναι το βασίλειο του Πούκα!

Μερικές φορές παίρνει πιο απρόσμενες μορφές από κείνες του ζώου ή του πουλιού. Το Πούκα του Κιλκένι, για παράδειγμα, παίρνει τη μορφή προβιάς. Τις νύχτες κυλάει στα χωράφια μ' ένα βουητό κι ένα σφύριγμα που τρομάζει τόσο τα ζωντανά που τ' αδάμαστα πουλάρια τρέχουν στον πρώτο άνθρωπο που βρίσκουν μπροστά τους και γέρνουν το κεφάλι τους στον ώμο του για να τα προστατέψει.



Ο Ζητιάνος [Fear Gorta = ο Άνθρωπος της Πείνας]




Είναι ένα σκελετωμένο στοιχειό που εμφανίζεται σε περιόδους λιμού. Ζητάει ελεημοσύνη απ' τα σπίτια και φέρνει γούρι σ' όποιον του δίνει.



Η Μοιρολογίστρα [Banshee]




Η Μοιρολογίστρα είναι θηλυκό στοιχειό και παραστέκεται στις παλιές ιρλανδέζικες οικογένειες. Θρηνεί αναγγέλλοντας το θάνατο κάποιου δικού τους. Διαφέρει άπ' τα άλλα μοναχικά ξωτικά γιατί είναι καλοπροαίρετη, όπως κι ο Ζητιάνος. Μπορεί να μην ανήκει καν σ' αυτά, μπορεί να 'γινε μοναχική απ' την πολλή θλίψη. Πολλοί την έχουν δει να κλαίει και να χτυπιέται. Λένε μάλιστα πως τα ιρλανδικά μοιρολόγια είναι απομίμηση του δικού της θρήνου. 

Όταν εμφανίζονται περισσότερες από μία, τότε σημαίνει πως πρόκειται να πεθάνει κάποιο σπουδαίο πρόσωπο η κάποιος άγιος. […]



Το Ακέφαλο Στοιχειό [Dullahan]



Ο ακέφαλος καβαλάρης Dullahan της ιρλανδικής παράδοσης



Πολύ ανατριχιαστικό πλάσμα: Δεν έχει κεφάλι ή το κουβαλάει κάτω απ' τη μασχάλη του. Το 'χουν δει να οδηγεί συχνά ένα μαύρο αμάξι (coach-a-bower) που το σέρνουν ακέφαλα άλογα. Χτυπάει την πόρτα των αγροτόσπιτων, κι αν του ανοίξεις, σού 'ρχεται στο πρόσωπο ένας κουβάς αίμα. Είναι κακός οιωνός – στα σπίτια που επισκέπτεται αναγγέλλει τον θάνατο Δεν πάει πολύς καιρός που ένα τέτοιο αμάξι πέρασε χαράματα απ' το Σλάιγκο, όπως μου είπε ένας ναυτικός. Σ' ένα χωριό λένε πως ακούνε τις ρόδες του να κυλάνε πολλές φορές το χρόνο.

Αυτά τα στοιχειά ωστόσο τα συναντάμε κι έξω απ' την Ιρλανδία. Το 1807, δύο φρουροί του Σαίντ-Τζαίημς Πάρκ στο Λονδίνο έμειναν στον τόπο απ' τον τρόμο, όταν μια ακέφαλη γυναίκα, γυμνή απ' τη μέση κι επάνω, σκαρφάλωσε τα μεσάνυχτα στα κάγκελα.



Η Μοιραία Μούσα [Leanhaun Shee = η Ξωτικιά Ερωμένη]



Πίνακας του Τζον Ουίλιαμ Γουότερχαουζ / John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)
John William Waterhouse: La Belle Dame sans Merci (1893)



Αυτή κυνηγάει τον έρωτα των άντρων. Αν αρνηθούν, γίνεται σκλάβα τους. Αν συγκατατεθούν, είναι πια δικοί της και μπορούν να γλιτώσουν μόνο αν βρουν κάποιον να πάρει τη θέση τους. Ζει απομυζώντας τη ζωή τους, κι αυτοί σιγά-σιγά μαραζώνουν και πεθαίνουν. 

Είναι η μούσα των κελτών ποιητών, γιατί χαρίζει την έμπνευση στους εραστές της και σκλάβους της. Οι κέλτες ποιητές πεθαίνουν όλοι νέοι• η Μούσα βιάζεται να τους πάρει μαζί της σ' άλλους κόσμους. Ούτε ο θάνατος δεν λυτρώνει όποιον πέσει στα δίχτυα της.


Έκτος άπ' τα παραπάνω έχουμε κι άλλα μοναχικά ξωτικά, όμως ξέρουμε πολύ λίγα γι' αυτά για να επεκταθούμε στο καθένα χωριστά. Υπάρχουν πάντως τα «σπιτικά στοιχειά»• τα Water Sherries, ένα είδος φευγαλέου φωσφορισμού• το Sowlth, ένα άμορφο φεγγοβόλο πλάσμα• το Pastha, δράκοντας των λιμνών και φρουρός κρυμμένων θησαυρών• και τα Bo men, στοιχειά που ζουν στους βάλτους της κομητείας Ντάουν κι επιτίθενται στους άμυαλους, μπορείς όμως να τ' απομακρύνεις χτυπώντας τα μ’ ένα παράξενο είδος φύκι. Αυτά υποψιάζομαι ότι είναι σκωτικής προελεύσεως. Σε ορισμένα μέρη υπάρχει, τέλος, η μεγάλη φυλή των φαντασμάτων, των Thivishes.

Αυτά είναι όλα τα ξωτικά και πνεύματα που συνάντησα στην Ιρλανδική παράδοση. Πολύ πιθανόν να υπάρχουν κι άλλα, που δεν τα ‘χουμε ακόμα ανακαλύψει.»



Το κείμενο του W.B. Yeats από το «Παραμύθια και Παραδόσεις της Ιρλανδίας», σε μετάφραση Α. Πασχαλίδη. Για την ψηφιοποίηση και παρουσίαση, Το Φονικό Κουνέλι, Γενάρης 19.


Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman / Puck from A Midsummer's Night Dream in Sandman
Ο Πουκ από το Όνειρο Θερινής Νύχτας, εικονογράφηση για το Sandman του Neil Gaiman