14 Μαρτίου 2019

Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας #12: Ιδού η κοινωνία σου, αστέ.


Λαγούμι της λογοτεχνίας, μέρος 12. Ρεαλισμός και αστική κοινωνία... μια παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου.» - Σταντάλ, «Το Κόκκινο και το Μαύρο» [“Le Rouge Et Le Noir”, 1830]



Πάει καιρός από την τελευταία φορά που άνοιξε τις δρύινες πύλες του το Λαγούμι της Λογοτεχνίας. Και για δες – ίσως είναι η πολυκαιρία, ίσως η κλεισούρα… μα απόψε το Λαγούμι μοιάζει να αναδύει μια αποφορά βάλτου. Μια οσμή ψευδεπίγραφης ιεραρχίας, μια ώσμωση κεκαλυμμένης διαστροφής, μια λαχτάρα για υλικές απολαύσεις, μια ηθική ζούγκλας, μια ξεπουλημένη ευτυχία.

Οκτώ λογοτεχνικά αποσπάσματα, οκτώ συγγραφείς που περιέγραψαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την παραμόρφωση της αστικής πραγματικότητας και την παράδοση σ’ έναν ανελέητο αγώνα όλων εναντίον όλων, με τρόπαιο το χρήμα, την εύκολη ηδονή και την ασφάλεια του ζώου στο κλουβί.

Στα αποσπάσματα πρωτοστατεί το «ρεαλιστικό» μυθιστόρημα – και οι πρωτοπόροι του, οι Γάλλοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Σταντάλ (που έθεσε τις βάσεις του λογοτεχνικού ρεαλισμού στο έργο του, χαρακτηρίζοντας το μυθιστόρημα ως «καθρέπτη της πραγματικότητας»), ο Μπαλζάκ (με τις ανελέητες περιγραφές των αστών της εποχής του), και ο Εμίλ Ζολά (ο νατουραλισμός του οποίου εξώθησε το ρεαλιστικό μυθιστόρημα στα άκρα). Εκεί θα συναντήσουμε και έναν σημαντικό Ρώσο συνοδοιπόρο τους, που πάντρεψε έντεχνα την κοινωνική κριτική με τη σάτιρα: τον Νικολάι Γκόγκολ• τον Ιάπωνα Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα και τις τρομακτικές περιγραφές του μιας αδυσώπητης πραγματικότητας• τον Ζαν Κοκτώ και τον έντεχνο κοινωνιολογικό στοχασμό του.

Τα δύο τελευταία αποσπάσματα μοιάζουν σαν έσχατη αντίδραση στην παρακμή – μια απόπειρα να αντιμετωπίσεις τον βούρκο. Λειτουργούν όμως αντιθετικά το ένα στο άλλο.

Στο μεν ένα ο Τζακ Λόντον ξεσπά απέναντι στη διαφθορά και αγωνίζεται για τα δικαιώματα των καταπιεσμένων, προσδοκώντας μέρες βαμμένες στο κόκκινο της εξέγερσης. Στο δε άλλο όμως, δεν υπάρχει πια καμία ανάγκη για εξέγερση: ο βούρκος δεν ξεβούλωσε γιατί δεν υπάρχει λόγος πια να ξεβουλώσει… η αποφορά του επικαλύφθηκε με ευχάριστα αρώματα. Όταν η αστική κοινωνία παραχωρεί τη θέση της στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» - και εκεί όλοι πια ζουν ασφαλείς, ευτυχείς και ναρκωμένοι.


Το ρεαλιστικό μυθιστόρημα



Εξώφυλλο του 19ου αιώνα για το Κόκκινο και το Μαύρο του Σταντάλ / Le Rouge et le Noir




«Εγώ, να αρνηθώ μια ηδονή που μου προσφέρεται! Μια γάργαρη πηγή που έρχεται να δροσίσει τη δίψα μου στην καυτή ερημιά της μετριότητας που με τόσα βάσανα διαβαίνω! Μα τον Θεό! Δεν είμαι τόσο βλάκας! Ο καθένας για πάρτη του, μέσα σ' αυτή την ερημιά του εγωισμού που τη λένε ζωή».


Λόγια του Ζυλιέν, του κεντρικού ήρωα του βιβλίου "Το Κόκκινο Και Το Μαύρο" [“Le Rouge Et Le Noir”] του Ανρί Σταντάλ [Stendhal , “Le Rouge Et Le Noir”]. Δημοσιευμένο πρώτη φορά το 1830 και με υπότιτλο "Ένα Χρονικό Του 19ου Αιώνα".

Ναι, “χρονικό”, αν και επρόκειτο για λογοτεχνικό έργο. Ήταν κάτι που δεν είχε συνηθίσει ο λογοτεχνικός κόσμος της εποχής. Ένας κεντρικός ήρωας που, με κυνισμό, αντανακλά την πραγματικότητα των ανθρώπων των καιρών του. Δίχως εξιδανικεύσεις, πέρα από εξωραϊσμούς και αγνά ιδανικά. Ονομάστηκε “ψυχολογικό μυθιστόρημα” και έσπειρε τους σπόρους του λογοτεχνικού ρεαλισμού. Θα ακολουθούσαν ο Μπαλζάκ, ο Φλωμπέρ και άλλοι.

Ασφαλώς έργα όπως του Σταντάλ δεν άρεσαν σε όλους τον καιρό εκείνο. Η υπέρμετρη παρουσίαση μιας κοινωνίας γυμνής από εξιδανικεύσεις, καθοδηγούμενης από συμφέροντα και ξέχειλης υποκρισία, ενόχλησε μερίδα κόσμου (ιδιαίτερα ανάμεσα στην "καλή κοινωνία" της εποχής). Την απάντηση την έδωσε ο ίδιος ο Σταντάλ, μέσα από το ίδιο έργο, σε ένα απόσπασμα που, λίγο πολύ, αποκαλύπτει τι εστί λογοτεχνικός ρεαλισμός - και ποια η σημασία του:



«Μάλιστα κύριε, το μυθιστόρημα είναι ένας καθρέπτης που το περιφέρουν σ' έναν μεγάλο δρόμο. Άλλοτε αντανακλά στα μάτια σας το γαλάζιο τ' ουρανού, άλλοτε τον βούρκο απ' τις λασπολακκούβες του δρόμου. Και τότε, τον άνθρωπο που κουβαλά τον καθρέπτη μ' ένα κοφίνι στη ράχη του θα τον κατηγορήσετε γι' ανήθικο! Ο καθρέπτης του δείχνει τον βούρκο και σεις κατηγορείτε τον καθρέπτη! Θα πρέπει να κατηγορήσετε τον μεγάλο δρόμο όπου είναι ο βόρβορος, κι ακόμα πιο πολύ τον επόπτη του οδικού δικτύου που αφήνει το νερό να λιμνάζει και να κάνει λασπολακκούβες».


Η μετάφραση είναι του Γιώργου Σπανού.


Ιεραρχία ενός σημαντικού προσώπου



Εικονογράφηση του Boris Mikhailovich Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ / Gogol's Overcoat illustration by Boris Mikhailovich Kustodiev
Εικονογράφηση του Boris Kustodiev για το Παλτό του Γκόγκολ


Η ιστορία μας έρχεται από τη Ρωσία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Ήρωας ένας απλός ανθρωπάκος, ένας υπαλληλάκος, η μόνη περιουσία του οποίου είναι ένα καλοφτιαγμένο, ακριβό παλτό. Μια μέρα ληστές επιτίθενται στον ήρωα και του κλέβουν το παλτό - το μοναδικό πράγμα που του προσέδιδε μια κάποια αίσθηση αξίας σε μια κοινωνία που η ιεραρχία και το κύρος ήταν το παν.

Ο ανθρωπάκος (το όνομα του οποίου είναι Ακάκιος Ακακίεβιτς) αποφασίζει τότε να καταφύγει στη βοήθεια ενός ανωτέρου του στην κοινωνική ιεραρχία. Σε τι ακριβώς είναι ανώτερος; Πως διαφέρει ο ένας απ' τον άλλον; Αυτά δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει πως το δεύτερο αυτό πρόσωπο (του οποίου ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομα) είναι "σημαντικό".

Ας δούμε πως περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας το "σημαντικό" αυτό πρόσωπο, με τα δικά του λόγια.



«Τι να κάνει, ο Ακάκιος Ακακίεβιτς αποφάσισε να απευθυνθεί στο σημαντικό πρόσωπο. Όσο αφορά το ποια ακριβώς ήταν και σε τι συνίστατο η αρμοδιότητα του σημαντικού προσώπου, αυτό παραμένει άγνωστο μέχρι σήμερα. Πρέπει εδώ να πούμε ότι αυτό το κάποιο σημαντικό πρόσωπο είχε γίνει μόλις πρόσφατα σημαντικό πρόσωπο, ενώ μέχρι τότε ήταν ασήμαντο πρόσωπο. Εξάλλου, ακόμα και σήμερα, η θέση του δεν εθεωρείτο ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με άλλες, σημαντικότερες. Πάντοτε όμως υπάρχουν οι άνθρωποι για τους οποίους είναι σημαντικό κάτι που για τους άλλους είναι ασήμαντο.

Επίσης, το πρόσωπο αυτό προσπαθούσε να ενισχύσει τη σημασία του με πολλά άλλα μέσα, δηλαδή: είχε διατάξει, όταν έρχεται στην υπηρεσία, να τον υποδέχονται οι υφιστάμενοί του στις σκάλες· να μην μπορεί κανείς να απευθυνθεί κατευθείαν σ' αυτόν, αλλά να τηρείται αυστηρά η ιεραρχία: ο κλητήρας ν' αναφέρεται στο γραμματέα, ο γραμματέας στον τμηματάρχη ή σε όποιον τέλος πάντων έρχεται μετά στην ιεραρχία.

Έτσι είναι στην Αγία Ρωσία, τα πάντα μολυσμένα από τη μίμηση – καθένας προσπαθεί ν' αντιγράψει τον ανώτερό του. [...]

Βάση του συστήματός του ήταν η αυστηρότης. "Αυστηρότης, αυστηρότης - και αυστηρότης", έλεγε συνήθως και με την τελευταία λέξη συνήθως κοιτούσε με πολλή σημασία το πρόσωπο του συνομιλητή του. Όλα αυτά βέβαια δε χρειάζονταν, αφού και οι δέκα υπάλληλοι που αποτελούσαν την υπηρεσία του τον φοβούνταν έτσι κι αλλιώς· βλέποντάς τον από μακριά παρατούσαν τη δουλειά τους και στέκονταν προσοχή, όσο ο διευθυντής διέσχιζε το δωμάτιο. Ο συνήθης διάλογος με τους κατωτέρους του χαρακτηριζόταν από αυστηρότητα και συνήθως περιοριζόταν σε τρεις φράσεις: "Πως τολμάτε; Αντιλαμβάνεστε σε ποιον απευθύνεστε; Έχετε συναίσθηση ποιος στέκεται μπροστά σας;"»


Από «Το Παλτό» του Νικολάι Γκόγκολ [Nikolai Vasilievich Gogol, “The Overcoat”, “Шинель”]. Πρώτη έκδοση το 1842. Μετάφραση: Γιώργος Τσακνιάς.



Μαθήματα ψυχολογίας της μάζας



«Η φήμη είναι η συνέπεια μιας παρεξήγησης. Είναι όπως το πλήθος που συγκεντρώνεται γύρω από ένα ατύχημα. Όλη η ομορφιά είναι απλώς ένα ατύχημα. Ελάχιστοι σταματούν και αναρωτιούνται τι συμβαίνει. Κάποιοι άλλοι τους μιμούνται, τους ρωτάνε... Κι ύστερα έρχεται το πλήθος που δεν βλέπει πια τίποτα και είναι ευχαριστημένο απλώς με το να πυκνώνει τις γραμμές του.

Κι από 'κει και πέρα, οι πάντες επινοούν το ατύχημα, κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συνέβη. Σταδιακά το ατύχημα παραμορφώνεται και γίνεται το έργο αυτού του συνωστισμένου πλήθους, που δεν έχει δει τίποτα». 

Από το Ημερολόγιο του Ζαν Κοκτώ [Jean Cocteau], 3 Φεβρουαρίου του 1952.



Ένα Παρίσι βουτηγμένο στη λάσπη



Πίνακας του Jean Béraud, L’Attente, 1880
Jean Béraud, L’Attente, 1880



«Την εποχή εκείνη η Νανά ήταν πολύ στεναχωρημένη, δεν είχε καθόλου το νου της στη διασκέδαση. Χρειαζόταν χρήματα. Τότε επιδίδονταν με τη Σατέν σ’ ένα λυσσαλέο κυνήγι στα πεζοδρόμια του Παρισιού, ψωνίζοντας πελάτες μες στα λασπωμένα δρομάκια κάτω από το θαμπό φως του γκαζιού. Η Νανά επέστρεψε λοιπόν στα πρόστυχα καμπαρέ των φτωχογειτονιών όπου είχε σύρει τα πρώτα της βρόμικα μεσοφόρια, ξαναείδε τα σκοτεινά απόκεντρα των εξωτερικών λεωφόρων, τα μαρμάρινα αγκωνάρια όπου τη φιλούσαν οι άνδρες όταν ήταν δεκαπέντε χρόνων, ενώ ο πατέρας της την έψαχνε για να της μαυρίσει τον πισινό.

Έτρεχαν πάνω-κάτω, σύχναζαν στους χορούς και στα καφέ κάθε συνοικίας κι ανέβαιναν σκαλιά υγρά από τις φτυσιές και τη χυμένη μπύρα. […] Αλλά οι διακοπές πλησίαζαν κι οι γειτονιές δεν είχαν χρήμα. Έτσι ξαναγύρισαν στις κεντρικές λεωφόρους. Εκεί είχαν περισσότερες πιθανότητες. Από τα υψώματα της Μονμάρτρης μέχρι το Αστεροσκοπείο, όργωναν όλη την πόλη. Βροχερά βράδια όπου τα παπούτσια τους γλιστρούσαν, ζεστές βραδιές όπου τα κορσάζ τους κολλούσαν στο δέρμα, μακρόχρονες αναμονές, ατέλειωτες βόλτες, σπρωξίματα και καβγάδες, κτηνώδεις συμπεριφορές κάποιου περαστικού που τον οδήγησαν σ’ ένα τρισάθλιο ξενοδοχείο και που ξανακατέβηκε τα λιγδιασμένα σκαλιά του βλαστημώντας – αυτή ήταν όλη τους η ζωή. […]

Τα υγρά βράδια, όταν το νοτισμένο Παρίσι ανέδιδε μια άσχημη μυρωδιά μεγάλου βρόμικου κοιτώνα, ήξερε ότι αυτός ο μαλακός καιρός, αυτή η δυσωδία των ύποπτων δρόμων, ερέθιζαν τους άντρες. Και παραφύλαγε τους πιο καλοβαλμένους, που τους καταλάβαινε από τα άτονα μάτια τους. Ήταν σα μια επιδημία λαγνείας να τύλιγε την πόλη. Ωστόσο φοβόταν και λιγάκι, γιατί οι πιο καθωσπρέπει ήταν και οι πιο νοσηροί. Το λούστρο έφευγε και εμφανιζόταν το κτήνος, απαιτώντας την ικανοποίηση των πιο απίθανων διαστροφών. Και η πουτανίτσα η Σατέν, αμφισβητούσε την αξιοπρέπεια όλων εκείνων που τριγύριζαν με αμάξι, λέγοντας πως οι αμαξάδες ήταν πιο ευγενικοί γιατί σέβονταν τις γυναίκες και δεν τις τυραννούσαν με τα διάφορα βίτσια τους.

Μα τότε, λοιπόν, αναρωτιόταν σα μιλούσε σοβαρά, δεν υπήρχε στον κόσμο αρετή; Από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα στρώματα, όλοι είναι βουτηγμένοι στη λάσπη! Το τι γίνεται στο Παρίσι από τις εννιά μέχρι τις τρεις το πρωί δεν περιγράφεται! Και η Νανά έσκαγε στα γέλια λέγοντας πως αν μπορούσαν να κοιτάξουν σ’ όλες τις κρεβατοκάμαρες, θα ‘βλεπαν τα πιο παράξενα πράγματα, το φτωχόκοσμο ν’ αναζητά την ηδονή μες στα σκατά και μερικούς τρανούς να χώνουν τη μύτη τους βαθύτερα κι απ’ αυτόν. Τα καινούργια αυτά δεδομένα πλούτισαν τις γνώσεις της γύρω από τη ζωή».


Εμίλ Ζολά, «Νανά» [Émile Zola, “Nana”]. Πρώτη έκδοση, 1880. Μετάφραση: Μαρία Παγουλάτου.



Η διαφθορά της αστικής κοινωνίας



Πορτραίτο του Ονορέ ντε Μπαλζάκ / Honoré de Balzac




«Πως θα πλουτίσουν γρήγορα, αυτό είναι το πρόβλημα που προσπαθούν να λύσουν αυτή τη στιγμή πενήντα χιλιάδες νέοι που βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση μ' εσάς. Είστε ένα νούμερο μέσα σ' όλο το πλήθος. Αναλογιστείτε τι προσπάθειες πρέπει να καταβάλετε και με πόση λύσσα πρέπει να παλέψετε. Πρέπει να αλληλοσπαραχθείτε σαν αράχνες εγκλωβισμένες μέσα σε βάζο, δεδομένου ότι δεν βρίσκονται πενήντα χιλιάδες καλές θέσεις. Ξέρετε πως ανοίγει κανείς το δρόμο του εδώ; Ή με τη λάμψη του μυαλού του, ή με την επιτηδειότητα της διαφθοράς. Πρέπει να εισβάλεις μέσα σ' αυτήν την ανθρώπινη μάζα ή σαν οβίδα κανονιού ή ύπουλα, τρυπώνοντας σαν την πανούκλα. Η εντιμότητα δε χρησιμεύει σε τίποτα. [...]

Η διαφθορά βασιλεύει παντού, το ταλέντο είναι σπάνιο. Γι' αυτό, η διαφθορά είναι το όπλο της μετριότητας που μας έχει κατακλύσει και που τα σημάδια της θα τα βρείτε παντού. Θα συναντήσετε γυναίκες που οι άντρες τους παίρνουν ένα μισθό ίσα-ίσα για να τρέφονται, κι αυτές ξοδεύουν μια περιουσία για να ντυθούν. Θα δείτε υπαλλήλους με μισθό χιλίων διακοσίων φράγκων ν' αγοράζουν κτήματα. [...]

Στο Παρίσι, τίμιος είναι αυτός που σιωπά και αρνείται να μοιραστεί! Δε μιλάω γι' αυτούς τους φουκαράδες είλωτες που, παντού, κάνουν όλες τις δουλειές χωρίς ν' ανταμείβονται γι' αυτό ποτέ και που τους αποκαλώ Η ΑΔΕΡΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΦΟΥΚΑΡΑΔΩΝ του καλού Θεού. Ασφαλώς εδώ έχουμε την αρετή σε όλο το μεγαλείο της βλακείας της, αυτή όμως είναι και η αθλιότητα. Βλέπω ήδη το μορφασμό αυτών των ανθρωπάκων, αν ο Θεός μάς έκανε καμιά άσχημη πλάκα και απουσίαζε από τη Δευτέρα Παρουσία. Αν λοιπόν θέλετε να πετύχετε γρήγορα πρέπει ή να είστε ήδη πλούσιος, ή να φαίνεστε ότι είστε. [...]

Αυτή είναι η ζωή στην πραγματικότητα. Δεν έχει τίποτα το ειδυλλιακό, μοιάζει σα να είσαι χωμένος στην κουζίνα, βρομάει όσο κι αυτή, κι εσύ πρέπει να λερώσεις τα χέρια σου αν θες να μαγειρέψεις. Να ξέρεις μόνο να ξεπλένεσαι καλά• σ' αυτό έγκειται όλη η ηθική της εποχής μας.»


Ονορέ ντε Μπαλζάκ, «Ο Μπάρμπα-Γκοριό» [Honoré de Balzac, “Le Père Goriot”]. Πρώτη έκδοση το 1835. Μετάφραση: Μ.Τυρέα-Χριστοδουλίδου




Τρώγοντας τους εργάτες



Εικονογραφήσεις για το Κάππα του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα / Akutagawa's Kappa illustrations




Στα μισά της δεκαετίας του 20 ο Ιάπωνας συγγραφέας Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα [Ryunosuke Akutagawa] εξιστόρησε τα ήθη και τον τρόπο ζωής των Κάπα, στο μυθιστόρημά του «Κάπα» [Kappa / 河童, μετάφραση: Γιούρι Κοβαλένκο]. Τα Κάπα είναι κάτι παράξενα μυθικά πλάσματα που μοιάζουν σε πολλά με τους ανθρώπους. Ζουν σε πόλεις, έχουν ανθηρές βιομηχανίες, φιλοσοφία, τέχνη και θρησκεία. Έχουν καπιταλιστές ιδιοκτήτες και πλήθη από προλετάριους. Σύμφωνα μάλιστα με τα τελευταία στατιστικά: 


«Η διαδικασία μαζικής παραγωγής καλπάζει με πολύ ταχύ ρυθμό. Το αποτέλεσμα βέβαια είναι ότι, σύμφωνα μ’ επίσημες εκτιμήσεις, έχασαν πρόσφατα τις δουλειές τους γύρω στις σαράντα με πενήντα χιλιάδες άτομα. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχα συναντήσει ακόμα τη λέξη «απεργία» σ’ αυτόν τον τόπο, όσο κι αν φυλλομετρούσα ανυπόμονα τις εφημερίδες κάθε πρωί. Ήταν κάτι που μου φαινόταν μάλλον περίεργο και δυσεξήγητο. Έτσι λοιπόν, σε μια περίπτωση που ήμουν καλεσμένος στο σπίτι του Γκάελ [ιδιοκτήτη βιομηχανίας], παρέα με τον Πεπ και τον Τσακ [δύο χαρακτηριστικούς Κάπα], βρήκα την ευκαιρία να ρωτήσω γιατί. 

«Μα, επειδή τρώγονται!»

Ο Γκάελ ήταν εκείνος που απάντησε. Το είπε με τον πιο φυσικό τρόπο, ανάμεσα σε δυο ρουφηξιές καπνού απ’ το πούρο του.

Αυτό το «τρώγονται» δεν μπορώ να πω ότι κατάλαβα ακριβώς τι σήμαινε. Ο Τσακ όμως, με το γνωστό μονόκλ του, φαίνεται πως πρόσεξε το απορημένο μου ύφος κι έσπευσε να μου εξηγήσει.

«Αυτό που ήθελε να πει ο Γκάελ είναι ότι σφάζουμε όσους εργάτες χάνουν τη δουλειά τους και χρησιμοποιούμε τη σάρκα τους για κρέας. Να, εδώ έχω μια εφημερίδα. Για να δούμε αν γράφει τίποτε σχετικό. Να! Άκου: «Ο αριθμός νέων ανέργων αυτό το μήνα έφτασε τους 64.769. Αντίστοιχη πτώση παρατηρήθηκε στην τιμή του κρέατος».

«Καλά, και οι εργαζόμενοι δέχονται μια τέτοια κατάσταση χωρίς να διαμαρτύρονται; Να οδηγούνται στο...»

«Δεν θ’ άλλαζε τίποτε, όση φασαρία κι αν έκαναν. Η σφαγή του εργαζόμενου προβλέπεται με ειδικό άρθρο στο σύνταγμά μας [...] Με μια τέτοια τακτική, βλέπεις, η Πολιτεία γλιτώνει τον πολίτη απ’ το άγχος της αυτοκτονίας, ή της λιμοκτονίας. Μια εισπνοή από δηλητηριώδες αέριο... κι αυτό ήταν όλο. Ούτε πόνος, ούτε τίποτε».

«Ναι, αλλά να τρώτε τη σάρκα τους για κρέας...», έκανα.

«Πες μου, δεν είναι αλήθεια ότι στη χώρα σου τα κορίτσια τέταρτης κατηγορίας πουλιούνται σε πορνεία; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο δεν είναι καθαρός συναισθηματισμός εκ μέρους σου να δείχνεις ότι ενοχλείσαι επειδή εδώ τρώμε τις σάρκες του εργαζόμενου σαν κρέας;»

Ο Γκάελ περίμενε να γίνει κάποιο διάλειμμα στη συζήτηση για να μου προσφέρει ένα απ’ τα πιάτα με σάντουιτς που βρίσκονταν πάνω στο τραπέζι.

«Αυτά πως σου φαίνονται;», μου είπε. «Πάρε ένα! Κρέας εργαζόμενου είναι κι αυτό!»

Δεν χρειάζεται να πω ότι χλόμιασα. [...] Πήρα το δρόμο για το σπίτι μου μέσα σ’ ένα σκοτάδι μαύρο σαν πίσσα, κάνοντας συνέχεια εμετό. Στο κατάμαυρο φόντο της νύχτας, το ξερατό μου φάνταζε άσπρο, κάτασπρο».



Ξέσπασμα στη βουλή



Ο καπιταλισμός ξεζουμίζει τους εργάτες - παλιά γελοιογραφία / Capitalism draining the workers, old political cartoon




«Καθόμουνα στον εξώστη της βουλής εκείνη την ημέρα. Όλοι ξέραμε πως κάτι φοβερό ήταν να γίνει. Πλανιόταν στον αέρα και η παρουσία του γινόταν αισθητή από τους οπλισμένους στρατιώτες που ήταν παραταγμένοι στους διαδρόμους και από τους αξιωματικούς που συγκεντρώνονταν στις εισόδους της Βουλής. Η Ολιγαρχία θα χτυπούσε. Μιλούσε ο Έρνεστ. Ανιστορούσε τα βάσανα των ανέργων, με την ιδέα ότι μπορούσε ν’ αγγίξει τις καρδίες και τις συνειδήσεις τους. Αλλά οι Ρεπουμπλικάνοι και οι Δημοκρατικοί βουλευτές τον σάρκαζαν και επικρατούσε φασαρία και σύγχυση. Ο Έρνεστ άλλαξε απότομα ύφος.

— Γνωρίζω ότι τίποτα δεν μπορεί να σας επηρεάσει, είπε. Δεν έχετε ψυχή για να επηρεαστεί. Είστε ασπόνδυλα και μαλθακά πλάσματα. Με πομπώδη τρόπο ονομάζετε τους εαυτούς σας Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς. Δεν υπάρχει Ρεπουμπλικάνικο Κόμμα. Δεν υπάρχει Δημοκρατικό Κόμμα. Δεν υπάρχουν Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκράτες εδώ μέσα. Είστε κόλακες και προαγωγοί, τα τσιράκια της Πλουτοκρατίας. Φλυαρείτε με απαρχαιωμένη ορολογία για την αγάπη σας στην Ελευθερία, ενώ φοράτε την κόκκινη λιβρέα της Σιδερένιας Φτέρνας.

Στο σημείο αυτό, η φωνή του πνίγηκε από τις κραυγές: «Στην τάξη! στην τάξη!» κι εκείνος στεκόταν περιφρονητικά ώσπου η οχλαγωγία κατάπεσε. Έκανε μια χειρονομία που τους έκλεινε όλους μέσα, γύρισε στους συντρόφους του και είπε:

— Ακούτε πως μουγκρίζουν τα χορτασμένα κτήνη.

Πανδαιμόνιο έγινε ξανά. Ο πρόεδρος χτυπούσε για να επιβάλλει την τάξη και κοίταζε με προσδοκία κατά την πόρτα, στους αξιωματικούς. «Ανταρσία!» ακούγονταν φωνές κι ένας φωνακλάς βουλευτής της Νέας Υόρκης, φώναξε: «Αναρχικέ!» στον Έρνεστ. Και ο Έρνεστ δεν ήταν καθόλου ευχάριστος να τον κοιτάζεις. Τρεμούλιαζε κάθε αγωνιστική ίνα του και το πρόσωπό του ήταν το πρόσωπο ενός ζώου που πολεμάει, ωστόσο, ήταν ψύχραιμος και συγκεντρωμένος.

— Θυμηθείτε, είπε με φωνή που την έκανε ν’ ακουστεί πάνω από το θόρυβο, ότι όπως εσείς τώρα δείχνετε οίκτο στο προλεταριάτο, κάποια μέρα, αυτό το ίδιο το προλεταριάτο θα δείξει οίκτο για σας.

Οι φωνές «Ανταρσία!» και «Αναρχικός!» διπλασιάστηκαν.

— Ξέρω ότι δε θα ψηφίσετε το νομοσχέδιο αυτό, συνέχισε ο Έρνεστ. Πήρατε εντολές από τα αφεντικά σας να το καταψηφίσετε και με φωνάζετε, από πάνω, αναρχικό. Εσείς που έχετε εξοντώσει τις κυβερνήσεις του λαού, και που αδιάντροπα επιδείχνετε τη ντροπή σας στις δημόσιες πλατείες, με φωνάζετε αναρχικό. Δεν πιστεύω στις φωτιές της κόλασης και στο θειάφι, αλλά τέτοιες στιγμές λυπάμαι που δεν πιστεύω. Όσο υπάρχετε εσείς, υπάρχει και μια ζωτική ανάγκη για μια κόλαση στον κόσμο.»

Τζακ Λόντον, «Η Σιδερένια Φτέρνα» [Jack London, “The Iron Heel”]. Πρώτη έκδοση το 1908. Μετάφραση: Γεωργία Αλεξίου. 


Όλοι είναι ασφαλείς στον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο




Εξώφυλλο για τον Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο του Άλντους Χάξλεϋ / Brave New World by Aldous Huxley, book cover




«Είναι αστείο να διαβάζει κανείς τι έγραφαν οι άνθρωποι για την επιστήμη την εποχή του Μεγάλου μας Φορντ. Νόμιζαν ότι η πρόοδός της θα ήταν απεριόριστη, ανεξάρτητα από τους άλλους παράγοντες. Η γνώση ήταν το υπέρτατο αγαθό, η αλήθεια η υπέρτατη αξία και όλα τ’ άλλα συμπληρωματικά και δευτερεύοντα.

Από την εποχή εκείνη όμως, οι αντιλήψεις άρχισαν ν' αλλάζουν. Ο Μεγάλος Φορντ κατέβαλε τεράστια προσπάθεια να στρέψει την προσοχή από την αλήθεια και την ομορφιά στην ευημερία και την ευτυχία. Η μαζική παραγωγή, απαιτούσε αυτόν τον αναπροσανατολισμό. Η καθολική ευτυχία διατηρεί την εύρυθμη λειτουργία των μηχανισμών, η αλήθεια και η ομορφιά όμως όχι. Κι όποτε οι μάζες καταλάμβαναν την πολιτική εξουσία, η ευημερία τελικά μετρούσε και όχι η αλήθεια και η ομορφιά.

Παρ' όλα αυτά, η απεριόριστη επιστημονική έρευνα επιτρεπόταν. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να συζητούν για την αλήθεια και την ομορφιά μέχρι τον Εννεαετή Πόλεμο. Αυτός ήταν η αφορμή ν' αλλάξουν οι αντιλήψεις ριζικά. Τι νόημα έχει η αλήθεια ή η ομορφιά όταν ανθρακοβόμβες σκάνε γύρω σου;

Από τότε άρχισε να ελέγχεται η επιστήμη. Οι άνθρωποι αντάλλασαν τα πάντα για μια ήσυχη ζωή, ήταν διατεθειμένοι ακόμα και η διατροφή τους να τεθεί υπό αυστηρό έλεγχο.

Από τότε ελέγχουμε την κοινωνία. Η αλήθεια βέβαια τέθηκε σε δεύτερη μοίρα, ευνοήθηκε όμως η ευτυχία. Όλα έχουν τ' ανταλλάγματά τους. Η ευτυχία κι αυτή πληρώνεται.» 


Η ιδανική κατανομή του πληθυσμού έχει για μοντέλο της ένα παγόβουνο, όπου τα οκτώ ένατα βρίσκονται κάτω από το νερό και το ένα ένατο πάνω".

"Και όσοι ζουν από κάτω, μπορούν να είναι ευτυχισμένοι;"

"Είναι περισσότερο ευτυχισμένοι από τους από πάνω. Δεν βρίσκουν καθόλου απαίσια τη δουλειά τους, αντίθετα τους αρέσει. Διότι η εργασία τους είναι ελαφριά, παιδική. Δεν χρειάζεται να κουράζουν το μυαλό, ή τους μυς τους. Επτάμισι ώρες άνετης εργασίας κι ύστερα ναρκωτικά και παιχνίδια, ελεύθερες σχέσεις και αισθησιακά θεάματα. Τι άλλο να θέλουν; [...]

Σήμερα είμαστε προκαθορισμένοι να κάνουμε ακριβώς αυτό που πρέπει. Κι αυτό που πρέπει να κάνουμε μας είναι πολύ ευχάριστο.

Κι αν παρ' ελπίδα κάτι κάπου πάει στραβά, υπάρχει πάντα η σόμα για ένα ταξίδι μακριά από τα δυσάρεστα γεγονότα. Η σόμα σε ηρεμεί, σβήνει το θυμό, σε συμφιλιώνει με τους εχθρούς σου, σε κάνει υπομονετικό και ανθεκτικό στον πόνο. Στο παρελθόν όλα αυτά απαιτούσαν χρόνια ψυχικής εξάσκησης. Τώρα μ' ένα δυο γραμμάρια ναρκωτικών σόμα έχεις φτάσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Όλοι είναι ενάρετοι στις μέρες μας. Τη μισή ηθικότητά σου την κουβαλάς πάνω σου σε χάπια ναρκωτικού. Χριστιανισμός δίχως δάκρυα - αυτή είναι η σόμα».



Άλντους Χάξλεϊ, «Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος» [Aldous Huxley, “Brave New World”]. Πρώτη έκδοση 1931. Μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης. 



Τα προηγούμενα μέρη από το «Λαγούμι της Λογοτεχνίας»


Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 1 – Κρασιά, Καράβια και Βιβλία που Δαγκώνουν
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 2 – Τσουκνίδες και Ποτά
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 3 – Παραμύθια, διάβολοι και θάλασσες
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 4 – Υπαρξισμός και Έκσταση
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 5 – Τα πιο παλιά σου Όνειρα
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 6 – Θαυμαστοί Καινούργιοι Κόσμοι
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 7 – “We’ re All Mad Here”
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 8 - Οι στάχτες του πολέμου
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 9 – O χορός των εφτά πέπλων
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 10 – Λογοτεχνία και Σπορ
Στο Λαγούμι της Λογοτεχνίας, μέρος 11 – Ποίηση και Τρέλα



© Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτιος 19. 



Metropolis painting by George Grosz, 1917-18 / Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18
Μητρόπολις, πίνακας του Τζορτζ Γκρος, 1917-18

6 Μαρτίου 2019

Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν


Vassily Kandinsky - Composition No 4, 1911




Αυτό είναι ένα πειραματικό κείμενο, και, ως τέτοιο, δεν επιθυμώ να βγάζει ιδιαίτερο νόημα. Γι’ αυτόν τον λόγο ακριβώς θα του δώσω έναν τυχαίο τίτλο. «Σκυλιά που στεγνώνουν τη γούνα τους στο Μπρούκλιν». Αυτό μου ήρθε πρώτο σαν σκέψη, εντελώς γελοίο, μου αρέσει, το κρατάω.

Τι θα κάναμε δίχως τη γελοιότητα, που τόσο πετυχημένα μας θυμίζει πως υπάρχει μια κάποια τεχνητή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, το αποδεκτό και το μη-αποδεκτό, την πλευρά της όχθης όπου νομίζουμε πως στεκόμαστε και την όχθη όπως είναι στην πραγματικότητα: μια μεγάλη, γλιστερή φάλαινα, που ετοιμάζεται να καταδυθεί στον βυθό.

Splish splash, I was taking a bath. Δυο δυο, στη μπανιέρα δυο δυο. Παπάκια. Σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω. Νευρικά. Ευερέθιστα. Σαν τη χοντρή που μπήκε στο λεωφορείο. Την κοιτάζω. Με κοιτάζει. Αηδία. Παπάκια στη σειρά. Μισώ όλο τον κόσμο, μα τα παπάκια πιο πολύ. Και αυτόν τον τύπο, εκεί, απέναντι, που θέλει να τα ρίξει στη γκόμενα με τη γκρι φούστα. Τη γδύνει με το βλέμμα του. Εκείνη δεν κοιτάζει – τάχα. Λες και δεν καταλαβαίνουν. Σκυλιά με τη γλώσσα έξω. Πόσο πιο εύκολα θα ήταν αν κουνούσαμε τις ουρές μας – ούτε χυλόπιτες, ούτε τίποτα. Με γουστάρεις; Κουνάς την ουρά σου, τόσο απλά. Και η χοντρή να κοιτάζει και το μωρό να γλύφει το παγωτό που κρέμεται στα στήθη της, αερόστατα σε πτώση.

«Νεαρέ, θα με αφήσεις να κάτσω στη θέση σου; Είμαι ηλικιωμένη», μου απευθύνει ευγενικά τον λόγο μια καλόψυχη ηλικιωμένη. «Όχι», απαντώ. Γελάω με τον εαυτό μου. Κλαίει. Η μπανιέρα πάει να ξεχειλίσει. Ιδρώνουν τα σκυλιά. Έξω οι γλώσσες. Το μωρό γλύφει το παγωτό που κυλάει στο πάτωμα του λεωφορείου, το ίδιο πάτωμα που πατήθηκε από –

Ένας τύπος, εκεί δα, απέναντι (δηλαδή πέρα στο άπειρο, καθώς ποτέ δεν θα γνωρίσω τίποτα πέραν της εικόνας που μου παρουσιάζει), γνωρίζει μια κοπέλα. Της μιλάει. Μόλις τη γνώρισε. Εκείνη τον κοιτάζει και τα μάτια της σκορπούν αστέρια.

«Γνωρίζεις τον μύθο του Σπηλαίου, του Πλάτωνα;», τη ρωτάει ο νεαρός.

«Ηλιόλουστη μέρα σήμερα. Αίθριος καιρός», του απαντάει εκείνη.

«Βλέπουμε μόνο εκείνα που μας υπαγορεύουν οι αισθήσεις μας. Πλέουμε σε πελάγη αγνοίας. Μα σύμφωνα με την πλατωνική φιλοσοφία η λύση βρίσκεται στην ορθή χρησιμοποίηση του Λογικού, που παρέχει τη δυνατότητα να αποτινάξουμε τις όμοιες με κουρτίνες ψευδαισθήσεις και να δούμε πέρα, στον αληθινό κόσμο των Ιδεών, εκεί που εδράζεται η γνώση, η αλήθεια, η σοφία.»

«Θα συμφωνήσω πως οι γάτες έχουν όμορφο τρίχωμα».

«Ποτέ δεν μπόρεσα να κατανοήσω πως είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια αποξένωση στον κόσμο. Γιατί να ζούμε τόσο απομονωμένοι ο ένας απ’ τον άλλον. Σάμπως δεν είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό; Όχι, μη με κοιτάζεις έτσι, δεν επιθυμώ να θέσω βιβλικές παραβολές τύπου «η Εύα φτιάχτηκε από το πλευρό του Αδάμ» και τέτοια. Είχα κατά νου περισσότερο εκείνους τους στίχους του Moby, ξέρεις, “we’ re all made of stars”, αστέρια, μακρόκοσμος, το απώτερο σύμπαν όπως κάποιες φορές εντοπίζεται σε μια τόσο δα δροσοσταλίδα, μια νότα σαξοφώνου, τον ήχο που κάνει το κουταλάκι όταν ανακατεύει τον καφέ.»

«Το αγαπημένο μου μουσείο είναι το αρχαιολογικό. Είχα πάει μικρή. Θυμάμαι τη θεία μου να με κρατά από το χέρι και να με κερνά παγωτό».

«Μα δεν υπάρχει ένας ενιαίος ορισμός για τον άνθρωπο. Κάθε φιλόσοφος, κάθε στοχαστής βλέπει μια πλευρά και αγνοεί μια άλλη. Άλλος θα σου πει για ζώα και άλλος για θεούς, μα το νόημα βρίσκεται στη σύνθεση των αντιθέτων και στην αιώνια διαπάλη τους – μα αδυνατούμε να συλλάβουμε τη διαπάλη, καθώς αδυνατούμε να επεξεργαστούμε ταυτόχρονα την αντίθεση, ο νους μας παλεύει να επιλύσει τις ασυμφωνίες θρυμματίζοντας την ίδια τη βάση τους, τη μήτρα του χάους που τις γεννά, παρέχοντας ένα κάλπικο εξορθολογισμένο περίβλημα στο άπειρο της αδιάκοπης ροής, φθοράς και αφθαρσίας, τέτοιο που μοιάζει με δίνη, με ρουφήχτρα».

Εισιτήρια! Τα εισιτήριά σας, παρακαλώ.

Είχε μπει ένας ελεγκτής. Μα του επεσήμανα πως άργησε. Εδώ και κάμποσο καιρό έχουν καταργηθεί τα εισιτήρια στα λεωφορεία και τα τρένα. Τώρα χτυπάμε κάρτα.

Το ξέρω πως άργησα, μου λέει. Πάντα τελευταίος φτάνω. Όσο και αν πασχίζω, πάντα μένω μόνος στο τέλος.

Γελάμε με την ψυχή μας. Η χοντρή με το μωρό τραντάζονται και το λεωφορείο ξεχειλίζει παγωτό που κυλάει στο πάτωμα και ξεχύνεται απ’ τα παράθυρα. Στη στάση ανοίγουν το στόμα τους και γλύφουν. Όλοι κρεμάμε τις γλώσσες έξω. Είστε χυδαίοι, βροντοφωνάζει η καλόψυχη ηλικιωμένη, μα ποιος την ακούει. Είμαστε όλοι απασχολημένοι στο γλείψιμο.

Στάση. Η πόρτα ανοίγει. Μπαίνουν μέσα δυο πενηντάρηδες, ένας ζητιάνος, ένα κοριτσάκι, οι τέσσερις καβαλάρηδες της αποκάλυψης και δυο φοιτητές της νομικής. «Συγγνώμη, σας έσπρωξα κύριε», λέει ο φοιτητής στον καβαλάρη. «Δεν πειράζει, κύριε, είμαστε ούτως ή άλλως στριμωγμένοι εδώ μέσα», απαντάει εκείνος καθησυχαστικά. Το κοριτσάκι βρίσκει τη μαμά του στο προτελευταίο κάθισμα – την είχε χάσει, μα ευτυχώς τη βρήκε.

Συνεχίζουμε τον δρόμο μας. Χαρούμενοι, δίχως προορισμό. Κάποιος θέλει να πατήσει το κουμπί της στάσης. «Το σκέφτεστε, βλέπω», του αποκρίνεται η διπλανή του. «Ναι… δεν είμαι σίγουρος», απαντάει αυτός.

Τελικά δεν πατάει το κουμπί. Υποχώρησε. Κρίμα.

Ο νεαρός φλερτάρει με την κοπέλα. Τώρα της μιλάει για τον Άγιο Αυγουστίνο και την Πολιτεία του Θεού. Εκείνη γοητεύεται. Κοιτάζει την τσάντα της και βγάζει ένα σεσουάρ. Στεγνώνει τα μαλλιά της. Ο αέρας εκσφενδονίζει απ’ το παράθυρο το κοριτσάκι. Θα χρειαστεί να μπει ξανά στο λεωφορείο, στην επόμενη στάση, να αναζητήσει πάλι τη μαμά του.

Και η ζωή συνεχίζεται. Και εγώ δεν είμαι εγώ, μα τι μπορώ να κάνω πια. Τίποτα παρά να αφεθώ στον ίδιο χορό. Τους βλέπεις να χορεύουν, όλοι, εδώ στο λεωφορείο που είναι ταυτόχρονα στάδιο και γυάλα σε ράφι βιβλιοθήκης. Χορεύουν, ξεσαλώνουν, ο ντι-τζέι παίζει μια μπαλάντα και η χοντρή κυρία χορεύει αγκαζέ με το παγωτό, ενώ το μωρό τρέχει πίσω απ’ τα απομεινάρια μιας νύχτας δίχως έρωτα.

Stop!

~

5 Μαρτίου 2019

Ερωτευμένος με μια Εταίρα... του Αλεξάνδρου Δουμά (υιού)





Δύο αποσπάσματα από την «Κυρία με τις Καμέλιες» του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού




«Τίποτα δεν ταιριάζει περισσότερο στη γυναίκα που αγαπάς, όσο ο γαλάζιος ουρανός, τα ονόματα των λουλουδιών, ο δροσερός αέρας, η αστραφτερή μοναξιά του αγρού ή του δάσους. Μ’ όση δύναμη κι αν αγαπάς μια γυναίκα, όση εμπιστοσύνη κι αν της έχεις, όση βεβαιότητα για το μέλλον και να σου δίνει το παρελθόν της, ζηλεύεις πάντα, λιγότερο ή περισσότερο. Αν υπήρξατε ερωτευμένος, κι ερωτευμένος στ’ αλήθεια, πρέπει να έχετε δοκιμάσει αυτή την ανάγκη ν’ απομονώσετε από τον κόσμο το πλάσμα που μέσα σ’ αυτό θέλετε να ζήσετε ολόκληρος. Φαίνεται ότι η γυναίκα που αγαπάς, όσο αδιάφορη κι αν είναι για ένα περιβάλλον, χάνει από το άρωμα και τη μοναδικότητά της όταν βρίσκεται ανάμεσα σε διάφορα πρόσωπα και πράγματα.

Όλα αυτά τα ένοιωθα πολύ περισσότερο από κάθε άλλον. Ο έρωτάς μου δεν ήταν ένας κοινός έρωτας. Ήμουν ερωτευμένος όσο μπορεί να είναι ένα κοινό πλάσμα, αλλά με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Μπορούσα, δηλαδή, σε κάθε βήμα μου στο Παρίσι να σκουντήσω έναν άντρα που υπήρξε εραστής αυτής της γυναίκας ή που θα ήταν την επομένη.

Στην εξοχή, ανάμεσα σε ανθρώπους που ποτέ δεν τους είχαμε δει και που δεν νοιάζονταν για μας, μέσα στη φύση την καταστόλιστη με την άνοιξή της, σ' αυτό το ετήσιο προσκύνημα, και μακριά από τον θόρυβο της πολιτείας, μπορούσα να προστατέψω τον έρωτά μου και ν' αγαπώ χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς φόβο. […]


Να σ' αγαπήσει μια κοπέλα αγνή, να της μάθεις πρώτος εσύ αυτό το παρθένο μυστήριο του έρωτα, είναι βέβαια μεγάλη ευτυχία, αλλά και το απλούστερο πράγμα. Να κατακτήσεις μια καρδιά άμαθη στις επιθέσεις, είναι σα να μπαίνεις σε μια πόλη αφύλαχτη και χωρίς φρουρά. Η αγωγή, το αίσθημα του καθήκοντος και η οικογένεια είναι πολύ ισχυροί φρουροί, αλλά δεν υπάρχουν φρουροί τόσο άγρυπνοι που να μη τους ξεγελάει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, στο οποίο η φύση, με τη φωνή του άντρα που αγαπάει, δίνει αυτές τις πρώτες ερωτικές συμβουλές, που είναι τόσο πιο φλογερές όσο πιο αγνές φαίνονται.

Όσο περισσότερο η νέα πιστεύει στο καλό, τόσο πιο εύκολα εγκαταλείπεται, αν όχι στον εραστή, τουλάχιστο στον έρωτα, γιατί καθώς δεν έχει δυσπιστία, είναι και χωρίς δύναμη• ν' αγαπηθείς από αυτήν είναι θρίαμβος που θα μπορέσει να τον έχει, αν το θελήσει, κάθε άντρας είκοσι πέντε χρονών. Κι αυτό είναι τόσο αληθινό, ώστε βλέπετε πως περιβάλλουν τις νέες κοπέλες με επίβλεψη και φραγμούς. Τα μοναστήρια δεν έχουν τοίχους αρκετά ψηλούς, οι μητέρες τόσο απαραβίαστες κλειδαριές, η θρησκεία τόσο αδιάκοπες και βαριές υποχρεώσεις για να κλείσουν όλ’ αυτά τα χαριτωμένα πουλιά στο κλουβί χωρίς να ρίξουν σ' αυτό ούτε ένα λουλούδι. Έτσι, επειδή οφείλουν να επιθυμούν τον κόσμο που τους κρύβουν, επειδή υποχρεώνονται να πιστεύουν ότι είναι γεμάτος προκλήσεις, επειδή αναγκάζονται ν' ακούσουν την πρώτη φωνή που έρχεται, ανάμεσα από τα κάγκελα, να τους διηγηθεί μυστικά, νοιώθουν ότι πρέπει να ευχαριστήσουν αυτό το χέρι που σηκώνει πρώτο μια γωνιά από τον μυστηριώδη πέπλο.

Αλλά ν’ αγαπηθείς από μια εταίρα είναι μια νίκη πολύ και αλλιώτικα δύσκολη. Σ’ αυτές, το σώμα έφθειρε την ψυχή, οι αισθήσεις έκαψαν την καρδιά, η αμαρτία θωράκισε σκληρά τα αισθήματα. Τα λόγια που τους λες τα ξέρουν από πολύ καιρό, τα μέσα που χρησιμοποιείς τα γνωρίζουν καλά κι ακόμα έχουν πουλήσει τον έρωτα που εμπνέουν. Αγαπούν από επάγγελμα, κι όχι από έξαρση. Ο υπολογισμός τους τις προφυλάσσει πολύ πιο σίγουρα παρά μια παρθένα η μητέρα της ή το μοναστήρι.

Έτσι επινόησαν τη λέξη καπρίτσιο γι’ αυτούς τους δίχως συναλλαγή έρωτες που τους έχουν πότε πότε σαν ανάπαυση, σαν δικαιολογία και σαν παρηγοριά. Όμοια με τους τοκογλύφους που απογυμνώνουν χίλιους ανθρώπους και πιστεύουν ότι τα αντισταθμίζουν όλα αν δώσουν μια μέρα, χωρίς τόκο και απόδειξη, είκοσι φράγκα σε κάποιο φτωχό διάβολο που πεθαίνει από την πείνα.

Κι ύστερα, όταν ο Θεός επιτρέψει τον έρωτα σε μια εταίρα, ο έρωτας αυτός, που μοιάζει στην αρχή σα συγγνώμη, γίνεται γι' αυτήν, σχεδόν πάντα, μια τιμωρία. Δεν υπάρχει συγχώρεση χωρίς μετάνοια. Όταν ένα πλάσμα που κατακρίνει τον εαυτό του για όλο του το παρελθόν, αισθάνεται ξαφνικά να είναι ερωτευμένο, βαθιά, ειλικρινά, ακατάσχετα, ενώ πίστευε ότι ποτέ δεν ήταν άξιο για κάτι τέτοιο, όταν ομολογεί αυτόν τον έρωτα, πόσο εξουσιάζεται από τον άντρα που αγάπησε! Πόσο δυνατός νοιώθει με το σκληρό αυτό δικαίωμα για να της πει: «Δεν νοιάζεσαι περισσότερο για τον έρωτα, παρά μόνο για το χρήμα».



*** 






Τα αποσπάσματα από το κλασικό έργο του Αλεξάνδρου Δουμά, υιού, «Η Κυρία με τις Καμέλιες» [Alexandre Dumas, fils, “La Dame aux Camélias”], το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1848. Ένα βιβλίο που έμεινε ξακουστό από τις άφθονες θεατρικές και κινηματογραφικές μεταφορές του – στα αγγλικά αποδίδονται με τον τίτλο: “Camille”.

Το θέμα του βιβλίου, εν μέρει αυτοβιογραφικό, πραγματεύεται τον έρωτα ενός νεαρού αστού για μια πόρνη πολυτελείας – τη Μαργαρίτα Γκωτιέ. Δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία φορά που η κλασική λογοτεχνία πραγματευόταν ένα αντίστοιχο θέμα. Μένοντας στη Γαλλία, είχε προηγηθεί ο Μπαλζάκ με το “Splendeurs et misères des courtisanes” του 1838-47 και έμελλε να ακολουθήσουν ο Ζορίς-Καρλ Υσμάν [Joris-Karl Huysmans] με το “Marthe” το 1876 και ο Εμίλ Ζολά με τη «Νανά» το 1880.

Ο Δουμάς προσέδωσε μια περισσότερο συναισθηματική, θα λέγαμε, οπτική ματιά στο θέμα. Ο έρωτας του πρωταγωνιστή με τη Μαργαρίτα Γκωτιέ είναι ένας εύθραυστος έρωτας, έτοιμος να ραγίσει στο παραμικρό. Η Μαργαρίτα απέχει όσο η μέρα με τη νύχτα από τη σκληροπυρηνική εικόνα της πόρνης που έμελλε να μας μεταδώσει 30 χρόνια μετά ο Ζολά. Είναι μια λεπτή και ασθενική φύση, μπλεγμένη μεταξύ εξιδανίκευσης και αλήθειας, φέροντας ακόμα τον απόηχο του Ρομαντισμού, ερωτεύσιμη μα αδύναμη να δραπετεύσει από μια πραγματικότητα που την παγιδεύει στους κόλπους της.

Η μετάφραση είναι του Α. Φραγκιά. Η εισαγωγική εικονογράφηση (που βλέπουμε σε δύο εκδοχές) ανήκει στον Alphonse Mucha και διαχέεται έντονα από το στυλ της Αρ Νουβό: βρισκόμαστε στο έτος 1896 και στον πρωταγωνιστικό ρόλο της «Κυρίας με τις Καμέλιες» δεν είναι άλλη από την περίφημη Σάρα Μπερνάρ. Η δεύτερη εικονογράφηση είναι του Emile Βerchmans και χρονολογείται από το 1900.

Για την ψηφιοποίηση των αποσπασμάτων και την παρουσίαση, το Φονικό Κουνέλι, Μάρτης του 19.


3 Μαρτίου 2019

Γενηθήτω Black Sabbath... ένα αφιέρωμα στους πατέρες της metal μουσικής



Black Sabbath album cover / Το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath




Ο ήχος του ψιλόβροχου πέφτει στον δρόμο... Σταγόνες κρύες, παγωμένες, κάθε άγγιγμά τους μια προειδοποίηση. Η καμπάνα αντηχεί από μακριά, αντιλαλώντας πένθιμα, υπόκωφα. Μια επικείμενη αίσθηση χαμού. Ο ήχος της θολός και απόμακρος, θαμμένος στην ομίχλη, μυστικό που αναδύεται σαλεύοντας αργά. Μα σαν περνά η ώρα, ο αντίλαλος τρυπά το νεφελώδες πέπλο και καταφτάνει κρυστάλλινος στ’ αυτιά σου. Ο ήχος της καμπάνας δυναμώνει, καταπίνει τη σιωπή. Μαζί του δυναμώνει και η βροχή. Τα άγγιγμά της πλέον τσουχτερό. Αισθάνεσαι πως κάτι φοβερό, κάτι φρικτό επίκειται, από στιγμή σε στιγμή. Μα παραμένεις κοκαλωμένος στη θέση σου.

Μια μαυροντυμένη φιγούρα ξεπροβάλλει από μακριά, τα χαρακτηριστικά της θολά, απροσδιόριστα. Πλησιάζει προς το μέρος σου, βαδίζοντας αργά, πολύ αργά. Μήπως όμως παραμένει ακίνητη στη θέση της; Μήπως είσαι εσύ εκείνος που πλησιάζεις, χωρίς τη θέλησή σου; Μήπως η νύχτα η ίδια σε σπρώχνει να τη συναντήσεις; Οι καμπάνες αντηχούν διαπεραστικά – η βροχή σε περιβάλλει. Η φιγούρα σιμώνει προς το μέρος σου. Θες να κάνεις μεταβολή, επιθυμείς να φύγεις – μα για κάποιο λόγο πιάνεις τον εαυτό σου να παραμένει στάσιμος, κοιτάζοντας σαν υπνωτισμένος.

Η φιγούρα σου χαμογελά. Ένας κεραυνός σκίζει τον ουρανό στα δύο. Βγάζεις μια κραυγή. Η κόλαση ξεχύνεται. Είναι πια αργά.

…Kαὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω metal· καὶ ἐγένετο Black Sabbath – όπως θα μπορούσε να γράφει η Βίβλος της Μουσικής, κάπου εκεί, σε μια από τις καταχωνιασμένες, σκοτεινές σελίδες της.

Και γεννήθηκαν έτσι, υπό τους ήχους της βροχής και των καμπάνων του χαμού, οι Black Sabbath, ένα τερατόμορφο μωρό με παραμορφωμένα δάχτυλα και άγριο βλέμμα. Ένα μωρό που βύζαινε τα Blues, τη Μάνα τόσων και τόσων παιδιών, μα δημιούργησε κάτι διαφορετικό, κάτι καινούργιο από αυτά. Ήταν το Heavy Metal και οι Black Sabbath υπήρξαν οι πατέρες του.





Βροχή στο σκοτάδι / Raining in the dark



Ένα ατύχημα




Η βροχή που δυναμώνει· Οι πένθιμες καμπάνες· Η ντυμένη στα μαύρα φιγούρα – μια παρουσία άγνωστη, μα τόσο γνώριμη ταυτόχρονα· Και η σπαρακτική κραυγή του Ozzy Osbourne, ενώ φωνάζει «Θεέ μου, βοήθησέ με!». Αυτή είναι η ατμόσφαιρα και αυτά είναι τα συστατικά του θρυλικού πρώτου, ομότιτλου τραγουδιού, του πρώτου άλμπουμ των Black Sabbath. Βρισκόμαστε στο έτος 1970. Ήταν τότε που η μαυροντυμένη τετράδα των Tonny Iommi, Ozzy Osbourne, Geezer Butler και Bill Ward αποφάσισαν να συλλέξουν σ’ έναν δίσκο τ’ αποτελέσματα των μουσικών και στιχουργικών πειραματισμών τους. Τίποτα δε θα ήταν το ίδιο ξανά στη μουσική.

Ασφαλώς εκείνο που ονομάζουμε «σκληρή» μουσική προϋπήρξε των Black Sabbath. Οι ρίζες τους ήταν εμποτισμένες απ’ τα Blues και δεν είναι τυχαία η αρχική ονομασία του συγκροτήματος: “The Polka Tulk Blues Band”, συντομευμένη εν συνεχεία σε “Polka Tulk”. Ήταν 1968 όταν τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος έκαναν το ξεκίνημά τους – καταμεσής της εποχής των παιδιών των λουλουδιών, της ψυχεδέλειας και των κοινωνικών μηνυμάτων αγάπης. Μα εδώ δεν ήταν Σαν Φρανσίσκο, μα το βιομηχανικό Birmingham: η τετράδα ήταν γέννημα θρέμμα της εργατικής τάξης. Μέσα στην κάπνα και το ζοφερό σκηνικό της πόλης δεν έβρισκαν πολλές αφορμές για να πιάσουν τους αγρούς και να τραγουδήσουν για λουλούδια και ειρήνη.

Εν ολίγοις, ήδη από το ξεκίνημά της, η τετράδα απ’ το Birmingham φανέρωνε πως επιθυμούσε να ακολουθήσει έναν διαφορετικό δρόμο, πέρα από τη μόδα και τις τάσεις των καιρών.



Earth band in 1968... Black Sabbath in their beginning / Οι Black Sabbath στο ξεκίνημά τους, τον καιρό που ονομάζονταν Earth
Παλιά, πρώιμη φωτογραφία των Black Sabbath, από το 1969 / Black Sabbath in 1969
Ο κιθαρίστας των Black Sabbath, Tony Iommi




Σύντομα το σχήμα (που στην πρώιμη εκδοχή του ήταν εξαμελές, μα δύο από τα μέλη του έφυγαν πολύ νωρίς) μετονομάστηκε σε “Earth” – ήταν ένα όνομα που αργότερα ο Ozzy Osbourne αποκάλυψε πως μισούσε. Τα Blues υπήρξαν ο πυρήνας, η βάση του ήχου τους. Αν υπήρξε μία μουσική τις περασμένες δεκαετίες, που είχε κάθε λόγο να θεωρεί τον εαυτό της περιθωριακό, τραχύ και άγριο, αυτή ήταν σαφέστατα τα μαύρα, αμερικανικά Blues – και στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘60 η Αγγλία τα είχε ανακαλύψει και τα είχε ερωτευτεί. Ε λοιπόν, η τετράδα από το Birmingham ανήκε στους θαυμαστές του είδους – μα δεν δοκίμαζαν να παίξουν Blues «καθαρά», μα μπολιασμένα με άφθονη ηλεκτρική παραμόρφωση.

Ήταν ένας εντελώς πρωτοποριακός ήχος και ένα πολύ ασυνήθιστο, για την εποχή, στυλ παιξίματος, ειδικά όσο αφορά την ηλεκτρική κιθάρα. Σύμφωνα με τον κιθαρίστα Tonny Iommi, τον βασικό υπεύθυνο της δημιουργίας του χαρακτηριστικού αυτού ήχου του συγκροτήματος, το παίξιμό του οφειλόταν σε ένα εργατικό ατύχημα που είχε στα 17 του – στη διάρκεια του οποίου έχασε τις άκρες των μεσαίων δαχτύλων του χεριού του. Στη θέση τους έβαλε πρόσθετα, πλαστικά υποκατάστατα και ξεκούρδισε τις χορδές της κιθάρας του με τρόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να τις λυγίζει ευκολότερα με τα νέα, κατασκευασμένα δάχτυλά του. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιαίτερα παραμορφωμένος κιθαριστικός ήχος, όμοιος του οποίου δεν είχε ακουστεί ως τότε. Δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε λοιπόν πως ήταν ένα ατύχημα εκείνο που γέννησε το heavy metal.

Και αν δεν είχε υπάρξει ο ήχος της κιθάρας του Iommi, θα μιλούσαμε άραγε για «σκληρή μουσική»; Πιστεύω πως ναι – τα εξηλεκτρισμένα Blues εκείνων των χρόνων ήταν ασφαλώς μια μουσική γεμάτη δύναμη και πάθος, κάτι που φάνηκε εξάλλου σε άρτιους εκπροσώπους της όπως ο Jimi Hendrix. Οι Led Zeppelin είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους, παραδίδοντας εξαιρετικές και ιδιαίτερα αιχμηρές εκτελέσεις blues τραγουδιών, ενώ το συγκρότημα του Jeff Beck παρέδιδε ορισμένα από τα σκληρότερα blues που είχαν ακουστεί ως τότε.

Παράλληλα οι Blue Cheer, την ίδια εποχή, είχαν αποκαλύψει μία ακόμα περισσότερο «βρώμικη» εκδοχή των ηλεκτρισμένων Blues, ίσως την πιο παραμορφωμένη όλων – και για κάποιους οι Blue Cheer είναι οι ουσιαστικοί προάγγελοι του Heavy Metal.

Μα κανενός ο ήχος δεν είχε το βάθος και τον όγκο της κιθάρας του Iommi. Κάθε ριφ που ξεχυνόταν απ’ τα χέρια του φάνταζε σαν οδοστρωτήρας. Ίσως να μην ήταν τα αρτιότερα παιγμένα blues από τεχνική άποψη – μα ήταν ό,τι βαρύτερο είχε ακουστεί ως τότε.

Δεν ήταν «μόνο» blues – μα κάτι πέρα από αυτά.




Black Sabbath in 1970
Οι Black Sabbath στις αρχές της δεκαετίας του 70 / Black Sabbath in 1970
Οι Black Sabbath τον καιρό του πρώτου δίσκου τους / Black Sabbath in the beginning



Σκοτεινά Οράματα




Λέγεται πως σε μια μέρα μόνο, στα τέλη του 1969, η τετράδα απ’ το Birmingham ηχογράφησαν όλα τα τραγούδια του πρώτου δίσκου τους. Και το συγκρότημα (που πλέον ονομαζόταν “Black Sabbath”, βασισμένο σ’ ένα ομώνυμο φιλμ του 1963 με τον Boris Karloff) παρέδωσε τον δίσκο στα μάτια του κοινού τον Φλεβάρη του 1970 – στο λυκαυγές της νέας δεκαετίας.

Η ατμόσφαιρα του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού, είναι εκείνη που προσδίδει στο άλμπουμ τον σκοτεινό, ζοφερό του τόνο, από την πρώτη, ως την τελευταία νότα. Μια αποκρυφιστική διάθεση κυριαρχεί, μια αίσθηση μυστηρίου και μιας επικείμενης ανησυχίας, κάτι που εντείνεται ακόμα περισσότερο από τους στίχους και – φυσικά – από το ανεπανάληπτο, στοιχειωμένο εξώφυλλο του δίσκου.

Ό,τι και να πούμε για το εξώφυλλο αυτό είναι λίγο. Πρόκειται για μια εικόνα που αποπνέει γνήσιο τρόμο – όχι για όσα δείχνει, μα όσα υπονοεί. Παρατηρούμε μια μαυροντυμένη, θολή φιγούρα, που μοιάζει με γυναίκα (μάγισσα;). Η φιγούρα φαίνεται να χαμογελά ανησυχητικά, ενώ πίσω της απλώνεται ένα τοπίο στην εξοχή και ένα αγροτικό σπίτι. Μα τα χρώματα του τοπίου παραπέμπουν όχι στην πραγματικότητα, με σε κάποιο όνειρο ίσως – ή σωστότερα, σε κάποιον εφιάλτη.

Η έκπληξη του κόσμου που αγόραζε το αυθεντικό βινύλιο γινόταν ακόμα μεγαλύτερη, όταν, ανοίγοντας τον δίσκο, αντίκριζαν ένα κατάμαυρο φόντο και έναν πελώριο, ανάποδο σταυρό να απλώνεται μπροστά τους. 



Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath / Black Sabbath first album
Το ένθετο του πρώτου δίσκου των Black Sabbath / Black Sabbath, 1970, inner gatefold




Ο παλιόφιλος ο διάβολος είχε επιστρέψει για άλλη μια φορά, κάνοντας την εμφάνισή του όχι μόνο στο εσωτερικό του δίσκου, μα και σε τραγούδια όπως το “N.I.B” και φυσικά το ομότιτλο, «ανίερο άσμα» (ο λόγος για την «ανίερη τριάδα» - πρόκειται για το τραγούδι Black Sabbath, του δίσκου Black Sabbath, του συγκροτήματος Black Sabbath – ό,τι πρέπει για να τρομάζουν οι θρησκόληπτοι).

Για όσους αγνοούν, να πούμε πως το μέταλ δεν ήταν η πρώτη μουσική που είχε θεωρηθεί «του διαβόλου». Το ίδιο είχε ειπωθεί και για το ροκ των περασμένων χρόνων, και για τα blues και για τη τζαζ στο παρελθόν, μα και για κάθε νέα μουσική που ενοχλούσε τους συντηρητικούς του κόσμου. Όσο αφορά τους ίδιους τους Black Sabbath; Φρόντισαν να εκμεταλλευτούν την εικόνα προς όφελός τους φυσικά – γιατί σε τελική ανάλυση, όλα είναι θέμα marketing.

Από τα μέλη του συγκροτήματος εκείνοι που ήταν περισσότερο αναμειγμένοι τον καιρό εκείνο σε αποκρυφιστικές παραφιλολογίες και σχετικά ήταν ο τραγουδιστής Ozzy και, κυρίως, ο μπασίστας Geezer Butler. Ο Bulter είχε μεγαλώσει σε καθολική οικογένεια και η σκέψη του είχε εμποτιστεί με θεούς και δαίμονες. Του άρεσε εξάλλου να διαβάζει βιβλία αποκρυφιστών όπως ο Aleister Crowley. Μας εξιστορεί το ακόλουθο, πολύ ενδιαφέρον περιστατικό, που αφορά το ιστορικό του εναρκτήριου, ομότιτλου τραγουδιού: Πριν ακόμα οι Black Sabbath αποκτήσουν το τελικό τους όνομα, τον καιρό που ονομάζονταν ακόμα "Earth", o Butler είχε δανειστεί ένα βιβλίο με θέμα του τη μαγεία από τον Ozzy. Τον καιρό εκείνο είχε βάψει το δωμάτιο του μαύρο, κατάμαυρο και είχε κρεμάσει στους τοίχους ανάποδους σταυρούς και εικόνες με αναπαραστάσεις του σατανά. Ένα βράδυ, λοιπόν, διάβασε το βιβλίο και, πριν κοιμηθεί, το άφησε δίπλα στο κρεβάτι του, σ' ένα ράφι.

Κάποια στιγμή ξύπνησε – τότε, αντίκρισε με τρόμο μπροστά του μια πελώρια μαυροντυμένη φιγούρα. Στεκόταν εκεί, μπροστά απ' το κρεβάτι του. Πιθανό να ήταν η φαντασία του, σκέφτηκε... Όταν όμως πήγε να ελέγξει το βιβλίο στο ράφι, διαπίστωσε πως το βιβλίο είχε εξαφανιστεί.

...Αυτά σύμφωνα με την αφήγηση του Geezer Butler! Φαντασίωση ή μύθος, απέδωσε τουλάχιστον καρπούς. Κάπως έτσι λοιπόν προέκυψε η ιδέα και γεννήθηκε, σα δαιμονισμένο βρέφος, το ομότιτλο "Black Sabbath"...



Σκοτεινή φιγούρα σε δάσος / Dark figure in a forest


Ήταν μόνο η Αρχή




Ο δίσκος σημείωσε αρκετά μεγάλη επιτυχία (φτάνοντας στην 8η θέση των βρετανικών charts), μα για τους Sabbath τα καλύτερα έμελλε να έρθουν στη συνέχεια. Ακόμα και αν δεν είναι, αντικειμενικά μιλώντας, ο πληρέστερος μουσικά δίσκος τους, ούτε εκείνος που ανέδειξε τις πλήρεις ικανότητες του συγκροτήματος, εν τούτοις το άλμπουμ κατέχει μυθικό status στα μάτια των οπαδών της μπάντας – και δικαιολογημένα.

Η μυστήρια, σκοτεινή ατμόσφαιρα εντείνει τη μυθική του διάσταση, ενώ ορισμένα από τα τραγούδια του έμελλε να καταξιωθούν ως κλασικά. Πρώτο και καλύτερο το καταπληκτικό “N.I.B.”, το οποίο περιλαμβάνει ένα από τα πιο πιασάρικα ριφ στην ιστορία της ροκ μουσικής, ενώ εξιστορεί τον έρωτα του Σατανά για μια θνητή γυναίκα – και την προσπάθειά του να την ξελογιάσει.

Η λογοτεχνία τρόμου και φαντασίας βάδιζαν πάντα χέρι χέρι με το heavy metal – ήδη από το ξεκίνημά του. Το υπέροχο “Wizard” αποτίνει φόρο τιμής στον μάγο Gandalf του “Hobbit” και του “Lord of the Rings”, ενώ το “Behind The Wall Of Sleep” είναι εμπνευσμένο από την ιστορία “Beyond The Wall Of Sleep” του H.P. Lovecraft.

Το “Evil Woman” υπήρξε το πρώτο single της μπάντας, μα στην πραγματικότητα συνιστά διασκευή του συγκροτήματος “Crow”. Όσο αφορά τα “Sleeping Village” και “Warning”, που κλείνουν τον δίσκο; Πρόκειται για ένα φινάλε που αποκαλύπτει τις blues ρίζες του Iommi, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει ακόμα περισσότερο τη μυστήρια, ανησυχητική διάθεση που αποπνέει το άλμπουμ στο σύνολό του… Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «Χωριό» που αναφέρεται; Σε ποιους απευθύνεται η «Προειδοποίηση»; Μήπως βρισκόμαστε άραγε σε έναν τόπο πέρα από τον χρόνο, πέρα απ’ τη συνείδηση; Μήπως όλα είναι μέρος ενός ονείρου; Ενός ονείρου συλλογικού, κοινού για όλους;

Ένα είναι βέβαιο. Για τους Black Sabbath ήταν μόνο η αρχή. Η ιστορία τους είχε μόλις ξεκινήσει. Μα το αποψινό μας αφιέρωμα τελειώνει εδώ. Kαι το ψιλόβροχο αντηχεί για άλλη μια φορά...


Black Sabbath < click

N.I.B. < click


© Παρουσίαση από το φονικό κουνέλι, 2015-19. Παρακαλώ να μην αντιγραφτεί σε άλλες ιστοσελίδες.

Ένα αφιέρωμα στις απαρχές των Black Sabbath και τον πρώτο δίσκο τους

1 Μαρτίου 2019

Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση... του Ρενέ Γκοσινί


Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση... μια ιστορία του Ρενέ Γκοσινί. Σκίτσα: Ζαν Ζακ Σαμπέ, παρουσίαση από το φονικό κουνέλι




«Επιτέλους! Θα έχουμε κι εμείς μία τηλεόραση! Όπως αυτή που έχει ο Κλοτέρ, που είναι ένας φίλος από το σχολείο και που είναι ο τελευταίος μαθητής της τάξης, αλλά που είναι πολύ καλό παιδί. Ο μπαμπάς δεν ήθελε ν' ακούσει λέξη, έλεγε πως μετά δε θα μελετούσα πια τα μαθήματά μου και πως θα ήμουνα κι εγώ ο τελευταίος της τάξης. Και ύστερα είπε πως έκανε κακό στα μάτια και πως δε θα κουβεντιάζαμε πια μεταξύ μας και πως θα σταματούσαμε να διαβάζουμε καλά βιβλία. Και ύστερα η μαμά είπε πως τελικά δεν ήταν άσχημη ιδέα και ο μπαμπάς αποφάσισε ν' αγοράσει μία τηλεόραση.

Σήμερα θα φέρουν την τηλεόραση. Εγώ ανυπομονώ τρομερά. Ο μπαμπάς δεν το δείχνει καθόλου, αλλά ανυπομονεί κι εκείνος, ιδίως από τότε που το είπε στον κύριο Μπλεντόρ, το γείτονά μας, που δεν έχει τηλεόραση.

Επιτέλους το φορτηγό έφτασε μπροστά στο σπίτι μας και είδαμε τον κύριο που κουβαλούσε την τηλεόραση να βγαίνει από το φορτηγό, και η τηλεόραση φαινόταν πολύ βαριά. «Η τηλεόραση είναι για σας;» ρώτησε ο κύριος. Ο μπαμπάς του είπε πως ναι, όμως του είπε να περιμένει μία στιγμή και να μην μπει αμέσως στο σπίτι. Ο μπαμπάς πλησίασε το φράχτη που χωρίζει τον κήπο μας από τον κήπο του κυρίου Μπλεντόρ και φώναξε: «Μπλεντόρ! Έλα να δεις!»

Ο κύριος Μπλεντόρ, που μάλλον μας κοίταζε από το παράθυρό του, βγήκε αμέσως. «Τι με θέλεις;» είπε. «Ούτε στο σπίτι του δεν μπορεί πια κανείς να είναι ήσυχος!» «Έλα να δεις την τηλεόρασή μου!» φώναξε πολύ περήφανος ο μπαμπάς. Ο κύριος Μπλεντόρ πλησίασε αργά αργά, εγώ όμως που τον ξέρω, κατάλαβα πως είχε μεγάλη περιέργεια. «Πφ!» είπε ο κύριος Μπλεντόρ, «η οθόνη είναι πολύ μικρή». «Πολύ μικρή η οθόνη;» ρώτησε ο μπαμπάς, «πολύ μικρή η οθόνη; Μήπως τρελάθηκες; Είναι είκοσι τεσσάρων ιντσών! Απλώς ζηλεύεις, αυτό είναι όλο!»




Ο μικρός Νικόλας, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ



Ο κύριος Μπλεντόρ άρχισε να γελάει, μ' ένα γέλιο που δεν ήταν καθόλου χαρούμενο. «Ζηλεύω; Εγώ;» γέλασε. «Αν ήθελα ν' αγοράσω τηλεόραση, θα το είχα κάνει εδώ και καιρό. Εγώ, αγαπητέ μου, έχω πιάνο! Εγώ έχω δίσκους κλασικής μουσικής, αγαπητέ μου! Εγώ έχω βιβλία, αγαπητέ μου!» «Ασ' τα αυτά! Ζηλεύεις, τελεία και παύλα!» «Α, ναι;» ρώτησε ο κύριος Μπλεντόρ. «Ναι», απάντησε ο μπαμπάς και τότε ο κύριος που κουβαλούσε την τηλεόραση ρώτησε πόση ώρα θα συνεχιζόταν αυτό γιατί η τηλεόραση ήταν βαριά και είχε και άλλες να παραδώσει σήμερα. Τον είχαμε ξεχάσει εντελώς τον κύριο!

Ο μπαμπάς έβαλε τον κύριο στο σπίτι. Το πρόσωπο του κυρίου είχε γεμίσει ιδρώτα, η τηλεόραση πρέπει να ήταν πολύ βαριά. «Πού να την ακουμπήσω;» ρώτησε ο κύριος. «Για να σκεφτούμε», είπε η μαμά, που είχε έρθει από την κουζίνα και που φαινόταν πολύ ευχαριστημένη, «για να δούμε, για να δούμε» και μετά έβαλε το δάχτυλο πλάι στο στόμα της και άρχισε να σκέφτεται. «Κυρία μου», είπε ο κύριος, «αποφασίστε, είναι βαριά!» «Στο τραπεζάκι, εκεί, στη γωνία», είπε ο μπαμπάς. Ο κύριος πήγε προς τα εκεί, αλλά η μαμά είπε όχι, πως αυτό το τραπέζι ήταν για το τσάι, όταν μαζεύονταν οι φίλες της στο σπίτι. Ο κύριος σταμάτησε και αναστέναξε βαθιά.

Η μαμά δίστασε ανάμεσα σ’ ένα άλλο τραπεζάκι, που δεν ήταν αρκετά γερό, στο επιπλάκι, που όμως δε γινόταν να βάλουμε μπροστά του τις πολυθρόνες, και στο σεκρετέρ, που όμως δε βόλευε, γιατί εκεί ήταν το παράθυρο. «Λοιπόν, θ' αποφασίσεις;» ρώτησε ο μπαμπάς, που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Η μαμά θύμωσε, είπε πως δεν της αρέσει να την πιέζουν και πως δεν ανεχόταν να της μιλάνε μ' αυτό το ύφος, ιδίως μπροστά σε τρίτους. «Βιαστείτε, αλλιώς την αφήνω να πέσει!» φώναξε ο κύριος, και η μαμά του έδειξε αμέσως το τραπέζι, που έλεγε ο μπαμπάς.

Ο κύριος ακούμπησε την τηλεόραση στο τραπέζι και έβγαλε ένα μεγάλο ουφ. Νομίζω πραγματικά πως πρέπει να ήταν πολύ βαριά η τηλεόραση.



Ο μικρός Νικόλας και η καινούργια τηλεόραση, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ



Ο κύριος έβαλε την πρίζα, γύρισε ένα σωρό κουμπιά, και η οθόνη άναψε, αλλά, αντί να δούμε καουμπόηδες ή χοντρούς άσχημους που παίζουν μποξ, όπως στην τηλεόραση του Κλοτέρ, είδαμε ένα σωρό σπίθες και μαύρες τελίτσες. «Δεν έχει πιο καθαρή εικόνα;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Πρέπει να τοποθετήσω την κεραία σας», απάντησε ο κύριος, «όμως με καθυστερήσατε πολύ. Θα ξανάρθω μετά τις άλλες παραδόσεις μου, δε θ' αργήσω». Και ο κύριος έφυγε.

Εγώ στενοχωρήθηκα, που η τηλεόραση δεν έπαιζε ακόμα. Μου φαίνεται πως και η μαμά και ο μπαμπάς το ίδιο. «Λοιπόν, το ξεκαθαρίσαμε το θέμα», μου είπε ο μπαμπάς. «Όταν θα σου λέω να πας να κάνεις τα μαθήματά σου ή να πας για ύπνο, θα υπακούς!» «Ναι, μπαμπά», είπα, «εκτός φυσικά αν παίζει κάποια καουμπόικη ταινία». Ο μπαμπάς έγινε σαν τομάτα από το θυμό του, μου είπε πως είτε παίζει καουμπόικη ταινία είτε όχι, όταν θα μου λέει να πάω στο δωμάτιό μου, εγώ θα πηγαίνω, και τότε εγώ έβαλα τα κλάματα.

«Μα επιτέλους», είπε η μαμά, «γιατί το μαλώνεις το καημένο το παιδί και το κάνεις να κλαίει!»
«Ωραιότατα», είπε ο μπαμπάς, «εσύ να παίρνεις το μέρος του τώρα!»

Η μαμά άρχισε να μιλάει πολύ αργά, όπως κάνει όταν είναι πολύ θυμωμένη. Είπε στον μπαμπά πως πρέπει να δείχνει κατανόηση και πως στο κάτω κάτω και ο ίδιος δε θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος, αν δεν τον άφηναν να δει κάποιο από τα απαίσια ματς του.

«Απαίσιο το ποδόσφαιρο, τα ματς;», φώναξε ο μπαμπάς. «Για να μπορώ να κοιτάζω αυτά τα απαίσια, όπως τα λες, ματς, αγόρασα την τηλεόραση!» Η μαμά είπε πως ωραία θα περάσουμε, κι εγώ σ' αυτό συμφώνησα, γιατί τα ματς του ποδοσφαίρου μ' αρέσουν πολύ!

«Ναι, μάλιστα», είπε ο μπαμπάς, «δεν αγόρασα αυτήν την τηλεόραση για να κοιτάζω εκπομπές μαγειρικής, αν και θα τις χρειαζόσουν πολύ!»

«Εγώ θα τις χρειαζόμουν;» είπε η μαμά.

«Ναι, θα τις χρειαζόσουν και πολύ μάλιστα», απάντησε ο μπαμπάς, «θα μάθαινες ίσως να μην καις τα μακαρόνια, όπως χτες βράδυ!»

Η μαμά άρχισε να κλαίει, είπε πως δεν είχε ξανακούσει ποτέ τόσο αχάριστες κουβέντες και πως θα επέστρεφε στη μαμά της, δηλαδή τη γιαγιά μου. Εγώ θέλησα να διορθώσω τα πράγματα. «Τα χτεσινά μακαρόνια δεν ήταν καμένα», είπα, «ο προχθεσινός πουρές κάηκε». 'Όμως δε διόρθωσα τίποτα, γιατί όλοι είχαν νεύρα. «Να μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!» μου είπε ο μπαμπάς και τότε εγώ έβαλα πάλι τα κλάματα και είπα πως ήμουν πολύ δυστυχισμένος, πως αυτά τα λόγια ήταν πολύ αχάριστα και πως θα βλέπω τους καουμπόηδες στο σπίτι του Κλοτερ.

Ο μπαμπάς κοίταξε τη μαμά και μένα και σήκωσε ψηλά τα χέρια. Περπάτησε για λίγο πάνω κάτω στο σαλόνι και μετά σταμάτησε μπροστά στη μαμά και της είπε πως τελικά ο πουρές που του αρέσει πιο πολύ είναι ο καμένος και πως τα φαγητά της μαμάς ήταν σίγουρα καλύτερα από εκείνα της τηλεόρασης. Η μαμά σταμάτησε να κλαίει, έβγαλε μικρούς αναστεναγμούς και είπε πως τελικά της άρεσαν πολύ τα ματς ποδοσφαίρου. «Μα όχι, μα όχι», είπε ο μπαμπάς και φιλήθηκαν. Εγώ είπα πως και μένα τελικά οι καουμπόηδες δε μ' ένοιαζαν και τότε ο μπαμπάς και η μαμά με φίλησαν. Ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι.

Εκείνος που ήταν λιγότερο χαρούμενος και πολύ παραξενεμένος, ήταν ο κύριος με την τηλεόραση, γιατί όταν ξαναγύρισε για να μας βάλει την κεραία, του επιστρέψαμε την τηλεόραση λέγοντάς του πως δε μας άρεσε το πρόγραμμά της.» 



Ο μικρός Νικόλας και η τηλεόραση, σκίτσο του Ζαν Ζακ Σαμπέ


Επίμετρο



Γαλλία, μέσα δεκαετίας 50, χρόνια μετάβασης ανάμεσα στη μεταπολεμική Ευρώπη και τη νεότερη Ευρώπη της αστικοποίησης και του καταναλωτισμού. Ήταν στη διάρκεια εκείνης της περιόδου που ο Ρενέ Γκοσινί [Rene Goscinny] δημιούργησε έναν από τους πιο αγαπημένους παιδικούς λογοτεχνικούς ήρωες όλων των εποχών: τον μικρό Νικόλα [Le petit Nicolas], οι περιπέτειες του οποίου έμελλε ν’ αντικατοπτρίσουν την εποχή του, να συντροφέψουν τα παιδιά και να εξωθήσουν σε άπειρα κρυφά χαμόγελα τους «μεγάλους»… σε εισαγωγικά αυτοί οι τελευταίοι, μια που ήταν κοινή διαπίστωση πως, μέσα από τις ιστορίες του μικρού Νικόλα, αυτοί οι «μεγάλοι» κατέληγαν να φέρονται περισσότερο σαν «παιδιά» από τα ίδια τα παιδιά.

Έτσι και στην ιστορία που μοιράστηκα σήμερα μαζί σας – μία από τις αγαπημένες μου. Οι γονείς του μικρού Νικόλα αγοράζουν μια καινούργια τηλεόραση – ένα αναμφίβολα μεγάλο γεγονός για τα δεδομένα των καιρών που η τηλεόραση μόλις έκανε την εμφάνισή της. Γρήγορα όμως έμελλε να διαπιστώσουν πως δεν την έχουν τελικά πραγματική ανάγκη… και την επιστρέφουν πίσω.

Και έτσι έφτασαν να πρωτοτυπήσουν συγκριτικά με όλες τις άλλες οικογένειες των καιρών… και ο Γκοσινί να μεταδώσει το μήνυμά του: καλή η τηλεόραση, καλή και η φιγούρα στον γείτονα… μα η επικοινωνία είναι ακόμα καλύτερη.

Τα σκίτσα με τα οποία συνοδεύω το κείμενο φυσικά δεν είναι άλλου, παρά του σκιτσογράφου που συνέδεσε το όνομά του με τις περιπέτειες του μικρού Νικόλα: ο λόγος για τον Ζαν Ζακ Σαμπέ [Jean-Jacques Sempé]. Η μετάφραση είναι της Μελίνας Καρακώστα.

Παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Μάρτιος 19

~