Η Ρωγμή στον τοίχο του κόσμου σου. Μια ιστορία του Μίχαελ Έντε

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Η Ρωγμή στον τοίχο του κόσμου σου. Μια ιστορία του Μίχαελ Έντε

Μια ιστορία του Μίχαελ Έντε από τη συλλογή διηγημάτων "Ο Καθρέφτης Μες Στον Καθρέφτη" - παρουσίαση από το φονικό κουνέλι

Ένα διήγημα του Μίχαελ Έντε, από το βιβλίο του “Ο Καθρέφτης Μέσα Στον Καθρέφτη”

«Αργά σαν πλανήτης γυρίζει, γυρίζει, το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι με τη χοντρή τάβλα. Πάνω του έχει ένα τοπίο με βουνά και δάση, πολιτείες και χωριά, ποταμούς και λίμνες. Στο κέντρο, μικρός κι εύθραυστος σαν αγαλματάκι από πορσελάνη, κάθεσαι συ και γυρίζεις μαζί μ’ όλα τ’ άλλα.

Το ξέρεις ότι όλα γυρίζουν ασταμάτητα, οι αισθήσεις σου όμως δεν το αντιλαμβάνονται. Το τραπέζι βρίσκεται στο κέντρο μιας μεγάλης θολωτής αίθουσας, που επίσης γυρίζει, με το πέτρινο πάτωμα, τους θόλους και τους τοίχους της, σαν πλανήτης. Πέρα μακριά στο μισόφωτο, κατά μήκος των τοίχων, βλέπεις ντουλάπια και μπαούλα, μια μεγάλη κλεψύδρα που δείχνει τον ήλιο και το φεγγάρι, κι ανάμεσά τους τους τοίχους που είναι ζωγραφισμένοι με άστρα, εδώ κι εκεί ένας κομήτης, και ψηλά πάνω από το κεφάλι σου στο θόλο ο γαλαξίας. Δεν υπάρχουν παράθυρα, δεν υπάρχουν πόρτες. Εδώ νιώθεις σίγουρος, όλα σου είναι γνώριμα και οικεία, όλα βρίσκονται στη θέση τους, μπορείς να βασιστείς επάνω τους. Είναι ο κόσμος σου. Γυρίζει, κι εσύ, στη μέση της μέσης, γυρίζεις κι εσύ μαζί της.

Να όμως που ξάφνου ένας σεισμός τραντάζει τα πάντα. Ο πέτρινος τοίχος ραγίζει κι ανοίγει. Η χαραμάδα μεγαλώνει συνέχεια. Τα ζωγραφισμένα αστέρια απομακρύνονται κι εσύ βλέπεις κάτι τόσο παράξενο που το βλέμμα σου αρνείται να το δει, ένα χάος που καταπίνει τη ματιά σου, ένα φωτεινό σκοτάδι, μια ασάλευτη θύελλα, μια αιώνια αστραπή. Το μόνο στήριγμα, που τα μάτια σου μπορούν ν’αναζητήσουν, είναι μια ανθρώπινη μορφή, ξαπλωμένη πάνω από το απύθμενο χάος, τυλιγμένη σε πανιά από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Το πανί ανεμίζει κι όμως δεν κουνιέται καθόλου, όπως στους πίνακες ζωγραφικής. Η τυλιγμένη μορφή μένει ήσυχα στη θέση της, μόνο που θέση δεν υπάρχει, δεν ακουμπάει πουθενά, κάτω απ’ τα πόδια της ανοίγεται η άβυσσος. Ο άνεμος της έχει κρύψει με το πανί το πρόσωπο, εσύ όμως φαντάζεσαι τα χαρακτηριστικά της. Να τώρα, βλέπεις το στόμα της να κινείται πίσω από το ύφασμα, κι ακούς μια βαθιά, γλυκιά φωνή να λέει:

“Έλα έξω, μικρέ μου αδελφέ!”

“Όχι”, φωνάζεις τρομαγμένος, “φύγε! Ποιος είσαι; Δε σε γνωρίζω”.

“Δεν μπορείς να με αναγνωρίσεις”, απαντάει η μορφή, “όσο δε βγαίνεις από κει μέσα. Λοιπόν, βγες έξω!”

“Δε θέλω!” φωνάζεις. “Γιατί να βγω;”

“Ήρθε η ώρα”, σου απαντάει.

“Όχι”, λες εσύ, “όχι, αυτός εδώ είναι ο κόσμος μου! Εδώ ήμουνα πάντα κι εδώ θέλω να μείνω. Φύγε!”

“Παράτησέ τα όλα!”, λέει ο άλλος, “κάν’ το τώρα μόνος σου πριν αναγκαστείς να το κάνεις. Σε λίγο θα είναι αργά”.

“Φοβάμαι!”, του απαντάς.

“Παράτα και το φόβο σου!”, είναι η απάντησή του.

“Δεν μπορώ”, λες εσύ.

“Τότε παράτα και τον εαυτό σου!”.

Τώρα σιγουρεύεσαι πια ότι η φωνή είναι του Κακού κι είσαι αποφασισμένος ν’ αρνηθείς.

“Γιατί κρύβεσαι και δε μου δείχνεις το πρόσωπό σου; Ξέρω, θέλεις να με καταστρέψεις. Θέλεις να με παρασύρεις να βγω, για να πέσω στο κενό”.

Ο συνομιλητής σου σωπαίνει για λίγο και τέλος λέει:

“Μάθε να πέφτεις!”

Ανασαίνεις με ανακούφιση όταν η μορφή εξαφανίζεται από μπροστά σου. Ωστόσο δεν ήταν αυτή που κουνήθηκε. Η θολωτή αίθουσα συνέχισε αργά να γυρίζει, μαζί της και το στρογγυλό τραπέζι, στη μέση του οποίου κάθεσαι εσύ, μικρός και εύθραυστος. Και το άνοιγμα του τοίχου απομακρύνθηκε σιγά–σιγά από τη μορφή με το σκεπασμένο πρόσωπο.

Κάτι όμως έχει αλλάξει. Η χαραμάδα στον τοίχο δε λέει να κλείσει. Και πίσω από τα ζωγραφισμένα σου αστέρια, έξω από το στερεό αναμφισβήτητο κόσμο σου, παραμένει αισθητό εκείνο το άλλο που ανατρέπει τα πάντα. Δεν μπορείς να προστατευτείς. Αλλά δεν είσαι καθόλου πρόθυμος να το παραδεχτείς. Είσαι τόσο πληγωμένος, που η πληγή σου δε θα γιατρευτεί ποτέ. Τίποτα δε θα ξαναγίνει όπως πρώτα.

Και να που η παράξενη μορφή ξαναπερνάει μπροστά απ’ τα μάτια σου για δεύτερη φορά. Δεν έχει απομακρυνθεί. Σε περιμένει. “Έλα! “, σου λέει τρυφερά, “μάθε να πέφτεις!”.

Κι εσύ απαντάς:

“Το να πέσεις είναι αρκετά άσκημο, όταν συμβεί. Αλλά να το θέλεις κι από μόνος σου, ή να το μαθαίνεις, είναι καθαρή τρέλα! Είσαι πειρασμός και θα σε νικήσω. Δεν πρόκειται να σε ακολουθήσω γι’ αυτό φύγε!”

“Θα πέσεις!” λέει η μούμια, “κι άμα δεν έχεις μάθει πως να το κάνεις, τότε θα είναι επικίνδυνο για σένα. Παράτησε λοιπόν τα πάντα! Γιατί σύντομα τίποτα πια δε θα μπορεί να σε συγκρατήσει!”

“Χώθηκες σαν τον κλέφτη μέσα στον κόσμο μου”, βάζεις εσύ τις φωνές, “κανένας δε σε κάλεσε. Με τη βία κατέστρεψες την ιδιοκτησία και το καταφύγιό μου. Μπορείς να καταστρέψεις αυτό που πάνω του ακουμπάω, αλλά δεν μπορείς να μ’ αναγκάσεις να σε υπακούσω”.

“Δε σε αναγκάζω”, σου απαντάει, “σε ικετεύω, μικρέ μου αδελφέ! Ήρθε η ώρα!”

Μ’ αυτά τα τελευταία λόγια χάνεται και πάλι απ’ τα μάτια σου. Καθώς φεύγει, σηκώνει το χέρι να σε χαιρετήσει και σου φαίνεται πως διέκρινες στη λάμψη της αιώνιας αστραπής το ματωμένο χνάρι ενός καρφιού στην παλάμη της. Το βλέμμα σου όμως έχει ήδη στραφεί αλλού και συνεχίζεις να γυρνάς πάνω στο τραπέζι, κάτω απ’ το θόλο σου.

Μονολογείς και λες, όλα είναι οφθαλμαπάτη. Αργά ή γρήγορα η σχισμή στον τοίχο θα κλείσει πάλι. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και τότε θ’ αποδειχτεί ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ. Γιατί οι τοίχοι είναι παμπάλαιοι και δεν μπορεί κανείς να τους καταστρέψει. Αυτά που υπήρχαν, θα υπάρχουν πάντα. Όλα τ’ άλλα είναι ψεύτικα, και ποιος ξέρει πού βρέθηκαν. Δεν πρέπει κανείς να δίνει πίστη σε τέτοια πράγματα. Κι ύστερα είναι κι αυτή η τρομερή πρόσκληση! Σάμπως να περιείχε και μια δόση απειλής; Κι αν άπλωνες το χέρι σου και πιανόσουν απ’ αυτό το ματωμένο χέρι, ποιος σου εγγυάται ότι θα σε κρατούσε στ’ αλήθεια; Ακόμα χειρότερα, μπορεί να σε κρατούσε μέχρι να βγεις από το μικρό σίγουρο κόσμο σου κι ύστερα να σε πέταγε στο χάος….Όχι, το καλύτερο είναι να κρυφτείς, να μη σε ξαναβρεί αυτός εκεί απέξω. Γίνε ακόμα πιο μικρός! Κρύψου! Αν δεν μπορεί να σε βρει, ίσως να τα παρατήσει, κι όλα θα ξαναγίνουν σαν πρώτα.

Η θολωτή αίθουσα γυρίζει αργά, μαζί με το τραπέζι και τις πόλεις και τα χωριά και τις λίμνες και στη μέση εσένα τον ίδιο. Και να που για τρίτη φορά αντικρίζεις ετούτη την παράξενη μορφή, στη μέση της ακίνητης θύελλας, στο φως της αιώνιας αστραπής.

“Μικρέ μου αδελφέ”, λέει ξανά η φωνή κι αυτή τη φορά ακούγεται κουρασμένη, πονεμένη, “άκουσέ με και δώσε πίστη σ’ αυτά που σου λέω! Δεν μπορείς να μείνεις άλλο εκεί που είσαι. Έλα έξω!”

“Θα με πιάσεις και θα με κρατήσεις, αν πέσω;”, ρωτάς.

Η μορφή, η τυλιγμένη με το πανί, γνέφει αργά με το κεφάλι.

“Αν έχεις μάθει να πέφτεις, δε θα πέσεις. Δεν υπάρχει πάνω και κάτω, πού θα πέσεις λοιπόν; Τ’ αστέρια συγκρατούν το ένα το άλλο στις τροχιές τους, χωρίς ν’ αγγίζονται, απλά και μόνο επειδή έχουν συγγένεια μεταξύ τους. Το ίδιο θα συμβεί και με μας. Κάτι δικό μου βρίσκεται μέσα σου. Θα συγκρατούμε ο ένας τον άλλο, και δε θα στηριζόμαστε πουθενά αλλού, θα’ μαστε αστέρια που γυρίζουν αργά, γι’ αυτό παράτησέ τα όλα! Ελευθερώσου!”

“Πώς μπορώ να ξέρω ότι μου λες την αλήθεια;”, φωνάζεις απελπισμένος.

“Αυτή τη σιγουριά πρέπει να την ψάξεις μέσα σου”, σου απαντάει, “γιατί εγώ βρίσκομαι μέσα σου κι εσύ μέσα μου. Ακόμα κι οι αλήθειες κρατιούνται μεταξύ τους και δε στηρίζονται πουθενά”.

“Όχι!”, ουρλιάζεις, “αυτό δεν υποφέρεται! Δεν υπάρχει λοιπόν σωτηρία από σένα; Τι σε νοιάζει για μένα; Γιατί δε μ’ αφήνεις στην ησυχία μου, εδώ που κάθομαι; Δεν την θέλω την ελευθερία σου!”

“Θα ζήσεις ελεύθερος ή δε θα ζήσεις καθόλου”.

Μετά ακούς κάτι που μοιάζει με αναστεναγμό. Οι τοίχοι σαλεύουν κι η σχισμή κλείνει ακριβώς όπως το ήθελες. Χαίρεσαι, αλλά η χαρά σου δεν κρατάει πολύ.

Κάτι συμβαίνει γύρω σου, κάτι που σιγά–σιγά αρχίζεις και το νιώθεις.

Ο γνώριμος κόσμος σου δε σου είναι πια γνώριμος. Στρέφεται εναντίον σου. Σκιές σκύβουν από το θόλο ψηλά, γκρίζες, πεινασμένες μορφές από ομίχλη, πρόσωπα μεγάλα και μικρά, που τα βλέπεις μπροστά σου κι ύστερα δεν τα βλέπεις, μια ταραγμένη θάλασσα από μπερδεμένα μέλη και σώματα που διαλύονται και σχηματίζονται γρήγορα ξανά. Τι κάνουν; Ποιοι είναι; Από πού έρχονται; Ξετρυπώνουν από τα μπαούλα και τα ντουλάπια, από την κλεψύδρα κι από τους τοίχους ακόμα, απ’ όλα αυτά που σε στήριζαν και σ’ έκαναν να νιώθεις σιγουριά. Η ιδιοκτησία σου και το καταφύγιό σου δεν υπάρχουν πια, καταστρέφονται μόνα τους. Κι ενώ η θολωτή αίθουσα περιστρέφεται αργά γύρω σου, γύρω από σένα που είσαι το μικρό εύθραυστο κέντρο της, εσύ αναγκάζεσαι να τα δεχτείς όλα, αφού δεν μπορείς να εμποδίσεις τίποτα. Εξάλλου συ ο ίδιος τα προκάλεσες.

Ωστόσο ακόμα σε φοβούνται, εσένα που είσαι ο δημιουργός τους. Τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Σπρώχνονται στις πιο μακρινές γωνιές, κοντά στους τοίχους. Στριμώχνονται στις άκρες και γλείφουν με τα ομιχλώδη σώματά τους τις ζωγραφιές, τα αστέρια χλομιάζουν. Απ’ όπου περνούν, το στερέωμα θολώνει και γίνεται ίδιο μ’ αυτά τα περίεργα πλάσματα. Σου κλέβουν τον κόσμο σου, σου κλέβουν την πραγματικότητά του, του ρουφάνε την ουσία του και τον μεταμορφώνουν σε φάντασμα. Τον διαλύουν, γιατί ποτέ δεν υπήρξε. Αχόρταγα σε πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο. Μόνο το τραπέζι με τη χοντρή του τάβλα και το τοπίο του έχει απομείνει. Γυρίζει ακόμα κι εσύ στη μέση του γυρίζεις μαζί του. Το ξέρεις πια, θα καταπιούν κι εσένα, θα σε διαλύσουν, γιατί ποτέ δεν υπήρξες.

Νιώθεις τα χτυπήματα του σφυριού, αλλά δεν τ’ ακούς. Μα τι κάνουν εκεί; Ανοίγουν μια στοά από τη μια άκρη του τραπεζιού μέχρι την άλλη, κατά μήκος της τάβλας. Είναι κουραστική δουλειά, αυτοί όμως δεν κουράζονται. Στο τέλος το τραπέζι ανοίγει στα δύο κι απ’ το άνοιγμα στάζει κάποιο υγρό, που το γλείφουν λαίμαργα σαν τα σκυλιά. Κι εσένα σου φαίνεται σαν να πίνουν το ίδιο σου το αίμα, που στάζει, καθώς με κάθε χτύπο της καρδιάς σου το τραπέζι γίνεται ανύπαρχτο. Ανείπωτη φρίκη και τρόμος σε κυριεύουν.

“Αδελφέ!”, φωνάζεις, κι η φωνή σου δεν ακούγεται καλά–καλά, “σώσε με! Μάθε με να πέφτω!”

Ο τοίχος όμως δεν ανοίγει, γιατί δεν υπάρχει πια τοίχος. Σε λίγο δε θα υπάρχει τίποτ’ άλλο, παρά μόνο το χάος. Θα πέφτεις και θα πέφτεις, χωρίς να έχεις μάθει πώς γίνεται, και θα ψάχνεις μέσα σου γι’ αυτό που έχεις κοινό με τον αδερφό σου, για να στηριχτείς εκεί, όπως στηρίζονται μεταξύ τους τ’ αστέρια στις τροχιές τους, επειδή πουθενά αλλού δεν θα μπορείς πια να στηριχτείς. Κι αυτό όμως ακόμα, θα μπορέσεις να το καταφέρεις; Θα τα καταφέρεις τώρα, που δεν έχεις μάθει πώς γίνεται;

Τώρα χάθηκαν όλα.

Ήρθε η ώρα.

Τώρα!»

*************

Το διήγημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μίχαελ Έντε “Ο Καθρέφτης Μέσα Στον Καθρέφτη” [Michael Ende, “Der Spiegel im Spiegel: Ein Labyrinth ist eine surrealistische Geschichtensammlung”]. Πρώτη έκδοση: 1984. Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου.

Για την παρουσίαση: το φονικό κουνέλι, Απρίλης του 19.

 

Tags: , , , , , ,

6 Responses

  1. "Τότε, παράτα και τον εαυτό σου!"

    Ευτυχώς, που είχαμε διαβάσει αυτά τα βιβλία. Καμιά φορά αναρωτιέμαι… Αν τα βιβλία του Έντε έβγαιναν για πρώτη φορά στη σημερινή εποχή, θα είχαν την ίδια απήχηση;
    Πολύ χάρηκα με την επιλογή σου 🙂 🙂

    • Ενδιαφέρον το ερώτημά σου, Κωνσταντίνα. Η αλήθεια είναι πως τα βιβλία του Έντε "ζυμώθηκαν" σε μια εποχή γεμάτη αμφισβήτηση πάνω σε όσα το κοινωνικό καθεστημένο θεωρούσε "σταθερά και αναλλοίωτα". Και αντανακλούν αυτή την αμφισβήτηση – και αυτή την δημιουργική διάθεση αλλαγής.

      Αφήνω το ερώτημά σου να αιωρείται… Καλό βράδυ!

  2. Δεν έχω διαβάσει ποτέ κάτι δικό του Κούνελε. Ας είσαι καλά που μας κοινοποίησες εδώ δουλειά δική του για να αποκτήσω μια επαφή γνωστική.
    Να ευχηθώ φίλε Καλή Ανάσταση.

  3. Καλή Ανάσταση και Καλό Πάσχα με υγεία.
    Φιλάκια …

  4. John Zas says:

    Καλησπέρα Κούνελε , στην προσπάθειά μου να κατανοήσω το περιεχόμενο του κειμένου ομολογώ πως μπερδεύομαι συνεπώς θα επιθυμούσα να μοιραστείς την οπτική σου μαζί μου . Η πτώση που αναφέρει προέρχεται από τα δυστυχή απροσδόκητα της ζωής που μας επισκέπτονται ; και η ισορροπία αν μάθεις να πέφτεις θα στηρίζεται σε στοιχεία του εαυτού μας τα οποία θα είναι το θεμέλιο πάτημα για να αντεπεξέλθουμε ;

    Ευχαριστώ εκ των προτέρων και καλό βράδυ 🙂

    • Φίλε John, καταρχάς νομίζω πως σκοπός του ίδιου του συγγραφέα είναι να καταλήξουμε στα δικά μας συμπεράσματα. Επομένως θα μοιραστώ μαζί σου τη γνώμη μου και μόνο: θεωρώ πως η "πτώση" του ήρωα σχετίζεται με το αναπόφευκτο της "αλλαγής", που αργά ή γρήγορα έρχεται στις ζωές μας και σαρώνει τα πάντα. Αλλαγή τόσο σε εξωτερικό επίπεδο (ο κόσμος αλλάζει, οι ιδέες, οι αντιλήψεις, οι συσχετισμοί δύναμης, κλπ), όσο και σε εσωτερικό/ψυχολογικό/βιωματικό επίπεδο (μεγάλα γεγονότα της ζωής μας που μας διαμορφώνουν). Ο άνθρωπος, λοιπόν, καλείται να βγει από το μικροσκοπικό "καλούπι" που τον περιβάλλει, σαν φούσκα, και να ανοίξει τα μάτια – και το μυαλό του – στον κόσμο που αλλάζει. Μα για να το κάνει αυτό, θα χρειαστεί να απομακρυνθεί ίσως από κάποια πράγματα (αντιλήψεις ή πρακτικές) που του παρέχουν σιγουριά και ασφάλεια… θα πρέπει, με άλλα λόγια, να απλώσει το χέρι του στο άγνωστο.

      Σε αυτό το βήμα προς τα έξω, η αμοιβαία στήριξη που μπορούμε να παρέχουμε ο ένας στον άλλο σίγουρα μπορεί να μας διευκολύνει – κι εδώ νομίζω πως ο Έντε κάνει μια αναφορά σε θέματα που σχετίζονται με τις "μεγάλες αλήθειες της ύπαρξης", σαν εκείνα που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις η θρησκεία. Τα αστέρια πρέπει να μάθουν να στηρίζουν το ένα το άλλο στις τροχιές τους – και να μην περιμένουν κάποια "ανώτερη στήριξη" από αυθεντίες-ήλιους που ισχυρίζονται πως κατέχουν οι ίδιες όλες τις απαντήσεις στα ερωτήματα της ζωής.

      Αυτός είναι ο κόσμος που γεννήθηκε στον 20ο αιώνα εξάλλου: ένας κόσμος που, για πρώτη φορά, κατέλυσε τις αυθεντίες του παρελθόντος και προσπάθησε να σταθεί στα δικά του πόδια – δεν τα κατάφερε, μα αυτό μάλλον συνέβη γιατί ένιωθε αδύναμος και στη θέση των παλιών αυθεντιών έθεσε νέες. Έχτισε νέα "προστατευτικά τείχη", με άλλα λόγια.

      Κάπως έτσι, λοιπόν, ερμηνεύω το κείμενο. Πιστεύω πως σε κάλυψα.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares