Χούλιο Κορτάσαρ… για τη Τζαζ

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Χούλιο Κορτάσαρ… για τη Τζαζ

Ο Χούλιο Κορτάσαρ για τη Τζαζ - παρουσίαση από το φονικό κουνέλι / Julio Cortázar playing his trumpet

«Μέσα από ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο ακουγόταν το θέμα που μάγευε τον Ολιβέιρα, μια ανώνυμη τρομπέτα και μετά το πιάνο, όλα μες στους αχνούς ενός παλιού γραμμόφωνου και μιας ελεεινής ηχογράφησης, από μια ορχήστρα ο Θεός να την κάνει, πριν την εμφάνιση της τζαζ, αλλά στο κάτω κάτω απ’ αυτούς τους παλιούς δίσκους, απ’ τα show boats και τις νύχτες στο Στόριβιλ είχε γεννηθεί η μοναδική οικουμενική μουσική του αιώνα,

» κάτι που έφερνε κοντά τους ανθρώπους περισσότερο και καλύτερα απ’ ό,τι η εσπεράντο, η Unesco ή οι αερογραμμές, μια μουσική όσο πρέπει πρωτόγονη ώστε ν’ αγγίζει την οικουμενικότητα, και όσο πρέπει καλή ώστε να γράψει τη δική της ιστορία, με σχίσματα, αποκηρύξεις και αιρέσεις, με το τσάρλεστον, το μπλακ μπότομ, το σίμι, το φοξ-τρότ, το στομπ και τα μπλουζ της, ώστε να επιτρέπει τις ταξινομήσεις και τις ετικέτες, αυτό ή το άλλο στιλ, το σουίνγκ, το μπίμποπ, το κουλ, να πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο ρομαντισμό και τον κλασικισμό, τη χοτ και την εγκεφαλική τζαζ,

» μια μουσική ανθρώπινη, μια μουσική με διαφορετική ιστορία από αυτήν της ζωώδους χορευτικής μουσικής, της πόλκας, του βαλς, της σάμπας, μια μουσική που σου επέτρεπε να την αναγνωρίζεις και να την εκτιμάς τόσο στην Κοπεγχάγη όσο και στη Μεντόσα ή στο Κέιπ Τάουν, που ‘φερνε πιο κοντά τους νεαρούς με τους δίσκους κάτω απ’ τη μασχάλη, που τους προμήθευε με ονόματα και μελωδίες σαν κωδικούς για ν’ αναγνωρίζονται, να επικοινωνούν και να νιώθουν λιγότερο μόνοι, περιστοιχισμένοι από συγγενείς, προϊσταμένους και απέραντα δυστυχισμένους έρωτες,

» μια φυσική που απελευθέρωνε κάθε φαντασία και κάθε γούστο, τα ορχηστρικά 78 στροφών με τον Φρέντι Κέπαρντ ή τον Μπανκ Τζόνσον, η αντιδραστική αποκλειστικότητα της ντίξιλαντ, η ακαδημαϊκή εξειδίκευση στον «Μπιξ» Μπάιντερμπέκι ή η απόδυση στη μεγάλη περιπέτεια του Θελόνιους Μονκ, του Χόρας Σίλβερ ή του Θαντ Τζόουνς, τα γλυκανάλατα του Έρολ Γκάρνερ ή του «Αρτ» Τέιτουμ, οι μεταμέλειες και οι αποκηρύξεις, η προτίμηση στα μικρά γκρουπ, οι μυστηριώδεις ηχογραφήσεις με ψευδώνυμα και με τίτλους που τους επέβαλλαν οι δισκογραφικές εταιρείες ή τους υπαγόρευαν καπρίτσια της στιγμής,

» κι όλη αυτή η μασονία του σαββατόβραδου στο δωμάτιο του συμφοιτητή ή στο υπόγειο της λέσχης, με κοπέλες που προτιμούν να χορεύουν το “Star Dust” ή το “When your man is going to put you down” και μοσχοβολούν άρωμα και δέρμα και ζέστη, που αφήνουν να τις φιλήσεις όταν είναι πια αργά και κάποιος έχει βάλει το “The blues with a feeling” και σχεδόν κανείς πια δε χορεύει, μόνο στέκονται και λικνίζονται κι όλα είναι ποταπά, θολά και βρόμικα, και τ’ αγόρια θέλουν να βγάλουν αυτά τα χλιαρά «κορμάκια» ενώ τα χέρια τους χαϊδεύουν μια πλάτη, και οι κοπέλες έχουν μισάνοιχτο το στόμα, παραδομένες στον ηδονικό φόβο και στη νύχτα, και τότε σηκώνεται μια τρομπέτα και τις κατακτά για λογαριασμό όλων των αγοριών, παίρνοντάς τες με μία και μόνη ζεστή φράση που τις κάνει να πέσουν σαν κομμένοι μίσχοι στην αγκαλιά των καβαλιέρων τους, κι αρχίζει μια ασάλευτη κούρσα, ένα σάλτο στον νυχτερινό αέρα, πάνω από την πόλη, ώσπου ένα πιανάκι τις επιστρέφει στον εαυτό τους, εξαντλημένες και συμφιλιωμένες κι ακόμα παρθένες ως το άλλο Σάββατο,

» όλα αυτά με μια μουσική που τρομοκρατεί τους ψωροφαντασμένους των θεωρείων, αυτούς που πιστεύουν πως τίποτα δεν αληθεύει αν δεν υπάρχουν τυπωμένα προγράμματα και ταξιθέτες, έτσι πάει ο κόσμος, και η τζαζ είναι σαν ένα πουλί που μεταναστεύει ή μετασταθμεύει ή μετοικεί ή μετεμψυχώνεται, λαθραία, πάνω από σύνορα, πάνω από τελώνες, κάτι που τρέχει και εξαπλώνεται, κι απόψε στη Βιέννη τραγουδά η Έλα Φιτζέραλντ ενώ στο Παρίσι ο Κένι Κλαρκ εγκαινιάζει μια cave και στο Περπινιάν χοροπηδούν τα δάχτυλα του Όσκαρ Πίτερσον κι ο «Σάτσμο» είν’ όπου θέλεις χάρη στο δώρο της πανταχού παρουσίας που του έκανε ο Κύριος, στο Μπέρμιγχαμ, στη Βαρσοβία, στο Μιλάνο, στο Μπουένος Άιρες, στη Γενεύη, σ’ όλο τον κόσμο,

» είναι αναπότρεπτο, είναι η βροχή και το ψωμί και το αλάτι, κάτι που αδιαφορεί απολύτως για τις εθνικές εορτές, για τις απαράβατες παραδόσεις, για τη γλώσσα και για το φολκλόρ: ένα ασύνορο σύννεφο, ένας κατάσκοπος του νερού και του αέρα, μια αρχετυπική μορφή, κάτι από πριν, κάτι από κάτω, που αδελφώνει Μεξικανούς με Νορβηγούς και Ρώσους και Ισπανούς, που τους επανεντάσσει στη μουντή και ξεχασμένη κεντρική φωτιά, και τους επαναφέρει άτσαλα κι άσχημα και με επισφάλεια σε προδομένες απαρχές, τους δείχνει ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ήταν ο καλύτερος, ή ότι μπορεί να υπήρχαν άλλοι δρόμοι κι ότι αυτός που πήραν ήταν ο καλύτερος αλλά μπορεί και να υπήρχαν άλλοι δρόμοι, γλυκοδιάβατοι, που δεν τους πήραν ή τους πήραν μέχρι τα μισά,

» κι ότι ο άνθρωπος είναι πάντα κάτι παραπάνω από άνθρωπος και πάντα κάτι λιγότερο από άνθρωπος, περισσότερο από άνθρωπος γιατί κλείνει μέσα του αυτά που η τζαζ υπονοεί, αυτά που παρακάμπτει, ακόμα κι αυτά που προεικάζει, και λιγότερο από άνθρωπος γιατί αυτή την ελευθερία τη μετέτρεψε σ’ ένα παιχνίδι αισθητικής ή ηθικής, μια σκακιέρα όπου αρκείται να ‘ναι ο αξιωματικός ή το άλογο, ένας ορισμός της ελευθερίας που διδάσκεται στα σχολεία, ναι, στα σχολεία, όπου τα παιδιά δε διδάχθηκαν ούτε θα διδαχθούν ποτέ τα πρώτα μέτρα ενός ράγκταιμ ή την πρώτη φράση ενός μπλουζ, και τα λοιπά και τα λοιπά.»

“I could sit here and think a thousand miles away

I could sit here and think a thousand miles away

Since I had the blues this but I can’t remember the day…”

***

Τέτοια έγραφε ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Kορτάσαρ [Julio Cortázar], εν έτει 1963, στο μυθιστόρημα του “Kουτσό” [“Rayuela”, αγγλικά: “Ηopscotch”]. Ένα βιβλίο που ανασαίνει σε ρυθμούς τζαζ, παιχνιδιάρικο και πειραματικό σαν τον τίτλο του. Ένα βιβλίο στο οποίο ευελπιστώ να επανέλθω κάποια στιγμή. Στο μεταξύ όμως, μπορούμε να αφεθούμε, για μία φορά ακόμη, στη γλυκιά μελωδία εκείνης της ταξιδιάρικης τρομπέτας.

Photo: Στην πρώτη φωτογραφία ο Χούλιο Κορτάσαρ, σε επεξεργασία δική μου. Στη δεύτερη ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw, από το 19o Technopolis Jazz Festival στην Αθήνα. Η μετάφραση του Χούλιο Κορτσάραρ είναι του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Το φονικό κουνέλι, Μάιος του 19.

Ο σαξοφωνίστας Jaleel Shaw από το 19o Technopolis Jazz Festival

Tags: , , , , , , ,

2 Responses

  1. Lilou says:

    "Μέσα στη νύχτα
    ούρλιαζε η κορνέτα
    λευκοι και νέγροι
    δίνανε τα χέρια
    ε… γέρο νέγρο Τζιμ"
    Σιγά μην κάνανε στα σχολεία το Μπλουζ και το Ράγκτάιμ στο μάθημα της μουσικής..( Ίσως στα μουσικά σχολεία, εδώ, που διαφέρουν σημαντικά από τα άλλα, υπάρχει ελπίδα για τα λίγα τυχερά..)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares