15 Ιουνίου 2019

Αντρέι Ταρκόφσκι: Μονόλογος ενός τρελού στο πλήθος...


Τοπίο στην ομίχλη... από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι




«Ποιος πρόγονος μιλάει μέσα μου; Δεν μπορώ να ζω ταυτόχρονα στο νου και στο σώμα μου… Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορώ να είμαι ένα πρόσωπο μόνο. Είμαι ικανός να αισθάνομαι αναρίθμητα πράγματα ταυτόχρονα…

Δεν έμειναν πια μεγάλοι δάσκαλοι… αυτό είναι το κακό της εποχής μας... Το μονοπάτι της καρδιάς είναι σκεπασμένο με σκιές.

Χρειάζεται ν’ ακούσουμε τις φωνές εκείνες που μοιάζουν άχρηστες. Σε μυαλά γεμάτα μακριές αποχετεύσεις, τοίχους σχολείων, άσφαλτο και έντυπα επιδόματος ανεργίας... χρειάζεται να εισχωρήσει το ζουζούνισμα των εντόμων.

Να γεμίσουμε τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας με πράγματα που συνιστούν την απαρχή ενός μεγάλου ονείρου…! Να φωνάξει ξανά κάποιος πως θα χτίσουμε τις πυραμίδες…! Και όχι... δεν έχει σημασία αν δεν τις χτίσουμε. Να ενισχύσουμε αυτή την επιθυμία και να μάθουμε ν’ απλώνουμε τις γωνίες της ψυχής… σαν ένα πλατύ, αέναο σεντόνι...

Αν θέλετε να προχωρήσει ο κόσμος, πρέπει να πιαστούμε από τα χέρια. Και ν' αναμίξουμε τους «υγιείς» με τους «ασθενείς». Εσείς, οι υγιείς! Τι σημαίνει λοιπόν η υγεία σας; Τα μάτια της ανθρωπότητας κοιτάζουν το βάραθρο μέσα στο οποίο πέφτουμε…! Η ελευθερία σας είναι άχρηστη αν δεν έχετε το θάρρος να μας κοιτάξετε στα μάτια… να φάτε, να πιείτε… και να κοιμηθείτε μαζί μας!

Όλοι εσείς οι «υγιείς»… οδηγήσατε τον κόσμο στο χείλος της καταστροφής!

Άνθρωπε… άκου. Μέσα σου νερό… φωτιά… και μετά, στάχτες!

Και τα κόκαλα στις στάχτες.

Τα κόκαλα... και οι στάχτες!



Που βρίσκομαι όταν δεν είμαι ούτε στην πραγματικότητα, ούτε στη φαντασία μου; Κάνω μια νέα συμφωνία με τον κόσμο. Πρέπει να έχει ήλιο τη νύχτα… και χιόνι τον Αύγουστο.

Τα μεγάλα πράγματα τελειώνουν… τα μικρά αντέχουν.

Η κοινωνία πρέπει να ενωθεί και πάλι… όχι να αποδιαρθρώνεται! Εσείς... να κοιτάξετε τη φύση… και να δείτε πως η ζωή είναι απλή! Να επιστρέψουμε εκεί που βρισκόμασταν… σ’ εκείνο το σημείο που ακολουθήσαμε τον λάθος δρόμο.

Να επιστρέψουμε πίσω στις θεμελιώδεις αρχές της ζωής… χωρίς να βρωμίζουμε το νερό!

Τι κόσμος είναι αυτός, αν ένας τρελός σας λέει ότι πρέπει να ντρέπεστε;…

Και τώρα… μουσική.»


........................


Μονόλογος του Ντομένικο, από την ταινία «Νοσταλγία» του Αντρέι Ταρκόφσκι [Андре́й Тарко́вский / Andrei Tarkovsky, “Nostalghia”]. Έτος παραγωγής, 1983.



Ο κόσμος στις σκάλες... σκηνή από την ταινία Νοσταλγία του Αντρέι Ταρκόφσκι

9 Ιουνίου 2019

Ν. Καζαντζάκη: Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο


Ένα απόσπασμα από τον Βίο και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, του Νίκου Καζαντζάκη - παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Alexis Zorbas and his erotic adventures... by Nikos Kazantzakis




Ο “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”, δημοσιευμένος πρώτη φορά το 1946, ανήκει στα σημαντικότερα έργα όχι μόνο της νεοελληνικής, μα της παγκόσμιας λογοτεχνικής σκηνής. Μέσα από τη μορφή του Αλέξη Ζορμπά ο Νίκος Καζαντζάκης εκθέτει ένα πρότυπο ανθρώπου που ο ίδιος θαυμάζει απεριόριστα – μα ταυτόχρονα τον παρατηρεί από απόσταση, αδυνατώντας να του μοιάσει...

Πηγαίος, αυθόρμητος, ηδονιστής, αισθηματίας, τρέφοντας περιφρόνηση για κάθε αυθεντία, αδιαφορώντας για κάθε επιβαλλόμενο ιδανικό, ικανός να πειθαρχεί στον δικό του ηθικό κώδικα – ένας άνθρωπος που δεν φοβάται τη ζωή, μα ρίχνεται με πάθος στην άγρια θάλασσά της, άλλοτε δαμάζοντας τα κύματα, άλλοτε αφήνοντάς τα να τον παρασύρουν. Αυτός είναι ο Αλέξης Ζορμπάς – ίσως η πιο μυθιστορηματική από όλες τις ενσαρκώσεις του νιτσεϊκού «υπεράνθρωπου».

Στο απόσπασμα που θα μοιραστώ σήμερα μαζί σας ο λόγος ανήκει στον ίδιο τον Αλέξη Ζορμπά. Πρόκειται για μια αφήγηση που ξεχειλίζει γυναίκες και ηδονή. Και χιούμορ – ναι, χιούμορ. Όταν θέλει ο Καζαντζάκης να υιοθετήσει χιουμοριστικό ύφος, έστω δια του «αντιπροσώπου» του, Αλέξη Ζορμπά – τα καταφέρνει μοναδικά.

Ο λόγος, λοιπόν, στον Νίκο Καζαντζάκη – ή πιο σωστά, στον Αλέξη Ζορμπά. Απολαύστε.



Η ξέφρενη νύχτα του Αλέξη Ζορμπά στον Καύκασο. Μια αφήγηση




«— Αυτή λοιπόν, που λες, τη Νούσα, τη γνώρισα σ’ ένα χωριό του Κουμπάν. Καλοκαίρι εκεί πέρα. Καρπούζια και πεπόνια βουνά, έσκυβα, έπαιρνα ένα, κανένας δε μού ‘λεγε «βρε τι κάνεις αυτού;» Το ‘κοβα στη μέση κι έχωνα τη μούρη μου μέσα.

Όλα μπόλικα εκεί πέρα στον Καύκασο, αφεντικό, όλα χύμα, διαλέγετε και παίρνετε! Κι όχι μονάχα, να πεις, τα πεπόνια και τα καρπούζια, παρά και τα ψάρια και τα βούτυρα κι οι γυναίκες. Περνάς, βλέπεις ένα καρπούζι, το παίρνεις• βλέπεις μια γυναίκα, την παίρνεις. Όχι σαν εδώ, στην Ψωροκώσταινα, που άμα πάρεις κανενός ένα καρπουζόφυλλο σε πάει στα δικαστήρια, κι άμα αγγίξεις μια γυναίκα, φορά τη μαχαίρα ο αδερφός να σε κάμει κιμά. Μιζέρια, τσιγκουνιά, δικό σου και δικό μου, ου να χαθήτε, ψωριάρηδες! Να πάτε, μωρέ, στη Ρουσία, να δείτε αρχοντιά!

Πέρασα λοιπόν από το Κουμπάν, είδα μια γυναίκα σ’ ένα μποστάνι, μου άρεσε. Πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, πως η Σλάβα δεν είναι σαν και τούτες τις φτενές συφεροντολόγες Ρωμιές, που σου πουλούν τον έρωτα με το δράμι και κάνουν ό,τι μπορούν για να σου τον πασάρουν ξίκικο, να σε γελάσουν στο ζύγι• η Σλάβα, αφεντικό, σου ταον ζυγιάζει μπόλικα, βαρύ βαρύ• και στον ύπνο και στον έρωτα και στο φαΐ είναι πολύ συγγενής με τα ζώα, πολύ συγγενής με τη γης, δίνει, δίνει μπόλικα, δεν τσιγκουνεύεται, σαν και τούτες τις Ρωμιές, τις ψιλικατζίνες!

«Πως σε λένε;» τη ρώτησα. Βλέπεις, με τις γυναίκες είχα μάθει τώρα και λίγα ρούσικα...

«Νούσα• και σένα;»

— Αλέξη. Πολύ μου αρέσεις, Νούσα.

Με κοίταξε καλά καλά, όπως κοιτάζουμε ένα άλογο που θέλουμε ν’ αγοράσουμε.

«Και συ δε φαίνεσαι αχαμνός», μου κάνει. «Έχεις γερά δόντια, μεγάλα μουστάκια, φαρδιές πλάτες, χοντρά μπράτσα. Μου αρέσεις.»

Πολλά άλλα πράματα δεν είπαμε, μήτε κι ήταν ανάγκη. Μάνι μάνι τα συφωνήσαμε – θα πήγαινα σπίτι της το ίδιο βράδυ με τα καλά μου ρούχα. Έχεις και γούνα;» με ρωτά η Νούσα. «—Έχω, μα με τέτοια ζέστη... — Δεν πειράζει• φέρ’ την για μεγαλείο.»

Ντύθηκα λοιπόν το βράδυ σα γαμπρός, φορτώθηκα στο μπράτσο μου τη γούνα, πήρα κι ένα μπαστούνι που είχα με ασημένια λαβή, πήγα. Μεγάλο σπίτι χωριάτικο, με αυλές, αγελάδες, πατητήρια, φωτιές αναμμένες στην αυλή, καζάνια απάνω στις φωτιές. «Τι βράζετε εδώ;» ρώτησα. «— Πετιμέζι από καρπούζια. — Κι εδώ; — Πετιμέζι από πεπόνια.» Μωρέ, τι ‘ναι εδώ; είπα με το νου μου. Ακούς εκεί πετιμέζι από πεπόνια και καρπούζια! Γη της επαγγελίας, όξω φτώχεια! Έχε την ευκή μου, Ζορμπά, καλά έπεσες εδώ μέσα• σαν πόντικας σ’ ένα τουλούμι τυρί.

Ανέβηκα τις σκάλες. Κάτι ξύλινες θεόρατες σκάλες που τρίζανε. Στο κεφαλόσκαλο ο πατέρας κι η μάνα της Νούσας ντυμένοι μ’ ένα είδος σαλβάρια πράσινα, και κόκκινο ζουνάρι με χοντρές φούντες. Αρχοντάνθρωποι. Άνοιξαν τα μπράτσα, ματς μουτς, αγκαλιάσματα. Γέμισα σάλια. Μου μιλούσαν γρήγορα γρήγορα, δεν καταλάβαινα σκραπ, μα τι πειράζει; Από τη φάτσα τους το ‘βλεπα, το κακό μου δεν ήθελαν.

Μπαίνω μέσα, και τι να δω; Τραπέζια στρωμένα, φορτωμένα σαν τρικάταρτα καράβια. Όλοι οι συγγενείς, γυναίκες κι άντρες, όρθιοι, και μπροστά στέκουνταν η Νούσα, βαμμένη, στολισμένη, ξεστήθωτη, σα γοργόνα του καραβιού. Άστραφτε από ομορφιά και νιάτα· φορούσε ένα κόκκινο μαντίλι στο κεφάλι, κι απάνω στην καρδιά της είχε κεντημένο ένα σφυρί κι ένα δρεπάνι. «Μωρέ αθεόφοβε Ζορμπά», είπα με το νου μου, «ετούτο το κρέας είναι δικό σου; Ετούτο το κορμί θ’ αγκαλιάσεις απόψε; Ο θεός να συχωρέσει τον κύρη και τη μάνα που σε γέννησαν!»

Πέσαμε με τα μούτρα, γυναίκες κι άντρες, στο φαγοπότι. Τρώγαμε σα χοίροι, πίναμε σα βουβάλια. «Κι ο παπάς;» ρώτησα τον πατέρα της Νούσας, που κάθουνταν δίπλα μου κι έβγαζε αχνούς το κορμί του από το πολύ φαΐ• «που ‘ναι ο παπάς να μας βλοήσει; — Δεν έχει παπά», μου αποκρίθηκε και με πιτσίλισε πάλι με τα σάλια του, «δεν έχει παπά. Η θρησκεία, όπιο του λαού.»

Είπε και σηκώθηκε κορδωμένος, ξέσφιξε το κόκκινο ζωνάρι του, άπλωσε το χέρι να κάμει σιωπή. Κρατούσε ξέχειλο το ποτήρι του και με κοίταζε στα μάτια.

Άρχισε να λέει, να λέει, μού ‘βγαζε λόγο. Τι έλεγε; Ο Θεός κι η ψυχή του. Βαρέθηκα να στέκουμαι, είχα αρχίσει και να ζαλίζουμαι• κάθισα πάλι. Κάθισα και κόλλησα το γόνατο μου στο γόνατο της Νούσας, δεξά μου.

Μιλούσε, μιλούσε ο γέρος, ίδρωσε, όλοι ρίχτηκαν και τον αγκάλιασαν για να σωπάσει. Σώπασε. Η Νούσα μου έγνεψε: «Μίλα, ντε, και συ!»

Σηκώθηκα λοιπόν κι εγώ, έβγαλα λόγο, μισό ρούσικα, μισό ρωμαίικα. Τι είπα; Ανάθεμά με αν ήξερα. Θυμούμαι μονάχα πως στο τέλος το ‘χα ρίξει στο κλέφτικο. Είχα αρχίσει χωρίς αιτία κι αφορμή να γκαρίζω:


Βγήκαν κλέφτες στα βουνά

για να κλέψουν άλογα!

Κι άλογα δε βρήκανε

και τη Νούσα πήρανε!


Βλέπεις, αφεντικό, το άλλαζα και λίγο, για την περίσταση:


Και πάνε, πάνε, παν

(άιντε, μανούλα μου, παν!)

Αχ Νουσάκι μ’

αχ Νουσάκι μ’

βάι!



Κι ως μούγκρισα: «βάι!» χύθηκα και φίλησα τη Νούσα.

Αυτό ήταν! Σα να ‘δωκα, λες, το σενιάλο που περίμεναν, άλλο που δεν ήθελαν, πετάχτηκαν μερικοί μαγκλαράδες κοκκινογένηδες κι έσβησαν τα φώτα.

Οι γυναίκες οι παμπόνηρες σκλήριξαν, τάχατε πως τρόμαξαν Μα γρήγορα, χιχιχι! μέσα στο σκοτάδι, άρχισαν τα γαργαλίσματα και τα γέλια.

Το τι έγινε, αφεντικό, ένας Θεός το ξέρει. Μα θαρρώ πως μήτε αυτός το ‘ξερε, γιατί αν το ‘ ξερε, θα ‘ριχνε το αστροπελέκι του να μας κάψει. Άντρες και γυναίκες, μαλλιά κουβάρια, κυλίστηκαν κάτω• έψαχνα να βρω τη Νούσα, μα που να τη βρω! Βρήκα μιαν άλλη, έβγαλα τα μάτια μου μαζί της.

Τα ξημερώματα σηκώθηκα να πάρω τη γυναίκα μου να φύγουμε. Σκοτάδι ακόμα, δεν καλόβλεπα. Πιάνω ένα πόδι, το τραβώ, δεν ήταν της Νούσας• πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, μήτε αυτό! Πιάνω άλλο, άλλο, και τέλος πάντων είδα κι έπαθα, βρίσκω το πόδι της Νούσας, το τραβώ, την ξεπλέκω από δυο τρεις νταγλαράδες, που την είχαν πιτακωμένη την κακομοίρα, και την ξυπνώ. «Νούσα», της λέω, «πάμε! – Μην ξεχάσεις τη γούνα σου!» μου αποκρίθηκε• «πάμε.»

Φύγαμε.»



Για την παρουσίαση και τον σχεδιασμό της εικόνας: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος του 19.




Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης του Βίου και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά / Nikos Kazantzakis, Zorba the Greek, first edition cover

2 Ιουνίου 2019

Η κοινωνική σάτιρα στον Αστερίξ


Ένα αφιέρωμα στον Αστερίξ... Η κοινωνική σάτιρα μέσα από τις ιστορίες του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι / Asterix social satire



“O tempora, o mores!”


Μέρος Ι. Εισαγωγή στον Αστερίξ




Κάποια πνευματικά έργα κατορθώνουν να σου μιλήσουν σε διαφορετικές φάσεις της ζωής σου – και κάθε φορά που σου μιλούν, ο λόγος τους παρουσιάζει διαφορές. Αυτό συμβαίνει αφενός διότι αλλάζεις εσύ ο ίδιος – και προσλαμβάνεις πάντα με διαφορετικό τρόπο τα ερεθίσματα που δέχεσαι. Αφετέρου όμως, ο λόγος για τον οποίο κατορθώνει ένα έργο να μιλήσει με τέτοια ποικιλία γλωσσών, είναι διότι το ίδιο το έργο είναι δομημένο σε πολλαπλά επίπεδα. Κάποια επίπεδά του είναι περισσότερο προσβάσιμα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και ηλικιακές κατηγορίες, για παράδειγμα. Μέχρι που αποκτάς εκείνο το μαγικό κλειδί που ανοίγει τις κλειστές, ως τότε, πόρτες του νοήματος – και ξανοίγονται μπροστά σου τα επίπεδα που αγνοούσες μέχρι τότε. Μα το έργο δεν εξαντλεί την πολυσημία του: θα υπάρξουν πάντα κάποια νέα νοήματα, κάποιες νέες μορφές ανάγνωσης, που περιμένουν να ξεδιπλώσουν μπρος στα πόδια σου το μαγικό χαλί τους.

Μπορεί κάποιος να μιλήσει για την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» σαν να επρόκειτο «απλά» για ένα «παιδικό βιβλίο»; Ασφαλώς και όχι. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα έργου ικανού να ξεδιπλώνει πολλαπλά νοήματα και σημασίες, διαφορετικά ανάλογα με την ηλικία και τον άνθρωπο. Θα συναντήσουμε πολλά ανάλογα έργα στη νεανική λογοτεχνία – όπως επίσης και στις κλασικές σειρές κόμικς που απευθύνονται τόσο στο παιδικό, όσο και στο ενήλικο κοινό. Σε αυτήν ασφαλώς την κατηγορία ανήκει και ο «Αστερίξ».

Η σημερινή ανάλυση που θα επιχειρήσω συνιστά την ανάλυση ενός ενήλικα. Είναι η ματιά ενός ενήλικα και η ερμηνεία που επιλέγει να δώσει σε ένα έργο με το οποίο μεγάλωσε. Αν επιχειρούσα ένα μεγάλο αφιέρωμα στο «Αστερίξ» όταν ήμουν παιδί, πιθανό να έγραφα ποιες είναι «Οι Πιο Αστείες Στιγμές του Αστερίξ» - όχι όμως ποια είναι «Τα Κοινωνικά Μηνύματα στον Αστερίξ». Τα μηνύματα όμως ασφαλώς βρίσκονται εκεί – σαν την πόρτα που περιμένει να συναντήσει το κλειδί της. Μένει να έρθει η κατάλληλη στιγμή: όταν θα ξαναπιάσεις, ένα-ένα, τα τεύχη, και τα διαβάσεις πάλι απ’ την αρχή. Θα διαπιστώσεις τότε πως η ματιά σου έχει αλλάξει: γελάς με άλλα πράγματα, παρατηρείς άλλα πράγματα. Και σκέφτεσαι πόσο έξυπνο και πολυεπίπεδο είναι το περιεχόμενό της σειράς.

Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε πως τέτοια έργα είναι γραμμένα από ενήλικες – αντανακλούν τη ματιά τους πάνω στον κόσμο. Και συχνά ο καλύτερος τρόπος να περιγράψεις τον κόσμο στον οποίο ζεις, είναι μέσω του χιούμορ! Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγα πως σειρές όπως ο «Αστερίξ» λένε πολύ περισσότερα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, παρά για τον κόσμο εντός του οποίου ξετυλίγουν την πλοκή τους – έναν κόσμο που μοιάζει «ιστορικός», μα δεν είναι.

Τα εύσημα φυσικά για το πολυσήμαντο χιούμορ του «Αστερίξ» πάνε στον συγγραφέα του, Ρενέ Γκοσινύ [Rene Goscinny]. Είναι ο Γκοσινύ εκείνος που δημιούργησε, κατά βάση, εκείνο το κράμα ιστορικών αναφορών και επιτηδευμένου αναχρονισμού, που συνιστά την ουσία της σειράς. Ο κόσμος του «Αστερίξ» είναι ένας κόσμος που αναφέρεται σε Γαλάτες και Ρωμαίους, μα όσο φέρνουμε πάνω του τον μεγεθυντικό φακό μας, διαπιστώνουμε πως μοιάζει περισσότερο με τον κόσμο που εικοστού αιώνα. Εδώ έγκειται το στοιχείο της κοινωνικής σάτιρας – και εδώ δεσπόζει η ευφυής γραφή του Ρενέ Γκοσινύ.



Ρενέ Γκοσινί και Αλμπέρ Ουντερζό, οι δημιουργοί του Αστερίξ / Rene Goscinny & Albert Uderzo
Κίνηση στους δρόμους της Λουτετίας (Παρίσι). Από το Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ



Σκοπός του Γκοσινύ δεν ήταν να αφηγηθεί μια «αλληγορία», ούτε να γράψει ιστορίες «κοινωνικής κριτικής». Όπως όλοι οι μεγάλοι παραμυθάδες, πρωταρχικό του μέλημα ήταν να καταθέσει όμορφες, ευφάνταστες και αστείες ιστορίες. Μα ήταν τέτοια η οξύτητα της ματιάς του, που ήταν αναπόφευκτο στο χιούμορ του, από νωρίς ακόμα, να διεισδύσουν έξυπνες παραπομπές στην κοινωνία των καιρών του – οι οποίες έμελλε να ενισχυθούν και να ωριμάσουν με τα χρόνια. Όταν οι Γαλάτες επισκέπτονται τη Λουτετία (το αλλοτινό Παρίσι) και μπλέκουν σ’ ένα ασύμφορο «κυκλοφοριακό» με άμαξες, άλογα και εξαγριωμένους αμαξάδες που βρίζουν ο ένας τον άλλο, γίνεται πασιφανές πως εκείνο που απεικονίζεται είναι η σύγχρονη εικόνα του κεντρικού δρόμου μιας πόλης, ιδωμένη έντεχνα από μια «ιστορική» ματιά.

Ας επαναλάβω: πρόκειται για έναν επιτηδευμένο αναχρονισμό. Μα αυτό ακριβώς συνιστά μία από τις μεγαλύτερες γοητείες της σειράς του «Αστερίξ»: το γεγονός πως παρουσιάζεται μπροστά σου η κοινωνία που ζεις, μεταμορφωμένη όμως σε κοινωνία των ρωμαϊκών χρόνων.

Ω, καιροί, ω ήθη! Μα οι καιροί και τα ήθη στα οποία αναφερόμαστε – δεν είναι άλλα από τα δικά μας.



Η εξουσία στον Αστερίξ... από το Αστερίξ και η Χύτρα / Asterix and the Cauldron



Μέρος ΙΙ. Μια χρονολογική παρουσίαση των βιβλίων




Πριν όμως καταπιαστώ με το κεντρικό θέμα της παρουσίασης, επιτρέψτε μου να προβώ σε μια σύντομη αναδρομή στα τεύχη του Αστερίξ, παρουσιάζοντάς τα με την ιστορική σειρά που δημιουργήθηκαν. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν.


Ι - Η πρώιμη περίοδος



Αστερίξ ο Γαλάτης [Astérix le Gaulois, 1961]. Όλα ξεκινούν εδώ. Ο Ουντερζό πειραματίζεται με τον σχεδιασμό των χαρακτήρων καθ’ όλη την έκταση της ιστορίας. Μα θα βρεις εδώ τις βάσεις όλου του μεταγενέστερου εποικοδομήματος. Για τη σημασία της και μόνο, η ιστορία αυτή ανήκει στις κλασικότερες.



Η πρώτη εμφάνιση των Αστερίξ και Οβελίξ, από το Αστερίξ ο Γαλάτης / The first appearance of Asterix and Obelix in Asterix the Gaul



Το Χρυσό Δρεπάνι [La Serpe d'or, 1962]. Το πρώτο από τα ταξίδια του Αστερίξ έμελλε να είναι και από τα συντομότερα – ίσα μέχρι την γειτονική Λουτετία. Συγκριτικά με τον κωμικό τόνο του πρώτου βιβλίου, εδώ ο τόνος μοιάζει περισσότερο περιπετειώδης – θυμίζοντας τις κλασικές σειρές των γαλλοβελγικών κόμικς. Έχει τις στιγμές του – μα ο Γκοσινύ δεν έχει βρει ακόμα τη φωνή του.

Ο Αστερίξ και οι Γότθοι [Astérix et les Goths, 1963]. Σταδιακά ανυψώνεται ο δείκτης του χιούμορ και μαζί με αυτόν η σατιρική απεικόνιση εθνοτήτων, που έμελλε να γίνει σήμα κατατεθέν της σειράς. Οι Γότθοι συνιστούν τα «πρώτα θύματα».

Ο Αστερίξ Μονομάχος [Astérix gladiateur, 1964]. Εδώ διαφαίνονται για πρώτη φορά αναλαμπές από τη μεταγενέστερη λάμψη που έμελλε να περιλούσει τη σειρά. Η πρώτη επίσκεψη των Αστερίξ και Οβελίξ στη Ρώμη παρέχει στον Ρενέ Γκοσινύ τη δυνατότητα να ξετυλίξει νέες συγγραφικές δυνατότητες.

Ο Γύρος της Γαλατίας [Le Tour de Gaule d'Astérix, 1965]. Ένας μικρός φόρος τιμής στην πατρίδα του Αστερίξ και μια όμορφη ξενάγηση – που μεταξύ άλλων φέρει στις αποσκευές της, για πρώτη φορά, και τον μικροσκοπικό σκυλάκο Ιντεφίξ. Σε διάστημα τεσσάρων χρόνων η σειρά μοιάζει πια έτοιμη να ανέβει το επόμενο σκαλοπάτι – και να γίνει κλασική.



ΙΙ - Η κλασική περίοδος




Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα [Astérix et Cléopâtre, 1965]. Το πρώτο από τα μεγάλα κλασικά του Αστερίξ, παραμένει ως σήμερα μια από τις αγαπημένες ιστορίες του. Το σχέδιο έχει εξελιχθεί σε σημαντικό βαθμό και το κείμενο αγγίζει νέα ύψη. Τίποτα δεν θα ήταν ίδιο μετά από αυτή την ιστορία.



Ο Οβελίξ, Ο Πανοραμίξ και ο μαγικός ζωμός... από το Αστερίξ και Κλεοπάτρα / Asterix and Cleopatra panel



Ο Αγώνας των Αρχηγών [Le combat des chefs, 1966]. Σε αντίθεση με το μεγάλο ταξίδι του προηγούμενου βιβλίου, εδώ επανερχόμαστε στο γαλατικό χωριό – και είναι ευκαιρία για να γνωρίσουμε περισσότερο σε βάθος τον αρχηγό του, Μαζεστίξ, μα και να δούμε μια άλλη πτυχή του σοφού Πανοραμίξ.

Ο Αστερίξ στους Βρετανούς [Astérix chez les Bretons, 1966]. Από τις ιστορίες που έχουν συζητηθεί περισσότερο και αναμφισβήτητα ένα από τα κλασικότερα ταξίδια του Αστερίξ. Ο «ιστορικός αναχρονισμός» του Γκοσινύ και η «στερεότυπη» απεικόνιση ενός λαού (συγκεκριμένα, των Βρετανών) φτάνουν στα ύψη. Θα μπορούσαμε να πούμε πως στο συγκεκριμένο τεύχος ο «Αστερίξ» βρίσκει την χαρακτηριστική του φόρμουλα, που έμελλε να συνεχίσει μέχρι σήμερα.



Βρετανός εναντίον Ρωμαίων... από το Αστερίξ στους Βρετανούς / British against roman soldiers, in Asterix in Britain



Ο Αστερίξ στους Νορμανδούς [Astérix et les Normands, 1966]. Επιστροφή στο γαλατικό χωριό, παραπομπές στη ροκ μουσική των καιρών και στους ατρόμητους Νορμανδούς. Εξαιρετικά διασκεδαστική ιστορία, δίχως ιδιαίτερο κοινωνικό περιεχόμενο.

Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος [Astérix légionnaire, 1967]. Δεν είναι λίγοι που συγκαταλέγουν τη συγκεκριμένη ιστορία μεταξύ των κορυφαίων. Η κατάταξη των Αστερίξ και Οβελίξ στον ρωμαϊκό στρατό συνιστά μια μοναδική ευκαιρία προκειμένου να σατιρίσει ο Γκοσινύ στρατιωτικές και μη καταστάσεις, εκ των έσω. Η απεικόνιση, εξάλλου, του ερωτοχτυπημένου Οβελίξ, εμπλουτίζει ακόμα περισσότερο τον χαρακτήρα του – και μας κάνει να συμπάσχουμε.

Η Ασπίδα της Αρβέρνης [Le bouclier Arverne, 1968]. Μια ανάλαφρη περιπλάνηση – σε αντίθεση με την καθόλου ανάλαφρη αναγκαιότητα για δίαιτα του αρχηγού Μαζεστίξ.

Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες [Astérix aux Jeux Olympiques, 1968]. Το πρώτο πράγμα που παρατηρούμε σε αυτή την ιστορία, σαν Έλληνες, είναι φυσικά η απεικόνιση της χώρας μας – κάτι μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και ελληνικού τουρισμού της δεκαετίας του 60, με άφθονες δόσεις από τζατζίκι, ούζο και συρτάκι. Μα αυτό συνιστά, όπως είπαμε, ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα – και μέρος της γοητείας – του Αστερίξ. Ο επιτηδευμένος αναχρονισμός του.

Ο Αστερίξ και η Χύτρα [Astérix et le chaudron, 1969]. Μία από τις «σκοτεινότερες» ιστορίες του Αστερίξ – και από τις αγαπημένες μου, προσωπικά. Η απεγνωσμένη ανάγκη των Αστερίξ και Οβελίξ να βρουν χρήματα μας οδηγεί σε άφθονες ενδιαφέρουσες συσχετίσεις με την εποχή μας – με αποκορύφωμα την ληστεία της τράπεζας.

Ο Αστερίξ στην Ισπανία [Astérix en Hispanie, 1969]. Όσο μεταβαίνουμε στην «ώριμη» περίοδο, το καστ του γαλατικού χωριού έχει πια συμπληρωθεί. Ο ψαράς Αλφαβητίξ προστίθεται στο παρόν τεύχος, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό δίδυμο με τον σιδερά Αυτοματίξ. Το ταξίδι του Αστερίξ στην Ισπανία παρουσιάζει διάφορα αναχρονιστικά στοιχεία (όπως ο χορός των τσιγγάνων), που όμως – όπως είπαμε ήδη – συνιστούν μέρος της γοητείας της σειράς.



ΙΙΙ - Η ώριμη περίοδος




Η Διχόνοια [La Zizanie, 1970]. Όσο ωριμάζουν τα σενάρια του Γκοσινύ, τόσο αποκτά περισσότερα επίπεδα η σειρά – και γίνεται κατάλληλη για πολλαπλές αναγνώσεις. Η «Διχόνοια» συνιστά ένα πανέξυπνο, όσο και διαχρονικό σενάριο – και ξεδιπλώνει μια βαθύτερη, πιο «ενήλικη» διάσταση στις περιπέτειες των φίλων μας.

Ο Αστερίξ στους Ελβετούς [Astérix chez les Helvètes, 1970]. Έχοντας πλέον μεταβεί στη δεκαετία του 70 – μια εποχή που τα πάντα, στον χώρο των τεχνών, έμοιαζαν να σοβαρεύουν –, ο «Αστερίξ» διακατέχεται από μια, σαφέστατα, περισσότερο «ενήλικη» διάθεση. Θα ήταν αδιανόητο πριν λίγα χρόνια, τον καιρό που κυκλοφορούσε το «Αστερίξ Μονομάχος», για παράδειγμα, να βλέπαμε σκηνές με παρακμιακά, έκφυλα «όργια» σε πολυτελείς βίλες διεφθαρμένων Ρωμαίων αξιωματούχων. Αξίζει να σημειωθεί πως την ίδια περίοδο «σοβάρευαν» αντίστοιχα τα σενάρια του Γκοσινύ για τον «Λούκυ Λουκ» - ποιος ξέρει, ίσως κάποια στιγμή να ετοιμάσω ένα αντίστοιχο αφιέρωμα και γι’ αυτό!



Ρωμαϊκά όργια από το Αστερίξ στους Ελβετούς / Roman orgies in Asterix in Switzerland
Ο Οβελίξ κάνει μια σημαντική διαπίστωση στη Διχόνοια / Obelix vs Roman soldier, in Asterix and the Roman Agent



Η Κατοικία των Θεών [Le Domaine des dieux, 1971]. Ένα από τα αγαπημένα μου τεύχη, όταν ήμουν μικρός, παραμένει ως σήμερα αγαπημένο. Πρόκειται, εξάλλου, για μία από τις κορυφαίες στιγμές κοινωνικής κριτικής του Γκοσινύ – σε μια περίοδο που το περιβαλλοντικό πρόβλημα είχε, για πρώτη φορά, αρχίσει να απασχολεί σοβαρά τον συγγραφικό και επιστημονικό κόσμο της εποχής.

Οι Δάφνες του Καίσαρα [Les Lauriers de César, 1972]. Ή αλλιώς, “Ο Αστερίξ στην Ρώμη νο.2”, θα μπορούσαμε να πούμε. Μια ιστορία το χιούμορ της οποίας μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο σε ενήλικο παρά σε παιδικό κοινό. Θα τη χαρακτήριζα ως μια ιστορία «κοινωνικού ρεαλισμού», απεικονίζοντας όψεις και συνήθειες μιας εύπορης ρωμαϊκής οικογένειας των καιρών – ή μήπως μιας αστικής οικογένειας της εποχής μας;



Πανοραμική όψη της Ρώμης, σχέδιο του Ουντερζό στις Δάφνες του Καίσαρα / Panoramic scene of Rome in Asterix and the Laurel Wreath



Ο Μάντης [Le Devin, 1972]. Αν με ρωτούσατε, μικρό, ποια είναι η αγαπημένη μου ιστορία της σειράς, θα απαντούσα «ο Μάντης»! Το σχέδιο του Uderzo είναι πανέμορφο και η ιστορία από τις πιο αστείες. Και φυσικά συμμετέχει όλο το καστ του γαλατικού χωριού – και μικρός έδινα σημασία σε κάτι τέτοια.

Ο Αστερίξ στην Κορσική [Astérix en Corse, 1973]. Ένα ακόμα ταξίδι, πιο ανάλαφρο, πιο ηλιόλουστο, κατάλληλο για να ξετυλίξει ο Uderzo πανέμορφα σχεδιασμένα τοπία με δάση και βουνά.

Το Δώρο του Καίσαρα [Le Cadeau de César, 1974]. Άλλη μια ιστορία που είχα αγαπήσει μικρός – κατά βάθος μου άρεσαν πιο πολύ οι ιστορίες που παρουσίαζαν το γαλατικό χωριό και τις σχέσεις των Γαλατών μεταξύ τους. Οι εκλογές και οι έρωτες της ιστορίας την καθιστούν μία από τις πλέον διασκεδαστικές της σειράς.



Προεκλογική περίοδος στον Αστερίξ, από το Δώρο του Καίσαρα / Elections in Asterix



Το Μεγάλο Ταξίδι [La Grande traversée, 1975]. Η μεγαλύτερη, ως τότε, εξόρμηση του Αστερίξ και μια συνάντηση πολιτισμών. Δεν εγείρει ιδιαίτερους προβληματισμούς, μα άκρως διασκεδαστική και ξέχειλη πανέμορφες τοποθεσίες.

Οβελίξ και Σία [Obélix et Compagnie, 1976]. Η υψηλότερη από τις κοινωνικές σάτιρες του Γκοσινύ. Περισσότερα για την μοναδική αυτή ιστορία – ένα αληθινό διαμάντι των κόμικς – θα πούμε παρακάτω.

Ο Αστερίξ στους Βέλγους [Astérix chez les Belges, 1979]. Το τελευταίο σενάριο του Γκοσινύ – που εικονογραφήθηκε όμως μετά τον θάνατό του. Περισσότερο και από την ιστορία, εκείνο που δεσπόζει στο συγκεκριμένο τεύχος είναι εκείνη η υπέροχη εικονογράφηση του Ουντερζό – ένας ζωγραφικός πίνακας, φόρος τιμής στον Πίτερ Μπρέγκελ τον πρεσβύτερο.



Σχέδιο φόρος τιμής του Ουντερζό στον Πίτερ Μπρέγκελ τον πρεσβύτερο από το Αστερίξ στους Βέλγους / Uderzo's tribute to Pieter Bruegel the elder in Asterix in Belgium issue
Ο γάμος των χωρικών, του Πίτερ Μπρέγκελ του πρεσβύτερου / Peasant Wedding, by Pieter Bruegel the elder




IV - Η μετά-Γκοσινύ περίοδος




Η Μεγάλη Τάφρος [Le Grand fossé, 1980]. Μια παραλλαγή του “Ρωμαίου και Ιουλιέτας” σε ένα γαλατικό πλαίσιο. Έχει τις στιγμές του, αν και είναι φανερή η απουσία του Γκοσινύ. Η συνέχεια θα ήταν καλύτερη για τον Ουντερζό.

Η Οδύσσεια του Αστερίξ [L'Odyssée d'Astérix, 1981]. Μεταξύ όλων των ιστοριών που κατέγραψε ο Ουντερζό, η «Οδύσσεια του Αστερίξ» θα έλεγα πως είναι εκείνη που θυμίζει περισσότερο το στυλ και το πνεύμα του Ρενέ Γκοσινύ. Και αυτό από μόνο του αρκεί.



Ο Σον Κόνερι ως Τζέιμς Μποντ στην Οδύσσεια του Αστερίξ / Sean Connery as James Bond in Asterix



Ο Γιος του Αστερίξ [Le Fils d'Astérix, 1983]. Μια πολύ διασκεδαστική ιστορία, που αποκαλύπτει περισσότερο τις τάσεις και προτιμήσεις του ίδιου του Ουντερζό παρά την παράδοση της σειράς. Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ σε ρόλο «μπαμπάδων», αντανακλώντας τις νέες εποχές, στις οποίες η «ισοτιμία των φύλων» έπαιζε πια κυρίαρχο ρόλο.

Ο Αστερίξ και η Χαλαλίμα [Astérix chez Rahazade, 1987]. Με την «Χαλαλίμα» ο Ουντερζό απομακρύνεται ακόμα περισσότερο από τα ύστερα ώριμα σενάρια του Γκοσινύ. Η σειρά στρέφεται περισσότερο στο φανταστικό και λιγότερο στο ρεαλιστικό στοιχείο – μα αυτό δεν σημαίνει πως δεν διαβάζεται ευχάριστα.




Πανοραμική θέα της Ακρόπολης από το Αστερίξ στη Χαλαλίμα / Acropolis view in Asterix




Ρόδο και Ξίφος [La Rose et le glaive, 1991]. Είχα διασκεδάσει πολύ με αυτή την ιστορία όταν τη διάβασα πρώτη φορά μικρός. Διαβάζοντάς τη πάλι, αρκετά χρόνια μετά, δεν σας κρύβω πως το πρώτο που σκέφτηκα ήταν: «ωχ!». Πολλά στερεότυπα, τόσο όσο αφορά τον «παραδοσιακό» ρόλο της γυναίκας, όσο και όσο αφορά τις «φεμινίστριες». Θα πει κάποιος – μα το «Αστερίξ» πάντα έκανε χρήση στερεοτύπων, ειδικά αν μιλάμε για λαούς. Μα εδώ ανοίγει μια άλλη κουβέντα.




Τα δικαιώματα των γυναικών... από το Ρόδο και Ξίφος του Αστερίξ / Women's rights in Asterix and the Secret Weapon




Η Γαλέρα του Οβελίξ [La Galère d'Obélix, 1996]. Η ικανότητα του Ουντερζό να παραδίδει ιστορίες στα χνάρια του προκατόχου του, Γκοσινύ, εδώ φαίνεται πως λαμβάνει τέλος. Έχει τις στιγμές της (ποια ιστορία του Αστερίξ δεν έχει), μα δεν συγκρίνεται με το βάθος των παλιών.

Ο Αστερίξ και η Λατραβιάτα [Astérix et Latraviata, 2001]. Ό,τι είπα για την προηγούμενη ιστορία, ισχύει και γι’ αυτήν εδώ.

Και ο Ουρανός Έπεσε στο Κεφάλι τους [Le ciel lui tombe sur la tête, 2005]. Στην τελευταία του κατάθεση, ο Ουντερζό επιθύμησε να κάνει μια κοινωνική δήλωση για τον πόλεμο των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή, μα και να αποθέσει έναν φόρο τιμής στις δημιουργίες του Ουώλτ Ντίσνεϋ. Η εκτέλεση ομολογουμένως είναι κατώτερη των προσδοκιών – και εδώ αναφέρομαι πάντα στο σενάριο, όχι στο υπέροχο σχέδιο –, μα είναι προς τιμήν του Ουντερζό που καταπιάστηκε με το συγκεκριμένο θέμα. Ποιος ξέρει – ίσως αν έλειπαν οι εξωγήινοι να μας άρεσε περισσότερο.



V - Η νεότερη εποχή




Και ερχόμαστε στο σήμερα – και στη συνέχιση της παράδοσης του Αστερίξ, από τους νέους δημιουργούς του, στους οποίους παρέδωσε πρόθυμα τη σκυτάλη ο Ουντερζό και η οικογένεια Γκοσινί. Ως τώρα έχουν κυκλοφορήσει τρία νέα βιβλία της σειράς: Ο Αστερίξ στους Πίκτους [Astérix chez les Pictes, 2013], Ο Πάπυρος του Καίσαρα [Le Papyrus de César, 2015] και Ο Αστερίξ και ο Υπεριταλικός [Astérix et la Transitalique, 2017].

Διαβάζοντας τις νέες ιστορίες διακρίνει κανείς έναν αέρα ανανέωσης, συγκριτικά με τα τελευταία τεύχη του Ουντερζό. Και αυτό αποκαλύπτει πως η παράδοση του Αστερίξ έχει να προσφέρει πολλά ακόμα στο μέλλον – και να σατιρίσει άφθονες ακόμα πτυχές της σύγχρονης, πολύβουης και συγχυσμένης πραγματικότητάς μας.



Οι Γκοσινύ και Ουντερζό ποζάρουν με τις φιγούρες των Αστερίξ και Οβελίξ / Goscinny and Uderzo posing with their heroes




Μέρος ΙΙΙ. Η κοινωνική σάτιρα στον Αστερίξ


Α – Αναχρονισμός και Στερεότυπα




Ας ξεκινήσουμε, το λοιπόν! (αναγνώστης: «θες να πεις πως μέχρι τώρα διάβαζα την εισαγωγή;!»). Και, για άλλη μια φορά, θα τα πάρουμε με τη σειρά.

Όπως έγραψα ήδη, βασικό χαρακτηριστικό της γοητείας του «Αστερίξ» είναι ο επιτηδευμένος αναχρονισμός του. Η πλοκή εξελίσσεται πριν δυο χιλιάδες χρόνια, εντός ενός οριοθετημένου ιστορικού πλαισίου (την εποχή της αναδυόμενης Pax Romana, στα χρόνια του Ιουλίου Καίσαρα) – μα η κοινωνία και οι χαρακτήρες που σκιαγραφούνται θυμίζουν περισσότερο το αστικό περιβάλλον του εικοστού αιώνα, παρά την ιστορική εποχή που εξελίσσεται η σειρά. Μα αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό γνώρισμα παρέχει στον Γκοσινί τη δυνατότητα να ελιχθεί μεταξύ ιστορίας, μυθοπλασίας και σάτιρας της σύγχρονης πραγματικότητας. Και το καταφέρνει με μαεστρία.

Ένα ακόμα στοιχείο δεσπόζει τόσο στον «Αστερίξ», όσο και στα κείμενα του Ρενέ Γκοσινί συνολικά (το παρατηρούμε συχνά και στον “Λούκυ Λουκ”): πρόκειται για την τακτική χρήση εθνικών και άλλων στερεοτύπων. Η τάση, δηλαδή, να εξομοιώνονται μεταξύ τους οι εκπρόσωποι ενός λαού/έθνους και να παραβλέπονται οι διαφορές τους, με αποτέλεσμα να «μοιάζουν όλοι ίδιοι».

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απεικόνιση των Βρετανών στο «Ο Αστερίξ στους Βρετανούς» - οι οποίοι δεν παραλείπουν ποτέ να κάνουν το καθημερινό τους «διάλειμμα για καυτό νερό» μια συγκεκριμένη απογευματινή ώρα (μέχρι που ανακαλύπτουν το τσάι). Θα μπορούσαμε, εξάλλου, να αναφέρουμε τους «χορευτές» Τσιγγάνους που συναντούν οι φίλοι μας στο «Ο Αστερίξ στην Ισπανία», τους «υπναράδες και προσκολλημένους στη βεντέτα» Κορσικανούς, τους «υπερβολικά ακριβείς στην ώρα τους» Ελβετούς και τους «πολεμοχαρείς» Γότθους.

Μα τα στερεότυπα αφορούν και τους ίδιους τους Γαλάτες: Ο ίδιος ο Αστερίξ και ο Οβελίξ συστήνονται στους απορημένους Ινδιάνους (στο «Μεγάλο Ταξίδι») ως εξής: “είμαστε γενναίοι, καλοφαγάδες, πεισματάρηδες, καβγατζήδες... μα αγαπάμε τους φίλους μας... Με άλλα λόγια, είμαστε Γαλάτες”.

Σε μια εποχή αυξημένης πολιτικής ορθότητας, σαν τη δική μας, τέτοια τακτική χρήση στερεοτύπων ίσως “ενοχλήσει” μια μερίδα κόσμου – μα μόνο εκείνους που γυρεύουν κάποια αφορμή για να ενοχληθούν. Τα στερεότυπα στον «Αστερίξ» ποτέ δεν είναι προσβλητικά και ποτέ δεν έχουν σκοπό να υποτιμήσουν κάποιον λαό έναντι κάποιου άλλου – σε αντίθεση, ας πούμε, με τις πρώτες ιστορίες του «Τεν Τεν». Η αυξημένη έμφαση στην ατομικότητα και τη διαφορετικότητα, χαρακτηριστική των καιρών μας, τείνει να παραβλέψει πως υπήρχαν εποχές όπου οι άνθρωποι, ως μέλη κοινωνικών ομάδων, έφεραν όντως χαρακτηριστικά που έτειναν να τους εξομοιώνουν μεταξύ τους. Αν το καλοσκεφτούμε, εξάλλου, η γραμμή ανάμεσα στον κοινωνικά διαμορφωμένο χαρακτήρα των ανθρώπων και το στερεότυπο είναι συχνά λεπτή και δυσδιάκριτη – ακόμα και σήμερα. Που τελειώνει η πραγματικότητα και που αρχίζει το στερεότυπο όταν λέμε πως οι σύγχρονοι Ιάπωνες είναι «εργατικοί», για παράδειγμα, οι Γερμανοί είναι «οργανωτικοί» και οι Άγγλοι… «υπερόπτες»;



Αστερίξ και στερεότυπα / Stereotypes in Asterix




Έχω την αίσθηση πως η διαφορά εδράζεται στο αν ένα στερεότυπο είναι θετικό ή αρνητικό. Είναι διαφορετικό αν χαρακτηρίζεις τους Άγγλους «περήφανους» και διαφορετικό αν τους αποκαλείς «υπερόπτες» και «μεθύστακες». Είναι διαφορετικό αν χαρακτηρίζεις τους Γερμανούς «οργανωτικούς» και διαφορετικό αν τους αποκαλείς «ψυχρές υπολογιστικές μηχανές».

Εν τέλει όλα τα στερεότυπα, θετικά και αρνητικά, δεν παύουν να συνιστούν μια απλοϊκή, ενίοτε και παραπλανητική, περιγραφή μιας σύνθετης κοινωνικής πραγματικότητας. Τα χρησιμοποιούμε γιατί μας διευκολύνουν. Όταν ένα στερεότυπο διανθίζεται με το χιούμορ, θυμίζει τις καρικατούρες των σκιτσογράφων: παραμορφώνει επιτηδευμένα την εικόνα ενός προσώπου, υπερβάλλοντας σε κάποια χαρακτηριστικά του, θέλοντας μέσω της υπερβολής να δώσει έμφαση σε κάποιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του χαρακτήρα του.

Ο Ρενέ Γκοσινί έχει κατά νου να ψυχαγωγήσει και όχι να προσβάλλει. Σαν τον σκιτσογράφο δημιουργεί «καρικατούρες» ικανές να μας διασκεδάσουν και να μας θυμίσουν πως αυτός είναι στην πραγματικότητα ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο: μέσα από «γυαλιά στερεοτύπων», τείνοντας να διαφοροποιούμε τα μέλη των ομάδων στις οποίες ανήκουμε και να εξομοιώνουμε τα μέλη των εξωτερικών ομάδων. Όπως εξάλλου έγραφε, παρέα με τον Ουντερζό, στην εισαγωγή του «Ο Αστερίξ στους Βρετανούς»: οι «Βρετανοί» της ιστορίας δεν συνιστούν τους «αληθινούς Βρετανούς», μα τους «Βρετανούς υπό τη ματιά των Γάλλων». Το στερεότυπο, λοιπόν, ίσως αποκαλύπτει περισσότερα για τους ίδιους τους Γάλλους, παρά για τους Βρετανούς.

Πόσος, άραγε, εαυτός μας να βρίσκεται στην εικόνα που διαμορφώνουμε για τον κόσμο που βρίσκεται «έξω» από εμάς;



Η Φραμπάλα κατακτάει τον Ιντεφίξ... από το Αστερίξ Λεγεωνάριος / Tender scene in Asterix the Legionary
Ανάγλυφες φιγούρες των Γκοσινί και Ουντερζό σε πάνελ του Αστερίξ / Goscinny and Uderzo marble relief in Asterix



Β – Η σάτιρα στα τεύχη του Αστερίξ




Χρόνο με το χρόνο, και όσο εδραιωνόταν η σειρά, τόσο ωρίμαζε και το στοιχείο της κοινωνικής σάτιρας στη γραφή του Ρενέ Γκοσινύ. Εκείνο που στην αρχή δεν συνιστούσε παρά σκόρπιες αναφορές, εδώ κι εκεί, έφτασε να καταλαμβάνει τον πυρήνα ολόκληρων ιστοριών – φτάνοντας στο απόγειό του στα «χρόνια της ωριμότητας», στις αρχές της δεκαετίας του 70.

Ήδη στο «Χρυσό Δρεπάνι», τη δεύτερη ιστορία του Αστερίξ, ξεδιπλώνονται κάποιες σατιρικές αναφορές στα κοινωνικά δρώμενα της εποχής μας. Όταν ο Αστερίξ και ο Οβελίξ επισκέπτονται για πρώτη φορά τη Λουτετία (Παρίσι), δυσφορούν με την κίνηση στους δρόμους – ενώ δεσπόζουν τα πεταμένα αγγεία στον Σηκουάνα ποταμό.

Μια πρώιμη υπενθύμιση του οικολογικού προβλήματος και της αστικής μόλυνσης.



Περιβαλλοντικό πρόβλημα και μόλυνση από το Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ / Pollution in Asterix and the Golden Sickle
Μόλυνση του περιβάλλοντος στο Χρυσό Δρεπάνι του Αστερίξ / Pollution in Asterix and the Golden Sickle



Σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνή στο τέταρτο χρονολογικά τεύχος του Αστερίξ, το «Ο Αστερίξ Μονομάχος», αποκαλύπτεται πως οι σκλάβοι που σέρνουν τα κουπιά στη φοινικική γαλέρα δεν είναι στην πραγματικότητα παρά «συνεργάτες» που δεν διάβασαν σωστά τους όρους του συμβολαίου πριν δεχτούν να υπογράψουν. Όσο αφορά τον ιδιοκτήτη του καραβιού, αυτός συστήνεται ως «διευθυντής μάνατζερ».

Οποιεσδήποτε ομοιότητες με τους καιρούς μας δεν είναι καθόλου τυχαίες.



Εργασιακά δικαιώματα στο Αστερίξ Μονομάχος / Workers' rights in Asterix the Gladiator




Η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους δρόμους επανέρχεται στον «Γύρο της Γαλατίας» - και μαζί με αυτήν άφθονες ευχάριστες αναχρονιστικές αναφορές σε πόλεις και τοπικές συνήθειες της Γαλλίας, όπως για παράδειγμα οι λουόμενοι και τα κορίτσια που κόβουν βόλτες στην ηλιόλουστη παραλιακή Ριβιέρα.



Η γαλλική Ριβιέρα από τον Γύρο της Γαλατίας του Αστερίξ / Asterix and the french Riviera
Κυκλοφοριακό και κίνηση στον Γύρο της Γαλατίας του Αστερίξ / Road traffic in Asterix and the Banquet



Ο «Αστερίξ και Κλεοπάτρα» ξεχειλίζει χιούμορ και εμβληματικές σκηνές. Ποιος ξεχνά, για παράδειγμα, την ανάβαση του Οβελίξ στη μύτη της Σφίγγας – και το επερχόμενο γκρέμισμά της από το βάρος του, με αποτέλεσμα οι πωλητές στα καταστήματα των «σουβενίρ» να αναγκαστούν να κόψουν τις μύτες από όλες τις μικροσκοπικές Σφίγγες στα ταμεία… Ή την προτροπή της Κλεοπάτρας στον πορτρετίστα της πως θα ενδιαφερόταν να δει μια φορά την εικόνα της σε κάποια άλλη πόζα, πέρα από το παραδοσιακό αιγυπτιακό «προφίλ» - μα ο πορτρετίστας απορρίπτει την πρόταση ως «μοντέρνα τέχνη»…

Τέλος, στο ίδιο τεύχος δεσπόζει η πολλαπλή αναφορά στην περίφημη «μύτη της Κλεοπάτρας» - παραπέμποντας στις επιστημονικές θεωρίες του «χάους» και τη γνωστή ρήση πως «αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν διαφορετική, η ιστορία της ανθρωπότητας θα είχε διαφορετική εξέλιξη».



Η συντηρητική τέχνη των Αιγυπτίων στο Αστερίξ και Κλεοπάτρα / Egyptian conservative art as depicted in Asterix and Cleopatra



Ο «Αγώνας των Αρχηγών», μεταξύ άλλων, ξεχωρίζει για εκείνη την περίφημη επίσκεψη σε έναν δρυΐδη «ψυχίατρο» - μαζί με την ιδιαίτερη γραμματέα και τους ασθενείς του και όλα. Άξιο αναφοράς είναι πως ο Οβελίξ δεν είχε συνειδητοποιήσει πως έχει θέμα με το βάρος του, μέχρι που ο ψυχίατρος του αποκάλυψε πως είναι «χοντρός», μα πως «δεν χρειάζεται να αισθάνεται άσχημα με αυτό»...

Στο ίδιο τεύχος δεσπόζουν οι παραπομπές στα σύγχρονα πανηγύρια, και fun-park (διανθισμένα με αρχαία ρόλερ κόστερ!), που στήνονται παρέα με άφθονα εμπορικά μαγαζάκια, στα πλαίσια του επερχόμενου «μεγάλου αγώνα» ανάμεσα στους αρχηγούς…

Και ερχόμαστε στο πολυδιαβασμένο και πολυσυζητημένο «Αστερίξ στους Βρετανούς». Όλη η παρουσία των Βρετανών στην ιστορία, από την ομιλία ως τις διατροφικές τους συνήθειες, συνιστά από μόνη της μια μεγάλη σάτιρα – με τα στερεότυπά της και όλα. Να πούμε για το – εξαιρετικά βίαιο – παιχνίδι του «ράγκμπι» και τους ενθουσιώδεις οπαδούς; Να πούμε για την απεικόνιση του «Λονδίνου» της εποχής με τις χαρακτηριστικές εκείνες «διπλές άμαξες»; Ή για την περίφημη εκείνη απεικόνιση των τροβαδούρων που ξετρελαίνουν τα νεαρά κορίτσια και τα ωθούν να τσιρίζουν και να τραβούν τις κοτσίδες τους; Ο λόγος φυσικά για τους Beatles, σε μια από τις αγαπημένες μου στιγμές σε όλες τις ιστορίες του «Αστερίξ».

Μη ξεχνάμε πως βρισκόμαστε στο 1966 – όταν το άστρο και η δημοτικότητα των Beatles βρίσκονταν στο απόγειό τους.



Οι Beatles στους δρόμους του αρχαίου Λονδίνου... από το Αστερίξ στους Βρετανούς / Beatles in ancient London town, as depicted in Asterix in Britain



Μιλώντας για μουσική… όλη η παρουσία του νεαρού «Γιεγιεδίξ» στο «Αστερίξ και οι Νορμανδοί» δεν είναι παρά μια αναφορά στη ροκ μουσική των καιρών και την επιτηδευμένη παραφωνία της – δυσάρεστη στους πατροπαράδοτους Γαλάτες, μα εξαιρετικά ευχάριστη στον βάρδο Κακοφωνίξ…

Η μετάφραση του ονόματος, εξάλλου, παραπέμπει στους «γιεγιέδες» - όπως αποκαλούνταν περιφρονητικά οι οπαδοί των Beatles και λοιπών pop/rock σχημάτων στη διάρκεια της δεκαετίας του 60… “She loves you, yeah, yeah, yeah…”



Ο Γιεγιεδίξ και το ροκ 'εν ρολ στο Αστερίξ και οι Νορμανδοί / Rock 'n Roll in Asterix and the Normans



Ο «Αστερίξ Λεγεωνάριος» συνιστά μια εσωτερική ματιά σε έναν ρωμαϊκό στρατώνα, ξεκινώντας από το πρώιμο στάδιο της στρατολόγησης και συνεχίζοντας στην εκπαίδευση των νεοσύλλεκτων… Είναι αναμφίβολο λοιπόν πως θα αγαπηθεί από κάθε άνθρωπο που έχει βιώσει την εμπειρία του στρατού!

Η ίδια ιστορία, εξάλλου, απεικονίζει με γλαφυρό τρόπο την οδύσσεια μιας σύγχρονης γραφειοκρατικής διαδικασίας: στην αναζήτηση του λεγεωνάριου Τραγικομίξ, ο Αστερίξ αναγκάζεται να καταφύγει από το «γραφείο πληροφοριών» στο «στρατολογικό γραφείο, τέταρτη πόρτα αριστερά», και από κει στο «γραφείο του εκατόνταρχου υπηρεσίας» και από κει πάλι πίσω στις «πληροφορίες»… μέχρι που κάποια στιγμή ξεχειλίζει το ποτήρι. Αχ, και να κουβαλούσαμε λίγο μαγικό ζωμό στις αποσκευές μας, όποτε μπλέκαμε με τη σειρά μας σε γραφειοκρατικές διαδικασίες…

Εδώ κι εκεί θα συναντήσει κανείς αναφορές που τις αναγνωρίζουν μόνο οι «μυημένοι» - ή εκείνοι που έχουν καλές πηγές πληροφοριών στο διαδίκτυο! Η εικόνα της σχεδίας των πειρατών που ναυαγούν, στο ίδιο τεύχος, συνιστά επί της ουσίας μιας παραπομπή στο ξακουστό έργο του Τεοντόρ Ζερικώ «Η Σχεδία της Μέδουσας» - από τα ξακουστά έργα του Ρομαντισμού, το οποίο παρουσίασα στα «100 Έργα Ορόσημα στην Ιστορία της Ζωγραφικής» ( < κλικ).



Η γραφειοκρατία όπως απεικονίζεται στο Αστερίξ Λεγεωνάριος / Bureaucracy in Asterix the Legionary
Ο στρατός και οι διαταγές του... από το Αστερίξ Λεγεωνάριος / Army life in Asterix the Legionary
Η Σχεδία της Μέδουσας, σχέδιο του Ουντερζό βασισμένο στον πίνακα του Ζερικώ στο Αστερίξ Λεγεωνάριος / Raft of the Medusa, a tribute by Uderzo in Asterix the Legionary




Στην «Ασπίδα της Αρβέρνης» συναντούμε μια ξεκαρδιστική σκηνή ενός αρχαίου συστήματος «εσωτερικής επικοινωνίας» σε κάποια «υπηρεσία» των καιρών… Η γραμματέας ομιλεί στο «χωνί επικοινωνίας», το οποίο επί της ουσίας καλύπτει μια τρύπα στο γραφείο – κάτω από το οποίο βρίσκεται ο σκλάβος, που μεμιάς τρέχει για να μεταφέρει την είδηση…

Στο ίδιο τεύχος δεσπόζουν, εξάλλου, οι διαιτητικές μέθοδοι που αποσκοπούν να αποκαταστήσουν την υγεία του αρχηγού Μαζεστίξ… μέθοδοι που παραπέμπουν σε κάποιο σύγχρονο διατροφικό ινστιτούτο.



Προχωρημένο σύστημα επικοινωνίας σε γραφείο... από την Ασπίδα της Αρβέρνης του Αστερίξ / Office communication system in Asterix



Ο «Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες» ακροβατεί ανάμεσα στην ιστορία και τον γοητευτικό αναχρονισμό. Μεταξύ άλλων, δεσπόζουν στο βιβλίο οι υπέροχες πανοραμικές όψεις της Αθήνας και του Πειραιά – που, παρέα με την πανοραμική εισαγωγική εικόνα της Ρώμης στο μεταγενέστερο «Οι Δάφνες του Καίσαρα» ανήκουν στα ωραιότερα σχέδια που κατέθεσε ποτέ η εικονογραφική μαεστρία του Ουντερζό. Η επίσκεψη των Γαλατών στην Ακρόπολη θυμίζει σύγχρονη τουριστική εκδρομή, όπως και η βραδινή επιδρομή στην ελληνική ταβέρνα…

Μα περισσότερο όλων, εκείνο που αποτυπώνεται στη μνήμη είναι ο χορός συρτάκι, που από κοινού χορεύουν αρχαίοι Έλληνες, Ελληνίδες και Γαλάτες, με τον γέροντα Μαθουσαλίξ να πρωτοστατεί στο γλέντι! Μια σαφή αναφορά στον «Ζορμπά», που λίγο καιρό πριν είχε κατακλύσει τον κόσμο με την εμβληματική μουσική και τις σκηνές του – φτάνοντας να καθορίσει την εικόνα που έχουν για τους Έλληνες οι ξένοι. Είπαμε – υπάρχουν πολλών ειδών στερεότυπα, αρνητικά και θετικά.



Συρτάκι από το Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες / Sirtaki greek dance in Asterix and the Olympic Games



Ακολουθεί ο «Αστερίξ και η Χύτρα» - από τα αγαπημένα μου και, ταυτόχρονα, ένα από τα σκοτεινότερα τεύχη της σειράς. Ο Αστερίξ εξόριστος από το χωριό σε απεγνωσμένη αναζήτηση χρημάτων, καταλήγοντας ως και να επιδοθεί σε ληστεία τράπεζας – ναι, τα σενάρια του Γκοσινύ έχουν αρχίσει για τα καλά να διαφοροποιούνται από τις περισσότερο ανάλαφρες πρώτες ιστορίες. Σε επίπεδο κοινωνικής σάτιρας, λοιπόν, δεσπόζει ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους εμπόρους και η άγραφη αμοιβαιότητα όσο αφορά τη διαμόρφωση των τιμών της αγοράς («θα του πουλήσετε 14 αγριογούρουνα για 5 σηστέρσια μόνο; Σπάτε τις τιμές! Αυτό είναι έγκλημα!»), η απεικόνιση ενός Ρωμαίου φοροεισπράκτορα, η γλώσσα του οποίου στα μπαλονάκια δεν είναι παρά η συμπλήρωση μιας υπηρεσιακής φόρμας (όπου βάζεις τικ στο ανάλογο κουτάκι), και η προαναφερόμενη ληστεία της τράπεζας.

Μα περισσότερο όλων, εκείνο που μου κίνησε προσωπικά το ενδιαφέρον στη συγκεκριμένη ιστορία, σχετικά με το θέμα της κοινωνικής σάτιρας, ήταν η απεικόνιση του «μοντέρνου θεάτρου» και της πρακτικής του: σκοπός της ψυχαγωγίας πλέον δεν είναι να επιμορφώσει ή να ταξιδέψει τους θεατές – μα να τους σοκάρει, όσο το δυνατόν περισσότερο. Το πιο πετυχημένο θέαμα όλων είναι εκείνο που κατορθώνει να προκαλέσει το μεγαλύτερο δυνατό σκάνδαλο: στην περίπτωσή μας, να ξεστομίσει ένας Γαλάτης μπροστά στον ίδιο τον Ρωμαίο έπαρχο πως «είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι»… το αποτέλεσμα του οποίου είναι να οδηγηθεί ο θεατρικός σκηνοθέτης στην αρένα με τα λιοντάρια – ευτυχισμένος, μια που η καταδίκη του ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη δυνατή αναγνώριση.




Το μοντέρνο θέατρο στο Αστερίξ και η Χύτρα / Modern theater in Asterix and the Cauldron



Γ - Η ώριμη περίοδος του Γκοσινύ και το αποκορύφωμα της κοινωνικής σάτιρας




Έχουμε πια μεταβεί στα τέλη της δεκαετίας του 60 – μια εποχή που ο κόσμος δείχνει να έχει πια «σοβαρέψει». Ο ιδεαλισμός παραδίδει ολοένα και περισσότερο τη σκυτάλη στον ρεαλισμό• τα αγαπησιάρικα κινήματα των λουλουδιών έχουν αντικατασταθεί από σοβαρές κοινωνικές εξεγέρσεις• ο κινηματογράφος και οι τέχνες εισέρχονται σε μια βαθύτερη και, ταυτόχρονα, σκοτεινότερη εποχή – θυμίζοντας την κατάδυση στα νερά κάποιας θάλασσας• και η Γαλλία έχει νωπές τις μνήμες της από το μαζικό ξεσήκωμα του Μάη του 68 – και την καταστολή του.

Ο κόσμος στα τέλη της δεκαετίας του 60 δεν θα μπορούσε να είναι ίδιος με τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας. Αντίστοιχα λοιπόν μεταβάλλεται και το χιούμορ των καιρών – και ο Ρενέ Γκοσινύ μιλάει πια σε έναν διαφορετικό τόνο… περισσότερο ώριμο, περισσότερο ενήλικο. Η κοινωνική σάτιρα σε πολλά βιβλία του «Αστερίξ» δεν λειτουργεί πλέον συνοδευτικά στην ιστορία, σαν να επρόκειτο για ένα πρόσθετο καρύκευμα – μα συνιστά τον βασικό κορμό και το κύριο χαρακτηριστικό τους.

Ξεχωρίζω πέντε ιστορίες που αναδεικνύουν στο έπακρο τις νέες τάσεις – από πολλές απόψεις θα έλεγα πως οι συγκεκριμένες πέντε ιστορίες συνιστούν την κορωνίδα του εγκεφαλικού χιούμορ της σειράς. Οι ιστορίες αυτές είναι «η Διχόνοια», «ο Αστερίξ στους Ελβετούς», «η Κατοικία των Θεών», «Οι Δάφνες του Καίσαρα» και το «Οβελίξ και Σία».

Η «Διχόνοια» φέρει ως κεντρικό άξονα της πλοκής την ιδέα των Ρωμαίων να καταπολεμήσουν τους ατίθασους Γαλάτες με έναν διαφορετικό τρόπο – όχι πια δια της βίας, μα εκ των έσω. Και για πρώτη φορά οι Ρωμαίοι – που μέχρι τότε περιορίζονταν σε γραφικές συμπλοκές με τους πάντα ισχυρότερους Γαλάτες – γίνονται πραγματικά απειλητικοί. Διότι όπου δεν πιάνει η τυφλή ισχύς, ίσως να πιάνει το μυαλό. Και πόσοι πόλεμοι κερδήθηκαν δια της στρατηγικής; Πόσοι πόλεμοι δεν χρειάστηκε καν να διεξαχθούν – διότι ο αντίπαλος είχε ήδη νικηθεί εκ των έσω; Η ίδια η Ρώμη, εξάλλου, έμελλε να καταρρεύσει από την ίδια τη διαφθορά της. Τα εδάφη που κατέκτησαν οι βάρβαροι λαοί ήταν τα εδάφη μιας παρηκμασμένης και μαλθακής, πλέον, αυτοκρατορίας.

Στη «Διχόνοια» ο κεντρικός αντίπαλος των Γαλατών δεν είναι πλέον οι Ρωμαίοι – μα ο ίδιος ο εαυτός τους. Αρκεί ένα έξυπνο και μοχθηρό «ζιζάνιο», ένας πράκτορας των Ρωμαίος, για να σπείρει τον ιό της αμφιβολίας και της σύγκρουσης ανάμεσά τους – και να τους αφήσει έπειτα να αλληλοφαγωθούν, ενώ οι Ρωμαίοι κάθονται ήσυχοι παράμερα και περιμένουν. Οι κάτοικοι του γαλατικού χωριού παύουν σταδιακά να έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον, διαχωρίζονται σε φατρίες και κλείνονται ολοένα και περισσότερο στους εαυτούς τους. Ο πόλεμος για πρώτη φορά εσωτερικεύεται και αγγίζει – σχεδόν – τα όρια του εμφυλίου. Και είναι γνωστό πως οι εμφύλιες διαμάχες υπήρξαν πάντα οι σκληρότερες της ιστορίας, παραχωρώντας τη σκυτάλη στην παντοτινή και αδιάψευστη τακτική κάθε σκεπτόμενης εξουσίας, που τρίβει με ικανοποίηση τα χέρια της: εκείνη του «διαίρει και βασίλευε»…

Μία και μόνο μία είναι η λύση: η συναδέλφωση ενάντια στον κοινό αντίπαλο. Καμία άλλη.



Σκηνή από τη Διχόνοια στον Αστερίξ / A scene from Asterix and the Roman Agent
Καβγάς των Γαλατών, από τη Διχόνοια του Αστερίξ / Gauls' fight in Asterix and the Roman Agent




Ακολουθεί «ο Αστερίξ στους Ελβετούς» - μια πανέμορφη ιστορία με άφθονες εναλλαγές σκηνικού, στην οποία μάλιστα για πρώτη φορά οι Γαλάτες καταλήγουν να δειπνήσουν παρέα με έναν Ρωμαίο. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να μαρτυρά πως βρισκόμαστε σε μια νέα εποχή για τον Ρενέ Γκοσινύ – και πως οι χαρακτήρες έχουν ξεφύγει κατά πολύ από τους πρώιμους τόνους του άσπρου και του μαύρου, του καλού και του κακού.

Εκείνο όμως που δεσπόζει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, στη συγκεκριμένη ιστορία (πέρα από τις φοβερές εκείνες αναχρονιστικές ματιές στις «απαραβίαστες» ελβετικές τράπεζες και την αξέχαστη σκηνή με την τοξοβολία και το μήλο), είναι η βαθιά ρεαλιστική απεικόνιση των «ρωμαϊκών οργίων» και της διαφθοράς της εξουσίας.

Μόνο η σεξουαλικότητα λείπει για να μετατραπεί το κόμικ σε μια ιστορία αποκλειστικά για ενήλικες – όλα τα άλλα συστατικά βρίσκονται εδώ: η αχαλίνωτη παράδοση στις απολαύσεις του φαγητού και του πιοτού, η άφεση στα τρυφηλά ένστικτα της παρακμής, η αποχαλίνωση κάθε ανθρώπινου φραγμού στο όνομα της εξουσίας και της διατήρησής της. Όπως εξάλλου δηλώνει ο γλοιώδης κυβερνήτης Χοντροβάκιλλους, δύο είναι οι στάσεις που μπορεί να έχει απέναντι στον αντίπαλό του, ώστε να εξασφαλίσει τα προνόμιά του: «ή θα τον διαφθείρω, ή θα τον σκοτώσω».

Πολλές σελίδες γνήσιας ρωμαϊκής (και όχι μόνο) ιστορίας συμπυκνώνονται σε αυτή τη συγκεκριμένη φράση.



Η διαφθορά της εξουσίας στο Αστερίξ στους Ελβετούς / Power and corruption in Asterix in Switzerland
Ρωμαϊκά όργια στο Αστερίξ στους Ελβετούς / Roman orgies in Asterix in Switzerland issue




Η «Κατοικία των Θεών» συνιστά από πολλές απόψεις την αγαπημένη μου, απ’ όλες τις ιστορίες του Αστερίξ. Και την αγαπούσα ήδη από μικρός αυτή την ιστορία – ψηλαφώντας όπως όπως το νόημά της, αν και χρειάστηκαν χρόνια για να μπορέσω να το κατανοήσω σε όλη την έκτασή του.

Για δεύτερη φορά εδώ καταφεύγει ο Γκοσινύ στην τακτική της «καταπολέμησης του αντιπάλου εκ των έσω». Η σπορά της διχόνοιας απέτυχε, οι Γαλάτες τα βρήκαν πάλι μεταξύ τους – προχωράμε στο δεύτερο σχέδιο: εκείνο της διείσδυσης του ίδιου του ρωμαϊκού πολιτισμού στη ζωή και την καθημερινότητα των Γαλατών. Η λογική είναι η εξής: αφού δεν μπορείς να νικήσεις τον αντίπαλό σου με τα όπλα ή την διάσπαση… δοκίμασε να τον αφομοιώσεις. Να τον κάνεις να σου μοιάσει.

Το κρυφό όπλο των Ρωμαίων σε αυτή την ιστορία λέγεται «εκσυγχρονισμός». Ήδη τα λόγια του Ιουλίου Καίσαρα στο ξεκίνημα της ιστορίας είναι δηλωτικά της πρόθεσής του: «το χωριό είναι καταδικασμένο να προσαρμοστεί, ή να εξαφανιστεί». Πού να προσαρμοστεί; Στα νέα δεδομένα των καιρών – τα δεδομένα της «ανάπτυξης», της «οικονομίας» και του «εμπορίου». Θυμίζοντας άφθονα ιστορικά παραδείγματα υπανάπτυκτων εθνών, που εξαναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στις πιέσεις των ισχυρών και στις ανάγκες της διεθνούς αγοράς, το γαλατικό χωριό ανοίγει τις πύλες του όχι πια στους βίαιους κατακτητές Ρωμαίους… μα στους ανέμελους τουρίστες που γυρεύουν να καταναλώσουν «ντόπια, παραδοσιακά προϊόντα» και «άγρια γαλατική φύση».

Παράλληλα, το χτίσιμο ενός ρωμαϊκού ξενοδοχείου καταμεσής του γαλατικού δάσους μοιάζει περισσότερο επικίνδυνο και από χίλιες πληγές μάχης. Τι να σου κάνει εδώ ο μαγικός ζωμός. Σύμφωνοι, μπορεί κάποιος να αντισταθεί σε μια ενδεχόμενη πολεμική εισβολή. Μα άντε να αντισταθείς στην εισβολή της «προόδου» - πόσο μάλλον αν εξασφαλίζει χρήμα για τους έξυπνους και εκλεκτά εμπορικά προϊόντα για τα πλήθη. Το οικονομικό καταναλωτικό ένστικτο εισέρχεται για πρώτη φορά στο γαλατικό χωριό – και οι κάτοικοί του αφήνουν στην άκρη τα όπλα και πιάνουν τους λογαριασμούς και τα ισοζύγια.

Γιατί να αντιστρατεύονται πια τους Ρωμαίους, τη στιγμή που εκείνοι μπορούν να αποτελέσουν τους καλύτερους δυνατούς πελάτες τους;



Η εμπορευματοποίηση στον Αστερίξ... από την Κατοικία των Θεών / Commercialism in Asterix and the Mansion of the Gods



Η «Κατοικία των Θεών» ξεχωρίζει, εξάλλου, και για το πανταχού παρόν περιβαλλοντικό της μήνυμα. Πελώριες εκτάσεις από δάση πέφτουν στο όνομα της «ανάπτυξης» και της «προόδου» - προς απογοήτευση του γλυκού μας Ιντεφίξ. Αλίμονο όμως, στον κόσμο πέρα από τις χάρτινες σελίδες δεν υπάρχουν οι μαγικοί σπόροι του Πανοραμίξ, ικανοί να κάνουν τα δέντρα να φυτρώσουν πάλι. Η καταπάτηση της φύσης στο όνομα του κέρδους (εκείνο που κάποιοι αποκαλούν «ανάπτυξη») είχε μόλις αρχίσει να γίνεται αισθητή σε όλη την έκτασή της τον καιρό εκείνο, στις αρχές της δεκαετίας του 70. Επί της ουσίας βρισκόμαστε στις απαρχές του περιβαλλοντικού κινήματος – και εδώ φανερώνεται πόσο καλά εξέπεμπαν οι κεραίες του Ρενέ Γκοσινύ στον γενικό παλμό της εποχής του.

Κι όμως – οι κοινωνικές αναφορές στην εκπληκτική αυτή ιστορία δεν τελειώνουν εδώ! Κάποια στιγμή ο Αστερίξ έρχεται σε επαφή με τον επικεφαλής των σκλάβων, ζητώντας του να εξεγερθεί, να εγκαταλείψει τη σκλαβιά και να διεκδικήσει, μαζί με τους άλλους σκλάβους, την ελευθερία του – καταφέρνοντας έτσι ένα ανεπανόρθωτο πλήγμα στους Ρωμαίους. Ο σκλάβος αρχικά δελεάζεται… μα η κατάληξη είναι διαφορετική: οι σκλάβοι συνδικαλίζονται και διεκδικούν οικονομικά οφέλη από τους αφεντάδες τους. Οι Ρωμαίοι υποχωρούν και δέχονται να τους πληρώσουν και να βάλουν στην άκρη τα μαστίγια. Οι σκλάβοι υποχωρούν με τη σειρά τους – και η εργασία συνεχίζεται, με τους απλούς, μέχρι πρότινος, σκλάβους να έχουν μετατραπεί σε συνασπιζόμενους συνδικαλιστές σκλάβους. Και όπως αναφέρει ο επικεφαλής των σκλάβων στον αποσβολωμένο Αστερίξ: «οι σκλάβοι δουλεύουν καλύτερα από τη στιγμή που άρχισαν να τους πληρώνουν».



Οι σκλάβοι διεκδικούν τα εργασιακά τους δικαιώματα... από την Κατοικία των Θεών του Αστερίξ / Slaves' Union rights in Asterix
Η πρόοδος... σκηνή από την Κατοικία των Θεών / Progress... a scene from The Mansion of the Gods in Asterix



Πραγματικά, όλη η εποχή μας σε μία και μόνο ιστορία. Θυμίστε μου παρακαλώ τον λόγο που οι ιστορίες του «Αστερίξ» κυκλοφορούν σε όλα τα περίπτερα της χώρας – μα αντιμετωπίζονται απλά ως «παιδικά κόμικς» από την πλειοψηφία του κόσμου; Υποθέτω διότι ο ίδιος αυτός κόσμος δεν έχει κατορθώσει να εμβαθύνει στα μηνύματά του… Δε βαριέσαι – κάτι τέτοια με εξωθούν να γράφω αυτά εδώ τα αφιερώματα. Κάποιος πρέπει να το κάνει, σε τελική ανάλυση.

Οι «Δάφνες του Καίσαρα» ανήκουν στις ιστορίες που θα εκτιμήσει περισσότερο ο ενήλικας, συγκριτικά με το παιδί. Πλέον τη συγκαταλέγω στις αγαπημένες μου ιστορίες – αν με ρωτούσατε όταν ήμουν παιδί, δύσκολα θα την τοποθετούσα έστω και στο τοπ-10, προτιμώντας πιο ανάλαφρες ιστορίες όπως «ο Μάντης» και το «Ρόδο και Ξίφος».

Καταρχάς το σχέδιο του Ουντερζό βρίσκεται πια στο αποκορύφωμά του. Το εισαγωγικό γενικό πάνελ της Ρώμης είναι τόσο εντυπωσιακό, που θα μπορούσε εύκολα να περάσει για μακέτα παρμένη από κάποιο ιστορικό ρωμαϊκό μουσείο. Οι φιλότεχνοι, εξάλλου, θα παρατηρήσουμε με ευχάριστη έκπληξη τις αναφορές του Ουντερζό σε κλασικά γλυπτά της ιστορίας της τέχνης, μέσα από τις στάσεις εκείνου του σκλάβου στο παζάρι – από τον «Δισκοβόλο» και τον «Λαοκόοντα» ως τον «Σκεπτόμενο» του Ροντέν… Κάτι τέτοιες εικαστικές πινελιές ίσως διαφύγουν από το παιδί, μα σκορπίζουν χαρά στον επιμορφωμένο ενήλικα.

Όντας το μοναδικό βιβλίο της σειράς που εκτυλίσσεται εξ’ ολοκλήρου στον «ομφαλό της γης» και την πιο ανεπτυγμένη πόλη των καιρών της – τη Ρώμη – συνιστά ένα τέλειο πάτημα για τον Ρενέ Γκοσινύ, ώστε να σατιρίσει τα ήθη της μοντέρνας εποχής μας. Από τη μία έχουμε εκείνη την αποτύπωση της μεσαίας ρωμαϊκής οικογένειας, που ισορροπεί όπως-όπως μεταξύ της συντήρησης και της ανάγκης για ξεσάλωμα και υπέρβασης των κοινωνικών φραγμών. Από την άλλη έχουμε την αποτύπωση των ρωμαϊκών δικαστηρίων και της ματαιόδοξης φλυαρίας του δικηγορικού λόγου. Αυτά μεταξύ άλλων.


Δικηγορική ρητορεία... σκηνή από τις Δάφνες του Καίσαρα στον Αστερίξ / Lawyer's rhetoric speech in Asterix
Ο άνθρωπος-γλυπτό στις Δάφνες του Καίσαρα του Αστερίξ / The man-statue in Asterix and the Laurel Wreath




Και συνεχίζουμε με το «Οβελίξ και Σία» - το περιεχόμενο του οποίου θα μπορούσε να συνιστά, παρέα με την «Κατοικία των Θεών», υλικό διδασκαλίας στα σχολεία. Και να είστε βέβαιοι πως μιλάω απολύτως σοβαρά αυτή τη στιγμή.

Η συγκεκριμένη ιστορία συνιστά μια σπουδή στον καπιταλισμό. Ταυτόχρονα συμπληρώνει την άτυπη «τριλογία» των ιστοριών (μαζί με τη «Διχόνοια» και την «Κατοικία των Θεών») στις οποίες οι Ρωμαίοι επιχείρησαν να καταλάβουν τους Γαλάτες εκ των έσω. Η προβληματική γύρω από την εισβολή της οικονομίας και του παραγωγικού-καταναλωτικού μοντέλου φτάνουν στο αποκορύφωμά τους – και μαζί με αυτές ο κύκλος του «Αστερίξ» φτάνει στο αποκορύφωμα των εγκεφαλικών ιστοριών του.

Όλα ξεκινούν όταν ένας πονηρός οικονομολόγος – που συνιστά καρικατούρα του Γάλλου πολιτικού και μελλοντικού προέδρου, Ζακ Σιράκ – προτείνει στον Καίσαρα την απόλυτη μέθοδο κατάκτησης του αλύγιστου, ως τότε, γαλατικού λαού: τη μετατροπή του σε «συνέταιρους καπιταλιστές», διατεθειμένους να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τους πρώην εχθρούς τους και να ανταγωνιστούν ο ένας τον άλλο προς όφελος του ατομικού κέρδους, μιας ζωής καταναλωτικής χλιδής και ενός εποικοδομήματος κοινωνικού κύρους. Και δεν είναι τυχαίο που το πρώτο θύμα της νέας τακτικής είναι ο παντοδύναμος μεν, αφελής και ανασφαλής δε, Οβελίξ.

Κλειδί της επιτυχίας του σχεδίου είναι η μετατροπή ενός άχρηστου αντικειμένου σε καταναλωτικό προϊόν μεγάλης αξίας: ο λόγος για τα περίφημα μενίρ, που ως τότε έμοιαζαν να μην έχουν την παραμικρή χρησιμότητα. Αρκεί όμως να προσδώσει μια επίστρωση «αξίας» πάνω τους ένας διαπρεπής οικονομολόγος, για να μεταμορφωθούν σε προϊόντα υψηλής αναγκαιότητας.

Αναγκαία σε τι ακριβώς; Μα σε άφθονα πράγματα, όπως αποκαλύπτουν οι διαφημιστικές μπροσούρες που μοιράζονται στους Ρωμαίους πολίτες, που καλούνται, πλέον, να επενδύσουν πάνω τους τα χρήματά τους. «Σκλάβους έχεις… μενίρ όμως έχεις;». E, λοιπόν, καιρός να αποκτήσεις!



Άνοδος της οικονομίας στον Αστερίξ / The prices have risen in Asterix
Αστερίξ και Καπιταλισμός... από το Οβελίξ και Σία / Asterix and Capitalism, in Obelix and Co.
Σκηνή από το Οβελίξ και Σία



Και τα μενίρ ξεχύνονται στην αγορά. Και οι πηγές τους ποικίλουν – εκείνο που ξεκίνησε από έναν και μοναδικό παραγωγό (τον Οβελίξ) έχει καταλήξει να μετατραπεί σε ένα διεθνές ανταγωνιστικό παραγωγικό σύστημα.

Οι παραγωγοί αυξάνονται με ραγδαίους ρυθμούς, όσο βλέπουν πως το προϊόν τους έχει πέραση και αποφέρει έσοδα. Και μαζί με τους παραγωγούς καλλιεργείται και ο ανταγωνισμός – ποιος θα δημιουργήσει το καλύτερο μενίρ, ποιος θα παράγει περισσότερα, ποιος θα απασχολήσει περισσότερους και καλύτερους εργάτες.

Ο καπιταλισμός έχει εισέλθει για τα καλά στον ειρηνικό, μέχρι τότε, κόσμο του γαλατικού χωριού. Ο αγώνας για το μονοπώλιο της αγοράς έχει ξεκινήσει – μόνη σημασία ποιος θα επικρατήσει έναντι του άλλου. Και να πως ένα άχρηστο αντικείμενο μεταμορφώνεται σταδιακά σε αντικείμενο υψηλής χρησιμότητας, φτάνοντας να μετατραπεί σε μέτρο ανταλλαγής, καθορίζοντας την αξία, τις τιμές και τις συνθήκες της διεθνούς αγοράς.

Σε έναν κόσμο σαν αυτόν δεν προκαλεί καμία εντύπωση λοιπόν που η Αππία Οδός καταλήγει να κλείσει ως ένδειξη διαμαρτυρίας, επειδή «το μονοπώλιο των γαλατικών μενίρ διακυβεύει την εργασία των Ρωμαίων σκλάβων»…



Οικονομική κρίση και διαδηλώσεις στο Οβελίξ και Σία του Αστερίξ / Economic crisis and demonstrations in Obelix and Co.
Διαφημίσεις μενίρ από το Οβελίξ και Σία / Menhir advertisements in Obelix and Co.

Το καταναλωτικό σύστημα στο τεύχος του Αστερίξ, Οβελίξ και Σία / Menhir advertisements in Obelix and Co.




Και όταν ο Αστερίξ προτείνει στον Οβελίξ να πάνε για κυνήγι, εκείνος του απαντάει: «εγώ δεν χάνω τον χρόνο μου τζάμπα» - και κατευθύνεται στο λατομείο των μενίρ του, ώστε να επιβλέψει το εργατικό προσωπικό του.

Γιατί με τον ερχομό του καπιταλισμού αλλάζει και η έννοια του χρόνου. Ο χρόνος πλέον διαχωρίζεται σε «παραγωγικός» και «μη-παραγωγικός» - και φυσικά παραγωγικός χρόνος είναι εκείνος που αποφέρει κέρδη…

Αχ, και να διδάσκονταν αυτές οι ιστορίες στα σχολεία. Σύμφωνοι, τα παιδιά τις διαβάζουν, το ίδιο και οι ενήλικες – μα αμφιβάλλω αν εμβαθύνουν στο νόημά τους.



Είναι τρελοί αυτοί οι καπιταλιστές... από το Αστερίξ / These capitalists are crazy... in Asterix



Επίλογος




Να που το αφιέρωμα, λοιπόν, έφτασε τις 6500 λέξεις! Ουφ! Ναι, πήρε καιρό για να το γράψω – μα το χάρηκα, να είσαι βέβαιος γι’ αυτό αγαπητέ αναγνώστη. Θέλω να πιστεύω πως το χάρηκες κι εσύ μαζί μου.

Σκοπός αυτού του αφιερώματος ήταν αφενός να καταδείξω την κοινωνική διάσταση μιας από τις δημοφιλέστερες σειρές κόμικς όλων των εποχών. Αφετέρου ήταν ένας μικρός προσωπικός φόρος τιμής σε μια σειρά με την οποία μεγάλωσα – και μεγαλώνω ακόμα.

Ω, ναι. Θα συμφωνήσω μαζί σου, Οβελίξ. «Είναι τρελά αυτά τα Κουνέλια!»


Αν σας άρεσε η παρουσίαση, προτείνω να περάσετε μια βόλτα και από τα ακόλουθα αφιερώματα:

Τριάντα και ένας λόγοι για να διαβάσετε το Sandman


Τα κοινωνικά μηνύματα του Χάρι Πότερ

© Το αφιέρωμα στον Αστερίξ γράφτηκε με άφθονα διαλείμματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου του 19 από το Φονικό Κουνέλι. Τα εύσημά μου στα φιλαράκια που σκάναραν τα τεύχη και τα ανέβασαν στο διαδίκτυο. Τα λέμε στο επόμενο! 



Τεύχη του Αστερίξ... φωτογραφία: το φονικό κουνέλι / Asterix greek issues