15 Ιουλίου 2019

Η Ιστορία των Cure. Κεφάλαιο 2: Τα γιορτινά χρόνια



Η Ιστορία των Cure, μέρος 2... τα γιορτινά χρόνια. Ένα αφιέρωμα από το φονικό κουνέλι / History of The Cure, part 2



Αναγέννηση




Τα πάντα έδειχναν να έχουν τελειώσει. Το συγκρότημα έφτανε στο τέλος του δημιουργικού του κύκλου, πνιγμένο σε μια μαύρη, παχύρευστη, κολλώδη θάλασσα άρνησης και πόνου, μια άβυσσο μηδενισμού. «Είχα χάσει κάθε φίλο που είχα», εξομολογήθηκε αργότερα ο Robert Smith, «κάθε έναν χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, κι αυτό γιατί ήμουν απίστευτα δυσάρεστος, απωθητικός και εγωκεντρικός. Τουλάχιστον είχα κατορθώσει να διοχετεύσω όλη αυτή την αρνητική ενέργεια που είχα, όλα τα αυτοκαταστροφικά στοιχεία της προσωπικότητας μου σε κάτι».

Αυτό το κάτι υπήρξε το “Pornography”. Έτος κυκλοφορίας του το 1982, μια χρονιά που φάνηκε πως οι Cure θα έφταναν στο τέλος της σύντομης, σκοτεινής, μα άκρως επιδραστικής τους πορείας – επιδραστικής για τους κύκλους του βρετανικού underground και του αναδυόμενου (από τα βαθύτερα υπόγεια του μουσικού ασυνείδητου) κινήματος του Gothic Rock. Ο Simon Gallup (μπασίστας και δεύτερος, μετά τον Σμιθ, ακρογωνιαίος λίθος της μπάντας) εγκατέλειψε το συγκρότημα μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ενώ ο ντράμερ Lol Tolhurst άφησε τα ντραμς στην άκρη (του οποίου το ξερό, μονότονο παίξιμο είχε κατορθώσει να ταιριάξει απόλυτα με το μινιμαλιστικό ύφος της μουσικής) και έπιασε τα keyboards… Και ο Σμιθ; Ο Σμιθ ήταν μόνος του, ένιωθε μόνος του, περισσότερο από ποτέ. Ποιο το νόημα να συνεχίσει πια.

Κάπου εκεί λοιπόν, ριγμένος στο βάθος της αβύσσου, κατόρθωσε να βγάλει μια φωνή, τέτοια που αντιλάλησε ως πέρα και η κρυστάλλινη ηχώ της οποίας τρύπησε τους μαύρους τοίχους: “I must fight this sickness! Find a Cure!”. Και σαν φοίνικας το συγκρότημα έμελλε να αναγεννηθεί – και μαζί μ’ αυτό ο ίδιος ο Ρόμπερτ Σμιθ, αποδεικνύοντας πως δεν υπάρχει τέλος αν δεν το επιλέξεις… μονάχα σταθμοί που διαδέχονται ο ένας τον άλλον.

Έναν χρόνο μετά το “Pornography”, εν έτει 1983, ο Σμιθ εξέπληξε κυριολεκτικά τους πάντες – συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του, θα λέγαμε – κυκλοφορώντας ένα κατάφωρα pop single, ένα ανεβαστικό και ελαφρού περιεχομένου τραγούδι με τίτλο “Let’s Go To Bed”. Ήταν ό,τι πιο πιασάρικο είχαν κυκλοφορήσει οι Cure από τις πρώτες μέρες του “Boys Don’t Cry”, ενώ οι χαρούμενοι τόνοι του τραγουδιού έστεκαν σε απόλυτη αντιπαράθεση με το βαθιά πεσιμιστικό, ατμοσφαιρικό και εσωτερικό ύφος που είχε πλάσει το συγκρότημα τα περασμένα χρόνια. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο Σμιθ προσπάθησε να κυκλοφορήσει το τραγούδι όχι με το κανονικό όνομα της μπάντας, αλλά με το ψευδώνυμο Recur, γνωρίζοντας πως το κομμάτι θα ξένιζε τους πάντες και θα απομάκρυνε πλήρως ακόμα και εκείνη την πιστή μερίδα των οπαδών τους – το μόνο ίσως που τους είχε απομείνει.

Ο μάνατζέρ τους όμως επέμενε. Το τραγούδι έπρεπε να κυκλοφορήσει και η αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης θα λειτουργούσε ως ένα ενδιαφέρον πείραμα με σκοπό να μπερδέψει τον κόσμο και να συγχύσει εκείνους ειδικά που είχαν αρχίσει να λατρεύουν τον μαύρο πεσιμισμό της μπάντας. Για όλους όσους βιάζονταν να τους τοποθετήσουν κάτω από μια μουσική ταμπέλα, η απροσδόκητη εκείνη αλλαγή θα ήταν η απόλυτη απάντηση. Ένα ακόμα “Fuck Off”, το οποίο τώρα ήταν στραμμένο όχι απέναντι στον εαυτό τους και στην πραγματικότητα που τους περιέβαλε (όπως έγινε στα περασμένα άλμπουμ της μπάντας), μα απέναντι στον ίδιο τον κόσμο που τους ακολουθούσε – ασφαλώς η πιο επίφοβη κίνηση όλων. «Τους απεχθάνομαι, πραγματικά», είχε πει τότε ο Σμιθ, ως απάντηση στα γράμματα μίσους που δεχόταν από εξαγριωμένους οπαδούς. «Είναι λες και είμαστε το αντικείμενό τους. Πως τολμώ να επεμβαίνω πάνω στην ίδια την εικόνα μας! Ποτέ δε ζήτησα τυφλή αφοσίωση. Το απεχθάνομαι καθώς προσπαθούν να με συρρικνώσουν σε μια μονοδιάσταση περσόνα, που επιτρέπεται να παίζει μονάχα ένα είδος μουσικής».




Japanese Whispers album cover, by The Cure
The Cure Lovevats' EP cover




Εδώ που τα λέμε, δεν είχαν και τίποτα να χάσουν. Το συγκρότημα βρισκόταν στα όρια της διάλυσης, ενώ είχε αγγίξει το απώτατο όριο ενός στυλ που πιθανό να μη κατόρθωνε ποτέ να ξεπεράσει. Οι επιλογές ήταν δύο: Η επανάληψη, ώσπου η μπάντα να καταντούσε φάντασμα του εαυτού της, μιμούμενη διαρκώς το ίδιο στυλ, εγκλωβισμένη σ’ ένα μοναδικό και απαράλλακτο ύφος… Ή η μεταμόρφωση. Ξέρετε, σαν την κάμπια – η οποία θα γινόταν και τραγούδι σύντομα.

Ο Σμιθ πάντως έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να φανερώσει την προσωπική του δυσαρέσκεια απέναντι στο νέο single, θάβοντάς το στις συνεντεύξεις των καιρών, λέγοντας πως δεν είναι παρά ένα «ανόητο ποπ τραγούδι, τίποτα παραπάνω». Ωστόσο η συνέχεια δε θα έβλεπε τους Cure να επιστρέφουν στα παλιά – αντίθετα, θα φανέρωνε ένα ακόμα περισσότερο πολύπλευρο πρόσωπο, λες και είχε φυτρώσει ο σπόρος ενός νέου, παράξενου φυτού και τώρα εκείνο ξεπέταγε περίεργα άνθη και άγνωστους καρπούς. Ο Ρόμπερτ Σμιθ δοκίμαζε, πειραματιζόταν• και στον πειραματισμό του ξεχώριζε κανείς τα ίχνη ενός εξερευνητή. Αναζητούσε μια νέα μουσική γλώσσα. Δεν ήξερε την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει… μα άπλωνε τα χέρια του προς διάφορες κατευθύνσεις.

Τα singles που κυκλοφόρησαν τον καιρό εκείνο, συγκεντρωμένα όλα στη συλλογή με τον τίτλο “Japanese Whispers”, παρουσιάζουν ουσιαστικά ένα συγκρότημα που έπαιζε, δοκιμάζοντας ήχους και πλάθοντας μουσικές, από την αρχή ξανά. Τραγούδια όπως το “The Walk” φανερώνουν ένα έντονο φλερτ με τους ήχους των συνθεσάιζερ των καιρών, ενώ το jazzy (και προσωπικά αγαπημένο) “The Lovecats” υπήρξε κάτι εντελώς καινούργιο – αυτό το χαριτωμένο παιχνίδισμα, σα πάτημα γάτας πάνω σε πιάνο, σαν άτακτο ξετύλιγμα ενός πολύχρωμου κουβαριού• σαν τη μυρωδιά της άνοιξης στο πέρας ενός βαρύ χειμώνα.

Στις στάχτες του γέρικου ψοφιμιού είχε ξεπροβάλλει πια ένα μικρό παιδί. Ήταν το νέο πρόσωπο των Cure, το οποίο θα μεγάλωνε τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, σκορπίζοντας τη δική του, πολύχρωμη παλέτα με μπογιές στο μουσικό τοπίο των καιρών… 



Ο Ρόμπερτ Σμιθ των Cure και η Siouxsie Sioux
Blue Sunshine album cover by The Glove




Την ίδια εποχή που οι Cure – ή πιο σωστά, ο Robert Smith – άνοιγαν πανιά για νέες μουσικές θάλασσες, η συνεργασία του Σμιθ με την Siouxsie και τους Banshees γινόταν όλο και περισσότερο εντατική. Ο Σμιθ είχε μετατραπεί, λίγο πολύ, σε τακτικό, πλήρες μέλος της μπάντας, οι μουσικοί πειραματισμοί της οποίας είχαν σαφώς επίδραση πάνω στους δικούς του.

Παράλληλα, ανέπτυξε φιλία με τον μπασίστα των Banshees, Steven Severin. Μαζί αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα ενδιαφέρον supergroup, και το όνομα αυτού: “The Glove”.

Επηρεασμένοι από το ψυχεδελικό image και την ποπ αισθητική του “Yellow Submarine” των Beatles, 20 περίπου χρόνια μετά, και φέροντας ο καθένας τις δικές του μουσικές επιρροές, κυκλοφόρησαν το ένα και μοναδικό άλμπουμ των Glove με τίτλο “Blue Sunshine” – φέροντας ένα άκρως ψυχεδελικό εξώφυλλο και έναν τίτλο που παρέπεμπε σε μια b-movie με θέμα της μια ναρκωτική ουσία που μετέτρεπε σε μανιακούς δολοφόνους τους παραλήπτες της.

Στα φωνητικά ξεχωρίζει μια νέα τραγουδίστρια με ξωτικιά φωνή, η Jeanette Landray. Μουσικά ο δίσκος ακροβατεί μεταξύ του ψυχεδελικού ύφους του εξώφυλλου και του ακμάζοντος τα χρόνια εκείνα new wave στυλ, ενώ οι χαρακτηριστικές κιθαριστικές μελωδίες του Robert Smith και το μπάσο του Steven Severin συνιστούν τον ακρογωνιαίο λίθο του. Τα τραγούδια “Punish Me With Kisses” και “Like An Animal” κυκλοφόρησαν ως singles και ο δίσκος παραμένει ως σήμερα ένα από τα κρυμμένα διαμάντια της εναλλακτικής σκηνής της δεκαετίας του 80.

Βρισκόμαστε πια στο 1984, κι ενώ ο Σμιθ έκανε την εμφάνισή του στο περιβόητο “Top Of The Pops” τόσο με τους Cure, όσο και με τους Banshees, κατά τη διάρκεια του ίδιου προγράμματος, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ηχογραφήσει δίσκο και με τα δύο συγκροτήματα μαζί… E, κάποια στιγμή λύγισε υπό όλο αυτό το βάρος και αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία του με τους Banshees – στέλνοντας μάλιστα πιστοποιητικό γιατρού στον Severin, που αποδείκνυε πως είναι αδύνατον, για λόγους υγείας, να συνεχίσει και με τα δύο συγκροτήματα. Τρία χρόνια μετά, κι ενώ οι Cure είχαν εκτοξευτεί σε επίπεδο δημοτικότητας, ο Smith δήλωνε: «Προτιμώ τους Cure από τους Banshees, και η Siouxsie προτιμά τους Banshees απ’ τους Cure. Δεν έχει δει όμως και τις δύο πλευρές όπως εγώ και δεν ξέρει τι χάνει».



Roller Coaster




Ας μην προτρέχουμε όμως. Βρισκόμαστε ακόμα στο έτος 1984. Έχοντας αφήσει τα πολλαπλά project στην άκρη, το βάρος τώρα για τον Σμιθ θα δινόταν αποκλειστικά στους Cure. Η κρίση ταυτότητάς του όμως θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερη – και μαζί με αυτήν η κατανάλωση ψυχοτρόπων ουσιών.

Το αποτέλεσμα αυτών το βλέπουμε στο νέο άλμπουμ των Cure, την πρώτη ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά τους μετά το “Pornography”, δύο χρόνια μετά. Ο τίτλος αυτού: “The Top”, μια λέξη που φιγουράρει καταμεσής ενός πολύχρωμου εξώφυλλου, ενδεικτικού του περιεχομένου του δίσκου. Αν υπήρξε δίσκος των Cure που να καθρεφτίζει την πολυδιάστατη φύση του δημιουργού τους, το “Top” είναι αυτός ο δίσκος. Ναι, οι μαύρες μέρες του ολικού πεσιμισμού ανήκαν στο παρελθόν… ωστόσο τι είχε πάρει τη θέση τους; Ένα μανιακό ανεβοκατέβασμα σε ένα βαγονάκι ρόλερ κόστερ, δίχως αρχή και τέλος, μια ψυχεδελική πορεία εντός ενός κόσμου σε θραύσματα, κομμάτια ενός παζλ που αποζητούν να ενωθούν χωρίς να βρίσκουν ταίρι, μπλέκοντας σε έναν χαοτικό ιστό, πασαλειμμένα με κηλίδες χρώματος, μουτζούρες ενός τρελού μωρού πάνω σε λευκό χαρτί. Αυτό ήταν το νιογέννητο των Cure, το νέο παιδί του Robert Smith, που έπαιζε δίχως σκοπό και συνοχή, εκνευριζόταν, έριχνε κάτω τις μπογιές του, πασάλειβε τα πάντα γύρω του, ώσπου να αρχίσει τα ταξίδια σε εσωτερικούς κόσμους, κάπου μεταξύ πραγματικότητας και χάους.




The Cure's The Top album cover
Robert Smith in 1985




Μα σαν δίσκος… δεν ήταν καθόλου άσχημος! Αντισυμβατικός και δύσκολος στη χώνεψη… ναι. Μα καθόλου άσχημος. Θα έλεγα πως συνιστά τον περισσότερο υποτιμημένο δίσκο τους – στάθηκε θύμα του πειραματισμού και της απουσίας ταυτότητάς του.

Το “The Top” υπήρξε το πιο ψυχεδελικό και λιγότερο συνεκτικό εγχείρημα του Robert Smith. Κανένα τραγούδι δεν μοιάζει με το άλλο, άφθονοι ήχοι και στυλ αγωνίζονται να πάρουν μια θέση στην κορυφή (aka, “The Top”), μα στο τέλος, αν δεσπόζει κάτι εκεί ψηλά είναι αυτή ακριβώς η απουσία συνοχής, το χάος που αγκαλιάζει τα πάντα. Eπιθετικά ξεσπάσματα ("Give Me It"), ψυχεδελικά ταξίδια ("Wailing Wall"), παρανοϊκά σαξόφωνα, αντιπολεμικά εμβατήρια ("The Empty World"), γουρούνια σε καθρέπτες ("Piggy in the Mirror") και μυστηριώδεις κάμπιες ("The Caterpillar"), όλα παρελαύνουν σε αυτόν τον άκρως πειραματικό και ενδιαφέροντα δίσκο, ένα άλμπουμ πολύ παράξενο για να χωνέψει το κοινό, ένα κοινό που έβλεπε τον εαυτό του να πιάνεται στα δίχτυα της μουσικής και να μπερδεύεται ολοένα και περισσότερο. Μα τι συμβαίνει επιτέλους μέσα στο μυαλό του Robert Smith;

Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ούτε ο ίδιος ο Σμιθ γνώριζε την απάντηση. Η περίοδος του “Top” υπήρξε η πλέον παράδοξη και εκκεντρική, οι συνεντεύξεις του Σμιθ της περιόδου ξεχειλίζουν τρέλα αντίστοιχη με εκείνη του δίσκου, ο Σμιθ μεταξύ άλλων έλεγε ψέματα, όπως για παράδειγμα ότι συνοδεύει το συγκρότημα στις περιοδείες ένα… αρνί, και άλλα τέτοια. Ήταν επίσημο λοιπόν: Οι Cure γλίτωσαν την αυτοκαταστροφή, στην οποία όδευαν δύο χρόνια πριν, για να καταλήξουν… στην ψύχωση. Είχαν τρελαθεί… και είχαν πια βρει την υγεία τους.



Mainstream Success




Και ο καιρός περνά. Και το μαλλί του Σμιθ φουντώνει πάλι. Και η αφήγησή μας θα μπορούσε να σταματήσει κάπου εδώ. Η συνέχεια, βλέπετε, ήταν τέτοια που τα λόγια είναι ίσως περιττά. Μιλάνε από μόνα τους τα hits, τα charts που ανακάλυψαν επιτέλους το συγκρότημα, οι ατελείωτες συναυλίες, οι τηλεοπτικές εκπομπές, τα επιτυχημένα βίντεοκλιπ, τα εξώφυλλα, η χαρακτηριστική φιγούρα του αναμαλλιασμένου, βαμμένου Robert Smith. Βρισκόμαστε πια στο έτος 1985 – το έτος κλειδί. Ήταν πια καιρός να γίνουν αποδεκτοί οι Cure από τα πλήθη του μουσικόφιλου κοινού.

Το σημείο τομής, ο δίσκος που εκτόξευσε το συγκρότημα από ένα διαφανές status σχετικής ανυπαρξίας σε μουσικά είδωλα των καιρών τους, ήταν το “Head On The Door” – και με αυτόν τον δίσκο γεννήθηκαν επισήμως οι νεότεροι Cure, που τόσο αγαπητοί έγιναν από πλήθη και πλήθη κόσμου. Ο Robert Smith κατόρθωσε επιτέλους να συνδυάσει τις προσωπικές του αναζητήσεις με ένα μουσικό στυλ που πήγαινε μεν πέρα από κατηγορίες, δίχως ωστόσο να καταλήγει στο (ενίοτε όμορφο μα δυσκολοχώνευτο) χάος του “The Top”.

Το κοκαλάκι της νυχτερίδας ασφαλώς, το κλειδί της επιτυχίας, υπήρξε η επαναφορά εκείνου ακριβώς του πιασάρικου, ποπ ύφους, που τόσο είχε ξενίσει τον κόσμο δύο χρόνια πριν, δοσμένου όμως με μια αισθητική που ταίριαζε περισσότερο στα προγενέστερα σκοτεινά και εσωτερικά ηχοτρόπια του Robert Smith, ανανεωμένου με μια δόση γλυκιάς μελαγχολίας και αναπόλησης – μα και μια αίσθηση ελπίδας, ένα άρωμα ανανέωσης, μια υπόσχεση έρωτα.

Αυτοί ήταν οι νεότεροι Cure. Και ο κόσμος τους αγάπησε.




The Cure In Between days
The Cure eating ice cream in London, 1986
Head on the Door, album by The Cure





Ο Simon Gallup είχε επιστρέψει στο συγκρότημα. Ο Robert Smith φάνηκε πως έβρισκε επιτέλους τον εαυτό του. Και το “Head On The Door” σημείωσε μεγάλη επιτυχία, για πρώτη φορά στα χρονικά της μπάντας, αγγίζοντας το τοπ-20 των charts σε ουκ ολίγες χώρες. Τα “In Between Days” και “Close To Me” υπήρξαν ιδιαίτερα επιτυχημένα σαν singles, ενώ η μουσική πολυμορφία του άλμπουμ ξεχωρίζει σε τραγούδια όπως το ανατολίτικο “Kyoto Song”, το ισπανικό “The Blood”, το επιθετικό “Screw” και το… απλά πανέμορφο “A Night Like This”, παντρεύοντας την ποπ με τη ροκ, το new wave με τον εξωτισμό. Και αυτά ενώ η φωνή του Robert Smith για πρώτη φορά ακούγεται έτσι ώριμη, διαυγής, ολοκληρωμένη. 

Οι σκοτεινοί τόνοι, αλλοτινό σήμα κατατεθέν της μπάντας, δεν απουσιάζουν, μα έχουν πια ενσωματωθεί σε αυτό το νέο, πολύμορφο ύφος – όπως οι τόνοι του μαύρου σ’ έναν πίνακα γεμάτο χρώματα.

Οι Cure είχαν αγγίξει το χείλος της αβύσσου και τους πρόποδες των βουνών της τρέλας, μα τώρα βίωναν την αναγέννησή τους. Το ατσούμπαλο και παλαβό μωρό είχε γίνει ένα χαμογελαστό, ντυμένο σε πολύχρωμα ρούχα, παιδί. 



The Cure and a Snowman
The Cure's Robert Smith reading a comic book / Ο Ρόμπερτ Σμιθ ενώ διαβάζει το κόμικ του




Εν έτει 1985, οι Cure έκαναν για πρώτη φορά και την εμφάνισή τους στη χώρα μας, στα πλαίσια του (θρυλικού πλέον) “Rock in Athens”, ένα φεστιβάλ οργανωμένο στα πλαίσια της γενικότερης πολιτισμικής κίνησης που επιχειρούσε η Μελίνα Μερκούρη – ναι, έκανε και κάποια καλά πράγματα η τότε κυβέρνηση, καταμεσής όλων των κακών. Πόσο θα ήθελα να είχα δώσει τότε το παρόν – μα ήμουν πολύ μικρός ακόμα και τα ακούσματά μου ίσα που περιελάμβαναν τα «Τραγούδια των Στρουμπφ». Στα πλαίσια του φεστιβάλ είχαν έρθει ονόματα όπως οι Depeche Mode, οι Clash, οι Stranglers και η Nina Hagen – όπως και να το κάνουμε, άλλο να βλέπεις τα συγκεκριμένα συγκροτήματα live στα 80’s, όταν και μεσουρανούσαν, και άλλο να τα βλέπεις 20 και βάλε χρόνια μετά.

Μεταξύ των πάνω ονομάτων, οι Cure υπήρξαν σχετικά άγνωστοι για την πλειονότητα του ελληνικού κοινού. Τους γνώριζαν μόνο οι «ψαγμένοι» μουσικά και εκείνοι που ασχολούνταν με την εναλλακτική και πανκ μουσική σκηνή. Οι πρώτες νότες του “One Hundred Years” όμως υπήρξαν αρκετές για να μυήσουν τον ανυποψίαστο κόσμο στο ατμοσφαιρικό τους σύμπαν. Το κοινό μαγεύτηκε, ενώ ερμηνείες όπως εκείνη του “A Forest” (click εδώ για να την δείτε) παραμένουν στις κορυφαίες που έδωσε ποτέ η μπάντα. Πριν το “Live In Athens” οι Cure ήταν άγνωστοι στους Έλληνες. Μετά το φεστιβάλ είχαν μετατραπεί σε ένα από τα πιο καυτά ονόματα των καιρών και οι οπαδοί τους άρχισαν να ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια. Δεν άργησε πολύ να εξαπλωθεί κυριολεκτική μανία για το συγκρότημα, η οποία και συνέπεσε με την περίοδο που οι ίδιοι έβλεπαν τη δημοτικότητά τους να μεγενθύνεται διαρκώς.

Από τότε οι Cure μετατράπηκαν σε ένα από τα αγαπημένα σχήματα του ελληνικού μουσικόφιλου κοινού.



The Cure in 1986-87
Robert Smith and Simon Gallup



Kisses In Heaven




Έχοντας μπει για τα καλά πλέον στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 80, οι ανανεωμένοι Cure επιθυμούσαν να αποτινάξουν τις σκιές του παρελθόντος και να εξελιχτούν ακόμα περισσότερο ως μουσικοί. Μια σημαντική μερίδα των οπαδών τους όμως – εκείνοι που τους είχαν ανακαλύψει πριν μετατραπούν σε όνομα των charts – εξακολουθούσαν να τους ταυτίζουν με εκείνο ακριβώς το στυλ, στη γέννηση του οποίου είχαν συμβάλλει καθοριστικά: το gothic rock, το οποίο διένυε μέρες μεγάλης ακμής, τότε, στο δεύτερο μισό των 80’s.

Το image του συγκροτήματος έπαιζε καθοριστικό ρόλο σε αυτό: Η φιγούρα του Robert Smith με τα μαύρα, ανάκατα μαλλιά (η οποία, για όσους δε γνωρίζουν, θα επηρέαζε τον Tim Burton στο χτίσιμο της όψης του «Ψαλιδοχέρη»), τα μαύρα ρούχα και το make up, φάνταζε ιδιαίτερα «γοτθική», μια αρσενική εκδοχή της Siouxsie τον καιρό που καθιέρωνε το goth look, αλλά και πολλών άλλων από το πλήθος των «γότθων» που κατέκλυζαν σα νυχτερίδες τα υπόγεια στέκια του Λονδίνου της δεκαετίας του 80. Παρουσιάζει ενδιαφέρον πως το συγκεκριμένο image o Smith το καθιέρωσε τον καιρό που οι Cure είχαν εγκαταλείψει τους αμιγώς goth ήχους. Μα, ως γνωστόν, στη show business η εικόνα είναι εκείνη που μετράει πάντα περισσότερο, εκείνη που αποτυπώνεται καλύτερα στο νου και τη συνείδηση του πλήθους.

Ίσως να είχαν κάτι τέτοιο κατά νου οι Cure λοιπόν, όταν αποφάσισαν να βγουν στο γαλλικό τηλεοπτικό πρόγραμμα “Champs Elysses”, εν έτει 1986, και να ερμηνεύσουν το “Boys Don’t Cry” ντυμένοι σε… πολύχρωμα γυναίκεια ρούχα! Βλέποντας πως πλήθος από τους οπαδούς τους εξακολουθούσαν να τους θεωρούν μια goth μπάντα, συρρέοντας μαζικά στα live ντυμένοι στα μαύρα, οι Cure σκέφτηκαν να τους δώσουν ένα μήνυμα… Ήταν ο δικός τους τρόπος να φανερώσουν πως δεν ανήκουν πουθενά… (click για το βίντεο)

«Όλος αυτός ο ρομαντισμός του θανάτου! Κι όμως, όποιος έχει βιώσει τον θάνατο από πρώτο χέρι μπορεί με σιγουριά να σας πει πως δεν υπάρχει τίποτα ρομαντικό πάνω του…», είχε πει σε μια συνέντευξή του, μετά από καιρό, ο Robert Smith, συζητώντας για το κίνημα του gothic... Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στο μεγάλο (και κλασικό πια, όντας το παλαιότερο από τα αφιερώματα του Κουνελιού) αφιέρωμά στο Gothic (click εδώ). 




Robert Smith in Star Hits magazine, 1988
Robert Smith on the cover of a japanese magazine




Είχε πάει 1987. Μια όμορφη χρονιά, με άρωμα διάχυτο από τυρινίνη. Και οι Cure κυκλοφορούν έναν δίσκο που μοσχομύριζε άνοιξη, πριν ακόμα πιάσουν οι ζέστες – τον καιρό που ξεπετάγονται τα πρώτα άνθη καταμεσής ξεγυμνωμένων δέντρων• ή φθινόπωρο, πριν πιάσουν τα κρύα – τον καιρό που η γη αποκτά εκείνο το γλυκό χρυσοκόκκινό της χρώμα, καταμεσής του στρώματος των πεσμένων φύλλων. Ο δίσκος ήταν το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me” (τρεις φορές, γιατί μία ποτέ δεν είναι αρκετή) και οι Cure έκαναν ένα ακόμα βήμα προς τα πάνω: Για πρώτη φορά σημείωσαν τόσο μεγάλη επιτυχία στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, και ο δίσκος έφτασε στο τοπ-40 των αμερικανικών charts, μα και στο top-10 πολλών άλλων χωρών. Ήταν επίσης το πρώτο άλμπουμ τους που έφτασε να γίνει πλατινένιο.

Όσο αφορά το περιεχόμενο; Θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω λέξεις και φράσεις από τους τίτλους των τραγουδιών, θεωρώ πως είναι άκρως αντιπροσωπευτικοί. Φανταστείτε λοιπόν πως βρίσκεστε κάπου στο Παρίσι, σε μια πλατεία με γραφικά μαγαζιά και ερυθρόχρωμα δέντρα. Ενώ κάθεστε σε ένα τραπέζι, πίνοντας ένα δροσιστικό ρόφημα με παγωμένη ζάχαρη, φέρνετε κατά νου τα περασμένα και αναπολείτε: φιλιά που χάθηκαν, σχέσεις που διένυσαν τον κύκλο τους… και σεις απομείνατε μονάχος, άγρυπνος τις νύχτες, ριγμένος σ’ έναν λάκκο με φίδια. 

Μα ξάφνου κάνει την εμφάνισή της μια παριζιάνα. Την παρατηρείτε απέναντί σας, ενώ βαδίζει, και στα πόδια της αναστενάζει όλη η γη. Σας εξαπολύει τότε μια ματιά – μια ματιά μονάχα, μα το βλέμμα της φαντάζει σαν Παράδεισος. Μια υπόσχεση όσων είναι να ‘ρθουν.




Kiss Me Kiss Me Kiss Me album by the Cure
The Cure circa 1987




Αυτό είναι το “Kiss Me Kiss Me Kiss Me”! Μουσικά, πρόκειται για ένα από τα πλέον πολύμορφα άλμπουμ του συγκροτήματος. Θα βρείτε ξεσηκωτικά ροκ τραγούδια (“Shiver and Shake” - click), party ύμνους (“Why Can’t I Be You” - ίσως το πιο χορευτικό και ανεβαστικό τραγούδι των Cure), φανκιές (“Hot, Hot, Hot!!!”), ατμοσφαιρικά, υποχθόνια περάσματα, με ανατολίτικες αποχρώσεις (“The Snakepit”, “If Only Tonight We Could Sleep”) και κλασικούς Cure ύμνους (“All I Want”). Να μη παραλείψω να αναφέρω φυσικά το σαρωτικό χιτ “Just Like Heaven” (αναμφισβήτητα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια τους), μα και το προσωπικά αγαπημένο μου, το υπέροχο “How Beautiful You Are”… του οποίου και αξίζει να παραθέσουμε τους στίχους και να μιλήσουν εκείνοι αντί για μας…




You want to know why I hate you? 

Well I'll try and explain 

You remember that day in Paris 

When we wandered through the rain 



Promised to each other 

That we'd always think the same 

And dreamed that dream 

To be two souls as one 



Stopped just as the sun set 

And waited for the night 

Outside a glittering building 

Of glittering glass and burning light 



And in the road before us 

Stood a weary grayish man 

Who held a child upon his back 

A small boy by the hand 



Three of them were dressed in rags 

And thinner than air 

And all six eyes stared fixedly on you 



The father's eyes said "Beautiful! 

How beautiful you are!" 

The boy's eyes said 

"How beautiful! she shimmers like a star!" 



The child's eyes uttered nothing 

But a mute and utter joy 

And filled my heart with shame for us 

At the way we are, at the way we are 



I turned to look at you 

To read my thoughts upon your face 

And gazed so deep into your eyes 

So beautiful and strange 



Until you spoke 

And showed me understanding is a dream 

I hate these people staring 

Make them go away from you 



The father's eyes said "Beautiful! 

How beautiful you are!" 

The boy's eyes said 

"How beautiful! she glitters like a star!" 



The child's eyes uttered nothing 

But quiet and utter joy 

And stilled my heart with sadness 

For the way we are, at the way we are 



And this is why I hate you 

And how I understand 

That no one ever knows or loves another 

Or loves another 





Οι Cure στα ομορφότερά τους…



Robert Smith playing an accordion / Ο Ρόμπερτ Σμιθ των Cure με ακορντεόν


Lullabies on Fascination Street




Ενώ τα πολύχρωμα 80’s βάδιζαν προς το τέλος τους, κι ενώ οι Cure διένυαν τις καλύτερές τους μέρες, κάτι ξύπνησε στον Robert Smith. Η ανάμνηση ενός παλιού ονείρου ίσως, ένα όνειρο που χάθηκε, σαν αντανάκλαση σε λάκκο με νερό πριν πέσει πάνω του η βροχή και σβήσει την εικόνα του. Ο καιρός περνούσε, οι θύμησες έμπλεκαν η μία με την άλλη, οι απογοητεύσεις του παρελθόντος με τις ελπίδες του μέλλοντος, όλα συστρέφονταν, το ένα γύρω από το άλλο. Έχοντας εισέλθει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του, ο Σμιθ έγινε ξανά εσωστρεφής. Όση επιτυχία και αν σημείωναν στα charts, οι Cure παρέμεναν το προσωπικό του όχημα, ο καμβάς πάνω στον οποίο ζωγράφιζε, σε ύφος εξπρεσιονιστικό, τα βαθύτερα συναισθήματα και τις ασυνείδητες του σκέψεις.

Το συγκρότημα αντιμετώπιζε εσωτερικά ζητήματα – οι μέρες του Lol Tolhurst ως μέλος της μπάντας έφταναν στο τέλος τους. Έπινε πολύ και απουσίαζε πλήρως από το δημιουργικό κομμάτι της μουσικής – «ήθελα να παραμείνει στη μπάντα περισσότερο νιώθοντας υποχρέωση απέναντι σε έναν παλιό φίλο», είχε πει ο Σμιθ. Μα τα υπόλοιπα μέλη δε τον άντεχαν και ο Tolhurst αποχώρησε. Το υλικό του επόμενου δίσκου θα ετοιμαζόταν εξ’ ολοκλήρου απ’ τον Σμιθ (για άλλη μια φορά), ο οποίος είχε κλειστεί (πάλι) στον εαυτό του. Η εμπορική επιτυχία όμως τον έκανε να αισθάνεται άβολα, το ίδιο και το status του σούπερσταρ. Σκεπτόταν πως τα περισσότερα συγκροτήματα στην ιστορία της μουσικής παραδίδουν τα κορυφαία άλμπουμ τους στην πρώτη δεκαετία της ύπαρξής τους και μετά παίρνουν τον κατήφορο – και έχοντας συμπληρώσει πάνω από δέκα χρόνια ύπαρξης με τους Cure, τον έπιανε κατάθλιψη, νιώθοντας πως είχε έρθει η ώρα του δικού τους κατήφορου.

Οι Cure έμελλε να ανανεώσουν το ραντεβού τους με το σκοτάδι – μόνο που τώρα η εμπειρία θα ήταν διαφορετική. Εδώ δεν έχουμε πια το καταθλιπτικό γκρίζο του “Faith” ή το καταστροφικό μαύρο του “Pornography”. Έμοιαζε περισσότερο με τον σκοτεινό ουρανό που περικλείει το φεγγάρι τα βράδια, με τα σύννεφα που ταξιδεύουν πάνω του, μαύρες ψαρόβαρκες στη θάλασσα του ουρανού, μα και με τ’ αστέρια που αχνοβολούν, η λάμψη τους ένας φάρος μες στη νύχτα.

Ήταν 1989 και οι Cure παρέδωσαν το “Disintegration” – για πολύ κόσμο το κορυφαίο έργο τους.




Disintegration album cover, by The Cure, 1989
The Cure, Disintegration era / Οι Cure την εποχή του Disintegration




Φάνταζε σαν αυτοκαταστροφική κίνηση αρχικά. Ο Σμιθ είχε αποκαλύψει τις προθέσεις του και είχε δεχτεί συμβουλές να μην ακολουθήσει αυτό τον δρόμο – ένας δίσκος γεμάτος με τόσα αργόσυρτα, μελαγχολικά τραγούδια θα απέβαινε καταστροφικός για ένα συγκρότημα που είχε κατορθώσει επιτέλους, μετά από μια δεκαετία, να σημειώσει επιτυχία και να μετατραπεί σε είδωλα των καιρών του. Έχοντας κατακτήσει τα charts και έχοντας γίνει αγαπητοί από τα πλήθη, με τραγούδια όπως το “Just Like Heaven” και το “Close To Me”, τι μπορούσε να εξυπηρετήσει ένα άλμπουμ τόσο σκοτεινό και θλιβερό; Μόνο πισωγύρισμα μπορούσε να είναι, στα χρόνια εκείνα που οι Cure βρίσκονταν στα όρια της διάλυσης. Ο δίσκος θα απέβαινε μια «εμπορική αυτοκτονία», όπως είχαν προειδοποιήσει τον Σμιθ οι υπεύθυνοι της αμερικανικής Elektra Records.

Οι πρώτες νότες του “Lullaby” σήμαναν τον τόνο. Αργός ρυθμός, μια ατμόσφαιρα που σε υπνωτίζει, σε ναρκώνει. Μια μελωδία στοιχειωμένη, μα βαθιά αισθαντική. Φωνή χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή, σαν από όνειρο. Η είσοδος σ’ έναν κόσμο με σκιές και σύννεφα. Μια αράχνη που υφαίνει τον ιστό της, φωτογραφίες από πρόσωπα που χάθηκαν, αναμνήσεις σε άλμπουμ με φωτογραφίες, ένα κερί που τρεμοπαίζει, μια ερωτική εξομολόγηση.

Lullabies on Fascination Street. Και οι Cure είχαν υφάνει το πέπλο των ονείρων.



Robert Smith in Lullaby video




Ο Robert Smith φανέρωνε, για άλλη μια φορά, πως αδιαφορούσε για τις τακτικές του μάρκετινγκ, και πως το νόημα της μουσικής βρίσκεται στην έκφραση, όχι στα νούμερα. Κι όμως! Το “Disintegration” έμελλε να γίνει ο πιο πετυχημένος δίσκος τους, ο πιο δημοφιλής, ο πιο αναγνωρίσιμος. Ήταν οι Cure του παρελθόντος και οι Cure του παρόντος, έχοντας αφήσει τις διαφορές τους, το αρσενικό και θηλυκό τους, το γιν και το γιανγκ τους, και έχοντας σμίξει σε μια αιώνια ερωτική στιγμή.

Οι γοτθικοί τόνοι είχαν επιστρέψει – μα ήταν το χρώμα της μελαγχολίας και της αναπόλησης, όχι του θανάτου. Κόντρα στον επιθετικό πεσιμισμό του παρελθόντος, ο Σμιθ εντάσσει τον μελαγχολικό ρομαντισμό των τελευταίων δίσκων τους, επαναφέροντας την αυθεντική, αρχέτυπη ιδέα του ρομαντισμού: εκεί που το φως και το σκοτάδι συμπλέκονται σε μια αδιάσπαστη αγκάλη. Εκεί που ο έρωτας και ο θάνατος γίνονται ένα.

Τα “Lullaby”, “Fascination Street”, “Pictures Of You” και “Last Dance”, "Disintegration", ανήκουν στα διαχρονικότερα τραγούδια του συγκροτήματος. Όσο αφορά το “Lovesong”, η επιτυχία του ήταν σαρωτική, φτάνοντας ως τη δεύτερη θέση των charts και μετατρεπόμενο σε ένα από τα πιο ομορφότερα ερωτικά τραγούδια όλων των εποχών. «Είχε έρθει επιτέλους ο καιρός που μπορούσα να γράψω ένα straight forward τραγούδι αγάπης», είχε πει ο Robert Smith – και το “Lovesong” ήταν το δώρο του απέναντι στην γυναίκα του, Mary Poole, με την οποία είχαν πρόσφατα παντρευτεί. Πόσοι και πόσοι θα έχουν αφιερώσει το συγκεκριμένο τραγούδι, εκ τότε, σε αγαπημένα πρόσωπά τους, σε έρωτες πραγματοποιημένους ή απραγματοποίητους (ένας εκ των οποίων υπήρξε, μια φορά κι έναν καιρό, και ο υπογράφων – σε μια παλιά κασέτα…)

Το “Disintegration” συνδύασε τέλεια το σκοτεινό με το πιασάρικο, γι’ αυτό και πέτυχε. Αγαπήθηκε εξ’ ίσου από τους παλιούς, όσο και από τους νεότερους οπαδούς των Cure, αμφότερους «γότθους» και «ποπάδες», και καταξιώθηκε ως ο κλασικότερός τους δίσκος. Και ο Ρόμπερτ Σμιθ ξόρκισε για άλλη μια φορά τα προσωπικά φαντάσματά του, μετατρέποντάς τα σε τέχνη.



The Cure's Robert Smith playing his guitar in 1989. Photo by Jason Scott Tilley
Picture source


To Wish Impossible Things




Κάθε τέλος συνιστά μια σύμβαση. Στην πραγματικότητα ποτέ καμία ιστορία δεν τελειώνει εντελώς – από μία μακροσκοπική οπτική τα πάντα συνεχίζονται διαρκώς. Ωστόσο οι ιστορίες που αφηγούμαστε στον κόσμο αναγκαστικά τελειώνουν – και το σημείο στο οποίο θα τελειώσουν το επιλέγουμε εμείς. Επέλεξα λοιπόν να κλείσω την αναλυτική μας παρουσίαση κάπου στις απαρχές των 00’s και να μην επεκτείνω την ιστορία παραπέρα. Οι Cure ασφαλώς συνεχίζουν ως τις μέρες μας. Οι συναυλίες τους ανήκουν στις πλουσιότερες που έχω δει να παραδίδει οποιοδήποτε συγκρότημα (δε θα ξεχάσω ποτέ το απολαυστικό, διάρκειας τριών ωρών και βάλε, live που έδωσαν το 2005 στη Μαλακάσα, αφήνοντάς μας με ανοιχτό το στόμα κυριολεκτικά – παραμένει η μεγαλύτερο σε διάρκεια συναυλία που έχω δει ποτέ) και ο νεότερος κόσμος εξακολουθεί να τους ανακαλύπτει και να μαγεύεται από την τόσο χαρακτηριστική τους μουσική.

Η πρόσφατη είσοδός τους στο Rock ‘n Roll Hall of Fame ήταν το κερασάκι στην τούρτα. Οι Cure έχουν κατοχυρώσει τη θέση τους στο πάνθεον των συγκροτημάτων μιας ολόκληρης εποχής. Ο Ρόμπερτ Σμιθ μπορεί να χαμογελά κάτω απ’ το κραγιόν του.

Μα τι λέω – Σμιθ είναι αυτός. Γίνεται να μην αποζητά διέξοδο και έκφραση με κάθε δυνατό τρόπο, όσα χρόνια και αν περάσουν, όση επιτυχία και αν έχει εξασφαλίσει; Ασφαλώς και όχι. Οι νεότεροι δίσκοι των Cure, εκείνοι που μας παρέδωσαν στα 00’s, μπορεί να μη συνιστούν τα άλμπουμ για τα οποία θα τους θυμάται μετά από χρόνια ο κόσμος – μα εκείνες οι προσωπικές πινελιές έκφρασης του δημιουργού τους βρίσκονται πάντοτε εκεί, όπως υπήρχαν από τα πρώτα κιόλας χρόνια.



Robert Smith on the cover of Rolling Stone magazine
The Cure's Wish album




Το λυκαυγές της δεκαετίας του 90 είδε, λοιπόν, τον κόσμο να αλλάζει – επιφανειακά τουλάχιστον. Μια νέα μουσικόφιλη γενιά ξεπρόβαλε στο προσκήνιο, καινούργια είδη μουσικής φάνηκαν να κατακλύζουν τα charts. H αναδυόμενη τότε Generation X επικοινωνούσε με διαφορετικό τρόπο, συγκριτικά με τους προκατόχους της… Για τον κόσμο της εποχής εκείνης το “Wish” – δίσκος που οι Cure κυκλοφόρησαν το 1992 – φάνταζε σαν μια μοναδική γέφυρα ανάμεσα στα περασμένα από τη μία και στους ήχους του παρόντος από την άλλη. Έχοντας διαδεχτεί τη σαρωτική επιτυχία του “Disintegration”, το “Wish” επέλεξε να μη βαδίσει στη σκιά του – μα να ακολουθήσει έναν δικό του δρόμο, εμπνευσμένο από το άρωμα της γενιάς των Nineties. Ήταν ο πιο “alternative rock” δίσκος που είχε κυκλοφορήσει μέχρι τότε το συγκρότημα.

Ήταν επίσης ένα εξαιρετικά πολύμορφο, μουσικά, άλμπουμ, παντρεύοντας τη μελαγχολία (“Apart”) με μια περισσότερο χύμα αισθητική (“Open”), τις επικές διαθέσεις (“From The Edge Of The Deep Green Sea” - ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια τους όλων των εποχών) με τον λυρισμό (“A Letter to Elise” – η πιο “Disintegration” στιγμή του δίσκου) και την εμπορικότητα – για το τελευταίο ο λόγος ασφαλώς για το “Friday I’m In Love”, το μεγαλύτερο απ’ τα χιτ τους και ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι που έγραψαν ποτέ.

Ήταν ένα πολύ όμορφο άλμπουμ που έμελλε να καταστήσει γνωστό το συγκρότημα σε ακόμα μεγαλύτερα πλήθη κόσμου. Ήταν επίσης ο τελευταίος πολύ μεγάλος δίσκος τους, κατά την άποψή μου. Η έμπνευση ασφαλώς δε θα εγκατέλειπε τον Robert Smith – μα κάθε συγκρότημα γνωρίζει μια στιγμή που φτάνει στο αποκορύφωμά του. Για τους Cure είχε πια έλθει και περάσει αυτή η ώρα.



The Cure's Robert Smith hiding his face




Δεν θα έλειπαν βέβαια στιγμές εξαιρετικής αναλαμπής τα επόμενα χρόνια. Λίγο μόλις διάστημα μετά την επιτυχία και την καταξίωση του “Wish”, οι Cure θα συμμετείχαν στο περίφημο soundtrack μίας από τις πλέον «γοτθικές» ταινίες των Nineties – ο λόγος για το «Κοράκι» και το τραγούδι “Burn”, ένα από τα πολύ αγαπημένα άσματα των οπαδών τους και αναμφίβολα μία από τις ωραιότερες στιγμές του soundtrack της ταινίας. Μπορεί, βλέπετε, ο Ρόμπερτ Σμιθ να είχε αποβάλλει από καιρό την ταμπέλα του «γότθου», τονίζοντας ξανά και ξανά πως οι Cure “δεν ανήκουν πουθενά”… μα, μεταξύ μας, η μουσική τους ταίριαζε απόλυτα σε ένα έργο όπως το «Κοράκι»… το ίδιο και η χαρακτηριστική φυσιογνωμία του ίδιου του Σμιθ, ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα να έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο!

Το 1996 το συγκρότημα κυκλοφόρησε το “Wild Mood Swings” – για πρώτη φορά μια μερίδα των οπαδών τους φάνηκε κάπως να προβληματίζεται. Ο δίσκος είχε τις στιγμές του, μα απουσίαζαν τα τραγούδια εκείνα που ήταν δυνατό να ξεχωρίσουν και να γίνουν διαχρονικά – μα όπως είπαμε, δε γίνεται να βρίσκεται συνέχεια κάποιος στην κορυφή, αργά η γρήγορα θα έρθει η ώρα της κοιλιάς. Μετά από τόσα εμπνευσμένα άλμπουμ στη σειρά (εδώ που τα λέμε, δεν είχαν κυκλοφορήσει κανέναν «μέτριο» δίσκο μέχρι τότε οι Cure) θα ερχόταν η στιγμή να μειωθεί κάπως η έμπνευση. Αυτό δεν σημαίνει πως ο δίσκος δεν είχε τις στιγμές του.

Λίγα χρόνια μετά, εν έτει 2000, ο Robert Smith παρέδωσε στο απαιτητικό κοινό το νεότερό του πόνημα, επονομαζόμενο “Bloodflowers” – και το κοινό έμεινε άκρως ικανοποιημένο, αναγνωρίζοντας στον δίσκο τους Cure που είχε αγαπήσει. 




Bloodflowers by The Cure




Για τον Σμιθ, με τη σειρά του, το “Bloodflowers” συνιστούσε το ιδανικό κλείσιμο μιας «τριλογίας», απαρτιζόμενη από το “Pornography”, συνεχίζοντας στο “Disintegration” και καταλήγοντας στα αιματοβαμμένα, αυτά, λουλούδια. Τρεις διαφορετικές φάσεις της ζωής του, τρεις εναλλακτικοί τρόποι να αντικρίσει και να εκφράσει κάποιος ορισμένα από τα βαθύτερα και σκοτεινότερα του συναισθήματα. Από την καταστροφικότητα του “Pornography” (όμοια με τον μηδενισμό της νεαρής ηλικίας), στη μελαγχολία του “Disintegration” (αντίστοιχη με τη νοσταλγία ενός ανθρώπου που έχει πια περάσει την εποχή της πρώτης νιότης) και από κει στο ανανεωμένο αίσθημα που αναδεικνύει το “Bloodflowers” – τα βιώματα της ζωής μπολιασμένα με μια καινούργια φωτιά που αναδεικνύεται στο εσωτερικό τους, μια φωτιά που καίει τα παλιά και συνεχώς φουντώνει, κόντρα στον άνεμο που θέλει να τη σβήσει – το αίσθημα του μεσήλικα που βρίσκεται σ’ ένα σταυροδρόμι της ζωής του.

Αυτοί ήταν λοιπόν οι Cure της νέας εποχής και τραγούδια όπως το “39”, το “Maybe Someday” και το “Where The Birds Always Sing” ανήκουν στα πλέον εμπνευσμένα του συγκροτήματος. Και ο Robert Smith θα συνέχιζε τον δρόμο του, δημιουργικός και ανήσυχος όπως πάντα.



The Journey Never Ends




Μα το προσωπικό μας ρόλερ κόστερ, με την ταμπελίτσα «Ιστορία των Cure», κάπου εδώ φτάνει προς το τέλος του – η ιστορία ασφαλώς και δεν τελειώνει εδώ. Εκείνο που τελειώνει δεν είναι παρά μόνο η αφήγησή μας – το σημείο που, εντελώς συμβατικά, επέλεξα να κλείσω το μεγάλο αυτό αφιέρωμα.

Ξεκινώντας να γράφω αυτό το κείμενο επιθυμούσα να αποδώσω έναν φόρο τιμής σε ένα από τα συγκροτήματα με τα οποία έχω συνδέσει ένα μεγάλο μέρος των νεανικών μουσικών μου βιωμάτων. Όμορφα βιώματα ή δυσάρεστα βιώματα – μα οι Cure και η μουσική τους ήταν εκεί για μένα. Ήθελα να μοιραστώ με τον κόσμο του διαδικτύου ένα κείμενο που θα συνιστά αληθινό φόρο τιμής στο συγκρότημα, μα ταυτόχρονα θα λειτουργήσει ως όχημα για να το εξερευνήσει και η μερίδα εκείνη που τους γνωρίζει λιγότερο. Ελπίζω να τα κατάφερα και να απολαύσατε το ταξίδι και την παρέα μας… Εγώ πάντως, να είστε βέβαιοι, πως απόλαυσα το ταξίδι και με το παραπάνω.

Cure είναι αυτοί. Πως θα μπορούσε να μην είναι απολαυστικό. Σα να απολαμβάνεις ένα γευστικότατο κοκτέιλ καταμεσής του καταχείμωνου. Ή μια υπέροχη ζεστή σοκολάτα στην καρδιά του πιο θερμού καλοκαιριού. Οι Cure είναι πάντα εκεί, όλες τις εποχές και όλους τους χρόνους, όσος καιρός και αν περάσει.


Για όσους το έχασαν, ιδού το πρώτο μέρος του αφιερώματος:

Η Ιστορία των Cure, κεφάλαιο 1: Τα σκοτεινά χρόνια


Ιδού και ένα προσωπικό top-20 αγαπημένων τραγουδιών των Cure - πάρα πολύ δύσκολο στη δημιουργία του ομολογώ:


A Night Like This

Lullaby

Lovecats

The Figurehead

A Forest

Fascination Street

Lovesong

From The Edge Of The Deep Green Sea

Play For Today

M

How Beautiful You Are

Why Can't I Be You

Boys Don't Cry

Charlotte Sometimes

The Blood

This Twilight Garden

100 Years

All I Want

Burn

Killing An Arab



© Ήταν ένα αφιέρωμα στους Cure γραμμένο από το φονικό κουνέλι, 2014-2019. Παρακαλώ να μην αντιγραφεί / αναδημοσιευτεί το κείμενο σε άλλες ιστοσελίδες.




The Cure
Ένα αφιέρωμα στην ιστορία των Cure από το φονικό κουνέλι

8 Ιουλίου 2019

Το τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια (έχει ένα κεφάλι λιγότερο)


Σκισμένο φέιγ βολάν της ναζιστικής Χρυσής Αυγής




Κάθε φασισμός γεννιέται μέσα από την κρίση, τη φτώχεια, την ανεργία και το άγχος. Η κομματική του συνιστώσα δεν αποτελεί παρά το επίσημό του προσωπείο – μα πίσω από το προσωπείο ενεδρεύει πάντα το ίδιο τέρας με τα πολλαπλά κεφάλια. Και αν έχει ένα κεφάλι λιγότερο... το τέρας παραμένει. Ένα τέρας που αντλεί δύναμη από την αδυναμία του κόσμου. Από την επιθυμία κάθε ανασφαλούς ανθρώπου να αισθάνεται πως είναι μέρος κάποιας ισχυρής εθνικής οντότητας – και έτσι να αναπληρώνει το εσωτερικό του κενό. Από τις μαζικές ψευδαισθήσεις συλλογικού μεγαλείου. Από την αναζήτηση εύκολων αποδιοπομπαίων τράγων για τα προβλήματα που μας ταλαιπωρούν. Από τη φαινομενική αντίφαση μεταξύ της επιθυμίας εξέγερσης και τις ασυνείδητες ροπές υποταγής σε κάποιον ισχυρό «ηγέτη».

Από την ημιμάθεια. Και αυτή η τελευταία ανήκει στους πιο επικίνδυνους συμμάχους κάθε φασισμού. Είναι εκείνη που κάνει να καρποφορούν οι ιδέες της προγονολατρείας και της δίχως κριτική εξιδανίκευσης του εθνικού μας παρελθόντος. Εκείνη που διαστρεβλώνει την αναζήτηση της γνώσης και τη μετατρέπει σε μύθευμα, σλόγκαν και κλισέ.

Από την αδυναμία διαλόγου και κριτικής σκέψης – και την αντικατάστασή τους με προκατασκευασμένες ατάκες και άφθονο τσαμπουκά.

Από τη βαθιά αλαζονεία πως, τάχα, «εμείς» είμαστε «ανώτεροι» από τους άλλους. Από τον διαρκή φόβο απέναντι στον «άλλο», τον «διαφορετικό».

Ο φασίστας είναι ένας βαθιά φοβισμένος άνθρωπος. Βλέπει παντού γύρω του απειλές. Και ο κόσμος που έχει σχηματίσει μέσα στο κεφάλι του, ο κόσμος που προβάλλει έξω από αυτόν… είναι μια διαστρεβλωμένη αντανάκλαση αυτού του φόβου του. Και σε αυτόν τον κόσμο ο φόβος κυριαρχεί. Ο φόβος και το μίσος.

Χρειάζεται κάποτε να καταλάβει αυτός ο ανασφαλής άνθρωπος πως ο κόσμος δεν είναι χρωματισμένος με τόνους άσπρου-μαύρου. Και πως η αλήθεια που έχει σφηνωθεί μες στο κεφάλι του δεν είναι η πραγματικότητα – παρά μια φοβισμένη, διαστρεβλωμένη οπτική της.

Και χρειάζεται – επιτέλους – μια φορά ο φοβισμένος αυτός άνθρωπος να μάθει να στέκεται στα δυο του πόδια. Μονάχος του. Δίχως κόμματα, δίχως ομάδες, δίχως ετοιμοπαράδοτα ιδανικά, δίχως βολικές ιδεολογίες που τον κάνουν να αισθάνεται δυνατός. Όχι – να κάτσει μόνος του, κατάμονος. Αν αντέχει.

Και να σκεφτεί. Μια φορά ας κάτσει να σκεφτεί.

Και να κάνει και μερικά ταξιδάκια. Να γνωρίσει άλλους λαούς του κόσμου. Να διαβάσει λογοτεχνία, ποίηση, να ακούσει μουσικές, να μάθει τέχνη.

Και τότε ίσως καταλάβει. Ίσως καταλάβει τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «ελευθερία».

«Γλίτωσα από την πατρίδα, γλίτωσα από τους παπάδες, γλίτωσα από τα λεφτά, ξεκοσκινίζω. Όσο πάει και ξεκοσκινίζω· αλαφρώνω. Πώς να σου το πω; Λευτερώνουμαι, γίνουμαι άνθρωπος.» - Νίκος Καζαντζάκης, «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
».




7 Ιουλίου 2019

Έρμαν Έσσε: Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο


Χέρμαν Έσσε - Ενάντια στον εθνικισμό και τον πόλεμο. Αποσπάσματα από βιβλία του. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι




Ημέρα εκλογών σήμερα, μα επιθυμώ να αποφύγω κάθε σχόλιο για τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις, τόσο πριν, όσο και μετά. Αντί αυτών θα μοιραστώ μαζί σας κάποια πολύ σημαντικά αποσπάσματα από κείμενα του Έρμαν Έσσε [Hermann Hesse], με θέμα τους την εναντίωσή του στον μιλιταρισμό και τον εθνικισμό των συμπατριωτών του, τότε, στα χρόνια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου – και στα ξεσπάσματα οργής που πυροδότησε η συγκεκριμένη στάση του.

Ο Έσσε ανήκε στους λίγους που, με το ξέσπασμα του πολέμου το 1914, τάχθηκε με σαφήνεια εναντίον του, παίρνοντας θέση υπέρ της ειρήνης και του διεθνισμού. Καταμεσής της γενικευμένης πατριωτικής έξαρσης βέβαια, ο Έσσε αυτόματα στοχοποιήθηκε ως «προδότης» από πλήθος Γερμανών. Ο Τύπος τον χαρακτήρισε «διεφθαρμένο» και τα γράμματα μίσους των γερμανών φοιτητών κατέκλυζαν το γραφείο του. Οι συμπατριώτες του πλέον τον κοιτούσαν με μισό μάτι.

Μα ο ίδιος ουδέποτε μετάνιωσε για τη συγκεκριμένη επιλογή του. Όπως γράφει, εξάλλου, μέσω του κεντρικού χαρακτήρα του στον «Λύκο της Στέπας»: «Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.»




Στρατιώτης στα ερείπια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου - No Man's Land... a lone soldier during World War 1



Απόσπασμα από τη «Σύντομη Βιογραφία» του Έσσε [1924]



«Δεν έχω ξεχάσει ποτέ ένα μικρό βίωμα της πρώτης χρονιάς του πολέμου. Είχα επισκεφτεί ένα μεγάλο στρατιωτικό νοσοκομείο ψάχνοντας να βρω μια δυνατότητα να προσαρμοστώ σαν εθελοντής μ’ ένα σημαντικό τρόπο στον αλλαγμένο κόσμο, πράγμα που τότε ακόμα μου φαινόταν δυνατό. Σ’ εκείνο το νοσοκομείο για τραυματίες γνώρισα μια γηραιά δεσποινίδα που άλλοτε ιδιώτευε κάτω από καλές συνθήκες και που τώρα πρόσφερε τις υπηρεσίες της σαν νοσοκόμα σ’ αυτό το νοσοκομείο. Μου διηγήθηκε με συγκινητικό ενθουσιασμό πόσο χαρούμενη και περήφανη ήταν για το ότι της δόθηκε η ευκαιρία να ζήσει αυτήν τη μεγαλειώδη εποχή. Το βρήκα κατανοητό, γιατί γι’ αυτήν την κυρία χρειάστηκε ο πόλεμος για να βγει από την άεργη και καθαρά εγωιστική γεροντοκορίστικη ζωή της και να ζήσει μια ενεργητική και με κάποια αξία ζωή. Ωστόσο, καθώς μου διηγιόταν την ευτυχία της σ’ ένα διάδρομο γεμάτο τυλιγμένους σε επιδέσμους και τσακισμένους στρατιώτες, ανάμεσα σε αίθουσες κατάμεστες από ακρωτηριασμένους και ετοιμοθάνατους, γύρισε η καρδιά μου ανάποδα. Όσο κι αν κατανοούσα τον ενθουσιασμό αυτής της θείτσας, δεν μπορούσα να τον συμμεριστώ, δεν μπορούσα να τον επιδοκιμάσω. Αν έπεφταν δέκα πληγωμένοι στο μερτικό κάθε τέτοιας ενθουσιασμένης νοσηλεύτριας, τότε η ευτυχία αυτών των κυριών ήταν κάπως ακριβοπληρωμένη.

Όχι, δεν μπορούσα να συμμεριστώ τη χαρά για τη μεγαλειώδη εποχή, υπέφερα αξιολύπητα από τον πόλεμο, από την αρχή του κιόλας, και αμυνόμουνα απελπισμένα επί χρόνια ενάντια σε μια δυστυχία που φαινόταν να είχε ξεσπάσει από έναν ανέφελο ουρανό, ενώ όλος ο κόσμος γύρω μου έκανε σαν να ήταν γεμάτος ενθουσιασμό ακριβώς γι’ αυτήν τη δυστυχία. Και όταν διάβαζα στις εφημερίδες τα άρθρα των ποιητών που ανακάλυπταν την ευλογία του πολέμου και τις εκκλήσεις των καθηγητών και όλα τα πολεμικά ποιήματα που έβγαιναν από τα σπουδαστήρια των διάσημων ποιητών, τότε ένιωθα ακόμα πιο άθλια.

Στα 1915, κάποια μέρα, μου ξέφυγε δημόσια η ομολογία αυτής της αθλιότητας και λόγια θλίψης για το ότι και οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι δεν ήξεραν να κάνουν τίποτ’ άλλο απ’ το να κηρύσσουν το μίσος, να διαδίδουν ψέματα και να εγκωμιάζουν τη μεγάλη δυστυχία. Η συνέπεια αυτής της μάλλον δειλά εκφρασμένης από μέρους μου κατηγορίας ήταν το να χαρακτηριστώ από τον Τύπο της πατρίδας μου προδότης —για μένα ένα καινούριο βίωμα, γιατί παρά τις πολλές και διάφορες επαφές μου με τον Τύπο, δεν είχα γνωρίσει ακόμα ποτέ μέχρι τότε την κατάσταση του αποδοκιμασμένου από την πλειοψηφία. Το άρθρο μ’ εκείνη την κατηγορία εναντίον μου ανατυπώθηκε από είκοσι εφημερίδες της πατρίδας μου, και απ’ όλους τους φίλους μου —που πίστευα ότι είχα πολλούς στον Τύπο— μόνο δύο τόλμησαν να πάρουν το μέρος μου. Παλιοί φίλοι μού έκαναν γνωστό ότι είχαν θρέψει ένα φίδι στον κόρφο τους και ότι η καρδιά τους δε χτυπάει πια παρά για τον Κάιζερ και την αυτοκρατορία και όχι για ένα διεφθαρμένο σαν εμένα.

Υβριστικά γράμματα από αγνώστους έφταναν με το τσουβάλι και βιβλιοπώλες μου ανακοίνωναν ότι ένας συγγραφέας με τόσο εκφυλισμένες απόψεις όπως εγώ δεν υπήρχε πια γι’ αυτούς. Σε κάμποσα απ’ αυτά τα γράμματα έκανα τη γνωριμία μου μ’ ένα διακοσμητικό που τότε το έβλεπα για πρώτη φορά: μια τυπωμένη στρογγυλή σφραγίδα με τη φράση «Ο Θεός ας τιμωρήσει την Αγγλία». Θα νόμιζε κανείς ότι θα είχα γελάσει με την καρδιά μου γι’ αυτή την παρεξήγηση. Όμως δεν τα κατάφερα να κάνω κάτι τέτοιο.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ο γερμανικός επεκτατικός μιλιταρισμός, καρικατούρα του Κάιζερ, από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German nationalism during World War 1, a caricature



«Γράμματα Μίσους» [1921]



«Οι Γερμανοί φοιτητές είχαν ανέκαθεν συχνά πρωτότυπους και φαιδρούς τρόπους τους για να εκφράσουν όχι μόνο σεβασμό και θαυμασμό, αλλά και την περιφρόνηση τους και το μίσος τους. Αυτή η μερίδα του γερμανικού φοιτητόκοσμου που προσπαθεί με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον να διασώσει τις παλιές παραδόσεις και είναι πολιτικά αντιδραστική και στο έπακρο εθνικιστική, μου στέλνει από διάφορα πανεπιστήμια, ιδιαίτερα από τη Χάλε, κάθε λίγο και λιγάκι ένα γράμμα μίσους. Δεν μπορώ ν’ απαντήσω σ’ αυτά τα γράμματα, όσο κι αν συχνά είναι τόσο ενδιαφέροντα. Αλλά επειδή επαναλαμβάνονται από καιρό σε καιρό, σχεδόν στο ίδιο ύφος, και δείχνουν μια έντιμη και καλοπροαίρετη, θα έλεγα ενθουσιώδη μάλιστα, νοοτροπία, που ωστόσο στην κατεύθυνσή της είναι πέρα για πέρα επικίνδυνη και που κάνει να φοβάται κανείς άσχημες εξελίξεις για το μέλλον μας, πρέπει κάποτε να μιλήσω γι’ αυτά τα γράμματα.

Παίρνω για βάση το γράμμα ενός φοιτητή του πανεπιστημίου της Χάλε που δεν ξέρω τ’ όνομά του. Ο συντάκτης του αισθάνεται την επιτακτική ανάγκη να μου γνωστοποιήσει ότι αυτός (και πολυάριθμοι ομοϊδεάτες του) δεν είναι ευχαριστημένος από εμένα, ότι πρέπει να μου επιρρίψει μομφή για την τρομερή παραγνώριση των καθηκόντων μου, ότι κι αυτός και οι φίλοι του με περιφρονούν βαθύτατα, ότι για εκείνον και τους συντρόφους του είμαι πεθαμένος και ενταφιασμένος, ότι το πολύ– πολύ είμαι γι’ αυτούς αντικείμενο χλεύης κλπ.

Θα αναφέρω εδώ μερικές φράσεις ιδιαίτερα χαρακτηριστικές:

«Η Τέχνη σας είναι ένα νευρασθενικό–ασελγές ανασκάλευμα με ωραία λόγια, είναι μια ξελογιάστρα Σειρήνα επάνω από νωπούς γερμανικούς τάφους που δεν έχουν ακόμα κλείσει. Μισούμε αυτούς τους ποιητές —κι ας προσφέρουν εκατό φορές ώριμη τέχνη— που θέλουν τους άντρες να τους κάνουν γυναίκες, που θέλουν να μας ισοπεδώσουν και να μας διεθνοποιήσουν και να μας κάνουν ειρηνιστές. Είμαστε Γερμανοί και θέλουμε να μείνουμε αιώνια Γερμανοί. Είμαστε μαθητές ενός Σίλερ και ενός Φίχτε και ενός Καντ κι ενός Μπετόβεν κι ενός Βάγκνερ —μάλιστα δέκα φορές μαθητές ενός Ρίχαρντ Βάγκνερ που το βροντόηχο πάθος του θα το αγαπάμε στους αιώνες των αιώνων. Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε οι Γερμανοί ποιητές μας (αν έχετε γίνει ξένος, να μας αδειάσετε η γωνιά!), θέλουμε οι Γερμανοί ποιητές να βγάλουν από το λήθαργο το λαό μας και να τον οδηγήσουν πάλι στους ιερούς κήπους του γερμανικού ιδεαλισμού, της γερμανικής θρησκείας και της γερμανικής πίστης!»

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι αυτά δεν είναι παρά ασκήσεις γραφής σαν αυτές που άλλοτε αισθηματικοί νεανίες έγραφαν στο γενεαλογικό τους βιβλίο, απλοϊκές εκφράσεις μιας νεανικής μέθης από ηχηρά λόγια. Όμως αυτό θα ήταν μια υπερβολικά αισιόδοξη αντίληψη. Πίσω από τέτοιες φράσεις κρύβεται κάτι περισσότερο —όχι απόψεις και γνώμες παρά ένα δυνατό, αρρωστημένο και μάλιστα με το παραπάνω νευρασθενικό πείσμα, μια ομολογία για τάσεις που στην περαιτέρω επενέργειά τους είναι εχθρικές για το πνεύμα και για τη ζωή.

Ήδη το ότι ένας φοιτητής αισθάνεται την ανάγκη ν’ ανακοινώσει σε έναν ποιητή: «Είστε νεκρός για μας, σας περιγελάμε!» αποτελεί μιαν αλλόκοτη ανάγκη. Αυτός ο φοιτητής διάβασε κάτι δικό μου που του φαίνεται νευρασθενικό και νοσηρό ή «αντιγερμανικό» ή «ξενικό», αλλά δεν αρκείται στο να βάλει στην άκρη αυτό το βιβλίο και ν’ αποστραφεί αυτόν το συγγραφέα. Όχι. Σ’ αυτόν το συγγραφέα διαισθάνθηκε κάτι, ένα δηλητήριο, ένα ξελόγιασμα, κάτι ανθρώπινο, κάτι διεθνές, κάτι ξενικό, κάτι υπερεθνικό, κάτι το οποίο ξεκινάει το ξελόγιασμα, επομένως κάτι που όσο πιο ξελογιαστικό είναι τόσο πιο έντονα πρέπει να καταπολεμηθεί και ν’ αφανιστεί! Το ότι ο «ξενοποιημένος», ειρηνιστής, αντιγερμανικός ποιητής είναι γι’ αυτόν —το φοιτητή— νεκρός, το ότι κανένας αξιοπρεπής νέος με πατριωτικό και σιλερικό φρόνημα δεν ακούει τέτοιους ποιητές, αυτό πρέπει να του το βροντοφωνάξει (και στον εαυτό του επίσης) και να του το διαλαλήσει με μια ύποπτη σπατάλη πάθους.



Ο Χέρναν Έσσε στο γραφείο με τα βιβλία του / Hermann Hesse and his books




Φυσικά, δεν έχω σκοπό να απαντήσω εδώ σ’ ένα γράμμα σαν αυτό και σε κάμποσα άλλα παρόμοια που έλαβα. Δε μ’ ενδιαφέρει το αν μερικές εκατοντάδες ή χιλιάδες φοιτητές με διαβάζουν ή όχι, με εγκρίνουν ή όχι. Υπάρχουν σοβαρότερα πράγματα για μένα. Αλλά με ενδιαφέρει, σαν σύμπτωμα των καιρών, η αντίδραση Γερμανών φοιτητών απέναντι στα κείμενα ειρηνιστών συγγραφέων, η αντίδρασή τους απέναντι στις προσπάθειες αυτών των συγγραφέων για αποβαρβαροποίηση και ανθρωπιά. Ενδιαφέρουσα είναι προπαντός η φράση: «Έχουμε το δικαίωμα να απαιτούμε». Δηλαδή, κατά τη γνώμη αυτών των φοιτητών ένας συγγραφέας δεν είναι ένα πλάσμα που εκφράζει ό,τι νιώθει μέσα του σαν ανάγκη —κι αυτό το κάνει τόσο πιο τέλεια και τόσο πιο επάξια όσο πιο σίγουρα και πιο αλάθευτα βιώνει και απεικονίζει την ύπαρξή του, τα πιστεύω του, την αλήθεια του. Γι’ αυτούς ο συγγραφέας είναι ένας δημόσιος υπηρέτης που πρέπει να παίρνει διαταγές από φοιτητές για το τι πρέπει να λέει και να κάνει. Ο συγγραφέας πρέπει να κάνει πίσω όταν το παλικαράκι προχωρεί εναντίον του με το ξίφος βγαλμένο απ’ τη θήκη. Αγόρι μου, πόσο προδόθηκες!

Όμως ακόμα πιο αποκαλυπτική για τη σπασμωδικότητα και την επικίνδυνη στενοκεφαλιά του συντάκτη του γράμματος είναι το ποιους αναγνωρίζει ως μεγάλες και ηγετικές μορφές. Ο επιστολογράφος μου είναι φοιτητής της Ιατρικής και κατά πάσα πιθανότητα έκανε μερικά χρόνια στον πόλεμο και καθώς —όπως προς τιμήν του, υποθέτω— ασφαλώς και αφιερώνει πολλή επιμέλεια στις σπουδές του, δεν μπορεί να μας πείσει ότι σαν φοιτητής έχει ήδη μελετήσει εμπεριστατωμένα τους λόγιους που αναφέρει. Αντίθετα, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι τις γνώσεις του για τη γερμανική ιστορία και τις γερμανικές μεγαλοφυΐες τις χρωστάει σε μερικές διαλέξεις περί πανγερμανισμού ή στο διάβασμα κάποιου με σχετικό πνεύμα κειμένου του Τσάμπερλεν, του Ρόρμπαχ ή, στην καλύτερη περίπτωση, του Νάουμαν. Μερικά ονόματα που ανήκουν κι αυτά στο πρόγραμμα τα έχει ξεχάσει, όπως τα ονόματα Λούθηρος και Χέγκελ. Όμως και χωρίς αυτά τα ονόματα το πρόγραμμα είναι κατανοητό.

Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι το όνομα Μπετόβεν. Γιατί στην απαρίθμηση των Γερμανών μουσουργών δε θα τον έβαζα στην πρώτη–πρώτη θέση, ωστόσο είναι για μένα πάρα πολύ ιερός για να βλέπω τ’ όνομά του ν’ αναφέρεται σ’ αυτή την ευτελή υπόθεση. Ας τον αφήσουμε στην άκρη ή μάλλον ας πούμε σ’ αυτόν το φοιτητή ότι ανάμεσα σε όλα τα ιερά ονόματα που ανέφερε υπάρχει ένα και μόνο που είναι αξιοσέβαστο και σε μένα και στους ομοϊδεάτες μου: Μπετόβεν. Ασφαλώς είναι άσχημο το ότι δε βρίσκονται δίπλα στο δικό του όνομα ούτε ο Μότσαρτ, ούτε ο Μπαχ, ούτε ο Γκλουκ παρά αποκλειστικά και μόνο ο Βάγκνερ. Όμως στο κάτω–κάτω της γραφής η μουσική είναι υπόθεση του καθενός και γιατί να μη βρίσκει χαρά ο νεαρός επιστολογράφος μόνο στο «Λόεγκριν» ή στην ουβερτούρα του «Ριέντσι»;




Εθνικισμός και μιλιταρισμός - ένα καρτούν / Nationalism and militarism... a cartoon
Ο γερμανικός επεκτατισμός, σκίτσο από τα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου / German imperialism during WWI
Γερμανοί στρατιώτες με σημαίες, στη διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / German soldiers marching with flags during World War I



Αλλά το ότι από τους μεγάλους Γερμανούς ποιητές δε γνωρίζει και δεν αναφέρει ούτε έναν, το ότι κανένας απ’ όλους τους βαθυστόχαστους, συνεπείς με τον εαυτό τους, δυσκολοπροσάρμοστους —και γι’ αυτό μοναχικούς— Γερμανούς δεν του ήρθε στο νου τη στιγμή που ήθελε να ονοματίσει τα άγια των αγίων του, αυτό είναι κακό. Δηλαδή, για αυτού του είδους τους Γερμανούς φοιτητές υπάρχει ένα γερμανικό πνεύμα που εκπροσωπείται αποκλειστικά και αστραποβόλα μόνο από τον Σίλερ, τον Καντ και τον Φίχτε! Κανένας Γκαίτε, κανένας Χέλντερλιν, κανένας Ζαν Πολ, κανένας Νίτσε! Φοβάμαι ότι ο επιστολογράφος δεν υπήρξε απόλυτα ειλικρινής. Έχω το αίσθημα ότι κατά βάθος είναι πιο κοντινά στην καρδιά του ονόματα όπως του Σάρνχορστ, του Ρόον, του Μπλίχερ κλπ. Φοβάμαι ότι σχετικά με τον Σίλερ εννοεί λιγότερο την επαναστατική πλευρά του απ’ όσο τη διακοσμητική και ότι από τον Καντ διάβασε την «Κριτική του καθαρού λόγου» λιγότερο προσεχτικά απ’ όσο μελέτησε την πρακτική του. Ίσως όμως τον Καντ να τον γνωρίζει μόνο από εκείνη τη γνωστή περικοπή του Στερνχίμελ.

Όλα τα από τον επιστολογράφο τιμώμενα γερμανικά ονόματα ανήκουν —για να μιλήσω ανοιχτά— για μένα στους διακοσμητικούς Μεγάλους. Για δυο ποιήματα του Χέλντερλιν θα έδινα ολόκληρο τον Σίλερ και τον Φίχτε μαζί. Κι όσο για τον Καντ, παρά το γιγάντιο έργο του, δεν είχε στο γερμανικό πνεύμα καμιά καθαρή και ευεργετική επίδραση. Τουλάχιστον η ανελέητα κριτική σκέψη του και η καθαρότητα της μεθόδου του δεν έγιναν γενικά ισχύον πρότυπο για τους κατοπινούς απ’ αυτόν φιλοσόφους και καθηγητές της Γερμανίας. Πρότυπο έγινε μοναχά η μεταγενέστερη κλίση του προς την ηθική της αυθαιρεσίας και του Κράτους και η δουλικότητά του απέναντι στους ηγεμόνες της χώρας.

Κοντολογίς, η με τόση ορμητικότητα εκθειαζόμενη από τον επιστολογράφο μας γνωστή γερμανική Πίστη δε μου παρουσιάζεται σε τίποτα διαφορετική από εκείνη την πίστη του κατά μέσον όρο μορφωμένου Γερμανού περασμένης εποχής, αυτήν τη βολική, εξαρτημένη πίστη του αστού σε κάθε ομαδικό ιδανικό, αυτή την πίστη που ενάντιά της πολέμησε και διαμαρτυρήθηκε ο Γκαίτε τόσο συχνά, αυτή την πίστη που επάνω της συντρίφτηκε ο Χέλντερλιν, που ο Ζαν Πολ την ειρωνεύτηκε και που ο Νίτσε την κατήγγειλε τόσο μανιασμένα και τη στηλίτευσε. Αυτό το πνεύμα είναι εκείνο που επικρατεί όταν πρόκειται να εγκαινιαστεί μια «μεγάλη εποχή» με λάβαρα που κυματίζουν και με κλαγγές όπλων ή με πράξεις που προκαλούν παγκόσμια κατακραυγή του είδους εκείνης των 93.

[* Οι 93: διαμαρτυρία επιφανών Γερμανών λογίων το φθινόπωρο του 1914 για τη γερμανική εισβολή στο Βέλγιο]

Είναι το πνεύμα που φοβάται τον ίδιο τον εαυτό του και που κάθε προσπάθεια για απομάκρυνση από τη συνηθισμένη σημαία τη θεωρεί ευθύς αμέσως σατανική, όμως κρύβει αυτή την εσώψυχη δειλία του πίσω απ’ το θόρυβο σπαθιών. Το ότι αυτό το πνεύμα μπορεί να θεωρηθεί γερμανικό πνεύμα, το ότι αυτό το πνεύμα υποστηρίχτηκε από το καθεστώς από τα 1870 και ύστερα και διασαλπίστηκε σ’ όλον τον κόσμο, αυτό το πνεύμα που εμείς οι άλλοι δεν το αγαπάμε και το θεωρούμε φόβητρο, σκιάχτρο, μας έκανε να γίνουμε διεθνιστές και ειρηνιστές. Γιατί εκείνο το γερμανικό ψευδεπίγραφο πνεύμα —για να το πω καθαρά όπως είναι— είναι εκείνο στο οποίο ο κόσμος επιρρίπτει, δίκαια, τη μομφή για τον πόλεμο. Όποιος παραδέχεται αυτό το πνεύμα έχει μεγάλο μερίδιο στην ενοχή.



Ο ευρωπαϊκός εθνικισμός και ανταγωνισμός στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, χάρτης εποχής / Map illustrating the era of World War I and the tensions between the nations



Για να βρει κανείς το δρόμο της εξόδου από την ύπνωση που του δημιούργησε η εξουσία και από εκείνο τον ιδεαλισμό της διπλής αλήθειας δε χρειάζεται, όπως νομίζει εκείνος ο επιστολογράφος, να αρνηθεί τη γερμανική υπόστασή του. Δε χρειάζεται παρά να διεθνικοποιηθεί κανείς όσο είναι αναγκαίο για να διδαχτεί από αλλοδαπούς όπως ο Ιησούς, ο Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης, ο Δάντης, ο Σαίξπηρ.

Κατά τ’ άλλα, την αντίληψη που προπαγανδίζω εγώ και που ο επιστολογράφος τη θεωρεί αντιγερμανική και αντιανδρική μπορεί κανείς να τη βρει επιβεβαιωμένη και από πολυάριθμους Γερμανούς άντρες που υπήρξαν οι κήρυκές της και οι μάρτυρές της. Μόνο που πρέπει να κάνει κανείς μερικά βήματα που οι άλλες μελέτες του δεν άφησαν ακόμα χρόνο στον επιστολογράφο να κάνει: πρέπει να γυρίσει κανείς κάπως πίσω στο γερμανικό παρελθόν και όχι να μείνει μόνο μέχρι την κλασική–ιδεαλιστική εποχή κατά την οποία αξιοσέβαστοι και εν μέρει ιδιοφυείς άντρες έβαλαν το θεμέλιο που πάνω του χτίστηκε αυτό που σήμερα έχει εκφυλιστεί κι έχει παλιώσει σαν επίσημη–γερμανική κρατική νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου. Πρέπει να αναζητήσει κανείς στο παρελθόν μια παλιότερη, αλλοτινή Γερμανία των μεσαιωνικών καθεδρικών ναών και της ποίησης. Και στην πιο όψιμη Γερμανία πρέπει κανείς να γνωρίσει και να αναγνωρίσει δίπλα στον Βάγκνερ και τον Μπαχ και οπωσδήποτε τον Μότσαρτ, δίπλα στον Καντ και τον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, δίπλα στον Σίλερ και τον Γκαίτε, τον Χέντερλιν και τον Ζαν Πολ. Τότε μπορεί κανείς να μείνει άντρας και Γερμανός και ταυτόχρονα να διαπνέεται από τις σκέψεις της ανθρώπινης αγάπης και της ανθρώπινης λογικής και να βοηθήσει στην πραγμάτωση αυτών των σκέψεων.

Φυσικά, αυτό δεν είναι δυνατό με τη νοοτροπία εκείνου του επιστολογράφου μου, με το μονόπλευρο, ιδεαλιστικό–ιδεολογικό Γερμανισμό που δε γνωρίζει παρά μόνο τον Καντ, τον Σίλερ, τον Φίχτε, τον Βάγκνερ. Αυτός ο μονόπλευρος πεισματικός Γερμανισμός, που διδάχτηκε από πολλούς άμβωνες και καθέδρες και που δε φαίνεται να κατέρρευσε μαζί με την κατάρρευση που επέφερε ο πόλεμος, πρέπει να δώσει τη θέση του σ’ έναν απεριόριστα πλατύτερο και ελαστικότερο Γερμανισμό, αν δε θέλουμε να μείνει η Γερμανία αιώνια ανάμεσα στους λαούς του κόσμου μοναχική, οργισμένη και γκρινιάρα.»


Από το Hermann Hesse, “Lesebuch: Erzählungen, Betrachtungen und Gedichte”. Περιλαμβάνεται στη συλλογή «Αναγνωστικό», εκδ. Ζαχαρόπουλου. Μετάφραση: Μετ: Μαρία Χατζηγιάννη.



Ένα απόσπασμα από τον «Λύκο της Στέπας» [1927]



«Συναντηθήκαμε το επόμενο απόγευμα σ’ ένα καφέ. Η Ερμίν είχε φτάσει πριν από μένα, έπινε τσάι και, καθώς πλησίαζα, μου έδειξε χαμογελώντας τ’ όνομά μου που το ‘χε βρει σε μια εφημερίδα. Ήταν μια από τις αντιδραστικές σοβινιστικές φυλλάδες της περιοχής μου όπου, από καιρό σε καιρό, δημοσιεύονταν υβριστικά και βίαια σχόλια εναντίον μου. Στο διάστημα του πολέμου είχα εκφράσει την αντίθεσή μου γι’ αυτόν και μετά, από καιρό σε καιρό, είχα συστήσει ηρεμία, υπομονή, ανθρωπισμό και αυτοκριτική· είχα ακόμα εναντιωθεί στον εθνικιστικό σωβινισμό που από μέρα σε μέρα γινόταν ολοένα και πιο φανερός, πιο παράλογος και πιο ασυγκράτητος. Σ’ αυτή εδώ, λοιπόν, υπήρχε μια άλλη επίθεση αυτού του είδους, κακογραμμένη – ολοφάνερο πως η μισή δουλειά είχε γίνει από τον ίδιο τον εκδότη κι η άλλη μισή ήταν κλεμμένη από φύλλα που είχαν παρόμοιες τάσεις με το δικό του. Είναι πασίγνωστο πως κανείς δε γράφει χειρότερα απ’ αυτούς τους υποστηρικτές των σαραβαλιασμένων ιδεολογιών, κανείς δεν ασκεί το επάγγελμά του με τόσο λίγη αξιοπρέπεια και ευσυνειδησία.

Η Ερμίν είχε διαβάσει το άρθρο που την πληροφορούσε ότι ο Χάρυ Χάλερ ήταν ένα βρωμερό σκουλήκι κι ένας άνθρωπος που είχε προδώσει την πατρίδα του και ήταν αυτονόητο πως κανένα καλό δεν μπορούσε να προκύψει για τη χώρα όσο θα ανέχεται τέτοια πρόσωπα και τέτοιες ιδεολογίες, που έκαναν τη νεολαία να στρέφεται σε συναισθηματικές αντιλήψεις περί ανθρωπισμού αντί για την ένοπλη εκδίκηση κατά του προαιώνιου εχθρού.

«Εσυ είσαι αυτός;» ρώτησε η Ερμίν δείχνοντας τ’ όνομά μου. «Λοιπόν, κατάφερες να κάνεις αρκετούς εχθρούς και κανένα λάθος. Σε ενοχλεί;»

Διάβασα μερικές γραμμές. Δεν υπήρχε ούτε μία αράδα δίχως εκείνες τις στερεότυπες βρισιές, που χρόνια τώρα τυμπάνιζαν στ’ αυτιά μου μέχρι που αηδίασα πέρα για πέρα μαζί τους.



Αμερικανοί στρατιώτες εν έτει 1919 / American soldiers in 1919




«Όχι», είπα, «δε μ’ ενοχλεί. Το ‘χω συνηθίσει πια. Είχα εκφράσει άπειρες φορές τη γνώμη πως κάθε έθνος, ακόμα και κάθε άτομο, αντί να αυτονανουρίζεται με πολιτικολογίες, καλά θα έκανε να αναρωτηθεί πόσο ένοχες είναι οι δικές του αμέλειες, τα λάθη και οι κακοβουλίες του για τον πόλεμο κι όλα τα δεινά του κόσμου και πως εκεί βρίσκεται ο μοναδικός πιθανός τρόπος για ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο. Αυτό δε μου το συγχώρησαν, φυσικά, επειδή όλοι τους είναι αθώοι – ο Κάιζερ, οι στρατηγοί, οι μεγιστάνες του εμπορίου, οι πολιτικοί, οι εφημερίδες. Κανένας τους δεν είχε το παραμικρό για να κατηγορήσει τον εαυτό του. Και κανένας τους δεν είχε ενοχές. Θα μπορούσαμε να πιστέψουμε πως όλα γίνονταν για το καλύτερο, παρόλο που μερικά εκατομμύρια άνθρωποι ήταν θαμμένοι κάτω από το χώμα.

Και για να ξέρεις, Ερμίν, μ’ όλο που παρόμοια άρθρα δε μ’ ενοχλούν πια, πολύ συχνά μου προκαλούν θλίψη. Δύο τρίτα από τους συμπατριώτες μου διαβάζουν αυτό το είδος των εφημερίδων. Διαβάζουν πράγματα γραμμένα σ’ αυτό τον τόνο κάθε πρωί και κάθε βράδυ. Και κάθε μέρα αυτά τα πράγματα τους ερεθίζουν, τους παρακινούν και τους χειραγωγούν, τους ληστεύουν τη ψυχική τους ηρεμία και τα καλύτερά τους αισθήματα και ο τελικός στόχος όλων αυτών είναι να ξαναγίνει πόλεμος, ο επόμενος πόλεμος που πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά και που θα είναι πολύ πιο φριχτός από τον προηγούμενο. Όλ’ αυτά είναι απλά και ξεκάθαρα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τα καταλάβει και να φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα μετά από ενός λεπτού σκέψη. Κανείς, όμως, δε θέλει να το κάνει. Κανείς δε θέλει ν’ αποφύγει τον επόμενο πόλεμο, κανείς δε θέλει ν’ απαλλάξει τον εαυτό του και τα παιδιά του από το επόμενο ολοκαύτωμα, αν αυτό είναι το τίμημα.

Βλέπεις, το να σκεφτεί ένα λεπτό, να εξετάσει τον εαυτό του για λίγο και να τον ρωτήσει ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης του για τη σύγχυση και για την κακοβουλία του κόσμου, κανείς δε θέλει να το κάνει. Κι έτσι, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον επόμενο πόλεμο, που χιλιάδες και χιλιάδες τον σπρώχνουν όλο και πιο μπροστά μέρα με τη μέρα. Από την ημέρα που το κατάλαβα αυτό, μ’ έχει παραλύσει και μ’ έχει φέρει σε απόγνωση. Δε μου ‘χει απομείνει πια ούτε πατρίδα ούτε ιδανικά. Αυτά δεν είναι παρά στολίδια για τους αξιότιμους κυρίους που θα εγκαινιάσουν την επόμενη ανθρωποσφαγή. Δεν έχει κανένα νόημα πια να σκέφτεσαι, να λες ή να γράφεις οτιδήποτε ανθρωπιστικό, να σκοτίζεις το μυαλό σου με σκέψεις καλής προαίρεσης, αφού για τους δυο τρεις ανθρώπους που το κάνουν υπάρχουν χιλιάδες εφημερίδες, περιοδικά, λόγοι, ομιλίες, δημόσιες και ιδιωτικές συγκεντρώσεις που έχουν για καθημερινή τους έγνοια να κάνουν το αντίθετο και το πετυχαίνουν.»


Hermann Hesse, “Der Steppenwolf”, Μετάφραση: Γ. Κωστόπουλου.


Για την επιλογή των κειμένων, την εισαγωγή και τον σχεδιασμό της κεντρικής εικόνας, το Φονικό Κουνέλι, Ιούλιος 2019.




Κατεστραμμένη γη, τα ερείπια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου / No Man's Land during WWI