李白… Λι Πο. Πίνοντας ολομόναχος στη φεγγαράδα

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

李白… Λι Πο. Πίνοντας ολομόναχος στη φεγγαράδα

Λι Πο... πίνοντας ολομόναχος στη φεγγαράδα. Ένα αφιέρωμα από το Φονικό Κουνέλι / Li Bo drinking alone with the moon

«Μια κούπα με κρασί ανάμεσα σε λούλουδα.
Πίνω μονάχος δίχως να ‘ναι αντίκρυ μου ένας φίλος.
Υψώνοντας την κούπα προσκαλώ τη φωτεινή σελήνη•
Μ’ αυτήν και τη σκιά μου — λέω— θα ‘μαστε τρεις.»

Σήμερα επιθυμώ να μιλήσω για σένα, φίλε απ’ τα παλιά. Και θέλω να πιω κρασί στους στίχους σου, τους λουσμένους στο φως του φεγγαριού και στην παντοτινή παραζάλη του κρασιού. Τ’ όνομά σου είναι Λι Πο [Li Bo / Li Bai / 李白] – και η κινεζική ποίηση δεν θα ήταν ίδια χωρίς εσένα.

Α, σχεδόν σε βλέπω μπροστά μου, ακόμα και αν μας χωρίζουν αιώνες και πολιτισμοί. Περιπλανήθηκες  χρόνια ολάκερα στα βουνά και στα δάση της μεσαιωνικής Κίνας, «μ’ ένα σακί στην πλάτη γεμάτο βιβλία, ένα επιχρυσωμένο σπαθί κάτω απ’ το μανίκι και στην τσέπη μια συλλογή από ποιήματα» – όπως σε περιέγραψε ένας φίλος. Γνώρισες στρατηγούς και αυτοκράτορες που ζήλεψαν τους στίχους σου, έζησες έρωτες που σε πίκραναν βαθιά, είδες το διπρόσωπο βλέμμα της ομορφότερης γυναίκας των καιρών σου, εξορίστηκες, κυνηγήθηκες, περιφρόνησες την εξουσία – εσύ, ένας ερημίτης, δίχως περιουσία, δίχως τίτλους, εσύ, που αποζητούσες καταφύγιο στην ζεστή αγκαλιά της φύσης και την – ακόμα πιο ζεστή – αγκαλιά του κρασιού! Εσύ, που χάραξες το όνομά σου στην ιστορία της κινεζικής ποίησης! Εσύ, που διαβάζοντάς σε νιώθεις πως μιλάς με έναν κολλητό φίλο – και όχι με κάποιον άγνωστο που έζησε σε μια απόμακρη εποχή και σε έναν σχεδόν άγνωστο για μας πολιτισμό.

Θέλω να πιω στ’ όνομά σου, μακρινέ μου φίλε. Γιατί θα μπορούσες να είχες κερδίσει τα ανώτερα αξιώματα των καιρών σου – μα δεν πρόδωσες ποτέ την αγάπη σου για το το φεγγάρι, που έβαζες ψηλότερα και απ’ τον υψηλότερο των θρόνων! Και γιατί οι στίχοι σου ρέουν δροσερές σταλαγματιές κρασιού.

Σε αγάπησαν οι θρύλοι – δες πόσες όμορφες ιστορίες έπλεξαν γύρω απ’ τ’ όνομά σου, υφαίνοντάς το με τις βαμβακερές τους περιπτύξεις. Λένε πως η μητέρα σου έμεινε έγκυος σε σένα μια νύχτα που ονειρεύτηκε το «μεγάλο άσπρο αστέρι» – την Αφροδίτη. Ένας αθάνατος, λένε, έπεσε σαν άστρο στη γη.

Li Bai illustration by Jin Guliang, Ming dynasty

Li Bai illustration by Jin Guliang, Ming dynasty

Ήδη από τα παιδικά σου χρόνια έμαθες ν’ αγαπάς τη ζωή στα βουνά. Δύο κυρίαρχες φιλοσοφίες αγωνίζονταν για να κερδίσουν μια θέση στην καρδιά σου: ο κομφουκιανισμός και ο ταοϊσμός. Δύο αντιθετικές στάσεις ζωής, η πρώτη εκ των οποίων δίδασκε τη συμμετοχή και τον σεβασμό στην ιεραρχία των κρατικών αξιωμάτων και η δεύτερη δίδασκε την απομάκρυνση από το κράτος και την καταφυγή στη φύση. Και αν φλέρταρες με τον κομφουκιανισμό, όπως κάθε μορφωμένος άντρας των καιρών σου, εν τέλει ήταν η ήρεμη δύναμη του ταοϊσμού εκείνη που σε κέρδισε: η δύναμη των δέντρων που λυγίζουν στον άνεμο και των ποταμιών που ρέουν μέσα στις πλαγιές.

Έζησες στο αποκορύφωμα της περίφημης Δυναστείας των Τανγκ – τον καιρό που οι τέχνες της Κίνας άγγιξαν το χρυσαφένιο στερέωμα του ουρανού. Τον καιρό εκείνον βασίλευε ο αυτοκράτορας Xuanzong και στο πλευρό του έστεκε η παλλακίδα και ερωμένη του Yang Guifei [杨贵妃] – γνωστή ως μία από τις «τέσσερις ομορφότερες γυναίκες της αρχαίας Κίνας». Και στο πλευρό τους για ένα διάστημα υπηρέτησες και έψαλες στίχους προς τιμήν τους – και ο αυτοκράτορας σου έδινε για ανταλλαγή εκείνο που επιθυμούσες περισσότερο απ’ όλα: κρασί, άφθονο, ατέλειωτο, ξέχειλο κρασί. Και συ έγραφες στίχους και τους απήγγειλες υπό την επήρεια της μέθης, γυρίζοντας στα επιχρυσωμένα παλάτια με μια κανάτα στο χέρι.

Emperor Minghuang observing Li Bai [Li Bo] / ο αυτοκράτορας Xuanzong και ο ποιητής Λι Πο στην αυτοκρατορική αυλή

Ο αυτοκράτορας Xuanzong και ο ποιητής Λι Πο στην αυτοκρατορική αυλή

Yang Guifei portrait - Γιανγκ Γκουιφέι. Μια από τις ομορφότερες γυναίκες της Κίνας

Yang Guifei portrait

Μα η περηφάνιά σου δέσποζε πάνω και απ’ τον ψηλότερο τρούλο του παλατιού. Ω, σε ζήλεψαν για την ανεξαρτησία και την ομορφιά της τέχνης σου! Κάποια μέρα, μεθυσμένος ως συνήθως, ζήτησες από τον ισχυρότερο ευνούχο του παλατιού να αφαιρέσει τις λασπωμένες μπότες σου – μπροστά στα μάτια του αυτοκράτορα! Και ο ευνούχος προσβλήθηκε βαθύτατα και αποφάσισε να σ’ εκδικηθεί – ποιος είσαι εσύ, μεθύστακα ποιητή, που τολμάς να διαβάλλεις τις παραδόσεις και τα αξιώματα αιώνων! Ο ευνούχος μίλησε αρνητικά για σένα στην όμορφη Yang Guifei – και εκείνη, επηρεασμένη από τη γνώμη του, ζήτησε την απομάκρυνσή σου από τα ανάκτορα. Ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί στην ακαταμάχητη ομορφιά της. Ήσουν πια εξόριστος.

Και έτσι άρχισες πάλι να γυρίζεις – στα βουνά, τις λόχμες, τα ποτάμια! Και έλεγες τα ακόλουθα εκείνον τον καιρό:

«Το γρήγορο ρυάκι χύνεται στη θάλασσα και δεν ξαναγυρίζει πια. Βλέπετε κει κάτω, πάνω στον άσπρο αυτό πύργο τον άνθρωπο αυτό με τα λευκά μαλλιά, που θλίβεται μπροστά στον καθρέφτη του; Το πρωί τα μαλλιά του ήταν από μαύρο μετάξι. Όταν ήρθε το βράδυ, έγιναν άσπρα σαν το χιόνι. Ας γλεντούμε όσο μπορούμε ακόμα, τις παλιές χαρές, και ας μην αφήσομε στο φως του φεγγαριού μόνο του να χρυσίζει το μπουκάλι με το κρασί…

Ανασαίνω τη μεγάλη έκσταση του κρασιού. Δε θέλω να ξυπνήσω… Ας αγοράσομε λοιπόν και σήμερα κρασί! Θαρρείτε πως δεν έχομε λεφτά; Αλλά το άλογο τ’ ανθοστεφανωμένο, τα γουρουνάκια μου, αξίζουν χίλια χρυσά νομίσματα. Θα τα ξεφορτωθώ. Θα πω στον υπηρέτη μου να τ’ ανταλλάξει με γλυκό κρασί. Έτσι κι οι δυο μας θα ξεχάσομε τη θλίψη για χίλια χρόνια!»

Τότε ήταν που γνώρισες τον έτερο μεγάλο ποιητή των καιρών σου: τον Του Φου [Du Fu / 杜甫], με τον οποίο δεθήκατε με βαθιά φιλία. Ανταλλάξατε ποιήματα, μοιραστήκατε την ίδια στέγη, αντλήσατε δύναμη και έμπνευση ο ένας απ’ τον άλλο – μα οι δρόμοι σας έμελλε να χωρίσουν.

Ο κινέζος ποιητής Λι Πο [Li Bo - Li Bai] ενώ πίνει στο φεγγάρι

Και τα σύννεφα της αναταραχής και του πολέμου σκίασαν τον κυανόχρωμο ουρανό της Κίνας – και τον έβαψαν στο κόκκινο του αίματος. Ήταν η εποχή της εξέγερσης του στρατηγού An Lushan, που εγκαινίασε μία από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της κινεζικής ιστορίας των καιρών. Και ο δρόμος σου σε βρήκε μπλεγμένο στις περικοκλάδες του πολέμου και των αμφίρροπων πολιτικών συμμαχιών. Συμμετείχες σε σχέδια ανατροπής του αυτοκράτορα, μα είναι αμφιλεγόμενος ο βαθμός της εθελοντικής ή μη συμμετοχής σου. Καταδικάστηκες σε θάνατο με την κατηγορία πως επιβουλεύεσαι την ασφάλεια του κράτους – μέχρι που κάποιος εξέχων στρατηγός (στον οποίο κάποτε είχες παρέχει σημαντική βοήθεια) ανταπέδωσε το χρέος του απέναντί σου και παραχώρησε όλα του τα αξιώματα με αντάλλαγμα να σου χαρίσουν τη ζωή. Α, ναι! Καταμεσής των αδίστακτων αγώνων για εξουσία επιζούσαν, τον καιρό εκείνο, αρχέγονοι κώδικες τιμής!

Σου δόθηκε, μάλιστα, γενική αμνηστία. Και έτσι σώθηκες. Μα τα μαλλιά σου είχαν πια ασπρίσει. Και είχες κουραστεί. Ω, πως πέρασαν τα χρόνια!

Κατέφυγες στην αγκαλιά της αγαπημένης συντροφιάς σου: της φύσης. Και η φαντασία σου αρμένιζε πέρα στις θάλασσες του ουρανού. Και έπινες  παρέα με τους καλύτερούς σου φίλους: το φεγγάρι – και τη σκιά σου.

Και συνέθεσες ποιήματα όπως το ακόλουθο:

«Μια κούπα με κρασί ανάμεσα σε λούλουδα.
Πίνω μονάχος δίχως να ‘ναι αντίκρυ μου ένας φίλος.
Υψώνοντας την κούπα προσκαλώ τη φωτεινή σελήνη•
Μ’ αυτήν και τη σκιά μου — λέω— θα ‘μαστε τρεις.
Αλλοίμονο, κρασί δεν πίνει το φεγγάρι
Κι ο ίσκιος μου, τεμπέλης, στο πλάι μου κολλάει.
Ωστόσο, με φίλη τη σελήνη και τη σκιά μου σκλάβα
Θα πρέπει να γλεντήσω όσο κρατάει η άνοιξη.
Στους στίχους που συνθέτω σκιρτούν σεληναχτίδες,
Στο χορό που υφαίνω, ο ίσκιος μου μπερδεύεται και σπάζει.
Ξεμέθυστοι γλεντούσαμε κι είμαστε οι τρεις παρέα,
Όταν μεθύσαμε αποτραβήχτηκε καθένας μοναχός του,
Ώ, ας χαρούμε για πολύ πολύ καιρό ακόμα
Τ’ άψυχο και παράδοξο ετούτο πανηγύρι
Ως να ξαναβρεθούμε τέλος στο Γαλαξία.

Στον τρίτο μήνα, η πόλη του Σιέν – γυάνγκ
Σκεπάζεται μ’ ένα πυκνό χαλί από ανθοπέταλα
Ποιός εργένης την άνοιξη έχει όρεξη να κλάψει;
Μπρός σε μια τέτοια θέα
Ποιός ξεμυτίζει δίχως να ‘ναι πρώτα πιωμένος;
Πλούτη και φτώχεια, μακροζωία ή σύντομη ζωή,
Από τον Πλάστη ορίστηκαν και μοιραστήκαν•
Μα ένα λαγήνι με κρασί ισοπεδώνει και ζωή και θάνατο.
Και χίλια πράγματα επίμονα ακατανόητα τα κάνει.
Σαν είμαι μεθυσμένος χάνω ουρανό και γη:
Βαρύς σαν πέτρα πέφτω στο έρημο κλινάρι μου,
Και τέλος λησμονώ
Πως και του λόγου μου μέσα στον κόσμο υπάρχω.
Ω, κείνη τη στιγμή πόσο μεγάλη είν’ η χαρά μου!»
 

Κι εγώ σε διαβάζω, εδώ στη μακρινή Ελλάδα του 21ου αιώνα – και νιώθω πως μου απευθύνεται ένας καλός φίλος. Ένας Διόνυσος της κινεζικής ποίησης. Και σου ανταποδίδω τους στίχους με ένα τραγούδι του Tom Waits: Drunk on the Moon.

Ο τελευταίος θρύλος που περιβάλλει τ’ όνομά σου είναι και ο ωραιότερος όλων: Λέγεται πως μια νύχτα, καθώς ήσουν μεθυσμένος, πνίγηκες στο ποτάμι. Είχες βουτήξει για ν’ αγκαλιάσεις το αγαπημένο σου φεγγάρι, ενώ αντικατοπτριζόταν στα νερά.

Κείμενο: το Φονικό Κουνέλι, Ιανουάριος του 20. Η μετάφραση των στίχων του Λι Πο είναι της Ρίτας Μπούμη Παπά.

Li Bai drinking with the moon / O ποιητής Λι Πο πίνει στη φεγγαράδα

 

Tags: , , , , , , ,

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares