Υπέθεσε πως ένα πρωί ξυπνούσες…

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Υπέθεσε πως ένα πρωί ξυπνούσες…

La Prophetie, painting by René Magritte / Πίνακας του Ρενέ Μαγκρίτ

Σήμερα θα μοιραστώ μαζί σας δύο αποσπάσματα από δύο διαφορετικά βιβλία – και έπειτα, αφού τα διαβάσουμε, θέλω να δούμε, μαζί, ποιο είναι το κοινό τους νόημα. Και να συζητήσουμε πάνω σε αυτό. Το πρώτο απόσπασμα ανήκει στον Χαρούκι Μουρακάμι και στο βιβλίο του «Το Κουρδιστό Πουλί» – το πρώτο βιβλίο του δημοφιλούς ιάπωνα συγγραφέα, δημοσιευμένο το 1994. Το δεύτερο απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο «Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν» του αγαπητού Τομ Ρόμπινς, δημοσιευμένο το 1976.

Αμφότερα τα αποσπάσματα αναφέρονται σε μια υποθετική κατάσταση, κατά την οποία διασαλεύεται πλήρως η «φυσική τάξη πραγμάτων», όπως τη ζούμε και την έχουμε συνηθίσει. Μη φανταστείς κάποιο κοσμοϊστορικό γεγονός – όχι, τα κείμενα αναφέρονται σε μια απλή μεν, φυσική δε κατάσταση. Αμφότερα τα αποσπάσματα θέτουν το ερώτημα: «εσύ πως θα αντιδρούσες αν ένα πρωί ξυπνούσες και διαπίστωνες πως εκείνα που θεωρούσες δεδομένα – έχουν αλλάξει;»

Θα σε κλόνιζε μια τέτοια προοπτική; Θα σε φόβιζε μήπως; Θα σου προκαλούσε άγχος και αγωνία η διαπίστωση πως οι ίδιοι οι «νόμοι της φύσης» έχουν τροποποιηθεί; Κάποια ενδόμυχη άρνηση του γεγονότος ίσως; Κάποια απόπειρα εκλογίκευσής του; Θα έπειθες τον εαυτό σου πως συνιστά κάποιο κακό όνειρο, ή μια παροδική ασυμφωνία – και τίποτα παραπάνω; Θα αναστάτωνε το καλώς ορισμένο σύμπαν που σε περιβάλλει – ή, ενδεχομένως, βρίσκεται μέσα στο κεφάλι σου;

Ή μήπως σε χαροποιούσε ένα τέτοιο απροσδόκητο γεγονός; Και αν ναι… – γιατί;

Και τώρα που έθεσα τα ερωτήματα – πάμε να διαβάσουμε τα αποσπάσματα.

Μακαρόνια ογκρατέν και εκλογίκευση. Απόσπασμα από το «Κουρδιστό Πουλί»

Haruki Murakami / Χαρούκι Μουρακάμι

Στο ακόλουθο απόσπασμα τον λόγο έχει η δεκαεξάχρονη Μαγιού, η οποία συνδιαλέγεται με τον πρωταγωνιστή του βιβλίου, τον «κύριο Κουρδιστό Πουλί» (όπως τον αποκαλεί η ίδια) – και στον οποίο θέτει κάποια ενδιαφέροντα ερωτήματα.

«Μου φαίνεται ότι έτσι όπως συνηθίζουν να ζουν οι περισσότεροι άνθρωποι (υποθέτω βέβαια πως θα υπάρχουν κι εξαιρέσεις), νομίζουν ότι ο κόσμος ή η ζωή είναι αυτό το μέρος όπου τα πάντα είναι (ή υποτίθεται ότι είναι) κατά βάση λογικά και συνεπή. Οι κουβέντες που κάνω με τις γειτόνισσές μου εδώ με κάνουν συχνά να σκέφτομαι έτσι. Σαν να λέμε, όταν συμβαίνει κάτι, είτε πρόκειται νια κάποιο φοβερό και τρομερό γεγονός που επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία είτε πρόκειται για κάτι μικρό και προσωπικό, οι άνθρωποι εδώ μιλάνε γι’ αυτό λέγοντας: «Φυσικά, αυτό συνέβη για τούτο και για κείνο το λόγο», και τις περισσότερες φορές όλοι οι άλλοι συμφωνούν, και λένε, ας πούμε: «Ναι., φυσικά, έτσι είναι», αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. «Το Α είναι έτσι και γι’ αυτό συνέβη το Β». Θέλω να πω, αυτό δεν εξηγεί τίποτα.

Είναι, ας πούμε, όπως όταν βάζεις να ζεστάνεις στο φούρνο μικροκυμάτων ένα μπολ με πουρέ, και πατάς το κουμπί, κι ύστερα ανοίγεις το πορτάκι όταν ακούσεις το κουδούνισμα, και ω του θαύματος ο πουρές είναι ζεστός! Θέλω να πω, τι συμβαίνει άραγε ανάμεσα στην ώρα που πατάς το κουμπί και στην ώρα που χτυπάει το κουδούνι; Δεν μπορείς να ξέρεις τι γίνεται πίσω απ’ το πορτάκι. Μπορεί ο πουρές να μετατρέπεται πρώτα σε μακαρόνια ογκρατέν μες στο σκοτάδι, όταν κανείς δεν κοπάζει, και να ξαναγίνεται πουρές μόλις ακουστεί το κουδούνι.

Θεωρούμε πως είναι απόλυτα φυσικό, όταν χτυπάει το κουδούνι κι ανοίγουμε το πορτάκι, να βρίσκουμε μέσα στο φούρνο μικροκυμάτων πουρέ, τη στιγμή που είχαμε βάλει πουρέ στην αρχή, αλλά για μένα αυτό δεν είναι παρά ένα αυθαίρετο συμπέρασμα. Να σου πω την αλήθεια, θα ένιωθα μεγάλη ανακούφιση αν, στη χάση και στη φέξη, έχοντας βάλει μέσα στο φούρνο μικροκυμάτων πουρέ, έβρισκα στο τέλος μακαρόνια ογκρατέν. Φυσικά θα πάθαινα σοκ αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, αλλά δεν ξέρω, νομίζω ότι θα ένιωθα κι ανακούφιση. Ή τουλάχιστον νομίζω ότι δεν θ’ αναστατωνόμουν και πάρα πολύ, γιατί αυτό θα μου φαινόταν κατά καποιον τρόπο πολύ πιο αληθινό.

Γιατί «πιο αληθινό»; Το να προσπαθήσω να το εξηγήσω αυτό λογικά, με λόγια, θα ήταν πολύ, μα πάρα πολύ δύσκολο, αν πείρας όμως σαν παράδειγμα την πορεία που έχει ακολουθήσει μέχρι τώρα η ζωή μου και κάτσεις να τη σκεφτείς, θα δεις ότι δεν ήταν με κανέναν τρόπο αυτό που θα λέγαμε «κανονική». […]

Δεν ξέρω — μπορεί στον κόσμο να υπάρχουν δύο διαφορετικά είδη ανθρώπων, και για το ένα είδος ο κόσμος να είναι απόλυτα λογικός, ένα μέρος με ζεστό πουρέ και τίποτ’ άλλο, και για το άλλο να είναι ένας κόσμος όπου ανά πάσα στιγμή μπορούν να του βγουν μπροστά μακαρόνια ογκρατέν. Είμαι σίγουρη ότι αν αυτοί οι βάτραχοι που έχω για γονείς βάλουν πουρέ στα μικροκύματα και βγουν μακαρόνια ογκρατέν όταν χτυπήσει το κουδούνι, απλώς θα πουν στον εαυτό τους: «Α, πρέπει κατά λάθος να βάλαμε στο φούρνο μακαρόνια ογκρατέν», ή θα έβγαζαν τα μακαρόνια και θα προσπαθούσαν να πείσουν τον εαυτό τους ότι μπορεί να μοιάζουν με μακαρόνια αλλά στην πραγματικότητα είναι πουρές. Κι αν προσπαθούσα να φανώ ευγενική και να τους εξηγήσω ότι μερικές φορές, όταν βάζεις στα μικροκύματα πουρέ, βγαίνουν μακαρόνια ογκρατέν, δεν θα υπήρχε περίπτωση να με πιστέψουν. Μπορεί μάλιστα να θύμωναν κιόλας. Καταλαβαίνεις τι προσπαθώ να σου πω, κύριε Κουρδιστό Πουλί;»

Χαρούκι Μουρακάμι – Το Κουρδιστό Πουλί [Haruki Murakami / 村上 春樹,“The Wind–Up Bird Chronicle” / ねじまき鳥クロニクル, Nejimakitori Kuronikuru], 1994–95. Μετάφραση: Λεωνίδας Καρατζάς.

Εσύ λοιπόν πως θα αντιδρούσες; Απόσπασμα από τις «Καουμπόισσες»

Tom Robbins on his typewriter

«Υποθέστε ότι ένα πρωί ξυπνούσατε μ’ ένα παράξενο και ανήσυχο συναίσθημα, λες και ο κόσμος, την ώρα που κοιμόσαστε, είχε γείρει λιγάκι. Σηκώνεστε από το κρεβάτι και βρίσκετε τα συρτάρια της τουαλέτας σας να είναι λιγάκι ανοιχτά και μέσα στο ντουλαπάκι του φαρμακείου, τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα πεσμένα κάτω (παρ’ όλο που ούτε εσείς ούτε κανένας άλλος μέσα στο σπίτι δεν είχε σηκωθεί τη νύχτα για να πάρει από το ντουλαπάκι ασπιρίνη, προφυλαχτικά ή βαζελίνη). Βλέπετε ακόμη ότι οι πίνακες που κρέμονται στους τοίχους, τα αμπαζούρ των πορτατίφ και τα βιβλία στη βιβλιοθήκη έχουν στραβώσει λιγάκι. Έξω από το σπίτι, τα μεγαλύτερα κτήρια γέρνουν αλά Πίζα, ή, αν μένετε στην εξοχή, βλέπετε ότι τα ποτάμια τρέχουν λιγάκι έξω από την κοίτη τους κι ότι τα δέντρα γέρνουν κι αυτά χωρίς εξαίρεση.

Ποια θα ήταν η αντίδρασή σας σε ένα τέτοιο φαινόμενο; Απαντήστε ειλικρινά και σοβαρά. Πως θα νιώθατε; Θα σας έπιανε φόβος; Σύγχυση; Απορία και άγχος; Θα τηλεφωνούσατε στην αστυνομία; Θα κάνατε την προσευχή σας; Ή θα περιμένατε μουδιασμένοι μια εξήγηση, μη θέλοντας να προσπαθήσετε να αναλύσετε αυτό το γεγονός, ή ακόμη και να το ζήσετε με όλα σας τα συναισθήματα μέχρι να διαβάσετε τις εφημερίδες, να ακούσετε τις ειδήσεις, να ακούσετε πως εξηγούν αυτή την κλίση οι ειδικοί από τα πανεπιστήμια, πριν μάθετε πως σκοπεύει να την αντιμετωπίσει το Πεντάγωνο, πριν σας καθησυχάσει ο Πρόεδρος, που μάλιστα μπορεί να επιμένει, όπως κάνουν οι Πρόεδροι, ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα;

Ή, αντί για φόβο, σύγχυση και αγωνία, ή, παράλληλα με το φόβο, τη σύγχυση και την αγωνία, θα νιώθατε μια έντονη παρόρμηση να ξεχάσετε αυτό που είχε συμβεί και να ξαναγυρίσετε και πάλι κανονικά στις δουλειές σας;

Ή, παράλληλα με την έντονη παρόρμηση να ξεχάσετε αυτό που είχε συμβεί και να ξαναγυρίσετε κανονικά στις δουλειές σας, μήπως θα νιώθατε ακόμη μια λαμπρή αίσθηση χαράς, ακατονόμαστη και αδικαιολόγητη, να γαργαλάει τη σπονδυλική σας στήλη; Μήπως θα νιώθατε κατά ένα παράξενο τρόπο να σας συνεπαίρνει αυτό το συναίσθημα της χαράς – να σας συνεπαίρνει, ίσως, επειδή μέσα σε ένα λογικό κόσμο όπου ακόμη και οι καταστροφές είναι κάτι το οικείο και πλησιάζουν να γίνουν ρουτίνα, επιτέλους είχε συμβεί κάτι που μοιάζει σχεδόν σαν να ‘χει βγει από παραμύθι;»

Τομ Ρόμπινς – Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν [Tom Robbins, “Even Cowgirls Get the Blues”, 1976]. Μετάφραση: Γιάννης Κωστόπουλος, Γιώργος Μπαρουξής.

Επίμετρο

Υπέθεσε, λοιπόν, πως ένα πρωί ξυπνούσες και η φυσική τάξη πραγμάτων είχε γείρει κάποιες μοίρες πάνω στον άξονά της. Η πραγματικότητα, όπως την ήξερες και την είχες γνωρίσει μέχρι τώρα, έχανε τον αλώβητό της θώρακα, που σαν κέλυφος χελώνας (ή σαν ομπρέλα), υψωνόταν προστατευτικά πάνω απ’ το κεφάλι σου. Πως θα αντιδρούσες, λοιπόν;

Μεταξύ μας: έχω την αίσθηση πως οι περισσότεροι ανάμεσά μας θα αντιδρούσαμε είτε με φόβο, είτε με άρνηση του γεγονότος – και πιθανότατα μια προσπάθεια λογικής ερμηνείας του. Θα πασχίζαμε να το εντάξουμε στην πραγματικότητα όπως την έχουμε κατατάξει σε κουτιά και σχήματα στη σκέψη μας. Θα αμβλύναμε τις γωνίες του και θα μπαλώναμε τις τρύπες του. Και θα καταλήγαμε σε ένα ωραιότατο γνωστικό πακέτο, περιτυλιγμένο με τις κορδέλες του και όλα. Γιατί σημασία δεν έχει ο κόσμος «όπως είναι» – αλλά ο κόσμος όπως είναι μέσα στο κεφάλι μας. Και αυτόν τον κόσμο, που έχουμε καταχωνιασμένο μέσα μας, και τον οποίο πλάθουμε (συνήθως ασυνείδητα) από μικρή κιόλας ηλικία – αυτός ο κόσμος θέλουμε πάση θυσία να παραμείνει ίδιος, σταθερός και αμετάκλητος.

Δεν έχει σημασία αν αναφερόμαστε σε αντιλήψεις σχετικές με την «κοινωνία», τον άνθρωπο, την καθημερινότητα, τα «πρέπει» και τα «θέλω» – ή αν μιλάμε για φυσικά φαινόμενα, όπως για παράδειγμα τη μεταμόρφωση ενός φαγητού στον φούρνο μικροκυμάτων, ή την ελαφρά κλίση του εδάφους. Εκείνο που έχει σημασία είναι πως εκείνο που ονομάζουμε «κόσμος», όσο βρίσκεται πέρα και έξω από μας, άλλο τόσο οικοδομείται μέσα μας. Και αυτόν ακριβώς τον κόσμο πασχίζουμε να συγκολλήσουμε με την ισχυρότερη δυνατή κόλλα – μη τυχόν μας πέσει και χαθεί. Κάπως έτσι χτίζονται οι κοσμοθεωρίες, κύριοι.

Θα σου αναφέρω κάτι ακόμα – και μετά θα σε αφήσω στις σκέψεις σου. Πώς, άραγε, θα αντιμετώπιζε μια τέτοια κατάσταση πραγμάτων ένα μικρό παιδί; Μήπως έφερε λιγότερες άμυνες μέσα του; Μήπως ένα παιδί είναι περισσότερο ανοιχτό σε μια τέτοια «μαγική» κατάσταση;

Κάποτε, έναν αιώνα πριν, κάποιος κύριος Αϊνστάιν συνέβαλε, με τον τρόπο του, στο να γείρει ο κόσμος κάποιες μοίρες πάνω στον άξονά του. Και αν κάποιο μέρος της επιστημονικής κοινότητας των καιρών ενθουσιάστηκε με τις ανακαλύψεις του (όπως ενθουσιάζεται με μια ανακάλυψη ένα μικρό παιδί), υπήρξαν κι εκείνοι που θορυβήθηκαν με τις νέες προοπτικές. Είχε ανοίξει, βλέπεις, ένα παράθυρο στο άγνωστο.

Πόσα παράθυρα φέρουμε μέσα μας οι ίδιοι, άραγε, στην μικρή, μα ταυτόχρονα απέραντη πολιτεία της σκέψης μας;

Σκέψου.

Οι πίνακες είναι του René Magritte. Λόγια: το Φονικό Κουνέλι, Ιανουάριος 2020.

La bonne aventure, painting by René Magritte

Tags: , , , , , , , ,

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares