Η Τσιγγάνα… ένα απόσπασμα από τη “Τζέην Έυρ”

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Η Τσιγγάνα… ένα απόσπασμα από τη “Τζέην Έυρ”

Η Τσιγγάνα... ένα απόσπασμα από τη Τζέην Έυρ της Σαρλότ Μπροντέ. Παρουσίαση από το Φονικό Κουνέλι

«Πλησίασα στο τζάκι και ζέστανα τα χέρια μου που ήταν κρύα αφού στο σαλόνι καθόμουνα μακριά από τη φωτιά. Ένιωθα ήρεμη, πολύ ήρεμη, όσο πιο ήρεμη θυμάμαι να έχω νιώσει ποτέ μου. Στην εμφάνιση της τσιγγάνας δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσε να σε ταράξει. Έκλεισε το βιβλίο της και σήκωσε αργά το βλέμμα της. Ο γύρος του καπέλου της σκίαζε εν μέρει το πρόσωπό της. Ωστόσο, όπως το σήκωνε, πρόσεξα ότι ήταν ένα αλλόκοτο πρόσωπο. Μου φάνηκε σκοτεινό και μαυριδερό. Ανάκατα τσουλούφια ξεπηδούσαν μέσα από ένα άσπρο κολάρο που έκανε τον γύρο του πηγουνιού της και ανέβαινε μέχρι τα μάγουλα ή, καλύτερα, τα σαγόνια της. Το μάτι της στράφηκε αμέσως επάνω μου, μ’ ένα τολμηρό και ευθύ βλέμμα.

– Λοιπόν, ήρθες κι εσύ να μάθεις τη μοίρα σου; είπε, με φωνή αποφασιστική όσο και το βλέμμα της, τραχιά όσο και τα χαρακτηριστικά της.

– Δεν μ’ απασχολεί καθόλου, κυρά. Κάνε όπως αγαπάς. Αλλά εγώ οφείλω να σε προειδοποιήσω ότι δεν έχω πίστη.

– Είσαι κι αναιδής, τέτοια λόγια που λες! Το περίμενα, όμως, τ’ άκουσα στο βήμα σου όπως διάβαινες το κατώφλι. […] Γιατί δεν τρέμεις;

– Δεν κρυώνω.

– Γιατί δεν είσαι χλομή;

– Δεν είμαι άρρωστη.

– Γιατί δεν συμβουλεύεσαι την τέχνη μου;

– Δεν είμαι ανόητη.

Η μπαμπόγρια «έμπηξε» ένα γέλιο κάτω από το μποννέ και το μαντήλι της, ύστερα έβγαλε μία κοντή μαύρη πίπα, την άναψε και άρχισε να καπνίζει. Αφού απόλαυσε λίγο αυτό το καταπραϋντικό, ανασήκωσε το κυρτό κορμί της, έβγαλε την πίπα από τα χείλια της και, κοιτώντας επίμονα τη φωτιά, είπε με πολύ αργή και σταθερή φωνή:

– Και κρυώνεις και άρρωστη είσαι και ανόητη είσαι.

– Απόδειξέ το, αποκρίθηκα εγώ.

–  Θα το κάνω· και σύντομα. Κρυώνεις επειδή είσαι ολομόναχη. Τίποτα δεν υπάρχει ν’ ανάψει τη φωτιά που σιγοκαίει μέσα σου. Είσαι άρρωστη επειδή το καλύτερο από τα συναισθήματα, το ευγενικότερο και γλυκύτερο συναίσθημα που έχει ο άνθρωπος, κρατιέται μακριά σου. Είσαι ανόητη επειδή, όσο κι αν τραβήξει το μαρτύριό σου, εσύ δεν πρόκειται να του γνέψεις να πλησιάσει ή να κάνεις ένα βήμα για να το συναντήσεις εκεί όπου σε περιμένει αυτό.

Έβαλε πάλι την κοντή, μαύρη πίπα στα χείλια της και συνέχισε να καπνίζει με σθένος».

*******************

Ένα απόσπασμα από την περίφημη “Τζέην Έυρ” της Σαρλότ Μπροντέ [Charlotte Brontë, “Jane Eyre”]. Πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος το 1847. Η μετάφραση είναι του Δημήτρη Γ. Κικιζα.

Tags: , , , ,

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares