Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων και η θεωρία του χρόνου της Ούρσουλα Λε Γκεν

Enter the rabbit's lair...

Created with Sketch.

Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων και η θεωρία του χρόνου της Ούρσουλα Λε Γκεν

Η Ούρσουλα Λε Γκεν, ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων και η θεωρία του χρόνου και της συγχρονικότητας - παρουσίαση: το φονικό κουνέλι

Χρόνος και Συγχρονικότητα

«Φαίνεται ότι μονάχα με τη συνείδηση βιώνουμε το χρόνο. Ένα μωρό δεν κατέχει την έννοια του χρόνου. Δε γνωρίζει ότι ο χρόνος περνάει. Δεν καταλαβαίνει το θάνατο. Το ασυνείδητο του ενήλικου είναι παρόμοιο. Σε ένα όνειρο δεν υπάρχει χρόνος και η τάξη της χρονικής διαδοχής αλλάζει, γεγονός που ανατρέπει τις σχέσεις αιτιών κι αποτελεσμάτων. Δεν υπάρχει χρόνος στους μύθους και τους θρύλους. Ποιο είναι το παρελθόν στο οποίο αναφέρεται ένα παραμύθι όταν λέει “ήταν μια φορά κι έναν καιρό”; Παρόμοια, όταν ο μυστικιστής αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στη λογική του και το ασυνείδητό του, βλέπει ότι τα πάντα δεν αποτελούν παρά ένα μόνο και συνεχές είναι.»

Σήμερα θα ταξιδέψουμε στα πέρατα του χωροχρόνου – και θα συλλογιστούμε, παρέα με την Ούρσουλα Λε Γκεν [Ursula Le Guin], πως ο χρόνος δεν είναι απαραίτητα εκείνο το «βέλος» που ταξιδεύει πάντα προς τα μπρος, από το παρελθόν στο παρόν και από το παρόν στο μέλλον. Ο λόγος για το κλασικό μυθιστόρημα της Λε Γκεν “The Dispossessed”, γνωστό στα ελληνικά ως “Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων” [πρώτη δημοσίευση το 1974]. Ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, Σεβέκ, φυσικός στην ιδιότητα και ακροβάτης μεταξύ κοινωνικών συστημάτων στα οποία αδυνατεί να ενταχθεί, αμφισβητεί όχι μόνο τη θέση του στην κοινωνία, μα και την παραδεδομένη αντίληψη περί γραμμικότητας του χρόνου.

Γιατί να μη συνιστά ο «χρόνος» ένα είδος «συνεχούς», στο οποίο παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν ταυτόχρονα; Και γιατί αυτή η αντίληψη να μη συγχρονίζεται με τη – φαινομενικά αντίθετη – άποψη κατά την οποία ο χρόνος μοιάζει με μια ευθεία γραμμή, με μια διαδοχή στιγμών, με ένα πέρασμα από τη γέννηση στη φθορά; Αν το παρελθόν δεν βρίσκεται «εκεί πίσω» και το μέλλον δεν βρίσκεται «εκεί μπροστά», μα τα φέρουμε διαρκώς μέσα μας, κάθε στιγμή του παρόντος; Αν συνυπάρχουν; Αν προσμειγνύονται και αν μεταμορφώνονται στο κάθε Εδώ και Τώρα; Αντανακλώντας τις θεωρίες του Αϊνστάιν: τι θα ήταν ο χρόνος πέρα και έξω απ’ την ανθρώπινη συνείδηση;

Η Συγχρονικότητα, όπως την αναλύει στο μυθιστόρημά της η Λε Γκεν, επιδιώκει να δέσει παρελθόν, παρόν και μέλλον σ’ ένα ενιαίο κυκλικό όλο, δίχως όμως να εξαλείψει την ιδέα της εξέλιξης. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που η δομή του μυθιστορήματος αντανακλά τη συγκεκριμένη άποψη: μπρος και πίσω πάλι, επιστροφή στην αφετηρία –η αφετηρία όμως δεν είναι ένα πισωγύρισμα… μα κάτι πολύ διαφορετικό.

Πρόκειται για μια κοσμοθεωρία που αποπειράται να πάει πέρα από διαχωρισμούς μιας τυπικής λογικής, πέρα από μονοσήμαντες θεάσεις «αιτίας» και «αποτελέσματος». Θέλει να δει τον κόσμο με άλλα μάτια, γιατί θέλει να κατανοήσει τον κόσμο στην ολότητά του – και ταυτόχρονα τη θέση μας μέσα σε αυτόν. Να ενώσει τις αντιφάσεις και να αποκαλύψει τους κρυφούς συνδετικούς κρίκους που τις ενώνουν.

Να θέσει πάλι ερωτήματα σ’ έναν κόσμο που έχει περισσότερες απαντήσεις, παρά ερωτήματα.

«Το κοσμομοντέλο μας πρέπει να είναι το ίδιο ανεξάντλητο όσο κι ο κόσμος. Μια πολυπλοκότητα που θα συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τη διάρκεια, αλλά και τη δημιουργία, όχι μόνο το είναι, αλλά και το γίγνεσθαι, όχι μόνο τη γεωμετρία, αλλά και την ηθική. Δεν ψάχνουμε την απάντηση, αλλά μονάχα με ποιον τρόπο πρέπει να θέσουμε το ερώτημα…»

Χρόνος και Συγχρονικότητα. Ένα απόσπασμα από τον «Αναρχικό των Δύο Κόσμων»

«Δυο άντρες ήταν αποφασισμένοι να συζητήσουν μαζί του για φυσική. Ο ένας είχε καλούς τρόπους κι ο Σεβέκ προσπάθησε να τον αποφύγει για κάμποση ώρα, γιατί δυσκολευόταν να κουβεντιάσει για φυσική με μη φυσικούς. Ο άλλος όμως ήταν επίμονος και στάθηκε αδύνατον να τον αποφύγει. Τελικά ο Σεβέκ ανακάλυψε ότι η έξαψη απ’ το αλκοόλ τον βοηθούσε πολύ να μιλήσει. Ο άντρας τα ήξερε όλα, μόνο και μόνο γιατί είχε πολλά λεφτά. «Όπως εγώ βλέπω», τόνισε στον Σεβέκ, «η Θεωρία της Συγχρονικότητας αρνείται ρητά και κατηγορηματικά το πιο πασίδηλο γεγονός σε σχέση με το χρόνο, το γεγονός δηλαδή ότι ο χρόνος περνάει».

«Στη φυσική πρέπει να είναι κανείς προσεχτικός πριν μιλήσει για “γεγονότα”. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό απ’ τις μπίζνες», είπε ο Σεβέκ ήρεμα και φιλικά, αλλά υπήρχε κάτι σ’ αυτή την ηρεμία του που έκανε τη Βέα να στραφεί για να τους ακούσει, παρ’ όλο που εκείνη τη στιγμή φλυαρούσε λίγο πιο πέρα με μια άλλη παρέα. «Σύμφωνα με τις αυστηρές θέσεις της Συγχρονικότητας η διαδοχή δε θεωρείται αντικειμενικό φυσικό φαινόμενο, αλλά υποκειμενικό».

«Πάψτε να τρομοκρατείτε τον Ντέαρι και εξηγήστε μας τι σημαίνουν αυτά», μπήκε στη μέση η Βέα με την παιδική φωνή της.

Η φινέτσα της έκανε τον Σεβέκ να χαμογελάσει. «Ε λοιπόν», είπε, «σκεφτόμαστε ότι ο χρόνος “περνάει”, τρέχει πίσω μας. Αλλά αν είμαστε εμείς που μετακινούμαστε μπροστά, απ’ το παρελθόν προς το μέλλον, ανακαλύπτοντας πάντα το καινούριο; Μοιάζει λίγο σαν να διαβάζουμε ένα βιβλίο, βλέπετε. Το βιβλίο υπάρχει, είναι εκεί, ολόκληρο, μέσα στα εξώφυλλά του. Αλλά, αν θέλετε να το διαβάσετε και να το καταλάβετε, πρέπει να ξεκινήσετε απ’ την πρώτη σελίδα και να συνεχίσετε ακολουθώντας πάντα την αρίθμηση των σελίδων. Έτσι πιθανόν το σύμπαν να είναι ένα μεγάλο βιβλίο κι εμείς οι μικροί αναγνώστες του».

«Μα το γεγονός είναι», είπε ο Ντεάρι, «ότι βιώνουμε το σύμπαν σαν διαδοχή, σαν ποτάμι που κυλάει. Και σ’ αυτή την περίπτωση, τι μας χρησιμεύει αυτή η θεωρία που ισχυρίζεται ότι σε κάποιο ανώτερο επίπεδο τα πάντα μπορούν να συνυπάρχουν αιωνίως; Μπορεί να είναι ένα παιχνίδι για σας τους θεωρητικούς, αλλά δεν έχει πρακτική εφαρμογή, καμιά σχέση την πραγματική ζωή. Εκτός αν σημαίνει ότι μπορούμε να φτιάξουμε τη χρονομηχανή!» πρόσθεσε με ένα είδος έντονης και ψεύτικης ευθυμίας.

«Μα δε βιώνουμε το σύμπαν μόνο σαν διαδοχή», είπε ο Σεβέκ. «Ποτέ δεν ονειρεύεστε, κύριε Ντεάρι;» […]

«Τι σχέση έχει αυτό;»

«Φαίνεται ότι μονάχα με τη συνείδηση βιώνουμε το χρόνο. Ένα μωρό δεν κατέχει την έννοια του χρόνου. Δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί απ’ το παρελθόν του ούτε καταλαβαίνει ποια είναι η σχέση του με το μέλλον του. Δε γνωρίζει ότι ο χρόνος περνάει. Δεν καταλαβαίνει το θάνατο. Το ασυνείδητο του ενήλικου είναι παρόμοιο. Σε ένα όνειρο δεν υπάρχει χρόνος και η τάξη της χρονικής διαδοχής αλλάζει, γεγονός που ανατρέπει τις σχέσεις αιτιών κι αποτελεσμάτων. Δεν υπάρχει χρόνος στους μύθους και τους θρύλους. Ποιο είναι το παρελθόν στο οποίο αναφέρεται ένα παραμύθι όταν λέει “ήταν μια φορά κι έναν καιρό”; Παρόμοια, όταν ο μυστικιστής αποκαθιστά τη σχέση ανάμεσα στη λογική του και το ασυνείδητό του, βλέπει ότι τα πάντα δεν αποτελούν παρά ένα μόνο και συνεχές είναι, κι έτσι κατανοεί την αιώνια επιστροφή».

«Ναι, οι μυστικιστές», μπήκε στη μέση δειλά ο δεύτερος άντρας που όλη αυτή την ώρα άκουγε. «Όπως ο Τεμπόρες την Όγδοη Χιλιετία που έγραψε ότι: Το ασυνείδητο πνεύμα διαρκεί όσο το σύμπαν».

«Όμως δεν είμαστε μωρά», τον διέκοψε ο Ντεάρι, «είμαστε ορθολογιστές. Η Συγχρονικότητά σας είναι ένα είδος αναδρομικού μυστικισμού;»

Ακολούθησε μια παύση. Ο Σεβέκ πήρε ένα γλυκό που δεν το ήθελε, αλλά το έφαγε. Είχε ήδη εκνευριστεί μια φορά σήμερα και τώρα ένιωθε ότι εξακολουθούσε να φέρεται ηλίθια. Μια φορά αρκούσε.

« Ίσως πρέπει να τη δείτε», τόνισε, «σαν μια προσπάθεια να γείρει λίγο η πλάστιγγα. Βλέπετε, η Φυσική των Ακολουθιών εξηγεί τέλεια την εντύπωση που έχουμε για ένα χρόνο γραμμικό και καθιστά πρόδηλη την εξέλιξη. Περιλαμβάνει δημιουργία και θάνατο. Αλλά σ’ αυτό το σημείο σταματά. Ασχολείται με καθετί που αλλάζει, αλλά δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί τα πράγματα αντέχουν. Μιλάει πάντα για το βέλος του χρόνου —ποτέ για τον κύκλο του χρόνου».

«Τον κύκλο;» ρώτησε ο ευγενέστερος συνομιλητής, με τέτοια διάθεση να καταλάβει, ώστε ο Σεβέκ ξέχασε σχεδόν τον Ντεάρι και βυθίστηκε ενθουσιασμένος στη συζήτηση, κουνώντας χέρια και μπράτσα σαν να ήθελε να δείξει με τις κινήσει αυτές στους ακροατές του τα βέλη, τους κύκλους και τις ταλαντώσεις για τις οποίες μιλούσε. «Ο χρόνος προχωρά τόσο κυκλικά όσο και γραμμικά. Ένας πλανήτης που περιστρέφεται: βλέπετε; Ένας κύκλος, μια τροχιά γύρω απ’ τον ήλιο μάς κάνουν ένα χρόνο — σωστά; Δυο τροχιές, δυο χρόνια, και πάει λέγοντας. Πράγματι, με τέτοιο σύστημα μετράμε το χρόνο. Κι αυτό το σύστημα δίνει τους μετρητές του χρόνου, τα ρολόγια. Αλλά μέσα στο σύστημα, στον κύκλο, πού είναι ο χρόνος; Πού βρίσκεται η αρχή ή το τέλος; Η αέναη επανάληψη είναι μια άχρονη διαδικασία. Πρέπει να συγκριθεί με άλλες, κυκλικές ή μη, διαδικασίες, για να μπορέσουμε να τη δούμε σαν χρονική. Ε λοιπόν, αυτό είναι πολύ παράξενο και πολύ ενδιαφέρον, όπως βλέπετε. Τα άτομα κινούνται κυκλικά, το ξέρετε. Τα σύνθετα στερεά είναι σχηματισμένα από στοιχεία που κινούνται περιοδικά και κανονικά τα μεν σε σχέση με τα δε. Στην πραγματικότητα, είναι οι μικροσκοπικοί αντιστρέψιμοι και άχρονοι κύκλοι του ατόμου που παρέχουν στην ύλη τέτοια διάρκεια, ώστε να καθίσταται δυνατή η εξέλιξη. Είναι η ένωση των μικρών αχρονικοτήτων που σχηματίζει τον χρόνο. Και κατόπιν, σε μια μεγαλύτερη κλίμακα, ο κόσμος: εντάξει, πιστεύουμε, και το ξέρετε, ότι ολόκληρο το σύμπαν είναι μια κυκλική διαδικασία, μια συνεχής ταλάντωση συστολών και διαστολών, χωρίς κανένα πριν ή μετά. Μονάχα στο εσωτερικό του κάθε μεγάλου κύκλου, όπου ζούμε, υπάρχει χρόνος γραμμικός, εξέλιξη, αλλαγή.

Ο χρόνος έχει λοιπόν δυο όψεις. Υπάρχει το βέλος, το ποτάμι που κυλάει, χωρίς το οποίο δεν υπάρχει πρόοδος ούτε κατεύθυνση ή δημιουργία. Και υπάρχει και ο κύκλος, χωρίς τον οποίο υπάρχει το χάος, μια παράλογη διαδοχή στιγμών, ένας κόσμος χωρίς ρολόγια, χωρίς εποχές ή υποσχέσεις».

«Δεν μπορείτε να δίνετε δυο αντικρουόμενες καταφατικές απαντήσεις στο ίδιο θέμα», είπε ο Ντεάρι με την ηρεμία της ανώτερης γνώσης. «Με άλλα λόγια, η μια απ’ αυτές τις “όψεις” που είπατε είναι αληθινή, ενώ η άλλη είναι απλώς ψευδαίσθηση».

«Πολλοί φυσικοί το είπαν αυτό», συγκατένευσε ο Σεβέκ.

«Εσείς, όμως, τι λέτε;» ρώτησε εκείνος που ήθελε να μάθει.

«Ας πούμε πως προσπαθώ να βρω έναν εύκολο τρόπο για να αποφύγω τη δυσκολία. Μπορεί κανείς να θεωρήσει το είναι ή το γίγνεσθαι ψευδαίσθηση; Το γίγνεσθαι χωρίς το είναι είναι παραλογισμός. Και είναι χωρίς γίγνεσθαι δύσκολα αντέχεται… Αν το πνεύμα είναι ικανό να συλλάβει τον χρόνο με αυτές τις δυο όψεις, τότε μια αληθινή χρονοσοφία θα μπορούσε να παράσχει ένα πεδίο όπου η σχέση αυτών των δύο όψεων ή διαδικασιών του χρόνου θα μπορούσε να γίνει κατανοητή».

«Μα τι χρησιμεύει μια τέτοια “κατανόηση”», ρώτησε ο Ντεάρι, «αν δεν προσφέρει κανένα πρακτικό αποτέλεσμα ως τεχνολογική εφαρμογή; Δεν είναι παρά ένα παιχνίδι με τις λέξεις, σωστά;»

«Ρωτάτε σαν γνήσιος κερδοσκόπος», είπε ο Σεβέκ, αλλά κανείς απ’ τους παρόντες δεν ήξερε ότι έβριζε τον Ντεάρι χρησιμοποιώντας αυτή την πιο περιφρονητική λέξη του λεξιλογίου τους• πράγματι, ο Ντεάρι κούνησε ελαφρά το κεφάλι του αποδεχόμενος τον χαρακτηρισμό με ικανοποίηση.

Η Βέα ωστόσο υπό το κράτος κάποιας έντασης ξέσπασε: «Δεν καταλαβαίνω ούτε λέξη απ’ όσα λέτε, ξέρετε. Αλλά μου φαίνεται ότι αν κατάλαβα καλά αυτό που είπατε για το βιβλίο — ότι όλα υπάρχουν στ’ αλήθεια τώρα — τότε δε θα μπορούσαμε να προβλέψουμε το μέλλον; Εφόσον ήδη βρίσκεται εδώ;»

«Όχι, όχι», είπε ο πιο συνεσταλμένος απ’ τους δυο άντρες καθόλου ντροπαλά. Δεν βρίσκεται εδώ όπως ένα κρεβάτι ή ένα σπίτι. Ο χρόνος δεν είναι χώρος. Δεν μπορείς να κόψεις βόλτες πάνω του!»

Η Βέα έγνεψε ζωηρά, λες κι ανακουφίστηκε που κάποιος την έβαλε στη θέση της. Σαν να πήρε κουράγιο που μια γυναίκα δεν ήταν σε θέση να μπει στο βασίλειο του υψηλού στοχασμού, ο συνεσταλμένος άντρας στράφηκε στον Ντεάρι και είπε: «Μου φαίνεται ότι η εφαρμογή της φυσικής της χρονικότητας βρίσκεται στην ηθική. Δε συμφωνείτε, Δρ. Σεβέκ;»

«Στην ηθική; Δεν το ξέρω. Εγώ μαθηματικά κάνω, ξέρετε. Δεν μπορεί κανείς να διατυπώσει με τη μορφή εξισώσεων την ηθική συμπεριφορά».

«Γιατί όχι;» είπε ο Ντεάρι.

Ο Σεβέκ τον αγνόησε. «Αλλά είναι αλήθεια», συνέχισε, «η χρονοσοφία εμπλέκεται πράγματι με την ηθική. Γιατί η αντίληψη που έχουμε για τον χρόνο επεμβαίνει στην ικανότητά μας να χωρίζουμε την αιτία απ’ το αποτέλεσμα, τον σκοπό από τα μέσα. Το παιδί πάλι, το ζώο, δεν βλέπουν τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που κάνουν τώρα και σ’ αυτό που θα ακολουθήσει εξαιτίας της πράξης τους. Δεν μπορούν να φτιάξουν μια τροχαλία ή να δώσουν υποσχέσεις. Εμείς μπορούμε. Βλέποντας τη διαφορά ανάμεσα στο τώρα και το μη τώρα μπορούμε να κάνουμε τη σύνδεση. Και εδώ παρεμβαίνει η ηθική. Η υπευθυνότητα. Το να πω ότι ένα καλό τέλος, ένας καλός σκοπός θα έρθει σαν συνέπεια κακών μέσων, είναι σαν να λέω ότι, αν τραβήξω το σχοινί αυτής της τροχαλίας, θα σηκωθεί το βάρος που βρίσκεται σε μια άλλη. Αν παραβώ μια υπόσχεση, είναι σαν να αρνούμαι την πραγματικότητα του παρελθόντος• είναι σαν να αρνούμαι την ελπίδα ενός αληθινού μέλλοντος. Αν χρόνος και λογική είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, αν είμαστε δημιουργήματα του χρόνου, τότε είναι καλύτερα να το ξέρουμε και να προσπαθούμε για το καλύτερο μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες: Να δρούμε υπεύθυνα».

«Μα κοιτάξτε», είπε ο Ντεάρι με ανείπωτη ικανοποίηση για την οξύνοιά του, «μόλις είπατε ότι στο δικό σας σύστημα της Συγχρονικότητας, δεν υπάρχει παρελθόν και μέλλον, αλλά απλώς ένα είδος αιώνιου παρόντος. Τότε πώς μπορεί κανείς να είναι υπεύθυνος για ένα βιβλίο ήδη γραμμένο; Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να το διαβάσει. Δεν έχουμε δυνατότητα επιλογής ούτε κι ελευθερία δράσης».

«Αυτό είναι το δίλημμα του ντετερμινισμού. Έχετε απόλυτο δίκιο, είναι σύμφυτο με τη θεωρία της Συγχρονικότητας. Αλλά και η Θεωρία των Ακολουθιών έχει το δίλημμά της. Ορίστε τι συμβαίνει, για να σας δώσω κάπως χοντρά να το καταλάβετε: πετάτε μια πέτρα σε ένα δέντρο• αν είστε οπαδός της Συγχρονικότητας, η πέτρα έχει ήδη αγγίξει το δέντρο, αν είστε οπαδός των Ακολουθιών, δεν μπορεί να το αγγίξει ποτέ. Τι διαλέγετε, λοιπόν; Ίσως εσείς να προτιμάτε να πετάτε πέτρες χωρίς να το σκέφτεστε, χωρίς δυνατότητα επιλογής. Εγώ προτιμώ να δυσκολέψω τα πράγματα διαλέγοντας και τα δυο».

«Πώς… πώς μπορείτε να τα συμβιβάσετε;» ρώτησε με ενδιαφέρον ο συνεσταλμένος άντρας.

Ο Σεβέκ κόντεψε να βάλει τα γέλια από απόγνωση. «Δεν ξέρω. Δουλεύω πολύ καιρό πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα! Στο κάτω κάτω η πέτρα χτυπάει το δέντρο. Ούτε η καθαρή ακολουθία ούτε η καθαρή ενότητα μπορεί να το εξηγήσει. Ωστόσο δεν ψάχνουμε την καθαρότητα, αλλά την πολυπλοκότητα, τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, μέσων και σκοπού. Το κοσμομοντέλο μας πρέπει να είναι το ίδιο ανεξάντλητο όσο κι ο κόσμος. Μια πολυπλοκότητα που θα συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τη διάρκεια, αλλά και τη δημιουργία, όχι μόνο το είναι, αλλά και το γίγνεσθαι, όχι μόνο τη γεωμετρία, αλλά και την ηθική. Δεν ψάχνουμε την απάντηση, αλλά μονάχα με ποιον τρόπο πρέπει να θέσουμε το ερώτημα…»

Ούρσουλα Λε Γκεν – Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων [Ursula K. Le Guin, “The Dispossessed: An Ambiguous Utopia”, 1974, Μετάφραση: Χρήστος Γεωργίου]. Για την παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, Ιούνιος 20.

The Dispossessed, book cover by Ursula Le Guin / Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων, εξώφυλλο βιβλίου

Tags: , , , , , , , , , , , ,

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

shares