Το Φονικό Κουνέλι https://tofonikokouneli.com/ Enter the rabbit's lair... Tue, 08 Sep 2026 20:21:15 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.1.2 https://tofonikokouneli.com/wp-content/uploads/2019/11/cropped-lethal-rabbit-1-150x150.jpg Το Φονικό Κουνέλι https://tofonikokouneli.com/ 32 32 Η ιστορία του Tom Waits… μέρος 4: Τα ηλεκτρικά nineties https://tofonikokouneli.com/tom-waits-story-the-electric-nineties/ https://tofonikokouneli.com/tom-waits-story-the-electric-nineties/#respond Sun, 16 Mar 2025 17:17:06 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11637 Πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο μπαρ. Μπάρμαν, πιάσε ένα απ’ το γνωστό – κι αν μπορείς φέρε κι ένα μεζεδάκι να τσιμπήσουμε, η νύχτα θα πάει μακριά και θέλω κάτι να με κρατήσει δυνατό. Χαμήλωσε τα φώτα, ξέρεις πως με ενοχλεί αυτή η λάμψη. Έλα, άραξε αν θες – έχω ιστορίες να διηγηθώ. Πάμε να μιλήσουμε για…
Read more

The post Η ιστορία του Tom Waits… μέρος 4: Τα ηλεκτρικά nineties appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Πίσω στο μπαρουτοκαπνισμένο μπαρ. Μπάρμαν, πιάσε ένα απ’ το γνωστό – κι αν μπορείς φέρε κι ένα μεζεδάκι να τσιμπήσουμε, η νύχτα θα πάει μακριά και θέλω κάτι να με κρατήσει δυνατό. Χαμήλωσε τα φώτα, ξέρεις πως με ενοχλεί αυτή η λάμψη. Έλα, άραξε αν θες – έχω ιστορίες να διηγηθώ. Πάμε να μιλήσουμε για το φιλαράκι μας τον Τομ.

Θυμάσαι πού είχαμε μείνει; Όχι; Δεν πειράζει, μπορώ να σου θυμίσω. Είχαμε αρχίσει από τις αρχές της δεκαετίας του 70 – όταν ένας νεαρός κατσαρομάλλης αυτοσχεδίαζε μπαλάντες αποχωρισμού στο πιάνο, πάντρευε στυλιστικά τον Σινάτρα με τον Ντύλαν και έμοιαζε να ζει σε μια άλλη εποχή. Ο νεαρός αγαπούσε τον Μπουκόφσκι και την τζαζ – και τον είδαμε να εξελίσσεται σε υμνητή της μποέμικης ζωής και της νύχτας του περιθωρίου. Το ποτό δεν έλειπε απ’ το χέρι του – όμως δεν ήταν εκείνος που έπινε, ήταν το πιάνο.

Ο νεαρός έζησε συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, περιφρόνησε από νωρίς τον κόσμο του εμπορίου και αποτόλμησε σχέσεις που τον ώθησαν στα άκρα – ή τις ώθησε εκείνος. Κάποια στιγμή γνώρισε μια γυναίκα που τον βοήθησε να πατήσει πιο γερά στα δυο του πόδια και να ακολουθήσει τον δρόμο που ήθελε ο ίδιος. Έγραψε τραγούδια για πειρατές και πόρνες, για μοναχικούς, συμμορίες και μαύρους του Χάρλεμ. Κάποιες φορές τραγουδούσε βρυχώμενος – άλλες ψιθύριζε λόγια φορτισμένα ποίηση. Στα μισά των 80ς κυκλοφόρησε τον δίσκο που τον καταξίωσε στα μάτια πολύ κόσμου: το “Rain Dogs”. Όμως ο Tom Waits, μαθημένος στο χαμηλό φως ενός τζαζ μπαρ, δεν αγαπούσε το εκτυφλωτικό φως της καταξίωσης – μούσα του παρέμενε η έκφραση, κόντρα σε μάνατζερ και media. Η συνέχεια έμελλε να είναι ακόμα περισσότερο ιδιαίτερη ή ιδιόμορφη (διάλεξε όποια λέξη θες).

Θ’ ακολουθήσουν εξπρεσιονιστικά μιούζικαλ, κινηματογραφικές αποδράσεις απ’ τον νόμο, αγουροξυπνημένοι καφέδες και τσιγάρο, εξερευνήσεις των παλιών μπλουζ του Δέλτα, σοκολατένιοι Χριστοί, παιδιά που δεν θέλουν να μεγαλώσουν, μια βουτιά στην κουνελότρυπα… κι ένας παράφορος ηλεκτρισμός, αδύνατος να χωρέσει σε καλούπια. Γι’ αυτά θα πούμε σήμερα. Είσαι μαζί μου; Α, έφερες το μεζεδάκι βλέπω – ό,τι χρειαζόμουν για να πάρω μπρος. Εσύ, κοπελιά… έλα εδώ, πλησίασε – μου αρέσει πάντα να περιλαμβάνεται στο ακροατήριο ένα ζευγάρι όμορφα μάτια. Δίνει χρώμα στη φωνή μου. Είμαστε έτοιμοι;

Πριν συνεχίσεις, προτείνω να γυρίσεις πίσω – και να δεις πάλι τα παλιά, ή να τα γνωρίσεις σε περίπτωση που τα έχασες. Η ιστορία που αφηγούμαστε γίνεται καλύτερη όταν τη διαβάσεις όλη απ’ την αρχή – και δεις την εξέλιξη του πρωταγωνιστή μας.

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 1: Τα πρώτα χρόνια

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 2: Blue Valentines

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 3: Σκυλιά της Βροχής

Πάνω από τον Νόμο

Ήταν μια ωραία μέρα όταν το φιλαράκι του Tom Waits, ο Jim Jarmusch, του πρότεινε να συμμετάσχει στη νέα του ταινία. Το θέμα αφορούσε τρεις τύπους που φυλακίζονται δίχως να ευθύνονται οι ίδιοι – και σχεδιάζουν, έπειτα, την απόδρασή τους. Ο τίτλος του έργου: “Down By Law”. Κι ενώ ο Waits υπέθετε πως θα υποδυόταν κάποιον περιφερειακό χαρακτήρα, διαπιστώνει με έκπληξη πως είναι ένας από τους τρεις πρωταγωνιστές – με τον John Lurie και τον Ρομπέρτο Μπενίνι στο πλευρό του. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Waits διαπίστωσε με ικανοποίηση πως ο Τζάρμους του παρέδωσε έναν ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Λίγο–πολύ υποδύεται τον εαυτό του, με μια αξιοσημείωτη διαφορά: στο έργο ο Waits είναι DJ και όχι μουσικός.

Γυρισμένο σε υπέροχη ασπρόμαυρη εικόνα, φέροντας άφθονες πινελιές σκηνοθετικής και ερμηνευτικής μαεστρίας και μια δόση ωραιότατου χιούμορ, το “Down by Law” είναι ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα φιλμ της εναλλακτικής αμερικανικής σκηνής της δεκαετίας του 80. Η παρουσία του Ρομπέρτο Μπενίνι στα γυρίσματα έμοιαζε σαν κάποιο ξωτικό που ξεπήδησε από μια άλλη πραγματικότητα: “Ο Μπενίνι ξεχειλίζει ελπίδα”, είχε πει ο Waits. “Βγάζει το καπέλο του και ξεπηδούν πουλιά από κάτω. Περπατάει ανάμεσα στις στάλες της βροχής. Είναι μία δύναμη της φύσης…”

Η καλλιτεχνική επιτυχία του έργου καθιέρωσε όχι μόνο τον Τζάρμους – έναν αναδυόμενο ροκ σταρ του κινηματογράφου –, μα και τον ίδιο τον Waits σαν ηθοποιό. “Ευχαριστώ που μου έδωσες μία ευκαιρία, Τζιμ”, είπε πολλά χρόνια μετά, σε μία συνέντευξή του.

Tom Waits, John Lurie and Roberto Benini in Down by LawTom Waits and Jim Jarmusch / Τομ Γουέιτς και Τζιμ Τζάρμους

Ένα μιούζικαλ για τα τρελά χρόνια του Φρανκ

Βρισκόμαστε στο δεύτερο μισό των eighties και ήταν καιρός να υλοποιηθεί η επιθυμία του Waits για ένα μιούζικαλ – ένα έργο που θα συνένωνε τη μουσική με τις συγγραφικές και θεατρικές του ανησυχίες. Ο Waits ήταν πάντα θεατρικός πάνω στη σκηνή: στην κινησιολογία, τις εκφράσεις, το ντύσιμο, τις απαγγελίες, τον τρόπο που άναβε το τσιγάρο του. Η δημιουργία ενός μιούζικαλ δεν θα έκανε καμία εντύπωση σε όποιον είχε παρακολουθήσει την πορεία του ως τότε.

Το “Frank’s Wild Years”, ξεκινώντας από ένα ιδιόμορφο (μα απόλυτα αξιομνημόνευτο) τραγούδι διάρκειας δύο λεπτών, άπλωσε κλαδιά, έπιασε ρίζες – και μεταμορφώθηκε, σταδιακά, σ’ ένα ολοκληρωμένο μουσικό δέντρο με θέμα του τα όνειρα: τα όνειρα που, σαν άλλα δέντρα, απλώνουν τα κλαδιά τους προς τη μεριά του ήλιου, ακόμα και αν δεν κατορθώνουν ποτέ να τον αγγίξουν. Πρωταγωνιστής ένας παίκτης του ακορντεόν που ετοιμάζει τις αποσκευές του και εξορμεί για το Λας Βέγκας, με στόχο του την καλλιτεχνική καταξίωση. Αξιομνημόνευτο στοιχείο: ο πατέρας του Waits ονομάζεται Frank.

Περισσότερο και από το θεατρικό περιεχόμενο του μιούζικαλ (το οποίο συνάντησε μία χλιαρή ανταπόκριση τον καιρό εκείνο, και από το οποίο δεν υπάρχει κάποιο ολοκληρωμένο ντοκουμέντο), εκείνο που άντεξε στον χρόνο ήταν η μουσική του – που μετεξελίχθηκε στην επόμενη δισκογραφική δουλειά του Waits.

Ας μιλήσουμε για το μουσικό περιεχόμενο του δίσκου λοιπόν. Το “Frank’s Wild Years” μοιάζει να έχει εξωθήσει τους πειραματισμούς των προηγούμενων άλμπουμ στα άκρα – εδώ δεν υπάρχουν “πιασάρικες” στιγμές και ράδιο-φιλικά άσματα, ενώ οι νεωτερισμοί του Waits με τη φωνή του αγγίζουν νέα επίπεδα: ένα θεατρικό εμπεριέχει πλήθος χαρακτήρων, ο καθένας με τη δική του φωνή – και ο Waits αλλάζει διαρκώς τα φωνητικά του, από τραγούδι σε τραγούδι, υποδυόμενος τους πάντες. Ας μην ταλαιπωρούμε τη σκέψη μας, προσπαθώντας να προσδώσουμε κάποια «μουσική ταμπέλα» σε αυτόν τον δίσκο – πρόκειται για καλλιτεχνική θεατρική μουσική, και νομίζω αυτός είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός και θα μπορούσε να πάρει.

Frank's Wild Years, album by Tom Waits

Το εναρκτήριο κομμάτι, “Hang On, St. Christopher“, ανήκει στα περισσότερο “προσβάσιμα”, θα λέγαμε, τραγούδια του άλμπουμ. Ρυθμικό και ανεβαστικό, με συνοδεία πνευστών και φέροντας έναν αέρα θεατρικού, σχεδόν μεταλλαγμένου, Rhythm’n’Blues, είναι μια καλή αρχή. Όμως εδώ δεν είμαστε στο “Rain Dogs” – η συνέχεια μας κατευθύνει ολοένα και περισσότερο σε μονοπάτια εξπρεσιονιστικά, όπου δεσπόζουν οι εναλλασσόμενοι ρόλοι και οι διαθέσεις των πρωταγωνιστών του musical. Αυτό είναι η δύναμη (ίσως όμως και η αδυναμία) του “Frank’s Wild Years”. Πρόκειται για τραγούδια που φτιάχτηκαν με σκοπό να συνοδεύουν τους ηθοποιούς μιας θεατρικής σκηνής. Κάποια ανάμεσά τους έχουν λιγότερη δύναμη να σφηνώνονται μέσα σου, συγκριτικά με τραγούδια προηγούμενων δίσκων του Waits. Αισθάνεσαι περισσότερο πως συνιστούν μέσα για έναν άλλο σκοπό – και όχι τέλη καθ’ εαυτά.

Κι όμως – ακόμα και σε αυτό το δύσβατο και απροσπέλαστο για τα πλήθη ορυχείο μπορεί κανείς να βρει διαμάντια. Το “Temptation“, μια από τις συνεργασίες του με τη σύζυγό του Kathleen, παρουσιάζει έναν Waits να τραγουδάει όπως ποτέ άλλοτε και να υμνεί τους πανταχόθεν πειρασμούς, το αλατοπίπερο της ζωής – με αποτέλεσμα ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα τραγούδια του. Το “Innocent When You Dream” μας μεταφέρει στα άδυτα κάποιας μπαρουτοκαπνισμένης παμπ του παλιού καιρού – μοιάζει βγαλμένο από κάποια παλιά, πολύ παλιά εποχή. Σαν το τραγούδι του γέρο-πειρατή προς τα εγγόνια του. Το “I’ll Be Gone”, με τη σειρά του, είναι μία απολαυστική πόλκα – λείπει μόνο η βαθυκόκκινη αυλαία που θα υποκλιθεί στο έσχατο χορευτικό του πρωταγωνιστή.

To “More Than Rain” είναι η μουσική που θα έγραφε ο Μπουκόφσκι – αν επεδίωκε να μιμηθεί τον Φρανκ Σινάτρα και αποκτούσε γαλλική υπηκοότητα. Κάτι τέτοιο, ναι, άκουσέ το και θα συμφωνήσεις μαζί μου. Το “Way Down In The Hole” μοιάζει με gospel στριμωγμένο στη γωνία από τον φόβο του, πασχίζοντας να ξορκίσει τους σατανάδες των φαντασιώσεών του. Μεταξύ άλλων, το τραγούδι έγινε πασίγνωστο αρκετά χρόνια μετά από την τηλεοπτική σειρά “The Wire”.

Αν όμως με ρωτούσες ποια είναι η αγαπημένη μου στιγμή στον δίσκο, θα σου έλεγα πως αφορά άλλη μία συνεργασία μεταξύ του Waits και της Kathleen: ο λόγος για το “Yesterday Is Here“. Στοιχειωμένα όμορφο τραγούδι. Η αίσθηση κάποιου μοναχικού καβαλάρη που αποχωρεί για ξένα μέρη στο σούρουπο – μέχρι που η μακρόσυρτη σκιά του γίνεται ένα με τη νύχτα και το παρελθόν σμίγει με το μέλλον. Χαμήλωσε τα φώτα, κλείσε τα μάτια, βάλε το τραγούδι να παίξει… και αφέσου.

Και αυτό ήταν. Το “Frank’s Wild Years” ακολούθησε τον δικό του δρόμο μες στο σούρουπο.

Ο Τομ Γουέιτς σε δρόμο στη δεκαετία του 80

Πέρα από τον δρόμο της εμπορικότητας

Μετά την επιτυχία του “Rain Dogs” ο Tom Waits θα μπορούσε, θεωρητικά, να είχε κυκλοφορήσει κάποιον δίσκο ξέχειλο με ραδιοφωνικά χιτ – θα μπορούσε να είχε γίνει ένας ακόμα ροκ σταρ των καιρών, μαύρα γυαλιά, δερμάτινο τζάκετ και όλα. Διέθετε όλα τα συστατικά για κάτι τέτοιο. Και τι έκανε; Επέλεξε να κυκλοφορήσει το πιο αντιεμπορικό του άλμπουμ μέχρι τότε – και να εμβαθύνει ακόμα περισσότερο στις καλλιτεχνικές του ανησυχίες. Όχι μόνο δεν βάδισε στο μονοπάτι της εμπορικότητας, που έμοιαζε στρωμένο σαν χαλί στα πόδια του, μα ακολούθησε την αντίθετη κατεύθυνση.

Άξιο αναφοράς: Η μουσική του “Frank’s Wild Years” είναι λιγότερο “αμερικάνικη” συγκριτικά με όλους τους προηγούμενους δίσκους του: περιλαμβάνει σποραδικές πινελιές R’n’B (έμμεσες και μπολιασμένες με άφθονα άλλα συστατικά), ελάχιστη τζαζ και καθόλου ροκ. Η θεατρικότητα του δίσκου φέρνει περισσότερο στο νου εικόνες από κάποια παρηκμασμένη μπαρόκ σκηνή της κεντρικής Ευρώπης – ένα γαλλικό cabaret, ενδεχομένως, ή μια πολωνέζικη ταβέρνα.

Αν ήθελε, ο Waits θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει την πεπατημένη του star system. Είχε τα μέσα και έδειξε πως έχει και τον τρόπο. Επέλεξε να μην το κάνει καταμεσής της αστροφωτισμένης δεκαετίας του 80. Καταμεσής της εποχής του αναδυόμενου MTV, του χολιγουντιανού ονείρου, της κουλτούρας των γιάπηδων και των ροκ σταρ που μπούκωναν ασφυκτικά τα στάδια. Ο Waits επέλεξε ν’ ακολουθήσει άλλο δρόμο – τον δρόμο της προσωπικής του έκφρασης. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι άξιο θαυμασμού.

Tom Waits in 1986

Άλλη μία κινηματογραφική παρουσία: Ο λόγος για την ταινία “Ironweed” του 1987. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο δεν ήταν άλλος από τον Τζακ Νίκολσον – από τον οποίο ο Waits έμαθε πολλά. Όχι μόνο όσο αφορά τη στάση του μπροστά στη σκηνή – μα και τη στάση του στα παρασκήνια, την ικανότητά του να αντεπεξέρχεται στη φήμη, να φέρει πάνω του τα βάρη της δίχως να τον επηρεάζουν. Θέλει δύναμη για κάτι τέτοιο.

Στο μεταξύ, ο Waits προσπαθούσε να βρει μια ισορροπία ανάμεσα στις καλλιτεχνικές του επιδιώξεις και στον αναδυόμενο ρόλο του οικογενειάρχη. Δεν τα κατάφερνε πάντα. “Ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι τη μία στιγμή, μανιοκαταθλιπτικοί την επόμενη”, είχε πει. Κάποιες φορές επέστρεφε στο αλκοόλ, τον παλιό του δαίμονα. Το πιάνο άρχιζε πάλι τα ξενύχτια του – και άντε να το συνεφέρεις. Τέτοια σκαμπανεβάσματα είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ρουτίνας. “Η οικογενειακή ζωή είναι ένα happy ending σε μία πολύ κακογραμμένη ιστορία”.

Η στάση του απέναντι στα media και τους δημοσιογράφους παράδερνε μεταξύ καχυποψίας και ανοιχτής εχθρότητας. “Βλέπω τον τρόπο που πολύς κόσμος επικοινωνεί με τον Τύπο… Για μένα, μοιάζει λίγο λες και μιλάς με κάποιον μπάτσο”, είχε δηλώσει. Οι υποδείξεις σχετικά με την ταυτότητά του ως καλλιτέχνη, οι ερωτήσεις για την προσωπική του ζωή, η συνεχής προσπάθεια να τον εντάξουν κάτω από μια ορισμένη ταμπέλα, η προκατασκευασμένη φόρμουλα στην οποία “όφειλε” να εντάξει ο ίδιος τον εαυτό του – μία φόρμουλα που αναφέρεται στις απαιτήσεις των δισκογραφικών εταιρειών, στις απαιτήσεις των οπαδών, σε εκείνο που οφείλει να κάνει ώστε να ικανοποιεί τους μεν, εκείνο που οφείλει να κάνει ώστε να ικανοποιεί τους δε, στις κατάλληλες εμπορικές κινήσεις, στις χρήσιμες καλλιτεχνικές κινήσεις, στις σωστές δημόσιες σχέσεις, στην κατάλληλη και λιγότερο κατάλληλη εικόνα προς τα έξω… ε, δεν μας παρατάτε όλοι.

“Θυμώνω πολύ με κάποια πράγματα που βλέπω, μα για την ώρα τα κρατάω μέσα μου. Νομίζω όχι για πολύ όμως”. Μεταξύ άλλων, του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον η αναδυόμενη, στα χρόνια εκείνα, hip hop και ραπ σκηνή. Όπως είχε συμβεί με το Punk, μία δεκαετία νωρίτερα, δεν ήταν η μουσική καθεαυτή που τον ενδιέφερε τόσο (δεν θα συναντήσουμε ούτε ίχνος επιρροής στα τραγούδια του Waits), αλλά το attitude. Η νεανική σπίθα, ο αέρας του αντικομφορμισμού.

Να γιατί ο Waits ήταν πάντα ροκ, ακόμα και αν το μεγαλύτερο μέρος της μουσικής του δεν ακούγεται σαν ροκ. Όχι για τον ήχο και σίγουρα όχι για το ανόητο “party, women & drugs” φαντασιακό των ροκ σταρ της εποχής – μα για εκείνο που σηματοδότησε η αρχέγονη παρουσία της ροκ μουσικής, φτάνοντας στις μαύρες και φολκ ρίζες της: μια ρήξη και μια απογυμνωμένη μορφή προσωπικής έκφρασης.

Tom Waits in Down By Law

Ο Μαύρος Καβαλάρης

Είμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 80, ο Waits έχει αφήσει πίσω του έναν αξιομνημόνευτο ρόλο στην ταινία “Cold Feet” και προετοιμάζει ένα ιδιόμορφο μουσικό/θεατρικό project, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη της Avant-Garde Robert Wilson, πάνω σε κείμενα του William Burroughs. Η προοπτική της συνεργασίας με τον Μπάροουζ αφενός κολάκευε, αφετέρου φόβιζε τον Waits. Επρόκειτο για έναν από τους βασικούς λογοτεχνικούς εκφραστές της γενιάς των μπίτνικ: έναν απ’ τους συγγραφείς που έθεσαν τις βάσεις (παρέα με τον Κέρουακ και τον Άλεν Γκίνσμπεργκ) της λογοτεχνικής κουλτούρας που είχε διαποτίσει τον Waits όταν ήταν νεότερος – και είχε, ως ένα βαθμό, οικοδομήσει την πρωταρχική καλλιτεχνική του περσόνα.

Ευτυχώς για τον Waits, το αποτέλεσμα της επαφής ήταν θετικό – και το θεατρικό “The Black Rider” έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στο Αμβούργο της Γερμανίας – ναι, στη Γερμανία, όχι στις ΗΠΑ. Επρόκειτο για μια δουλειά εμποτισμένη απ’ το γερμανικό μουσικό και θεατρικό πνεύμα: σκέψου τον Kurt Weill και τον Hanns Eisler σε μουσική δωματίου, παιγμένη από κάποια ξεστρατισμένη μπάντα του δρόμου, εκεί στα χρόνια της δεκαετίας του 30. H γερμανική επιρροή δεν αφορά μόνο το μουσικό κομμάτι, μα και τη θεματολογία το έργου – ο “Μαύρος Καβαλάρης” είναι βασισμένος στη γερμανική λαϊκή ιστορία “Der Freischütz”.

Η συνεργασία με τον Robert Wilson έμοιαζε σχεδόν αποκαλυπτική για τον Waits. “Προσπαθούσαμε να βρούμε κάποια μουσική που θα μπορούσε να παρεισφρήσει, σαν όνειρο, στο δάσος των εικόνων του Wilson, να είναι αλλόκοτη, τρομακτική και εύθραυστη ταυτόχρονα”.

Robert Wilson, Tom Waits and William Burroughs during the The Black-Rider sessionsThe Black Rider musical, by Robert Wilson

Η ακροαστική εμπειρία του “Black Rider” (το οποίο ναι μεν γράφτηκε το 1990, μα κυκλοφόρησε τρία χρόνια αργότερα) μοιάζει περισσότερο με καταβύθιση σε κάποιον σκοτεινό λαβύρινθο. Ένας αλλοπαρμένος κόσμος, η φαντασίωση που ξεστράτισε στο χαμένο σταυροδρόμι των ονείρων, το φυγόκεντρο τραγούδι ενός πονόψυχου διεστραμμένου κλόουν, η λησμονημένη υπόσχεση κάποιου αρχέγονου σλαβικού χορού, μια πολυπλοκότερη – έως ακατανόητη – “Χώρα των Θαυμάτων”.

Δεν έχει νόημα να ξεχωρίσω μεμονωμένα τραγούδια – τα μεμονωμένα τραγούδια αφορούν τους “κανονικούς δίσκους”, και αυτός σίγουρα δεν είναι ένας “κανονικός δίσκος” – πόσο μάλλον ένας δίσκος που περιμένεις από έναν “ροκ σταρ”. Αν το “Frank’s Wild Years” διατηρεί ορισμένους δεσμούς με την ηπειρωτική μουσική χώρα, εδώ κόβουν τελείως τα σχοινιά – και το καράβι ξεχύνεται στο μουσικό Άγνωστο. Πέρα από την Αμερική, πέρα από τη μαζική αποδοχή, πέρα από τον χρόνο τον ίδιο. Ας απορεί ο Τύπος με τις επιλογές του καλλιτέχνη. Ο Waits χόρευε τους δικούς του αλλόκοτους χορούς, πέρα και έξω από τα βλέμματα του πλήθους, καταμεσής της δικής του ονειρικής (ή εφιαλτικής) βαλπουργιανής νύχτας.

Ton Waits during the Black Rider sessions, 1993

Αφέντη, αφέντη, κόμη Δράκουλα

Οι κινηματογραφικές παρουσίες του Waits είχαν πλέον πληθύνει, εκεί, στις αρχές των 90s – δεν θα τις ιχνηλατήσουμε όλες. Αξίζει όμως να σταθούμε στην αξέχαστη παρουσία του στο “Dracula” – την περίφημη κινηματογραφική επιστροφή του Francis Ford Coppola. Και, ναι, ο Waits ήθελε να υποδυθεί τον Renfield. “Είπα στον Φράνσις: Κάνε με να είμαι ο Renfield!” Μεταξύ όλων των ρόλων, εκείνος του έγκλειστου τρελού τον γοήτευε περισσότερο. Ο παράταιρος, ο περιθωριακός, ο ακατανόητος. Εκείνος που αντλεί απόλαυση στα σκοτεινά μεταίχμια των ονείρων.

Εκείνο που γνωρίζει λιγότερος κόσμος, είναι πως ο Waits δάνεισε τη φωνή του (ή, πιο σωστά, τους βρυχηθμούς του) στον πρωταγωνιστή Gary Oldman, τις στιγμές που ο κόμης Δράκουλας ανέδυε τα απειλητικά του βογγητά. Η εμπειρία της ηχογράφησης μουγκρητών πάνω στην αρχική φωνή, σύμφωνα με τα λόγια του Waits, έμοιαζε με “ραδιοφωνική πορνογραφία”.

Πέρα από τα μουγκρητά και τον τρόμο: μια αξιομνημόνευτη στιγμή από τα γυρίσματα του έργου, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Keanu Reeves: ο Waits να παίζει στο πιάνο το “Tom Traubert’s Blues”, με μοναδική ακροάτρια την Winona Ryder. Η τελευταία να κλαίει.

Το τραγούδι αυτό θα μπορούσε να μετατρέψει τον κόμη Δράκουλα σε Άγιο, μα την αλήθεια.

Tom Waits as Renfield in Dracula (1992)

Ηλεκτρικές κραυγές

Η μουσική σκηνή των 90’s έμοιαζε σαν ένα πελώριο ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Το αλλοτινό underground γινόταν mainstream, τα συγκροτήματα της νέας εποχής έμοιαζαν να ξερνάνε την διαχεόμενη κοινωνική αγανάκτηση και την αίσθηση προσωπικού κενού σε στίχους: είναι η ανάδυση της Generation X. Ήταν καιρός η μουσική του Waits ν’ αποκτήσει ένα νέο, σκοτεινότερο και σκληρότερο πρόσωπο. Ο λόγος για τον δίσκο “Bone Machine” του 1992 – μια χρονιά κομβική για έναν ακόμα λόγο: ήταν η χρόνια που ο Waits αποφάσισε να κόψει το ποτό.

Συχνά το ποτό έμοιαζε σαν αποκούμπι – η απώλειά του ξεγύμνωνε την πραγματικότητα. Ήταν καιρός για τον ίδιο να θέσει επί τάπητος κάποια σοβαρά ερωτήματα: Ποιος είμαι, τι επιθυμώ να κάνω, ποια η σχέση μου με τους ανθρώπους που με περιβάλλουν, ποια η σχέση μου με τη ζωή και τον θάνατο. Και πού στο διάολο πάει αυτός ο κόσμος. Δεν είναι τυχαίο πως οι στίχοι των τραγουδιών του νέου δίσκου ανήκουν στους σκοτεινότερους που έχει γράψει – μοιάζουν γυμνοί σαν σκελετός. Ο τίτλος του δίσκου είναι ενδεικτικός. Η θεματολογία πολλών τραγουδιών το ίδιο.

“Ήθελα να εξερευνήσω περισσότερους μηχανικούς ήχους, ολοένα και πιο πολλά πράγματα που δεν πηγάζουν από παραδοσιακά μουσικά όργανα. Είναι μια καλή εποχή για να γίνει κάτι τέτοιο, γιατί υπάρχουν πολλά σκουπίδια στον κόσμο που μπορώ να χρησιμοποιήσω, αντί να τ’ αφήσω να σκουριάζουν.” Δεν έχανε το χιούμορ του. Τα περισσότερα από τα τραγούδια του “Bone Machine” τα έγραψε σε συνεργασία με τη γυναίκα του. Όπως είπε: “είναι διαφορετικό πράγμα, να γράφεις τραγούδια μαζί με κάποιον άλλο. Αλλά εντάξει – αφού κάναμε παιδιά μαζί, μπορούμε να γράψουμε και τραγούδια μαζί”.

Bone Machine album, by Tom Waits

Αρχίζει ο δίσκος. “Earth Died Screaming”. Κρουστοί ήχοι που αντηχούν σαν κροτάλισμα κοκάλων. Μια μυστικιστική φωνή που εξαγγέλλει αποκαλυπτικούς στίχους. Και το ρεφρέν ξεπετάγεται σαν βόμβα: “And the Earth died screaming, while I lay dreaming… Dreaming of you.”

Η γη πνίγεται στις τελευταίες αναθυμιάσεις της ανθρώπινης κατάπτωσης. Όμως ο παράδεισος είναι ασφυκτικά γεμάτος – και στην κόλαση είσαι ανεπιθύμητος. Τι μένει; Ίσως να χορέψεις στα ερείπια της Αποκάλυψης, παρέα με τους σκελετούς. Ίσως να ονειρευτείς – ένα όνειρο για κάποια μάτια που φλογίζουν, όμοια με τη μεγάλη φωτιά στα πέρατα του κόσμου.

Το κομμάτι που ακολουθεί λέγεται “Dirt In The Ground” – και θρηνεί ό,τι απέμεινε μετά την καταστροφή. Χώμα και σκόνη. Και μια σκιερή φιγούρα που γυρίζει και μοιρολογεί τη μοίρα του ανθρώπου.

Βαρύ ξεκίνημα για τον δίσκο – ο Waits δικαιολογεί τον τίτλο του και ξεμπερδεύει με τους δαίμονές του – τους δαίμονες πολλών ανάμεσά μας.

Κι εκεί που βρίσκεσαι στο πάτωμα, έρχεται το “Such A Scream” από το πουθενά και σου πετάει έναν κουβά με παγωμένο νερό στο πρόσωπο. Αφού ξυπνάς καλά καλά, σε εκσφενδονίζει στον τοίχο και σε καρφώνει με σφυριά. Κι όμως – είναι ένα ερωτικό τραγούδι! Μια εκστατική εξομολόγηση του Waits στη γυναίκα του. Ένα μηχανικό σφυροκόπημα αγάπης συνοδευόμενο από ένα σπαστό σαξόφωνο και μια αγριεμένη κιθάρα. Άλλοτε ο Waits ψιθύριζε λόγια αγάπης στο μικρόφωνο – εδώ τα φτύνει.

Στο σχιζοφρενικό “All Stripped Down” ο Waits ακούγεται σχεδόν σαν τον Prince… αν ο τελευταίος είχε πάθει κάποιο ηλεκτροσόκ και τραγουδούσε κυριευμένος από μεγακύματα ηλεκτρικού ρεύματος. Γίνεται φανερό, εξάλλου, πως το “Bone Machine” είναι το πιο ηλεκτρισμένο άλμπουμ του Tom Waits μέχρι τώρα – όχι όμως με τη συμβατική έννοια του ηλεκτρικού ροκ. Οι πειραματικές διαθέσεις και τα μηχανοποιημένα ηχοχρώματα των τραγουδιών φέρουν μέσα τους την αντισυμβατική αισθητική του industrial – μα και τις επιρροές του Captain Beefheart.

Tom Waits, early Nineties

Το “Who Are You” χαμηλώνει την ένταση και θερμαίνει την ατμόσφαιρα – εδώ αναγνωρίζουμε ξανά έναν παλιό φίλο: τον Waits της ροκ μπαλάντας των 80s. Είχε χρόνια να γράψει ένα τραγούδι σε αυτό το στυλ. “Well I fell in love with your sailor’s mouth and your wounded eyes…”

Τα τραγούδια που ακολουθούν ξεχωρίζουν όλα, το ένα από το άλλο – το μουσικό ψηφιδωτό του Waits έχει φτάσει σε απροχώρητα πλέον επίπεδα. Στο “The Ocean Doesn’t Want Me” επανεμφανίζεται ο σκοτεινός μυθιστορηματικός αφηγητής (που τελευταία φορά είχαμε ακούσει στο “9th and Hennepin” του “Rain Dogs”) – και μας εξιστορεί την αφήγηση ενός ανεπιθύμητου: αν σκέφτεται να βυθιστεί για πάντα στον ωκεανό, να ξέρει πως ο ωκεανός δεν τον θέλει μέσα του. Το “Jesus Gonna Be Here” παρουσιάζει έναν Waits μεταμορφωμένο σε μαύρο τραγουδιστή της γκόσπελ. Μοιάζει βγαλμένο από την απέραντη αφροαμερικανική μουσική παράδοση – εκείνη που σμίγει τα γκόσπελ με τα μπλουζ, την ιερότητα με την πύρινη δαιμονική ενέργεια.

Nα και ένα κομμάτι με πολιτικό στίχο! “In the Colosseum” ο τίτλος του – ένα Κολοσσαίο των σύγχρονων καιρών, στην αιματηρή βαρβαρότητα του οποίου περιδρομιάζουν αχόρταγα πολιτικοί και όρνεα. Το “Murder In The Red Barn” είναι μια φονική ιστορία περιπλεγμένη στις νότες ενός μπάντζου. Το “A Little Rain”, με τη σειρά του, κάνει την έκπληξη: αυτό το κομμάτι μοιάζει βγαλμένο από τις παλιές μπαλάντες των 1970s – μέχρι και το γνώριμο κλασικό πιάνο του Waits κάνει την επανεμφάνισή του! Λίγο αργότερα το πιάνο επανεμφανίζεται στο “Whistle Down In The Wind”.

Αυτός είναι ο Tom Waits των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων.

Άφησα για το τέλος τα τρία (μαζί με το “Earth Died Screaming”) αγαπημένα μου τραγούδια του δίσκου: το “Goin’ Out West” είναι η πιο straight-in-your-face ροκ στιγμή του δίσκου – μελοποιημένη στύση. Στο “Black Wings” ο Waits μας αφηγείται, με μια υποβλητική, υπνωτιστική φωνή, την ιστορία ενός άλλου Καβαλάρη… εκείνον που όλοι γνωρίζουν και κανένας δεν γνωρίζει.

“When the moon is a cold chiseled dagger
And it’s sharp enough to draw blood from a stone
He rides through your dreams on a coach and horses
And the fenceposts in the moonlight look like bones”

Δεν χωράει αμφιβολία: το “Bone Machine” είναι ένας σκοτεινός δίσκος, ίσως ο σκοτεινότερος που έχει καταθέσει ο Tom Waits. Περισσότερα από τα μισά τραγούδια σχετίζονται με τον θάνατο, την απώλεια, ή τη βία…

…Κι όμως! Δες εκεί, να ξεπετάγεται σαν βλαστάρι στα ερείπια, ένα χαμίνι! Ένα αλητάκι τόσο δα, ένα πιτσιρίκι. Το χαμίνι παρατηρεί τον ξεπεσμένο κόσμο γύρω του: ανασαίνει τον βρώμικο αέρα, διαπιστώνει την απόλυτη έλλειψη λογικής, την ολική απουσία φαντασίας, τη γελοιότητα των τυποποιημένων αντιλήψεων και των προκατασκευασμένων αισθημάτων. Το παιδί ανασαίνει βαθιά, βήχει, βραχνιάζει… και εξεγείρεται.

Αν το να μεγαλώσω σημαίνει να γίνω σαν όλους εσάς… δεν θέλω να μεγαλώσω!

Η παρουσία αυτού του τραγουδιού στον δίσκο είναι τουλάχιστον συγκινητική – μοιάζει λες και τα φωτίζει όλα με ένα εντελώς δικό του φως. Ο Waits τραγουδάει και η φωνή του έχει μεταμορφωθεί για άλλη μία φορά – όμως εδώ δεν είναι ο Tom Waits που υποδύεται απλά έναν ρόλο… μα ο Tom Waits που έχει γίνει ξανά παιδί. Ένα μικρό παιδί με σκισμένα παντελόνια και μια ξεκούρδιστη κιθάρα που εξομολογείται: “I Don’t Wanna Grow Up“.

“When I’m lyin’ in my bed at night
I don’t wanna grow up
Nothin’ ever seems to turn out right
I don’t wanna grow up
How do you move in a world of fog
That’s always changing things
Makes me wish that I could be a dog
When I see the price that you pay
I don’t wanna grow up
I don’t ever wanna be that way
I don’t wanna grow up
Seems like folks turn into things
That they’d never want
The only thing to live for
Is today…
I’m gonna put a hole in my TV set
I don’t wanna grow up
Open up the medicine chest
And I don’t wanna grow up
I don’t wanna have to shout it out
I don’t want my hair to fall out
I don’t wanna be filled with doubt
I don’t wanna be a good boy scout
I don’t wanna have to learn to count
I don’t wanna have the biggest amount
I don’t wanna grow up…”

Bone Machine. Ένας δίσκος που μιλάει συχνά για τον θάνατο και την απώλεια. Ίσως όμως να μην είναι ο φυσικός θάνατος το πρόβλημα – μα ο άλλος θάνατος: εκείνος που παρασέρνει σε καθημερινή βάση τα πλήθη, σαν ψάρια στο ρεύμα κάποιου χείμαρρου. Ο καταπατητής της διαφορετικότητας, της δημιουργικότητας, της φαντασίας. Ο υπολογιστικός νους που κόβει, ράβει και πλασάρει μέτρα μέσων όρων – μέτρα κατάλληλα για φέρετρα, όχι ανθρώπους που ζουν και ανασαίνουν. Ο θάνατος ενός κόσμου που έχτισαν κάποιοι ενήλικες, ορισμένων αντιλήψεων και ορισμένων αξιών – και είπαν, ψευδολογώντας, «αυτό είναι η ζωή».

Όμως όχι, αυτός είναι ο κόσμος σας. Και δεν θέλω να μεγαλώσω και να γίνω μέρος αυτού του κόσμου – τραγουδά ο Waits. Η ζωή… η ζωή πρέπει να είναι κάτι άλλο.

Tom Waits jump with electric guitar

Αναζητώντας την Αλίκη

Ήταν ένα πρωινό που έμοιαζε με τα άλλα στο καφέ της γειτονιάς. Η σερβιτόρα έπαιρνε βιαστικές παραγγελίες, το άρωμα του καφέ άχνιζε μυρωδάτο στα φλιτζάνια – και ο Tom Waits ερχόταν καθυστερημένος, νυσταγμένος και με κακή διάθεση για να πιάσει μία θέση στο γωνιακό τραπέζι. Απέναντί του καθόταν ο Iggy Pop και παραδίπλα έστεκε ο Τζιμ Τζάρμους. Η κάμερα είχε την ένδειξη “on” – και το νέο πειραματικό φιλμ του Τζάρμους, τιτλοφορούμενο “Coffee and Cigarettes” έπαιρνε μορφή μπροστά στα μάτια τους. “Να είσαι ο εαυτός σου, μιλήστε για οτιδήποτε σας κατέβει”, είχε συμβουλέψει ο Τζάρμους τον Waits – γνωρίζοντας φυσικά ότι αυτό εμπεριείχε ένα κάποιο ρίσκο. “Ήξερα πως ήταν νωρίς το πρωί και ο Τομ βρισκόταν σε κακή διάθεση… Τελικά η διάθεσή του άλλαξε εντελώς, μα εγώ ήθελα να διατηρήσει κάποια από αυτήν την παρανοϊκή ψυχρότητα στο σενάριο”.

Το αποτέλεσμα δικαίωσε τις προσδοκίες του. Ο διάλογος μεταξύ Waits και Iggy Pop είναι απολαυστικός – και το μόνο που μένει για να νιώσεις πως κάθεσαι κι εσύ μαζί τους, στο ίδιο τραπέζι, και συζητάτε περί ανέμων και υδάτων, είναι το άρωμα του καφέ ν’ αναδύεται αχνιστό απ’ την οθόνη σου.

Tom Waits and Iggy Pop in Coffee and Cigarettes / Τομ Γουέιτς, Ίγκι Ποπ

Στο μεταξύ οι avant garde πειραματισμοί του “Black Rider” έβλεπαν το δισκογραφικό φως της μέρας – γεννώντας περισσότερα ερωτηματικά στον κόσμο, παρά δίνοντας απαντήσεις. Τι και αν το “Bone Machine” απέσπασε βραβείο Grammy για “το καλύτερο alternative άλμπουμ της χρονιάς” – ο Waits αποκάλυπτε στον κόσμο την αληθινή σημασία της λέξης “alternative”: πέρα και έξω από κάθε προσδοκία, μακριά από κάθε απόπειρα καλλιτεχνικής εγκόλπωσης. Αφού δεν είχε ακολουθήσει ως τώρα κάποιες σταθερές μουσικές ταμπέλες – δεν θα γινόταν ποτέ. Στην περίπτωση του Tom Waits, “alternative” θα μπορούσε να εννοηθεί μόνο ως: «οτιδήποτε δεν μπορούμε να ταξινομήσουμε και να κατονομάσουμε αλλιώς».

Τι να τις κάνεις εξάλλου τις ταμπέλες όταν έχεις πέσει στην τρύπα του κουνελιού – εκεί όπου συμβατικές λέξεις όπως “πάνω” και “κάτω”, “σωστό” και “λάθος”, “αληθινό” και “φανταστικό” χάνουν πια τη σημασία τους. Μην έχεις καμία αμφιβολία, φίλε αναγνώστη – ο Waits κάποια μέρα έπεσε στην τρύπα του κουνελιού και συνοδοιπόρος του ήταν για άλλη μία φορά ο Robert Wilson. Ήταν ιδέα του τελευταίου να δημιουργήσουν ένα νέο μουσικοθεατρικό έργο με θέμα του την “Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων”… Και έτσι γεννήθηκε το “Alice”. Πρώτα σαν musical, κάποια χρόνια μετά (στις αρχές των 00s) σαν δίσκος.

Ας σκιαγραφήσουμε, λοιπόν, το “Alice”, παραστρατώντας ελαφρώς απ’ τη χρονολογική πορεία μας: ναι μεν κυκλοφόρησε αργότερα σαν δίσκος, όμως το μουσικοθεατρικό έργο πάνω στο οποίο βασίστηκε ανήκει σε αυτή τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε. Αργότερα ο Waits θα χαρακτήριζε τα τραγούδια του έργου σαν “ενήλικα τραγούδια για παιδιά, ή τραγούδια παιδιών για ενήλικες… μια οδύσσεια ονειρικής λογικής και ανοησίας”. Εδώ που τα λέμε, μια αντίστοιχη οδύσσεια (μεταμφιεσμένη σε παιδικό βιβλίο) αποτελεί και το δίπολο μυθιστορημάτων του Λιούις Κάρολ με ηρωίδα την Αλίκη.

Alice, by Robert Wilson

Στο αυθεντικό θεατρικό των Wilson & Waits κάθε τραγούδι ερμηνευόταν και από έναν διαφορετικό χαρακτήρα των βιβλίων του Λιούις Κάρολ… Έτσι λοιπόν το ομότιτλο “Alice” ερμηνεύεται από το Λευκό Κουνέλι (τον μακρινό και πολύ αγαπητό μου ξάδερφο). Το “Table Top Joe” ερμηνεύεται από την Κάμπια, ενώ το “Everything you can think of is true” από τον Λευκό Ιππότη. Όσο αφορά το περίφημο “Kommienezuspadt”, με τα φρενήρη και ακατανόητα φωνητικά του – δεν είναι παρά μια επανερμηνεία του Waits στο εξίσου ακατανόητο και ξακουστό ποίημα του “Jabberwocky” από την “Αλίκη μέσα από τον Καθρέφτη”.

Η παρουσία της κιθάρας είναι σχεδόν ανύπαρκτη στον δίσκο. “Όλο αυτό το πράγμα με την ηλεκτρική κιθάρα έχει χρησιμοποιηθεί υπερβολικά πολύ – σχεδόν μοιάζει λες και είναι η δύναμη που καθοδηγεί όλη τη σύγχρονη δημοφιλή μουσική. Χωρίς αυτήν αναρωτιέμαι πώς θα ηχούσε η μουσική του κόσμου”, είχε πει ο Waits. Τέτοια βέβαια έλεγε στις αρχές των 00’s – αναρωτιέμαι ποια θα ήταν η γνώμη του για ορισμένα νεότερα σε μας μουσικά ρεύματα – που όχι μόνο κιθάρα δεν έχουν, μα δεν έχουν καν μουσική. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό.

Το “Alice”, σαν δίσκος, είναι θεατρικός, ταξιδιάρικος, ονειρικός. Ένα roller coaster σε κάποιο παραστρατημένο, ξεχασμένο από τον κόσμο και τον χρόνο, καρναβάλι. Το ομώνυμο “Alice” μοιάζει με νανούρισμα. Το “Everything you can think of is true” είναι ο θαυματοποιός που ξετυλίγει μπροστά στα μάτια σου το πέπλο της ψευδαίσθησης. Το “No One Knows I’m Gone” είναι η εξομολόγηση της ίδιας της Αλίκης – και τραγουδιέται από την Αλίκη στο μουσικοθεατρικό έργο. Το “Kommienezuspadt” είναι η στιγμή που ο Kurt Weill συνάντησε τον Lewis Carroll – και προσδέθηκαν αμφότεροι στο βαγονέτο ενός διεστραμμένου λούνα παρκ. To “Table Top Joe” φέρει την ανέμελη αισθητική ενός νυχτερινού jazz-lounge bar. Το “Watch Her Disappear” είναι η εξομολόγηση της νυχτερινής φαντασίωσης ενός ηδονοβλεψία: “Last night I dreamed that I was dreaming of you”. Όσο αφορά το “We’ re All Mad Here” – ε, θα υπήρχε κι ένα τραγούδι με αυτόν τον τίτλο!

Το “Fish and Bird” αποτελεί μια μυθική παραβολή για ένα πουλί που ερωτεύτηκε μια φάλαινα. Ένα τραγούδι για τον αδύνατο να πραγματοποιηθεί έρωτα, το οποίο ερμηνεύει ο Λευκός Ιππότης στην Αλίκη στο αυθεντικό έργο. Μία από τις πολλές αναφορές στον ίδιο τον Λιούις Κάρολ. “Φαντάζομαι εκείνη τη βικτωριανή ατμόσφαιρα και προσπαθώ να εξερευνήσω τη φύση της εμμονής, όχι μόνο στο δικό του μυαλό, μα για κάθε μορφή ερωτικού δεσμού”, είχε πει ο Waits.

“He said, ‘You cannot live in the ocean’
And she said to him
‘You never can live in the sky’
But the ocean is filled with tears
And the sea turns into a mirror
There’s a whale in the moon when it’s clear
And a bird on the tide”

Τελευταίο τραγούδι του δίσκου είναι το “Barcarolle”. Μία ερωτική εξομολόγηση για εκείνο που ποτέ δεν υπήρξε, ή δεν μπορεί να υπάρξει. Και το καράβι σαλπάρει μακριά και το όνειρο παραδίνεται στον αχνό της ομίχλης.

Alice album by Tom Waits

Ain’t Nothing but the Blues

Το “Bone Machine” είχε κυκλοφορήσει το 1992. Ο επόμενος δίσκος του Waits, “Mule Variations”, κυκλοφόρησε το 1999. Πολλά χρόνια ανάμεσά τους – ο λόγος; H ζωή με τρία παιδιά! Ναι – ο Waits ήταν πια χαζομπαμπάς τριών παιδιών και διαπίστωνε πως αυτή η πραγματικότητα δεν ήταν απαραίτητα ευκολότερη, συγκριτικά με εκείνη της ξέφρενης νιότης του. Όταν μια μέρα τον ρώτησαν ποιο ήταν το σκληρότερο πράγμα που αντιμετώπισε ποτέ, ο Waits (ο ίδιος Waits που είχε ζήσει τον αλκοολισμό και τη μποέμικη περιθωριακή ζωή στα άκρα) απάντησε: “το σκληρότερο είναι να μεγαλώνεις παιδιά, να είσαι ενήλικας, να ζεις στον πραγματικό κόσμο, να πληρώνεις λογαριασμούς, να κουβαλάς σπίτι τα ψώνια, να έχεις ευθύνες”.

Και έτσι για ένα διάστημα ο Waits παραδόθηκε στον κυκεώνα της πραγματικότητας. Ούτε συναυλίες, ούτε ταινίες, τίποτα απολύτως. Όμως κάποια στιγμή θα έφτανε πάλι η ώρα για νέες μουσικές – το ήξεραν όλοι. Και αν το αποτέλεσμα φέρει τη σφραγίδα που ονομάστηκε “Mule Variations” – χαλάλι η όποια καθυστέρηση και οι υποχρεώσεις της οικογενειακής ζωής.

Το “Mule Variations” είναι αναμφίβολα ο πιο blues δίσκος του Tom Waits. Τον καιρό που έγραφε τα τραγούδια είχε παραδοθεί στην εξερεύνηση των πρώιμων μπλουζ του Δέλτα της δεκαετίας του 30 και του 40 – στην αναδίφηση μουσικών όπως ο Leadbelly, ο Skip James, ο Charley Patton, ο Son House. Αυτά δεν ήταν τα εξηλεκτρισμένα μπλουζ που επηρέασαν τους ροκάδες της δεκαετίας του 60 και του 70 – άλλα τα παλιότερα, πιο αρχέγονα μπλουζ, φέροντας βαθιά μέσα τους τον σκονισμένο αέρα του παλιού Μισισιπή, ιδωμένα όμως από τη νεότερη οπτική του Waits: η αναβίωση του παλιού μέσα απ’ το καινούργιο, όμοιες ρίζες που ανθοβολούν σε νέα, παράξενα φυτά.

Mule Variations, album by Tom Waits

Ο δίσκος αρχίζει, λάβε θέσεις: “Big In Japan“. Θα λικνιστείς στο ρυθμό του. Σαν να ξεπετάχτηκε από κάπου ο μπόμπιρας του “I Don’t Wanna Grow Up” και κορδώνεται καμαρωτός για την επιτυχία του όχι στην πατρίδα του, μα στη μακρινή Ιαπωνία – μην έχεις αμφιβολία: το τραγούδι είναι σατιρικό.

“Lowside On The Road“. Να τες οι αρχέγονες μπλουζ αναφορές που λέγαμε. Ένα τραγούδι που αποπνέει καταχνιά και σκόνη. Εικόνες ερειπωμένων δρόμων, μοναχικών οδοιπόρων, εγκαταλελειμμένων πολιτειών στα πέρατα του χρόνου. Θα ακολουθήσουν κι άλλα σαν αυτό.

“Hold On“. Τραγούδι που μας επαναφέρει στις περισσότερο πιασάρικες στιγμές του “Rain Dogs” και του “Heartattack And Vine”, δεκαπέντε χρόνια πριν – και μία από τις πιο αγαπησιάρικες στιγμές του δίσκου.

“Get Behind The Mule”. Το τραγούδι που δανείζει, μερικώς παραλλαγμένο, το όνομά του στο άλμπουμ. Από κάπου βαθιά αντηχεί μια φυσαρμόνικα και μια σκηνή ξετυλίγεται στη φαντασία μας: εύκολα φαντάζεσαι τον Waits να κάθεται στο περβάζι ενός παλιού σιδηροδρομικού σταθμού, στη σκιά ενός ξηρού απομεσήμερου, στα βάθη του αμερικανικού Νότου, μία ξεχαρβαλωμένη κιθάρα στο χέρι του… και μια παρέα μαύρων του παλιού καιρού, ντυμένων με κουρέλια, να τον συνοδεύει στα κρουστά και τη φυσαρμόνικα – αναδημιουργώντας τα αρχέγονα μπλουζ, τον ήχο από τον όποιο ξεκίνησαν όλα.

Το “Cold Water” δεν είναι παρά το αιώνιο παράπονο του περιθωριακού, ντυμένο σε μουσική και στίχους. Μοιάζει με παιδικό τραγουδάκι – παραμορφωμένο από την ταλαίπωρη οπτική ενός κατατρεγμένου ενήλικα.

Με το “What’s He Building?” ο Waits επαναφέρει το αφηγηματικό, νουάρ, σχεδόν απόκρυφο στυλ που είχε καθιερώσει πολλά χρόνια πριν. Μία αφήγηση που γεννάει ερωτήματα και δεν δίνει απαντήσεις – και μια ματιά στο κρυμμένο, παρανοϊκό, μόνιμα καχύποπτο πρόσωπο της αστικής Αμερικής. Μια κοινωνία που υποψιάζεται τους πάντες για τα πάντα – και ηδονίζεται παρακολουθώντας τους μέσα από την κλειδαρότρυπα. Και αυτό στα τέλη των 90’s. Σκέψου τι θα έλεγε στη σημερινή εποχή.

Τομ Γουέιτς σε λάιβ εμφάνιση

“Black Market Baby” – το κομμάτι που θυμίζει περισσότερο από τα άλλα τις μουσικές του “Alice”. Μυστήριο και ονειρικό, ακροβατώντας στα όρια μεταξύ παραμυθιού και εφιάλτη. Το “Eyeball Kid” συμπυκνώνει τέλεια τη μουσική του Waits: σου θυμίζει κάτι που έχεις ακούσει ξανά, μόνο που δεν έχεις ακούσει ποτέ ξανά κάτι σαν αυτό. Το “Picture In A Frame” επαναφέρει το γνώριμο κλασικό πιάνο – για λίγο μοιάζει λες και πήγαμε πάλι στη δεκαετία του 70.

Ακολουθεί ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του δίσκου: “Chocolate Jesus“. “Kάποιος θα το χαρακτήριζε βλάσφημο”, είχε πει ο Waits, “μα στην πραγματικότητα φέρει μια δική του αρχέγονη πνευματική διάθεση”. Αν αγαπάς τη σοκολάτα… δεν γίνεται να μην αγαπήσεις ένα τραγούδι που την τοποθετεί ψηλότερα από τον Χριστό τον ίδιο.

Ακολουθεί το υπέροχο “Georgia Lee”. Όσο όμορφο, άλλο τόσο θλιβερό – καθώς η Georgia Lee ήταν μια πραγματική κοπέλα που έχασε τη ζωή της, μόλις 12 χρόνων. Θέλοντας να μας ανεβάσει τη διάθεση, έρχεται στη σειρά το “Filipino Box Spring Hog” – ένας blues rock κυκεώνας.

Πλησιάζουμε στο τέλος: “Take It With Me“. Ίσως η τρυφερότερη στιγμή του δίσκου, μια κατάθεση παντοτινής αγάπης. Ένα τραγούδι που ο Τομ έγραψε από κοινού, παρέα με την γυναίκα του Kathleen – τον άνθρωπο που τον βοήθησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ν’ αντιπαλέψει τους προσωπικούς του δαίμονες. Ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί αν ο Τομ δεν είχε γνωρίσει τυχαία την Κάτλιν εκείνη την ημέρα, καταμεσής μιας από τις σκοτεινότερες περιόδους του (όπως περιγράψαμε αναλυτικά στο 3ο μέρος του αφιερώματος). Η Κάτλιν αφουγκράστηκε όχι μόνο τις συναισθηματικές, μα και τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του Τομ – και συνέβαλε καθοριστικά στο να ενισχύσει εκείνη τη γνήσια δημιουργική πλευρά του, φέρνοντάς τον σε επαφή με άφθονα ακούσματα και επιρροές, εμπλουτίζοντας ακόμα περισσότερο το ρεπερτόριό του.

Κάποια ζευγάρια δεν φέρνουν καλό αποτέλεσμα στα ζάρια – ίσως τα περισσότερα. Όμως στην περίπτωση του Τομ και της Κάτλιν, μπορούμε να πούμε πως το παιχνίδι είχε αίσιο τέλος.

Tom Waits and Kathleen BrennanTom Waits and Kathleen Brennan

Ο δίσκος κλείνει με το “Come On Up To The House” – ένα τραγούδι που φέρνει κατά νου μουσική gospel… Μια πρόσκληση ομαδικής κατάνυξης, μια υπενθύμιση της παροδικότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, μια παρακίνηση να βάλεις στην άκρη τη μοναξιά σου και να γίνεις ένα με τη συντροφιά της γιορτής: με όλους εμάς. Όλους εμάς που κόβουμε φεγγαράκια από χαρτί και τ’ αγναντεύουμε τις νύχτες με ομίχλη.

Να μαζευτούμε, να πιούμε, να γιορτάσουμε, να τραγουδήσουμε τα πιο όμορφα τραγούδια μας… μέχρι να τελειώσει ο δίσκος, μέχρι να σκορπίσουν οι φωνές, μέχρι να χαθούν οι μουσικές… μέχρι την τελευταία μας νότα.

Και ο δίσκος τελειώνει.

Αυτό ήταν το “Mule Variations” – ένας από τους πιο πετυχημένους εμπορικά δίσκους του Waits, ο οποίος – παρεμπιπτόντως – του χάρισε ένα ακόμα Grammy: Αυτή τη φορά για “το καλύτερο σύγχρονο folk album” – ό,τι και αν σημαίνει αυτό για τα δεδομένα του Tom Waits. Μεταξύ μας, και απ’ όσα διαβάσαμε ως τώρα… ξέρουμε πως δεν σημαίνει και πολλά.

Tom Waits live in 2008

Επίλογος

Κι εδώ επιλέγω να κλείσω αυτό το αφιέρωμα. Μπροστά μας έχουμε τους δίσκους των 00s, και ίσως επανέλθουμε, ίσως όχι – η πορεία θα δείξει. Το βιογραφικό κομμάτι, πάντως, εδώ τελειώνει από την πλευρά μου. Κύρια πηγή των πληροφοριών για τη βιογραφία και τις συνεντεύξεις του Waits ήταν το βιβλίο “Lowside of the Road – A Life of Tom Waits” του Barney Hoskyns, το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα σε όσους θέλουν να εμβαθύνουν στην πορεία του.

Κλείνοντας, να αναφέρω πως ξεκίνησα να παρουσιάζω αυτή τη σειρά αφιερωμάτων το 2021, καταμεσής της καραντίνας. Τη στιγμή αυτή που γράφω είμαστε στο 2025 και πολλά έχουν αλλάξει – όχι όμως η αγάπη μου για τη μουσική του Tom Waits. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κατέθεσα τόσα και τόσα σε αυτή τη σειρά αφιερωμάτων: ιστορική αναδρομή, αποσπάσματα συνεντεύξεων, παρουσίαση δίσκων… όλα με τον τρόπο μου, αναλυτικά και μυθιστορηματικά. Ήθελα να κατέχει μια ξεχωριστή θέση, εδώ στο διαδικτυακό μου Λαγούμι, αυτός ο καλλιτέχνης.

Εύχομαι, φίλε αναγνώστη και συνοδοιπόρε, να χάρηκες τη διαδρομή. Παραθέτω για άλλη μια φορά, κλείνοντας, τους συνδέσμους για τα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος.

Με το καλό να τα πούμε και σε άλλες περιπλανήσεις σαν αυτή. Να πιούμε ένα ποτό και να μιλήσουμε για όσα χάθηκαν – και όσα θέλουμε να έρθουν. “And we’ll laugh at that old bloodshot moon in that burgundy sky.”

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 1: Τα πρώτα χρόνια

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 2: Blue Valentines

Η ιστορία του Tom Waits, μέρος 3: Σκυλιά της Βροχής

@Παρουσίαση: Το Φονικό Κουνέλι, 2021-25

The post Η ιστορία του Tom Waits… μέρος 4: Τα ηλεκτρικά nineties appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/tom-waits-story-the-electric-nineties/feed/ 0
Ευχαριστούμε, Τομ Ρόμπινς https://tofonikokouneli.com/thank-you-tom-robbins/ https://tofonikokouneli.com/thank-you-tom-robbins/#comments Mon, 10 Feb 2025 21:05:44 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11629 Ο κόσμος μας έγινε λίγο πιο φτωχός και – αλίμονο – ακόμα πιο σοβαρός απ’ ότι ήταν. Ένας μικρός χαιρετισμός στον άνθρωπο που μας έδειξε πόσο αρμονικά συνδυάζονται το γέλιο, η τόλμη, η κοινωνική κριτική και η μαεστρία των λέξεων. Πάνω απ’ όλα: η απεικόνιση της ζωής στην ύψιστη χαρά και απόλαυσή της. Σα να…
Read more

The post Ευχαριστούμε, Τομ Ρόμπινς appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Ο κόσμος μας έγινε λίγο πιο φτωχός και – αλίμονο – ακόμα πιο σοβαρός απ’ ότι ήταν. Ένας μικρός χαιρετισμός στον άνθρωπο που μας έδειξε πόσο αρμονικά συνδυάζονται το γέλιο, η τόλμη, η κοινωνική κριτική και η μαεστρία των λέξεων. Πάνω απ’ όλα: η απεικόνιση της ζωής στην ύψιστη χαρά και απόλαυσή της. Σα να έφυγε ένας φίλος νιώθω – κάτι που μπορώ να το πω για ελάχιστους συγγραφείς ή καλλιτέχνες.

Ένα αφιέρωμα, λοιπόν, στο οποίο παραθέτω ορισμένα από τα ωραιότερα αποσπάσματα βιβλίων του Τομ Ρόμπινς – κείμενα του οποίου τόσες και τόσες φορές έχω μοιραστεί μέσα από αυτή τη σελίδα στο παρελθόν… και θα συνεχίσω να μοιράζομαι. Κι αυτό διότι κόντρα στον φόβο, την παραίτηση, τη μιζέρια και την παθητικότητα, ο Τομ Ρόμπινς μας θυμίζει πως ζωή δίχως ελευθερία και τόλμη δεν αξίζει. Με τα λόγια του: «Παράδεισος είναι το να ζεις μέσα στις ελπίδες σου και Κόλαση είναι το να ζεις μέσα στους φόβους σου. Και εξαρτάται απ’ τον καθένα τι απ’ τα δύο θα διαλέξει».

Ευχαριστούμε, Τομ. Θα προσπαθήσουμε να ζήσουμε, να δημιουργούμε και να χαμογελάμε, κόντρα στη μιζέρια, την κακοήθεια και τη σοβαροφάνεια των καιρών. Οι Τρυποκάρυδοι θα συνεχίσουν τις ηδονόφιλες πτήσεις τους, η Κούδρα και ο Αλομπάρ θα μας υπενθυμίσουν για άλλη μια φορά τη σχετικότητα του χρόνου και οι Καουμπόισσες θα μελαγχολήσουν λίγο… μα δεν θα το βάλουν κάτω.

«Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω»

«Σίγουρα, στον κόσμο υπάρχει πολλή δυστυχία, αλλά υπάρχει και αρκετή απόλαυση. Αν κάποιος αποδιώξει την απόλαυση για ν’ αποφύγει τη δυστυχία, τότε τι έχει κερδίσει; Μια ζωή δίχως δυστυχία και δίχως ευχαρίστηση είναι μια ουδέτερη, άδεια ζωή, είναι το τίποτα του κενού […] Το να επιζητείς πραγματικά τη μηδαμινότητα του τίποτα είναι χειρότερο κι από ήττα. Είναι στενοκαρδία, είναι μια ατιμωτική υποχώρηση και παράδοση άνευ όρων. Σαν τα μωρά παιδιά που φοβούνται τόσο πολύ τον πόνο, ώστε απορρίπτουν τα μύρια γλυκά θαύματα της ζωής για να προστατευθούν από το πλήγωμα. Πώς μπορείς να σεβαστείς μια τέτοια αδυναμία, πώς μπορείς να θαυμάσεις έναν άνθρωπο που συνειδητά ενστερνίζεται την κενότητα, τη μετριότητα και την ασφάλεια, αντί να ρισκάρει την πιθανή οδύνη που μπορεί να προκύψει από κάποιες απογοητεύσεις; […]

Αν η επιθυμία προκαλεί οδύνες, ίσως αυτό να γίνεται επειδή δεν επιθυμούμε με σύνεση, ή επειδή είμαστε αδέξιοι στο να αποκτήσουμε εκείνο που επιθυμούμε. Αντί να κρυβόμαστε μέσα σ’ ένα πέπλο από προσευχές χτίζοντας τοίχους ολόγυρά μας, ενάντια στον πειρασμό, γιατί να μην γινόμαστε πιο επιδέξιοι στην εκπλήρωση της επιθυμίας; Η σωτηρία είναι για τους αδύναμους, αυτό τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Δε τη θέλω τη σωτηρία. Εγώ θέλω ζωή, ζωή στην πληρότητά της, τόσο τη μιζέρια της, όσο και το μεγαλείο της.

Αν οι θεοί φορολογούν την έκσταση, είμαι πρόθυμος να πληρώσω. Αλλά και σε κάθε ευκαιρία, θα διαμαρτυρηθώ για τους φόρους τους, κι αν ο Οντίν, ή ο Σίβα, ή ο Βούδας, ή αυτός ο – πως τον λένε; – ο Χριστιανός, δε δεχτούν τη διαμαρτυρία μου, τότε κι εγώ θα δεχτώ την οργή τους. Στο κάτω κάτω, θα έχω γευτεί αυτό το συμπόσιο που έχουν απλώσει μπροστά μου, πάνω σ’ αυτόν τον πλούσιο, στρογγυλό πλανήτη, αντί ν’ απομακρύνομαι σαν φαφούτης γερολαγός. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα πιο απολαυστικά πράγματα της ζωής απλώθηκαν μπροστά μας, μόνο και μόνο για να μας βάλουν σε δοκιμασία και να κάνουν ακόμα πιο δύσκολη την απόκτηση του μεγάλου βραβείου: της ασφάλειας του τίποτα. Ένα τέτοιο φτηνό παιχνίδι με τη ζωή είναι ανάξιο, τόσο για τον άνθρωπο, όσο και για τους θεούς.»

[Από το «Άρωμα του Ονείρου», μτφ: Γ. Κωστόπουλος]

Εσύ λοιπόν πως θα αντιδρούσες;

«Υποθέστε ότι ένα πρωί ξυπνούσατε μ’ ένα παράξενο και ανήσυχο συναίσθημα, λες και ο κόσμος, την ώρα που κοιμόσαστε, είχε γείρει λιγάκι. Σηκώνεστε από το κρεβάτι και βρίσκετε τα συρτάρια της τουαλέτας σας να είναι λιγάκι ανοιχτά και μέσα στο ντουλαπάκι του φαρμακείου, τα μπουκαλάκια με τα φάρμακα πεσμένα κάτω (παρ’ όλο που ούτε εσείς ούτε κανένας άλλος μέσα στο σπίτι δεν είχε σηκωθεί τη νύχτα για να πάρει από το ντουλαπάκι ασπιρίνη, προφυλαχτικά ή βαζελίνη). Βλέπετε ακόμη ότι οι πίνακες που κρέμονται στους τοίχους, τα αμπαζούρ των πορτατίφ και τα βιβλία στη βιβλιοθήκη έχουν στραβώσει λιγάκι. Έξω από το σπίτι, τα μεγαλύτερα κτήρια γέρνουν αλά Πίζα, ή, αν μένετε στην εξοχή, βλέπετε ότι τα ποτάμια τρέχουν λιγάκι έξω από την κοίτη τους κι ότι τα δέντρα γέρνουν κι αυτά χωρίς εξαίρεση.

Ποια θα ήταν η αντίδρασή σας σε ένα τέτοιο φαινόμενο; Απαντήστε ειλικρινά και σοβαρά. Πως θα νιώθατε; Θα σας έπιανε φόβος; Σύγχυση; Απορία και άγχος; Θα τηλεφωνούσατε στην αστυνομία; Θα κάνατε την προσευχή σας; Ή θα περιμένατε μουδιασμένοι μια εξήγηση, μη θέλοντας να προσπαθήσετε να αναλύσετε αυτό το γεγονός, ή ακόμη και να το ζήσετε με όλα σας τα συναισθήματα μέχρι να διαβάσετε τις εφημερίδες, να ακούσετε τις ειδήσεις, να ακούσετε πως εξηγούν αυτή την κλίση οι ειδικοί από τα πανεπιστήμια, πριν μάθετε πως σκοπεύει να την αντιμετωπίσει το Πεντάγωνο, πριν σας καθησυχάσει ο Πρόεδρος, που μάλιστα μπορεί να επιμένει, όπως κάνουν οι Πρόεδροι, ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα;

Ή, αντί για φόβο, σύγχυση και αγωνία, ή, παράλληλα με το φόβο, τη σύγχυση και την αγωνία, θα νιώθατε μια έντονη παρόρμηση να ξεχάσετε αυτό που είχε συμβεί και να ξαναγυρίσετε και πάλι κανονικά στις δουλειές σας;

Ή, παράλληλα με την έντονη παρόρμηση να ξεχάσετε αυτό που είχε συμβεί και να ξαναγυρίσετε κανονικά στις δουλειές σας, μήπως θα νιώθατε ακόμη μια λαμπρή αίσθηση χαράς, ακατονόμαστη και αδικαιολόγητη, να γαργαλάει τη σπονδυλική σας στήλη; Μήπως θα νιώθατε κατά ένα παράξενο τρόπο να σας συνεπαίρνει αυτό το συναίσθημα της χαράς – να σας συνεπαίρνει, ίσως, επειδή μέσα σε ένα λογικό κόσμο όπου ακόμη και οι καταστροφές είναι κάτι το οικείο και πλησιάζουν να γίνουν ρουτίνα, επιτέλους είχε συμβεί κάτι που μοιάζει σχεδόν σαν να ‘χει βγει από παραμύθι;»

[Από το «Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν», μτφ: Γ. Κωστόπουλος/Γ. Μπαρουξής]

Οι ελπίδες και οι φόβοι μας

«Ένα μεγάλο μέρος της ζωής, τελικά, ανάγεται στο ερώτημα αν κάποιος μπορεί να πραγματοποιήσει τις φαντασιώσεις του, ή αλλιώς να καταλήξει να επιβιώσει μόνο μέσα από συμβιβασμούς που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. Εγώ πιστεύω ότι ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι εδώ, πάνω στη Γη. Παράδεισος είναι το να ζεις μέσα στις ελπίδες σου και Κόλαση είναι το να ζεις μέσα στους φόβους σου. Και εξαρτάται απ’ τον καθένα τι απ’ τα δύο θα διαλέξει».

Η Τζέλυ σταμάτησε για λίγο. «Κάποτε το είπα αυτό στον Τσινκ κι εκείνος μου είπε, “Κάθε φόβος είναι εν μέρει ελπίδα και κάθε ελπίδα είναι εν μέρει φόβος – πάψε να χωρίζεις τα πράγματα και να παίρνεις τη μία ή την άλλη πλευρά”. Ορίστε, όλο κάτι τέτοια λέει ο Τσινκ. Εσύ τι νομίζεις;»

[Από το «Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν», μτφ: Γ. Κωστόπουλος/Γ. Μπαρουξής]

Αποτυχία με στυλ

«Δυο τουλάχιστον ασθενείς είχαν πάρει από τον Δρα Ρόμπινς την ακόλουθη συμβουλή: «Ώστε νομίζεις ότι είσαι μια αποτυχία, ε; Ε, λοιπόν, μάλλον είσαι. Τι το κακό βλέπεις σ’ αυτό; Πρώτα πρώτα, αν είχες μια στάλα νιονιό, θα έπρεπε να έχεις μάθει πια ότι τους θριάμβους μας τους πληρώνουμε το ίδιο ακριβά με τις αποτυχίες μας. Συνέχισε λοιπόν να αποτυγχάνεις. Αλλά να αποτυγχάνεις με φινέτσα, να αποτυγχάνεις με χάρη, να αποτυγχάνεις με στυλ. Μια μέτρια αποτυχία είναι εξίσου ανυπόφορη με μια μέτρια επιτυχία. Αγκάλιασε την αποτυχία! Αναζήτησε την. Μάθε να την αγαπάς. Αυτός μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος για να καταφέρουμε ποτέ να γίνουμε ελεύθεροι».

[Από το «Ακόμα και οι Καουμπόισσες Μελαγχολούν», μτφ: Γ. Κωστόπουλος/Γ. Μπαρουξής]

Θρησκεία και Θείο

«Η θρησκεία είναι μια προσπάθεια προσδιορισμού και δέσμευσης του θεϊκού. Το Θείο βρίσκεται σε αιώνια ροή και αλλαγή, κινείται συνέχεια, αλλάζει μορφή. Αυτή είναι η φύση του. Είναι απόλυτο, όπως λένε, αλλά το στοιχείο της απολυτότητας το οποίο το διακρίνει είναι εκείνο της απόλυτης κινητικότητας. Είναι απόλυτα κινητό· απόλυτα υπερβατικό· απόλυτα εύκαμπτο· απόλυτα απρόσωπο. Έχει τις όψεις του θεού και της θεάς, αλλά, σε τελική ανάλυση, δεν είναι αρσενικό ή θηλυκό, με τον ίδιο τρόπο που δεν είναι άστρο ή κατσαβίδι. Είναι το σύνολο όλων αυτών των πραγμάτων, αλλά το σύνολο αυτό δεν μπορεί ποτέ να καταγραφεί στον πίνακα. Το Θεϊκό είναι πέρα από περιγραφές, πέρα από τη γνώση, πέρα από την κατανόηση. Η καλύτερη προσέγγιση ενός ορισμού που θα μπορούσαμε να δώσουμε θα ήταν να πούμε ότι το Θείο είναι Δημιουργία διαιρούμενη από Καταστροφή. Αλλά η μικρότητα της ψυχής, η ανεπάρκεια του πνεύματος, δεν μπορούν να αρκεστούν σ’ αυτό. Θέλουν να βάλουν ένα πρόσωπο στο Θείο. Φτάνουν στο σημείο να του αποδίδουν μικροπρεπή ανθρώπινα συναισθήματα (θυμό, ζηλοτυπία, κ.λπ.) και δεν κάθονται ποτέ να σκεφτούν ότι αν ο Θεός ήταν ένα ον, οι προσευχές μας θα τον είχαν σκοτώσει από ανία εδώ και πολύ καιρό.

Το Θείο είναι επεκτεινόμενο, ενώ η θρησκεία είναι περιοριστική. Η θρησκεία προσπαθεί να περιορίσει — να αναγάγει —το Θείο σε μια κατανοητή ποσότητα την οποία να μπορούν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά οι θνητοί, να το προσδιορίσει και να το καλουπώσει μια για πάντα, ώστε να μη χρειαστεί να το επαναξιολογήσουμε ποτέ. Με τα σφυριά των ψαλμών και τα καρφιά του δόγματος, σταυρώνουμε και ξανασταυρώνουμε, προσπαθώντας να καρφώσουμε στους στάσιμους βωμούς μας το αποδημητικό φως του κόσμου.

Έτσι, αφού η θρησκεία είναι μια ψευδής μαρτυρία του Θεϊκού, η θρησκεία είναι βλασφημία. Και από τη στιγμή που έκανε την ανίερη συμμαχία της με την πολιτική, έγινε η πιο επικίνδυνη και καταπιεστική δύναμη που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος.»

[Από τον «Χορό των Εφτά Πέπλων», μτφ: Γ. Μπαρουξής]

Γιατί να υπάρχει το φεγγάρι;

«Πάρτε μια κάποια νύχτα τον Αύγουστο. Η Πριγκίπισσα Λη–Τσέρι αγνάντευε απ’ το παράθυρο της σοφίτας της. Ήτανε πανσέληνος. Το φεγγάρι είχε στρογγυλέψει τόσο πολύ που κόντευε να κατρακυλήσει. Φαντάσου να ξυπνάς και να βρίσκεις το φεγγάρι τάβλα στο πάτωμα του λουτρού, σαν το μακαρίτη τον Έλβις Πρίσλεϋ, δηλητηριασμένο από παγωτό μπανάνα. Ήταν ένα φεγγάρι που μπορούσε να ξυπνήσει άγρια πάθη σε μια κοιμισμένη αγελάδα. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να διαολέψει το κάθε κουνελάκι. Ένα φεγγάρι που μπορούσε να κάνει τις κοτρώνες να μοιάζουν σεληνόλιθοι, να μεταμορφώσει την Κοκκινοσκουφίτσα σε μεγάλο κακό λύκο. Πάνω από μια ώρα, η Λη–Τσέρι αγνάντευε το άπειρο τ’ ουρανού.

«Έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι;» ρώτησε η Πριγκίπισσα το Μαγεμένο Βασιλόπουλο.

Το Μαγεμένο Βασιλόπουλο έκανε σα να του ‘χαν κάνει μια χαζή ερώτηση. Ίσως και να ‘ταν έτσι.

Ο Αλμπέρ Καμύ έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι.

Ο Τομ Ρόμπινς έγραψε πως το μόνο σοβαρό ερώτημα είναι αν ο χρόνος έχει αρχή και τέλος.

Σίγουρα όταν το ‘γραψε ο Καμύ θα ‘χε στραβοκοιμηθεί κι ο Ρόμπινς θα ‘χε ξεχάσει να βάλει το ξυπνητήρι. Ένα είναι το σοβαρό ερώτημα. Κι αυτό είναι: Ποιός ξέρει να κάνει την αγάπη παντοτινή; Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου πω αν πρέπει ν’ αυτοκτονείς ή όχι. Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σε καθησυχάσω για την αρχή και το τέλος του χρόνου.

Απάντησέ μου σ’ αυτό και θα σου αποκαλύψω αν έχει λόγο να υπάρχει το φεγγάρι.»

[Από τον «Τρυποκάρυδο», μτφ: Ντ. Γαρουφαλιάς]

Τα βιβλία του Τομ Ρόμπινς / Tom Robbins books in greek

The post Ευχαριστούμε, Τομ Ρόμπινς appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/thank-you-tom-robbins/feed/ 3
Λόρκα και Πάκο https://tofonikokouneli.com/lorca-and-paco/ https://tofonikokouneli.com/lorca-and-paco/#respond Sat, 08 Feb 2025 20:01:10 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11624 Υποθέτω εάν αναζητούσαμε ένα λογοτεχνικό αντίστοιχο της μουσικής του Πάκο ντε Λουθία, αυτό θα ήταν το Romancero Gitano ή ο Ματωμένος Γάμος του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκείνο που ο Λόρκα κοινωνεί με λέξεις, ο Πάκο ντε Λουθία μεταδίδει με τη μουσική του. «Εκείνο». Εκείνο – να με συγχωρείτε για την επανάληψη, μα είναι σκόπιμη. Ο…
Read more

The post Λόρκα και Πάκο appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Υποθέτω εάν αναζητούσαμε ένα λογοτεχνικό αντίστοιχο της μουσικής του Πάκο ντε Λουθία, αυτό θα ήταν το Romancero Gitano ή ο Ματωμένος Γάμος του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Εκείνο που ο Λόρκα κοινωνεί με λέξεις, ο Πάκο ντε Λουθία μεταδίδει με τη μουσική του. «Εκείνο».

Εκείνο – να με συγχωρείτε για την επανάληψη, μα είναι σκόπιμη. Ο Φρόυντ αποκαλούσε «Εκείνο» (Id) το βαθύτερο, ασυνείδητο στρώμα του ψυχισμού. Η πηγή των ορμών και της φαντασίας, η πηγή του έρωτα, του ονείρου, της ελευθερίας δίχως όρια. Υπέροχο για κάποιους, επικίνδυνο για άλλους. Ελευθερία αχαλίνωτη, ακόρεστη, αχόρταγη. Η εικόνα του εφήβου Λόρκα να βλέπει τους τσιγγάνους της Ανδαλουσίας με μάτια που σπιθοβολούν.

Εκείνο που σου κάνει «κάτι» όταν ακούς τη μουσική του Πάκο ντε Λουθία. Φαντάσου να παίζει η μουσική, εκεί στο δωμάτιό σου κάποιο βράδυ… και τους τοίχους του σπιτιού να υποχωρούν από μια άγρια βλάστηση, ενώ το φως ενός ολόγιομου φεγγαριού τρυπάει τα παράθυρα. Η φύση κυριεύει την πόλη. Η ζωή – αυτή η γνώριμη ζωή της αστικής καθημερινότητας – παραδίδεται σε κάτι πέρα από τον χρόνο. Όσα ήξερες… ανήκουν στο χθες. Και θες να χαθείς, θες όλα να χαθούν… όσο και αν γνωρίζεις πως αυτά αποτελούν μια ρομαντική φαντασίωση. Μα για λίγο θες να χαθείς – να πετάξεις τις ανοησίες της καθημερινής τριβής και να φύγεις μακριά. Να γίνεις κάποιος άλλος… ή εκείνος που ήσουν πάντα. Άλογο ατίθασο, ταύρος μαινόμενος, ή κάποιο αγριολούλουδο.

Και ίσως τότε καταλάβεις τι είναι «εκείνο». Ίσως πετάξουν και τα δικά σου μάτια σπίθες. Ίσως μισήσεις τη μικρότητα των ανθρώπων, τον τακτικό ρυθμό του στρατιωτικού παραγγέλματος. Ίσως λατρέψεις την ακαταστασία, το πάθος, τη φωτιά. Εκείνο που φωνάζει όταν όλοι γύρω σου σιωπούν. Εκείνο που δημιουργεί μέσα στις στάχτες του κόσμου.

Ίσως τραγουδήσεις ματωμένα λόγια σαν αυτά [από τον «Ματωμένο Γάμο», μτφ: Ε. Μπελιέ]:

“Η νύχτα ξεψυχάει στην κόψη του λιθαριού.
Πάμε να βρούμε μια σκοτεινή γωνιά,
όπου θα σ’ αγαπώ για πάντα
και πια δεν θα με νοιάζουν οι άνθρωποι
και το φαρμάκι που χύνουν […]
Όπως η μια φωτιά την άλληνε φουντώνει,
έτσι κι η ίδια φλόγα κατακαίει
δυο στάχυα αγκαλιασμένα.
Πάμε!”

(Λόγια από το Φονικό Κουνέλι, Φλεβάρης 2025)

The post Λόρκα και Πάκο appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/lorca-and-paco/feed/ 0
Ο Χρόνος των Pink Floyd, ο χρόνος των ανθρώπων… και ο δικός σου χρόνος https://tofonikokouneli.com/pink-floyd-time/ https://tofonikokouneli.com/pink-floyd-time/#comments Thu, 06 Feb 2025 18:02:07 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11619 Υπάρχει λόγος που το “Time” είναι ένα από τα εμβληματικότερα τραγούδια ενός από τους εμβληματικότερους δίσκους όλων των εποχών. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, επίσης, πως στη σειρά του δίσκου, δυο τραγούδια μετά το “Time”, ακολουθεί ένα άλλο διαχρονικό φλοϋδικό τραγούδι: το “Money”. Χρόνος… και χρήμα. Και ανάμεσά σε αυτά τα δυο μια γέφυρα που τιτλοφορείται: “The…
Read more

The post Ο Χρόνος των Pink Floyd, ο χρόνος των ανθρώπων… και ο δικός σου χρόνος appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Υπάρχει λόγος που το “Time” είναι ένα από τα εμβληματικότερα τραγούδια ενός από τους εμβληματικότερους δίσκους όλων των εποχών. Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, επίσης, πως στη σειρά του δίσκου, δυο τραγούδια μετά το “Time”, ακολουθεί ένα άλλο διαχρονικό φλοϋδικό τραγούδι: το “Money”. Χρόνος… και χρήμα. Και ανάμεσά σε αυτά τα δυο μια γέφυρα που τιτλοφορείται: “The Great Gig in the Sky”. Ένα τραγούδι για τον θάνατο και το πέρασμα που σηματοδοτεί.

Δεν ξέρω αν οι Floyd έβαλαν τυχαία τα τραγούδια με αυτή τη σειρά στον δίσκο: Χρόνος… Θάνατος… Χρήμα. Όμως μπορώ να πω πως η συγκεκριμένη διαδοχή τραγουδιών αποτελεί ένα είδος υπαρξισμού στη μουσική του εκδοχή. Ο χρόνος που περνάει… η σκέψη του θανάτου… το άγχος… και η επακόλουθη καταφυγή στην κοινωνική σύμβαση του χρήματος, ως μορφή καταφυγής ενός ολόκληρου πολιτισμού. Εκεί που δεν σκέφτεσαι, μόνο δουλεύεις, παλεύεις… και ξοδεύεις.

Θα εστιάσω στο “Time”. Το τραγούδι ξεκινάει με το τικ τοκ του μηχανικού ρολογιού, σύμβολο του κατασκευασμένου χρόνου. Όταν αντηχεί το ξυπνητήρι, ο ήχος του είναι διαπεραστικός: ο μηχανικός χρόνος, ο χρόνος της κοινωνίας των ανθρώπων, ο χρόνος που μετριέται, υπολογίζεται και ξοδεύεται. Ο χρόνος της εργασίας και της ρουτίνας. Ναι, είναι ενοχλητικός ο ήχος του ξυπνητηριού και τα σφυροκοπήματα των καμπάνων – διότι είναι ενοχλητικός αυτός ο χρόνος. Δεν θέλουμε να τον σκεφτόμαστε και προτιμούμε να τον ξοδεύουμε όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα.

“Ticking away the moments that make up a dull day
Fritter and waste the hours in an off-hand way”

Είχα κάποτε διαβάσει (σ’ ένα βιβλίο του Έριχ Φρομ) πως μόνο οι άνθρωποι βαριούνται – όχι τα ζώα. Η βαρεμάρα, στην οποία αναφέρονται οι Floyd, είναι σύμβολο ενός πολιτισμού σε άρνηση. Άρνηση ή αναζήτηση κάποιας μαγικής λύσης.

“Kicking around on a piece of ground in your home town
Waiting for someone or something to show you the way”

Αν όμως τα μηχανικά ρολόγια στο τραγούδι των Floyd αντηχούν διαπεραστικά (και μας ωθούν να χαμηλώσουμε την ένταση στα ηχεία), η συνέχεια του τραγουδιού είναι πολύ διαφορετική: ένα απαλό τικ τοκ· νότες από τα μουσικά όργανα που απλώνονται σαν ιμπρεσιονιστικές πινελιές, διάσπαρτες εδώ κι εκεί· κιθάρα, τύμπανα και πλήκτρα που εναρμονίζονται μεταξύ τους με αργούς, ατμοσφαιρικούς ρυθμούς… και το αποτέλεσμα μοιάζει σχεδόν εξώκοσμο. Είναι λες και έχουμε μεταβεί από τον ψεύτικο, κατασκευασμένο χρόνο (τα ρολόγια)… στον ΑΛΗΘΙΝΟ χρόνο: έναν χρόνο που αντηχεί αιώνιος, μυστήριος και αρμονικός σαν τον παφλασμό κάποιας απέραντης θάλασσας.

Νομίζω πως αυτή η σύγκρουση ανάμεσα στο κατασκευασμένο και το φυσικό, το πεπερασμένο και το αιώνιο, αποτελεί σήμα κατατεθέν του τραγουδιού στο σύνολό του. Σκέψου πως δύο μέλη της μπάντας εναλλάσσουν τα φωνητικά τους: το κουπλέ, τραγουδημένο από τον David Gilmour, ακούγεται άγριο, επιθετικό. Το ρεφρέν, με τα φωνητικά του Richard Wright, ακούγεται γλυκό, παρηγορητικό θα λέγαμε. Σαν τα δύο πρόσωπα του χρόνου: ο χρόνος σαν αδυσώπητη φουρτούνα και ο χρόνος σαν απέραντος ωκεανός. Ο πατέρας που θερίζει και η μητέρα που σε παίρνει στην αγκαλιά της.

Το κεντρικό νόημα είναι η συνειδητοποίηση πως… κάποια στιγμή όλα τελειώνουν. Ξαφνικά νιώθεις πως τρέχεις και δεν φτάνεις. Μια συνειδητοποίηση που δεν είχες νεότερος. Κανείς δεν σου είπε τότε πως έπρεπε να τρέξεις – το «πυρ» της γραμμής εκκίνησης διέφυγε της προσοχής σου.

“You are young and life is long and there is time to kill today
And then one day you find ten years have got behind you
No one told you when to run, you missed the starting gun”

Ναι, κάποια στιγμή όλα τελειώνουν.

“The time is gone, the song is over, thought I’d something more to say”

………………………

Όμως ο δίσκος των Pink Floyd συνεχίζεται. Και (πραγματικά θεωρώ πως δεν είναι τυχαία η διαδοχή των τραγουδιών) ακολουθεί το “Great Gig In The Sky”. Είναι ένα τραγούδι για τον θάνατο… όμως ταυτόχρονα, είναι ένα τραγούδι που μοιάζει με γέφυρα. Με κάποιο πέρασμα. Τα φωνητικά εδώ διαφέρουν – δίχως στίχους, έχοντας σκοπό να κοινωνήσουν ίσως εκείνο που δεν λέγεται με λόγια.

Και μετά… η προσγείωση στην υλική πραγματικότητα: “Money”. Το πιο «υλιστικό» τραγούδι ενός πνευματικού δίσκου – κάτι που φανερώνεται και στο μουσικό του στυλ, όντας το πιο ανεβαστικό και δυναμικό τραγούδι του άλμπουμ. Δε νομίζω πως είναι τυχαία η συμπερίληψή του στη μέση ακριβώς: είναι λες και οι Floyd επιθυμούν να δηλώσουν κάτι για τη «μεσαία κατάσταση της ζωής».

Κι εδώ, λίγο πριν το τέλος, θα επιχειρήσω μια σύνδεση των τραγουδιών – και θα επανέλθω, κυκλικά, στο σημείο απ’ το οποίο ξεκινήσαμε. Ισχύει, λοιπόν, αυτό που λένε: «ο χρόνος είναι χρήμα»;

Ισχύει – εφόσον λέγοντας «χρόνο» σκεφτόμαστε το ενοχλητικό γκάρισμα του ρολογιού και τις καμπάνες που μας ξεκουφαίνουν στο ξεκίνημα του “Time” των Pink Floyd. Ήχος που σκόπιμα έγινε ενοχλητικός, εκ μέρους τους – θέλοντας να δηλώσουν πόσο τεχνητός, καταπιεστικός και – εν τέλει – ψεύτικος είναι ο χρόνος του ρολογιού, ο χρόνος της δουλειάς και της ρουτίνας. Ένας χρόνος που υπολογίζεται, μετριέται και ξοδεύεται… όπως ακριβώς το χρήμα.

Είναι ο χρόνος των ανθρώπων.

Πίσω και πέρα απ’ αυτόν όμως, δεσπόζει ο άλλος χρόνος. Ο Χρόνος με κεφαλαίο Χ. Είναι η αργόσυρτη εναρμόνιση των μουσικών οργάνων όταν παύει το τικ-τακ. Είναι τα παραινετικά, σχεδόν υπνωτιστικά φωνητικά του Richard Wright στο ρεφραίν. Είναι μια συμβουλή που μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά, απέραντα μακριά… κι όμως ψιθυρίζεται στο αυτί σου. Μια συμβουλή που ψιθυρίζει πως ο χρόνος είναι κάτι απείρως περισσότερο από χρήμα. Κάτι απείρως πολυτιμότερο από χρήμα.

Αυτός είναι ο χρόνος του Εδώ και Τώρα και του Πάντοτε. Αυτός επίσης είναι ο δικός σου χρόνος.

Ζήσε τον.

Λόγια από το Φονικό Κουνέλι, Φλεβάρης 2025

The post Ο Χρόνος των Pink Floyd, ο χρόνος των ανθρώπων… και ο δικός σου χρόνος appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/pink-floyd-time/feed/ 2
Για τους περιπατητές και τη σημασία της ευγένειας https://tofonikokouneli.com/new-year-advice/ https://tofonikokouneli.com/new-year-advice/#comments Tue, 31 Dec 2024 15:47:51 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11612 Σκέψεις γραμμένες στο Λαγούμι λίγο πριν το νέο έτος. Πριν αρκετά χρόνια είχα διαβάσει ένα ενδιαφέρον άρθρο σε εφημερίδα των καιρών με θέμα του τους «περιπατητές». Το άρθρο μου είχε κάνει τόση εντύπωση, που κατόρθωσε ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη μου. Ποιοι είναι οι «περιπατητές»; Είναι εκείνη η μερίδα των ανθρώπων που επιλέγουν να βγουν από…
Read more

The post Για τους περιπατητές και τη σημασία της ευγένειας appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Σκέψεις γραμμένες στο Λαγούμι λίγο πριν το νέο έτος. Πριν αρκετά χρόνια είχα διαβάσει ένα ενδιαφέρον άρθρο σε εφημερίδα των καιρών με θέμα του τους «περιπατητές». Το άρθρο μου είχε κάνει τόση εντύπωση, που κατόρθωσε ν’ αποτυπωθεί στη μνήμη μου. Ποιοι είναι οι «περιπατητές»; Είναι εκείνη η μερίδα των ανθρώπων που επιλέγουν να βγουν από το σπίτι τους και να κάνουν τακτικούς περιπάτους, δίχως προορισμό, μόνοι με τις σκέψεις τους, απολαμβάνοντας τη βόλτα για χάρη της βόλτας και μόνο. Το άρθρο αναφερόταν στη σημασία αυτών των περιπάτων και έφτανε να συνδέσει τους «περιπατητές» με μια αναδυόμενη διάθεση απελευθέρωσης, ικανή να φανερώσει διεξόδους σε μια κοινωνία μπλεγμένη στα γρανάζια μιας ασφυκτικής πρακτικής χρησιμοθηρίας κι μιας καταπιεστικής καθημερινότητας.

Ένιωσα να ταυτίζομαι – έχω διαβάσει τόσα και τόσα άρθρα στο παρελθόν, ωστόσο το συγκεκριμένο αποτυπώθηκε μέσα μου και παρέμεινε εκεί, χρόνια μετά. Τους μήνες που μας πέρασαν επιδόθηκα σε άφθονες τέτοιες βόλτες και συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόσο αναζωογονητικές μπορούν να είναι.

Να περπατάς δίχως σκοπό να πας «από το Α στο Β» – και όπου «Β», ο συγκεκριμένος προορισμός: η δουλειά, τα ψώνια, ή ακόμα και η ψυχαγωγική έξοδος. Όχι – να περπατάς απλά για τη χαρά του περπατήματος, γυρνώντας από δω κι από κει χωρίς πλάνο, αφήνοντας τις αισθήσεις και τις σκέψεις να σε κατακλύσουν ελεύθερα.

Καταρχάς είναι καλό για σωματικούς λόγους, μια που συνιστά έμμεση γυμναστική. Ακόμα περισσότερο, είναι καλό για την ψυχολογία σου: είναι άλλο να χάνεσαι στις σκέψεις σου κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σου και άλλο να συνδυάζεις σκέψη με σωματική δραστηριότητα, έξω στον καθαρό αέρα. Όμως το ελεύθερο περπάτημα πηγαίνει πέραν μιας δραστηριότητας όπως η γυμναστική (που σε τελική ανάλυση αποσκοπεί σε συγκεκριμένο στόχο). Το ελεύθερο περπάτημα μπορεί να δράσει ως καταλύτης απελευθέρωσης, όσο δρα αποδεσμευμένα από χρονικά ή χρηστικά πλαίσια (όταν δηλαδή δεν περπατάς ΓΙΑ ΝΑ γυμναστείς ή ΓΙΑ ΝΑ πας σε ένα ορισμένο μέρος, μα για τη χαρά του περπατήματος και μόνο).

Οι σκέψεις μπορεί να σε κατακλύσουν και η συνεχή ενέργεια του περπατήματος να τις βάλει σε μια σειρά μέσα σου (μια που «παίρνει αέρα το κεφάλι σου», για να μιλήσω λαϊκά). Ίσως δεις καθαρότερα σε ποια φάση της ζωής σου βρίσκεσαι, τι είναι εκείνο που σου αρέσει, τι σε ενοχλεί, τι επιθυμείς να κάνεις. Ίσως διαπιστώσεις σημεία στα οποία έσφαλες και πράγματα που θες ν’ αλλάξεις. Ίσως νιώσεις καλύτερα με ορισμένες επιλογές σου. Η κουβέντα με τον άλλο δεν είναι πάντα αποτελεσματική (και ορισμένες φορές μπορεί να σε αποπροσανατολίσει). Η σκέψη από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα. Όμως ο συνδυασμός των σκέψεων με την ανοιχτή δραστηριότητα του ελεύθερου περπατήματος ίσως ανοίξει κάποια παράθυρα μέσα σου.

Προτείνω στους φίλους να περπατούν λοιπόν. Όσο τους επιτρέπουν οι συνθήκες και η καθημερινότητά τους. Περισσότερο απ’ όσο το κάνετε ήδη! Αφήστε το αυτοκίνητο στην άκρη, αφιερώστε μια-δυο ώρες δυο-τρεις μέρες την εβδομάδα… και περπατήστε. Το περπάτημα μπορεί ν’ αποτελέσει ένα καλό ερέθισμα προς μια κάποια μεγαλύτερη αυτογνωσία και μια ισχυρότερη αίσθηση ελευθερίας – που όλοι χρειαζόμαστε.

*************

Κι έρχομαι στο δεύτερο μέρος των σκέψεών μου. Αναφέρομαι στην «αυτογνωσία» και θεωρώ σαφές πως η συγκεκριμένη αρετή απουσιάζει ολοσχερώς απ’ την πλειοψηφία των ανθρώπων. Πρόκειται βέβαια για μια πολυχρησιμοποιημένη και ελαφρώς παραπλανητική λέξη: δίνει την αίσθηση ενός «τέλους», μιας «σφαιρικής γνώσης», ενώ στην πραγματικότητα η «αυτογνωσία» συνιστά μια συνεχόμενη και πάντα ατελή διαδικασία: μια κυκλική δραστηριότητα που αρχίζει από σένα, πηγαίνει έξω στον περίγυρό σου, αγγίζει την κοινωνία και τον κόσμο όλο… και γυρίζει πάλι πίσω στον εαυτό σου.

Αυτογνωσία συνεπάγεται και αυτοκριτική – κι εδώ είναι που αρχίζουν τα δύσκολα για τους πολλούς, που θεωρούν τάχα πως είναι άψογοι σε όλα και οφείλουν όλοι να «σέβονται την ιδιαιτερότητά τους», δίχως να συνειδητοποιούν τα λάθη τους και αγνοώντας το γεγονός πως ίσως τελικά να μη διαφέρουν τόσο πολύ από τους άλλους – που τόσο εύκολα μπορεί να κατακρίνουν.

Να το πω αλλιώς: είναι σκληρή η αυτογνωσία. Δεν είναι μόνο «ενδυνάμωση» (μια λέξη που έχει αρχίσει να ξεχειλώνει στους καιρούς μας). Είναι και το αντίθετό της παράλληλα. Συνειδητοποιείς όχι μόνο τη δύναμη, μα και τα όριά σου. Όμως το τελευταίο είναι αναγκαίο, αν επιθυμείς να εξελιχθείς και να πας ορισμένα βήματα ψηλότερα.

Σε μια συζήτηση που είχα πρόσφατα μ’ ένα φίλο αναφέραμε πως μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής που ζούμε (και ειδικά της νεότερης γενιάς) είναι η ψυχολογική πρόκληση: με ποιον τρόπο θα αντεπεξέλθουν οι άνθρωποι καταμεσής ενός κόσμου που, απλά, «την παλεύει» ολοένα και λιγότερο.

Γιατί αυτό βλέπω γύρω μου, ιδιαίτερα στη μετά-covid εποχή. Βλέπω κόσμο που… δεν την παλεύει. Και σε αυτό το αίσθημα αδυναμίας ανταποκρίνεται με δύο, συχνά αντίθετους τρόπους: είτε μέσω ενισχυμένης επιθετικότητας (που συχνά στρέφεται προς τους άλλους)… είτε με φυγή και παραίτηση.

Το ζω και στα λημέρια μου, εδώ, στα social media: ο βαθμός της τοξικότητας έχει ανέβει και ο κόσμος θίγεται ή ειρωνεύεται ή επιτίθεται με το παραμικρό. Παράλληλα, μια ευαίσθητη μερίδα ανθρώπων απλά επιλέγει ν’ αποσυρθεί. Εντός κι εκτός social media. Φιλίες χάνονται, σχέσεις διαλύονται, ωραίος κόσμος εξαφανίζεται.

Ακόμα και στις μικρές καθημερινές συναναστροφές μας. Δε βρίσκω μεγάλη διαφορά από ένα σχόλιο στο Facebook η το Instagram και την ανταλλαγή μιας απλής «καλημέρας» με έναν γείτονα. Διαπιστώνω πως με πλήθος κόσμου οι «καλημέρες» ολοένα και σπανίζουν. Τις προάλλες χαμογέλασα καλημερίζοντας έναν γείτονα και δεν μου ανταπέδωσε το χαμόγελο – υποθέτω φοβάται πως το στόμα του θα ραγίσει αν χαμογελάσει. Κι όμως, ακόμα και το απλό χαμόγελο ή μια φιλική κουβέντα μ’ έναν άγνωστο (σ’ ένα κατάστημα, έναν δρόμο) μπορεί να σου ανεβάσει τη διάθεση.

Το ίδιο ισχύει και για ένα ευγενικό σχόλιο εδώ στα social media. Είμαι χρόνια στον χώρο κι έχω ζήσει πολλά – έχω ψηθεί, θα έλεγε κάποιος. Γνωρίζω και με το παραπάνω το φαινόμενο να έρχομαι από κοντά σε επαφή με ανθρώπους που «πουλούσαν μαγκιά» στο ίντερνετ… και από κοντά ήταν ήσυχοι σαν σκυλάκια. Και ακόμα χειρότερα: έδειχναν μικροί κι αδύναμοι. Ξέρω πως για μια μερίδα ανθρώπων το ίντερνετ λειτουργεί ως ένα εύκολο υποκατάστατο διοχέτευσης των προσωπικών τους απωθημένων – σίγουρα ευκολότερο από το να επισκεφτούν έναν (αναγκαίο για τους ίδιους) ψυχοθεραπευτή.

Ο βαθμός τοξικότητας έχει ανέβει, εντός κι εκτός διαδικτύου – και η ΕΥΓΕΝΕΙΑ, αυτή η φαινομενικά απλή αρετή, καταντάει είδος προς εξαφάνιση.

Θα πω αυτό όμως: αξίζει να ενισχύουμε εκείνα ακριβώς τα είδη προς εξαφάνιση και να δίνουμε έτσι ένα αντιπαράδειγμα στην κυρίαρχη τάση. Όχι, το να είσαι ευγενικός δεν σημαίνει απαραίτητα πως κάνεις δημόσιες σχέσεις – στην εποχή μας θα έλεγα πως είναι περισσότερο ζήτημα αντίστασης απέναντι στη γενικότερη κατάπτωση.

Όσο αφορά το Λαγούμι μου στα κοινωνικά δίκτυα; Όπως ανέφερα, έχω ζήσει και ζω την τοξικότητα με τη σειρά μου. Κάποιες φορές με εξαντλεί να βλέπω τον κάθε άσχετο στο Facebook να μπαίνει στα σχόλια, δίχως να σέβεται τον χρόνο που αφιερώνω για να μοιράζομαι σκέψεις και πληροφορίες – και να διοχετεύει όλο τον προσωπικό αρνητισμό του πετώντας ειρωνείες ή μιλώντας επιθετικά. Έχει παίξει ρόλο κι αυτό με τη σειρά του στο να απουσιάζω για διαστήματα και να μη δίνω το παρόν όλο τον χρόνο. Κάποιες φορές κουράζομαι – απλά.

Όμως εκείνο που λέω στον εαυτό μου και ανταποδίδω ως συμβουλή είναι: το να γίνεις σαν αυτούς είναι λάθος. Αλίμονο αν καταλήξεις ν’ αναπαράγεις τη μαυρίλα τους. Μα και το να παραιτηθείς είναι επίσης λάθος. Γιατί στο τέλος ίσως αποχωρήσουν όλοι, ίσως κλειστούν όλοι στα καβούκια τους… και δεν θα μείνει τίποτα πέραν μιας γενικευμένης μετριότητας, ένα ίντερνετ δίχως γνήσια ανταλλαγή, μια διαλεκτική δίχως διάλογο, ένα εξουθενωτικό αδιάφορο τίποτα.

Δεν μπορώ να συμβουλέψω τους πάντες να «γνωρίσουν τον εαυτό τους» (αν και οι περίπατοι που ανέφερα στην αρχή αποτελούν ένα καλό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση). Μπορώ όμως να τους συμβουλέψω να μη φοβούνται να μεταδίδουν χαμόγελα κι ευχαριστίες καταμεσής ενός αγενούς κόσμου.

Όσο αφορά τον χώρο μου στα κοινωνικά δίκτυα (και ειδικότερα τον κόσμο που συναντώ κατά καιρούς στο Facebook); Είμαι πάντα διατεθειμένος ν’ αντιμετωπίζω την ευγένεια με ευγένεια, το χαμόγελο με χαμόγελο. Αν όμως έρθεις με επιθετική διάθεση, τότε φίλε μου να είσαι βέβαιος πως οι πόρτες του Λαγουμιού μου θα κλείσουν σύντομα για σένα. Δίχως πολλά πολλά. Η επιθετικότητά σου δεν με επηρεάζει γιατί γνωρίζω την πηγή της – και πηγή της είσαι εσύ ο ίδιος και τα άλυτα προβλήματά σου. Αν επιθυμείς να διοχετεύσεις τον αρνητισμό σου μπορείς να το κάνεις αλλού, το ίντερνετ παρέχει άφθονες διεξόδους – όμως εδώ δεν είσαι ευπρόσδεκτος. Έχω πολύ σοβαρότερα πράγματα να κάνω από το να ασχολούμαι με τα προβλήματα του καθένα.

Ως τελική συμβουλή, λίγο πριν το νέο έτος, παρακινώ τους φίλους να μη μασάνε – και να αντιστέκονται στην καθημερινότητά τους, αντιμετωπίζοντας τον αρνητισμό όχι με μιζέρια και γκρίνια, όχι με παραίτηση και απογοήτευση… μα με χαμόγελο, δύναμη και δημιουργική διάθεση.

Καλή χρονιά να έχουμε!

The post Για τους περιπατητές και τη σημασία της ευγένειας appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/new-year-advice/feed/ 2
Οι 50 Καλύτερες Ταινίες του Φιλμ Νουάρ… Μέρος 2 https://tofonikokouneli.com/film-noir-greatest-movies-part-2/ https://tofonikokouneli.com/film-noir-greatest-movies-part-2/#respond Mon, 23 Dec 2024 17:36:58 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11576 Οι Γάλλοι το χαρακτήρισαν ετεροχρονισμένα «μαύρο φιλμ»… και η επωνυμία καθιερώθηκε για μια πλειάδα έργων που σημάδεψαν την ιστορία του κινηματογράφου. Γιατί «μαύρο»; Διότι αντανακλούσε τη σκοτεινή πλευρά μιας εποχής που πάλευε να τοποθετήσει τις σκιές της στο περιθώριο: τα χρόνια της δεκαετίας του 40 και του 50 στην Αμερική – η εποχή της αναπτυξιακής…
Read more

The post Οι 50 Καλύτερες Ταινίες του Φιλμ Νουάρ… Μέρος 2 appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Οι Γάλλοι το χαρακτήρισαν ετεροχρονισμένα «μαύρο φιλμ»… και η επωνυμία καθιερώθηκε για μια πλειάδα έργων που σημάδεψαν την ιστορία του κινηματογράφου. Γιατί «μαύρο»; Διότι αντανακλούσε τη σκοτεινή πλευρά μιας εποχής που πάλευε να τοποθετήσει τις σκιές της στο περιθώριο: τα χρόνια της δεκαετίας του 40 και του 50 στην Αμερική – η εποχή της αναπτυξιακής έκρηξης και της μεταπολεμικής ευημερίας. Όμως το φιλμ νουάρ επέλεξε να μην ενστερνιστεί το αισιόδοξο πνεύμα των καιρών. Ήρωές του έγιναν οι κυνικοί ντετέκτιβ, οι αμφιλεγόμενοι μικροεγκληματίες, οι διπρόσωπες femme fatales. Οι πρωταγωνιστές είναι τόσο ηρωικοί, όσο και καθάρματα• οι σχέσεις διέπονται από μια διάθεση εκμετάλλευσης• τα σχέδια χτίζονται στην εντέλεια για να αποτύχουν με πάταγο στο τέλος• και η ηθικολογία παραχωρεί τη θέση της στον στυγνό ρεαλισμό.

Αυτή είναι η πραγματικότητά σας – η πραγματικότητα όλων μας, φαίνεται να υποδηλώνει το φιλμ νουάρ. Σας αρέσει, δεν σας αρέσει – έτσι είμαστε. Και μάλλον σας αρέσει… αλλιώς δεν θα καταξιωνόταν τόσο πολύ αυτό το είδος.

Έγραψα το πρώτο μέρος του αφιερώματος πριν τρία (και βάλε) χρόνια – την άνοιξη του 2021. Και στην εισαγωγή του πρώτου μέρους επέλεξα να υιοθετήσω την περσόνα του «κυνικού αφηγητή», απολαμβάνοντας στο έπακρο τη γκρίζα, πέρα από το καλό και το κακό, ατμόσφαιρα του είδους. Στο πρώτο μέρος της παρουσίασης αναλύω 25 ταινίες, ξεκινώντας από τα τέλη της δεκαετίας του 30 και φτάνοντας ως τα τέλη της δεκαετίας του 40. Μπορείτε να φρεσκάρετε τη μνήμη σας διαβάζοντας το πρώτο μέρος από το ακόλουθο λινκ:

Οι καλύτερες ταινίες του Φιλμ Νουάρ, μέρος 1

Πέρασε καιρός από τότε. Κατά καιρούς έγραφα τα κείμενα για τις ταινίες της συνέχειας του αφιερώματος – τις ταινίες που βλέπεις σήμερα εδώ, αγαπητέ αναγνώστη. Για το τέλος άφησα τον πρόλογο – τα λόγια που διαβάζεις τώρα, τα οποία καταγράφονται Χριστούγεννα του 2024.

Έχοντας κάνει έναν πλήρη κύκλο κινηματογραφικής παρουσίασης, ιχνηλατώντας την κινηματογραφική δεκαετία του 50 και το γαλλικό νουάρ των 60s, φτάνοντας μέχρι το νέο-νουάρ και τη νεότερη εποχή, βλέποντας (ή ξαναβλέποντας) πολλά από τα έργα του αφιερώματος, διαπιστώνω πως η διάθεσή μου έχει αλλάξει. Η κυνική περσόνα φαίνεται πως άγγιξε τα όριά της… και νιώθω πως αποζητώ το κατακάθι στον πάτο του (άδειου πλέον) ποτηριού. Ψάχνω να δω αν απέμεινε κάτι. Κάτι… διαφορετικό. Αν το «μαύρο φιλμ» πηγαίνει «πέραν του καλού και του κακού», τότε αποζητώ ίχνη που βαδίζουν πέρα από το ίδιο το μαύρο.

Ας δούμε ορισμένες από τις ταινίες που παρουσιάζω εδώ. Στο “Night and the City”, καταμεσής της σκοτεινιάς του νυχτερινού αστικού περιβάλλοντος και της μικρότητας των χαρακτήρων, επιβεβαιώνεται πως ορισμένα πράγματα δεν κερδίζονται με το χρήμα. Στο “Caged” η πρωταγωνίστρια, έγκλειστη στις φυλακές, περιθάλπει με αγάπη ένα μικρό γατάκι. Στο “Night of the Hunter” δυο μικρά παιδιά κατορθώνουν να σταθούν υπεράνω της θρησκευτικής προκατάληψης του κόσμου των ενηλίκων – με μόνο όπλο την απλότητά τους. Στο “Sunset Boulevard” φανερώνεται πως αρκεί δυο άνθρωποι να πιστέψουν σ’ ένα όνειρο, για να συνεχίσει να υφίσταται – και ας το περιφρονεί όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Το συγκεκριμένο όνειρο είναι ασφαλώς μια επικίνδυνη εμμονή, όμως σημασία εδώ έχει το σημείο εστίασής μας: αν θα εστιάσουμε στο όνειρο ή στους ανθρώπους που πιστεύουν σε αυτό. Στο “Sudden Fear” μια γυναίκα πιστεύει στον έρωτα – η συνέχεια τη διαψεύδει οικτρά και ο έρωτας αποδεικνύεται φενάκη… όμως τι θα άξιζε η γυναίκα στα μάτια μας αν δεν είχε πιστέψει σε αυτή την ανόητη φενάκη;

Κι εκείνες οι σταγόνες της βροχής που λούζουν το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας στο “Ascenseur pour L’échafaud”; Οι σταγόνες που μπλέκουν με τα δάκρυά της; Υπάρχει κυνισμός σε αυτή τη θλίψη, σε αυτό το γνήσιο αίσθημα απώλειας;

Και αυτό το βλέμμα που έριξε ο απορημένος Τζακ Νίκολσον στο φινάλε του “Chinatown”; Ένα βλέμμα που μοιάζει περισσότερο με κοίταγμα μικρού παιδιού, παρά με κυνικού ενήλικα; Αν το φιλμ νουάρ είναι τόσο «μαύρο», πες μου, αλήθεια, γιατί να ερωτευτεί ο Ρικ Ντέκαρντ ένα ανδροειδές, μια ρέπλικα, στο “Blade Runner”; Πώς χωρούν τα συναισθήματα στον φουτουριστικό κόσμο της τεχνολογικής δυστοπίας; Αν οι χαρακτήρες του νουάρ είναι πάντα βυθισμένοι στον κυνισμό και την άρνηση, τότε πώς εξηγούνται τα ακόλουθα λόγια του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο “In a Lonely Place”;

“Γεννήθηκα όταν με φίλησε. Πέθανα όταν με άφησε. Έζησα λίγες βδομάδες όσο με αγαπούσε.”

Μήπως το νουάρ είναι «μαύρο» επειδή δοκίμασε πρώτα ν’ αγκαλιάσει την πολυχρωμία της ζωής; Μήπως οι κυνικοί χαρακτήρες του υπήρξαν αρχικά ρομαντικοί που είδαν τις ελπίδες τους να διαψεύδονται; Πού βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή – πες μου. Τι θα ήταν το μαύρο δίχως το φως του. Το δικό του φως – γιατί κάθε μαύρο φέρει και μια δική του πηγή φωτός, δημιουργό σκιών. Ναι – ακόμα και στο κυνικό νουάρ. Ίσως περισσότερο στο κυνικό νουάρ, παρά στα νερόβραστα happy endings πολλών άλλων ταινιών.

Το νουάρ δεν αφορούσε ποτέ μόνο το σκοτάδι. Ούτε το γκρίζο. Η ομορφιά του βρίσκεται στις αντιθέσεις του. Όπως λέει η Άννα Καρίνα στο “Alphaville”: “Η φωνή σου, τα μάτια σου, τα χέρια σου, τα χείλη σου. Οι σιωπές μας, οι λέξεις μας. Το φως που φεύγει, το φως που επιστρέφει. Ένα μοναδικό χαμόγελο ανάμεσά μας. Αναζητώντας τη γνώση, είδα τη νύχτα να δημιουργεί τη μέρα όσο εμείς μέναμε ίδιοι.”

Love/Hate: The Night of the Hunter [Η Νύχτα του Κυνηγού, 1955].

26 – The Asphalt Jungle. [1950]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: The Asphalt Jungle. [1950]. Film Noir history and films.

«Με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, όλοι δουλεύουμε για τα βίτσια μας»

Αρχέτυπο νουάρ. Όλα τα συστατικά είναι εδώ: οι γκρίζοι χαρακτήρες· τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στην παρανομία και το νόμο· η οργάνωση ενός εγκλήματος· ο σκληρός ρεαλισμός· οι μοιραίες γυναίκες· οι σκληροτράχηλοι άντρες.

Το έργο εξυφαίνει αργά το νήμα της πλοκής του, δίχως βιασύνη (οι ταινίες της εποχής δεν βιάζονταν να εντυπωσιάσουν το κοινό, όπως κάνει η πλειοψηφία των σύγχρονων έργων), παρουσιάζοντας έναν-έναν τους κεντρικούς χαρακτήρες, καταστρώνοντας υποχθόνια σχέδια για μια μεγάλη ληστεία. Ο εγκέφαλος χρειάζεται να ενώσει τις δυνάμεις του μ’ έναν αδίστακτο αλήτη, έναν εξειδικευμένο διαρρήκτη, έναν ανήθικο δικηγόρο – και, φυσικά, έναν διεφθαρμένο αστυνομικό.

Ασφαλώς κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν – τί νουάρ θα ήταν αν αναπτύσσονταν σχέσεις εμπιστοσύνης; Όμως όλοι πρέπει να συνεργαστούν προκειμένου να βγάλουν τη δουλειά – επιβεβαιώνοντας τον φιλοσοφικό στοχασμό ενός Thomas Hobbes: homo homini lupus. Στη Ζούγκλα της Ασφάλτου χρειάζεται λεπτούς χειρισμούς και συνεχείς ματιές πίσω από την πλάτη σου: ανά πάσα στιγμή μπορεί ο τωρινός σου συνεργάτης να γίνει αντίπαλος.

Οι μοναδικές νόμιμες φιγούρες του έργου δρουν στο παρασκήνιο: είναι οι αστυνομικοί που δεν έχουν διαφθαρεί κι επιζητούν την απονομή δικαιοσύνης. Μα η παρουσία αυτών των αστυνομικών είναι αδιάφορη και οι χαρακτήρες τους άχρωμοι. Χαρακτηριστικός ο μονόλογος του αρχηγού της αστυνομίας στο τέλος, που μοιάζει εμβόλιμος στο έργο – σαν απολογία απέναντι στον χολιγουντιανό άγραφο κώδικα των καιρών: ακόμα κι αν εμείς, οι δημιουργοί του φιλμ, παρουσιάζουμε τους χαρακτήρες και τη ζωή των παρανόμων, να ξέρετε πως δεν είμαστε με το μέρος τους.

Στο μεταξύ εμείς μπορούμε να συμπαθήσουμε αυτούς τους παρανόμους: τον αλήτη που αναζητά μια διέξοδο στη ζωή του, με μοναδική επιθυμία να ζήσει ανέφελος στην εξοχή παρέα με τη σύντροφό του· τον δικηγόρο που αυτοπαγιδεύεται, δίχως όμως να επιθυμεί να βλάψει εκείνη που αγαπάει· τέλος, τον “εγκέφαλο” της συμμορίας: έναν Γερμανό καταζητούμενο που είναι ικανός να προδοθεί απλά και μόνο διότι επιθυμεί να παρακολουθήσει μια κοπέλα να χορεύει στον ρυθμό ενός τζουκ μποξ – μια απλή χαρά που είχε στερηθεί όλη του τη ζωή.

Στις μικρές πινελιές του φιλμ που κάνουν τη διαφορά είναι η πρώιμη εμφάνιση της Marilyn Monroe, σε έναν μικρό, μα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ρόλο. Η παρουσία της είναι σύντομη, μα η ακτινοβολία της θα μπορούσε να κλέψει την παράσταση. Εν τέλει, όμως, το έργο δεν περιστρέφεται γύρω από έναν, αλλά από πολλαπλούς χαρακτήρες – στο βάθος των οποίων αποκαλύπτονται περισσότεροι χρωματιστοί τόνοι, συγκριτικά με τους αδιάφορους υπερασπιστές του νόμου.

27 – Gun Crazy. [1950]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Gun Crazy. [1950]. Film Noir history and films.

«Μου αρέσουν τα όπλα… Είναι το μόνο που είμαι πραγματικά καλός… Με κάνει και αισθάνομαι πως είμαι κάποιος.»

Στην πρώτη σκηνή του έργου βλέπουμε έναν έφηβο να σπάει τη βιτρίνα ενός καταστήματος, για να πάρει ένα όπλο: βρισκόμαστε στην Αμερική, τη χώρα που τα όπλα διακοσμούν βιτρίνες σαν ζευγάρια παπουτσιών. Ο τίτλος από μόνος του είναι ενδεικτικός: “Εμμονή με τα όπλα”. Δήλωση πάνω στο συλλογικό ασυνείδητο ενός ολόκληρου λαού.

Αυτός ο έφηβος κάποια στιγμή μεγαλώνει, γίνεται άντρας, γνωρίζει μια γυναίκα. Και, για δες, η γυναίκα του μοιάζει: γνωρίζει τα περίστροφα καλύτερα κι από τις τσέπες των ανδρικών παντελονιών.

Ιδού, λοιπόν, οι δυο πρωταγωνιστές του έργου, που σπρώχνονται στο έγκλημα προκειμένου ν’ αυτοσυντηρηθούν. Μία άλλη Bonnie κι ένας άλλος Clyde, ένα παράνομο ζευγάρι που ακροβατεί στην άκρη του ξυραφιού. Τα κλασικά χαρακτηριστικά του Film Noir είναι εμφανή: οι αμφιλεγόμενοι ήρωες, η μοιραία γυναίκα (περισσότερο δυναμική και περισσότερο επικίνδυνη από τον σύντροφό της), το αδιάκοπο κυνηγητό με τον νόμο.

Το παιχνίδι είναι καταδικασμένο και το ζευγάρι μας θα μάθει να μη παίζει με τα σπίρτα. Ο κώδικας παραγωγής του μεταπολεμικού Hollywood βρισκόταν πάντα με το μέρος του νόμου, ακόμα και αν οι πρωταγωνιστές του έργου σκέφτονταν αλλιώς. Και η Αμερική μπορεί να συνεχίσει να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου και να διακοσμεί με όπλα τις βιτρίνες της.

28 – In a Lonely Place. [1950]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: In a Lonely Place [1950]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“There’s something wrong with him….He’s exciting because he isn’t quite normal.”

Έπρεπε να έχεις καταλάβει πως δεν είμαι ο ήρωάς σου. Αναζητάς ένα ιδανικό. Έναν άντρα με πνεύμα δίχως πάθη, μια ψυχή με φως δίχως σκοτάδι. Αναζητάς κοπανιστό αέρα, κούκλα μου. «Γιατί δεν μπορείς να είσαι σαν τους άλλους ανθρώπους;», με ρωτάς κάποια στιγμή, η ελπίδα νοθευμένη στα μάτια σου με φόβο. Κι εγώ σου απαντώ: «Θα σου είχα αρέσει αν ήμουν σαν τους άλλους ανθρώπους; Αν θέλεις κάποιον, αν τον θες πραγματικά, θα πρέπει να τον πάρεις ολόκληρο, το φως και το σκοτάδι του μαζί».

Αυτό είμαι! Όσο κοιτάζω τα αστέρια, τόσο βυθίζω τα πόδια μου στη λάσπη. Θες να κοιτάξουμε τ’ αστέρια μαζί; Φόρεσε τα πιο χοντρά παπούτσια σου και άσε τα γοβάκια της πριγκίπισσας στην άκρη.

Τέτοια θα μπορούσαν να είναι τα λόγια του κεντρικού χαρακτήρα της ιστορίας, που υποδύεται ο Humphrey Bogart στον βαθύτερο ίσως ρόλο του. Η Καζαμπλάνκα βρίσκεται πίσω μας πια – το ίδιο και οι ρομαντικές αναπολήσεις της. Τα χρόνια πέρασαν, ο κυνισμός έσκαψε βαθύτερα στα σκληρά θεμέλια της μοναξιάς. Συγγραφέας σεναρίων, ο πρωταγωνιστής μας ζει μόνος σε κάποιο διαμέρισμα, αναδεύοντας σκόρπιες αναμνήσεις με ένα αδειανό παρόν. Κάποια στιγμή, στη διάρκεια του έργου, ένας φίλος του ανακοινώνει πως “παντρεύεται”. Η αυθόρμητη απάντηση του Μπόγκαρτ, δίχως την παραμικρή συναισθηματική χροιά, είναι “γιατί;” Κι εσύ συνειδητοποιείς πως ο Μπόγκαρτ εδώ είναι περισσότερο κυνικός από ποτέ.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα έγκλημα. Εσύ, ως θεατής, δεν γνωρίζεις ποιά είναι η πραγματικότητα και αν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είχε κάποια ανάμιξη ή όχι. Όταν οι αστυνομικοί απειλούν να τον συλλάβουν, εκείνος απαντάει απερίφραστα: “Γιατί θα με συλλάβετε; Για έλλειψη συναισθήματος;”

Ποια είναι η πραγματικότητα αυτού του ανθρώπου; Τί κρύβει στο βάθος της καρδιάς του; Μπορεί κάποια γυναίκα να τον αγαπήσει; Μπορεί ο ίδιος να νιώσει ξανά ερωτευμένος;

Όλα είναι πιθανά σε αυτό το καταπληκτικό νουάρ ψυχογράφημα – ακόμα και η ακόλουθη ομολογία:

“I was born when she kissed me. I died when she left me. I lived a few weeks while she loved me.”

Γεννήθηκα όταν με φίλησε. Πέθανα όταν με άφησε. Έζησα λίγες βδομάδες όσο με αγαπούσε.

29 – Caged. [1950]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Caged. [1950]. Film Noir history and films.

“She’ll Be Back.”

Η κατηγορία των έργων με θέμα τους τη ζωή στις γυναικείες φυλακές έχει δώσει άφθονους καρπούς στις τελευταίες δεκαετίες – από τηλεοπτικές σειρές μέχρι kinky b-movies. Μα αν τα τελευταία απευθύνονται στις ευγενείς μας ενορμήσεις, υπάρχει ένα έργο που απευθύνεται στη σκέψη – και εξακολουθεί να ξεχωρίζει μέχρι σήμερα. Καμία άλλη ταινία δεν παρουσίασε, τον καιρό εκείνο, την πραγματικότητα των γυναικείων φυλακών με τέτοια διεισδυτική ματιά, όσο το “Caged” του 1950 (και ας προσπεράσουμε παρακαλώ την ελληνική απόδοση του τίτλου σε “Σάρκες χωρίς Ψυχή”, αλήθεια είναι σοβαρή ταινία).

Υπάρχει μία σκηνή όπου η πρωταγωνίστρια (η Eleanor Parker σε έναν από τους κορυφαίους ρόλους της), κλεισμένη στο κλουβί της, παρατηρεί μια επισκέπτρια της φυλακής. Την παρατηρεί λες και πρόκειται για εξωγήινο είδος. Η έγκλειστη πρωταγωνίστρια είναι αφτιασίδωτη, τα ρούχα της πρόχειρα, τα χέρια της τραχιά, η ματιά της διεισδυτική – και απορημένη. Η επισκέπτρια είναι όμορφη και αστραφτερή σαν σταρ του Hollywood. Το βλέμμα της χαμογελαστό και καταδεκτικό… η ματιά της όμως άδεια. Αισθάνεσαι πως το χάσμα ανάμεσα στις δυο γυναίκες είναι αγεφύρωτο – λες και βλέπεις δύο διαφορετικούς κόσμους. Η δεύτερη είναι η γυναίκα, όπως την κατασκευάζει η κοινωνία του θεάματος. Η πρώτη είναι – αλήθεια, “ποια” είναι η πρώτη; Ποιος την ορίζει;

Πρόκειται για ένα έργο που αποφεύγει τις εύκολες απαντήσεις και τις βολικές κατηγοριοποιήσεις του “καλού” και του “κακού”. Απέναντι στην προκατάληψη που τοποθετεί το “έγκλημα” αποκλειστικά στην προσωπικότητα του δράστη και αντιμετωπίζει το σύστημα της φυλακής σαν μορφή “εξυγίανσης” – ένα αναμορφωτήριο – η ταινία παρουσιάζει τις φυλακές στην πραγματική τους όψη: αν μπεις κακός, θα βγεις χειρότερος. Και αν μπεις καλός… θα βγεις κακός. Ο καταλυτικός ρόλος του κοινωνικού στίγματος, η αίσθηση της περιθωριοποίησης, η διαφθορά των αξιωματούχων του νόμου (γυναίκες και αυτές, όπως οι φυλακισμένες), η καθημερινή αναπαραγωγή των χειρότερων δυνατών συνθηκών για την ανάπτυξη ενός ανθρώπου – τί εξυπηρετούν οι φυλακές λοιπόν;

Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου η πρωταγωνίστρια βρίσκει ένα γατάκι. Το περιθάλπει με φροντίδα – φαίνεται όμως πως άγραφος νόμος της φυλακής είναι η στέρηση: η μόνιμη στέρηση ως μορφή “τιμωρίας”. Έτσι λοιπόν της αποσπούν αυτό το μικρό ζώο, τη μόνη επαφή που είχε με έναν κόσμο συναισθημάτων πέρα και έξω από την ανθρώπινη επιτηδειότητα. Όμως το περιστατικό αυτό γίνεται αφορμή για να ξεσπάσει μια μεγάλη εξέγερση. Η καρδιά του ανθρώπου χτυπάει πάντα, όσα σίδερα και αν βάλεις πάνω της.

Κλείνοντας, θα κάνω μία αναφορά στον τρόπο που κλείνει η ταινία: ένα τέλος πέρα από φτιασιδώματα και βολικές λύσεις, ένα τέλος ικανό να σε κάνει να προβληματιστείς γύρω από το σύστημα δικαιοσύνης μας. Και αυτά παρουσιάζονταν στον κινηματογράφο το 1950…

30 – Night and the City. [Η Νύχτα και η Πόλη, 1950]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Night and the City. [Η Νύχτα και η Πόλη, 1950]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“I just want to be somebody”

«Θέλω απλά να γίνω κάποιος» – λέει στο ξεκίνημα του έργου ο πρωταγωνιστής, Χάρι Φάμπιαν, στην κοπέλα του – φανερώνοντας πως είναι ικανός για όλα προκειμένου να γίνει αυτός ο “κάποιος”. Σύμφωνα πάλι με τον καλόβολο Άνταμ, «ο Χάρι είναι ένας καλλιτέχνης δίχως τέχνη».

Να ξέρεις: ένας καλλιτέχνης δίχως τέχνη είναι επικίνδυνη ιδιότητα.

Τι είναι ο Χάρι; Ένας μικροαπατεώνας, στην ουσία, που γυροφέρνει στον βρετανικό υπόκοσμο. Κάποια στιγμή ξεγελάει τον έλληνα παλαίμαχο πυγμάχο “Gregorius” (παρατσούκλι μάλλον λατινικό, παρά ελληνικό), προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του: να οργανώσει αγώνες πυγμαχίας στο Λονδίνο, που να ξεφεύγουν από το κύκλωμα της βρετανικής μαφίας. Μέσω του Χάρι, βλέπουμε μορφές που δεσπόζουν στην ατέλειωτη νύχτα της πόλης: λαθρέμπορες, παραχαράκτες, κυκλώματα ζητιάνων – και φυσικά η πανταχού παρούσα μαφία.

Συγκριτικά με όλους αυτούς, ο απατεωνίσκος Χάρι μοιάζει μάλλον… καλός; Κάτι τέτοιο. Ίσως γιατί το μοναδικό του όπλο του είναι η εξυπνάδα του – θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο έναν πανούργο Οδυσσέα των μοντέρνων καιρών.

Μορφή του έργου, ωστόσο, είναι ο γλοιώδης ιδιοκτήτης του χορευτικού νυχτερινού κέντρου, που υποδύεται αριστοτεχνικά ο Francis L. Sullivan – μια από τις πλέον αξιομνημόνευτες μορφές στην ιστορία των βρετανικών φιλμ νουάρ. Η παρουσία του στην ταινία αποπνέει διαρκώς έναν υπεροπτικό “βρετανικό” αέρα και – δίχως υπερβολή – “αγαπάς να τον σιχαίνεσαι”. Υπεροπτικός και γλοιώδης με όλη τη σημασία της λέξης. «Προσπάθησες να κλέψεις κάτι από μένα, κάτι για το οποίο πλήρωσα κι έχω αγοράσει», λέει κάποια στιγμή στον Χάρι – αναφερόμενος στη γυναίκα του.

Πολλά συμβαίνουν σε αυτό το έργο – και δεν υπάρχει χαρακτήρας που να μην αποκαλύπτει πολλαπλές πτυχές μέχρι το τέλος. Αξίζει να τις δεις να ξεδιπλώνονται μπροστά σου. Τα χρήματα μπορούν ν’ αγοράσουν πολλά πράγματα – όμως όχι τις καρδιές. Ευτυχώς.

Η σκηνοθεσία είναι του Ζυλ Ντασέν – συμπληρώνοντας ένα αξιομνημόνευτο νουάρ δίδυμο “Πόλεων”, παρέα με τη “Γυμνή Πόλη” του 1948 (που είδαμε στο πρώτο μέρος του αφιερώματος, κλικ).

31 – Sunset Boulevard. [Η Λεωφόρος της Δύσης, 1950]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: Sunset Boulevard [Η Λεωφόρος της Δύσης, 1950]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

«Από κάπου σε ξέρω εσένα… Ναι! Είσαι η Νόρμα Ντέσμοντ… έπαιζες στον βωβό κινηματογράφο… ήσουν μεγάλη σταρ εκείνη την εποχή.»

«Είμαι ακόμα μεγάλη. Οι ταινίες είναι που έγιναν μικρές.»

Όπως συμβαίνει στα κλασικότερα φιλμ νουάρ, έτσι κι εδώ ένας αφηγητής μας λέει την ιστορία του σε μορφή flashback. Μια ιστορία που περιλαμβάνει μια ηλιόλουστη γειτονιά του Hollywood, μια πολυτελή βίλα, μορφές που ξεπηδούν απ’ τα παλιά χρόνια του βωβού κινηματογράφου – και μια μεσήλικη γυναίκα, ηθοποιό, ιδιοκτήτρια της πολυτελούς βίλας… και μεγάλη σταρ. Η μεγαλύτερη όλων.

Κάτι παράξενο συμβαίνει όμως. Σύμφωνα με τα λόγια του αφηγητή, «το σπίτι έμοιαζε μ’ εκείνη την ηλικιωμένη γυναίκα στις Μεγάλες Προσδοκίες»… Λες και είχε παγώσει στον χρόνο. «Το μέρος έδειχνε προσβεβλημένο από κάποια ανατριχιαστική παράλυση, εκτός ρυθμού σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, και σε αργούς ρυθμούς τεμαχιζόταν σε κομμάτια…»

Η δόξα της γυναίκας, της μεγάλης σταρ, θυμίζει περισσότερο τη λάμψη ενός φλας όπως έχει αποτυπωθεί σε μια παλιά, κιτρινισμένη φωτογραφία. «Ένα σπίτι κατάμεστο με φωτογραφίες της…», διερωτάται ο αφηγητής. «Πώς μπορεί ν’ αναπνέει σ’ ένα χώρο με τόσες σαν αυτήν;»

Για την ίδια τη σταρ, όμως, δεν χωράει καμία αμφιβολία: η λάμψη της είναι παντοτινή, άχρονη. Αυτό πιστεύει η ίδια για τον εαυτό της – και αυτό οφείλουν να πιστεύουν οι υπόλοιποι. Ο πιστός της υπηρέτης μας διαβεβαιώνει: «Ήταν η καλύτερη όλων… δεν μπορείς να ξέρεις, είσαι πολύ νέος. Κάποτε, σε μια βδομάδα μόνο, έλαβε 17.000 γράμματα θαυμαστών. Άντρες δωροδοκούσαν τον κομμωτή της, για να πάρουν μια τούφα απ’ τα μαλλιά της. Ένας μαχαραγιάς είχε διανύσει όλο τον δρόμο απ’ την Ινδία, παρακαλώντας για μια καλτσοδέτα της. Αργότερα στραγγάλισε τον εαυτό του μ’ αυτήν.»

Και τα χρόνια περνούν. Και το σπίτι μένει ίδιο, απαράλλαχτο, θαμμένο στις φωτογραφίες της. Παγωμένο στον χρόνο. Και η μεγάλη σταρ αρνείται να δεχτεί πως έχασε τη λάμψη της: πως δεν είναι πια νέα, δεν είναι πια γοητευτική. Αρνείται να δει πως ο κόσμος του νεότερου κινηματογράφου αδιαφορεί πλέον γι’ αυτήν.

Οι αναφορές στον κόσμο του βωβού κινηματογράφου δημιουργούν μια γέφυρα μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος – και η παρουσία των Erich Von Stroheim (στον ρόλο του πιστού υπηρέτη), Cecil Β. DeMille, και Buster Keaton (οι οποίοι υποδύονται τους εαυτούς τους) δεν είναι τυχαία. Όσο αφορά την κεντρική ερμηνεία της Gloria Swanson… τα λόγια είναι περιττά.

Το εκπληκτικό αυτό έργο είναι όχι μόνο ένα από τα κορυφαία film noir, μα και μια απ’ τις σπουδαιότερες ταινίες της ιστορίας του κινηματογράφου. Μια διαχρονική μάτια στον κόσμο του θεάματος από τη μία, στην ανθρώπινη ματαιοδοξία από την άλλη. Στη άχρονη επιθυμία ν’ απαλείψουμε τον χρόνο. Αυτή δεν είναι μόνο η ιστορία μιας σταρ του κινηματογράφου – αλλά η ίδια ιστορία του ανθρώπου που αρνείται την πραγματικότητα. «Φοβόταν τον κόσμο έξω από αυτήν… Φοβόταν μήπως της θύμιζε πως ο καιρός είχε περάσει…»

Άραγε κερδίζεις μια κάποια αιωνιότητα αν πιστεύουν δύο μόνο άνθρωποι σ’ αυτήν; Εσύ και ο πιστός σου υπηρέτης;

32 – Where the Sidewalk Ends. [1950]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Where the Sidewalk Ends [1950]. Film Noir history and films.

Η ταινία ξεκινάει με συνηθισμένους ρυθμούς, προϊδεάζοντάς σε για ένα τυπικό αστυνομικό φιλμ. Κάτι διεφθαρμένοι τύποι σε μια παράνομη χαρτοπαιχτική λέσχη, η δολοφονία ενός αθώου κι ένας αστυνομικός (ο πρωταγωνιστής του έργου, Ντίξον) – που ο προϊστάμενός του κατηγορεί πως “παρασύρεται εύκολα από τα συναισθήματά του” και πως δουλειά του είναι “να εντοπίζει τους εγκληματίες, όχι να τους τιμωρεί”.

Και να που, λίγη μόνο ώρα απ’ το ξεκίνημα του φιλμ, ο αστυνομικός σκοτώνει άθελά του, σε μια ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων, έναν ύποπτο για το περιστατικό της λέσχης – έναν ύποπτο που στη συνέχεια αποδεικνύεται πως ήταν “ήρωας πολέμου”. Κι εδώ αρχίζει το ωραίο: ο αστυνομικός έχει γίνει θύτης ενός εγκλήματος! Ακολουθώντας την κλασική (μα πάντα εθιστική) συνταγή της “γάτας με το ποντίκι”, το έργο μας παρασύρει στον κόσμο ενός ανθρώπου που πασχίζει ν’ αποκρύψει την ενοχή του, ενώ παράλληλα αγωνίζεται να μη φορτώσει το έγκλημα σε άλλους – διότι, σε τελική ανάλυση, η συνείδησή του επιτάσσει να μη την πληρώσουν οι αθώοι.

Σκέψου να έχεις αναλάβει την αποστολή να εξιχνιάσεις ένα έγκλημα… και να είσαι εσύ ο εγκληματίας. Γι’ αυτό απολαμβάνω αυτούς τους γκρίζους χαρακτήρες και τις αμφιλεγόμενες καταστάσεις των νουάρ. Εκείνες που αποφεύγουν τις εύκολες απαντήσεις, οδηγούν συχνά σε αδιέξοδα και ζωγραφίζουν ρεαλιστικά ανθρώπινα πορτραίτα – πέρα απ’ τα στενά όρια του καλού και του κακού.

33 – Detective Story. [1951]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Detective Story [1951]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

Μανιχαϊσμός: 1) Κοσμοθεωρία που πηγάζει απ’ την Περσία και τείνει να διαχωρίζει τον κόσμο σε τόνους απόλυτου καλού κι απόλυτου κακού. 2) Στάση αντίληψης για μια πλειάδα κόσμου που αρνούνται να δουν τις άφθονες αποχρώσεις ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο. 3) Η συμπεριφορά του πρωταγωνιστή της ταινίας “Detective Story”: ένας ντετέκτιβ (Κερκ Ντάγκλας) που κατέχεται απ’ την “εμμονή” της απονομής δικαιοσύνης, φέροντας στοιχεία ενός μοντέρνου ιεροεξεταστή. «Μπορώ να μυρίζω το κακό από μακριά», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

Απ’ όλες τις ταινίες που επέλεξα να παρουσιάσω, το “Detective Story” είναι η πιο θεατρική: το μεγαλύτερο μέρος του έργου εξελίσσεται εξ’ ολοκλήρου στο γραφείο του πρακτορείου των ντετέκτιβ, θυμίζοντας κάποιο θεατρικό σκηνικό. Βλέπουμε τους συναδέλφους του πρωταγωνιστή στη δουλειά τους και παρακολουθούμε διάφορους μικροπαρανόμους να έρχονται και να φεύγουν. Όλοι τους (ντετέκτιβ και παράνομοι) είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Ένας νέος έκλεψε κάποια χρήματα. Μια κοπέλα βούτηξε μια τσάντα. Εμφανίζεται ως και μια ηλικιωμένη που έχει την εμμονική ιδέα πως την παρακολουθούν.

Η ρεαλιστική απόδοση της καθημερινότητας μεταφέρει τον κόσμο του αστυνομικού νουάρ από την ομιχλώδη νύχτα του υποκόσμου στη ρουτίνα του γραφείου. “Αυτοί είναι οι πραγματικοί ντετέκτιβ”, μοιάζει να λέει το φιλμ. Και τα περιστατικά με τα οποία καταπιάνονται μοιάζουν μικρά και ασήμαντα, σαν την κλοπή της τσάντας από τη νεαρή γυναίκα.

Ένας ανάμεσά τους, όμως, δεν βλέπει μια τυπική δουλειά σε αυτό που κάνει – μα κάποιο “λειτούργημα”. Νιώθει σαν ιππότης καταμεσής δημοσίων υπαλλήλων – κι είναι έτοιμος να εξοστρακίσει το “κακό” στο αιώνιο πυρ. Η ταινία δεν αποπειράται να εξιδανικεύσει αυτή τη μανία του πρωταγωνιστή ν’ αναζητά παντού ενόχους. Την εκθέτει για την υπερβολή της. «Ποιος είσαι συ; Ο Θεός; Δεν έκανες ποτέ σου κάποιο λάθος;», λέει στον Ντάγκλας η φίλη ενός νεαρού “εγκληματία”. «Την ξέρω, όλοι ίδια φάρα είναι, διαφορετική απ’ τη δική μας», λέει με αλαζονεία ο Ντάγκλας.

Ως κι ένας συνάδελφός του, όμως, τον ρωτάει: «Γιατί πρέπει να τα κάνεις όλα τόσο άσπρο ή μαύρο;»

Η απάντηση ίσως να βρίσκεται κάπου στην Περσία.

34 – Sudden Fear. [1952]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: Sudden Fear [1952]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“I was just wondering what I’d done to deserve you.”

Αυτή είναι μια ταινία που, υποθέτουμε, θα ήθελε πολύ να έχει γυρίσει ο Άλφρεντ Χίτσκοκ. Όλα τα χαρακτηριστικά ενός χιτσκοκικού θρίλερ βρίσκονται εδώ. Ακολουθούν spoiler – δες πρώτα το έργο και επιστρέφεις μετά για το κείμενο.

Spoiler: είναι πολλά τα κοινά μεταξύ αυτού του έργου και του “Suspicion” του Χίτσκοκ. Μια γυναίκα παντρεύεται τον άντρα των ονείρων της και πλέει σε πελάγη ευτυχίας – μα σταδιακά υποψιάζεται πως πίσω από τα λόγια αγάπης και τις πλάνες ματιές του συζύγου ελλοχεύουν άλλα, σκοτεινότερα κίνητρα.

Στον ρόλο της πρωταγωνίστριας η Τζόαν Κρόφορντ. Στον ρόλο του συζύγου ο Τζακ Πάλανς. Ο συνδυασμός τους είναι εκρηκτικός: νιώθεις την ένταση που υποβόσκει ανάμεσά τους, τον υποσυνείδητο φόβο της γυναίκας, την απειλή που κρύβουν τα χαμόγελα του άντρα. Κι όταν πια ο φόβος εκδηλώνεται, οι εκφράσεις της Τζόαν Κρόφορντ μοιάζουν βγαλμένες από βωβή ταινία τρόμου της δεκαετίας του 20. Τα παιχνίδια των σκιών στο πρόσωπό της φέρουν τη σφραγίδα του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού.

Μπορούμε, εξάλλου, να εντοπίσουμε αρκετές αναλογίες μεταξύ του “Sudden Fear” και του “Double Indemnity” – μα απ’ την αντίστροφή του. Και στα δυο έργα ένα ζευγάρι συνωμοτεί, ώστε να αντλήσει κέρδος από ένα φονικό. Μα στο “Sudden Fear” βλέπουμε τη συνωμοσία όχι μέσα απ’ τα μάτια των θυτών, αλλά απ’ τα μάτια του θύματος. Η στιγμή της συνειδητοποίησης – όταν η γυναίκα διαπιστώνει τα σχέδια του συζύγου εναντίον της – αντιστρέφει τους κανόνες στο κλασικό παιχνίδι ανάμεσα στο ποντίκι και τη γάτα: ο άντρας συνωμοτεί, η γυναίκα το γνωρίζει, μα εκείνος δεν γνωρίζει πως αυτή γνωρίζει.

Το αποτέλεσμα, με λίγα λόγια, είναι απολαυστικός κινηματογράφος.

35 – The Narrow Margin. [Το Εξπρές του Σικάγου, 1952]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: The Narrow Margin [Το Εξπρές του Σικάγου, 1952]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

«Κάποτε ρώτησα τον συνεργάτη μου τί είδους γυναίκα θα παντρευόταν έναν γκάνγκστερ. Μου είπε όλων των ειδών. Δεν τον πίστεψα τότε… μα τελικά είχε δίκιο.»

Αυτό είναι το φιλμ νουάρ που θα σκηνοθετούσε η Αγκάθα Κρίστι – αν ήταν σκηνοθέτης. Η κύρια πλοκή του εξελίσσεται σ’ ένα τρένο – κι αυτός από μόνος του είναι ένας καλός λόγος για να το δούμε: αγαπούμε τις παλιές ταινίες με τρένα, ναι;

Ένας αστυνομικός αναλαμβάνει την προστασία μιας γυναίκας (που είναι κυνική και αθυρόστομη, μια σωστή νουάρ ντάμα), η οποία έχει στην κατοχή της μυστικά των γκάνγκστερ – οι τελευταίοι, λοιπόν, επιθυμούν να τη βγάλουν απ’ τη μέση. Ο αστυνομικός και η γυναίκα εισχωρούν σ’ ένα τρένο, προσπαθώντας να διατηρήσουν την ταυτότητά τους κρυφή, μέχρι να φτάσουν στον προσανατολισμό τους. Η γυναίκα κρύβεται σ’ ένα βαγόνι. Ο αστυνομικός, στο μεταξύ, έρχεται σε επαφή με διάφορες ενδιαφέρουσες φιγούρες: έναν χοντρό (πολύ χοντρό) τύπο, που για κάποιο λόγο εμφανίζεται πάντα στους πιο στενούς διαδρόμους· μία μητέρα μ’ ένα παιδάκι που χώνει τη μύτη του παντού· έναν γκάνγκστερ που τον αναζητάει, προσπαθώντας να κρύψει το γεγονός ότι είναι γκάνγκστερ – ενώ, παράλληλα, ο αστυνομικός προσπαθεί να κρύψει το γεγονός ότι είναι αστυνομικός.

Οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη σ’ ένα φιλμ που αποκαλύπτει πως συχνά τα φαινόμενα απατούν. Ας κρατήσουμε, στο τέλος, τα λόγια που παρέθεσα στην αρχή. Για “τη γυναίκα που θα παντρευόταν έναν γκάνγκστερ”. Είναι το κλειδί αυτής της απολαυστικής μυθιστορηματικής ιστορίας.

36 – Human Desire. [Το Ανθρώπινο Κτήνος, 1954]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Human Desire [1954]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

Δύο αξιομνημόνευτες πληροφορίες προτού μπούμε στο ζουμί. Πρώτον, σκηνοθέτης του έργου δεν είναι άλλος από τον Φριτς Λανγκ (τον οποίο είδαμε και στο πρώτο μέρος του αφιερώματος). Δεύτερον, η ταινία είναι μερικώς βασισμένη στο βιβλίο «Το Ανθρώπινο Κτήνος» του Εμίλ Ζολά.

Η ιστορία του φιλμ νουάρ περιστρέφεται γύρω από τις “femme fatales” – σαν άλλος δορυφόρος που βρίσκεται σε αδιάκοπη τροχιά γύρω από έναν πλανήτη. Τα «μοιραία» θηλυκά, σελήνες που αστράφτουν τις νύχτες όσο το άλλο τους μισό είναι παραδομένο στο σκοτάδι, πολιτισμική ενσάρκωση των αρσενικών φαντασιώσεων και φόβων. Τέτοια δείχνει να είναι και η πρωταγωνίστρια στο “Human Desire”, η Βίκυ. Μια γυναίκα που φαινομενικά ενσαρκώνει όλα τα στερεότυπα χαρακτηριστικά μιας femme fatale: προκλητική, μυστήρια, αμφιλεγόμενη στα κίνητρά της και διφορούμενη στις κουβέντες της.

Μένει να δεις τον σύζυγό της, όμως, τον Καρλ, για ν’ αποκτήσεις μια περισσότερο σφαιρική εικόνα. Ο Καρλ – ή, αλλιώς, το «ανθρώπινο κτήνος» του τίτλου. Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου η Βίκυ ομολογεί πως παντρεύτηκε τον Καρλ από ανάγκη: “ήθελα ένα σπίτι, ν’ ανήκω κάπου, να νιώθω σίγουρη… δεν είναι εύκολο για ένα κορίτσι να γυρνάει απ’ τη μια δουλειά στην άλλη… Αφού παντρεύτηκα ένιωσα λίγο στεναχωρημένη – μα υπέθεσα πως αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό. Οι περισσότερες γυναίκες είναι στεναχωρημένες – απλά προσποιούνται πως δεν είναι. Δεν ξέρω τί κάνω στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Νιώθω χαμένη, μόνη… Μάλλον δεν είμαι πολύ καλή γυναίκα ή σύζυγος, ε;”.

Μομφή που στρέφει ενάντια στον εαυτό της. Ασφαλώς δεν τίθεται το ερώτημα αν ο Καρλ είναι καλός σύζυγος με τη σειρά του. Είναι η Βίκυ εκείνη που οφείλει να υποχωρεί – κι εκείνη που ευθύνεται για το παραμικρό ατόπημα. Όμως για το θεατή που βλέπει το έργο δεν χωράει αμφιβολία: ο Καρλ είναι ένας από τους πιο γλοιώδεις και φρικαλέους αρσενικούς που έχουν εμφανιστεί ποτέ στην κινηματογραφική οθόνη.

Ωστόσο δυσκολευόμαστε ν’ αντιμετωπίσουμε τη σχέση του ζεύγους μονόπλευρα: όσο η Βίκυ επιλέγει αυτή τη σχέση, όσο υποχωρεί στα τρομακτικά θελήματα του συζύγου της, όσο δεν ορθώνει κάποια αντίσταση απέναντί του, όσο επιθυμεί να έχει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο», όσο επιλέγει το βόλεμα έναντι της αντίστασης… δεν είναι μονόπλευρα θύμα και φέρει και η ίδια μια ευθύνη για τις πράξεις της – ή, σωστότερα, τις μη-πράξεις της.

Οταν πια αποφασίσει να πράξει… ίσως είναι αργά.

37 – Kiss Me Deadly. [Φίλησέ με μέχρι Θανάτου, 1955]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Kiss Me Deadly [Φίλησέ με μέχρι Θανάτου, 1955]. Film Noir history and films.

“They. A wonderful word. And who are they? They are the nameless ones who kill people for the great What’s It. Does It exist? Who cares.”

Χαρακτηρίστηκε ως το “απόλυτο αποκαλυπτικό μηδενιστικό φιλμ νουάρ”. Δημιουργημένο στην καρδιά της ψυχροπολεμικής φοβίας της πυρηνικής εποχής, το έργο υπονοεί περισσότερα από αυτά που φανερώνει – και αυτά που φανερώνει είναι τρομακτικά. Όπως σε τόσα άλλα νουάρ, ήρωάς του είναι ένας ντετέκτιβ που αποφασίζει να εξιχνιάσει μια περίεργη ιστορία μυστηρίου. Στον δρόμο του θα συναντήσει μυστήριες γυναίκες που κάνουν ωτοστόπ τις νύχτες και χαμογελαστούς θαμώνες σε ηλιόλουστα θέρετρα – οι οποίοι σε συμβουλεύουν, εμπιστευτικά, να “τα παρατήσεις όσο είναι ακόμα καιρός”. Κι ενώ χαμογελούν, σε κοιτάζουν με μάτια που εξαπολύουν απρόσμενους κεραυνούς στον ανέφελο ουρανό σου.

Σύμφωνα με μια κοινή παραδοχή στις ιστορίες μυστηρίου, κάθε σκοτεινό σημείο χρειάζεται να έρχεται στο φως. Ο ηρωικός ντετέκτιβ, σαν άλλος Σέρλοκ Χολμς ή άλλος Ηρακλής Πουαρώ, οφείλει να σκάβει όλο και βαθύτερα… ώσπου ν’ αποκαλύψει την αλήθεια. Κάποια στιγμή στη διάρκεια του έργου, η κοπέλα του πρωταγωνιστή, ανήσυχη, του λέει τα εξής: «Πρώτα βρίσκεις μία μικρή κλωστή. Αυτή σε οδηγεί σε έναν σπάγκο. Ο σπάγκος σε ένα σκοινί. Κι από το σχοινί, στο τέλος, καταλήγεις να κρεμαστείς.»

Λόγια σαν αυτά μας πηγαίνουν πολύ πίσω – και απόληξή τους δεν είναι ο θετικιστικός οπτιμισμός των ιστοριών του Σέρλοκ Χολμς… μα ο κόσμος της αρχαίας τραγωδίας: εκεί που η αποκάλυψη δεν συνεπάγεται τη λύτρωση.

«Δεν ήξερα…», μονολογεί ο ήρωας, όσο βαδίζουμε προς το φινάλε της ταινίας. Έχει αποκαλύψει το κλειδί του μυστηρίου – και το μυστήριο περιστρέφεται γύρω από ένα περίεργο κουτί. Ένα νέο Κουτί της Πανδώρας, διαμορφωμένο για τα χρόνια της πυρηνικής απειλής.

Η σημασία αυτού του φιλμ είναι περισσότερο ψυχολογική, παρά κυριολεκτική. Ελάχιστα έργα ξεσκέπασαν τόσο πετυχημένα το καταχωνιασμένο πνεύμα των καιρών τους. Ένα πνεύμα που δονούνταν σεισμικά κάτω απ’ την επιφάνεια της υλικής ευμάρειας της δεκαετίας του 50.

38 – The Night of the Hunter. [Η Νύχτα του Κυνηγού, 1955]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: The Night of the Hunter [Η Νύχτα του Κυνηγού, 1955]. Film Noir history and films.

«Δεν φοβάστε, μικροί αμνοί, εκεί κάτω στο σκοτάδι;»

Αμερικανικός Νότος, δεκαετία του 50. Μια αγροτική κοινότητα απόμερη, όπου ο χρόνος κυλάει στους δικούς του ρυθμούς. Οι παραδόσεις απομένουν ισχυρές, οι προλήψεις στο ίδιο. Σε τέτοια μέρη η θρησκεία είναι σαν τον αέρα που αναπνέουν οι άνθρωποι: άλλοτε αναζωογονητικός, άλλοτε αποπνικτικός. Βρίσκεται όμως παντού.

Σε αυτή την κοινότητα, λοιπόν, κάνει την εμφάνισή του ένας ιερέας – ένας ιερέας και πρώην κατάδικος. Σκοπός του ιερέα; Να εξυγιάνει τους ανθρώπους. Να εξορίσει τον σατανά απ’ τις ψυχές τους. Στα δάχτυλα των χεριών του έχει γράψει δύο λέξεις – δύο λέξεις που περικλείουν όλη την κοσμοθεωρία του: ΑΓΑΠΗ. ΜΙΣΟΣ.

Αγάπη για τους αμνούς του Θεού, για το εκλεκτό ποίμνιο που ο ίδιος οφείλει να καθοδηγήσει στο μαντρί της αιωνιότητας.

Μίσος για όλους τους υπόλοιπους.

Σκοπός του ιερέα είναι να εδραιώσει την παρουσία του στην κοινότητα. Και να καλοπαντρευτεί μια χήρα γυναίκα που, όλως τυχαίως, λένε πως έχει μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία κρυμμένη κάπου στο σπίτι της – κλεμμένο ενθύμιο του πρώην συζύγου της, πριν εκείνος οδηγηθεί στην ηλεκτρική καρέκλα. Η γυναίκα αγνοεί την ύπαρξη αυτής της περιουσίας… Όμως τα δύο μικρά παιδιά της, ένα αγοράκι κι ένα κοριτσάκι, ξέρουν. Ο πατέρας τους, λίγο πριν συλληφθεί, τους είχε αποκαλύψει την κρυψώνα. Και τους έβαλε να υποσχεθούν πως δεν θα την αποκαλύψουν σε κανέναν.

Αυτά τα δύο αδερφάκια, λοιπόν, συνιστούν ένα μικρό εμπόδιο για τον ιερέα μας. Ένα τόσο δα αγκάθι στον κήπο της φιλοδοξίας του. Χρειάζεται κάτι να κάνει γι’ αυτά. Η προσέγγιση της αφελούς μητέρας, με όπλο τα κυρήγματα της θρησκείας, μοιάζει εύκολη. Για τα παιδιά όμως θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσει άλλη τακτική…

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: The Night of the Hunter [Η Νύχτα του Κυνηγού, 1955]. Film Noir history and films.

Θα μπορούσαμε να μιλούμε πολλή ώρα γι’ αυτήν την ταινία. Θα σταθώ όμως σε μια εμβληματική διαδοχή σκηνών στα μισά του έργου: τα παιδιά έχουν μόλις δραπετεύσει και περιπλανιούνται, μόνα τους, στα βάθη του αμερικανικού νότου, σε σκοτεινά ποτάμια κι έρημους αχυρώνες. Οι συγκεκριμένες σκηνές βγάζουν βγαλμένες από πίνακα ζωγραφικής. Δίχως λόγια, εικόνες σχεδόν αρχέτυπες, φέροντας συμβολισμούς, αποτίνοντας φόρο τιμής στο παρελθόν του βωβού κινηματογράφου και στον γερμανικό εξπρεσιονισμό: τον καιρό που ο κινηματογράφος δεν στηριζόταν στον διάλογο, μα στην ατμόσφαιρα, την έκφραση, τη φωτογραφία και την τέχνη της κινούμενης εικόνας. Μια τέχνη που έχει σε μεγάλο βαθμό λησμονηθεί.

Οι συντελεστές του έργου όμως είναι φανερό πως δεν το ξέχασαν. Και δεν είναι καθόλου τυχαία η μητριαρχική συμμετοχή της Lilian Gish: μιας από τις πρώτες μεγάλες σταρ του βωβού κινηματογράφου και μούσα του D. W. Griffith.

Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον βωβό κινηματογράφο, τον D. W. Griffith και τη Lilian Gish σε αυτό το αφιέρωμά μου (κλικ).

“The Lord blinded mine enemies when they brought me in this evil place…I come not with peace, but with a sword…This sword has served me through many an evil time.”

39 – Rififi. [1955]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Rififi [1955]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

Η Γαλλία αγάπησε το αμερικανικό νουάρ περισσότερο από κάθε άλλη χώρα στην Ευρώπη. Πρόκειται, εξάλλου, για μια χώρα με βαθιά παράδοση στο αστυνομικό μυθιστόρημα και τις ρεαλιστικές απεικονίσεις “γκρίζων” χαρακτήρων. Το “Rififi” του 1955 σηματοδοτεί μια άτυπη “παράδοση σκυτάλης”: το κλασικό αμερικανικό νουάρ πλησιάζει στη δύση του… και το γαλλικό νουάρ αναλαμβάνει να πάρει τα ηνία.

Κάποια στιγμή θα ερχόταν και η ώρα της ετεροχρονισμένης βάπτισης: ο κατοπινός όρος “film noir” οφείλει την ύπαρξή του στους Γάλλους θεωρητικούς του κινηματογράφου – που επεδίωξαν να ομαδοποιήσουν σε μια κοινή κατηγορία όλα εκείνα τα “σκοτεινά” αμερικανικά έργα των περασμένων είκοσι χρόνων, που τόσο τους ενέπνευσαν.

40 – Les Diaboliques. [Οι Διαβολογυναίκες, 1955]

Τα καλύτερα φιλμ νουάρ: Les Diaboliques [Οι Διαβολογυναίκες, 1955]. Film Noir history and films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

«Είναι ευαίσθητη, γλυκιά σαν ένα μικρό ερείπιο. Τα ερείπια είναι άτρωτα, δεν καταστρέφονται. Θα μας θάψει όλους… έτσι δεν είναι;»

Ποιες είναι οι “Διαβολογυναίκες”; Είναι η σύζυγος και η ερωμένη ενός τυραννικού διευθυντή σε κάποιο οικοτροφείο στα περίχωρα του Παρισιού. Στη θεωρία, τίποτα δεν θα έπρεπε να τις συνδέει μεταξύ τους: η μία είναι προσαρμοστική και πειθήνια, η άλλη αποφασιστική κι εκρηκτική. Η μία είναι νερό, η άλλη είναι φωτιά. Στη θεωρία, θα έπρεπε να βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους – όπως κάθε σύζυγος και κάθε ερωμένη. Όμως υπάρχει κάτι που συνδέει αδιάσπαστα τη μία με την άλλη, σ’ έναν ακατάλυτο, δαιμονικό δεσμό: το αμοιβαίο μίσος τους γι’ αυτόν τον άντρα που δηλητηριάζει τις ζωές τους. Τον σύζυγο και εραστή τους. Το μίσος… και η επιθυμία να τον ξεφορτωθούν.

Έτσι λοιπόν γίνονται συνένοχες στο έγκλημα. Το σταθερό μοτίβο παλιότερων έργων, για τα οποία μιλήσαμε ήδη (“Double Indemnity”, “The Postman Always Rings Twice”, “Sudden Fear”), αποκτά τώρα μια ασυνήθιστη τροπή: δεν είναι το ζευγάρι των εραστών που συνωμοτούν ενάντια στον σύζυγο, μα η φαινομενικά αταίριαστη συμμαχία της συζύγου και της ερωμένης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα απ’ τα πιο καθηλωτικά γαλλικά φιλμ της δεκαετίας – ένα έργο με απρόβλεπτη εξέλιξη και σασπένς που θα ζήλευαν τα καλύτερα φιλμ του Χίτσκοκ.

Ποια μπορεί να είναι η κατάληξη των “διαβολογυναικών”; Να παρακολουθούμε, άραγε, ένα κινηματογραφικό “Έγκλημα και Τιμωρία”; Κάποιο σταθερό μοτίβο που ακολουθεί την πορεία από το έγκλημα στην ενοχή, από την αποκάλυψη στην εξιλέωση; Ή μήπως η ταινία φιλάει έναν κρυμμένο άσο στο μανίκι της, ικανό να μας εκπλήξει όλους;

41 – The Killing. [1956]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: The Killing [1956] του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Film Noir best films. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“Δεν έχεις μάθει ακόμη ότι σε αυτή τη ζωή πρέπει να είσαι όπως όλοι οι άλλοι: η τέλεια μετριότητα, όχι καλύτερος, όχι χειρότερος. Η ατομικότητα είναι ένα τέρας και πρέπει να στραγγαλιστεί στο λίκνο της για να κάνουμε τους φίλους μας να αισθάνονται σίγουροι για τον εαυτό τους. Ξέρεις, συχνά πίστευα ότι ο γκάνγκστερ και ο καλλιτέχνης είναι το ίδιο στα μάτια των μαζών. Τους θαυμάζουν σαν ήρωες, ενώ ταυτόχρονα υποβόσκει η ευχή να τους δουν να καταστρέφονται στο απόγειο της δόξας τους”.

Το έργο που κατέστησε γνωστό το όνομα ενός νεαρού αμερικανικού σκηνοθέτη: ο λόγος για τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (για τον οποίο έχω γράψει αναλυτικό αφιέρωμα εδώ κι εδώ). Είναι ενδιαφέρον πως ο δημιουργός που έμελλε να κάνει άνω-κάτω τον κόσμο του Χόλυγουντ, παρουσιάζοντας ορισμένα απ’ τα πιο αντισυμβατικά φιλμ της γενιάς του, έφερε στις σκηνοθετικές ρίζες του το πλέον αντισυμβατικό στυλ που γέννησε ο παλιότερος κινηματογράφος: το “The Killing” είναι φιλμ νουάρ με όλη τη σημασία της λέξης.

Η δομή του έργου μοιάζει με μουσική συμφωνία. Το πρώτο μέρος είναι η εισαγωγή στους χαρακτήρες/δράστες – σαν μεμονωμένα σόλο μιας ορχήστρας – και το δεύτερο μέρος η παρουσίαση του κυρίου θέματος – όπου τα όργανα ενορχηστρώνουν τη μελωδία τους στον συνολικό σκοπό: τη διεξαγωγή μιας μεγάλης ληστείας. Πιο αξιομνημόνευτος μεταξύ των χαρακτήρων, ο κακομοίρης Τζορτζ: ένας χαρακτηριστικός ανθρωπάκος που ονειρεύεται να γίνει μεγάλος, με τη γυναίκα του να τον περιφρονεί κι εκείνον να της υπόσχεται “πλούτη αμύθητα”. Ασφαλώς η γυναίκα του (άλλη μια διπρόσωπη φαμ φατάλ) τον απατάει… μα κι ο εραστής της γυναίκας του είναι αναξιόπιστος με τη σειρά του.

Α, ναι. Πόσο ταιριάζουν αυτοί οι γκρίζοι χαρακτήρες με το αντισυμβατικό στυλ που έμελλε να καλλιεργήσει ο Κιούμπρικ – και να το εξωθήσει μελλοντικά σε επίπεδα κινηματογραφικής τελειότητας!

Η σκηνή της ληστείας που καταλαμβάνει το δεύτερο μισό του έργου είναι αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη, όπως εκτυλίσσεται μέσα από την οπτική γωνία καθενός από τους δράστες. Πρόκειται για μια ληστεία σχεδιασμένη στην παραμικρή της λεπτομέρεια, οργανωμένη στην εντέλεια: οι οργανίστες έχουν διαβάσει καλά τις παρτιτούρες τους και η ορχήστρα αποδίδει με μαεστρία το κρεσέντο.

Όμως, εκεί, στην κορύφωση του έργου… αντηχεί μια παραφωνία, ένα φριχτό φάλτσο. Κάτι πήγε στραβά. Το τέλειο σχέδιο δεν υπολόγισε ένα σκοτεινό σημείο, μια λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά. Και όταν όλα πια τελειώσουν, εκείνο που απομένει από τα όνειρα των πρωταγωνιστών είναι μια βαλίτσα με χρήματα που τα σκορπίζει ο άνεμος… και τα λόγια της γυναίκας του Τζορτζ: “Just a bad joke without a punchline”.

Μια αίσθηση ματαιότητας, ένα κακό αστείο, κανένα ηθικό δίδαγμα. Όλα για το τίποτα. Καλώς ήρθες, Στάνλεϊ Κιούμπρικ.

42 – Touch of Evil. [1958]

 Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Touch of Evil [1958], με τον Όρσον Ουέλς. Film Noir best films.

“Look out. Vargas’ll turn you into one of these here starry-eyed idealists. They’re the ones making all the real trouble in the world. Be careful, they’re worse than crooks. You can always do something with a crook.”

Το “Touch of Evil” σηματοδοτεί το αποκορύφωμα και το κύκνειο άσμα του κλασικού αμερικανικού film noir. Περισσότερο σκοτεινό, περισσότερο κυνικό, παρουσιάζοντας έναν αστικό κόσμο σε πλήρη σήψη, μία κοινωνία παραδομένη στην απόλυτη παρακμή. Ο Orson Welles επανέρχεται στο προσκήνιο και καταθέτει επί της οθόνης έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους χαρακτήρες των φιλμ νουάρ: Τον ογκώδη και βαθύτατα διεφθαρμένο αστυνόμο Κουίνλαν. Ένας άνθρωπος που κοίταξε τόσο μες στην άβυσσο, ώσπου μεταμορφώθηκε σε τέρας ο ίδιος. Κατεστραμμένος, παραδομένος στις καταχρήσεις του φαγητού και του πιοτού, βρίσκοντας μοναδική παρηγοριά στις αναμνήσεις ενός μακρινού παρελθόντος – και σε μία παλιά πιανόλα, που τον βοηθά να λησμονήσει. Διατηρεί πάντα το κοφτερό του μυαλό… μα εκείνο υπηρετεί αμφιλεγόμενους αφέντες.

Απέναντι στο στερεότυπο κινηματογραφικό κατεστημένο του “νόμιμου καλού” και του “παράνομου κακού”, το φιλμ νουάρ, από γεννησιμιού του, έτρεφε μία αμφιλεγόμενη στάση, παρουσιάζοντας την ιστορία συνήθως μέσα από τις οπτικές γωνίες των “παρανόμων” – ακόμα και αν αυτοί οι τελευταίοι πλήρωναν το τίμημα στο τέλος. Στο “Touch of Evil” ο Orson Welles πηγαίνει παραπέρα: το “κακό” εδώ βρίσκεται με την πλευρά της εξουσίας και του νόμου – αν ο κόσμος είναι μαύρος, εξίσου μαύρη δείχνει να είναι η καρδιά του επιθεωρητή Κουίνλαν.

Υπάρχουν άραγε δυνατότητες εξιλέωσης για τον τελευταίο; Μπορεί να δικαιωθεί η πίστη της ξεπεσμένης Μεγάλης Κυρίας ενός πορνείου [η Μάρλεν Ντίτριχ σε έναν μικρό, μα αξέχαστο ρόλο] σε αυτόν;

Σκηνοθετικά, το “Touch of Evil” φέρει στις αποσκευές του μία από τις πλέον περίφημες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου: Ο λόγος για το ενιαίο πλάνο travelling που συνοδεύει την αρχική σκηνή του έργου – αναμφίβολο διδακτικό υλικό για άφθονους επίδοξους σκηνοθέτες, τότε και τώρα. Και αυτά που είπαμε δεν έχουν εξαντλήσει ούτε τις μισές από τις αρετές αυτού του έργου. Οι αναφορές στις κοινωνικές διακρίσεις μεταξύ Αμερικανών και Μεξικανών (η ταινία εξελίσσεται στα σύνορα) συνοδεύονται από ιδιαίτερα χαρακτηριστική μουσική λάτιν τζαζ, ενώ η παραδοσιακή πιανόλα του μπουρδέλου στέκεται αντίκρυ στο αναδυόμενο, εκείνον τον καιρό, rock n’ roll. Ένα χωνευτήρι κόσμων, μουσικές που αντιμάχονται ως προς το ποια θα επικρατήσει της άλλης, ποια θα κάνει τον δυνατότερο θόρυβο – ενώ η φωνή της δικαιοσύνης παραμένει σιωπηλή.

43 – Ascenseur pour L’échafaud. [Ασανσέρ για Δολοφόνους, 1958]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: Ascenseur pour L'échafaud [Ασανσέρ για Δολοφόνους, Elevator to the Gallows, 1958]. Film Noir best movies

“Σε έχασα μέσα στη νύχτα… Έπρεπε να σε είχα αφήσει μοναχό… Δεν έπρεπε να σε είχα φιλήσει, ή να είχα αγγίξει το πρόσωπό σου.”

Υπάρχουν έργα που ξεχωρίζουν για την επεισοδιακή πλοκή τους, για το ανατρεπτικό τους σενάριο, για τις τεχνικές καινοτομίες τους. Όχι αυτό όμως. Το “Ασανσέρ για Δολοφόνους” ξεχωρίζει για τη μουσικότητά του. Μιλά σε νότες και αισθήσεις, εκεί που άλλα έργα μιλούν με λέξεις. Η σημασία του δεν έγκειται τόσο σε αυτό που φανερώνει, όσο σε εκείνο που αποκρύβει. Δεν εξάπτει τις εντυπώσεις, δεν σε ταρακουνάει από τη θέση σου – περισσότερο σε παρασέρνει σε έναν υπνωτικό ρυθμό. Βλέποντάς το γίνεσαι κι εσύ μία νότα στο νυχτερινό τραγούδι των δρόμων, μακρινό σαν τη βροχή που πέφτει σε μία ξένη πολιτεία.

Και γυρνάς άσκοπα στους δρόμους, μαζί με την πρωταγωνίστρια, προσπερνώντας αδιάφορα τους περαστικούς, βαδίζοντας αργά, άσκοπα. Το φως των βιτρίνων παγερό – δεν θερμαίνει το σκοτάδι σου. Μόνη παρηγοριά η παγερή βροχή – αργοκυλάει πάνω σου, όπως θα ήθελες ν’ αργοκυλούν τα δάχτυλά του. Μα εκείνος δεν είναι πια μαζί σου.

Και η βροχή δυναμώνει. Ίσα που αντηχεί, από μακριά, ο ήχος μιας τρομπέτας. Ποτέ άλλοτε η νυχτερινή πόλη δεν ήταν τόσο γεμάτη από κόσμο – και τόσο άδεια από καρδιά.

Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι περισσότερο για την εμβληματική αυτή ταινία. Όπως είπα – είναι μία ταινία που μιλάει πρώτα στις αισθήσεις και τα συναισθήματα. Η περιγραφή της ιστορίας της είναι δευτερεύουσα. Να προσθέσω μόνο πως ο Miles Davis, με αυτό το έργο, άφησε πίσω του ένα από τα ωραιότερα κινηματογραφικά soundtrack όλων των εποχών.

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: Ascenseur pour L'échafaud [Ασανσέρ για Δολοφόνους, Elevator to the Gallows, 1958]. Film Noir best movies

44 – Le Doulos. [1962]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Le Doulos [1962]. Film Noir best movies

“Les Doulos”. Σημαίνει “καπέλο” και “κρυφός πληροφοριοδότης της αστυνομίας” στη γαλλική σλανγκ. Χαφιές, με άλλα λόγια.

Αυτή είναι η αγαπημένη ταινία του Ταραντίνο. Μπορούμε ίσως να καταλάβουμε γιατί. Πρόκειται για ένα βίαιο φίλμ – όμως είναι βίαιο δίχως αίματα και σκηνές δράσης. Η βία του Les Doulos σχετίζεται περισσότερο με τους χαρακτήρες που παρελαύνουν επί της οθόνης: ψυχροί, υπολογιστικοί, χειριστικοί, υποκριτικοί, έτοιμοι να κακομεταχειριστούν ο ένας τον άλλο προκειμένου να πετύχουν τον στόχο τους. Ο πρωταγωνιστής Ζιλιέν (ο Ζαν Πολ Μπελμοντό σε έναν από τους ρόλους που τον καθιέρωσαν) δεν είναι λιγότερο κάθαρμα απ’ τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου, “καλούς” ή “κακούς” (έναν διαχωρισμό που έχει μάλλον μικρή σημασία εδώ).

Αυτό είναι νουάρ με όλη την κυριολεκτική σημασία της λέξης του: οι Γάλλοι δεν αποτίνουν απλά φόρο τιμής, μα επιλέγουν να εξωθήσουν το “μαύρο φιλμ” στα άκρα. Εδώ δεν συναντάς κάποιον συμπαθή “αντιήρωα”, ή μια πλοκή που να δικαιολογεί κάπως τις πράξεις των καταδικασμένων πρωταγωνιστών (όπως γινόταν συνήθως στο αμερικανικό νουάρ). Ο κόσμος όλος μοιάζει να έχει στερέψει από συναίσθημα – και στη θέση του κυριαρχεί μια ψυχρή, χειριστική λογική. Είναι αξιοσημείωτο πώς αυτό εδώ το έργο-φόρος τιμής στο αμερικανικό νουάρ όχι μόνο δεν απομιμείται τους εμπνευστές του… μα επιλέγει να ξεφορτωθεί και τα παραμικρά ίχνη “ρομαντισμού” που μπορεί να είχαν απομείνει. Μοιάζει λες και το συναίσθημα πνίγηκε κάπου στη θάλασσα, κατά το πέρασμά του απ’ τον Ατλαντικό και τη μεταφορά του στη Γαλλία.

45 – High and Low. [Ο Δολοφόνος του Τόκιο, 1963]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: High and Low [Ο Δολοφόνος του Τόκιο, 1963], του Ακίρα Κουροσάβα. Film Noir best movies

“Ο απαγωγέας είχε δίκιο. Αυτό το σπίτι μοιάζει να μας κοιτάζει πάντα αφ’ υψηλού”.

Το “High and Low” του Ακίρα Κουροσάβα αποκαλύπτει τον βαθύτατο συνδετικό κρίκο μεταξύ της κουλτούρας της Δύσης και της Άπω Ανατολής. Ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα είχε επιτευχθεί η σταδιακή διείσδυση των δυτικών επιρροών στη λογοτεχνία και τέχνη της Ιαπωνίας – μία επιρροή που υπήρξε αμφίδρομη (ιδιαίτερα όσον αφορά τον τομέα της Ζωγραφικής). Ο κινηματογράφος αντανακλά τη σύζευξη της τεχνολογίας, της μαζικής κουλτούρας και της σύγχρονης τέχνης – περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της μακρινής ανατολής, λοιπόν, ήταν η Ιαπωνία εκείνη που ενσωμάτωσε την τέχνη της Δύσης στα δικά της καλούπια, κατά τον ίδιο τρόπο που ενσωμάτωσε (και σταδιακά πήγε σε ένα άλλο επίπεδο) την τεχνολογία της. Θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε ένα δυτικού τύπου φιλμ νουάρ τον καιρό εκείνο σε μια ανατολική χώρα προσκολλημένη γερά στις παραδόσεις της, όπως η Ινδία – το Bollywood ήταν η πεμπτουσία του ινδικού κινηματογράφου, ένα αμιγώς εγχώριο προϊόν. Μα για την αναπτυσσόμενη κατά τα δυτικά πρότυπα Ιαπωνία, υπήρξε αναμενόμενο. Η Ιαπωνία ήταν η Δύση της Ανατολής.

Η ιστορία του “High and Low” αφορά την απαγωγή ενός παιδιού, τον εκβιασμό τον απαγωγέων προς τον πατέρα ώστε να αποσπάσουν τα επιθυμητά λίτρα και την αναζήτησή τους από τους αστυνομικούς. Η ταινία χωρίζεται σε ευδιάκριτα μέρη: Στο πρώτο μέρος πρωταγωνιστεί ο πατέρας, στο δεύτερο ο αστυνομικός. Πέρα από την ιστορία καθεαυτή, η ταινία ξεδιπλώνει την αριστοτεχνική σκηνοθεσία του Κουροσάβα. Το πρώτο μέρος του έργου περιλαμβάνει συχνά στατικά πλάνα, με τους χαρακτήρες να χωράνε όλοι στο ίδιο κάδρο. Συνομιλούν και συνδιαλέγονται δίχως συνεχείς εναλλαγές πλάνων, και η συνολική αίσθηση είναι εκείνη ενός ζωγραφικού πίνακα – κάθε χαρακτήρας και μία ξεχωριστή πινελιά.

Και αν το πρώτο μέρος είναι περισσότερο καλλιτεχνικό, το δεύτερο είναι βαθιά ρεαλιστικό, παρουσιάζοντας εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σκηνές από τον κόσμο της ιαπωνικής νύχτας των καιρών. Μια στιγμή βρισκόμαστε στο εσωτερικό ενός νυχτερινού κέντρου, χορεύοντας rock’n’roll (και αποκαλύπτοντας, πάλι, τη σταδιακή διείσδυση της δυτικής κουλτούρας στην Ιαπωνία), και μία άλλη στιγμή μεταφερόμαστε στα άδυτα των τοξικομανών – την αντίπερα όχθη της αστικής νύχτας, σε σκηνές ανατριχιαστικές μέσα στον ρεαλισμό τους.

Περισσότερο και από την ιστορία του λοιπόν, είναι η γενικότερη “αίσθηση” του φίλμ εκείνη που μένει αξέχαστη στο τέλος.

46 – Alphaville. [1965]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Alphaville [1965], by Jean-Luc Godard. Film Noir best movies. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

Natacha Von Braun : “Got a light?”
Lemmy Caution : “I’ve traveled 9,000 kilometers to give it to you.”

Το πάντρεμα του γαλλικού νέου κύματος, της οργουελικής επιστημονικής φαντασίας και του φιλμ νουάρ. Το σπίρτο που ανάβει στη νύχτα. Το λουλούδι που ανθίζει σ’ έναν μηχανοποιημένο κόσμο. Η ξεχασμένη λέξη που αναγεννιέται στα χείλη της αγαπημένης. “Ένας μύθος δοσμένος σε ρεαλιστικό σκηνικό”, όπως είχε χαρακτηρίσει το “Alphaville” ο σκηνοθέτης Jean-Luc Godard.

Το “Alphaville” είναι το νουάρ του μέλλοντος, προοικονομώντας μεταγενέστερα έργα όπως το “Blade Runner”. Σε αυτό το φιλμ ο Godard φανέρωσε πως δεν χρειάζονται εντυπωσιακά οπτικά εφέ για να απεικονίσεις τη φουτουριστική κοινωνία – δεν χρειάζονται καθόλου εφέ. Ο κόσμος της νύχτας, υγρός, τυλιγμένος στην ομίχλη, κάποιες φορές αρκεί – όπως αρκούν εκείνα που υπονοούνται, μα δεν λέγονται. Μερικές φορές η σημασία των δεύτερων είναι μεγαλύτερη.

Είναι ένας ψυχρός ολοκληρωτικός κόσμος, δίχως συναισθήματα. Μένοντας πιστός στα διδάγματα του “1984”, ο τεχνολογικός κόσμος του “Alphaville” διαγράφει σταδιακά απ’ τα κατάστιχα της μνήμης τις λέξεις. Λέξεις που αναφέρονται σε συναισθήματα, σε πάθη, σε αφηρημένες έννοιες, σε πολλαπλές οπτικές γωνίες. H ποίηση ανήκει στο παρελθόν, το ίδιο και η λέξη “γιατί;” Mία ανώτερη τεχνητή νοημοσύνη, υπακούοντας στα κατωτέρα ανθρώπινα ένστικτα – εκείνα της κυριαρχίας και το απόλυτου ελέγχου – μεσουρανεί υπεράνω όλων: ο Alpha-60. Η βραχνή, βαθιά φωνή του σε υπνωτίζει. Δεν έχεις παρά να αφεθείς στον ήχο του σύγχρονου ταμπούρλου και στον ρυθμό της λήθης.

Να που στον κόσμο αυτόν, όμως, ξεπροβάλλει μια ζεστή φωτιά: Το τσιγάρο που ανάβει η Anna Karina, όπως καθρεφτίζεται στη φλόγα των ματιών της. Θέλει να μάθει, θέλει να γνωρίσει, θέλει να θυμηθεί εκείνα που ξέχασαν όλοι οι υπόλοιποι. “Η φωνή σου, τα μάτια σου, τα χέρια σου, τα χείλη σου. Οι σιωπές μας, οι λέξεις μας. Το φως που φεύγει, το φως που επιστρέφει. Ένα μοναδικό χαμόγελο ανάμεσά μας. Αναζητώντας τη γνώση, είδα τη νύχτα να δημιουργεί τη μέρα όσο εμείς μέναμε ίδιοι. Πιο μακριά πιο μακριά, λέει το μίσος. Πιο κοντά, πιο κοντά, λέει η αγάπη. Ένα χάδι μας καθοδηγεί, πέρα από τη βρεφική μας ηλικία. Σταδιακά βλέπω την ανθρώπινη μορφή σαν τον διάλογο δύο εραστών.”

47 – Le Samouraï. [1967]

Αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ: Le Samouraï [1967], με τον Αλέν Ντελόν. Film Noir best movies. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απομόνωση, από εκείνη ενός σαμουράι… εκτός αν πρόκειται για μία τίγρη σε κλουβί.”

Η κυρίαρχη αισθητική αυτού του έργου είναι εκείνη του μινιμαλισμού. Ένας πρωταγωνιστής σιωπηλός, παγερός, περιφρονώντας τις πολλές κουβέντες – ο Αλέν Ντελόν σε έναν από τους χαρακτηριστικότερες ρόλους του. Ένας πληρωμένος δολοφόνος που ζει μόνος σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στα περίχωρα του Παρισιού. Η διακόσμηση του διαμερίσματος λιτή, σπαρτιατική: ελάχιστα έπιπλα κι ένα κλουβί με ένα πουλί. Αυτό το τελευταίο είναι ίσως η μοναδική επαφή του άντρα με έναν κόσμο συναισθημάτων που δεν έζησε ποτέ.

Πρόκειται για έναν ψυχρό εκτελεστή: αναλαμβάνει τις δουλειές δίχως να διερωτηθεί για τον σκοπό τους, αγνοώντας ποιο είναι το Κεφάλι τις εντολές του οποίου υπηρετεί. Περιορίζεται να κάνει τη δουλειά του σωστά. Σήμα κατατεθέν: Τα λευκά γάντια που φοράει πριν πυροδοτήσει το όπλο του.

Μέχρι που, μία μέρα, κάτι πηγαίνει στραβά – και ο πρωταγωνιστής μας βρίσκεται πλέον ανάμεσα σε δύο εχθρικά πυρά: ο νόμος που τον καταδιώκει από τη μία· το σκιερό περιβάλλον της σπείρας για την οποία συνεργάζεται από την άλλη. Είναι μόνος – περισσότερο μόνος από ποτέ. Κι αν εμφανιστεί κάποια γυναίκα στην πορεία, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως η παρουσία της θα είναι εξίσου σκιερή και αμφίβολη, όπως και ο ρόλος της στην ιστορία.

Τριάντα χρόνια μετά το “Pepe Le Moco”, το πρώτο φιλμ της παρουσίασής μας, ο γάλλος αντιήρωας έχει κάνει πια μία στροφή 180 μοιρών γύρω από τον εαυτό του: Δεν χαμογελάει πια και αποφεύγει τα γοητευτικά τσιτάτα. Οι καιροί έχουν αλλάξει. Βρισκόμαστε στα sixties και η Γαλλία βράζει. Μη μας ξεγελάει η παρουσία του κινηματογραφικού χρώματος – το αυθεντικό “μαύρο φιλμ” (film noir) βρίσκεται πάλι εδώ, με μια καινούργια ονομασία (“neo-noir”) – πάντα μαύρο και υποβλητικό στην ατμόσφαιρά του.

48 – Chinatown. [1974]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Chinatown [1974], Roman Polanski, Jack Nickolson. Film Noir best movies.

“Forget it, Jake. It’s Chinatown”

Η δεκαετία του 60 υπήρξε μια πολύχρωμη δεκαετία στις ΗΠΑ – υπερβολικά πολύχρωμη για το γκρίζο και σκυθρωπό φιλμ νουάρ, που επέλεξε να μεταναστεύσει στη Γαλλία. Ήταν επίσης μια δεκαετία πειραματισμών. Ο κινηματογράφος μεταμορφωνόταν, έχοντας χάσει πλέον την εμπορική πρωτοκαθεδρία του μπροστά στην επέλαση της τηλεόρασης. Όλα αυτά θ’ άφηναν το αποτύπωμά τους στον κινηματογράφο της νέας εποχής. Και όταν πια το φιλμ νουάρ επέλεξε να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη, σαν ξενιτεμένος που κουράστηκε απ’ τις άσκοπες περιπλανήσεις του… θα έβρισκε ένα πολύ διαφορετικό σπιτικό. Λιγότερο ζεστό, οι τοίχοι ξεβαμμένοι, η ατμόσφαιρα συγκεχυμένη, οι γείτονες πιο αφιλόξενοι από ποτέ.

Η δεκαετία του 60 τέλειωσε και τα χρώματά της έλιωσαν, αφήνοντας πίσω τους μια πικρόχολη αίσθηση ενδοσκόπησης. Η δεκαετία του 70 είδε μια επιστροφή της εσωστρέφειας και του κυνισμού. Κι έτσι το (βαπτισμένο, πλέον) φιλμ νουάρ αναγεννήθηκε στη χώρα του, πιο μαύρο από ποτέ. Η ονομασία που του δόθηκε ήταν νέο-νουάρ. Και με αυτό το όνομα θα συνόδευε τους καιρούς που έμελλε να έρθουν, αντανακλώντας τη σύγχυση και τις σκυθρωπές διαθέσεις της νεότερης εποχής.

Το νέο-νουάρ υπερβαίνει την εμβέλεια του παρόντος αφιερώματος. Μπορούμε να συμπεριλάβουμε δεκάδες σπουδαία φιλμ εδώ, τόσα που θα έφταναν για μια νέα, ξεχωριστή παρουσίαση. Σκοπός μου με αυτό το αφιέρωμα ήταν να εμβαθύνω στην ιστορία του κλασικού φιλμ νουάρ των χρόνων του 40 και του 50, κάνοντας κι ένα πέρασμα απ’ το νουάρ της Γαλλίας – και ως εκεί. Ίσως μελλοντικά να πούμε περισσότερα για το νέο-νουάρ. Για την ώρα, όμως, ας αρκεστούμε σε τρεις σπουδαίες ταινίες, που ένιωσα την ανάγκη να τις συμπεριλάβω εδώ, θέλοντας έτσι να δείξω τη συνέχεια μεταξύ του παλιού και του νεότερου. Ίσως μελλοντικά πούμε περισσότερα.

Το Chinatown θεωρείται τυπικά το έργο που αναβίωσε το φιλμ νουάρ στις ΗΠΑ – και ο πρώτος εκπρόσωπος του νέο-νουάρ. Η σύνδεση με το παρελθόν του είδους είναι ολοφάνερη: ο κυνικός ντετέκτιβ, η femme fatale, η μυστήρια υπόθεση, οι διφορούμενοι χαρακτήρες, η συχνή αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό, οι ατμοσφαιρικοί μουσικοί τόνοι. Το γεγονός πως η ταινία διαδραματίζεται στα χρόνια της δεκαετίας του 30, οι ενδυμασίες και το στυλ, ενισχύουν τη σύνδεση με το κινηματογραφικό παρελθόν. Ο Τζακ Νίκολσον παραδίδει μια από τις ερμηνείες που τον καταξίωσαν και μπορεί εύκολα να σταθεί πλάι σ’ έναν Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ – στο περισσότερο συγχυσμένο και παραπλανημένο όμως, όπως απαιτεί ο συγκεκριμένος ρόλος του.

Όταν όμως η ταινία φτάσει στο τέλος της και ακούσεις την περίφημη αυτή ατάκα: “forget it, Jake. It’s Chinatown”•όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους και το βλέμμα σου μοιάζει με εκείνο του απορημένου και σοκαρισμένου πρωταγωνιστή•όταν γίνουν αυτά, ίσως καταλάβεις πως οι καιροί έχουν αλλάξει. Αυτό δεν είναι το φιλμ νουάρ του παρελθόντος. Τα έργα των χρόνων του 40 και του 50 ήταν γκριζωπά, ναι – όμως άφηναν κάποιες ανταύγειες λευκού εδώ κι εκεί. Όμως όταν το Chinatown τελειώσει, έχεις βυθιστεί στο μαύρο. Μαύρο δίχως αποχρώσεις, δίχως κάποια αίσθηση εξιλέωσης – ή έστω ένα ηθικολογικό μήνυμα.

Θα μπορούσαμε ίσως να το παρομοιάσουμε με τραγωδία; Κάποιοι το έκαναν, αναζητώντας στους χαρακτήρες και τα θέματα του Chinatown παραπομπές στον Οιδίποδα Τύραννο. Ωστόσο η αρχαία τραγωδία δίνει πάντα μιας κάποιας ανώτερης αρχής που διέπει τις μοίρες των ανθρώπων (και των θεών). Στο Chinatown αδυνατώ να εντοπίσω κάτι πέρα από το παιχνίδι μιας αδίστακτης τυχαιότητας (για το οποίο πρωταρχικός υπεύθυνος είναι ο σκηνοθέτης Roman Polanski, που απέρριψε ένα περισσότερο χαρούμενο τέλος του σεναριογράφου Robert Towne).

Έτσι λοιπόν περνάμε στο φιλμ νουάρ της νέας εποχής. Όχι με λύσεις, μα ούτε με θυμό. Μα με μια αίσθηση απορίας μπροστά σ’ έναν κόσμο που μοιάζει εντελώς ακατανόητος.

49 – Taxi Driver. [1976]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Martin Scorsese's Taxi Driver [1976]. Film Noir best movies. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“Όλα τα ζώα βγαίνουν τη νύχτα – πόρνες, βρωμερά μουνιά, μπάσταρδοι, βασίλισσες, νεράιδες, πρεζόνια, άρρωστοι, πουλημένοι. Κάποτε θα έρθει μια πραγματική βροχή και θα ξεπλύνει όλα αυτά τ’ αποβράσματα από τους δρόμους.”

Είναι αξιοσημείωτο πώς το διαχρονικό αυτό κινηματογραφικό αριστούργημα κατορθώνει ν’ αποπνέει μια ρομαντική διάθεση, καταμεσής ενός ξεχειλίσματος κυνισμού, απανθρωπιάς και ασχήμιας. Ίσως η ωραιότερη ποίηση των δρόμων της νύχτας που απέδωσε ποτέ ο κινηματογραφικός φακός. Ο πρωταγωνιστής Travis Bickle, ο ψυχοπαθής αυτός νάρκισσος που αγνοεί πλήρως τους στοιχειώδεις κανόνες των κοινωνικών ηθών και μοιάζει ν’ ακροβατεί σ’ ένα τεντωμένο σκοινί μεταξύ παραβατικότητας και τρέλας, είναι ταυτόχρονα ένας απ’ τους ήρωες της νεότερης εποχής. Ένας ήρωας που δεν θες να του μοιάσεις, όμως αναγνωρίζεις σε αυτόν κάποιες σπίθες απ’ τη φωτιά που έφλεγε τους ρομαντικούς των παλιότερων καιρών.

Το αθάνατο βλέμμα που εκσφενδονίζει ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο είδωλό του στον καθρέφτη, το χαρακτηριστικό αυτό χαμόγελο, μίγμα αλαζονείας και αυτοσαρκασμού, κάτι ανάμεσα σε υπεράνθρωπο και μπαμπουίνο, είναι το βλέμμα του σύγχρονου μέσου ανθρώπου μπρος στον δικό του καθρέφτη – με τις υπέρμετρες φιλοδοξίες και την αδιάκοπη αίσθηση μετριότητας που τον χαρακτηρίζουν. “Are you talkin’ to me?”, λέει ο ήρωάς μας – και χασκογελάει, απειλώντας το φανταστικό του είδωλο, νιώθοντας μεγάλος και σπουδαίος, πλάθοντας ανόητα όνειρα στον άνεμο, καταμεσής ενός κόσμου που τον έχει ολότελα γραμμένο.

Όμως υπάρχει κάτι σε αυτόν τον ανόητο ήρωα. Ναι, βρίσκω ιδιαίτερη την αφέλειά του όταν πηγαίνει το κορίτσι που του αρέσει σ’ έναν κινηματογράφο για να δουν… τσόντες. Εκείνη, ευφυέστερη και θρεμμένη με τα πρέποντα κοινωνικά ήθη, φεύγει αγανακτισμένη – παρά το γεγονός πως στο βάθος θέλουν και οι δυο και το ίδιο πράγμα. Εκείνος απομένει ν’ απορεί, κατάλοιπο θα ‘λεγες μιας άλλης εποχής – ή μιας αφελούς παιδικότητας. Αν όμως τον χαρακτηρίζει μια απλοϊκή, μανιχαϊκή αντίληψη των πραγμάτων, όμοια με εκείνη που διέπει ένα μικρό παιδί, δεν διστάζει ταυτόχρονα πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να κάνει εκείνο που ο ίδιος θεωρεί σωστό – κάτι στο οποίο ξεχωρίζει απ’ τον μέσο αναποφάσιστο νευρωτικό της εποχής μας. Ίσως είναι η απλοϊκότητά του εκείνη που καθιστά δυνατή τη δράση – πόσο μάλλον τον εξτρεμισμό του. Όμως είναι μια απλοϊκότητα που τον σπρώχνει προς έναν στόχο.

Είναι ένας ανόητος πρωταγωνιστής, ένας ψυχοπαθής, ένας νάρκισσος, ένα ψώνιο, μια μετριότητα από πάνω ως κάτω… όμως είναι και κάτι πέρα και πάνω από όλα αυτά. Εδώ κι εκεί θα δεις να λαμπυρίζουν σπίθες που αποπνέουν γνήσιο ηρωισμό. Και το τέλος του έργου, μοιάζοντας εξωπραγματικό, σχεδόν ονειρικό, ενισχύει εκείνη τη ρομαντική διάθεση που νιώθεις να διαχέεται εδώ κι εκεί, σαν ευωδιαστό άρωμα πάνω απ’ την αποφορά της πόλης.

Εμείς διστάζουμε ν’ απευθυνθούμε στο είδωλό μας στον καθρέφτη – ίσως γιατί γνωρίζουμε πόσο ηλίθιο είναι όλο αυτό. Όμως ο Travis Bickle επιμένει να χαμογελάει με αυταρέσκεια, αποδεικνύοντας πως κάποιες φορές η ανοησία και ο ηρωισμός αποτελούν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μπορούμε να βεβαιότητα να πούμε για τους εαυτούς μας πως είμαστε λιγότεροι ανόητοι, περισσότερο ευσυνείδητοι και στοχαστικοί. Όμως αναρωτιέμαι αν καταμεσής του στοχασμού, χάσαμε κάτι απ’ τον αρχέγονο, απλοϊκό, παραπλανημένο ηρωισμό μας.

50 – Blade Runner. [1982]

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Ridley Scott's Blade Runner [1982]. Film Noir best movies. Παρουσίαση: το Φονικό Κουνέλι

“If only you could see what I have seen with your eyes.”

Επιλέγω το Blade Runner για να ολοκληρώσω τη μεγάλη αυτή παρουσίαση. Μάλλον διότι είναι το έργο που, περισσότερο από κάθε άλλο, συνδέει το φιλμ νουάρ του παρελθόντος με την εικόνα ενός μέλλοντος που αποτυπώθηκε όσο ελάχιστα στη συλλογική φαντασία. Ένα μέλλον που εκτυλίσσεται καταμεσής θεόρατων ουρανοξυστών και κοσμοπλημμυρισμένων σοκακιών λουσμένων σε νέον φώτα και απαστράπτουσες διαφημίσεις. Είναι ο κόσμος που περιέγραψε ο συγγραφέας William Gibson με το βιβλίο του “Νευρομάντης” – και ο Ridley Scott μετουσίωσε σε κινηματογραφική ποίηση. Η τεχνολογική, πολύχρωμη δυστοπία του Blade Runner αποτελεί, πρώτα απ’ όλα, ένα οπτικό αριστούργημα, μια πανδαισία των αισθήσεων. Ο συνδυασμός της αριστοτεχνικής φωτογραφίας με τη μοναδική μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου είναι υπεύθυνα, σε μεγάλο βαθμό, για την καταξίωση του είδους του κυβερνοπάνκ – που έμελλε να πλημμυρίσει στις επόμενες δεκαετίες τα popular media. Αμφιβάλλω αν θα μιλούσαμε για άνιμε όπως το Ghost in the Shell ή για βιντεοπαιχνίδια όπως το Cyberpunk 2077 αν δεν είχε υπάρχει το Blade Runner.

Όμως η αριστοτεχνική αισθητική του έργου αποτελεί μονάχα έναν πυλώνα του οικοδομήματός του. Ένας άλλος πυλώνας, εξίσου σημαντικός και αξέχαστος, είναι η φιλοσοφική του διάσταση. Μέσα από την αντιπαράθεση του κυνηγού Rick Deckard (και τα συναισθήματα που αναπτύσσει για τη Rachael, μια “ρέπλικα”) και την υπερανθρώπινη (νιτσεϊκή στις αποχρώσεις της) διάθεση του αρχηγού των replicants, Roy Batty, επαναλαμβάνεται το ερώτημα που απασχόλησε (και συνεχίζει να απασχολεί) την Επιστημονική Φαντασία από τα χρόνια του “Frankenstein” ως τις μέρες μας: ποια είναι τα όρια εκείνου που αποκαλούμε “ανθρώπινο”; Μπορεί μια κατασκευασμένη οντότητα να αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της; Και αν ναι, τι είναι εκείνο που τη διαχωρίζει από τους υπόλοιπους ανθρώπους;

Το Blade Runner αποφεύγει τις απαντήσεις – και αφήνει περισσότερα ερωτήματα στο τέλος. Το θέμα ούτως ή άλλως είναι ανεξάντλητο. Είναι στον συνδυασμό της θεματικής του έργου με την αριστοτεχνική αισθητική το σημείο τομής που του χάρισε την αθανασία. Όσο αφορά τη σύνδεσή του με το φιλμ νουάρ του αφιερώματός μας; Αν αφαιρέσουμε το φουτουριστικό του παραπέτασμα, θα εντοπίσουμε όλα τα βασικά του συστατικά στοιχεία: τον μοναχικό ντετέκτιβ•το μυστήριο που ξετυλίγει σταδιακά το νήμα του•τη μυστηριώδη γυναικεία παρουσία•τους γκρίζους χαρακτήρες•και το άρωμα της παντοτινής σαγηνευτικής νύχτας.

“I’ve seen things you people wouldn’t believe. Attack ships on fire off shoulder of Orion. I watched c-beams glitter in the dark near the Tannhäuser Gate. All those moments will be lost in time, like tears in rain.”

………………………………..

Κι εδώ το μεγάλο μας αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ φτάνει στο τέλος του. Μαέστρο, βάλε ένα σαξόφωνο να παίξει. Και ας απαλύνει η μελωδία του λίγο από τον κυνισμό σου. Καλή σας νύχτα, κύριοι. Καλή σου νύχτα, πριγκιπέσσα.

Γραμμένο από το Φονικό Κουνέλι μεταξύ 2022 και 2024

Οι καλύτερες ταινίες του φιλμ νουάρ: Alphaville [1965], by Jean-Luc Godard.

The post Οι 50 Καλύτερες Ταινίες του Φιλμ Νουάρ… Μέρος 2 appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/film-noir-greatest-movies-part-2/feed/ 0
Ο Σοπενχάουερ και το δίλημμα του σκαντζόχοιρου https://tofonikokouneli.com/hedgehog-dilemma/ https://tofonikokouneli.com/hedgehog-dilemma/#respond Mon, 27 May 2024 19:42:33 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11566 «Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, μια παρέα σκαντζόχοιροι στριμώχτηκαν κοντά κοντά για να ζεσταθούν και να μην ξεπαγιάσουν. Όμως με το που άρχισαν να αγκυλώνονται, πάλι απομακρύνθηκαν. Κάθε φορά λοιπόν που είχαν ανάγκη να ζεσταθούν, συνέβαινε το δεύτερο κακό· έτσι πήγαιναν πίσω μπρος από το ένα βάσανο στο άλλο, μέχρι που βρήκαν μεταξύ των δύο κακών…
Read more

The post Ο Σοπενχάουερ και το δίλημμα του σκαντζόχοιρου appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

«Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, μια παρέα σκαντζόχοιροι στριμώχτηκαν κοντά κοντά για να ζεσταθούν και να μην ξεπαγιάσουν. Όμως με το που άρχισαν να αγκυλώνονται, πάλι απομακρύνθηκαν. Κάθε φορά λοιπόν που είχαν ανάγκη να ζεσταθούν, συνέβαινε το δεύτερο κακό· έτσι πήγαιναν πίσω μπρος από το ένα βάσανο στο άλλο, μέχρι που βρήκαν μεταξύ των δύο κακών μια λογική απόσταση, από την οποία μπορούσαν να τα αντέξουν.

Κι αυτή την απόσταση την ονόμασαν ευγένεια και καλούς τρόπους.»

[Άρθουρ Σοπενχάουερ, “Οι Σκαντζόχοιροι”. Από τα “Πάρεργα και Παραλειπόμενα” του 1851]

******

Γνωστό και ως “το δίλημμα του σκαντζόχοιρου”. Με αυτή τη μεταφορά ο Σοπενχάουερ εξέφρασε τη γνώμη του γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων. Των ανθρώπων που έχουν ανάγκη από στενή συναισθηματική επαφή – και ταυτόχρονα φοβούνται μήπως πληγωθούν εξαιτίας αυτής της εγγύτητας. Έτσι καταλήγουν να διατηρούν τις… ευγενικές τους αποστάσεις. Μια οπτική που – ομολογουμένως – δεν αφήνει και πολλά περιθώρια για ελπίδα.

“Θέλω να σε πλησιάσω – φοβάμαι όμως μήπως πληγωθώ απ’ τα αγκάθια σου – ή μήπως σε πληγώσουν τα δικά μου”.

Και το ερώτημα είναι: τι μπορούν να κάνουν οι σκαντζόχοιροί μας για να ξεφύγουν από αυτό το δίλημμα;

Το σημερινό συμπληρώνει μια σειρά νεότερων δημοσιεύσεών μου, που καταπιάνονται – στην πλειοψηφία τους – με το ίδιο θέμα: τις άμυνες και τα τείχη που υψώνουμε. Μια σειρά που καθόλου τυχαία επέλεξα να μοιραστώ. Άλλες φορές γυρεύω να δώσω μια απάντηση… μα το σημερινό ανήκει στον Σοπενχάουερ.

Αλίμονο. Τα αγκάθια που περιγράφει είναι πολύ αληθινά. Όπως αληθινές είναι και οι καρδιές των σκαντζόχοιρων.

The post Ο Σοπενχάουερ και το δίλημμα του σκαντζόχοιρου appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/hedgehog-dilemma/feed/ 0
Εμπιστοσύνη στις σχέσεις. Όχι πίστη https://tofonikokouneli.com/trust-not-faith/ https://tofonikokouneli.com/trust-not-faith/#respond Fri, 24 May 2024 17:34:49 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11560 Οι σχέσεις που αναπτύσσουμε είναι σαν τα έργα μας: θέλουν δουλειά. Σαν τα κτίρια που οικοδομούμε τούβλο-τούβλο και δαπανούμε χρόνο και προσπάθεια• σαν τους κήπους που κλαδεύουμε και ποτίζουμε και αφαιρούμε τα ζιζάνια• σαν τα προϊόντα τέχνης που απαιτούν χρόνο, κόπο και δουλειά – δουλειά, ναι, όχι μόνο “ταλέντο” ή “έμπνευση”. Δουλειά! Όπως είχε πει…
Read more

The post Εμπιστοσύνη στις σχέσεις. Όχι πίστη appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>

Οι σχέσεις που αναπτύσσουμε είναι σαν τα έργα μας: θέλουν δουλειά. Σαν τα κτίρια που οικοδομούμε τούβλο-τούβλο και δαπανούμε χρόνο και προσπάθεια• σαν τους κήπους που κλαδεύουμε και ποτίζουμε και αφαιρούμε τα ζιζάνια• σαν τα προϊόντα τέχνης που απαιτούν χρόνο, κόπο και δουλειά – δουλειά, ναι, όχι μόνο “ταλέντο” ή “έμπνευση”. Δουλειά! Όπως είχε πει ο αγαπημένος κομίστας Καρλ Μπαρκς “δουλειά… κι έναν μεγάλο κάλαθο αχρήστων”. Κάναμε κάτι λάθος; Ας το πιάσουμε απ’ την αρχή ξανά, μήπως τα καταφέρουμε καλύτερα στη δεύτερη προσπάθεια!

Όμως δεν βλέπω διάθεση για δουλειά στην εποχή μας. Βλέπω άφθονες σχέσεις της ξεπέτας. Βλέπω επικοινωνία που λήγει στην πρώτη αντιπαράθεση – ή στην υποψία αντιπαράθεσης. Βλέπω συμβιβασμό. Βλέπω μια ευκολία σύναψης επαφών… και μια αντίστοιχη ευκολία διάλυσής τους. Βλέπω ενθουσιασμό και μια περίσσια απογοήτευσης. Βλέπω μια επιφάνεια και μια εικόνα που υποκαθιστά το περιεχόμενο. Οι σχέσεις μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με τη συμπεριφορά μας στο διαδίκτυο: ένα scroll-down. Ένα κλικ κι ένα like. Μια εικόνα. Άλλη μια εικόνα. Καρδούλες.

Και το άλλο άκρο; Οι σχέσεις που διαρκούν; Πόσες ανάμεσά τους συντηρούνται, σαν χαλασμένα τρόφιμα σε ψυγείο, χάρη στη δύναμη της συνήθειας; Ή χάρη στην εξίσου ισχυρή δύναμη της ανασφάλειας; Ένωσε αυτές τις δύο λέξεις και έχεις το πανόραμα της σύγχρονης πραγματικότητας για πλήθος κόσμου.

Κύριο συστατικό τους είναι μια ιδιαίτερα αέρινη, όχι τόσο στέρεη λέξη: η πίστη. Η πίστη υποκαθιστά την πράξη και ο λόγος μοιάζει να ταξιδεύει στα σύννεφα. “Πίστεψε σε μένα και ο δρόμος θα σου φανερωθεί”.

Ε λοιπόν… δεν θέλω να πιστεύω σε μια σχέση. Δεν θέλω να βαδίζουμε και οι δυο στα σύννεφά μας. Δεν θέλω να μετατρέπω σε είδωλο την άλλη ή τον άλλο, ούτε να μετατρέπουν εμένα σε τέτοιο. Δεν θέλω τον δρόμο της τυφλής αφοσίωσης, της πίστης, της απιστίας, της αναμονής για το αιώνιο “μετά” – και όλων αυτών των λέξεων που παραπέμπουν σε θρησκεία.

Δεν θέλω να πιστεύω. Θέλω να εμπιστεύομαι.

Θέλω να πατούμε σε στέρεο έδαφος – και ας χαζεύουμε τα σύννεφα από κει. Θέλω να μπορούμε να συνδιαλεγόμαστε σαν άνθρωποι, όχι σαν αφέντες και πιστοί. Θέλω να μιλούμε, να διαφωνούμε, να εκφράζουμε ό,τι νιώθουμε, το όμορφο, το άσχημο, να ερχόμαστε σε αντιπαράθεση, να τσακωνόμαστε, να τα βρίσκουμε, να σκάβουμε όλο και βαθύτερα, να σκαρφαλώνουμε όλο και ψηλότερα – εμείς οι σκαπανείς, εμείς οι ορειβάτες. Να υψώσουμε τα δικά μας Έβερεστ, να σκάψουμε τα δικά μας Κέντρα της Γης! Να το παλέψουμε, να ιδρώσουμε, να αφιερώσουμε χρόνο και προσπάθεια για εκείνο που αξίζει: το οικοδόμημα της σχέσης μας!

Δεν θέλω ομολογίες πίστης. Δεν γυρεύω τυφλές αφοσιώσεις. Αδιαφορώ για τα χαλινάρια που μας έβαλε ο κόσμος. Θέλω ελευθερία, σαν εσένα. Και γι’ αυτό ζητώ να σ’ εμπιστεύομαι. Και γι’ αυτό ζητώ να δουλέψουμε γι’ αυτή την ελευθερία. Ν’ αγωνιστούμε γι’ αυτή.

Την πίστη την έχεις ή δεν την έχεις. Την εμπιστοσύνη την οικοδομείς. Στον πυρήνα κάθε πίστης ενεδρεύει ανασφάλεια. Η εμπιστοσύνη είναι στέρεη. Η πίστη υψώνει προσδοκίες πελώριες σαν καθεδρικούς ναούς. Η εμπιστοσύνη θέτει ηπιότερους στόχους. Η πίστη αρμόζει στις θρησκείες των ανθρώπων. Όμως η κοινωνία των ανθρώπων θέλει εμπιστοσύνη. Η κοινωνία: ακόμα κι αυτή η μικροσκοπική κοινωνία ανάμεσα σε μένα και σε σένα!

Κάνε με να σ’ εμπιστευτώ. Άσε τα εικονίσματα για τους πιστούς. Δεν είμαι ο ιππότης και δεν είσαι η πριγκίπισσα. Σε θέλω συνοδοιπόρο, σύντροφο ή φίλο – όχι αφέντη και αφέντρα. Θέλω να σε δω δίχως μέικ απ. Τι να κάνω τη χαμογελαστή εικόνα σου; Δε με νοιάζει το χαμόγελο των social media, με νοιάζει ο λόγος σου. Να μου μιλάς. Να μου μιλάς κι όταν διαφωνείς. Κάνε μου κριτική όπως σου κάνω – αν έχω δίκιο, αν έχω άδικο, θα το βρούμε συζητώντας. Θα το βρούμε δουλεύοντας. Όχι με τη φυγή και σίγουρα όχι με την πίστη. Να μιλάς και να ανοίγεσαι και να ξεγυμνώνεσαι όπως ξεγυμνώνομαι κι εγώ. Να έχεις το θάρρος να μιλήσεις και τη δύναμη να σκάψεις. Να έχεις το θάρρος να παλέψεις για μια σχέση. Μπορείς;

Κανείς δεν εγγυάται πως το οικοδόμημα θ’ αντέξει. Η συνταγή ίσως χαλάσει. Μα το ζητούμενο δεν είναι η διάρκεια – είναι η αυθεντικότητα. Όχι το πέταμα τυχαίων συστατικών στη χύτρα και η πίστη πως ίσως βγει κάτι καλό. Όχι τα λατρευτικά ειδώλια που υψώνεις σε βωμούς και απαιτούν μια πίστη τυφλή και δίχως λογική.

Η πίστη διαρκεί όσο μια αιωνιότητα. Όμως προτιμώ μια μέρα αυθεντικότητας μαζί σου, παρά μια αιωνιότητα πίστης δίχως εσένα.

Δεν θέλω η σχέση μας να είναι το χρυσό παλάτι του ουρανού. Θέλω να είναι εκείνη η πηγή στην άκρη του δρόμου. Η πηγή που μας δροσίζει με το νερό και μας ανακουφίζει με τη σκιά της. Η όμορφη αυτή πηγή που ξαποσταίνουμε για λίγο, μέχρι να πιάσουμε πάλι την πεζοπορία μας, στον μεγάλο δρόμο που βαδίζουμε.

Λόγια από το Φονικό Κουνέλι, Μάιος 2024

Pink Floyd: Wish you Were Here

The post Εμπιστοσύνη στις σχέσεις. Όχι πίστη appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/trust-not-faith/feed/ 0
«Η ευτυχία δεν είναι καθόλου μεταδοτική ασθένεια. Γιατί;» https://tofonikokouneli.com/wilde-nietzsche-on-happiness/ https://tofonikokouneli.com/wilde-nietzsche-on-happiness/#respond Mon, 18 Mar 2024 18:46:47 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11549   «Μπορώ να συμμεριστώ οτιδήποτε εκτός από τη δυστυχία» είπε ο λόρδος Χένρυ σηκώνοντας τους ώμους. «Τη δυστυχία με τίποτα δεν μπορώ να τη δεχτώ. Είναι τόσο άσχημη, τόσο φρικτή, τόσο καταθλιπτική. Υπάρχει κάτι τρομερά νοσηρό στη συμπάθεια των συγχρόνων μας για τον πόνο του άλλου. Θα ‘πρεπε να μας συγκινούν τα χρώματα, η ομορφιά,…
Read more

The post «Η ευτυχία δεν είναι καθόλου μεταδοτική ασθένεια. Γιατί;» appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
 

«Μπορώ να συμμεριστώ οτιδήποτε εκτός από τη δυστυχία» είπε ο λόρδος Χένρυ σηκώνοντας τους ώμους. «Τη δυστυχία με τίποτα δεν μπορώ να τη δεχτώ. Είναι τόσο άσχημη, τόσο φρικτή, τόσο καταθλιπτική. Υπάρχει κάτι τρομερά νοσηρό στη συμπάθεια των συγχρόνων μας για τον πόνο του άλλου. Θα ‘πρεπε να μας συγκινούν τα χρώματα, η ομορφιά, η χαρά της ζωής. […] Η ανθρωπότητα παίρνει τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά. Αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα του κόσμου. Αν ο άνθρωπος των σπηλαίων ήξερε να γελά, η Ιστορία θα ‘ταν διαφορετική».

Απόσπασμα από το “Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι” (1890, μτφ: Τ. Στεφανοπούλου). Κάπως έτσι ο Όσκαρ Ουάιλντ συνάντησε τον Νίτσε – που διερωτόταν:

«ΕΝΑΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟ άνθρωπος δίχως χαρά αρκεί για να δημιουργήσει μόνιμη ακεφιά και συννεφιασμένο ουρανό σε ένα σπιτικό – και είναι θαύμα αν λείπει ένας τέτοιος άνθρωπος! Η ευτυχία δεν είναι καθόλου μεταδοτική ασθένεια! Γιατί;»

Και ο Νίτσε οδηγήθηκε στο ιδανικό του φιλοσόφου ως χορευτή – και τη θρησκεία που διδάσκει τη χαρά (και όχι τη στέρηση ή τον πόνο): «Δεν ξέρω τι παραπάνω θα μπορούσε να θέλει το πνεύμα ενός φιλοσόφου από το να γίνει ένας καλός χορευτής. Γιατί ο χορός είναι το ιδανικό του, η τέχνη του, και, τέλος, η μόνη του ευσέβεια, η “θεία λατρεία” του…»

(από τη “Χαρούμενη Επιστήμη”, 1882, μτφ: Λ. Τρουλινου)

******

Χρειάζεται να θυμίσουμε πως ο πόνος και η στέρηση συνόδευαν στη ζωή τους τόσο τον Νίτσε – που περιπλανιόταν αδιάκοπα αναζητώντας ανακούφιση – όσο και τον Όσκαρ Ουάιλντ – όπως φάνηκε στο “De Profundis” του τελευταίου, όπου ο Ουάιλντ έντυνε τις πληγές του με τρυφερή μαεστρία.

Η εποχή μας εξακολουθεί να ηδονίζεται στην εικόνα του πόνου των άλλων. Αμφότερες ασχήμια κι ομορφιά έχουν μια τιμή στην αγορά. Όσο αφορά τη χαρά; Δεν έχει σημασία, όσο υπάρχουν τα επίπλαστα χαμόγελα και τα αγχολυτικά. Ας χαμογελώ διαρκώς – να μη γνωρίζουν οι άλλοι πως πονάω. Να μη το γνωρίζω ούτε κι εγώ.

Όχι – δεν είχαν αυτό στο νου τους ο Νίτσε και ο Όσκαρ Ουάιλντ.

Ίσως έρθει η μέρα εκείνη που θα πούμε εκείνο που έλεγε ο Άλντους Χάξλεϊ στον “Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο” του: “Είμαστε ευτυχισμένοι εδώ”. Μια ευτυχία ταυτόσημη της λήθης που παρέχουν τα υποκατάστατα, ένας ρυθμός ταχύτητας που αδρανοποιεί τη σκέψη, μια επίπλαστη επικοινωνία κι ένα μάτσο ευκαιριακές ηδονές.

Ευτυχία; Ίσως. Μα δεν θα ‘ναι η ευτυχία, όπως την εννοούσαν ο Νίτσε και ο Όσκαρ Ουάιλντ. Δεν θα είναι η εκπλήρωση του καλλιτέχνη, που αποζητά την ομορφιά σ’ έναν άσχημο κόσμο. Και δεν θα είναι η χαρά του χορευτή, που χαμογελά μπροστά στην άβυσσο.

Το Φονικό Κουνέλι, Μάρτιος 2024

The post «Η ευτυχία δεν είναι καθόλου μεταδοτική ασθένεια. Γιατί;» appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/wilde-nietzsche-on-happiness/feed/ 0
Μια Εγκυκλοπαίδεια που τη γλίτωσε https://tofonikokouneli.com/encyclopedia-saved/ https://tofonikokouneli.com/encyclopedia-saved/#respond Thu, 14 Mar 2024 19:17:11 +0000 https://tofonikokouneli.com/?p=11544   Ημέρα Εγκυκλοπαίδειας η σημερινή. Όχι, μην αναζητάτε στο διαδίκτυο για “Παγκόσμιες Ημέρες” και τα σχετικά – η σημερινή υπήρξε Ημέρα Εγκυκλοπαίδειας για ΜΕΝΑ. Εξορμώντας απ’ το Λαγούμι μου το πρωί, εντόπισα παρατημένη δίπλα στον κάδο σκουπιδιών (προς μεγάλη μου έκπληξη) μια ανοιχτή κούτα γεμάτη παλιές (μα καλοδιατηρημένες) εγκυκλοπαίδειες. Πρώτη μου σκέψη ήταν η εξής:…
Read more

The post Μια Εγκυκλοπαίδεια που τη γλίτωσε appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
 

Ημέρα Εγκυκλοπαίδειας η σημερινή. Όχι, μην αναζητάτε στο διαδίκτυο για “Παγκόσμιες Ημέρες” και τα σχετικά – η σημερινή υπήρξε Ημέρα Εγκυκλοπαίδειας για ΜΕΝΑ. Εξορμώντας απ’ το Λαγούμι μου το πρωί, εντόπισα παρατημένη δίπλα στον κάδο σκουπιδιών (προς μεγάλη μου έκπληξη) μια ανοιχτή κούτα γεμάτη παλιές (μα καλοδιατηρημένες) εγκυκλοπαίδειες. Πρώτη μου σκέψη ήταν η εξής: “μα γιατί κάποιος να πετάξει τέτοια βιβλία;” (και τα σχετικά που αφορούν τους “θλιβερούς καιρούς που ζούμε”).

Ο προβληματισμός μου δεν έμελλε να διαρκέσει. Εντός ολίγων λεπτών, τα πεταμένα βιβλία είχαν βρει μια νέα θέση στο Λαγούμι μου. Αξιοσημείωτο: μισή μόλις ώρα μετά το περιμάζεμα των βιβλίων έπιασε μπόρα. Τα βιβλία τη γλίτωσαν.

Για να το γιορτάσω λοιπόν, παραθέτω ένα ωραιότατο απόσπασμα του ουρουγουανού Εδουάρδο Γκαλεάνο (από το βιβλίο του “Καθρέφτες” του 2008), σχετικό με τη Μία Εγκυκλοπαίδεια απ’ την οποία άρχισαν όλες οι Εγκυκλοπαίδειες: το περίφημο έργο του Ντενί Ντιντερό και των Διαφωτιστών του 18ου αιώνα – που φανέρωσε για πρώτη φορά τη σημασία της γνώσης ως εργαλείο μεταβολής του κόσμου. Με τα λόγια του Γκαλεάνο:

«ΕΙΚΟΣΙ ΕΦΤΑ ΤΟΜΟΙ. Ο αριθμός δεν εντυπωσιάζει, αν λάβει κανείς υπόψη τους εφτακόσιους σαράντα πέντε τόμους της κινεζικής εγκυκλοπαίδειας που είχε εκδοθεί μερικά χρόνια νωρίτερα.

Όμως η γαλλική εγκυκλοπαίδεια, L’ Encyclopédie, σφράγισε τον Αιώνα των Φώτων, που κατά κάποιον τρόπο της οφείλει και το όνομά του.

Ο πάπας στη Ρώμη διέταξε να την κάψουν, και ν’ αφοριστεί όποιος είχε στην κατοχή του αντίτυπο του βλάσφημου έργου. Οι συγγραφείς, ο Ντιντερό, ο Ντ’ Αλαμπέρ, ο Ζοκούρ, ο Ρουσώ, ο Βολταίρος και μερικοί άλλοι, διακινδύνευαν ή πήγαν φυλακή και εξορία, προκειμένου το μέγα συλλογικό εκείνο έργο τους να μπορέσει να επηρεάσει, όπως και επηρέασε, την εξέλιξη των ευρωπαϊκών εθνών.

Δυόμισι αιώνες αργότερα, σαστίζουμε ακόμα με τον τρόπο που μας προσκαλεί να σκεφτούμε. Μερικοί ορισμοί από τις σελίδες της:

Εξουσία: Σε κανέναν άνθρωπο δεν δόθηκε από τη φύση το δικαίωμα να εξουσιάζει τους άλλους.

Λογοκρισία: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την πίστη είναι όταν εξαρτάται από μια ανθρώπινη άποψη.

Κλειτορίδα: Το σημείο της σεξουαλικής ηδονής της γυναίκας.

Αυλικός: ισχύει για όσους βρίσκονται ανάμεσα στον βασιλιά και την αλήθεια, με σκοπό να εμποδίζουν την αλήθεια να φτάσει μέχρι το βασιλιά.

Άνθρωπος: Ο άνθρωπος δεν αξίζει τίποτα δίχως τη γη. Η γη δεν αξίζει τίποτα δίχως τον άνθρωπο.

Ιερά Εξέταση: Ο Μοντεσούμα καταδικάστηκε επειδή θυσίαζε αιχμαλώτους στους θεούς του. Τί θα έλεγε αν έβλεπε την πυρά όπου καίγονταν οι χριστιανοί;

Δουλεία: Απεχθές είδος εμπορίου, ενάντια στο νόμο της φύσης, όπου άνθρωποι αγοράζουν και πουλούν άλλους ανθρώπους σαν να είναι ζώα.

Τοκογλυφία: Οι Εβραίοι δεν εξασκούσαν την τοκογλυφία. Τοκογλύφους τους ανάγκασε να γίνουν η καταπίεση των χριστιανών».

Οργασμός: Υπάρχει κάτι που να αξίζει όσο αυτός;»

(μετάφραση: Ισμήνη Κανσή)

********

Υστερόγραφο: Τα βιβλία και η αναζήτηση της γνώσης δεν θα καταλήξουν ποτέ στον κάλαθο των αχρήστων, να το ξέρετε, κουφάλες νεκροθάφτες.

Υστερόγραφο 2: Ευχαριστώ τον άγνωστο γείτονα.

Το Φονικό Κουνέλι, Μάρτιος 2024.

The post Μια Εγκυκλοπαίδεια που τη γλίτωσε appeared first on Το Φονικό Κουνέλι.

]]>
https://tofonikokouneli.com/encyclopedia-saved/feed/ 0